Gaspromneft-Omsk Refinery ν. S.I Cylaw Services Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2862/2023, 5/4/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2862/2023 Μεταξύ: Gaspromneft-Omsk Refinery, Joint tock Company Ενάγουσας -ν-
- S.I Cylaw Services Limited
- Στέλιος Θ. Ιερωνυμίδης
- Δημήτρης Παυλίδης Εναγομένων Ημερομηνία: 5 Απριλίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Κούρτελλος με κα Χρίστου Για Εναγόμενους: κ. Βονιάτης Ενδιάμεση Απόφαση Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η Ενάγουσα ‑ Ρωσική εταιρεία ‑ επιδιώκει την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης, τύπου Norwich Pharmacal, εναντίον των Eναγόμενων 1 και 2[1]. H επίδικη αίτηση Με την καταχώριση της παρούσας αγωγής, η Ενάγουσα καταχώρισε και την επίδικη μονομερή αίτηση, με την οποία ζητούσε πανομοιότυπες, με τις τελικές επιζητούμενες, θεραπείες, υπό μορφή προσωρινών διαταγμάτων, καθώς επίσης και διάταγμα φίμωσης των Eναγόμενων. Κατά την μονομερή εξέταση της επίδικης αίτησης, η Ενάγουσα ζήτησε όπως εκδοθούν μόνο τα διατάγματα φίμωσης, ενώ σε σχέση με τα διατάγματα αποκάλυψης ζήτησε όπως τούτη οριστεί για επίδοση. Το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση), εξέδωσε μονομερώς τα διατάγματα φίμωσης και όρισε τούτα επιστρεπτέα, ενώ ως προς τα διατάγματα αποκάλυψης, έδωσε οδηγίες όπως η επίδικη αίτηση επιδοθεί, κάτι το οποίο και έγινε. Η επίδικη αίτηση, στην ουσία, υποστηρίζεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση (24 σελίδες ‑ 75 παράγραφοι ‑ και τεκμήρια που απαριθμούν 263 σελίδες), την οποία ετοίμασε δικηγόρος που εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Ενάγουσα[2]. Ουσιαστική πηγή των όσων αναφέρονται στην ρηθείσα ένορκη δήλωση, η οποία (πηγή) χαρακτηρίζεται από την ομνύουσα ως «το πραγματικό υπόβαθρο, η αλυσίδα των γεγονότων ως και το μαρτυρικό υλικό στο οποίο εκτεταμένα στηρίζεται η παρούσα διαδικασία...» [3] αποτελεί το Τεκμήριο 1 τούτης, το οποίο πρόκειται για γραπτή δήλωση ενός εκ των Ρώσων δικηγόρων της Ενάγουσας. Στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο για την παρούσα απόφαση, εκείνα που πρέπει να αναφερθούν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση και των εκεί επισυναπτόμενων τεκμηρίων, είναι τα εξής: Η Ενάγουσα είναι Ρωσική εταιρεία, η οποία ασχολείται με την παροχή υπηρεσιών διύλισης παραγωγής και πώλησης προϊόντων πετρελαίου, χημείας και πετροχημείας, χωρίς να παρέχει υπηρεσίες που σχετίζονται με την φύλαξη των προϊόντων αυτών. Σε κάποια χρονική στιγμή, περί το 1997, η Ενάγουσα φέρεται να έχει εκδώσει κάποια πιστοποιητικά φύλαξης προϊόντων πετρελαίου προς όφελος της κυπριακής εταιρείας C.B.S. SCIENCE INVESTMENT LIMITED (στο εξής «η CBS»), της οποίας, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, μοναδικός διευθυντής της ήταν η Eναγόμενη 1 και γραμματέας της ο Eναγόμενος
- Η Eναγόμενη 1 είναι εταιρεία μέσω της οποίας η δικηγορική εταιρεία του Eναγόμενου 2 παρείχε διοικητικές εταιρικές υπηρεσίες σε πελάτες. Ο δε Eναγόμενος 2, είναι Κύπριος δικηγόρος. Στη βάση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1 (γραπτή δήλωση (όχι ένορκη) Ρώσου δικηγόρου της Ενάγουσας), η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς, οι οποίοι εδράζονται επί διάφορων προνοιών του Ρωσικού δικαίου, σύμφωνα με τους οποίους η Ενάγουσα, ούσα Ρωσική εταιρεία που δεν παρείχε υπηρεσίες σχετικά με φύλαξη προϊόντων πετρελαίου, ούτε και κατείχε την απαιτούμενη από τον Ρωσικό Νόμο σχετική άδεια, δεν είχε δικαίωμα να εκδίδει τέτοια πιστοποιητικά φύλαξης. Πάντα στη βάση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1, προωθείται και η θέση ότι τέτοια πιστοποιητικά φύλαξης, έχουν χαρακτήρα κινητών αξιών (securities - στο εξής «οι επίδικες αξίες» ή «οι αξίες»), και κατά συνέπεια αυξημένη ισχύ, που επιτρέπουν στον κάτοχό τους να δώσει εντολή για την όποια μετέπειτα διαχείριση των αποθηκευμένων προϊόντων, και στη περίπτωση που δεν εκτελεστεί η εντολή του, να απαιτήσει αποζημίωση ίση με την αξία τους. Οι επίδικες αξίες φέρονται να εκδόθηκαν σε χρόνο που η Ενάγουσα αντιμετώπιζε σοβαρά διοικητικά προβλήματα και ουδέποτε, μέχρι πρόσφατα (ειδική αναφορά θα γίνει κατωτέρω), οι αξιωματούχοι της Ενάγουσας, που αντικατέστησαν τους αξιωματούχους που ενεργούσαν κατά τον χρόνο που φέρονται να εκδόθηκαν τούτα, έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους. Πάντα στη βάση των όσων αναφέρονται στο Τεκμήριο 1, η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση προωθεί τον ισχυρισμό ότι, στο παρελθόν (2001 και 2003), η Ενάγουσα έλαβε μέρος σε δύο Ρωσικές διαιτητικές/δικαστικές διαδικασίες, στο πλαίσιο των οποίων (αν και δεν είχε την ευκαιρία να λάβει γνώση του περιεχομένου των επίδικων αξιών), τέτοιες αξίες, ως οι επίδικες, που φέρονται να εκδόθηκαν από την Ενάγουσα, κρίθηκαν, στη βάση συγκεκριμένων προνοιών του Ρωσικού δικαίου, ως άκυρες, με αποτέλεσμα, η εγκυρότητα ή μη των εν λόγω αξιών (περιλαμβανομένων και των επίδικων), να θεωρείται πλέον ότι καλύπτεται από δεδικασμένο. Κατόπιν έρευνας στα έγγραφα των δύο αυτών δικαστικών διαδικασιών, προέκυψε ότι οι επίδικες αξίες αρχικά εκδόθηκαν προς όφελος της CBS, και ακολούθως εκχωρήθηκαν τα σχετικά δικαιώματα σε έτερη Κυπριακή εταιρεία με την ονομασία VIKTOSA (στο εξής «η Viktosa»), της οποίας, πάντα κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, διευθυντής ήταν ο Eναγόμενος
- Ακολούθως, το 2014, η Viktosa μεταβίβασε τα δικαιώματά της επί των επίδικων αξιών σε κάποια κυρία Filippova. Πρώτη, σχετική με το περιεχόμενο των επιδίκων αξιών, ενημέρωση έλαβε η Ενάγουσα τον Νοέμβριο του 2016, όταν η Filippova απέστειλε επιστολή στην οποίαν επισυνάπτοντο αντίγραφα τους, με την οποίαν ενημέρωνε την Ενάγουσα ότι αγόρασε τις ρηθείσες αξίες από τρίτους και ερωτούσε κατά πόσο εκκρεμούσε οποιαδήποτε πληρωμή για τη φύλαξη των εκεί αναφερόμενων προϊόντων, καθώς επίσης και τη διαδικασία για την επιστροφή τους. Στη βάση του Ρωσικού δικαίου, ως αυτό αναπτύσσεται στο Τεκμήριο 1, και με γνώμονα το γεγονός ότι στην επιστολή της Filippova του 2016, αλλά και κάθε άλλη προσπάθειά της τελευταίας να παρουσιαστεί ως δικαιούχος των αξιών αυτών[4], α) επισυνάπτοντο αντίγραφά τους και όχι οι πρωτότυπες αξίες, β) το περιεχόμενο τους δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της σχετικής ρωσικής νομοθεσίας, γ) η όποια σχετική δικαστική διαδικασία της Filippova και/ή του οικονομικού διευθυντή της[5], προωθήθηκε με καθυστέρηση, με αποτέλεσμα να παραγραφεί το όποιο δικαίωμά της επί των αξιών, δ) κανένα έγγραφο παρουσιάστηκε από πλευράς της Filippova, από το οποίο να προκύπτει η κατ' ισχυρισμό μεταβίβαση των αξιών αυτών από τη CBS στη Viktosa και από την τελευταία σε αυτή, και τέλος, ε) ελλείπει οποιοδήποτε αποδειχτικό στοιχείο στη βάση του οποίου να προκύπτει ότι τα επίδικα πετρελαϊκά προϊόντα όντως μεταφέρθηκαν στην Ενάγουσα και φυλάχθηκαν από αυτήν, η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, κατ' επίκληση του σχετικού Ρωσικού δικαίου, προβάλλει τη θέση ότι η Filippova δεν νομιμοποιείται να παρουσιάζεται ως δικαιούχος των αξιών αυτών και για τον λόγο αυτό η Ενάγουσα ουδέποτε ικανοποίησε το όποιο σχετικό αίτημα της Filippova. Προβάλλεται, επίσης, ότι η Ενάγουσα δεν κατέχει αποθηκευτικούς χώρους, ούτε τη σχετική άδεια από τις αρμόδιες αρχές της Ρωσίας, καθώς επίσης και οποιαδήποτε έγγραφα που να επιβεβαιώνουν, είτε την όποια φύλαξη των επίδικων πετρελαϊκών προϊόντων, είτε την έκδοση των επίδικων αξιών. Περί τον Μάρτιο του 2023, ο οικονομικός διευθυντής της Filippova απέστειλε στην Ενάγουσα προδικαστική επιστολή απαίτησης με την οποία ζητείτο η επιστροφή στη Filippova των κατ' ισχυρισμών φυλαχθέντων πετρελαϊκών προϊόντων, αναφέροντας, επίσης, ότι στην περίπτωση που δεν θα επιστρέφοντο, η τελευταία θα πρέπει να αποζημιωθεί για την αξία τους, την οποία και καθορίζει στα Ρωσικά Ρούβλια 579.340.
- Η Ενάγουσα, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ήδη ανωτέρω, δεν ικανοποίησε την απαίτηση του οικονομικού διευθυντή της Filippova. Είναι η θέση της Ενάγουσας, στη βάση των ανωτέρω επιχειρημάτων της, ότι, η Filippova, μαζί με τη CBS και τη Viktosa και πιθανότατα με τη συνέργεια τρίτων προσώπων - άγνωστων προς την Ενάγουσα - έχουν στήσει το δόλιο σχέδιό τους, με αποκλειστικό σκοπό τον προσπορισμό οικονομικού οφέλους σε βάρος της, και δη των Ρωσικών Ρουβλιών 579.340.
- Συνέπεια της άρνησης της Ενάγουσας να ικανοποιήσει την απαίτηση του οικονομικού διευθυντή της Filippova, ο τελευταίος υπέβαλε δήλωση σε Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας, εναντίον και της Ενάγουσας, αντίγραφο της οποίας η τελευταία έλαβε την 01.06.
- Στην εν λόγω δήλωση, η Ενάγουσα περιγράφεται ως νομικό πρόσωπο που υποχρεούται να επιστρέψει στη Filippova τα επίδικα προϊόντα ή, σε διαφορετική περίπτωση, να την αποζημιώσει σχετικά. Η εν λόγω δικαστική διαδικασία (δήλωση), σε πρώτο στάδιο, κατόπιν σχετικής κρίσης του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας, έγινε αποδεχτή, και ορίστηκε για ακρόαση, επί της ουσίας της, και δη ως προς τον καθορισμό της πραγματικής αξίας των επίδικων αξιών, καθώς επίσης και για την ανάκτηση του πιο πάνω αναφερόμενου ποσού αποζημίωσης. Η Ενάγουσα καταχώρισε ένσταση στην εν λόγω διαδικασία, καθώς επίσης και αίτηση για απόρριψή της. Είναι η συναφής θέση της Ενάγουσας ότι η έκδοση και διακίνηση των επιδίκων αξιών είναι το αποτέλεσμα ενός σχεδίου δημιουργίας εικονικών εγγράφων προκειμένου να προκύψει απαίτηση εναντίον της. Στη βάση αυτής της θεώρησης, η Ενάγουσα αναζητεί πληροφορίες και έγγραφα αναφορικά με την ταυτότητα των τελικών δικαιούχων της CBS, και άλλων τυχόν προσώπων που ενέχονται στην εναντίον της αδικοπραξία, καθότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει όλα τα πρόσωπα που ενήργησαν σχετικώς, αλλά ούτε και μπορεί να στοιχειοθετήσει την όλη αλυσίδα των σχετικών γεγονότων, ώστε να μπορεί να προωθήσει τα κατάλληλα δικαστικά διαβήματα, αστικής φύσης, εναντίον όλων των συμμετεχόντων, είτε εντός είτε εκτός δικαιοδοσίας. Προκύπτει, ακόμα, από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση ότι, στη βάση των όσων η ίδια η Ενάγουσα υποστηρίζει, οι πληροφορίες αυτές κατέχονται και/ή πρέπει να κατέχονται από την CBS (αρχικός φερόμενος δικαιούχος των επιδίκων αξιών) και η απόφασή της να κινήσει την παρούσα αγωγή εναντίον των Eναγόμενων 1 και 2 λήφθηκε, αφενός γιατί η CBS, όπως και η Viktosa, διαγράφηκαν από το μητρώο του έφορου εταιρειών της Κυπριακής Δημοκρατίας, και αφετέρου γιατί, οι Eναγόμενοι 1 και 2, υπό τις ιδιότητες του διευθυντή, από τη μια, και του γραμματέα, από την άλλη, της CBS, αποτελούν πρόσωπα που μπορούν να παράσχουν τα αναζητούμενα έγγραφα αλλά και να δώσουν τις επιζητούμενες πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την Ενάγουσα. Η ένσταση Οι Eναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ένσταση στην επίδικη αίτηση, στο κυρίως σώμα της οποίας προβάλλονται, συνολικά, δεκαπέντε λόγοι για απόρριψή της, εκ των οποίων εγκαταλείφθηκαν πέντε, και δη οι λόγοι ένστασης 2, 10, 11, 12 και
- Με τους εναπομείναντες λόγους ένστασης, οι Eναγόμενοι 1 και 2, στην ουσία, ζητούν την απόρριψη της επίδικης αίτησης, καθότι, α) η CBS, ως διαγραφείσα εταιρεία, είναι και διαλυμένη, β) η βάση αγωγής είναι αόριστη, ασαφής και αβάσιμη, και τα όποια κατ' ισχυρισμό αγώγιμα δικαιώματα της Ενάγουσας έχουν παραγραφεί, γ) ελλείπει το όποιο νομικό υπόβαθρο ή έρεισμα που να υποστηρίζει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δ) η επίδικη αίτηση είναι παράνομη, αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη, ανυπόστατη και καταχρηστική, καθώς η Ενάγουσα δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αλλά με σκοπό να παραπλανήσει τούτο, αποκρύπτοντας και ή διαστρεβλώνοντας τα ουσιώδη γεγονότα, ε) με την επίδικη αίτηση επιχειρείται η εκμαίευση και ή αλίευση εμπιστευτικών και ή προνομιούχων δεδομένων, μαρτυρίας ή πληροφοριών, στ) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), ζ) δεν αναφέρεται η πηγή των πληροφοριών της ομνύουσας για λογαριασμό της Ενάγουσας, η) δεν αποδεικνύεται ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι ο μοναδικός τρόπος για τη λήψη των επιζητούμενων πληροφοριών, ούτε και αναφέρονται οι όποιες τυχόν προσπάθειες που έλαβαν χώρα για τη λήψη τούτων, θ) τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal αποτελούν επικουρικά και/ή συμπληρωματικά διατάγματα άλλων διαταγμάτων, όπως τύπου Mariva ή Anton Piller, τα οποία δεν επιζητούνται με την επίδικη αίτηση, ι) οι επιζητούμενες πληροφορίες και έγγραφα, πέραν του ότι αποτελούν αλίευση μαρτυρίας, σκοπό έχουν η Ενάγουσα να παρακάμψει νομικές διαδικασίες και να χρησιμοποιήσει τούτα ως μοχλό πίεσης σε διαδικασίες του εξωτερικού, και ια) το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει καταφανώς υπέρ των Eναγόμενων 1 και 2 και δεν θα ήταν δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Eναγόμενου 2, στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, επαναλαμβάνει τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία. Προβάλλεται, επιπροσθέτως, ότι, για διάφορους λόγους (οι οποίοι αναπτύσσονται), οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν κατέχουν τα επιζητούμενα έγγραφα και πληροφορίες (βλ. παραγράφους 7.7, 7.8, 7.8.2, 7.10 και 23(στ) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2) και ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 (γραπτή δήλωση του Ρώσου δικηγόρου της Ενάγουσας) απορρίπτεται στην ολότητά του από αυτούς (βλ. παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2). Περαιτέρω αναφορά στα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, θα γίνει κατωτέρω εκεί που θα κριθεί τούτο αναγκαίο. Ακροαματική διαδικασία Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, οι λόγοι ένστασης 2, 10, 11, 12 και 15 εγκαταλείφθηκαν και οι συνήγοροι των μερών παρέδωσαν στο Δικαστήριο αντίγραφα των γραπτών αγορεύσεων τους, δηλώνοντας ότι, εντός της ημέρας, θα αναρτούσαν τούτες και σε ηλεκτρονική μορφή στον σύνδεσμο «Έγγραφα» του ηλεκτρονικού φάκελου της υπόθεσης, πράγμα το οποίο και έπραξαν. Επίσης, κανένας εκ των ομνυόντων των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση και την ένσταση δεν αντεξετάστηκε. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο διάδικος που ζητά το προσωρινό διάταγμα δικαιούται σε θεραπεία στην κυρίως διαδικασία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Παράλληλα, το δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, δυνάμει του ιδίου άρθρου, πρέπει να αποφασίσει ότι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, ή και τα δύο μαζί αν αυτό δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιόν του, να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, διαφορετικά θα απορρίψει την αίτηση. Προς τούτο, απαιτείται η στάθμιση του κινδύνου πρόκλησης αδικίας, την οποία τυχόν να υποστεί η μία ή η άλλη πλευρά συνεπεία της ενδιάμεσης αυτής απόφασής του, και, ακολούθως, η επιλογή της ολιγότερο επιβλαβούς πορείας, δεδομένης της φύσης και του περιεχομένου του αιτούμενου διατάγματος (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 και Films Rover v. Cannon Film Sales [1986] 3 All ER 772, σελ. 780 και 781). Ως προς τη σημασία της τυχόν καθυστέρησης από πλευράς ενός Ενάγοντα να αποταθεί στην δικαιοσύνη για να επιδιώξει, ακόμα και διά κλήσεως, την εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος, στην Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029, αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία είναι οι εξής:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του Ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του Ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. (Βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 C.L.R. 788, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1475, Zein κ.ά. v. Παράσχος Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606, Re Stavros Hotel Appartments Ltd κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841, Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864, M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co. of U.S.A.
(1997)1 Α.Α.Δ.
- Βλ. και Copinger and Skone James (πιο πάνω) παραγ. 633 και Kerr on Injunctions, 6η έκδοση, σελ. 360-61, Kerly's Law on Trade Marks and Trade Names, 12η έκδοση, παραγ. 15-68 και John Drysdale & Michael Silverleaf "Passing off Law and Practice", 2α έκδοση, παραγ. 6-16)». Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος της καθυστέρησης στην διεκδίκηση παρεμπίπτοντος διατάγματος, ακόμα και όταν αυτή επιδιώκεται με, δια κλήσεως αίτηση, δείτε και τα όσα αναφέρθηκαν στην Rapp v. Sinden και Άλλου, Πολ.Εφ. Ε191/14, απόφαση ημερομηνίας 20.03.20 και Dababov v. Metaquotes Software Ltd κ.α. Πολ. Εφ. Ε32/2021, απόφαση ημερομηνίας 16.02.
- Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτούντος διαδίκου στην αγωγή. Η έννοια της πιθανότητας, ως αναφέρθηκε, εισάγει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται για απόδειξη αστικής αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα δε της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η προϋπόθεση αυτή. Αν η υπόθεση, ως εκ της φύσεώς της, δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων, ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων, αυτή καθ' εαυτή, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Το ζήτημα όμως δε τελειώνει εδώ. Όπως, συναφώς, αναφέρθηκε, πρόσφατα, στην Lariena Investments Ltd v. RFI Consortium, Πολ. Εφ. Ε164/2019 (απόφαση ημερομηνίας 22.01.2021), «Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Όπως τέθηκε στην Όξυνος κ.ά. ν. Λού
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066 , που παρέπεμψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, (Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκίζη κ.ά. v. Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. Τhe Timberland Co.
(1977)1Γ ΑΑΔ 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του και τον κίνδυνο που ενέχεται από την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται με την κατοχή των επιδίκων μετοχών. Μεταξύ αυτών είναι και ο κίνδυνος παράνομης επέμβασης στις δραστηριότητες της NWCC και της αποξένωση των μετοχών αυτής». Εκεί δε που προβάλλεται θέση περί πιθανότητας αποξένωσης περιουσίας από πλευράς του εναγόμενου, στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία Λεωνίκ Λιμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 αναφέρθηκε ότι «δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας από τον αιτητή για πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί». Ο σκοπός ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32, είναι βασικά η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων ως αυτή είχε κατά το χρόνο που προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής. Αναφορικά, τώρα, με τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, περιορίζομαι να επισημάνω πως οι πρόνοιες τους ρυθμίζουν ειδικά τις περιπτώσεις που εκεί αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των προϋποθέσεων για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δέστε τις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 AAΔ 557, Αcropolo Shipping Co. Ltd v. Rossis
(1976)1 AAΔ σελ. 38, Νational Bank of Greece v. Matovia [1987] 1 AAΔ.303, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή [1989] 1 ΑΑΔ(Ε) 152 και Α.Β.Ρ. Ηοldings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων [1994] 1 ΑΑΔ 694, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων [1995] 1 ΑΑΔ 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd [1996] 1 AAΔ.799, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη [1989] 1 (Ε) ΑΑΔ 152, Α. Κυτάλα ν. ΄Αννα Χρυσάνθου και ΄Αλλοι [1996]1 ΑΑΔ 253, Αντωνία Παναγίδου και άλλων ν. Μάριος Παναγίδου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 396, Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνικ. Λτδ (ανωτέρω), Χ. Κουνούνας ν. G. & A. Simons Ltd
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1361, Larticon Vo. v. Dedergenta Development Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1121. To Δικαστήριο, μετά την καταχώριση της ένστασης, έχει εξουσία και υποχρέωση να επιληφθεί της υπόθεσης, να ακούσει και τις δύο πλευρές και να διαπιστώσει αν οι προϋποθέσεις που ο νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 ικανοποιούνται. Αν υπάρχει διάσταση πάνω στα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τη Διαταγή 48, θεσμός 4, ο διάδικος που έχει το βάρος της απόδειξης πρέπει να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται (βλ., μεταξύ άλλων, Stylianou v. Stylianou
(1988)1 C.L.R. 520, σελ. 527). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της κυρίως διαδικασίας, ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του, να αποφασίσει τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η κυρίως, ενώπιον του, διαδικασία. Αντικείμενο εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις, είναι μόνο το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες, για την έκδοση του διατάγματος και/ή τη διατήρηση της ισχύος του, προϋποθέσεις και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων αναφορικά με την ουσία του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το μόνο αρμόδιο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων σώμα, είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικασθεί η ουσία της υπόθεσης, και τούτο στα πλαίσια της ρηθείσας εκδίκασης (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 663, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων (ανωτέρω), Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD
(1999)1(Α) AAΔ 225 και Πολ. Εφ. Ε135/2015 Παύλος Δίγκλης κ.α. ν. Total Fit Ltd, απόφαση ημερομηνίας 12.09.2018). Όσον τώρα αφορά στα διατάγματα αποκάλυψης, και τα κριτήρια που πρέπει να ικανοποιήσει ένας αιτητής για εξασφάλισή τους, στην Avila Management Services Limited κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον Ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του Ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του Ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψιστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued». Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Metaquotes Software ltd κ.α. v. Dababoo, Πολ. Εφ. Ε324/2016, απόφαση ημερομηνίας 14 Νοεμβρίου 2018, αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα σχετικά: «Η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος και αυτής της μορφής τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τελικό ζητούμενο δεν θα πρέπει να είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Με αυτά ως δεδομένα, αίτημα για αποκάλυψη δεν είναι ορθό να ικανοποιηθεί εάν οι αξιούμενες πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή εάν το Δικαστήριο δεν πεισθεί περί της πραγματικής πρόθεσης έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγήσαντος. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονισθεί ότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης δεν μπορεί να περιορισθεί με την επιβολή άκαμπτων κανόνων. Κύριο οδηγό στην άσκηση της διακριτικής δυνατότητας του Δικαστηρίου συνιστούν σε κάθε περίπτωση τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης και το γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Περαιτέρω, η ισοζυγία αλληλοσυγκρουόμενων δικαιωμάτων είναι επιβεβλημένη και προς την κατεύθυνση αυτή η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας συνιστά χρήσιμο οδηγό στην πορεία άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Είναι χρήσιμο να υπομνήσουμε την εξελικτική πορεία και την αέναη διάπλαση των διαταγμάτων αποκάλυψης, αλλά και όλων των μορφών των θεραπειών που εδράζονται στο δίκαιο της επιείκειας, ως απότοκο της ραγδαίας εξέλιξης και της συνεχώς μεταβαλλόμενης πολυπλοκότητας των συναλλαγών, αλλά και της συνακόλουθης δυσκολίας ανίχνευσης του δαιδαλώδους πλέον πλέγματος διάπραξης και συγκάλυψης διαφόρων μορφών αδικοπραξιών. Εδώ ακριβώς υπεισέρχεται και η ανάγκη για ανάλογη προσαρμογή της άσκησης των εξουσιών των Δικαστηρίων προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις ραγδαία εξελισσόμενες αυτές καταστάσεις και να θωρακίσουν το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής στη δικαιοσύνη προς υπεράσπιση των συμφερόντων του κάθε διαδίκου». Εκεί δε που το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα αποκάλυψης κατέχει τις επιζητούμενες πληροφορίες στη βάση σχέσης εμπιστοσύνης με τρίτο πρόσωπο, όπως οι τράπεζες, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Κλουκινά Πολ. Εφ. 319/2011, απόφαση ημερομηνίας 13.01.2014, υπέδειξε τα εξής: «Το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης Τράπεζας - πελάτη ή Πελάτη - παροχέα υπηρεσιών καθιερώθηκε στην Τournier ν. Νational Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All E.R. 550, στην οποία παραπέμπει και το Δικαστήριο. Στην τελευταία απόφαση η επιδίωξη σκοπού καταστολής δολίων πράξεων ή εγκλημάτων είναι στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον και απαιτεί ή επιβάλλει αποκάλυψη. Το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας, όπως προκύπτει από την αρχή του τραπεζικού απορρήτου, τονίστηκε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, και στην Ι.Β.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές όπως και στην υπό κρίση υπόθεση αποδίδονται στους εφεσείοντες. Σε πιο πρόσφατη υπόθεση Omar v. Omar
(1995)1 W.L.R. 1428, το Δικαστήριο επέτρεψε τη χρήση των εγγράφων όχι μόνο για τους σκοπούς της αξίωσης των εναγόντων για εντοπισμό των περιουσιακών τους στοιχείων αλλά και για άλλες απαιτήσεις με παράλληλες αγωγές σε άλλες χώρες». Όσον τώρα αφορά, γενικότερα, στις προϋποθέσεις για έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης εγγράφων, στην υπόθεση G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 AAΔ 1624, αναφέρθηκαν και τα εξής: «. Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθηθεί την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, αλλά δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας.». Αναφορικά με το ζήτημα απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος από διάδικο που, μονομερώς, επιδιώκει τη λήψη προσωρινής θεραπείας, στην, σχετικά, πρόσφατή απόφασή του, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λ. Παρπαρίνος (ως ήταν τότε) στην Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Αίτηση 92/18, απόφαση ημερομηνίας 20 Σεπτεμβρίου 2018, ECLI:CY:AD:2018:D412, προβαίνει σε μία ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας αναφέροντας τα εξής: «Το Δικαστήριο σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο μονομερούς αίτησης πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ του εκδοθέντος Διατάγματος, εδώ Άδειας, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν συνιστά προϋπόθεση για ακύρωση εκδοθέντος Διατάγματος, εδώ Άδειας, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Rybolovlev v. Rybolovleva κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.α. v. Adeona Holdings Limited κ.α. Π.Ε. Ε6/2014 ημερ. 27.2.2015 γίνεται εκτενής ανάλυση του ζητήματος αυτού. Παρατίθεται το σχετικό μέρος: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petrow Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep.54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. ComdelCommodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003), All ER (D) 199. Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg, the Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω).» Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο ανωτέρω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο που τα διέπει Για τους λόγους που θα διαφανούν ευθύς αμέσως, είμαι της γνώμης ότι η επίδικη αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Και εξηγώ: Τα ουσιαστικότερα επιχειρήματα της Ενάγουσας επί των οποίων εδράζεται η όποια υποψία της περί της εναντίον της, κατ' ισχυρισμό, αδικοπραξίας, στηρίζονται, αποκλειστικά, αφενός στη αδυναμία, συνεπεία των σχετικών Ρωσικών νομικών προνοιών, της Ενάγουσας να εκδώσει τις επίδικες αξίες και αφετέρου στην αδυναμία, συνεπεία και πάλι των σχετικών Ρωσικών νομικών προνοιών, της Filippova να επικαλείται την ιδιότητα της δικαιούχου των. Τούτο είναι εμφανές, τόσο από τις σχετικές αναφορές της ομνύουσας της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, όσο και από τα όσα καταγράφονται στη γραπτή δήλωση του Ρώσου δικηγόρου της Ενάγουσας (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση). Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, το Τεκμήριο 1 δεν αποτελεί ένορκη δήλωση, παρά μόνο γραπτή δήλωση, ως, εν πάση περιπτώσει, χαρακτηρίζεται και από την ίδια την Ενάγουσα. Εξάλλου, ότι δεν πρόκειται για ένορκη δήλωση, προκύπτει αβίαστα και από το ίδιο το περιεχόμενό της. Με δεδομένα τα ανωτέρω, χρήσιμα αποτελούν τα όσα σημειώθηκαν στην Ποινική Έφεση 101/2021, μεταξύ Γενικού Εισαγγελέα ν. Ράφφι Ντερ Γκαραπετιάν, απόφαση ημερομηνίας 26 Ιουλίου 2022, και δη ότι: «Το αλλοδαπό δίκαιο αποτελεί απλό πραγματικά γεγονός και αποδεικνύεται από τον διάδικο που εγείρει το ζήτημα, κυρίως με τη γνώμη νομομαθούς (βλ. Tlais Enterprises Ltd v. Her Majesty' Revenue and Customs,
(2015)1 (A) ΑΑΔ, 616, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα,
(1999)1 (A) AAD 44, Impregilo SPA v. Του Πλοίου «Marwa M» Σημαίας Κύπρου (Αρ. 1)
(2002)(Α) ΑΑΔ 284, Zeeland Navigation Cpmpany Limited v. BanQue Worms
(2000)1 (B) AAD 707, Sat Vision Ltd v. Interamerican Property and Casualty Ins. Co.
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1811 και Bank of Scotland v. Geodrill Ltd
(1993)1 AAD 753). Το πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», των Τ. Ηλιάδης και Ν. Σάντης Β' Έκδοση, σελ. 598 είναι σχετικό: «Ο κανόνας είναι επιτακτικός και μονάχα στην περίπτωση παραδοχής από τον αντίδικο του περιεχομένου του ισχύοντος στην ξένη χώρα δικαίου θα μπορούσε να συγχωρεθεί η όποια παρέκκλιση. Η πρακτική που ακολουθείται μέχρι σήμερα επί του θέματος είναι ότι η μαρτυρία που θα παρουσιαστεί ενδείκνυται να προέρχεται από πραγματογνώμονες που γνωρίζουν ή έχουν εμπειρίες ως προς τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται στην ξένη χώρα (R v. Ofori
(1994)99 Cr. App R 223, Cooper McDougal & Robertson Limited v. Stella Cosmetics Co Ltd and Others
(1980)1 CLR 214).» Στο Σύγγραμμα Phipson on Evidence, 19η έκδοση, Παρ. 33-77 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Foreign law must, in general, be proved on oath, either orally or in some cases by affidavit or witness statement, and not by the mere certificates of experts»». Προκύπτει από την ανωτέρω Νομολογία ότι η απόδειξη του αλλοδαπού Δικαίου μπορεί να γίνει μόνο με ένορκη μαρτυρία ή μέσω δήλωσης μάρτυρα (witness statement), κάτι που, και οι συνήγοροι της Ενάγουσας αποδέχονται, δεν αποτελεί το Τεκμήριο 1, και δη η γραπτή δήλωση του Ρώσου δικηγόρου της Ενάγουσας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσδοθεί σε αυτή οποιαδήποτε βαρύτητα για άντληση πληροφόρησης από πλευράς του Δικαστηρίου ως προς το ισχύον, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, Ρωσικό δίκαιο. Η σχετική θέση που προβάλλεται στην αγόρευση των συνηγόρων της Ενάγουσας ότι, στην ουσία, οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν την ορθότητα του περιεχομένου του ρηθέντος τεκμηρίου, με κάθε σεβασμό δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η απόρριψη και μόνο, στην ολότητά του, του εν προκειμένω περιεχομένου του Τεκμηρίου 1, από πλευράς του Εναγομένου 2 (βλ. παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσής του), δεν αφήνει περιθώριο πειστικής προώθησης της θέσης αυτής της Ενάγουσας. Η όποια δε άλλη αναφορά γίνεται στο μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την ένσταση σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στη γραπτή δήλωση του Ρώσου δικηγόρου της Ενάγουσας επί του Ρωσικού δικαίου, αποτελεί, προφανώς, παρεμφερή αναφορά, που σκοπό έχει να υποστηρίξει συγκεκριμένους λόγους ένστασης, στη βάση της θεώρησης ότι, η Ενάγουσα, με τα όσα η ίδια διατείνεται, δεν νομιμοποιείται να επιζητεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, και όχι για σκοπούς ανατροπής της ξεκάθαρης βασικής θέσης των Εναγομένων 1 και 2 ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση είναι απορριπτέο από αυτούς. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα, η Ενάγουσα να μην έχει καταφέρει να ικανοποιήσει τη βασική προϋπόθεση για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης, καθότι, δεν έχει αποδείξει, στο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο, ότι έχει λάβει χώρα αδικοπραξία εναντίον της, αφού, ως ήδη υποδείχθηκε ανωτέρω, τα όλα επιχειρήματά της περί της ύπαρξης τέτοιας αδικοπραξίας, εδράζονται στη θέση ότι η έκδοση και μετέπειτα χρήση των επιδίκων αξιών έρχονται σε σύγκρουση με το σχετικό Ρωσικό δίκαιο. Τονίζω, στο σημείο αυτό, ότι, η Ενάγουσα δεν αμφισβητεί ότι οι επίδικες αξίες εκδόθηκαν από τότε αξιωματούχο της, ούτε και προωθεί οποιοδήποτε ισχυρισμό περί δικής του (του τότε αξιωματούχου της) ανάμειξης στην κατ' ισχυρισμό εναντίον της αδικοπραξία. Το γεγονός, τώρα, ότι ως μέρος του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση αποτελούν και αντίγραφα των Ρωσικών δικαστικών/διαιτητικών αποφάσεων του 2001 και 2003, δεν διαφοροποιεί, κατά τη γνώμη μου, τα πράγματα. Και τούτο γιατί, πρώτον, οι εν λόγω αποφάσεις δεν έχουν συσχετιστεί, ειδικώς, με τις επίδικες αξίες, και δεύτερο, η όποια επικαλούμενη ισχύς, τελεσιδικία και αμετάκλητό τους εδράζεται στα όσα γνωματεύει ο Ρώσος δικηγόρος της ενάγουσας στο Τεκμήριο 1, στο περιεχόμενο του οποίου, στο βαθμό που αυτό αφορά στο Ρωσικό δίκαιο, δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Επίσης, στη βάση του δεδομένου ότι η παρούσα αγωγή εγείρεται εναντίον των Eναγόμενων 1 και 2, υπό την επικαλούμενη, από την Ενάγουσα, ιδιότητά τους ως αξιωματούχοι της CBS, και όχι εναντίον της ίδιας της CBS, για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν ικανοποίησε ούτε την έτερη προϋπόθεση για έκδοση διατάγματος ως το επιζητούμενο, και δη αυτή που θέλει τον αιτητή που επιζητεί διάταγμα αποκάλυψης, να μην δύναται να λάβει τις επιζητούμενες πληροφορίες και έγγραφα από άλλη πηγή. Πιο συγκεκριμένα, υπενθυμίζω ότι με βάση το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση (βλ. παραγράφους 10, 11, 13, 14, 37, 49, 50, 52, 55 και 57 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση), δεν αποδίδεται στους Εναγόμενους 1 και 2 ειδική προσωπική γνώση των επιζητούμενων πληροφοριών ή προσωπική κατοχή των επιζητούμενων εγγράφων ή ανάμειξη στην εναντίον της Ενάγουσας κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία, παρά μόνο, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι συνεπεία της θέσης που κατείχαν στη CBS (διευθυντής, η πρώτη και γραμματέας, ο δεύτερος), τούτοι δύνανται να παράσχουν τις πληροφορίες και έγγραφα αυτά. Υποδεικνύω, συναφώς, ότι, ως ειδικώς καταγράφεται στις παραγράφους 10 και 11 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, η Εναγόμενη 1 ενάγεται ως η διευθυντής της CBS ενώ ο Εναγόμενος «Προστίθεται στη διαδικασία υπό την ιδιότητα του γραμματέα της C.B.S». Συνεπώς, μολονότι κατανοώ και συμμερίζομαι την άποψη των συνήγορων της Ενάγουσας ότι μια εταιρεία που διαγράφεται δεν σημαίνει ότι έχει διαλυθεί, και ότι, στην ουσία, η διαγραφή της απλά απολήγει σε διαγραφή της από το σχετικό μητρώο που τηρεί ο έφορος εταιρειών - με τη διαγραφείσα εταιρεία να παραμένει υπαρκτή, εξ ου και είναι επιτρεπτή η επαναφορά της εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος - εντούτοις η ιδιότητα των αξιωματούχων της κατά την ημέρα διαγραφής της, παύει να υφίσταται, εξ ου και στο άρθρο 327.7(α) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο, κατά την επαναφορά μίας εταιρείας που διαγράφηκε, να διατάξει και την «αποκατάσταση» των προσώπων στις θέσεις που κατείχαν προ της διαγραφής της. Κατά συνέπεια, σήμερα, που προωθείται η επίδικη αγωγή και αίτηση, οι Eναγόμενοι 1 και 2 δεν κατέχουν την θέση αξιωματούχου της CBS, που τους αποδίδεται, με αποτέλεσμα η επικαλούμενη από την Ενάγουσα δυνατότητά τους, ως κατέχοντες τα ρηθέντα αξιώματα σε αυτή, για πρόσβαση στις πληροφορίες και έγγραφα που κατέχει η CBS, να μην υφίσταται. Κρίνω, συναφώς, αναγκαίο, στο σημείο αυτό, να επαναλάβω ότι, σε αντιδιαστολή με τα όσα, σχετικώς, αναφέρονται στην αγόρευση των συνηγόρων της Ενάγουσας, στο μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, δεν αποδίδεται στους Εναγόμενους 1 και 2 η όποια προσωπική ανάμειξη στην κατ' ισχυρισμό εναντίον της αδικοπραξία, ούτε και προσωπική κατοχή ή γνώση των επιζητούμενων εγγράφων και πληροφοριών, αντίστοιχα. Στην ουσία, με δεδομένη την θέση της Ενάγουσας, ότι οι πληροφορίες και τα έγγραφα που επιζητούνται κατέχονται από την CBS - διαγραφείσα εταιρεία, η οποία μπορεί να επανεγγραφεί στη βάση των προνοιών του άρθρου 327.7(α) του Κεφ.113 - η Ενάγουσα έχει την δυνατότητα να λάβει τις επιζητούμενες πληροφορίες και έγγραφα από την κύρια πηγή γνώσης και κατοχής τους, και δη τη CBS, κατόπιν επαναφοράς της. Η συναφής θέση των συνηγόρων της Ενάγουσας, ως αυτή αναπτύσσεται στην αγόρευση τους, ότι η τελευταία δεν κατέχει την όποια προβλεπόμενη από το εν προκειμένω άρθρο ιδιότητα που να της επιτρέπει να αιτηθεί την επαναφορά της CBS, με κάθε σεβασμό δεν με βρίσκει σύμφωνο. Στη βάση της εκδοχής της ίδιας της Ενάγουσας ότι η CBS, μαζί με τρίτους, ενήργησε δόλια, στο πλαίσιο απατηλού σχεδίου, ώστε να προκύψουν παράνομες αξιώσεις εναντίον της (της Ενάγουσας), τις οποίες αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μέσω δικαστικών διαδικασιών, η CBS είναι υπόλογη στην Ενάγουσα για κάθε σχετική οικονομική ζημιά που υπέστη, όπως, π.χ. τα έξοδα των ρηθέντων δικαστικών διαδικασιών που προηγήθηκαν[6] της διαγραφής της CBS και, κατά συνέπεια, η Ενάγουσα, στη βάση, τουλάχιστον αυτής της θεώρησης, δύναται να αιτηθεί την επαναφορά της. Επίσης, ως υπεδείχθη στο πλαίσιο της ανωτέρω νομικής πτυχής που διέπει την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης, σκοπός της αποκάλυψης πρέπει να είναι η χρησιμοποίηση τους σε δικαστικές διαδικασίες που, που, ως η Ενάγουσα διατείνεται, επιθυμεί να καταχωρήσει εναντίον των αδικοπραγούντων και όχι η αλίευση μαρτυρίας για σκοπούς ικανοποίησης περιέργειας ή με αλλότρια κίνητρα. Στην προκειμένη περίπτωση, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, η Ενάγουσα δεν με έχει πείσει ότι επιδιώκει την αποκάλυψη των επιζητούμενων πληροφοριών και εγγράφων για τους λόγους που αναφέρει, αλλά για άλλους λόγους. Ως υποδείχθηκε και στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, κατά την Ενάγουσα, οι επιζητούμενες πληροφορίες και έγγραφα σκοπό έχουν να χρησιμοποιηθούν σε αστικές διαδικασίες που σκοπεύει να καταχωρήσει εναντίον όλων των προσώπων που έλαβαν μέρος στην εναντίον της κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία. Ωστόσο, ως αβίαστα, κατά την γνώμη μου, προκύπτει από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, δεν φαίνεται να είναι τέτοια η περίπτωση. Ως η ίδια η Ενάγουσα προβάλει, γνώστης του περιεχομένου των επίδικων αξιών έγινε τον Νοέμβριο του 2016 μέσω της σχετικής επιστολής που της απέστειλε η Filippova. Κατά συνέπεια, από τότε, τουλάχιστον - αν όχι από το 2001 και ή 2003, στο πλαίσιο των Ρωσικών δικαστικών διαδικασιών με αντίδικό της τη CBS, γνώριζε περί της εναντίον της αδικοπραξίας, και μπορούσε να αναζητήσει πληροφορίες σε σχέση με τα πρόσωπα που αποτέλεσαν μέρος της εν λόγω αδικοπραξίας. Εντούτοις, η Ενάγουσα επέλεξε να παραμείνει απαθής επί τούτου, και να περιοριστεί, απλώς, στην αντιμετώπιση των εναντίον της Ρωσικών δικαστικών διαδικασιών, και αποφάσισε να προωθήσει την παρούσα διαδικασία μόλις το 2023, όταν και εφόσον η Filippova, μέσω του οικονομικού διευθυντή της, κίνησε τη δικαστική διαδικασία, εναντίον της, στη Ρωσία για αποζημιώσεις. Στη βάση όλων αυτών των δεδομένων, προκύπτει αβίαστα ότι η πρόθεση της Ενάγουσας δεν είναι να λάβει τις επιζητούμενες πληροφορίες και έγγραφα με σκοπό, ως διατείνεται, να καταχωρήσει δικαστικές διαδικασίες εναντίον των προσώπων που έλαβαν μέρος στην εναντίον της αδικοπραξία, το υπαρκτό της οποία γνώριζε τουλάχιστον από το 2003[7], ανεξάρτητα από το αν γνώριζε η όχι, ως διατείνεται, το περιεχόμενο των επιδίκων αξιών, αλλά για άλλο σκοπό. Είμαι, εν προκειμένω, της γνώμης ότι, για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, η Ενάγουσα, μάλλον για ικανοποίηση της περιέργειας της ή για άλλο από τι διατείνεται σκοπό, προωθεί την παρούσα αίτηση. Και εξηγώ. Πως είναι δυνατόν η Ενάγουσα να υποστηρίζει ότι χρειάζεται τα επιζητούμενα έγγραφα και πληροφορίες με σκοπό να κινήσει αστικές διαδικασίες εναντίον των αδικοπραγησάντων, και την ίδια στιγμή, αφενός να δηλώνει (μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων της) ότι δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά σε σχέση με τις επίδικες αξίες; Στο ίδιο μήκος κύματος, πως είναι δυνατόν να προβάλλει τον ανωτέρω σκοπό για την αναζήτηση των εν προκειμένω εγγράφων και πληροφοριών, και την ίδια στιγμή να επικαλείται έντονα την εφαρμογή του δεδικασμένου; Αν όντως οι επίδικες αξίες έχουν κριθεί δικαστικώς και αμετακλήτως ως άκυρες, και κατά συνέπεια τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, και, επιπροσθέτως, η Ενάγουσα δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά (ως διατείνεται στη αγόρευση των συνηγόρων της προς υποστήριξη της θέσης ότι δεν νομιμοποιείται να αιτηθεί την επαναφορά της CBS), σε τι θα εξυπηρετήσει η όποια μελλοντική καταχώρηση αστικής διαδικασίας εναντίον των όποιων αδικοπραγησάντων; Με δεδομένη τη θέση της ότι όλες οι αξίες, περιλαμβανομένων και των επίδικων, έχουν ήδη κριθεί, αμετακλήτως, άκυρες και, κατά συνέπεια, μη επιφέρουσες έννομα αποτελέσματα, ούτε η αναζήτηση σχετικής διακηρυκτικής απόφασης μέσω νέας δικαστικής διαδικασίας έχει να προσφέρει κάτι. Και κάτι ακόμα. Ο Eναγόμενος 2, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, προβάλλει επίσης, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί (δεν αντεξετάστηκε, ούτε προβάλλεται κάτι διαφορετικό μέσω του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση), ότι δεν κατέχει τις επιζητούμενες πληροφορίες και/ή έγγραφα, τόσο ως κύρια θέση του, όσο και γιατί δεν έχει την οποιαδήποτε πρόσβαση στη CBS, αφενός εν όψει της διαγραφής της και αφετέρου καθότι ο ίδιος δεν διατηρεί πλέον την ιδιότητα του γραμματέα ή η Εναγόμενη 1 την ιδιότητα του διευθυντή. Τίποτα από πλευράς της Ενάγουσας δεν έχει παρουσιαστεί που να αναιρεί τη θέση αυτή του Eναγόμενου 2 ή που να θέλει τούτον ή/και την Eναγόμενη 1 να κατέχουν, προσωπικά, τις επιζητούμενες πληροφορίες και ή έγγραφα. Εν ολίγοις, τίποτα, υπό μορφή μαρτυρίας, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ως εξάλλου αναφέρθηκε και ανωτέρω, που να θέλει οιονδήποτε εκ των Εναγομένων 1 και 2 να έχει προσωπική γνώση των επιζητούμενων πληροφοριών ή προσωπικά να κατέχει τα επιζητούμενα έγγραφα, ή, τέλος, να έχει ανάμειξη στην κατ' ισχυρισμό εναντίον της αδικοπραξία. Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι, η θέση των Εναγομένων 1 και 2 ότι κατείχαν τις θέσεις αξιωματούχου της CBS ως παροχείς εταιρικών υπηρεσιών και όχι ως πρόσωπα που πραγματικά είχαν υπό τον έλεγχο τους την εν λόγω εταιρεία, όχι απλά δεν αμφισβητείται από πλευράς της Ενάγουσας, αλλά υποστηρίζεται και από την ίδια την μαρτυρία που προσκόμισε η τελευταία. Κατά συνέπεια, το δεδομένο αυτό έχει καταλυτική σημασία επί της κρίσης αναφορικά με το πειστικό ή μη, αφενός της θέσης των Εναγομένων 1 και 2 ότι δεν κατέχουν τα επιζητούμενα έγγραφα ή είναι γνώστες των επιζητούμενων πληροφοριών και αφετέρου της αντίστοιχης θέσης της Ενάγουσας ότι είναι σε θέση να τα παράσχουν. Εν πάση περιπτώσει, το καταλυτικό, για την κρίση επί του ζητουμένου, του γεγονότος ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατείχαν θέση αξιωματούχου στην CBS ως παροχείς εταιρικών υπηρεσιών και μόνο, και όχι ως πρόσωπα που είχαν υπό τον πλήρη έλεγχο τους τούτη, φαίνεται να συμμερίζεται και η Ενάγουσα, αφού, η αγωγή και η αίτηση αναφορικά με τον Εναγόμενο 3, ο οποίος ήταν, υπό τις ίδιες περιστάσεις, αξιωματούχος της Viktosa, αποσύρθηκε στη βάση απλά ένορκης δήλωσης του ότι δεν κατέχει ή γνωρίζει τα επιζητούμενα έγγραφα και πληροφορίες. Πως συμβαδίζει η ανωτέρω απόσυρση για τον Εναγόμενο 3, με τα συναφή επιχειρήματα των συνηγόρων της Ενάγουσας που θέλουν έναν πρώην αξιωματούχο μιας εταιρείας να είναι τουλάχιστον γνώστης των πληροφοριών υπό τις οποίες η εν λόγω εταιρεία απέκτησε ή εκχώρησε δικαιώματα επί των επιδίκων αξιών; Γιατί δεν επιστρατεύθηκε το ίδιο επιχείρημα αναφορικά με τον Εναγόμενο 3, και η παρούσα διαδικασία αποσύρθηκε σε σχέση με αυτόν; Ένας άλλος λόγος για τον οποίο κρίνω ότι η επίδικη αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, και τούτο αναφορικά με το διάταγμα φίμωσης που εκδόθηκε μονομερώς, είναι και το ότι, η Ενάγουσα, στην προσπάθειά της να πείσει ότι η CBS, η Viktosa και η Filippova ενήργησαν σε συνεννόηση και δολίως με σκοπό να την εξαπατήσουν, παρουσίασε μια εικόνα που τη βάσισε σε μια θεώρηση, η οποία, ωστόσο, θεώρηση, με απλή, εύλογη, έρευνα, θα διαφαινόταν ότι δεν ήταν ορθή. Έρευνα, την οποία, είτε δεν έκανε, ενώ η λογική επέβαλλε να γίνει, είτε έκανε και δεν αποκάλυψε το αποτέλεσμά της. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι, στη βάση των όσων διατείνεται η Ενάγουσα, το γεγονός ότι για να καταλήξουν οι επίδικες αξίες από την CBS στην Filippova, μεσολάβησε η ενδιάμεση εκχώρησή τους στη Viktosa, το ενημερώθηκε από πληροφόρηση που έλαβε μέσω των Ρωσικών δικαστικών διαδικασιών του 2001 και 2003, χωρίς ποτέ, μέχρι και σήμερα, να έχει την όποια άλλη πληροφόρηση που να θέλει τις δύο Κυπριακές εταιρείες να σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο, είτε μεταξύ τους είτε με την Filippova, πέραν του γεγονότος ότι, κατά συγκεκριμένα χρονικά σημεία, φέρονταν ως δικαιούχοι των επίδικων αξιών. Εν ολίγοις, αγνοεί, ως ισχυρίζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες οι επίδικες αξίες εκχωρήθηκαν, αρχικώς από την CBS στην Viktosa και, ακολούθως, από την τελευταία στην Filippova. Δεδομένης αυτής της άγνοιας, δεν θα μπορούσε, πειστικά, η Ενάγουσα να ισχυριστεί ότι οι τρείς τους ενήργησαν σε συνεννόηση για να την εξαπατήσουν. Με σκοπό να υπερσκελίσει την αδυναμία της αυτή, επικαλέστηκε το γεγονός ότι οι δυο Κυπριακές εταιρείες διαγράφηκαν από τον Έφορο Εταιρειών την ίδια ημέρα, και λίγες μέρες μετά η Filippova παρουσιάστηκε ως δικαιούχος των επίδικων αξιών, προωθώντας, επιπροσθέτως, την θέση ότι η εν προκειμένω διαγραφή ενδεχομένως να είναι το αποτέλεσμα σχετικών αιτημάτων που υπέβαλαν οι ίδιες οι Κυπριακές εταιρείες στον Έφορο Εταιρειών στο πλαίσιο του απατηλού σχεδίου τους, ώστε, ακολούθως, να παρουσιαστεί η Filippova - πρόσωπο που δεν γνώριζε περί των Ρωσικών δικαστικών κρίσεων ως προς την ακυρότητα των επίδικων αξιών (κάτι που γνώριζαν οι Κυπριακές εταιρείες) - και να προωθήσει σχετική απαίτηση εναντίον της (βλ. παράγραφο 50 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση). Είναι εμφανές ότι η ουσιαστικότερη βάση της θεώρησης αυτής της Ενάγουσας εδράζεται στο γεγονός της ταυτόχρονης διαγραφής από τον Έφορο Εταιρειών των δυο Κυπριακών εταιρειών και της νομικής εξουσίας των τελευταίων να επιτύχουν την διαγραφή τους μέσω σχετικού αιτήματος τους, εξουσία που η Ενάγουσα αφήνει να νοηθεί ότι οι εταιρείες ίσως άσκησαν. Στη βάση, ωστόσο, της σχετικής, αναντίλεκτης και πλήρως πειστικής, μαρτυρίας που παρουσίασαν οι Εναγόμενοι, η διαγραφή των δυο εταιρειών, ή τουλάχιστον της CBS, αφενός δεν ήταν το αποτέλεσμα υποβολής δικού της σχετικού αιτήματος, και αφετέρου τούτη (η διαγραφή) δεν σχετίζεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Στην ουσία, ως προκύπτει από την σχετική μαρτυρία των Εναγομένων, στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων του, ο Έφορος Εταιρειών, εντός της ίδιας ημέρας, προέβη, στη βάση των σχετικών προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, σε μαζική διαγραφή 72.000 και πλέον Κυπριακών εταιρειών, οι οποίες, προφανώς, ενήργησαν κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας, γεγονός που οδήγησε στην διαγραφή τους, κάτι το οποίο, με εύλογη και μόνο έρευνα από πλευράς της Ενάγουσας, μπορούσε, ευκόλως, να διαφανεί. Εντούτοις, η Ενάγουσα, μη προβαίνοντας σε αυτήν την εύλογη έρευνα, προχώρησε να προσδώσει στο γεγονός της ταυτόχρονης διαγραφής των δύο εταιρειών την ίδια ημέρα, αιτιώδη συνάφεια με την κατ' ισχυρισμό εναντίον της αδικοπραξία. Συναφές είναι και το γεγονός ότι, στη βάση της μαρτυρίας της ίδιας της Ενάγουσας, η Viktosa εκχώρησε τις επίδικες αξίες στην Filippova το 2014, αρκετό καιρό, δηλαδή, πριν την ημέρα διαγραφής των Κυπριακών εταιρειών, την οποία ημέρα (διαγραφής) η Ενάγουσα παρουσιάζει ως ορόσημο προς επίρρωση της ανωτέρω θεώρησης της. Με δεδομένη την θέση της Ενάγουσας ότι η Filippova παρουσιάζεται ως πρόσωπο που, συνεπεία της μη μέχρι τότε, σχετικής, ανάμειξής της, δεν ήταν γνώστης των Ρωσικών δικαστικών κρίσεων του 2001 και 2003, ποιο θα ήταν το πρόβλημα να προωθούσε το αίτημα της προς την Ενάγουσα σε σχέση με τις επίδικες αξίες σε οποιονδήποτε χρόνο πριν και άσχετα με την διαγραφή των Κυπριακών εταιρειών; Σε τι θα εξυπηρετούσε την Filippova η προγενέστερη, της όποιας απαίτησής της, διαγραφή των Κυπριακών εταιρειών, δεδομένης και της έτερης, και ορθής κατά τη γνώμη μου, θέσης της Ενάγουσας ότι μια διαγραμμένη εταιρεία δεν λογίζεται ως διαλυθείσα ή ανυπόστατη; Αν το Δικαστήριο γνώριζε κατά το στάδιο της μονομερούς εξέτασης της αίτησης ότι η διαγραφή των δύο Κυπριακών εταιρειών έγινε υπό τις ανωτέρω συνθήκες, αυτό θα αποτελούσε, σίγουρα, ουσιώδες γεγονός, που θα συνυπολογιζόταν κατά τη διεργασία του ως προς το κατά πόσο θα εξέδιδε το διάταγμα φίμωσης, δεδομένης της ανωτέρω αναφερόμενης σημαντικότητας του γεγονότος αυτού στην όλη θεώρηση περί σχεδιασμένης ανάμειξης των τριών αυτών προσώπων (CBS, Viktosa και Filippova) στη εναντίον της κατ' ισχυρισμό, αδικοπραξία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια η επίδικη αίτηση απορρίπτεται. Καθίσταται έκδηλο ότι, συνέπεια της κατάληξης αυτής, το διάταγμα φίμωσης ακυρώνεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο γιατί να αποκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ των Eναγόμενων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η αγωγή σε σχέση με τον Eναγόμενο 3, εναντίον του οποίου επιζητούντο οι ίδιες θεραπείες, έχει αποσυρθεί, μετά που τούτος καταχώρησε ένορκη δήλωση μέσω της οποίας ανέφερε ότι δεν κατέχει τα οποιαδήποτε επιζητούμενα έγγραφα ή πληροφορίες. [2] Καταχωρήθηκε, κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, με ίδια ομνύουσα, και συμπληρωματική ένορκη δήλωση για σκοπούς επισύναψης της πρώτης σελίδας ενός τεκμηρίου της αρχικής ένορκης δήλωσής της, η οποία (σελίδα), εκ λάθους, δεν αποτέλεσε μέρος του εν λόγω τεκμηρίου. [3] Βλέπε παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση. [4] Ακολούθησαν και άλλες σχετικές προσπάθειες. [5] Ο οποίος διορίστηκε από Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας, τον Σεπτέμβριο του 2019, κατόπιν κήρυξής της σε πτωχεύσασα. [6] βλ. άρθρο 327.7(α) του Κεφ. 113. [7] Επαναλαμβάνεται ότι αντίδικός της στις εν λόγω διαδικασίες ήταν και η CBS. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο