Alpha Panareti Public Limited κ.α. ν. Αντώνης Βασιλείου κ.α., Αρ. Αγωγής:454/2024, 7/6/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής:454/2024 Alpha Panareti Public Limited The Sunset Boulevard Tourist and Estate Company Limited Ενάγοντες -και- Αντώνης Βασιλείου Sky Cac Limited Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης Εναγομένων Ημερομηνία: 7 Ιουνίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. κ. Αλεξάνδρου με κα. Αλεξάνδρου, κ. Κασσιανής με κα. Βασιλείου, και κ. Βορκάς Για Εναγόμενο 1: κ. Πανάγος με κα. Γεωργίου Ενδιάμεση Απόφαση Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, οι Ενάγουσες εταιρείες (στο εξής «οι Ενάγουσες») επιζητούν διάφορες θεραπείες, με σκοπό, στην ουσία, να διακηρυχθεί ο διορισμός του Εναγόμενου 1, από την Εναγόμενη 2, ως Παραλήπτης/Διαχειριστής τους, παράνομος, και, κατ' επέκταση να του απαγορεύεται να ενεργεί εκ μέρους τους. Το μονομερές διάταγμα που εξασφάλισαν οι Ενάγουσες Μαζί με την αγωγή, οι Ενάγουσες καταχώρισαν και μονομερή αίτηση, μέσω της οποίας επιζητούσαν την έκδοση αριθμού προσωρινών διαταγμάτων, εκ των οποίων κάποια ήταν προστατευτικού χαρακτήρα. Πριν την εξέταση της αίτησης, οι συνήγοροι των Εναγουσών ζήτησαν και έλαβαν άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς περαιτέρω υποστήριξή της. Κατά την τελευταία τέτοια ενέργειά τους (στις 21.05.2024), το σχετικό, εγκριθέν αίτημά τους, είχε τεθεί ως εξής: «Ζητώ άδεια για καταχώρηση επιπρόσθετης Συμπληρωματικής Ε/Σ προς περαιτέρω υποστήριξης της αίτησης, ώστε να τεθεί ενώπιον του Δ/ριου με μεγαλύτερη λεπτομέρεια και σχετικά τεκμήρια η θέση των Εναγόντων περί επικείμενου κίνδυνου, ο Εναγόμενος 1 να επικαλεστεί την ιδιότητα του παραλήπτη διαχειριστή των Εναγόντων και να ανατρέψει την πορεία των εκκρεμουσών Δικαστικών διαδικασιών που αναφέρονται στο μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση ή να καταχωρήσει νέες δικαστικές διαδικασίες με τέτοιο σκοπό.» Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία της μονομερούς αίτησης των Εναγουσών, που έλαβε χώρα την επόμενη δικάσιμο (στις 24.05.2024), πριν την επί της ουσίας εξέτασή της, ο συνήγορος που εκπροσωπούσε τούτες προέβη στην εξής δήλωση: «Κύριε πρόεδρε δεν σκοπεύουμε να προωθήσουμε την αίτηση για όλα τα εκεί αναφερόμενα αιτητικά. Θεωρούμε ότι μονομερώς μπορεί να εκδοθεί διάταγμα με το οποίο, στην ουσία, να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1, ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο δυνατό να διοριστεί ως παραλήπτης διαχειριστής των εναγουσών 1 και 2 από το να επικαλείται την εν λόγω ιδιότητα και να επεμβαίνει στην εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες οι οποίες αφορούν την επίδικη διαφορά των εναγουσών με την Alpha Bank και των λοιπών εταιρειών τις οποίες, επίσης, γίνεται αναφορά στο μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την αίτηση. Κατά συνέπεια ζητούμε από το Δικαστήριο να εκδώσει μονομερώς, τέτοιο διάταγμα, το οποίο, στην ουσία, επιζητείται από τον συνδυασμό τριών εκ των αιτούμενων διαταγμάτων επί της αίτησης, και κάθε άλλη αιτούμενη θεραπεία εγκαταλείπεται.» Το Δικαστήριο, στη βάση της ανωτέρω δήλωσης του συνηγόρου των Εναγουσών, και αφού μελέτησε την αίτηση και όλο το μαρτυρικό υλικό που την υποστήριζε, αποφάσισε ότι δικαιολογείτο η έκδοση συγκεκριμένου διατάγματος, και ακολούθως, εξέδωσε, στη βάση της θεώρησης αυτής, το εξής μονομερές διάταγμα (στο εξής το «το διάταγμα»): «Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1 και σε οποιοδήποτε Παραλήπτη/Διαχειριστή των Εναγουσών 1 και 2 Εταιρειών, ο οποίος θα διοριστεί ως τέτοιος από την Sky Cac Limited, από του να εμφανίζεται και/ή παρουσιάζεται εκ μέρους και δια λογαριασμό των Εναγουσών 1 και 2 Εταιρειών στις εκκρεμούσες διαδικασίες και συγκεκριμένα στην Αίτηση Παραμερισμού ημερομηνίας 03/02/2023 της Εταιρικής Αίτησης αρ. 655/2023 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην Αίτηση Παραμερισμού ημερομηνίας 16/02/2023 της Εταιρικής Αίτησης αρ. 645/2022 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην Αίτηση Παραμερισμού ημερομηνίας 14/03/2023 της Εταιρικής Αίτησης αρ. 1004/2021 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην Αγωγή 365/2023 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Αγωγή 56/2024 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Αγωγή 7/2023 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Αγωγή 416/2022 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Αγωγή 1017/2023 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Προσφυγή αρ. 1892/2022 του Διοικητικού Δικαστηρίου και Προσφυγή αρ. 157/2024 του Διοικητικού Δικαστηρίου και να καταχωρίζει οποιαδήποτε Αγωγή και/ή νομική διαδικασία με σκοπό να επηρεάσει των χειρισμό από πλευράς των Εναγουσών των ανωτέρω εκκρεμουσών διαδικασιών μέχρι εκδίκασης και αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η επίδικη αίτηση Όταν ο Εναγόμενος 1 ενημερώθηκε για την έκδοση του ανωτέρω διατάγματος, καταχώρισε, μονομερώς, την επίδικη αίτηση με την οποία, στην ουσία, ζητούσε όπως το Δικαστήριο διαφοροποιήσει και/ή ακυρώσει τούτο στη βάση, μεταξύ άλλων, της θέσης ότι το λεκτικό του δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική πρόθεση, τόσο των Εναγουσών όσο και του Δικαστηρίου. Δεν χρειάζεται, στο σημείο αυτό, να καταγράψω τα όσα ο Εναγόμενος 1 αιτιάται στην επίδικη αίτησή του για σκοπούς απόδοσης της αιτούμενης θεραπείας, καθότι, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, τα επίδικα για αυτήν ζητήματα έχουν περιοριστεί κατά πολύ. Κατά την πρώτη εμφάνιση της επίδικης αίτησης, οι συνήγοροι των Εναγουσών, αφού ενημερώθηκαν για την εκκρεμότητά της, εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δήλωσαν ότι δεν θα επικαλεστούν το περιεχόμενο του διατάγματος ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στο πλαίσιο της αγωγής 56/2024[1], μέχρι και την εκεί καταχώρηση των αγορεύσεων από πλευράς του Εναγόμενου 1 (Ενάγοντας στην αγωγή 56/2024, υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής/Παραλήπτης των εδώ Εναγουσών, με Εναγόμενους τους διευθύνοντες συμβούλους των εδώ Εναγουσών) στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησής του που εκκρεμεί για ακρόαση στις 11.06.2024. Στη βάση της δέσμευσης αυτής, οι συνήγοροι των Εναγουσών ζήτησαν χρόνο να καταχωρήσουν ένσταση στην επίδικη αίτηση και να οριστεί τούτη για ακρόαση. Εν όψει των ανωτέρω, ο συνήγορος του Εναγόμενου 1 αποδέχθηκε την εισήγησή τους, και το Δικαστήριο όρισε την επίδικη αίτηση για ακρόαση στις 04.06.2024, δίδοντας οδηγίες όπως η ένσταση των Εναγουσών καταχωρηθεί μέχρι και τις 03.06.2024, πράγμα το οποίο και έγινε. Ακροαματική διαδικασία - Περιορισμός επίδικων ζητημάτων Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία της επίδικης αίτησης, ο συνήγορος του Εναγόμενου 1 περιόρισε την εμβέλειά της εις τρόπο που να επιδιώκεται, μέσω της, πλέον, μόνο η διαφοροποίηση του διατάγματος και όχι η ακύρωσή του, και επιφύλαξε το δικαίωμά του να ζητήσει την όποια ακύρωσή του, είτε μέσω της ενστάσεως που θα καταχωρήσει στη μονομερή αίτηση των Εναγουσών, είτε μέσω άλλης διαδικασίας. Από πλευράς των Εναγουσών, ο συνήγορός τους δήλωσε ότι, ανεξαρτήτως των αναφερόμενων, στο κυρίως σώμα της ένστασής τους, λόγων για απόρριψη της επίδικης αίτησης, ένας είναι στην ουσία ο λόγος για τον οποίο θεωρούν ότι, επί της ουσίας της τούτη πρέπει να απορριφθεί, και δη ότι το διάταγμα ορθώς εκδόθηκε και το λεκτικό του αντικατοπτρίζει πλήρως την πρόθεση του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο έκδοσής του. Πρόσθεσε, δε, ότι κάθε τι άλλο που αναφέρεται στην ένσταση ή στο μαρτυρικό υλικό που την υποστηρίζει, στον βαθμό που θα κριθεί σχετικό, να εκληφθεί από το Δικαστήριο ως επικουρικό του μόνου ανωτέρω αναφερόμενου λόγου ένστασης. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι, ανεξαρτήτως του κατά πόσο το λεκτικό του διατάγματος αντικατοπτρίζει την πρόθεση του Δικαστηρίου, η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και επί το ότι το μαρτυρικό υλικό που την υποστηρίζει δεν πληροί τις προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, ανάφερε ότι οι πρόνοιες του Μέρους 23.14 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, επί του οποίου, μεταξύ άλλων, εδράζεται η επίδικη αίτηση, θα πρέπει να ερμηνευθούν στη βάση των όσων αποφασίστηκαν από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με τις πρόνοιες της παλιάς Διαταγής 48 θεσμός 11, και κατά συνέπεια, θα έπρεπε ο Εναγόμενος να παρουσιάσει μαρτυρία που να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις, που νομολογιακώς, αναγνωρίστηκαν ως αναγκαίες για σκοπούς απόδοσης θεραπείας στη βάση της πιο πάνω Διαταγής, κάτι, που κατά τον ίδιο, δεν κατάφερε να πράξει ο Εναγόμενος 1. Από την άλλη, είναι η θέση του Εναγόμενου 1 ότι το λεκτικό του διατάγματος δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική πρόθεση των Εναγουσών και του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο έκδοσής του, με αποτέλεσμα τούτο να του απαγορεύει εμφάνιση και χειρισμό της Αγωγής 56/2024 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, κάτι, που κατά τον Εναγόμενο 1, δεν αποτελούσε πρόθεση, όχι μόνο του Δικαστηρίου, αλλά και των ίδιων των Εναγουσών, ως αυτό εξάγεται από τις τοποθετήσεις των αντιπροσώπων τους ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της μονομερούς αίτησής τους. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι ο συνήγορος του Εναγομένου 1, περιόρισε, έτι περισσότερο, την εμβέλεια της επίδικης αίτησης, ώστε η επιζητούμενη διαφοροποίηση του διατάγματος, να αφορά μόνο την αγωγή 56/2024 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, και όχι οποιαδήποτε άλλη εκκρεμούσα διαδικασία στην οποία γίνεται αναφορά σε αυτή. Η επίδικη αίτηση εδράζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), και, μεταξύ άλλων, στα Μέρη 1, 3, 23 (με ειδική αναφορά στο Μέρος 23.14), και 38 (με ειδική αναφορά στο Μέρος 38.5) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «οι Κανονισμοί του 2023») και στη συμφυή εξουσία και πάγια πρακτική του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προβλέπει: 32.-(Α1) [.]
(1)Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει απαγορευτικό, ενδιάμεσο, διηνεκές, ή προστακτικό διάταγμα ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, παρόλο που δεν αξιώνεται ή χορηγείται μαζί με αυτό οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία: [.]
(2)Οιovδήπoτε ενδιάμεσο διάταγμα, εκδoθέv συμφώvως τω εδαφίω
(1), δύvαται vα εκδoθή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις ως τo δικαστήριov θεωρεί δίκαιov, και τo δικαστήριov δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, επί απoδείξει ευλόγoυ αιτίας, vα ακυρώση ή τρoπoπoιήση oιovδήπoτε τoιoύτov διάταγμα. Το Μέρος 3.1 των Κανονισμών του 2023 προνοεί ότι: «3.1. Οι γενικές εξουσίες του δικαστηρίου
(1)Ο κατάλογος εξουσιών στον παρόντα κανονισμό είναι πρόσθετος οποιωνδήποτε εξουσιών παρέχονται στο δικαστήριο από οποιονδήποτε άλλο κανονισμό ή οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία ή οποιεσδήποτε εξουσίες δυνατόν αυτό να διαθέτει διαφορετικά.
(2)Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στους παρόντες κανονισμούς, το δικαστήριο δύναται: [.] (μ) να πραγματοποιεί οποιοδήποτε άλλο βήμα ή να εκδίδει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα με σκοπό τη διαχείριση της υπόθεσης και την προαγωγή του πρωταρχικού σκοπού, περιλαμβανομένης της υλοποίησης ενεργειών με στόχο την υποβοήθηση των διαδίκων στη διευθέτηση της υπόθεσης.
(3)Όταν το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα, δύναται: [.]
(8)Η εξουσία του δικαστηρίου, δυνάμει των παρόντων κανονισμών προς έκδοση διατάγματος περιλαμβάνει και εξουσία διαφοροποίησης, παραμερισμού ή ακύρωσης του διατάγματος. Το Μέρος 23.14 των ανωτέρω Κανονισμών, προνοεί: «23.14. Αίτηση παραμερισμού ή διαφοροποίησης διατάγματος το οποίο εκδίδεται χωρίς ειδοποίηση
(1)Οποιοσδήποτε διάδικος ή πρόσωπο επηρεάζεται από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε σε αίτηση η οποία δεν του επιδόθηκε πριν από την έκδοση του διατάγματος, δύναται να αιτηθεί τον παραμερισμό ή τη διαφοροποίηση του διατάγματος.»[2] Το Μέρος 38.5 των ανωτέρω Κανονισμών, προνοεί: «38.5. Διόρθωση σφαλμάτων σε αποφάσεις και διατάγματα
(1)Το δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθώσει τυχαίο λάθος ή παράλειψη σε απόφαση ή διάταγμα.
(2)Διάδικος δύναται να αιτηθεί τη διόρθωση χωρίς ειδοποίηση.» Η παλιά Διαταγή 25, θεσμός 6 προνοεί: «6. Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.» Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω νομοθετικές πρόνοιες, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας, μεταξύ άλλων, να διαφοροποιεί ή τροποποιεί διατάγματα που εκδίδει, καθώς επίσης και διάδικος, ο οποίος επηρεάζεται από εκδοθέν διάταγμα, δύναται να αιτηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, τη διαφοροποίηση του. Μολονότι τέτοια δυνατότητα παρέχεται, τόσο από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, όσο και από τα Μέρη 3 και 23.14 των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας του 2023, στη βάση του λόγου που προβάλλει ο Εναγόμενος 1 για σκοπούς έγκρισης της επίδικης αίτησης, κρίνω ότι τούτη θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση των προνοιών του Μέρους 38.5 των Κανονισμών του 2023, αφού, στην ουσία, εκείνο που προτάσσει είναι ότι το διάταγμα χρήζει διαφοροποίησης λόγω λάθους ή σφάλματος του Δικαστηρίου που το έκδωσε, και δη ότι το τελευταίο απέτυχε, κατά τη σύνταξή του, να διατυπώσει τούτο εις τρόπο που να είναι εναρμονισμένος ο λόγος του με την έκδηλη πρόθεσή του. Έχοντας υπόψη ότι οι πρόνοιες του Μέρους 38.5 των Κανονισμών του 2023 προσομοιάζουν, επί του προκειμένου, με τις πρόνοιες της παλιάς Διαταγής 25, θ.6, κρίνω ότι μπορώ να καθοδηγηθώ από τη σχετική με αυτή νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και την Αγγλική νομολογία επί του αντίστοιχου παλαιού αγγλικού θεσμού. Στην υπόθεση E.G. Falekkos Ltd v. Reana Manufactures Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 443 υποδείχθηκε ότι: «.τα λάθη ή παραλείψεις που καλύπτονται στη Δ.25 θ.6 έχουν αναφορά όχι στην ουσία αλλά στη διατύπωση της απόφασης και οι προβλεπόμενες διορθώσεις επιδιώκουν να την εναρμονίσουν με την πραγματική πρόθεση της. Όπως υπεδείχθη από το Δικαστή Πική (ως ήτο τότε) στην υπόθεση Koumi v. Republic
(1987)3 C.L.R. 1519 στη σελ. 1522, μετά από αναφορά και στην αντίστοιχη αγγλική νομολογία: "A clerical error in this context is one arising from failure on the part of the framer to give effect by the employment of the appropriate word or phrase to his objectively manifest intention." Kαι στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 664 στη σελ. 668: "Γραμματικό είναι το λάθος το οποίο ανάγεται αποκλειστικά στην διατύπωση σε αντίθεση με την διαμόρφωση των θέσεων του διαδίκου και αποβλέπει στον εναρμονισμό του λόγου με την έκδηλη πρόθεση." Η άποψη αυτή βεβαιώνεται και στην υπόθεση Sofocli v. Leonidou
(1989)1 C.L.R. 581, στο επίπεδο Εφετείου, στην οποία ο Δικαστής Πικής, δίδοντας την απόφαση του Δικαστηρίου, παρατήρησε τα ακόλουθα στη σελ. 587, αφού ανασκόπησε εκτενώς την αγγλική και την κυπριακή νομολογία: "... the caselaw is consistent in stressing that the powers of the Court under r.6 of Ord. 25 are confined to the correction of clerical mistakes and errors arising from accidental slips or omissions. The inherent power of the Court to correct errors or omissions is again limited to errors owing to failure to give expression in the order or judgment to the manifest intention of the Court." Περαιτέρω αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Σιβιτανίδης ν. Χαραλάμπους
(1993)1 Α.Α.Δ. 179 όπου και πάλι ο Δικαστής Πικής, δίδοντας την απόφαση του Εφετείου, είπε τα ακόλουθα στη σελ. 184: "Η εξουσία για διόρθωση απόφασης από το ίδιο το δικαστήριο που την εξέδωσε, περιορίζεται σε γραμματικά λάθη και παραλείψεις και έχει ως αντικείμενο την προσαρμογή ατελούς κειμένου στην έκδηλη κατά τα άλλα πρόθεση του δικαστηρίου."» Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι το Μέρος 23.14 των Κανονισμών του 2023, αποτελεί τη νομική βάση που επιτρέπει σε διάδικο να αποταθεί στο Δικαστήριο για, μεταξύ άλλων, να διαφοροποιήσει διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς και τον επηρεάζει, εξ ου και ορθώς περιλήφθηκε στη νομική βάση της επίδικης αίτησης, αφού το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς και τον επηρεάζει. Αυτό, ωστόσο, δεν απαγορεύει σε διάδικο, που κατ' επίκληση του Μέρους 23.14 καταχωρεί αίτηση για διόρθωση μονομερούς διατάγματος που τον επηρεάζει, να θέσει ως έρεισμα για το αίτημα του, πρόνοιες και άλλου διαδικαστικού κανονισμού, όπως, εν προκειμένω, του Μέρους 38.5, οι οποίες, επίσης, παρέχουν δικαίωμα σε διάδικο να αποταθεί στο Δικαστήριο για, μεταξύ άλλων, διαφοροποίηση διατάγματος για τους συγκεκριμένους λόγους που εκεί αναφέρονται. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο που τα αφορά Έχοντας υπόψη το ανωτέρω νομικό πλαίσιο που διέπει την επίδικη αίτηση, και ανακαλώντας στη μνήμη μου τα όσα προηγήθηκαν της έκδοσης του διατάγματος, τα οποία, εν πολλοίς, προκύπτουν και από τις σχετικές τοποθετήσεις του συνηγόρου των Εναγουσών, οι οποίες καταγράφηκαν, ανωτέρω, αυτουσίως, αλλά και τις τοποθετήσεις του κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία της επίδικης αίτησης, εκείνο που, τόσο οι ίδιες οι Ενάγουσες επιθυμούσαν, όσο και το Δικαστήριο είχε πρόθεση να επιτευχθεί διά της εκδόσεως του διατάγματος, ήταν να απαγορευθεί στον Εναγόμενο 1, υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής/Παραλήπτης των Εναγουσών, να επιδιώξει να επέμβει στις εκκρεμούσες διαδικασίες, στις οποίες οι Ενάγουσες εμφανίζονται, είτε ως Ενάγουσες/Αιτήτριες είτε ως Εναγόμενες/Καθ΄ ων η Αίτηση, μέσω δικηγόρων που διορίστηκαν κατόπιν απόφασης των διοικητικών τους συμβουλίων[3], και όχι σε όποια εκκρεμούσα διαδικασία την οποία καταχώρησε, ήδη, ο Εναγόμενος 1 υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστής/Παραλήπτης τους και εκπροσωπείται από δικηγόρο που ο ίδιος διόρισε, ως συμβαίνει με την αγωγή 56/2024 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία, εξάλλου, δεν στρέφεται εναντίον των Εναγουσών. Η δε καταληκτική αναφορά στο διάταγμα «και να καταχωρίζει οποιαδήποτε Αγωγή και/ή νομική διαδικασία με σκοπό να επηρεάσει τον χειρισμό από πλευράς των Εναγουσών των ανωτέρω εκκρεμουσών διαδικασιών μέχρι εκδίκασης και αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αριθμός Αγωγής και/ή μέχρι Διαταγή Δικαστηρίου» σκοπούσε, ακριβώς, να αποτρέψει τον Εναγόμενο 1 να προωθήσει οποιαδήποτε νέα διαδικασία, ενδιάμεση ή μη, με στόχο να εκπροσωπήσει ο ίδιος τις Ενάγουσες στις εκκρεμούσες διαδικασίες που μέχρι σήμερα προωθούν ή υπερασπίζονται μέσω δικηγόρων που διόρισαν τα διοικητικά τους συμβούλια. Είναι πασιφανές, στη βάση των ανωτέρω, ότι το λεκτικό του διατάγματος, ως έχει, σε συμφωνία με τα όσα σχετικά προβάλλει ο Εναγόμενος 1, δεν αντικατοπτρίζει την ξεκάθαρη αυτή πρόθεση του Δικαστηρίου. Τουναντίον, στη βάση του υφιστάμενου λεκτικού, απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1 να εμφανίζεται, μεταξύ άλλων, και στην αγωγή 56/2024 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στην οποία οι Ενάγουσες δεν εκπροσωπούνται από δικηγόρους που διορίστηκαν από τα διοικητικά τους συμβούλια, αλλά από συνήγορους που διόρισε ο ίδιος, και η οποία αγωγή δεν στρέφεται εναντίον των Εναγουσών. Θεωρώ, εν προκειμένω, στη βάση της ανωτέρω κρίσης μου, ότι παρέχεται στο Δικαστήριο η εξουσία να προχωρήσει σε διαφοροποίηση του διατάγματος, ώστε αυτό να αντικατοπτρίζει την ανωτέρω αναφερόμενη σχετική πρόθεσή του. Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο το μονομερές διάταγμα ημερομηνίας 24.05.2024 διαφοροποιείται δια της απαλοιφής από αυτό, της φράσης «Αγωγή 56/2024 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου», και της προσθήκης μετά τη φράση «με σκοπό» και πριν τη φράση «να επηρεάσει», της φράσης «να εμφανιστεί εκ μέρους τους και» καθώς, επίσης, και δια της προσθήκης μετά τη λέξη «διαδικασιών» και πριν τη φράση «μέχρι εκδίκασης και αποπεράτωσης», της επιπρόσθετης φράσης «στο βαθμό που σε αυτές οι Ενάγουσες εκπροσωπούνται από δικηγόρους που διόρισαν τα διοικητικά τους συμβούλια.». Στη βάση της ανωτέρω κρίσης μου, το τελικό κείμενο του διατάγματος, μετά την ανωτέρω διαφοροποίησή του, έχει ως εξής: «Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1 και σε οποιοδήποτε Παραλήπτη / Διαχειριστή των Εναγουσών 1 και 2 Εταιρειών, ο οποίος θα διοριστεί ως τέτοιος από την Sky Cac Limited, από του να εμφανίζεται και/ ή παρουσιάζεται εκ μέρους και δια λογαριασμό των Εναγουσών 1 και 2 Εταιρειών στις εκκρεμούσες διαδικασίες και συγκεκριμένα στην Αίτηση Παραμερισμού ημερομηνίας 03/02/2023 της Εταιρικής Αίτησης αρ. 655/2023 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην Αίτηση Παραμερισμού ημερομηνίας 16/02/2023 της Εταιρικής Αίτησης αρ. 645/2022 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην Αίτηση Παραμερισμού ημερομηνίας 14/03/2023 της Εταιρικής Αίτησης αρ. 1004/2021 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην Αγωγή 365/2023 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Αγωγή 7/2023 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Αγωγή 416/2022 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Αγωγή 1017/2023 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Προσφυγή αρ. 1892/2022 του Διοικητικού Δικαστηρίου και Προσφυγή αρ. 157/2024 του Διοικητικού Δικαστηρίου και να καταχωρίζει οποιαδήποτε Αγωγή και/ή νομική διαδικασία με σκοπό να εμφανιστεί εκ μέρους τους και να επηρεάσει τον χειρισμό από πλευράς των Εναγουσών των ανωτέρω εκκρεμουσών διαδικασιών, στον βαθμό που σε αυτές οι Ενάγουσες εκπροσωπούνται από δικηγόρους που διόρισαν τα διοικητικά τους συμβούλια, μέχρι εκδίκασης και αποπεράτωσής της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.». Κατά συνέπεια η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται το ανωτέρω διάταγμα. Ως προς τα έξοδα της αίτησης δεν έχω κανένα λόγο από το να παρεκκλίνω του κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 1 και εναντίον των Εναγουσών, αλληλέγγυά και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η αγωγή 56/2024 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, περιλαμβάνεται στις εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες που αναφέρονται στο διάταγμα. [2] Στο Μέρος αυτό των Κανονισμών προβλέπονται και οι προθεσμίες εντός των οποίων ο διάδικος που θα επικαλεστεί τις πρόνοιές του θα πρέπει να ενεργήσει, πλην όμως, επειδή ο Εναγόμενος 1 ενήργησε σε συμμόρφωση με τις προθεσμίες αυτές - εξ ου και δεν προωθείται σχετικός λόγος ένστασης -, δεν κρίνεται αναγκαία η εδώ παράθεσή τους. [3] Αναφορά στην οποία προέβη και ο συνήγορος των εναγουσών κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία της επίδικης αίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο