Afaq Aziz Sheikh ν. Eldalot Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 978/2023, 28/2/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 978/2023 (i-Justice) Μεταξύ: Afaq Aziz Sheikh Ενάγοντας -και- Eldalot Limited Lynxcap Holding AG Lynxcap Investments AG Peteris Kadiss Alexander Zwinger LCL Opportunities Luxembourg S.C.S Εναγομένων Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Γ. Καραμανώλης Για Εναγόμενη 1: κ. Α. Παπαντωνίου Ενδιάμεση Απόφαση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ο Ενάγοντας επιζητεί διάφορες διακηρυκτικές αποφάσεις, καθώς επίσης και διατάγματα που σκοπό έχουν να τον αναγνωρίζουν ως αποκλειστικό δικαιούχο των μετοχών, καθώς επίσης και της όποιας περιουσίας της Εναγόμενης 1, και να αποκλείει τόσο την τελευταία όσο και κάθε άλλο Εναγόμενο από το να διαχειρίζεται και/ή να ενεργεί και/ή να εκπροσωπεί την Εναγόμενη
- Επιζητεί επίσης αποζημιώσεις για ζημιές που θεωρεί ότι υπέστη, συνεπεία δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και συνομωσίας των Εναγομένων. Στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, καταχωρήθηκε, στις 28.04.2023 (ημερομηνία που καταχωρήθηκε και η αγωγή), διά κλήσεως αίτηση για εξασφάλιση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία μαζί με την αγωγή επιδόθηκαν στους Εναγόμενους. Όλοι οι Εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης, χωρίς διαμαρτυρία, και κατά τις εμφανίσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω των δικηγόρων τους, ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση στην αίτηση για εξασφάλιση προσωρινών διαταγμάτων. Σε κάποιο στάδιο, προτού καταχωρηθεί η ένστασή τους, στη βάση διαφωνίας των Εναγομένων 1, 2, 3, 5 και 6 με αυτούς, οι συνήγοροί τους ζήτησαν άδεια και αποσύρθηκαν από την εκπροσώπησή τους, και η Εναγόμενη 1, εις αντικατάστασή τους, διόρισε τη δικηγορική εταιρεία που την εκπροσωπεί σήμερα. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι, ως προς τον Εναγόμενο 4, δεν έχει δοθεί σχετική άδεια απόσυρσης των δικηγόρων του, και κατά συνέπεια συνεχίζει να εκπροσωπείται από αυτούς, καθώς επίσης και ότι, για τους Εναγόμενους 2, 3, 5 και 6, μετά την εν προκειμένω απόσυρση, δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε ειδοποίηση/εμφάνιση από άλλο δικηγόρο. Στις 23/01/2024, η Εναγόμενη 1, μέσω των νέων δικηγόρων της, καταχώρησε την επίδικη αίτηση, με την οποία, ως εν τέλει τούτη περιορίστηκε, επιζητεί την αναστολή της διαδικασίας της παρούσας αγωγής λόγω ρήτρας διαιτησίας σε δύο συμφωνίες που συνομολόγησε ο Ενάγοντας με τις Εναγόμενες 1 και/ή 2[1], και διαζευκτικώς, την κρίση του Δικαστηρίου ότι, στη βάση της αρχής του Forum Non?Conveniens, δικαιοδοσία για να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή, έχουν τα Δικαστήρια της Ελλάδας και όχι της Κύπρου. Επιζητούμενη, στην επίδικη αίτηση, θεραπεία, με την οποία επιδιώκετο η απόρριψη της αγωγής λόγω μη αποκάλυψης αιτίας αγωγής, εγκαταλείφθηκε. Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, εκείνο που, στην ουσία, προβάλλεται προς υποστήριξή της είναι ότι, συνεπεία (α) των πανομοιότυπων ρητρών για παραπομπή της όποιας διαφοράς, των συμβαλλομένων στις δύο συμφωνίες, σε διαιτησία σε Διαιτητικό Δικαστήριο στη Λευκωσία και (β) ότι με τις επιζητούμενες, στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, θεραπείες, αυτό που στην ουσία ζητείται από τον Ενάγοντα είναι η ειδική εκτέλεση των συμφωνιών αυτών, το Δικαστήριο οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία της παρούσας αγωγής. Όσο δε αφορά στη διαζευκτική αιτούμενη θεραπεία της επίδικης αίτησης, στη βάση διαφόρων θέσεων του ομνύοντα, για λογαριασμό της Εναγόμενης 1, μεταξύ των οποίων ότι, (α) η διαφορά των διαδίκων αφορά στην αγορά, διαχείριση και πώληση ακινήτου της Εναγόμενης 1 που βρίσκεται στην Ελλάδα, (β) ο τόπος διαμονής των πλείστων μαρτύρων που αναμένεται να καταθέσουν στο πλαίσιο της αγωγής είναι η Ελλάδα και (γ) οι διάδικοι δεν διαμένουν στη Κύπρο, τα Ελληνικά Δικαστήρια αποτελούν, στη βάση της αρχής του Forum Non?Conveniens, τα καταλληλότερα για την εκδίκασή της, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η απόδοση της σχετικής αιτούμενη θεραπείας. Ο Ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην επίδικη αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωσή του. Στη βάση του περιεχομένου της, τούτος ζητά την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής λόγω ρήτρας διαιτησίας για διάφορους λόγους. Συνοπτικά έχουν ως εξής: (α) Ανεξαρτήτως του κατά πόσο το αίτημα για αναστολή της αγωγής λόγω της ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας, εδράζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 ή στο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/1987), η Εναγόμενη 1 απέτυχε, μέσω της μαρτυρίας που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, να προσδιορίσει, ως όφειλε, τη διαφορά των διαδίκων και να την εντάξει εντός της εμβέλειας της ρήτρας διαιτησίας των συμφωνιών, (β) η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη 1, η οποία καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης χωρίς διαμαρτυρία, σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και υπό περιστάσεις που ισοδυναμούν με αποδοχή από πλευράς της υπαγωγής της στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, (γ) η Εναγόμενη 1 δεν απέδειξε ότι ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος του 1987 (Ν.101/1987) τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, (δ) οι συμφωνίες που η Εναγόμενη 1 επικαλείται για σκοπούς υποστήριξης της εν προκειμένω αιτούμενης θεραπείας δεν υπογράφονται από αυτή, παρά μόνο από την Εναγόμενη 2, η οποία δεν προωθεί αίτηση ως η υπό εξέταση, (ε) η επίδικη αίτηση προωθείται καταχρηστικά από την Εναγόμενη 1, με στόχο την καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, αλλά και της αίτησης του Ενάγοντα για εξασφάλιση προσωρινών διαταγμάτων, (στ) η διαφορά των διαδίκων δεν εμπίπτει εντός των ζητημάτων που τα μέρη συμφώνησαν να παραπεμφθούν για επίλυση μέσω διαιτησίας (υποστηρίζεται, προς τούτο, ότι η αγωγή στρέφεται και εναντίον φυσικών και άλλων νομικών προσώπων που δεν είναι συμβαλλόμενοι στις δύο αυτές συμφωνίες, και ότι, σε αυτούς, αλλά και στις Εναγόμενες 1 και 2, ο Ενάγοντας αποδίδει δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και συνομωσία, καθώς επίσης και ότι στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν την όλη διαφορά, τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του εμπιστεύματος, αλλά προκύπτει και διάπραξη αστικών και ποινικών αδικημάτων από πλευράς όλων των Εναγομένων, (ξ) αν αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία στην Εναγόμενη 1, θα προκύψει κατακερματισμός της δίκης επί των επίδικων θεμάτων, κάτι που θα απολήξει σε παραβίαση των δικαιωμάτων του Ενάγοντα, (η) με τυχόν απόδοση της εν προκειμένω θεραπείας, ελλοχεύει ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και (θ) για να είναι δυνατή η απόδοση της εν προκειμένω θεραπείας, θα πρέπει η Αιτήτρια (Εναγόμενη 1) να αποδείξει ότι είναι πρόθυμη και έτοιμη για τη διεξαγωγή της διαιτησίας, κάτι που, κατά τον Ενάγοντα, η πρώτη δεν απέδειξε λόγω απουσίας σχετικής αναφοράς στο μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, στο οποίο, εν αντιθέσει, υποστηρίζεται ότι ο Ενάγοντας δεν αποκαλύπτει ούτε στοιχειοθετεί οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 1, στάση που δεν συμβαδίζει με αποδοχή από πλευράς της τελευταίας ότι υπάρχει ζήτημα προς επίλυση από διαιτητικό δικαστήριο. Όσον αφορά στην επιζητούμενη αναστολή της διαδικασίας της αγωγής λόγω εφαρμογής της αρχής του Forum non-Conveniens, ο Ενάγοντας προβάλλει ότι: (α) η Εναγόμενη 1 δεν αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να μην τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του Forum Non?Conveniens, καθότι τούτη (η αρχή) κρίθηκε ως μη συμβατή με το ισχύον σύστημα Κανόνων Διεθνούς Δικαιοδοσίας και ειδικότερα τον Κανονισμό 1215/12 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012, στη βάση των προνοιών του οποίου επιλέχθηκε το παρόν Δικαστήριο για να καταχωρηθεί η αγωγή, (β) η Εναγόμενη 1 έχει οικειοθελώς αποδεχθεί να υπαχθεί στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, (γ) παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της επίδικης αίτησης και (δ) δεν έχει αποδειχθεί ότι τα Ελληνικά Δικαστήρια αποτελούν καταλληλότερο Forum, για την εκδίκαση της παρουσίας αγωγής, παρά το παρόν Δικαστήριο. Ζητεί, τέλος, ο Ενάγοντας (μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου του), να αγνοηθούν από το Δικαστήριο τα όσα προβάλλονται μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου της Εναγόμενης 1, τα οποία αποτελούν μαρτυρία που θα έπρεπε να τεθεί μέσω της ένορκης δήλωσής που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση. Κρίνεται σημαντικό, στο σημείο αυτό, να υποδειχθεί ότι, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, δεν προβάλλεται κανένας ισχυρισμός εις απάντηση των όσων ο Ενάγοντας αποδίδει στους Εναγόμενους ως προς τις προθέσεις, συμπεριφορά, ενέργειες και παραλείψεις τους, σε αντίθεση με το τι παρατηρείται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, όπου ο Ενάγοντας προωθεί συγκεκριμένους σχετικούς ισχυρισμούς και παραπέμπει προς υποστήριξη σε πλειάδα εγγράφων τα οποία και επισυνάπτει ως τεκμήρια. Συναφώς, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, εκείνο που στην ουσία προβάλλεται είναι ότι, στη βάση των αξιώσεών του Ενάγοντα, ως αυτές εμφαίνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αυτό που ο τελευταίος επιζητεί είναι θεραπείες που "(α)φορούν αποκλειστικά το μετοχικό κεφάλαιο της Αιτήτριας (Εναγόμενη 1) και το δικαίωμα αγοράς Μετοχών ζητήματα τα οποία τα μέρη συμφώνησαν όπως ρυθμίζονται αποκλειστικά από τη συμφωνία Μετόχων[2]. Οι υπόλοιπες του αξιώσεις σχετίζονται και είναι στενά συνυφασμένες με τη συμφωνία Μετόχων...", ότι, "οι σχέσεις των διαδίκων διέπονται αποκλειστικά από τη συμφωνία Μετόχων και συμφωνία κύριου παρόχου υπηρεσιών[3]," και ότι "η παρούσα αγωγή εγείρει ζητήματα και δικαιώματα που αφορούν και απορρέουν και/ή σχετίζονται με τις συμφωνίες, ωστόσο η καταχώρηση της παρακάμπτει την πρόδηλη σαφέστατα και δεδηλωμένη βούληση των μερών για να παραπεμφθεί σε διαιτησία βάσει της ρήτρας διαιτησίας". Οτιδήποτε άλλο προβάλλεται υπό μορφή μαρτυρίας και/ή επιχειρήματος στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, αφορά μόνο στη συνομολόγηση των δύο συμφωνιών, καθώς επίσης και στους όρους τούτων, με ειδικό τονισμό στο περιεχόμενο των ρητρών διαιτησίας και της ανάγκης να τύχουν τούτες σεβασμού, χωρίς να προβάλλονται θέσεις επί των όσων ο Ενάγοντας αποδίδει στους Εναγόμενους, θέσεις οι οποίες ήταν γνωστές στην Εναγόμενη 1, αφού προβάλλονται και προς υποστήριξη της αίτησης για εξασφάλιση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία και της επιδόθηκε πολύ πριν την καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, προβάλλονται, επίσης, και οι λόγοι που, κατά την Εναγόμενη 1, τα Ελληνικά Δικαστήρια αποτελούν καταλληλότερο Forum για εκδίκαση της επίδικης διαφοράς. Νομική πτυχή Πότε πρέπει να καταχωρείται μια αίτηση ως η υπό εξέταση στη βάση των προνοιών του άρθρου 8 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, επί του οποίου εδράζεται η αίτηση; Το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 προνοεί ότι: «
- If any party to an arbitration agreement, or any person claiming through or under him, commences any legal proceedings in any Court against any other party to the arbitration agreement or any person claiming through or under him, in respect of any matter agreed to be referred, any party to such legal proceedings may at any time after appearance, and before delivering any pleadings or taking any other steps in the proceedings, apply to that Court to stay the proceedings, and that Court, if satisfied that there is no sufficient reason why the matter should not be referred in accordance with the arbitration agreement and that the applicant was, at the time when the proceedings were commenced, and still remains, ready and willing to do all things necessary to the proper conduct of the arbitration, may make an order staying the proceedings.» Η επιλογή του Δικαστηρίου να παραθέσει, ανωτέρω, τις πρόνοιες του άρθρου 8, στην αγγλική του μορφή, έγινε λόγω της ανάγκης για παραπομπή στην αγγλική, σχετική με τα επίδικα ζητήματα, νομολογία, στο πλαίσιο της οποίας συζητήθηκαν παρόμοια, με τα επίδικα, ζητήματα, με αναφορά στις πρόνοιες της εκάστοτε αγγλικής νομοθεσίας, οι οποίες ομοιάζουν, κατά πολύ, με τις πρόνοιες του άρθρου 8 ανωτέρω. Προκύπτει αβίαστα από το λεκτικό του άρθρου 8 ανωτέρω, ότι ο νομοθέτης, με τη συμπερίληψη της φράσης «at any time after appearance, and before delivering any pleadings or taking any other steps in the proceedings», επιθυμούσε να επιβάλει περιορισμό σε έναν εναγόμενο που θα επικαλεστεί τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, όχι μόνο σε συνάρτηση με την καταχώρηση του δικογράφου της Υπεράσπισης, αλλά και με τα οποιαδήποτε διαβήματα στα οποία προβαίνει μετά την καταχώρηση της Εμφάνισής του και, προφανώς, πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισής του. Παρόμοια πρόνοια, παρουσίαζε και η σχετική, εκάστοτε, αγγλική νομοθεσία. Και αναφέρομαι στο Arbitration Act 1889, στο Arbitration Act 1950 και στο Arbitration Act
- Τα αγγλικά Δικαστήρια, σε σχέση με το ποια διαβήματα ενός διαδίκου θα μπορούσαν να αποτελέσουν εμπόδιο για την προώθηση μια αίτησης, ως η υπό εξέταση, κατέληξαν στην κρίση ότι, η ενέργεια ενός εναγόμενου να ζητήσει χρόνο για να καταχωρήσει την Υπεράσπισή του, αποτελούσε διάβημα που του στερούσε το δικαίωμα να μπορεί να επικαλεστεί τις πρόνοιες του σχετικού αγγλικού νόμου για αναστολή της διαδικασίας του Δικαστηρίου λόγω ρήτρας παραπομπής των διαφορών των μερών σε διαιτησία (βλέπε Vector Onega A.G. v. Του Πλοίου Μ/V Grivas κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1, Ford's hotel Co. Ltd v. Barlett
(1896)A. C. 1 και Pitchers Ltd v. Plaza (Queensbury) Ltd
(1940)1 All E. R. 151). Αργότερα, σε σχέση πάντα με τη φράση «steps in the proceedings» (η οποία αποτελεί μέρος των προνοιών του άρθρου 4 Arbitration Act 1889, του άρθρου 4 του Arbitration Act 1950 και του άρθρου 1
(1)του Arbitration Act 1975), τα αγγλικά Δικαστήρια, υιοθετώντας, στην ουσία, τα όσα σχετικά λέχθηκαν στις μόλις πιο πάνω αναφερόμενες δύο αγγλικές αποφάσεις, σημείωσαν ότι, ένας εναγόμενος, δύναται να επικαλεστεί τις πρόνοιες του νόμου και να απαιτήσει την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας λόγω ύπαρξης ρήτρας για παραπομπή της διαφοράς των μερών σε διαιτησία, έστω και αν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και προέβη σε οποιαδήποτε διαβήματα μετά την καταχώρηση της εμφάνισης του (περιλαμβανομένου και του αιτήματος για παροχή περαιτέρω χρόνου για καταχώρηση της Υπεράσπισης), νοουμένου, όμως, ότι θα καταστήσει, τουλάχιστον προς τον αντίδικό του, σαφές ότι, το όποιο διάβημά του, προωθείται άνευ βλάβης του δικαιώματος του να αιτηθεί την αναστολή της διαδικασίας. Η μόλις αναφερόμενη κρίση των αγγλικών Δικαστηρίων, βασίστηκε και επί του σχετικού σχολίου του συγγραφέα Merkin (Merkin Arbitration Law), το οποίο έχει ως ακολούθως: «... (e) An act which would otherwise be regarded as a step in the proceedings will not be treated as such if the applicant has specifically stated that he intends to seek a stay», (βλέπε επίσης, Bilta (UK) Limited (in liquidation) v. Muhammad Nazir a.o. [2010] EWHC 1086 (Ch), Capital Investments Ltd v. Radio Design
(2002)1 All E. R (Comm) 514 (CA) και Patel v. Patel
(1999)1 All E. R. (Comm) 923 (CA)). Ούτε η περαιτέρω τροποποίηση του σχετικού αγγλικού νόμου (βλέπε Arbitration Act 1996), όπου τα απαγορευτικά διαβήματα («any steps») συνδέονται πλέον με ενέργειες που σκοπό έχουν να απαντήσουν στην ουσία της απαίτησης του ενάγοντα («in those proceedings to answer the substantive claim»), φαίνεται να διαφοροποίησε τα πράγματα και δη ότι, το ζητούμενο, δεν εξετάζεται, αποκλειστικά και μόνο, με το κατά πόσο καταχωρήθηκε ή όχι το δικόγραφο της Υπεράσπισης, αλλά και σε συνάρτηση με την όλη στάση του εναγόμενου, από την ημέρα που καταχώρησε την εμφάνιση του, μέχρι και την ημέρα που καταχώρησε την αίτηση για αναστολή της διαδικασίας. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική με το θέμα αγγλική νομολογία, είναι ότι, το ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει, είναι το κατά πόσο ο εναγόμενος (περιλαμβανομένου και του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου), με τη συμπεριφορά του (τα διάφορα διαβήματά του, κατά την δικαστική διαδικασία, μετά την εμφάνισή του), έχει, σιωπηρώς (impliedly) αποδεχθεί την ορθότητα της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας και επιδείξει επιθυμία να προχωρήσει ώστε τα επίδικα ζητήματα να αποφασιστούν από το Δικαστήριο αντί διά διαιτησίας[4]. Στην υπόθεση Bilta (ανωτέρω), εμμέσως, πλην όμως σαφώς, με γνώμονα και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ford's Hotel (ανωτέρω), επιβεβαιώθηκε ότι, αίτημα του εναγόμενου για επέκταση του χρόνου για σκοπούς καταχώρησης Υπεράσπισης, αποτελούσε διάβημα στη δικαστική διαδικασία που του στερούσε το δικαίωμα να αιτηθεί την αναστολή της διαδικασίας, εκτός, φυσικά, αν με σαφή τρόπο, επιφύλαξε το δικαίωμά του να αποταθεί για μια τέτοια αναστολή. Το Δικαστήριο, έχοντας ενώπιον του, υπό μορφή μαρτυρίας, τη μεταξύ των μερών αλληλογραφία, από την οποία, προέκυπτε αβίαστα ότι η πρόθεση του εναγόμενου, καθ' ον χρόνο προωθούσε το αίτημα του για παράταση του χρόνου για καταχώρηση Υπεράσπισης, ήταν να του παρασχεθεί περαιτέρω χρόνος ώστε να αποφασίσει αν θα αποδεχόταν τη διαδικασία του Δικαστηρίου ή αν θα προέβαινε σε διαβήματα ώστε η εκδίκαση της διαφοράς να παραπεμφθεί σε διαιτησία, έκρινε ότι, το εν λόγω διάβημα του εναγόμενου, έγινε με επιφύλαξη του δικαιώματός του να αποταθεί για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα, το μετέπειτα αίτημά του για αναστολή της διαδικασίας, να εγκριθεί. Πότε πρέπει να καταχωρείται μια αίτηση ως η υπό εξέταση στη βάση των προνοιών του άρθρου 8 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου Ν.101/1987, επί του οποίου, επίσης, εδράζεται η αίτηση; 8.-
(1)Σε περίπτωση πoυ εγείρεται αγωγή για ζήτημα πoυ απoτελεί τo αvτικείμεvo συμφωvίας περί διαιτησίας, τo Δικαστήριo εvώπιov τoυ oπoίoυ εγείρεται η αγωγή oφείλει, αv τo ζητήσει τo έvα τωv μερώv πριv από τηv υπoβoλή της πρώτης έκθεσης τoυ επί της oυσίας της διαφoράς, vα παραπέμψει τη διαφoρά σε διαιτησία, εκτός αv εύρει ότι η συμφωvία είvαι άκυρη, αvεvεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης.
(2)Η έγερση αγωγής κατά τα oριζόμεvα στo εδάφιo
(1)δεv απoτελεί κώλυμα για τηv έvαρξη ή τη συvέχιση της διαιτητικής διαδικασίας ή τηv έκδoση τελικής διαιτητικής απόφασης, εv όσω τo επίδικo θέμα εκκρεμεί εvώπιov τoυ Δικαστηρίoυ. Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του μόλις πιο πάνω άρθρου, σε αντιδιαστολή με ότι ισχύει για τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Κεφ. 4, αίτηση ως η υπό εξέταση μπορεί να καταχωρηθεί εφόσον ο Εναγόμενος δεν έχει καταχωρήσει (υποβάλει) την πρώτη έκθεσή του επί της ουσίας της διαφοράς, κάτι, που στη προκειμένη περίπτωση[5] δεν είναι άλλο από την Υπεράσπισή του, χωρίς η όποια άλλη τυχόν προγενέστερη συμπεριφορά του να υπέχει σημασίας για σκοπούς κρίσης επί της δυνατότητας καταχώρησης της. Η επιλογή του νομοθέτη να συναρτήσει την εν προκειμένω δυνατότητα μόνο με την υποβολή της πρώτης έκθεσης επί της ουσίας της διαφοράς των μερών και όχι την οποιανδήποτε άλλη προγενέστερη ενέργειά του Εναγομένου, είναι σαφής από την απουσία σχετικής αναφοράς στις πρόνοιες του ρηθέντος άρθρου, όπως της φράσης «or taking any other steps in the proceedings» που απαντάται στις πρόνοιες του άρθρου 8 του Κεφ. 4. Πώς ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου στη βάση των προνοιών του άρθρου 8 του Κεφ. 4; Το κατά πόσο θα εγκριθεί μια αίτηση, ως η υπό εξέταση, δεν είναι θέμα αποκλειστικά ικανοποίησης προϋποθέσεων, αλλά ζήτημα που ανάγεται και στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, εκτός φυσικά, εάν κριθεί ότι ο αιτητής προέβη σε απαγορευτικά διαβήματα στη διαδικασία του Δικαστηρίου, οπότε, δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει, επί της ουσίας της, την αίτηση (βλέπε Yiola A. Skaliotou v. Christoforos Pelekanos
(1976)1 CLR 251 και Russell on Arbitration, 19η έκδοση, σελ. 182 και Russell on Arbitration 23η έκδοση, παρ. 7-043, σελ. 368). Όπως προκύπτει από τη σχετική με το ζήτημα νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν από έναν αιτητή που επιζητεί την αναστολή της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας είναι ότι, (α) μεταξύ των μερών έχει συμφωνηθεί όπως συγκεκριμένη διαφορά τους παραπεμφθεί σε διαιτησία, (β) έχει επέλθει έναρξη δικαστικής διαδικασίας από πρόσωπο, μέρος, της πιο πάνω συμφωνίας, (γ) η αξίωση στη δικαστική διαδικασία αφορά τη διαφορά που συμφώνησαν τα μέρη να παραπεμφθεί σε διαιτησία, (δ) η αίτηση για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας προωθείται από διάδικο στην εν λόγω διαδικασία, (ε) τούτη (η αίτηση αναστολής) υποβλήθηκε μετά την καταχώρηση εμφάνισης, πλην όμως πριν ο διάδικος αυτός παραδώσει τις έγγραφες προτάσεις του και πριν λάβει οποιοδήποτε άλλο διάβημα στη δικαστική διαδικασία, και τέλος, (στ) ο διάδικος που προωθεί την αίτηση αναστολής, είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει όλα τα αναγκαία για τη δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας (βλ. Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. 1. Στέλιου Κουρουκλίδη κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 1374, Λενιάνα Τουριστ Σερβισες Λτδ ν. Ανδρέα Χ. Καρπάσπη & Υιοί, (Βιομηχανία) Λτδ,
(1991)1 ΑΑΔ 75 και Yiola A. Skaliotou (ανωτέρω)). Πώς ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου στη βάση των προνοιών του άρθρου 8 του Ν.101/1987; Στη βάση των προνοιών του άρθρου 8 του Ν.101/1987, είναι αβίαστα που προκύπτει, με την συμπερίληψη της λέξης «οφείλει», ότι, αφ' ης στιγμής πληρούνται οι προϋποθέσεις που τούτες (οι πρόνοιες) επιβάλουν, το Δικαστήριο δεν διατηρεί οποιαδήποτε διακριτική εξουσία να αρνηθεί να αποδώσει την θεραπεία της αναστολής της διαδικασίας της αγωγής, σε αντιδιαστολή με ότι ισχύει στην περίπτωση που η αίτηση προωθείται στη βάση των προνοιών του άρθρου 8 του Κεφ.4, ανάλυση των οποίων έγινε ανωτέρω. Οι δε προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιήσει ο αιτητής που εδράζει την αίτηση του επί των προνοιών του άρθρου 8 του Ν.101/1987, είναι οι εξής:
- Η εκκρεμούσα αγωγή αφορά σε ζήτημα (διαφορά) που αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας περί διαιτησίας,
- Το ζήτημα (διαφορά) είναι εμπορικό στη βάση των προνοιών των εδαφίων 4 και 5 του άρθρου 2 του Νόμου,
- Η συμφωνία περί παραπομπής του ζητήματος (διαφοράς) σε διαιτησία είναι γραπτή και
- Η διαιτησία είναι διεθνής, στη βάση των προνοιών του εδαφίου 2 του άρθρου 2 του Νόμου. Παρά τις εγειρόμενες ενστάσεις του Ενάγοντα, με κάθε σεβασμό προς τα σχετικά επιχειρήματα του, είναι αβίαστα που προκύπτει ότι, στο βαθμό που οι σχέσεις των μερών διέπονται από τις δυο επίδικες συμφωνίες, οι περιεχόμενες σε αυτές, επίδικες, ρήτρες διαιτησίας μπορούν, ευκόλως, να θεωρηθούν ως γραπτές, στη έννοια του εν προκειμένω Νόμου, και η όποια τυχόν διαφορά του με την Εναγόμενη 1, που εδράζεται επί των όρων των συμφωνιών αυτών, να θεωρηθεί ως εμπορική. Για την κρίση μου αυτή, συνυπολογίζω, έχοντας συνέχεια κατά νου τις ανωτέρω αναφερόμενες πρόνοιες του Νόμου 101/1987, ότι, (α) ο Ενάγοντας κατάγεται από την Αυστρία και η Εναγόμενη 1 είναι Κυπριακή εταιρεία, (β) παρά το γεγονός ότι οι δυο συμφωνίες που επικαλούνται και οι δυο πλευρές, μολονότι είναι γραπτές, δεν φέρονται να υπογράφονται από την Εναγόμενη 1, εντούτοις είναι ξεκάθαρο, πέραν κάθε αμφιβολίας, ότι τούτες έχουν συνομολογηθεί μεταξύ των αναφερομένων επ' αυτών συμβαλλομένων[6], μια και τη δεσμευτικότητα των όρων τους επικαλούνται αμφότεροι οι διάδικοι και (γ) οι συναλλαγές των συμβαλλομένων τους είναι εμπορικές στην έννοια του Νόμου[7]. Εκείνο που εδώ ενδιαφέρει, και θα απασχολήσει κατωτέρω, είναι το κατά πόσο η διαφορά των διαδίκων, ως τούτη προβάλλει από τα όσα σχετικά έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί διαφορά, που, σύμφωνα με τις επίδικες ρήτρες, θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ως προς τον προσδιορισμό της διαφοράς των μερών, το Δικαστήριο, δικαιούται να αντλήσει καθοδήγηση από όλο το ενώπιον του υλικό (βλέπε Λενιάνα Τούριστ Σέρβισες Λτδ εναντίον Ανδρέα Χ. Καρπασπή & Υιοί (Βιομηχανία) Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 75). Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Steamer Shipping Co Ltd v. Sibyl Trading & Shipping Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1069. Έχουν ως εξής: Η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας δεν αρκεί για να υπάρξει αναστολή της δικαστικής διαδικασίας. Το ίδιο το άρθρο 8, όπως και το αντίστοιχο και ουσιαστικά πανομοιότυπο άρθρο 4 του Αγγλικού Arbitration Act 1950 (και πριν από αυτό το άρθρο 4 του Arbitration Act 1889), αφορά μόνο αγωγή "in respect of any matter agreed to be referred"[8]. Η ρήτρα διαιτησίας, εκφράζοντας τη συμφωνία των μερών, έχει μόνο τέτοια και τόση έκταση όση της δίδουν οι όροι της και όχι άλλη ή περισσότερη. Στην προκειμένη περίπτωση, η ρήτρα διαιτησίας καλύπτει "any dispute"[9], δηλαδή "οποιαδήποτε διαφορά", και δεν είναι ακόλουθο ότι οποιαδήποτε απαίτηση συνιστά αναγκαστικά και dispute ή διαφορά, ούτε, όπως λέγουν οι Εναγόμενοι 2, ότι οποιαδήποτε απαίτηση έχει ως γενεσιουργό αιτία τη μη τήρηση των όρων της συμφωνίας συνιστά "dispute". Ο ευπαίδευτος δικαστής ορθώς λοιπόν έθεσε τη βάση της προσέγγισης του λέγοντας ότι το κρίσιμο ερώτημα ήταν αν η απαίτηση των εναγόντων συνιστούσε διαφορά ή αμφισβήτηση που να ενέπιπτε στα πλαίσια του όρου 17 των ναυλοσυμφώνων. Στην πολύ ανάλογη προς την προκειμένη υπόθεση Skaliotou v. Pelekanos
(1976)1 C.L.R. 251, το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε εκτεταμένη αναφορά στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, παρατηρώντας στις σελίδες 262-263: "The first complaint of counsel was (
- a)that the finding of the trial Judge that there was no dispute was wrong in law once in the affidavit of the husband of the defendant there was a reference to the arbitration agreement indicating that the dispute was within the arbitration; and (
- b)that the trial Judge wrongly exercised his discretion in declining to grant a stay of the action. The question is what is the present dispute about. We think that the answer has to be gathered from the affidavits filed in the application to stay and from the endorsement of the writ[10] and of the statement of claim, as well as the accounts[11]. It has not been alleged that when the claim was made by the plaintiff, there was a letter from the defendant rebutting or denying the said claim, and going through all the material which was before the learned trial Judge, including the submissions of counsel, we find ourselves in agreement with the trial Judge that in spite of the reference to arbitration in the affidavit of the husband of the defendant, nevertheless, nowhere it is to be found what was the precise nature of the dispute which has arisen between the parties[12]. Indeed, we would go further and state that even the new counsel before us when arguing the appeal, was not in a position to state clearly what was the disagreement between the parties in this case or what was the precise nature of the dispute which had arisen between the parties to be referred in accordance with the arbitration agreement. With respect to counsel's argument, a mere reference to arbitration is not sufficient, and it was up to the affiant to point out clearly what was actually the dispute in more specific language, because once the plaintiff instituted proceedings, and the defendant was relying on paragraph 14
(1)(c) containing the arbitration clause, it was up to him to pinpoint to the trial Judge the precise nature of dispute which was arisen between the parties in order to obtain a stay of proceedings. We would, reiterate that, in such cases, there must be a dispute in fact, that is to say, there must be some issue joined between the parties which the arbitrator would have to try at the end. The effect of there being no dispute between the parties within an arbitration agreement is, of course, that the Court has no power to stay an action. See Monro v. Bongor U.D.C. [1915] 3 K.B. 167 at p. 171)."[13] Η υπόθεση Ιnvesta Foreign Trade Co Ltd v. Onisiforos Demetriades & Co.
(1982)1 C.L.R. 276, στην οποία οι εναγόμενοι είχαν βασισθεί ιδιαίτερα πρωτοδίκως, δείχνει ακριβώς την έκταση της έρευνας του δικαστηρίου για να διαπιστωθεί αν αποκαλύπτεται "dispute" στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας (που εκεί αποκαλύπτετο από την οπισθογράφηση, την έκθεση απαιτήσεως και τις ενόρκους δηλώσεις), με δεδομένη την αρχή της Skaliotou v. Pelekanos. Η δε υπόθεση Βulfracht v. Third World Steel Co. Ltd, ανωτέρω, στηρίζει την άποψη του ευπαίδευτου δικαστή ότι απαίτηση για πληρωμή ναύλου δεν συνιστά "dispute" στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας. Το θέμα ετέθη καθαρώτατα από τον Πική, Δ., ως ήτο τότε, στην υπόθεση Tradax v. Queensea Marine Co.
(1986)1 C.L.R. 559, στη σ. 562: "A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law[14]. ............ The object of arbitration is not to provide a substitute for the coercive powers of the Court to order the discharge of contractual or other obligations. Arbitration is merely an alternative forum for the elucidation of the facts and establishment of the contractual liabilities of the parties." Οι Εναγόμενοι παραπονούνται ουσιαστικά για δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο ευπαίδευτος δικαστής δεν περιορίσθηκε στην απαίτηση όπως αυτή διατυπώνετο στο κλητήριο ένταλμα για να διαγνώσει και διακριβώσει τη φύση της και έτσι το αν συνιστούσε διαφορά στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας. Αυτό είναι σαφώς λανθασμένο, όπως προκύπτει και από τις ανωτέρω υποθέσεις. Ιδιαίτερα στην περίπτωση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος όπως η προκειμένη, αλλά και γενικότερα, το δικαστήριο οφείλει να αναφερθεί σε όλα τα ενώπιον του στοιχεία για να διαπιστώσει τι είναι που απαιτούν οι Ενάγοντες και αν, με βάση το τι απαιτούν, υπάρχει όντως διαφορά για να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ήταν λοιπόν επιβεβλημένο όσο και επιτρεπτό για το δικαστήριο να αναφερθεί όπως και έκανε στις ενόρκους δηλώσεις και τα συνοδεύοντα αυτές τεκμήρια στη διερεύνηση του κρινόμενου θέματος[15]. Το δεύτερο θέμα που θέτουν οι εναγόμενοι είναι η ορθότητα αυτή καθ' εαυτή της απόφασης ότι η απαίτηση των Εναγόντων δεν αφορούσε διαφορά για να παραπέμπετο σε διαδικασία παρά μόνο διεκδίκηση πληρωμής οφειλόμενων ναύλων. Δεν βλέπουμε πως η θέση αυτή μπορεί να ευσταθεί. Στην ένορκη δήλωση των Εναγόντων γίνεται πλήρης και σαφής αναφορά, σε συσχετισμό και με τα συνοδεύοντα τεκμήρια, στο ότι η απαίτηση προήρχετο από οφειλόμενα ναύλα η πληρωμή των οποίων είχε καθυστερήσει, δίδοντας λεπτομέρειες των περιόδων οφειλής για κάθε πλοίο και επισημαίνοντας ότι τα ποσά είχαν υπολογισθεί βάσει των συμφωνηθέντων για κάθε σκάφος ναύλων στα ναυλοσύμφωνα. Εγίνετο επίσης παραπομπή στο ότι οι Εναγόμενοι 1 αναγνώρισαν το οφειλόμενο ποσό και συνεχώς υπόσχοντο να προβούν σε πληρωμή και στο ότι πραγματοποιήθηκε συνάντηση των μερών για εξεύρεση συναινετικής λύσης η οποία απέτυχε ως εκ της άρνησης των εναγομένων να καταβάλουν τα οφειλόμενα ναύλα εκτός αν εμειώνοντο τα συμφωνηθέντα ναύλα από ορισμένη ημερομηνία, πρόταση που απερρίφθη από τους Ενάγοντες. Πέραν τούτων, οι ίδιοι οι Εναγόμενοι στις ενόρκους δηλώσεις που συνόδευαν τις αιτήσεις τους και γενικότερα δεν αμφισβήτησαν την απαίτηση ως έτσι προκύπτουσα ούτε εξειδίκευσαν οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ τους και των Εναγόντων παρά μόνο παράπεμψαν στις ρήτρες διαιτησίας ζητώντας την αναστολή της διαδικασίας ως εκ τούτων[16]. Είναι δε χαρακτηριστική η αναφορά στην ένορκη δήλωση των Εναγομένων 1 ότι ήσαν πρόθυμοι να κάνουν κάθε τι το αναγκαίο ώστε "whatever matters the plaintiffs say are in dispute" να αποφασίζοντο στη διαιτησία. Μα οι Ενάγοντες ποτέ δεν αναφέρθησαν σε "dispute" παρά μόνο σε άρνηση καταβολής των οφειλομένων ναύλων, οι δε Εναγόμενοι ούτε κατ' ελάχιστο δεν ισχυρίσθησαν οποιαδήποτε "dispute", και ούτε ζήτησαν να αντεξετάσουν επί της ενόρκου δηλώσεως των Εναγόντων. Με όλα αυτά τα δεδομένα, είναι απόλυτα δικαιολογημένη η διαπίστωση του ευπαίδευτου δικαστή ότι δεν είχε αμφισβητηθεί η θέση των Εναγόντων ότι η απαίτηση αφορούσε τα οφειλόμενα ναύλα, όπως ορθή ήταν και η κατάληξη του ότι, με βάση την αναφερθείσα νομολογία, η απαίτηση για οφειλόμενα ναύλα δεν συνιστά dispute εμπίπτουσα στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας. Πάντα σχετικώς με το υπό συζήτηση θέμα, στην Πολ. Έφ. 229/2012, μεταξύ των N. A. Chance Ltd v. Electromontaj S.A., απόφαση ημερομηνίας 28.04.2018, σημειώθηκαν και τα εξής: «Η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου της εφεσείουσας σε σχέση με τους πρώτους δυο λόγους έφεσης, τους οποίους θα εξετάσουμε στη συνέχεια, όπως αναπτύσσεται στο περίγραμμα αγόρευσης του, στηρίζεται στις υποθέσεις Skaliotou v Pelekanos
(1976)1 CLR 251 και Oteram Limited v Χριστοδουλίδη
(2002)1 ΑΑΔ 1081, ως καλύπτουσες πλήρως την παρούσα περίπτωση. Σε αυτές, υποδεικνύει, βασίστηκαν οι εισηγήσεις της εφεσείουσας και πρωτοδίκως αλλά δεν έτυχαν σχολιασμού στην πρωτόδικη απόφαση. Σύμφωνα με τη νομολογία, η εφεσίβλητη όφειλε, κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο, να καταδείξει την ύπαρξη διαφοράς η οποία να εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας, εξηγώντας γιατί δεν αποδεχόταν την απαίτηση της εφεσείουσας. Εν προκειμένω, η ένορκη δήλωση η οποία υποστήριζε την αίτηση της εφεσίβλητης «δεν αναφέρει οποιαδήποτε διαφορά ή τι αμφισβητεί, αν αμφισβητεί, οτιδήποτε από την απαίτηση της Εφεσείουσας, και γιατί το αμφισβητεί». Η δε αναδρομή του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην έκθεση απαίτησης, για το ζήτημα, είναι λανθασμένη, καθώς το δικόγραφο της εφεσείουσας δεν περιέχει τις διαφορές των μερών αλλά την απαίτηση της. Από την άλλη πλευρά, η ευπαίδευτη συνήγορος της εφεσίβλητης υποστήριξε την ορθότητα της προσέγγισης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επισημαίνοντας ότι αποκλειστική βάση αγωγής είναι σαφέστατα η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Θα εξετάσουμε μαζί τους πρώτους δύο λόγους έφεσης επειδή έτσι συζητήθηκαν και λόγω της μεταξύ τους συνάφειας. Το κυριότερο θέμα είναι ο τρόπος προσέγγισης του Δικαστηρίου σε αιτήσεις του είδους τούτου. Για το ζήτημα αυτό διατυπώνονται τα ακόλουθα στη Skaliotou (ανωτέρω) στις σελ. 255-256: «We think we can state at the outset that the law permits the parties to a contract to include in it as one of its terms an agreement to refer to arbitration disputes which may arise in connection with it. Where, therefore, proceedings are instituted by one of the parties to a contract, containing an arbitration clause and the other party, founding on the clause, applies for a stay, the first thing to be ascertained is the precise nature of the dispute which has arisen; and the next question is whether the dispute is one which falls within the terms of the arbitration clause.» Και στη σελ.263: «The question is what is the present dispute about. We think that the answer has to be gathered from the affidavits filed in the application to stay and from the endorsement of the writ and of the statement of claim, as well as the accounts. [..] With respect to counsel's argument, a mere reference to arbitration is not sufficient, and it was up to the affiant to point out clearly what was actually the dispute in more specific language, because once the plaintiff instituted proceedings, and the defendant was relying on paragraph 14
(1)(c) containing the arbitration clause, it was up to him to pinpoint to the trial Judge the precise nature of dispute which has arisen between the parties in order to obtain a stay of proceedings. We would, reiterate that, in such cases, there must be a dispute in fact, that is to say, there must be some issue joined between the parties which the arbitrator would have to try at the end. The effect of there being no dispute between the parties within an arbitration agreement is, of course, that the Court has no power to stay an action. See Monro v. Bongor U.D.C. [1915] 3 K.B. 167 at p. 171).» Συναφές, βέβαια, είναι και το ερώτημα, πότε μια διαφωνία ή αντιπαράθεση μετατρέπεται σε «διαφορά»; Επί του προκειμένου, θεωρούμε ότι χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα από τη μελέτη του Christoph Schreuer, What is a Legal Dispute?: International Law between Universalism and Fragmentation, Festschrift in Honour of Gerhard Hafner (I. Buffard, J. Crawford, A.Pellet, S.Wittich eds.) 959
(2008): «The existence of a dispute presupposes a certain degree of communication between the parties. The matter must have been taken up with the other party, which must have opposed the claimant's position if only indirectly. Practice demonstrates that the threshold required in terms of communication between the parties for the existence of a dispute is fairly low. In certain situations a dispute may exist even in the absence of active opposition by one party to the claim of the other party» Επισημαίνεται δε στην Tradax Graanhandel B.V. v. Queensea Marine Company Limited
(1986)1 C.L.R. 559: «A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law. » Σημειώνουμε συναφώς και τα λεχθέντα από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (International Court of Justice) στις υποθέσεις γνωστές ως οι South West Africa Cases: «.it is not sufficient for one party to a contentious case to assert that a dispute exists with the other party. A mere assertion is not sufficient to prove the existence of a dispute any more than a mere denial of the existence of the dispute proves its nonexistence. Nor is it adequate to show that the interests of the two parties to such a case are in conflict. It must be shown that the claim of one party is positively opposed by the other»[17]. Προσεγγίζοντας, λοιπόν, μίαν αίτηση για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας λόγω ρήτρας διαιτησίας, το πρώτο που πρέπει να διαπιστωθεί είναι κατά πόσο υπάρχει διαφορά και η ακριβής της φύση. Η ύπαρξη διαφοράς προϋποθέτει κάποιο βαθμό επικοινωνίας μεταξύ των μερών. Πρέπει δηλαδή να τεθεί το θέμα στο άλλο μέρος και να συναντήσει την αντίρρηση του, έστω και εμμέσως. Η άρνηση από μόνη της όμως, χωρίς να παρέχεται δικαιολογία, δεν μπορεί να θεωρηθεί τελειωτικά ότι ισοδυναμεί με την ύπαρξη διαφοράς γιατί μπορεί να οφείλεται σε κάποιο άλλο λόγο, ο οποίος δεν συνιστά διαφορά [βλ. Skaliotou και Tradax Graanhandel B.V. (ανωτέρω)]. Εναπόκειται στον αιτούντα την αναστολή να προσδιορίσει τη διαφορά με ακρίβεια. Απλή αναφορά στη ρήτρα διαιτησίας δεν επαρκεί. Εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη διαφοράς, τότε εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο η διαφορά εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας[18]. [.] Η παρατήρηση εκ μέρους της εφεσείουσας ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση της εφεσίβλητης περί ύπαρξης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, είναι ορθή. Ό,τι ουσιαστικά προβάλλεται από τον ομνύοντα, Barbu Rosoiu, είναι η ύπαρξη ρήτρας στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ημερομηνίας 20.1.1994 για επίλυση των οποιωνδήποτε διαφορών των μερών με φιλικό τρόπο αλλιώς θα παραπέμπονται σε διαιτησία. Ως προς τις αξιώσεις της εφεσείουσας ο ομνύων ουσιαστικά τηρεί σιγή, αφού ό, τι αναφέρει περιορίζεται στην έκφραση της ειλικρινούς πεποίθησης του ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος γιατί η διαφορά και οι αξιώσεις της εφεσείουσας δεν μπορούν ή δεν πρέπει να παραπεμφθούν σε διαιτησία ως έχει συμφωνηθεί. Καμία αναφορά δεν γίνεται σε οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ενεργή αντίρρηση (positive opposition) σε όσα με την αγωγή αξιώνονται ή ως αμφισβήτηση της υποχρέωσης της εφεσίβλητης να παράσχει την ζητούμενη με την αγωγή κατάσταση λογαριασμού, ή των λοιπών αξιώσεων της εφεσείουσας ή των γεγονότων επί των οποίων αυτές εδράζονται. [19]» Τέλος, στην υπόθεση Yiannis Georghios Mammous κ.α. v. Mike Willstrop κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 90, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την εξής περικοπή από το σύγγραμμα Redfern and Hunter on International Arbitration 5th Ed., παράγραφο 5.85: «An arbitral tribunal may only validly resolve those disputes that the parties have agreed that it should resolve. This rule is an inevitable and proper consequence of the voluntary nature of arbitration. In consensual arbitration, the authority or competence of the arbitral tribunal comes from the agreement of the parties; indeed, there is no other source from which it can come."». Forum non-conveniens Στην υπόθεση Zeeland Navigation Company Ltd v. Banque Worms
(2000)1 Α.Α.Δ. 707, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά με την αρχή του Forum non-conveniens: «Με σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων εμπεδώθηκε στο αγγλικό δίκαιο η πιο πάνω αρχή. Αποκορύφωμα της εξελικτικής της πορείας αποτέλεσε η απόφαση Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd.
(1986)3 All E.R. 843. Οι κανόνες που έθεσε δεν είναι περίπλοκοι. Ο προβληματισμός εμφανίζεται κατά την πρακτική εφαρμογή τους. Τη βασική απόφαση έδωσε ο Λόρδος Δικαστής Goff. Από αυτή, όπως και τις άλλες αποφάσεις που δόθηκαν, διαφαίνεται η βαθιά επίδραση των Σκωτικών υποθέσεων (βλ. π.χ. Sim v. Robinow
(1892)19 R Ct. of Sess. 665 και Societe Du Gaz De Paris v. S.A. de Navigation "Les Armateurs Francais"
(1926)S.C. (H.L.) 13). Με τη Spiliada, ανωτέρω, επικυρώθηκε η ουσιαστική μεταστροφή του αγγλικού δικαίου. Είναι ενδιαφέρον ότι οι κανόνες αναστολής κατ' εφαρμογή της αρχής αυτής συσχετίστηκαν με τις δικονομικές διατάξεις της Δ.11 θ.1.1., που ρυθμίζουν τα της άδειας επίδοσης στην αλλοδαπή. Κρίθηκε ότι ισχύουν οι ίδιοι κανόνες πλην του ότι ο κανόνας για το βάρος απόδειξης είναι αντίθετος. Ο ενάγων οφείλει να πείσει για την αναγκαιότητα παραχώρησης άδειας. Θα επιχειρήσουμε τώρα μια συνοπτική παρουσίαση των κανόνων αυτών, όπως καθορίστηκαν από τη νομολογία, από τους οποίους θα αντλήσουμε καθοδήγηση: A. Βασική προϋπόθεση για εφαρμογή του forum non conveniens είναι η ύπαρξη δυνατότητας επιλογής μεταξύ των δικαστηρίων δυο τουλάχιστον χωρών στο καθένα από τα οποία είναι δυνατή η κατάθεση και εκδίκαση της αγωγής[20]. Αναπόφευκτα, ο ενάγων έχει τον πρώτο λόγο και πιθανότατα η επιλογή του συναρτάται με τα δικά του ελατήρια. Όμως είναι εδώ που διαδραματίζει το ρόλο της η παραπάνω αρχή, που διατυπώνεται ως εξής στη Spiliada, ανωτέρω, σελ. 854: "The basic principle is that a stay will only be granted on the ground of forum non conveniens where the court is satisfied that there is some other available forum, having competent jurisdiction, which is the appropriate forum for trial of the action, ie in which the case may be tried more suitably for the interests of all the parties and the ends of justice." Είναι ένας κανόνας που εφαρμόζεται όταν υπάρχει lis alibi pendens, αλλά και χωρίς να υπάρχει εκκρεμοδικία. B. Ο εναγόμενος σε κάθε περίπτωση βαρύνεται με την ευθύνη να πείσει το δικαστήριο ότι επιβάλλεται αναστολή. Πρέπει πρόσθετα να δείξει όχι μόνο ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum, αλλά ότι το άλλο forum καθαρά ή ευδιάκριτα είναι κατάλληλο[21]. Παραδείγματα ύπαρξης της προϋπόθεσης αυτής είναι οι υποθέσεις: The Atlantic Star
(1973)2 All E.R. 175 (Βέλγιο), McShannon v. Rockware Glass Ltd.
(1978)1 All E.R. 625 (Σκωτία), Trendex Trading Corporation v. Credit Suisse
(1981)3 All E.R. 520 (Ελβετία), The Αbidin Daver
(1984)1 All E.R. 470 (Tουρκία) και Μuduroglu v. TC Ziraat Bankasi
(1986)3 All E.R. 682 (Τουρκία). Στην τελευταία αυτή περίπτωση το δικαστήριο, ύστερα από εξονυχιστική επισκόπηση της προηγούμενης νομολογίας, επεξήγησε ότι οι κανόνες που καθιέρωσε η νομολογία δεν θεωρούνται και δεν πρέπει να ερμηνεύονται με την αυστηρότητα εφαρμογής νομοθετικών προνοιών. Χρήσιμη αναφορά στο θέμα μπορεί να γίνει στους Cheshire "Private International Law", 12η έκδοση, 223 και 224. Γ. Προτού σχηματίσει την κρίση του για το κατάλληλο forum, το δικαστήριο έχει να σταθμίσει πολλά στοιχεία. Σημαντικός παράγων είναι το εφαρμοστέο δίκαιο. Όπως και η ύπαρξη εχέγγυων στο εναλλακτικό forum για καλή απονομή της δικαιοσύνης. Άλλοι παράγοντες αφορούν τους μάρτυρες, την ευχερέστερη διεξαγωγή της δίκης, ή συνδέονται με τις δαπάνες που συνεπάγεται. Δεν υπάρχει όμως εξαντλητικός κατάλογος των κριτηρίων[22] όπως παρατηρεί το δικαστήριο στη Spiliada. O Λόρδος δικαστής Templeman, στη σελ. 846 αναφέρει: "Τhe factors which the court is entitled to take into account in considering whether one forum is more appropriate are legion. The authorities do not, perhaps cannot, give any clear guidance as to how these factors are to be weighed in any particular case...." Στη συνέχεια, στην ίδια υπόθεση, απαριθμούνται μερικοί παράγοντες: "the availability of witnesses......, the law governing the relevant transaction ....., the places where the parties respectively reside or carry on business, and whether the plaintiff "can obtain justice in the foreign jurisdiction."» Το σημαντικό είναι ότι τα στοιχεία, όποια και να είναι, πρέπει να δακτυλοδείχνουν το δικαστήριο με το οποίο "η αγωγή έχει το στενότερο και ρεαλιστικότερο σύνδεσμο (that with which the action has the most real and substantial connection.). Βλ. απόφαση του Λόρδου Keith στην Abidin Daver, ανωτέρω, σελ. 479. Οι εκδότες του συγγράμματος Cheshire & North του "Private International Law", ανωτέρω, αναφέρονται στα κριτήρια (στη σελ. 224) με βάση τα οποία σχηματίζεται η κρίση του δικαστηρίου: "In ascertaining whether there is a clearly more appropriate forum abroad, the search is for the country with which the action has the most real and substantial connection. The court will look for connecting factors "and these will include not only factors affecting convenience or expense (such as availability of witnesses), but also other factors such as the law governing the relevant transaction ....., and the place where the parties respectively reside or carry on business."» Επίσης, στην υπόθεση The Eleftheria [1969] 2 All E.R. 641, πάντα σχετικά με την εν προκειμένω αρχή, σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «(I) Where plaintiffs sue in England in breach of an agreement to refer disputes to a foreign court, and the defendants apply for a stay, the English Court, assuming the claim to be otherwise within its jurisdiction, is not bound to grant a stay but has a discretion whether to do so or not. (II) The discretion should be exercised by granting a stay unless strong cause for not doing so is shown. (III) The burden of proving such strong cause is on the plaintiffs. (IV) In exercising its discretion, the court should take into account all the circumstances of the particular case. (V) In particular, but without prejudice to (IV), the following matters, where they arise, may properly be regarded: (
- a)In what country the evidence on the issues of fact is situated, or more readily available, and the effect of that on the relative convenience and expense of trial as between the English and foreign courts; (
- b)Whether the law of the foreign court applies and, if so, whether it differs from English law in any material respects; (
- c)With what country either party is connected, and how closely; (
- d)Whether the defendants genuinely desire trial in the foreign country, or are only seeking procedural advantages; (
- e)whether the plaintiffs would be prejudiced by having to sue in the foreign court because they would - (
- i)be deprived of security for that claim, (
- ii)be unable to enforce any judgment obtained, (iii) be faced with a time-bar not applicable in England, or (
- iv)for political, racial, religious or other reasons be unlikely to get a fair trial.[23]» Με δεδομένη την εφαρμογή των προνοιών του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για την Διεθνή δικαιοδοσία[24], ο οποίος αντικατέστησε τον προγενέστερο σχετικό Κανονισμό 44/2001, κρίνεται σημαντικό, πάντα αναφορικά με την αρχή του Forum non-Conveniens, να σημειωθούν τα ακόλουθα από το λόγο της αγωγής Ναυτοδικείου 38/2016 μεταξύ The Cyprus Phassouri Plantations Co Ltd v. Hapag-Lloyd AG, απόφαση ημερομηνίας 21 Ιουνίου, 2018, με τον οποίο συμφωνώ: «Εξέτασα με προσοχή τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, με αναφορά και συνάρτηση με την σχετική αίτηση των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση για υποκατάστατο επίδοση και υπό τας περιστάσεις, θεωρώ ότι αφής στιγμής η εναγόμενη εταιρεία εδρεύει σε κράτος μέλος της Ένωσης, Γερμανία, ενεργοποιούνται οι διατάξεις του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου του 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, προσδίδοντας δικαιοδοσία στα Γερμανικά Δικαστήρια, άρθρο 63 του Κανονισμού: «.εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο έχει την κατοικία της στον τόπο στον οποίο έχει: (α) την καταστατική της έδρα (β) την κεντρική της διοίκηση ή (γ) την κύρια εγκατάσταση της». Σύμφωνα με τον εν λόγω Κανονισμό, οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας θα πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου (Recital 15). Δυνάμει των προνοιών του άρθρου 4
(1): «4
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.
(2)Τα πρόσωπα που δεν έχουν την ιθαγένεια του κράτους μέλους στο οποίο κατοικούν, υπάγονται, στο κράτος αυτό, στους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που ισχύουν για τους ημεδαπούς.» Όπως παρατηρεί ο Ιωάννης Στ. Δεληκωστόπουλος στο ιδιαίτερα εύχρηστο και πολύ διαφωτιστικό σύγγραμμα, Ζητήματα από την εφαρμογή του Κανονισμού 44/2001 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία και την Εκτέλεση Αποφάσεων, στο κεφάλαιο «ΙΙ Κατά τόπο πεδίο εφαρμογής», σ.39, §2.18: «.ο κανονισμός 44/2001 εφαρμόζεται εφόσον ο εναγόμενος (ή ένας εκ των εναγομένων) έχει την κατοικία του (ή την έδρα του) σε κράτος μέλος, ανεξαρτήτως του που βρίσκεται η κατοικία του ενάγοντα. Μάλιστα, ο κανονισμός εφαρμόζεται και όταν ο ενάγων κατοικεί σε τρίτη χώρα. Τούτο διότι, κατ΄ αρχήν, το σύστημα διεθνούς δικαιοδοσίας που καθιερώνεται από τον κανονισμό στηρίζεται στον βασικό κανόνα, που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του κανονισμού, κατά τον οποίο «τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους.» Ο χαρακτήρας γενικής αρχής που έχει ο ανωτέρω κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας, κανόνας που αποτελεί έκφραση της αρχής actor sequitur forum rei, εξηγείται, όπως επισημαίνει το ΔΕΚ, από το γεγονός ότι ο κανόνας αυτός καθιστά δυνατόν, στον εναγόμενο, να αμυνθεί ευκολότερα. Μόνο κατά παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αυτή αρχή της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους στο έδαφος του οποίου ο εναγόμενος έχει την κατοικία ή την έδρα του, ο κανονισμός προβλέπει περιπτώσεις, περιοριστικά απαριθμούμενες, στις οποίες ο εναγόμενος πρέπει, όταν η κατάσταση εμπίπτει σε κανόνα αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας (π.χ., για τα ακίνητα) ή όταν πρόκειται για παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας, να μην εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου του κράτους της κατοικίας του.» Από το πνεύμα και το γράμμα των συνδυασμένων προνοιών του Κανονισμού, άρθρου 4
(1)ανωτέρω, προκύπτει ότι ο Κανονισμός δεν εφαρμόζεται μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις: αν ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, σε περίπτωση συντρέχουσας αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας ή εκεί όπου προκύπτει παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας, άρθρα 24 και 25 του Κανονισμού. Στην τελευταία περίπτωση δεν απαιτείται ο εναγόμενος να έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέρους αλλά είναι αρκετό ένα από τα διάδικα μέρη να πληροί την εν λόγω προϋπόθεση. Αποκλίσεις από τα γενικά κριτήρια της κατοικίας του εναγομένου που τίθενται χάριν προστασίας ειδικών κατηγοριών (ασφαλισμένους ή δικαιούχους, καταναλωτές, εργαζόμενους, σε ατομικές συμβάσεις εργασίας), ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στις κατηγορίες των εν λόγω προσώπων, τους οποίους ο Κανονισμός θεωρεί κατά τεκμήριο ως ασθενέστερο μέρος, να τύχουν δικαστικής προστασίας σε άλλη περίπτωση από εκείνη της κατοικίας του εναγομένου, δεν συντρέχουν στην υπό κρίση περίπτωση. Σε κάθε περίπτωση ο κανόνας της κατοικίας του εναγομένου εφαρμόζεται υποχρεωτικά ως βάση διεθνούς δικαιοδοσίας και εφαρμόζεται υποχρεωτικά σε κάθε περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. Ακόμα και εκεί όπου η διαφορά εμφανίζει συνδετικά στοιχεία με τρίτο κράτος, απαγορεύεται σε Δικαστήριο κράτους μέλους να αποποιηθεί τη διεθνή δικαιοδοσία του με το σκεπτικό ότι Δικαστήριο μη συμβαλλόμενου κράτους είναι καταλληλότερο για την εκδίκαση της διαφοράς. Αφής στιγμής, η έδρα της εταιρείας στη Γερμανία, ορίζει τη δωσιδικία και κατ΄ επέκταση τη δικαιοδοσία των Γερμανικών Δικαστηρίων η οποία συμπίπτει με την επίδικη ρήτρα στη φορτωτική, δεν τίθεται πλέον ούτε ζήτημα παρέκτασης της διεθνούς δικαιοδοσίας, άρθρο 25 του Κανονισμού, κατ΄ εφαρμογή της ρήτρας στη φορτωτική, ή αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας. Ακόμα και αν δεχθώ, πως η ρήτρα στη φορτωτική δεν έχει δεσμευτική ισχύ, επιστρέφουμε στον κανόνα της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας/έδρας της εναγόμενης εταιρείας όπου και πάλι υποδεικνύονται τα δικαστήρια της Γερμανίας. Παρέλκει ως εκ τούτου και η εξέταση του ζητήματος κατά πόσο υπήρξε συμφωνία των μερών και συγκατάθεση των εναγομένων για τη συμπερίληψη και ενσωμάτωση της στην παράγρ. 25 της φορτωτικής (C-436/16, 28.6.2017, Γιώργος Λεβέντης, Νικόλας Βαφειάς κατά Malcon Navigation Co. Ltd., Brave Bulk Transport Ltd., σκέψη 34, καθώς και την παρατιθέμενη εκεί νομολογία). Εν όψει των ανωτέρω, παρέλκει και η εξέταση της ένστασης που εισάγουν οι εναγόμενοι του forum non-convenience και για τον επιπρόσθετο λόγο όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση ΔΕΚ, C-281/02, 1.3.2005, Owusu κατά Jackson: δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Αγγλικός θεσμός του forum non-convenience, ως θεσμός μη συμβατός με το ισχύον σύστημα των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας και κατά συνέπεια απορριπτέος.» Τέλος, στην υπόθεση Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 549, σημειώθηκε, πάντα σχετικώς, ότι: «Ορθά περαιτέρω το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην Union Transport Plc v. Continental Lines S.A. [1992] 1 W.L.R. 15, όπου η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων αποφάσισε ότι όπου προκύπτουν διάφορες υποχρεώσεις από μια συμφωνία, τότε η δικαιοδοσία με βάση τον Κανονισμό 44/2001, αποφασίζεται με γνώμονα τον τόπο της κύριας υποχρέωσης. Αυτό με αναφορά και στην απόφαση Shenavai v. Kreischer [1987] CMLR 782, όπου το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφάσισε ότι όπου η διαφορά σχετίζεται με αριθμό υποχρεώσεων, όλες απορρέουσες από το ίδιο συμβόλαιο, τότε: «..... the court before which the matter is brought will, when determining whether it has jurisdiction, be guided by the maxim accessorium sequitur principalae; in other words where various obligations are in issue, it will be the principal obligation which will determine the jurisdiction.[25] » Το βάρος, όπως έχει αναφερθεί, βρίσκεται με το διάδικο που επικαλείται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου παρά την ύπαρξη αλλοδαπής ρήτρας διαιτησίας ή αλλοδαπής ρήτρας δικαιοδοσίας. Ταυτόχρονα και ο αιτούμενος την αναστολή επί τω ότι η Κυπριακή δικαιοδοσία δεν είναι το κατάλληλο forum, φέρει επίσης το βάρος να πείσει προς αυτό, ιδιαιτέρως, όταν επικαλείται τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Όπως έχει αναφερθεί στη Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1168, στη σελ. 1186: «Η νομολογία διακρίνει μεταξύ της περίπτωσης που διαπιστώθηκε ανυπερθέτως ότι υπάρχει δεσμευτική συμφωνία των μερών για παραπομπή των διαφορών στην αποκλειστική δικαιοδοσία ορισμένης χώρας και περίπτωσης που σχετίζεται με τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστέλλει διαδικασία. Στην πρώτη το βάρος απόδειξης έχει, σύμφωνα με την υπόθεση Eleftheria (πιο πάνω) ο ενάγων, ενώ στη δεύτερη συμβαίνει το αντίθετο (Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet)
(1990)1 Α.Α.Δ. 219, 231).[26]» Με τα όσα έχουν προεκτεθεί καθίσταται πρόδηλο ότι η εταιρεία έχει αποσείσει το δικό της βάρος, όχι όμως και οι σύμβουλοι. Σημειώνεται ότι έγινε και εισήγηση που επίσης έτυχε αποδοχής πρωτοδίκως, ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια υπό το φως των δεδομένων δεν είναι το forum conveniens. Τίθεται βεβαίως ερώτημα κατά πόσο είναι δυνατό να εγείρεται διαζευκτική βάση forum non conveniens, όταν η ίδια η εταιρεία επικαλείτο τη συμφωνηθείσα ρήτρα δικαιοδοσίας. Είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να τεθεί το ζήτημα της προσφορότερης δικαιοδοσίας στα δεδομένα της υπόθεσης υπό τη γενικότερη της μορφή[27]. Δεν χρειάζεται όμως να αποφασιστεί τελεσίδικα το ζήτημα αυτό, αφού δεν ηγέρθη. Αρκεί να λεχθεί ότι το νομολογιακό δίκαιο που έχει αναπτυχθεί στο θέμα, μέρος ουσιαστικά του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, συγκλίνει στο ότι η αναστολή διατάσσεται μόνο όπου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι υπάρχει άλλο προσφορότερο Δικαστήριο προς εκδίκαση της υπόθεσης. Τέτοια απόφαση συναρτάται με τη θεώρηση της πραγματικής και ουσιαστικής σύνδεσης της υπόθεσης με μια δικαιοδοσία και περιλαμβάνει παράγοντες όπως τη δημιουργία εξόδων, την ευκολία ή δυσχέρεια στην παρουσίαση μαρτυρίας, το νόμο που διέπει τη συναλλαγή, το χώρο στον οποίο κατοικούν ή διεξάγουν τις επιχειρήσεις τους οι διάδικοι και άλλα παρόμοια πρακτικά θέματα. Αυτά έχουν καθορισθεί στην κλασσική υπόθεση The Spiliada [1986] 3 All E.R. 843, η οποία ακολουθήθηκε και από την Κυπριακή νομολογία, στις υποθέσεις Κωνσταντόπουλου ν. M/V Mediterranean
(1990)1 Α.Α.Δ. 782 και Zeeland Navigation Co Ltd v. Banque Worms
(2000)1 Α.Α.Δ. 707. Όλα τα δεδομένα εδώ συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι η Κύπρος δεν είναι η προσφορότερη δικαιοδοσία για εκδίκαση της διαφοράς. Ηγέρθησαν και άλλα, παρεμφερή στην ουσία θέματα, τα οποία μπορούν να εξεταστούν συνοπτικά. Υπήρξε γνωμάτευση από Βούλγαρο δικηγόρο σε σχέση με το δίκαιο της Βουλγαρίας σε συσχετισμό με την προκύψασα διαφορά και την αλλοδαπή ρήτρα. Το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τις θέσεις που εκφράστηκαν και αυτό ήταν εντός της δικής του δικαιοδοσίας και εξουσίας, με δεδομένο ότι ήταν το Δικαστήριο που θα αποφάσιζε κατά πόσο έπρεπε να εφαρμόσει ή όχι τη συμφωνηθείσα ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, όπως ορθά υποδεικνύει η εταιρεία στο περίγραμμα της, η γνωμάτευση αυτή παρέλειψε να αναφέρει ότι η Βουλγαρία αποτελεί κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2007 και παρέλειψε να λάβει υπόψη τον Κανονισμό 44/2001, περιλαμβανομένης και της απόφασης Owusu v. Jackson and Others (Case C-281/02) [2005] QB 801, του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στην οποία τονίστηκε το επιτακτικό της πρόνοιας του Άρθρου 2 του Κανονισμού 44/2001 και ότι οι συντάκτες της Σύμβασης των Βρυξελλών δεν προέβλεψαν για εξαίρεση στη βάση του forum non conveniens. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα ζητήματα δικαιοδοσίας Δικαστηρίου ρυθμίζονται με το δικαιοδοτικό Νόμο και τη ρητή γραπτή συμφωνία των μερών[28]. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο ανώτατο νομικό πλαίσιο που τα διέπει. Για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, είμαι της γνώμης ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά στην πρώτη επιζητούμενη θεραπεία, κρίνω ότι η Εναγόμενη δεν απέσεισε το βάρος που έφερε να αποδείξει ότι μεταξύ των διαδίκων υπάρχει συγκεκριμένη διαφορά που εμπίπτει εντός της εμβέλειας των ρητρών διαιτησίας των δύο συμφωνιών. Στην ουσία, το μόνο, σχετικό με το εν προκειμένω ζήτημα, μαρτυρικό υλικό, προσκομίστηκε από τον Ενάγοντα, αφού ελλείπει οποιοσδήποτε προσδιοριστικός της διαφοράς ή διαφορών των μερών, ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση. Ως έχει υποδειχθεί, συναφώς, στην ανωτέρω αναφερόμενη σχετική Νομολογία, όσο ευρείς και αν είναι οι πρόνοιες μιας ρήτρας διαιτησίας, αυτό δεν απολήγει, άνευ άλλου, ότι τούτη καλύπτει κάθε διαφορά των μερών. Ο διάδικος που επικαλείται τους όρους μιας ρήτρας διαιτησίας, οφείλει, μέσω της μαρτυρίας που θα προσκομίσει προς υποστήριξη σχετικής αίτησής του, αντικρούοντας τις αντίστοιχες θέσεις επί γεγονότων του Ενάγοντα, να προσδιορίσει τη διαφωνία του με αυτές, ώστε να καταδειχθεί η διαφορά του με τον τελευταίο, με σκοπό, ακολούθως, το Δικαστήριο, στη βάση του προσδιορισμού αυτού, να εξετάσει αν η διαφορά ή διαφορές, εμπίπτουν στη ρήτρα διαιτησίας. Η απουσία σχετικού υπόβαθρου από πλευράς της Εναγόμενης κρίνεται καταλυτική για την τύχη της επίδικης αίτησης, στον βαθμό που, μέσω της, επιδιώκεται η αναστολή της παρούσας αγωγής λόγω ύπαρξης ρήτρας για παραπομπή της όποιας διαφοράς των μερών σε διαιτησία. Δεν πρέπει επίσης να λησμονείται ότι ο Ενάγοντας, στη βάση των ισχυρισμών του, οι οποίοι επαναλαμβάνω, ήταν γνωστοί στην Εναγόμενη 1 κατά τον χρόνο καταχώρησης της επίδικης αίτησης, θέλει όλους τους εναγόμενους, σε χρόνο πριν την συνομολόγηση των δυο συμφωνιών να έχουν συνωμοτήσει μεταξύ τους, με δόλια πρόθεση, να τον παρασύρουν ώστε να υπογράψει τις δυο επίδικες συμφωνίες, έχοντας (οι Εναγόμενοι), από τότε, πρόθεση, μετά την συνομολόγηση των συμφωνιών, να ενεργήσουν εις τρόπο ώστε να μην δυνηθεί τούτος να ασκήσει το δικαίωμα επιλογής (option) αγοράς των μετοχών της Εναγόμενης 1, θέση η οποία άπτεται ζητημάτων που προηγούνται χρονικά της συνομολόγησης των συμφωνιών, και κατά συνέπεια δεν θα μπορούσαν να αποτελούν διαφορά που καλύπτεται από τις ρήτρες διαιτησίας. Ακόμη, η υλοποίηση των όρων των συμφωνιών που περιέχουν την επίδικη ρήτρα, στη βάση της μεταγενέστερης υπογραφής από πλευράς του Ενάγοντα Συγκατάθεσης/Συναίνεσης για πώληση των μετοχών της Εναγόμενης 1 σε τρίτο (Τεκμήριο 27 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα που συνοδεύει την ένσταση) και Συγκατάθεσης Προσχώρησης (Deed of Adherence - Τεκμήριο 29 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα που συνοδεύει την ένσταση), εξαρτάτο, πλέον, και από την εκπλήρωση και/ή την ικανοποίηση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων που προέκυπταν από αυτές τις Συγκαταθέσεις, στη μια εκ των οποίων (Συγκατάθεση Προσχώρησης), περιλαμβανόταν πρόνοια ότι κάθε διαφορά ή αξίωση που προκύπτει από ή σε συνάρτηση με το αντικείμενο ή την διαμόρφωση της εν λόγω συγκατάθεσης, συμπεριλαμβανομένων των εξωσυμβατικών διαφορών ή αξιώσεων, θα διέπεται από και θα ερμηνεύεται σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, με ρητή αμετάκλητη συμφωνία των μερών ότι αποκλειστική δικαιοδοσία για να την επιλύσουν θα έχουν τα Δικαστήρια της Κύπρου. Κρίνω εν προκειμένω, στη βάση όλων των ανωτέρω, ότι η Εναγόμενη 1 απέτυχε να προσδιορίσει την διαφορά της με τον Ενάγοντα και να την εντάξει εντός της εμβέλειας των επίδικων ρητρών διαιτησίας, με αποτέλεσμα να μην παρέχεται στο Δικαστήριο η εξουσία να αποδώσει την αιτούμενη θεραπεία αναστολής της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. Σε ό,τι δε αφορά στην έτερη, διαζευκτική, αιτούμενη θεραπεία για αναστολή της διαδικασίας της αγωγής λόγω εφαρμογής της αρχής του Forum Non?Conveniens, σε συμφωνία με τις θέσεις του Ενάγοντα, κρίνω ότι η αρχή αυτή δεν είναι συμβατή με το ισχύον σύστημα κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας και ειδικότερα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 (βλέπε The Cyprus Phassouri Plantations Co Ltd, (ανωτέρω)). Δεν μου διαφεύγει η σχετική θέση των συνηγόρων της Εναγόμενης 1 ότι το αντικείμενο των επίδικων δυο συμφωνιών είναι ακίνητο που βρίσκεται στην Ελλάδα, και ότι στη βάση του δεδομένου αυτού οι πρόνοιες του ανωτέρω Κανονισμού αναγνωρίζουν αποκλειστική δικαιοδοσία στα Δικαστήρια της. Ωστόσο, με δεδομένο τον όρο της μιας εξ αυτών των συμφωνιών που επιτρέπει στον Ενάγοντα να ασκήσει δικαίωμα αγοράς των μετοχών της Εναγόμενης 1, κάτι που, στην ουσία, αποτελεί το βασικό, αν όχι και το μόνο που επιδιώκει να επιτύχει μέσω των αιτούμενων θεραπειών της παρούσας αγωγής, και εν απουσία, έστω γενικής, θέσης από πλευράς της Εναγόμενης ότι ο Ενάγοντας δεν εκπλήρωσε όλες ανεξαιρέτως τις υποχρεώσεις του σε σχέση με το ακίνητο στην Ελλάδα, κρίνω ότι εν προκειμένω, το βασικό αντικείμενο της όποιας διαφοράς των μερών, ως αυτό προσδιορίζεται από τον ίδιο τον Ενάγοντα, δεν είναι αυτό καθαυτό το ακίνητο, αλλά οι μετοχές της Εναγόμενης 1 (βλ. Hampton Advisory Group S.A. (ανωτέρω)). Στη βάση του δεδομένου αυτού, εκείνο που έχει σημασία για το εδώ ζητούμενο (βλ. Shenavai v. Kreischer (ανωτέρω)) είναι το που θα πρέπει να εκπληρωθεί η κύρια υποχρέωση ενός συμβαλλόμενου, που στην προκειμένη περίπτωση αυτή αφορά στην υποχρέωση της Εναγόμενης 1, στη περίπτωση που ο Ενάγοντας αποδείξει την υπόθεση του, να ενεργήσει ώστε οι μετοχές της να μεταβιβαστούν σε αυτόν, κάτι που θα πρέπει να γίνει στην Κύπρο, ούσα Κυπριακή εταιρεία. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι, στη βάση των δυο αυτών συμφωνιών, θα αγοραζόταν από την Εναγόμενη 1 ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα, και ακολούθως θα μεταπωλείτο τούτη σε τρίτους με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, δεν υπέχει της δυναμικής που του αποδίδει η Εναγόμενη 1 ώστε, στη βάση του ανωτέρω Κανονισμού, αποκλειστική δικαιοδοσία για εκδίκαση της αγωγής να έχουν τα Ελληνικά Δικαστήρια, αλλά η κατοικία/έδρα της Εναγόμενης 1 εταιρείας στη βάση του κανόνα της γενικής δωσιδικίας. Εν πάση περιπτώσει, ως αβίαστα προκύπτει από κάθε τι σχετικό που αναφέρεται, τόσο στις δυο επίδικες συμφωνίες (ρήτρες διαιτησίας), όσο και στις συγκαταθέσεις, που, ακολούθως, υπέγραψε ο Ενάγοντας (ρήτρα για την κατά τόπο δικαιοδοσία), τα μέρη των συμφωνιών/εγγράφων αυτών συμφώνησαν, ξεκάθαρα, ότι οι διαφορές τους θα επιλυθούν στα Δικαστήρια ή Διαιτητικά Δικαστήρια στην Κύπρο, παράγοντας, που ως υποδείχθηκε ανωτέρω, στο πλαίσιο της παράθεσης της σχετικής νομικής πτυχής, υπέχει της δικής του σημασίας για σκοπούς εξέτασης του εδώ ζητουμένου. Και κάτι ακόμα, ως ακροθιγώς υποδείχθηκε, χωρίς ωστόσο να εκφραστεί τελική κρίση επί τούτου (βλ. Hampton Advisory Group S.A. (ανωτέρω)), είναι τουλάχιστον αμφίβολο αν η Εναγόμενη 1 νομιμοποιείται, από την μια να επιζητά την αναστολή της αγωγής επί το ότι τα ζητήματα που την αφορούν θα πρέπει να εκδικαστούν, αποκλειστικά, στη Κύπρο στο πλαίσιο διαιτησίας, αναγνωρίζοντας, προφανώς, την κατά την τόπο δικαιοδοσία της Κύπρου, και από την άλλη, διαζευκτικώς, να υποστηρίζει ότι τα Δικαστήρια της Κύπρου δεν αποτελούν κατάλληλο Forum για εκδίκαση της διαφοράς, και να υποδεικνύει ως τέτοια τα Δικαστήρια της Ελλάδας. Εν πάση περιπτώσει, με τη συμπεριφορά που επέδειξε η Εναγόμενη 1, διά της καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης χωρίς διαμαρτυρία, και την υποβολή αιτημάτων για να της δοθεί χρόνος να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση του ενάγοντα για εξασφάλιση προσωρινών διαταγμάτων, αφήνοντας να παρέλθουν 6 και πλέον μήνες για να καταχωρήσει την επίδικη αίτηση, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν, στην υπόθεση G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2064, κρίνω ότι στερείται των δικαιωμάτων να επιζητούν την εν προκειμένω, αιτούμενη θεραπεία (αναστολή στη βάση της αρχής του Forum non-Conveniens), καθ' ότι δεν επέδειξε την αναγκαία σπουδή ώστε αμέσως και κατά προτεραιότητα να εξεταστεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και άφησε τούτο, στην ουσία, στην ελεύθερη σε αυτήν επιλογή του χρόνου επίλυσής του. Συναφώς, σημειώνω, ακόμα, και τούτο εις απάντηση των σχετικών προβαλλόμενων από την Εναγόμενη 1 θέσεων, ότι δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την περίπτωση που ελλείπει δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, ώστε, καθηκόντως, και ανεξάρτητα των όποιων εγειρόμενων θεμάτων, το ζήτημα της δικαιοδοσίας να εγείρετο αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Ως έχει ήδη υποδειχθεί ανωτέρω, η Εναγόμενη 1, στο πλαίσιο της διαζευκτικής αυτής αιτούμενης θεραπείας, δεν αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, παρά μόνο προβάλλει τη θέση ότι τα Ελληνικά Δικαστήρια είναι καταλληλότερα για να εκδικάσουν τη διαφορά. Εξάλλου, η αρχή του Forum Non?Conveniens, την οποία επικαλείται, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις εκείνες, που υπάρχει η δυνατότητα επιλογής μεταξύ των Δικαστηρίων δύο τουλάχιστον χωρών, στο καθένα από τα οποία είναι δυνατή η κατάθεση και η εκδίκαση μιας αγωγής, ως και ο ομνύοντας για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 προβάλλει στην παράγραφο 29 της ένορκης του δήλωσης. Επομένως, στη βάση του δεδομένου αυτού, αίτηση, ως η υπό εξέταση, δεν μπορεί να αφήνεται να προωθηθεί σε οποιοδήποτε χρόνο ο Εναγόμενος επιθυμεί να την προωθήσει, αλλά σε χρόνο προτού, λόγω της συμπεριφοράς του, αποδεχθεί να υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε η αγωγή, κάτι που, ως αναφέρω ανωτέρω, συμβαίνει στην υπό εξέταση περίπτωση. Στη βάση των ανωτέρων κρίσεων μου, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 1, και ως αυτά υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Οι ρήτρες των δυο συμφωνιών έχουν ως εξής: (α). «This agreement shall be governed by, and be construed in accordance with, the laws of the Republic of Cyprus. Any dispute, controversy, or claim arising out of or in connection with this agreement, including any question regarding its existence, validity or termination, or the legal relationships established by this contract shall be referred to and finally resolved by arbitration under the LCIA Rules, which Rules are deemed to be incorporated by reference into this clause. The number of arbitrators shall be one and the mechanism for their appointment shall be such as set out in the Rules. The seat, or legal place of arbitration shall be Nicosia, Cyprus. The language to be used in the arbitral proceedings shall be English.» (β). «This Agreement and any contractual rights and obligations arising out of or in connection therewith shall be governed by and construed in accordance with the laws of Cyprus. Any dispute, controversy, or claim arising out of or in connection with this agreement, including any question regarding its existence, validity or termination, or the legal relationships established by this contract shall be referred to and finally resolved by arbitration under the LCIA Rules, which Rules are deemed to be incorporated by reference into this clause. The number of arbitrators shall be one and the mechanism for their appointment shall be such as set out in the Rules. The seat, or legal place of arbitration shall be Nicosia, Cyprus. The language to be used in the arbitral proceedings shall be English.» [2] Η συμφωνία που περιέχει την πρώτη, στην υποσημείωση 1 πιο πάνω, ρήτρα διαιτησίας. [3] Η συμφωνία που περιέχει την δεύτερη, στην υποσημείωση 1 πιο πάνω, ρήτρα διαιτησίας. [4] «On those authorities, it seems to me that in order to deprive a defendant of his recourse to arbitration a "a step in the proceedings" must be one which impliedly affirms the correctness of the proceedings and the willingness of the defendant to go along with a determination by the Courts of law instead of arbitration», (Eagle Star Insurance Co. Ltd v. Yuval Insurance Co. Ltd [1978] 1 Lloyd's Rep. 357 at 361.) [5] Πριν την καταχώρηση της επίδικης αίτησης, δεν έχει καταχωρηθεί (υποβληθεί) από την Εναγόμενη 1 οποιοδήποτε άλλο δικόγραφο ή αίτηση ή ένσταση ή άλλως πως, επί της ουσίας της διαφοράς των μερών. [6] Βλέπε UNCITRAL 2012 Digest of Case Law on the Model Law on International Commercial Arbitration, όπου αναφέρεται «The requirement that an arbitration agreement be in writing ("writing requirement") under article 7
(2), as adopted in 1985, seeks "to ensure that parties do not get forced into arbitration unless it is clear beyond doubt that they have agreed to it." [.] Yet, it is not required under article 7
(2)that arbitration agreements be signed by all parties. An agreement is also to be considered in writing if it is contained "in an exchange of letters, telex, telegrams or other means of telecommunication which provide a record of the agreement," and this exchange need not be between the parties. Further broadening the notion of writing, article 7
(2)provides that an agreement would also be in writing where the parties have exchanged "statements of claim and defence in which the existence of an [arbitration] agreement [was[ alleged by one party and not denied by the other." (Υπογράμμιση δική μου). [7] Βλέπε UNCITRAL 2012 Digest of Case Law on the Model Law on International Commercial Arbitration, όπου αναφέρεται "The Model Law does not provide a strict definition of the term "commercial". The footnote to article 1
(1)calls for "a wide interpretation» and offers an illustrative and open-ended list of relationships that might be described as commercial in nature, "whether contractual of not". The purpose of the footnote is to circumvent any technical difficulty that may arise, for example, in determining which transactions should be governed by a specific body of "commercial law" that may exist in some legal systems. Several decisions have indeed adopted this approach by providing that the term "commercial' should be construed broadly having regard to manifold activities which form an integral part of internation trade. The Indian Supreme Court referred to the term "commercial" as used in the Model Law and interpreted it to include all "commercial relationships" in contradistinction to relationships of a matrimonial, family, cultural, social or political nature. In that case, the court took the view that a contract for consultancy services fell within the meaning of "commercial". The same court held in another case that the relationship between a company and a director, who had also entered into a contract with the company, had a "commercial" element and, therefore, the arbitration clause in the contract should apply. A Canadian court held that the commercial nature of a relationship was not dependent upon the qualification of the parties aw merchants or commercial persons. For example, the sale of a residential property was considered as involving a commercial relationship, particularly where the sale was transacted in a business-like manner, with the assistance of professional realtors, and within a legal framework appropriate for a transaction involving a large sum of money ." (Υπογράμμιση δική μου). [8] Η ανάλογη αναφορά στο άρθρο 8 του Ν.101/1987 είναι «. αγωγή για ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας διαιτησίας». [9] Όπως συμβαίνει και στην υπό εξέταση περίπτωση. [10] Υπογράμμιση δική μου. [11] Δεν έχει καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης στην παρούσα αγωγή. [12] Υπογράμμιση δική μου. [13] Υπογράμμιση δική μου. [14] Υπογράμμιση δική μου. [15] Υπογράμμιση δική μου. [16] Υπογράμμιση δική μου. [17] Υπογράμμιση δική μου. [18] Υπογράμμιση δική μου. [19] Υπογράμμιση δική μου. [20] Υπογράμμιση δική μου. [21] Υπογράμμιση δική μου. [22] Υπογράμμιση δική μου. [23] Υπογράμμιση δική μου. [24] Ο ενάγοντας είναι Αυστριακής καταγωγής και η εναγόμενη 1 είναι Κυπριακή εταιρεία. [25] Υπογράμμιση δική μου. [26] Υπογράμμιση δική μου. [27] Υπογράμμιση δική μου. [28] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο