G.O.I. ENERGY LIMITED ν. Αλεξία Μπακογιάννη κ.α., Αρ. Απαίτησης: 144/2024, 24/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Απαίτησης: 144/2024 Μεταξύ: G.O.I. ENERGY LIMITED Ενάγουσα -και-
- Αλεξία Μπακογιάννη
- Χριστόδουλος Δαμιανού
- Άννα Φιλιώτη
- Ιρένα Αρετή Δαμιανού
- Benyamin Steinmetz
- Eurofast Global Ltd
- Blue Sky Initiation GM Ltd
- AIA Relate Ανώνυμη Εταιρεία Επενδυτικών Σχέσεων και Εταιρικής Επικοινωνίας
- Completicos Holdigs Ltd
- DiGeo Limited Εναγόμενοι Ημερομηνία: 24 Ιουλίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Χριστοδούλου Για Εναγόμενη 7: κα Λιασίδου Ενδιάμεση Απόφαση Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η Ενάγουσα εταιρεία (στο εξής «η Ενάγουσα») επιζητεί εναντίον όλων των Εναγόμενων, στη βάση εξ υπαγωγής καταπιστεύματος και/ή των αρχών της αποκατάστασης και/ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αποζημιώσεις (γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές), καθώς επίσης και διακηρυκτική απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι τούτοι ενήργησαν σε συνέργεια και κατά παράβαση του Καταστατικού της Ενάγουσας ή της σχετικής νομοθεσίας, μη ακολουθώντας τις απαιτούμενες εταιρικές διαδικασίες, και προκάλεσαν τη σύναψη συμφωνιών εκ μέρους της Ενάγουσας, χωρίς προηγουμένως να ενημερώσουν το διοικητικό συμβούλιό της και χωρίς τη δέουσα και απαιτούμενη έγκριση από τα καταστατικά έγγραφά της. Επιζητεί, επίσης, διακηρυκτικές αποφάσεις εναντίον και/ή σε σχέση με συγκεκριμένους Εναγόμενους. Ειδικότερα, απόφαση με την οποία να διακηρύττεται ότι οι Εναγόμενοι 1 ? 3 ενέργησαν σε συνέργεια και κατά παράβαση του Καταστατικού της Ενάγουσας και/ή της σχετικής νομοθεσίας και/ή του καθήκοντος πίστης και επιμέλειας που όφειλαν στην Ενάγουσα, αφού δεν αποκάλυψαν σε συνεδρία των συμβούλων της τελευταίας το άμεσο ή έμμεσο συμφέρον που είχαν σε συμβάσεις που σύναψε τούτη με τις Εναγόμενες 6, 8, 9 και 10 και στη βάση της θεώρησης αυτής επιζητεί όπως οι εν λόγω συμφωνίες κηρυχθούν άκυρες ή/και εξ υπαρχής άκυρες και/ή ως προϊόντα δόλου και/ή απάτης. Σε σχέση με την Eναγόμενη 7, επιζητεί την έκδοση απόφαση, με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η Συμφωνία Διαμεσολάβησης, ημερομηνίας 11.05.2023 (στο εξής «η συμφωνία διαμεσολάβησης») και η περιεχόμενη σε αυτή ρήτρα διαιτησίας (στο εξής «η ρήτρα διαιτησίας» ή «η συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία»), που φαίνεται να συνομολογήθηκαν μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 7 είναι άκυρες ή/και εξ υπαρχής άκυρες και/ή παράνομες και/ή εικονικές και/ή αποτέλεσμα δόλου και/ή απάτης. Παρεμβάλω στο σημείο αυτό ότι, στη βάση των όρων της συμφωνίας διαμεσολάβησης, η Εναγόμενη 7 φέρεται να έχει αναλάβει, έναντι του ποσού των €25.000.000,00, να παρέχει στην Ενάγουσα υπηρεσίες διαμεσολάβησης για σκοπούς επίτευξης συμφωνία εξαγοράς από την τελευταία της εταιρείας Isab s.r.l. (στο εξής «η Isab»), μέσω της αγοράς του μετοχικού της κεφαλαίου (στο εξής «η συμφωνία εξαγοράς») από την μέτοχό της, εταιρεία Litasco S.A. (στο εξής «η Litasco»). Επανερχόμενος στο παρακλητικό της αγωγής, επιζητούνται, επίσης, διατάγματα εναντίον των Εναγόμενων 1 ? 3 και/ή των εκπροσώπων και/ή των αντιπροσώπων και/ή υπηρετών τους και/ή των νομικών συμβούλων τους, που να τους απαγορεύουν, από τη μια, να χρησιμοποιήσουν και/ή δημοσιεύσουν και/ή κοινοποιήσουν και/ή αποκαλύψουν και/ή διοχετεύσουν και/ή ανέχονται την κοινοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών της Ενάγουσας και/ή να εκμεταλλεύονται αυτές για λογαριασμό τους ή για λογαριασμό άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, και, από την άλλη, να τους διατάσσει να καταστρέψουν οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο ή εμπιστευτική πληροφορία, το/τις οποίο/ες αποτελεί/ουν περιουσιακό στοιχείο πνευματικής ιδιοκτησίας της Ενάγουσας ή το οποίο έγγραφο περιέχει εμπιστευτικές πληροφορίες και/ή αποτελεί εταιρικό μυστικό της. Τέλος, αξιώνεται και η επιδίκαση αποζημιώσεων (γενικών και/ή ειδικών και/ή τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών), εναντίον των Εναγόμενων 1 και 3 για παράβαση πίστης και/ή εμπιστοσύνης και/ή για παράνομη χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών και/ή παράβαση σύμβασης και/ή για συνωμοσία και/ή δόλο και/ή απάτη και/ή πρόκληση ζημιάς, λόγω παράνομης επέμβασης στην επιχείρηση της Ενάγουσας και/ή ζημιά που υπέστη τούτη στη φήμη και/ή επιχειρηματική της υπόσταση, ένεκα της αποκάλυψης εμπιστευτικών πληροφοριών και/ή εμπορικών μυστικών, που είχαν στην κατοχή τους οι Εναγόμενοι 1 ? 3 ως εκ της θέσης διευθυντή που κατείχαν και/ή κατέχουν σε αυτή. Η μέχρι τώρα πορεία της αγωγής Η αγωγή επιδόθηκε σε όλους τους Εναγόμενους, εκ των οποίων οι Εναγόμενοι 1, 3, 8, 9 και 10 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, με σκοπό να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Κανονισμό
- 1
(2)), και οι Εναγόμενοι 2, 4 και 6 χωρίς οποιανδήποτε διαμαρτυρία ή επιφύλαξη. Οι Εναγόμενοι 5 και 7 δεν καταχώρησαν, μέχρι σήμερα, σημείωμα εμφάνισης. Στο πλαίσιο της αγωγής, καταχωρήθηκαν διάφορες ενδιάμεσες αιτήσεις, από διάφορους διαδίκους, καθώς επίσης και ενστάσεις από τους εκεί καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίες (αιτήσεις και ενστάσεις) υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις, διάφορων αντιπροσώπων και/ή προσώπων που επικαλούνται σχετική εξουσιοδότηση των διαδίκων που προωθούν τα διάφορα τέτοια διαβήματα. Μία εξ αυτών των αιτήσεων, καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα, στις 19.02.2024 (ημερομηνία καταχώρησης και της αγωγής), σε μονομερή βάση, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκαν κάποια από τα εκεί επιζητούμενα διατάγματα, ενώ άλλα ορίστηκαν για επίδοση στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Ένα εκ των διαταγμάτων που εκδόθηκαν με τη μονομερή αυτή αίτηση της Ενάγουσας, αφορά σε διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων των Εναγόμενων. Στο πλαίσιο της αίτησης αυτής, έχουν καταχωρηθεί εντάσεις και εκκρεμεί η εκδίκασή της. Επίσης, μία, άλλη εκ των καταχωρηθεισών ενδιάμεσων αιτήσεων, αφορά σε μονομερή αίτηση της Ενάγουσας, ημερομηνίας 18.04.2024, με την οποία επιζητείτο η έκδοση αντιαγωγικού διατάγματος εναντίον της Εναγόμενης 7, ώστε να μην επιτραπεί στην τελευταία, στη βάση της ρήτρας διαιτησίας, να καταχωρήσει και να προωθήσει διαδικασία διαιτησίας. Η αίτηση αυτή δεν εξετάστηκε μονομερώς και το Δικαστήριο διέταξε την επίδοσή της. Την ίδια μέρα (18.04.2024), η Ενάγουσα καταχώρησε Έκθεση Απαίτησης. Δεν καθίσταται αναγκαία, για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης, η λεπτομερής καταγραφή των όποιων άλλων ενδιάμεσων διαδικασιών, οι οποίες καταχωρήθηκαν και/ή εκκρεμούν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, πλην της επίδικης, στην οποία θα αναφερθώ ευθύς αμέσως. Η επίδικη αίτηση Στις 10.05.2024 καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση από την Εναγόμενη 7, με την οποία επιζητείται η έκδοση διατάγματος, με το οποίο να αναστέλλεται ή να παραμερίζεται, σε σχέση με αυτή, η παρούσα αγωγή, πλην της διαδικασίας που αφορά τη μονομερή αίτηση της Ενάγουσας, ημερομηνίας 19.02.2024 μέσω της οποία εκδόθηκε διάταγμα παγοποίησης, στη βάση της θέσης ότι η εναντίον της, μέσω της παρούσας αγωγής, αξίωση της Ενάγουσας αποτελεί διαφορά επί των όρων και/ή την ισχύ και/ή τη νομιμότητα της συμφωνίας διαμεσολάβησης, την επίλυσή της οποίας θα πρέπει να αναλάβει το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο, ως προνοείται στη ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στην εν λόγω συμφωνία. Η Ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην επίδικη αίτηση. Τόσο η, επίδικη αίτηση όσο και η ένσταση της Ενάγουσας υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις, στο περιεχόμενο των οποίων και/ή την ιδιότητα των ομνυόντων τους, θα επανέλθω κατωτέρω. Η εκδοχή της Ενάγουσας Ως προκύπτει, τόσο από την Έκθεση Απαίτησης όσο και τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενδιάμεσες αιτήσεις και ενστάσεις που καταχώρησε η Ενάγουσα, περιλαμβανομένων των ένορκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την ένστασή της στην επίδικη αίτηση (στο πλαίσιο των οποίων υιοθετείται το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν τα λοιπά ενδιάμεσα διαβήματά της), τούτη αποτελεί εταιρεία, με έδρα τη Κύπρο, η οποία, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, είχε ως διευθύνοντες συμβούλους της, μεταξύ άλλων, και τους Εναγόμενους 1 ?
- Στα πλαίσια των εργασιών της επιδίωξε να συνάψει τη συμφωνία εξαγοράς, με σκοπό να καταστεί δικαιούχος διαχείρισης διυλιστηρίων στην Ιταλία. Τις διαπραγματεύσεις και συζητήσεις για σκοπούς συνομολόγησης της συμφωνίας εξαγοράς, εκ μέρους της, τις ανέλαβε ο διευθυντής και μέτοχός της Michael Bobrov (στο εξής «ο Bobrov»), χωρίς την όποια ανάμειξη της Εναγόμενης 7 ή του Εναγόμενου 5 (διευθυντής της τελευταίας), και η σχετική συμφωνία υπογράφτηκε στις 31.12.
- Έκτοτε, καταβλήθηκε από την Ενάγουσα προς την Litasco μέρος μόνο του τιμήματος αγοράς και μεταβιβάστηκαν σε αυτή οι μετοχές της Isab. Για σκοπούς υλοποίησης και ολοκλήρωσης της συμφωνίας εξαγοράς, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να εκδοθεί από την ιταλική κυβέρνηση σχετική έγκριση λόγω της στρατηγικής σημασίας των εγκαταστάσεων των διυλιστηρίων τα οποία διαχειριζόταν η Isab. Ακολούθως, και συγκεκριμένα στις 04.05.2023, υπογράφτηκε τροποποιητική συμφωνία εξαγοράς, στη βάση της οποίας η θυγατρική εταιρεία της Ενάγουσας, G.O.I. Energy S.r.l., η οποία εδρεύει στην Ιταλία, την αντικατέστησε, ως αγοραστής, και ανέλαβε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της έναντι της Litasco. Κατά την Ενάγουσα, η συμφωνία εξαγοράς δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, αφού υπολείπεται η καταβολή από πλευράς της και της θυγατρικής της εταιρείας του τιμήματος αγοράς, αλλά και κάποιες ενέργειες από πλευράς της Ιταλικής κυβέρνησης. Πάντα κατά την Ενάγουσα, η οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων στη συμφωνία εξαγοράς, θα πρέπει να επιλύεται διά της παραπομπής της σε διαιτησία στο Λονδίνο σύμφωνα με τους κανόνες του London Court of International Arbitration, ως ο όρος 13.11 της συμφωνίας εξαγοράς ορίζει. Ουδέποτε η Εναγόμενη 7 ή οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος της ήταν παρών στις συναντήσεις ή/και συζητήσεις του Bobrov με τις διάφορες εταιρείες και/ή τους αντιπροσώπους τους για σκοπούς συνομολόγησης, είτε της συμφωνίας εξαγοράς, είτε της τροποποιητικής συμφωνίας εξαγοράς. Πάντα στη βάση της εκδοχής της Ενάγουσας, τούτη, είναι Κυπριακή εταιρεία η οποία έχει αριθμό μετόχων, μεταξύ των οποίων ο Bobrov και η Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 είναι μέτοχος, διευθυντής και τελικός δικαιούχος των Εναγομένων 8 και 9 εταιρειών. Ο Εναγόμενος 2 ήταν ο αποκλειστικός μέτοχος της Εναγόμενης 6, τις μετοχές του οποίου, ακολούθως, απέκτησε μια άλλη εταιρεία, η οποία έχει ως τελικό δικαιούχο την Εναγόμενη 4, θυγατέρα του. Εν πάση περιπτώσει, ο Εναγόμενος 2 διοικεί και ελέγχει την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 3, πριν κοινοποιήσει την παραίτηση της από τη θέση του διοικητικού συμβούλου της Ενάγουσας, στην οποία, παραίτηση, θα αναφερθώ κατωτέρω, θεάθηκε να καταστρέφει και/ή να παραποιεί έγγραφα με σκοπό να εμποδιστεί ή να αποτραπεί η ανάκτηση στοιχείων που θα καταδείκνυε την κακοδιαχείριση της Ενάγουσας από τους Εναγόμενους 1, 2 και
- Είναι δε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 4, είναι θυγατέρα του Εναγόμενου 2 και 100% μέτοχος της σημερινής μετόχου (εταιρεία) της Εναγόμενης
- Ο Εναγόμενος 5 είναι ο ιδιοκτήτης, διευθύνοντας σύμβουλος και τελικός δικαιούχος της Εναγόμενης 7 και έχει ήδη καταδικαστεί για αδικήματα απάτης σε δυο Ευρωπαϊκές χώρες. Έχει επίσης αντιμετωπίσει υπόθεση φοροδιαφυγής στο Ισραήλ, την οποία και συμβίβασε εξώδικα. Η Εναγόμενη 6, είναι Κυπριακή εταιρεία, η οποία διοικείται από τον Εναγόμενο 2 και έχει ως τελικό δικαιούχο την Εναγόμενη 4, θυγατέρα του. Η Εναγόμενη 7, είναι Ισραηλινή εταιρεία που ελέγχεται από τον Εναγόμενο
- Η Εναγόμενη 8, είναι Ελληνική εταιρεία που ελέγχεται από την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 9, είναι Κυπριακή εταιρεία που, επίσης, ελέγχεται από την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 10, είναι Κυπριακή εταιρεία και μέτοχος της είναι ο σύζυγος της Εναγόμενης
- Η λειτουργία και διαχείριση των εργασιών της Ενάγουσας, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν υπό τον πλήρη έλεγχο και εξουσία των Εναγομένων 1 και 3, με την πρώτη να ασκεί τα πλείστα εκτελεστικά καθήκοντα της (της Ενάγουσας). Στη βάση των σχετικών συμφωνηθέντων, η πλειοψηφία των μετόχων της Ενάγουσας θεωρούσε ότι η Εναγόμενη 1 ασκούσε τα καθήκοντα της με επιμέλεια και προς το συμφέρον της εταιρείας. Περί τον Οκτώβριο του 2023, η Eναγόμενη 1 εξέφρασε την επιθυμία να παραιτηθεί από τη θέση του διοικητικού συμβούλου της Ενάγουσας λόγω φόρτου εργασίας, και τον επόμενο μήνα ακολούθησε επιστολή παραίτησης και από την Εναγόμενη 3, χωρίς να δίνει οποιανδήποτε εξήγηση. Παρά την επιστολή αυτή της Εναγόμενης 3, τούτη επιδίωξε να διατηρήσει τη θέση της. Το γεγονός αυτό, της ταυτόχρονης, περίπου, παραίτησης των Εναγόμενων 1 και 3, ώθησε την Ενάγουσα να ερευνήσει τον τρόπο δράσης των προσώπων αυτών κατά τη διάρκεια που ενεργούσαν ως διοικητικοί σύμβουλοι της, από την οποία έρευνα προέκυψε ότι τούτες χειρίζονταν, αποκλειστικώς και αυθαίρετα (χωρίς την όποια σχετική πληροφόρηση του Bobrov), το θέμα της σύναψης της συμφωνίας διαμεσολάβησης μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης
- Ως η Ενάγουσα υποστηρίζει, η συμφωνία διαμεσολάβησης ημερομηνίας 11.05.2011, είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή εικονική και/ή αποτέλεσμα δόλου και/ή απάτης και/ή παράβασης των προνοιών του καταστατικού της και/ή της σχετικής νομοθεσίας και εταιρικής πρακτικής. Υποστηρίζει ακόμα ότι ο Bobrov, ουδέποτε πριν τη συνομολόγηση της συμφωνίας διαμεσολάβησης είχε ενημερωθεί οτιδήποτε σχετικώς. Η Ενάγουσα, μέσω των διάφορων ομνυόντων που ετοίμασαν ένορκες δήλωσης, εκ μέρους της, σε διάφορες ενδιάμεσες διαδικασίες, παραπέμπει σε διάφορα γεγονότα, καθώς επίσης και τεκμήρια, για να υποστηρίξει τη θέση της περί της εικονικότητας, ακυρότητας και/ή παρανομίας της συμφωνίας διαμεσολάβησης. Προβάλει, επί τούτου, μεταξύ άλλων, την θέση ότι η εικονικότητα της εν προκειμένω συμφωνίας προκύπτει και από το γεγονός ότι τούτη, μολονότι φέρεται να αφορά σε αναγκαία διαμεσολάβηση που θα παρείχε η Εναγόμενη 7 για σκοπούς κατάληξης και σύναψης της συμφωνίας εξαγοράς, τούτη υπογράφτηκε πέντε περίπου μήνες μετά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας και έξι ημέρες μετά την υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας εξαγοράς, με αποτέλεσμα, ως εκ του γεγονότος αυτού και μόνο, να είναι άνευ αντικειμένου. Επίσης ότι, κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας διαμεσολάβησης, οι Εναγόμενες 1 και 3 φέρονται να ετοιμάζουν προχρονολογημένα έγγραφα και/ή πρακτικά και/ή ειδοποιήσεις της Ενάγουσας, σε μια προσπάθεια να υποστηριχθεί ότι η τελευταία είχε ήδη, προ πολλού, αναγνωρίσει ότι η Εναγόμενη 7 θα παρείχε σε αυτή υπηρεσίες διαμεσολάβησης. Στο πλαίσιο των ερευνών αυτών της Ενάγουσας, διεφάνη ότι καταβλήθηκε προς την Εναγόμενη 7 μέρος του τιμήματος παροχής υπηρεσιών της τελευταίας, ως αυτό προνοείτο στην συμφωνία διαμεσολάβησης και ειδικότερα το συνολικό ποσό των €8.000.000,00 σε δύο δόσεις, και δη, €5.000.000,00 στις 15.05.2023, όταν και εκδόθηκε τιμολόγιο από την Εναγόμενη 7 για το συνολικό τίμημα της εν λόγω συμφωνίας (€25.000.000,00), και €3.000.000,00, στις 26.06.2023, μέσω λογαριασμού που διατηρούσε η Ενάγουσα σε συγκεκριμένη τράπεζα και τούτο κατόπιν οδηγιών της Εναγόμενης
- Διεφάνη, επίσης, ότι, με ενέργειες των Εναγομένων 1, 2 και 3, σε διάφορες ημερομηνίες, από λογαριασμούς της Ενάγουσας καταβλήθηκε το συνολικό ποσό €472.449,53 στις Εναγόμενες 6, 8, 9 και 10, για φερόμενες υπηρεσίες που παρείχαν στην Ενάγουσα στη βάση συμφωνιών που φέρονται να συνομολογήθηκαν μεταξύ τους και της Ενάγουσας. Για την σύναψη των συμφωνιών αυτών, εκ μέρους της Ενάγουσας ενήργησαν οι Εναγόμενοι 1, 2 και
- Στη βάση των διαφόρων πληροφοριών που προέκυψαν από την έρευνα που διεξήγαγε η Ενάγουσα, και με παραπομπή στις διάφορες ενέργειες που αποδίδονται σε ένα έκαστο των Εναγομένων, προβάλλει τη θέση ότι αυτοί ενήργησαν συνωμοτικά, δόλια και απατηλά, με σκοπό να υφαρπάξουν από την Ενάγουσα χρήματα, χωρίς ποτέ να έχουν παρασχεθεί οι αναφερόμενες, στη συμφωνία διαμεσολάβησης, υπηρεσίες από την Εναγόμενη 7 και χωρίς ποτέ να έχουν παρασχεθεί, ή μερικών να έχουν παρασχεθεί, οι υπηρεσίες από τις υπόλοιπες Εναγόμενες (στη βάση των διαφόρων συμφωνιών που αυτές συνομολόγησαν με την Ενάγουσα), οι οποίες υπηρεσίες δεν ήταν αναγκαίες για την Ενάγουσα. Προτάσσει, επίσης, την ειδική σχέση των Εναγόμενων 1, 2 και 3 με τις Εναγόμενες 6, 8, 9 και 10 εταιρείες, με τις οποίες η Ενάγουσα συνομολόγησε διάφορες συμφωνίες, προσθέτοντας ότι τούτοι (οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3) ουδέποτε αποκάλυψαν το συμφέρον που διατηρούσαν και διατηρούν στις εταιρείες αυτές και ότι σκοπό είχαν να πλουτίσουν παράνομα εις βάρος της Ενάγουσας. Είναι η βασική θέση της Ενάγουσας ότι για την συνομολόγηση όλων των πιο πάνω αναφερόμενων συμφωνιών, είτε δεν έγινε νομότυπη σύγκλιση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας, είτε ότι, στο πλαίσιο των σχετικών συγκλίσεων, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν αποκάλυψαν, ως όφειλαν, το συμφέρον που διατηρούσαν στις Εναγόμενες εταιρείες. Είναι εν προκειμένω η θέση της Ενάγουσας, η οποία και αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της όλης εκδοχής της, ότι όλες οι ενέργειες των Εναγομένων 1, 2 και 3, είτε για σκοπούς έγκρισης της σύναψης των συμφωνιών με τις Εναγόμενες 6 - 10, είτε για σκοπούς υπογραφής των συμφωνιών αυτών, έγιναν καθ' υπέρβαση των εξουσιών τους, ως διοικητικοί σύμβουλοι της. Στη βάση της θεώρησης αυτής, η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή και επιζητεί τις πιο πάνω αναφερόμενες θεραπείες. Η εκδοχή της εναγόμενης 7 Στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση αλλά και άλλων ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους της, είτε προς υποστήριξη δικών της αιτημάτων, είτε προς υποστήριξη ενστάσεων σε ενδιάμεσες αιτήσεις της Ενάγουσας - το περιεχόμενο των οποίων υιοθετείται από την ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση - η Εναγόμενη 7 ισχυρίζεται ότι η συμφωνία διαμεσολάβησης είναι νόμιμη και αφορά σε υπηρεσίες που όντως παρασχέθηκαν από πλευράς της προς την Ενάγουσα. Υποστηρίζει, ακόμη, ότι, η συμφωνία εξαγοράς ολοκληρώθηκε, με αποτέλεσμα να νομιμοποιείτο η ίδια να εκδώσει το τιμολόγιο για το συνολικό τίμημα παροχής των υπηρεσιών της, και η Ενάγουσα να οφείλει να της εξοφλήσει το συνολικό ποσό. Θεωρεί, εν προκειμένω, ότι με την καταβολή των €8.000.000,00, η Ενάγουσα, απλώς, εξόφλησε μερικώς την οφειλή της, με αποτέλεσμα να δικαιούται και στο υπόλοιπο ποσό. Για σκοπούς απόδειξης της θέσης της ότι παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες διαμεσολάβησης από πλευράς της Εναγόμενης 7 ώστε να επιτευχθεί και συνομολογηθεί η συμφωνία εξαγοράς, η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, σε 55 παραγράφους τούτης, αναφέρεται στις διάφορες ενέργειες που φέρεται να προέβη ο Εναγόμενος 5 και άλλα πρόσωπα, εκ μέρους της Εναγόμενης 7, καθ' όλους τους ουσιώδεις για την παρούσα αγωγή χρόνους, με στόχο και σκοπό να διαμεσολαβήσει εκ μέρους της Ενάγουσας ώστε τούτη να συνομολογήσει την συμφωνία εξαγοράς και την τροποποιητική συμφωνία εξαγοράς. Τοποθετεί όλες αυτές τις ενέργειες σε χρόνους πριν την συνομολόγηση της συμφωνίας διαμεσολάβησης, και προβάλλει και διάφορους ισχυρισμούς ως προς το γιατί τούτη δεν υπογράφτηκε πριν την παροχή των υπηρεσιών διαμεσολάβησης, αλλά μετά την παροχή τους. Είναι η θέση της Εναγόμενης 7, ότι η συμφωνία εξαγοράς επιτεύχθηκε κατόπιν και ως αποτέλεσμα των υπηρεσιών διαμεσολάβησης που παρείχε στην Ενάγουσα, και ότι η συμφωνία διαμεσολάβησης αφορά σε ήδη παρασχεθείσες, στην Ενάγουσα, υπηρεσίες, με συγκεκριμένο συμφωνημένο τίμημα το οποίο δικαιούται. Υποστηρίζει, ακόμη, ότι, η Εναγόμενη 1, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, ήταν διευθύνοντας σύμβουλος της Ενάγουσας, με αποτέλεσμα, κάθε ενέργεια της που σχετίζεται με τα επίδικα γεγονότα της παρούσας αγωγής να είναι δεσμευτική για την Ενάγουσα. Προβάλει επίσης τη θέση ότι η Ενάγουσα ήταν γνώστης, εξαρχής, των ενεργειών στις οποίες προέβαινε η Εναγόμενη 7, εν είδει υπηρεσιών διαμεσολάβησης, και προς τούτο παραπέμπει σε διάφορα έγγραφα. Προωθεί επίσης τη θέση ότι, ενήμερος για τα ποιο πάνω ήταν και ο Bobrov. Εκλαμβάνοντας, η Εναγόμενη 7, ότι τα όποια παράπονα της Ενάγουσας, τα οποία προβάλλονται στην παρούσα αγωγή, σε σχέση με την ίδια, αποτελούν διαφορές οι οποίες σχετίζονται με τους όρους και/ή τη νομιμότητα της συμφωνίας διαμεσολάβησης, στη βάση του όρου 6, παράγραφος 8 της εν προκειμένω συμφωνίας (ρήτρα διαιτησίας), υποστηρίζει ότι αποκλειστική δικαιοδοσία για να επιλύσει την διαφορά αυτή, έχει το Διαιτητικό Δικαστήριο, ως στην ρήτρα διαιτησίας προβλέπεται. Θεωρεί, εν προκειμένω, ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να καταχωρεί και να προωθεί την παρούσα αγωγή, ή, καλύτερα ότι η ίδια νομιμοποιείται να επιζητεί την αναστολή της και την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, ως οι συμβαλλόμενοι, της συμφωνίας διαμεσολάβησης, συμφώνησαν. Περιορισμός/Κατηγοριοποίηση επίδικων ζητημάτων Κατά την ακροαματική διαδικασία της επίδικης αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο, σε φυσική μορφή, γραπτή αγόρευση (τις οποίες, ακολούθως, ανάρτησαν στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης), το περιεχόμενό της οποίας, έκαστος, υιοθέτησε και ακολούθως ζήτησαν και τους επιτράπηκε όπως, προφορικώς, τονίσουν κάποια σημεία από τις αγορεύσεις τους, καθώς επίσης να προσθέσουν περαιτέρω επιχειρήματα. Ο συνήγορος της Ενάγουσας, με σκοπό να ευκολύνει τη διαδικασία, κατηγοριοποίησε τους λόγους ένστασης ως εξής:
- Η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι, με την αιτούμενη, μέσω της, θεραπεία, δεν επιζητείται η παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, ως επιτρέπουν οι πρόνοιες του άρθρου 8 του Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου Ν.101/1987 (στο εξής «ο Νόμος του 1987») , παρά μόνο η αναστολή της παρούσας αγωγής, κάτι που δεν προβλέπεται από το εν λόγω άρθρο, και η οποία αναστολή, επενεργεί, απλώς, επικουρικά για σκοπούς υλοποίησης της βασικής θεραπείας που θα έπρεπε να επιζητείτο, και δη της παραπομπής. Ως επιπρόσθετο επιχείρημα προς υποστήριξη του λόγου αυτού, ο συνήγορος της Ενάγουσας υπέδειξε ότι η Εναγόμενη 7, με την αιτούμενη θεραπεία, ζητεί την εξαίρεση από την επιζητούμενη αναστολή της παρούσας αγωγής, της εκκρεμούσας διαδικασίας της ενδιάμεσης αίτησης της Ενάγουσας, ημερομηνίας 19.02.2024, μέσω της οποίας εξασφαλίστηκε διάταγμα παγοποίησης των περιουσιών των Εναγόμενων,
- Ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει ετοίμασε δικηγόρος που εργάζεται στην εταιρεία που εκπροσωπεί την Εναγόμενη 7, αντί οποιοσδήποτε αξιωματούχος ή αντιπρόσωπος της τελευταίας. Επί του προκειμένου, τόνισε τη φύση της παρούσας διαφοράς και τα όσα η Ενάγουσα αποδίδει στους αξιωματούχους της και στην Εναγόμενη 7, για να υποστηρίξει ότι, εν προκειμένω, η λογική και μόνο θέλει, προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης, να ορκιζόταν κάποιος αξιωματούχος της Εναγόμενης 7, για να διαφανούν τα ψεύδη και οι ανακρίβειες, οι οποίες προβάλλονται από την Εναγόμενη 7 και,
- Το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση αλλά και τα όσα σχετικά προτάσσει η Ενάγουσα, καταδεικνύουν ότι την παρούσα υπόθεση περιβάλλουν τέτοια γεγονότα και ισχυρισμοί, που αποκλειστική δικαιοδοσία για να εκδικάσει τη διαφορά των μερών έχει το παρόν Δικαστήριο και όχι το Διαιτητικό Δικαστήριο, και, εν πάση περιπτώσει, τα δεδομένα αυτά δικαιολογούν την ενέργεια της Ενάγουσας να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και να διεκδικήσει τις αιτούμενες θεραπείες. Μέρος των σχετικών επιχειρημάτων της Ενάγουσας αποτελεί και η θέση ότι η Εναγόμενη 7 δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αίτηση αφού, με την συμπεριφορά που υπέδειξε πριν την καταχώρηση της, έχει παραιτηθεί του όποιου δικαιώματος της να αποταθεί στο Διαιτητικό Δικαστήριο για επίλυση των όποιων διαφορών της με την Ενάγουσα. Προς τούτο, υποδεικνύει ότι η Εναγόμενη 7, πριν καν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, απέστειλε προς την Ενάγουσα απαίτηση, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 212 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, για καταβολή του υπόλοιπου του τιμήματος παροχής των υπηρεσιών διαμεσολάβησης, δεικνύοντας, έτσι, την ξεκάθαρη πρόθεση της να επιλύσει την διαφορά της με την Ενάγουσα μέσω αίτησης εκκαθάρισης, η οποία θα καταχωρείτο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Προς περαιτέρω υποστήριξη του επιχειρήματος αυτού, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, η πρόθεση αυτή της Εναγόμενης 7 προκύπτει και από το γεγονός ότι προέβαλε ένσταση στην αίτηση που καταχώρησε (η Ενάγουσα), για εξασφάλιση διατάγματος που να της απαγορεύει (της Εναγόμενης 7) να καταχωρήσει αίτηση εκκαθάρισης, στην οποία ένσταση επέμεινε μέχρι τέλους, όταν και τούτο οριστικοποιήθηκε. Νομική πτυχή Πότε πρέπει να καταχωρείται μια αίτηση ως η υπό εξέταση στη βάση των προνοιών του άρθρου 8 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, επί του οποίου εδράζεται η αίτηση; Το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 (στο εξής «το άρθρο 8 του Κεφ. 4») προνοεί ότι: «
- If any party to an arbitration agreement, or any person claiming through or under him, commences any legal proceedings in any Court against any other party to the arbitration agreement or any person claiming through or under him, in respect of any matter agreed to be referred, any party to such legal proceedings may at any time after appearance, and before delivering any pleadings or taking any other steps in the proceedings, apply to that Court to stay the proceedings, and that Court, if satisfied that there is no sufficient reason why the matter should not be referred in accordance with the arbitration agreement and that the applicant was, at the time when the proceedings were commenced, and still remains, ready and willing to do all things necessary to the proper conduct of the arbitration, may make an order staying the proceedings.» Η επιλογή του Δικαστηρίου να παραθέσει, ανωτέρω, τις πρόνοιες του άρθρου 8, στην αγγλική τους μορφή, έγινε λόγω της ανάγκης για παραπομπή στην αγγλική, σχετική με τα επίδικα ζητήματα, νομολογία, στο πλαίσιο της οποίας συζητήθηκαν παρόμοια, με τα επίδικα, ζητήματα, με αναφορά στις πρόνοιες της εκάστοτε αγγλικής νομοθεσίας, οι οποίες ομοιάζουν, κατά πολύ, με τις πρόνοιες του άρθρου 8 ανωτέρω. Προκύπτει αβίαστα από το λεκτικό του άρθρου 8 ανωτέρω, ότι ο νομοθέτης, με τη συμπερίληψη της φράσης «at any time after appearance, and before delivering any pleadings or taking any other steps in the proceedings», επιθυμούσε να επιβάλει περιορισμό σε έναν εναγόμενο που θα επικαλεστεί τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, όχι μόνο σε συνάρτηση με την καταχώρηση, από πλευράς του, δικογράφου, αλλά και με τα οποιαδήποτε διαβήματα στα οποία προβαίνει μετά την καταχώρηση της εμφάνισής του και, προφανώς, πριν την καταχώρηση του δικογράφου του. Παρόμοια πρόνοια, παρουσίαζε και η σχετική, εκάστοτε, αγγλική νομοθεσία. Και αναφέρομαι στο Arbitration Act 1889, στο Arbitration Act 1950 και στο Arbitration Act
- Τα αγγλικά Δικαστήρια, σε σχέση με το ποια διαβήματα ενός διαδίκου θα μπορούσαν να αποτελέσουν εμπόδιο για την προώθηση μια αίτησης, ως η υπό εξέταση, κατέληξαν στην κρίση ότι, η ενέργεια ενός εναγόμενου να ζητήσει χρόνο για να καταχωρήσει την Υπεράσπισή του, αποτελούσε διάβημα που του στερούσε το δικαίωμα να μπορεί να επικαλεστεί τις πρόνοιες του σχετικού αγγλικού νόμου για αναστολή της διαδικασίας του Δικαστηρίου λόγω ρήτρας παραπομπής των διαφορών των μερών σε διαιτησία (βλέπε Vector Onega A.G. v. Του Πλοίου Μ/V Grivas κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1, Ford's hotel Co. Ltd v. Barlett
(1896)A. C. 1 και Pitchers Ltd v. Plaza (Queensbury) Ltd
(1940)1 All E. R. 151). Αργότερα, σε σχέση πάντα με τη φράση «steps in the proceedings» (η οποία αποτελεί μέρος των προνοιών του άρθρου 4 Arbitration Act 1889, του άρθρου 4 του Arbitration Act 1950 και του άρθρου 1
(1)του Arbitration Act 1975), τα αγγλικά Δικαστήρια, υιοθετώντας, στην ουσία, τα όσα σχετικά λέχθηκαν στις μόλις πιο πάνω αναφερόμενες δύο αγγλικές αποφάσεις, σημείωσαν ότι, ένας εναγόμενος, δύναται να επικαλεστεί τις πρόνοιες του νόμου και να απαιτήσει την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας λόγω ύπαρξης ρήτρας για παραπομπή της διαφοράς των μερών σε διαιτησία, έστω και αν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και προέβη σε οποιαδήποτε διαβήματα μετά την καταχώρηση της εμφάνισης του (περιλαμβανομένου και του αιτήματος για παροχή περαιτέρω χρόνου για καταχώρηση της Υπεράσπισης), νοουμένου, όμως, ότι θα καταστήσει, τουλάχιστον προς τον αντίδικό του, σαφές ότι, το όποιο διάβημά του, προωθείται άνευ βλάβης του δικαιώματος του να αιτηθεί την αναστολή της διαδικασίας. Η μόλις αναφερόμενη κρίση των αγγλικών Δικαστηρίων, βασίστηκε και επί του σχετικού σχολίου του συγγραφέα Merkin (Merkin Arbitration Law), το οποίο έχει ως ακολούθως: «... (e) An act which would otherwise be regarded as a step in the proceedings will not be treated as such if the applicant has specifically stated that he intends to seek a stay», (βλέπε επίσης, Bilta (UK) Limited (in liquidation) v. Muhammad Nazir a.o. [2010] EWHC 1086 (Ch), Capital Investments Ltd v. Radio Design
(2002)1 All E. R (Comm) 514 (CA) και Patel v. Patel
(1999)1 All E. R. (Comm) 923 (CA)). Ούτε η περαιτέρω τροποποίηση του σχετικού αγγλικού νόμου (βλέπε Arbitration Act 1996), όπου τα απαγορευτικά διαβήματα («any steps») συνδέονται πλέον με ενέργειες που σκοπό έχουν να απαντήσουν στην ουσία της απαίτησης του ενάγοντα («in those proceedings to answer the substantive claim»), φαίνεται να διαφοροποίησε τα πράγματα και δη ότι, το ζητούμενο, δεν εξετάζεται, αποκλειστικά και μόνο, με το κατά πόσο καταχωρήθηκε ή όχι το δικόγραφο της Υπεράσπισης, αλλά και σε συνάρτηση με την όλη στάση του εναγόμενου, από την ημέρα που καταχώρησε την εμφάνιση του, μέχρι και την ημέρα που καταχώρησε την αίτηση για αναστολή της διαδικασίας. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική με το θέμα αγγλική νομολογία, είναι ότι, το ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει, είναι το κατά πόσο ο εναγόμενος (περιλαμβανομένου και του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου), με τη συμπεριφορά του (τα διάφορα διαβήματά του, κατά την δικαστική διαδικασία, μετά την εμφάνισή του), έχει, σιωπηρώς (impliedly) αποδεχθεί την ορθότητα της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας και επιδείξει επιθυμία να προχωρήσει ώστε τα επίδικα ζητήματα να αποφασιστούν από το Δικαστήριο αντί διά διαιτησίας[1]. Στην υπόθεση Bilta (ανωτέρω), εμμέσως, πλην όμως σαφώς, με γνώμονα και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ford's Hotel (ανωτέρω), επιβεβαιώθηκε ότι, αίτημα του εναγόμενου για επέκταση του χρόνου για σκοπούς καταχώρησης Υπεράσπισης, αποτελούσε διάβημα στη δικαστική διαδικασία που του στερούσε το δικαίωμα να αιτηθεί την αναστολή της διαδικασίας, εκτός, φυσικά, αν με σαφή τρόπο, επιφύλαξε το δικαίωμά του να αποταθεί για μια τέτοια αναστολή. Το Δικαστήριο, έχοντας ενώπιον του, υπό μορφή μαρτυρίας, τη μεταξύ των μερών αλληλογραφία, από την οποία, προέκυπτε αβίαστα ότι η πρόθεση του εναγόμενου, καθ' ον χρόνο προωθούσε το αίτημα του για παράταση του χρόνου για καταχώρηση Υπεράσπισης, ήταν να του παρασχεθεί περαιτέρω χρόνος ώστε να αποφασίσει αν θα αποδεχόταν τη διαδικασία του Δικαστηρίου ή αν θα προέβαινε σε διαβήματα ώστε η εκδίκαση της διαφοράς να παραπεμφθεί σε διαιτησία, έκρινε ότι, το εν λόγω διάβημα του εναγόμενου, έγινε με επιφύλαξη του δικαιώματός του να αποταθεί για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα, το μετέπειτα αίτημά του για αναστολή της διαδικασίας, να εγκριθεί. Προκύπτει, επομένως, από τα ανωτέρω, ότι, σε κάθε περίπτωση, τα διαβήματα, από πλευράς ενός εναγομένου, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τροχοπέδη για προώθηση αιτήματος, ως η επίδικη αίτηση, θα πρέπει να λάβουν χώρα στο πλαίσιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, και δη, στη προκειμένη περίπτωση, της παρούσας αγωγής, αφού από αυτά (τα διαβήματα) θα πρέπει να προκύπτει το κατά πόσο ο εναγόμενος σιωπηρώς (impliedly) έχει αποδεχθεί την ορθότητα της διαδικασίας αυτής και έχει, με τον τρόπο αυτό, επιδείξει επιθυμία να προχωρήσει ώστε τα επίδικα ζητήματα να αποφασιστούν από το Δικαστήριο αντί μέσω διαιτησίας. Στη βάση δε της κρίσης αυτής, η θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 7 δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αίτηση καθότι, με την αποστολή της απαίτησης, δυνάμει του άρθρου 212 του Κεφ. 113 και με την μετέπειτα επιμονή της να προωθεί την ένσταση της στην οριστικοποίηση του διατάγματος που της απαγόρευε να καταχωρήσει αίτηση εκκαθάρισης εναντίον της Ενάγουσας υπάχθηκε στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού δεν πρόκειται για διαβήματα που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, και εν πάση περιπτώσει, η αίτηση εκκαθάρισης δεν αποτελεί διαδικασία επίλυσης διαφοράς. Πότε πρέπει να καταχωρείται μια αίτηση ως η υπό εξέταση στη βάση των προνοιών του άρθρου 8 του Νόμου του 1987, επί του οποίου, επίσης, εδράζεται η αίτηση; 8.-
(1)Σε περίπτωση που εγείρεται αγωγή για ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας περί διαιτησίας, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται η αγωγή οφείλει, αν το ζητήσει το ένα των μερών πριν από την υποβολή της πρώτης έκθεσης του επί της ουσίας της διαφοράς, να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία, εκτός αν εύρει ότι η συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης.
(2)Η έγερση αγωγής κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο
(1)δεν αποτελεί κώλυμα για την έναρξη ή τη συνέχιση της διαιτητικής διαδικασίας ή την έκδοση τελικής διαιτητικής απόφασης, εν όσω το επίδικo θέμα εκκρεμεί εvώπιov του Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του μόλις πιο πάνω άρθρου, σε αντιδιαστολή με ότι ισχύει για τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Κεφ. 4, αίτηση ως η υπό εξέταση μπορεί να καταχωρηθεί εφόσον ο Εναγόμενος δεν έχει καταχωρήσει (υποβάλει) την πρώτη έκθεσή του επί της ουσίας της διαφοράς, κάτι, που δεν είναι άλλο από την Υπεράσπισή του, χωρίς η όποια άλλη τυχόν προγενέστερη συμπεριφορά του να υπέχει σημασίας για σκοπούς κρίσης επί της δυνατότητας καταχώρησης της. Η επιλογή του νομοθέτη να συναρτήσει την εν προκειμένω δυνατότητα μόνο με την υποβολή της πρώτης έκθεσης επί της ουσίας της διαφοράς των μερών και όχι την οποιανδήποτε άλλη προγενέστερη ενέργειά του Εναγομένου, είναι σαφής, από την απουσία σχετικής αναφοράς στις πρόνοιες του ρηθέντος άρθρου, όπως της φράσης «or taking any other steps in the proceedings» που απαντάται στις πρόνοιες του άρθρου 8 του Κεφ. 4. Πώς ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου στη βάση των προνοιών του άρθρου 8 του Κεφ. 4; Το κατά πόσο θα εγκριθεί μια αίτηση, ως η υπό εξέταση, δεν είναι θέμα αποκλειστικά ικανοποίησης προϋποθέσεων, αλλά ζήτημα που ανάγεται και στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, εκτός φυσικά, εάν κριθεί ότι ο αιτητής προέβη σε απαγορευτικά διαβήματα στη διαδικασία του Δικαστηρίου, οπότε, δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει, επί της ουσίας της, την αίτηση (βλέπε Yiola A. Skaliotou v. Christoforos Pelekanos
(1976)1 CLR 251 και Russell on Arbitration, 19η έκδοση, σελ. 182 και Russell on Arbitration 23η έκδοση, παρ. 7-043, σελ. 368). Όπως προκύπτει από τη σχετική με το ζήτημα νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν από έναν αιτητή που επιζητεί την αναστολή της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας είναι ότι, (α) μεταξύ των μερών έχει συμφωνηθεί όπως συγκεκριμένη διαφορά τους παραπεμφθεί σε διαιτησία, (β) έχει επέλθει έναρξη δικαστικής διαδικασίας από πρόσωπο, μέρος, της πιο πάνω συμφωνίας, (γ) η αξίωση στη δικαστική διαδικασία αφορά τη διαφορά που συμφώνησαν τα μέρη να παραπεμφθεί σε διαιτησία, (δ) η αίτηση για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας προωθείται από διάδικο στην εν λόγω διαδικασία, (ε) τούτη (η αίτηση αναστολής) υποβλήθηκε μετά την καταχώρηση εμφάνισης, πλην όμως πριν ο διάδικος αυτός παραδώσει τις έγγραφες προτάσεις του και πριν λάβει οποιοδήποτε άλλο διάβημα στη δικαστική διαδικασία, και τέλος, (στ) ο διάδικος που προωθεί την αίτηση αναστολής, είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει όλα τα αναγκαία για τη δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των κριτηρίων αυτών και γενικότερα της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία βλέπε τις United Feeder Serv. Ltd. ν. Πλοίου "Anna Elisabeth"
(2010)1(Γ) A.A.Δ. 1946, Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. 1. Στέλιου Κουρουκλίδη κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 1374, Λενιάνα Τουριστ Σερβισες Λτδ ν. Ανδρέα Χ. Καρπάσπη & Υιοί, (Βιομηχανία) Λτδ,
(1991)1 ΑΑΔ 75 και Yiola A. Skaliotou (ανωτέρω)). Κατά κανόνα, όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι ανωτέρω προϋποθέσεις από πλευράς του αιτητή, το βάρος απόδειξης ότι δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί η συμφωνία παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία το φέρει ο διάδικος που επικαλείται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Balkancarimpex FTO v. Leasco Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 815, Amathus Navigation Co. Ltd v. Concord Express Liners κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030, Phassouri Plantations v. Adriatica
(1985)1 C.L.R. 290 και The Eleftheria [1969] 2 All E.R. 641). Πώς ασκείται η εξουσία του Δικαστηρίου στη βάση των προνοιών του άρθρου 8 του Νόμου του 1987; Στη βάση των προνοιών του άρθρου 8 του Νόμου του 1987, είναι αβίαστα που προκύπτει, με την συμπερίληψη της λέξης «οφείλει», ότι, αφ' ης στιγμής ο Εναγόμενος που αποτείνεται στο Δικαστήριο για παραπομπή της διαφοράς μιας αγωγής σε διαιτησία, ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τούτες (οι πρόνοιες) επιβάλλουν, το Δικαστήριο δεν διατηρεί οποιαδήποτε διακριτική εξουσία να αρνηθεί να αποδώσει την επιζητούμενη θεραπεία, σε αντιδιαστολή με ότι ισχύει στην περίπτωση που η αίτηση προωθείται στη βάση των προνοιών του άρθρου 8 του Κεφ.4, ανάλυση των οποίων έγινε ανωτέρω. Οι δε προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιήσει ο αιτητής που εδράζει την αίτηση του επί των προνοιών του άρθρου 8 του Νόμου του 1987, είναι οι εξής:
- Η εκκρεμούσα αγωγή αφορά σε ζήτημα (διαφορά) που αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας περί διαιτησίας,
- Το ζήτημα (διαφορά) είναι εμπορικό στη βάση των προνοιών των εδαφίων 4 και 5 του άρθρου 2 του Νόμου,
- Η συμφωνία περί παραπομπής του ζητήματος (διαφοράς) σε διαιτησία είναι γραπτή και
- Η διαιτησία είναι διεθνής, στη βάση των προνοιών του εδαφίου 2 του άρθρου 2 του Νόμου. Που, εν τέλει, εδράστηκε η επίδικη αίτηση; Μολονότι η επίδικη αίτηση, στη βάση του σχετικού περιεχομένου του κυρίως σώματός της, εδράζεται, τόσο στο άρθρο 8 του Κεφ. 4 όσο και στο άρθρο 8 του Νόμου του 1987, εντούτοις, στη βάση του περιεχομένου της αγόρευσης της συνηγόρου της Εναγόμενης 7, τούτη (η επίδικη αίτηση) προωθήθηκε, αποκλειστικώς, επί των προνοιών του άρθρου 8 του Κεφ.
- Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι η τελική αγόρευση, η οποία δεν επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίδικο θέμα, θεωρείται ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και ότι όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί (βλέπε Στέλιος Σάββα και Υιοί Λιμιτεδ v. Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή αρ. 1/2019, απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 28.05.2020). Ως αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο της αγόρευσης της συνηγόρου της Εναγόμενης 7 και ειδικότερα κάτω από τον τίτλο Αναστολή Δικαστικής Διαδικασίας, εκείνο που εκεί αναπτύσσεται και προβάλλεται ως δικαιοδοτική βάση για απόδοση της αιτούμενης θεραπείας είναι το άρθρο 8 του Κεφ. 4 και όχι το άρθρο 8 του Νόμου του
- Δεν μου διαφεύγουν οι άλλες αναφορές στην αγόρευσή της συνηγόρου της Εναγόμενης οι οποίες αφορούν στις πρόνοιες του Νόμου του 1987, πλην όμως τούτες προβάλλονται, είτε με σκοπό να αναχαιτιστούν συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης που προβάλλει η Ενάγουσα κατ' επίκληση των προνοιών του εν λόγω Νόμου, είτε με σκοπό να υποστηριχθεί η θέση ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο έχει εξουσία να αποφαίνεται και επί της ακυρότητας ή παρανομίας μίας σύμβασης. Ενδεικτικό της εγκατάλειψης από πλευράς της Εναγόμενης 7 της δικαιοδοτικής βάσης του άρθρου 8 του Νόμου του 1987, είναι και το γεγονός ότι, ενώ επικαλείται ότι η ρήτρα διαιτησίας είναι σε ισχύ και ότι έχει ικανοποιήσει, ως αιτήτρια, όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις, ζητεί από το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική εξουσία του και να αποδώσει την αιτούμενη θεραπεία, εξουσία, ωστόσο, η οποία δεν παρέχεται στο Δικαστήριο από τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Νόμου του 1987 όταν ο αιτητής αποσείσει το σχετικό βάρος που φέρει, το οποίο, πλέον, οφείλει να παραπέμψει, προς επίλυση, τη διαφορά σε διαιτησία. Επίσης, πάντα σε σχέση με την μη προώθηση της επίδικης αίτησης επί των προνοιών του άρθρου 8 του Νόμου του 1987, υποδεικνύω και το ότι ελλείπει από το περιεχόμενο της αγόρευσης της συνηγόρου της Εναγόμενης 7 οποιαδήποτε ανάπτυξη των κριτηρίων που πρέπει να ικανοποιηθούν στην περίπτωση που αίτηση, ως η επίδικη, εδράζεται επί των προνοιών του εν λόγω άρθρου, όπως το αν η διαφορά είναι εμπορική και το αν η διαιτησία είναι διεθνής στη βάση των σχετικών προνοιών του εν λόγω Νόμου. Κατά συνέπεια, η επίδικη αίτηση θα εξεταστεί επί της δικαιοδοτικής βάσης που παρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 8 του Κεφ. 4 και μόνο. Πως αποδεικνύεται αν η διαφορά των διαδίκων εμπίπτει εντός της εμβέλειας της ρήτρας διαιτησίας; Εκείνο που εδώ ενδιαφέρει, και θα απασχολήσει κατωτέρω, είναι το κατά πόσο η διαφορά των διαδίκων, ως τούτη προβάλλει από τα όσα σχετικά έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί διαφορά, που, σύμφωνα με την επίδικη ρήτρα διαιτησίας, θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία, είτε στη βάση του ότι αυτή (η διαφορά) εμπίπτει εντός της εμβέλειας της ρήτρας διαιτησίας, είτε στη βάση του ότι, έστω και αν εμπίπτει, ορθότερο είναι τούτη να αφεθεί να επιλυθεί από το Δικαστήριο. Ως προς τον προσδιορισμό της διαφοράς των μερών, το Δικαστήριο, δικαιούται να αντλήσει καθοδήγηση από όλο το ενώπιον του υλικό (βλέπε Λενιάνα Τούριστ Σέρβισες Λτδ εναντίον Ανδρέα Χ. Καρπασπή & Υιοί (Βιομηχανία) Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 75). Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Steamer Shipping Co Ltd v. Sibyl Trading & Shipping Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1069. Έχουν ως εξής: «Η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας δεν αρκεί για να υπάρξει αναστολή της δικαστικής διαδικασίας. Το ίδιο το άρθρο 8, όπως και το αντίστοιχο και ουσιαστικά πανομοιότυπο άρθρο 4 του Αγγλικού Arbitration Act 1950 (και πριν από αυτό το άρθρο 4 του Arbitration Act 1889), αφορά μόνο αγωγή "in respect of any matter agreed to be referred"[2]. Η ρήτρα διαιτησίας, εκφράζοντας τη συμφωνία των μερών, έχει μόνο τέτοια και τόση έκταση όση της δίδουν οι όροι της και όχι άλλη ή περισσότερη. Στην προκειμένη περίπτωση, η ρήτρα διαιτησίας καλύπτει "any dispute"[3], δηλαδή "οποιαδήποτε διαφορά", και δεν είναι ακόλουθο ότι οποιαδήποτε απαίτηση συνιστά αναγκαστικά και dispute ή διαφορά, ούτε, όπως λέγουν οι Εναγόμενοι 2, ότι οποιαδήποτε απαίτηση έχει ως γενεσιουργό αιτία τη μη τήρηση των όρων της συμφωνίας συνιστά "dispute". Ο ευπαίδευτος δικαστής ορθώς λοιπόν έθεσε τη βάση της προσέγγισης του λέγοντας ότι το κρίσιμο ερώτημα ήταν αν η απαίτηση των εναγόντων συνιστούσε διαφορά ή αμφισβήτηση που να ενέπιπτε στα πλαίσια του όρου 17 των ναυλοσυμφώνων. Στην πολύ ανάλογη προς την προκειμένη υπόθεση Skaliotou v. Pelekanos
(1976)1 C.L.R. 251, το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε εκτεταμένη αναφορά στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, παρατηρώντας στις σελίδες 262-263: "The first complaint of counsel was (
- a)that the finding of the trial Judge that there was no dispute was wrong in law once in the affidavit of the husband of the defendant there was a reference to the arbitration agreement indicating that the dispute was within the arbitration; and (
- b)that the trial Judge wrongly exercised his discretion in declining to grant a stay of the action. The question is what is the present dispute about. We think that the answer has to be gathered from the affidavits filed in the application to stay and from the endorsement of the writ and of the statement of claim, as well as the accounts. It has not been alleged that when the claim was made by the plaintiff, there was a letter from the defendant rebutting or denying the said claim, and going through all the material which was before the learned trial Judge, including the submissions of counsel, we find ourselves in agreement with the trial Judge that in spite of the reference to arbitration in the affidavit of the husband of the defendant, nevertheless, nowhere it is to be found what was the precise nature of the dispute which has arisen between the parties. Indeed, we would go further and state that even the new counsel before us when arguing the appeal, was not in a position to state clearly what was the disagreement between the parties in this case or what was the precise nature of the dispute which had arisen between the parties to be referred in accordance with the arbitration agreement. With respect to counsel's argument, a mere reference to arbitration is not sufficient, and it was up to the affiant to point out clearly what was actually the dispute in more specific language, because once the plaintiff instituted proceedings, and the defendant was relying on paragraph 14
(1)(c) containing the arbitration clause, it was up to him to pinpoint to the trial Judge the precise nature of dispute which was arisen between the parties in order to obtain a stay of proceedings. We would, reiterate that, in such cases, there must be a dispute in fact, that is to say, there must be some issue joined between the parties which the arbitrator would have to try at the end. The effect of there being no dispute between the parties within an arbitration agreement is, of course, that the Court has no power to stay an action. See Monro v. Bongor U.D.C. [1915] 3 K.B. 167 at p. 171)." Η υπόθεση Ιnvesta Foreign Trade Co Ltd v. Onisiforos Demetriades & Co.
(1982)1 C.L.R. 276, στην οποία οι εναγόμενοι είχαν βασισθεί ιδιαίτερα πρωτοδίκως, δείχνει ακριβώς την έκταση της έρευνας του δικαστηρίου για να διαπιστωθεί αν αποκαλύπτεται "dispute" στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας (που εκεί αποκαλύπτετο από την οπισθογράφηση, την έκθεση απαιτήσεως και τις ενόρκους δηλώσεις), με δεδομένη την αρχή της Skaliotou v. Pelekanos. Η δε υπόθεση Βulfracht v. Third World Steel Co. Ltd, ανωτέρω, στηρίζει την άποψη του ευπαίδευτου δικαστή ότι απαίτηση για πληρωμή ναύλου δεν συνιστά "dispute" στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας. Το θέμα ετέθη καθαρώτατα από τον Πική, Δ., ως ήτο τότε, στην υπόθεση Tradax v. Queensea Marine Co.
(1986)1 C.L.R. 559, στη σ. 562: "A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law. ............ The object of arbitration is not to provide a substitute for the coercive powers of the Court to order the discharge of contractual or other obligations. Arbitration is merely an alternative forum for the elucidation of the facts and establishment of the contractual liabilities of the parties." Οι Εναγόμενοι παραπονούνται ουσιαστικά για δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο ευπαίδευτος δικαστής δεν περιορίσθηκε στην απαίτηση όπως αυτή διατυπώνετο στο κλητήριο ένταλμα για να διαγνώσει και διακριβώσει τη φύση της και έτσι το αν συνιστούσε διαφορά στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας. Αυτό είναι σαφώς λανθασμένο, όπως προκύπτει και από τις ανωτέρω υποθέσεις. Ιδιαίτερα στην περίπτωση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος όπως η προκειμένη, αλλά και γενικότερα, το δικαστήριο οφείλει να αναφερθεί σε όλα τα ενώπιον του στοιχεία για να διαπιστώσει τι είναι που απαιτούν οι Ενάγοντες και αν, με βάση το τι απαιτούν, υπάρχει όντως διαφορά για να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ήταν λοιπόν επιβεβλημένο όσο και επιτρεπτό για το δικαστήριο να αναφερθεί όπως και έκανε στις ενόρκους δηλώσεις και τα συνοδεύοντα αυτές τεκμήρια στη διερεύνηση του κρινόμενου θέματος. Το δεύτερο θέμα που θέτουν οι εναγόμενοι είναι η ορθότητα αυτή καθ' εαυτή της απόφασης ότι η απαίτηση των Εναγόντων δεν αφορούσε διαφορά για να παραπέμπετο σε διαδικασία παρά μόνο διεκδίκηση πληρωμής οφειλόμενων ναύλων. Δεν βλέπουμε πως η θέση αυτή μπορεί να ευσταθεί. Στην ένορκη δήλωση των Εναγόντων γίνεται πλήρης και σαφής αναφορά, σε συσχετισμό και με τα συνοδεύοντα τεκμήρια, στο ότι η απαίτηση προήρχετο από οφειλόμενα ναύλα η πληρωμή των οποίων είχε καθυστερήσει, δίδοντας λεπτομέρειες των περιόδων οφειλής για κάθε πλοίο και επισημαίνοντας ότι τα ποσά είχαν υπολογισθεί βάσει των συμφωνηθέντων για κάθε σκάφος ναύλων στα ναυλοσύμφωνα. Εγίνετο επίσης παραπομπή στο ότι οι Εναγόμενοι 1 αναγνώρισαν το οφειλόμενο ποσό και συνεχώς υπόσχοντο να προβούν σε πληρωμή και στο ότι πραγματοποιήθηκε συνάντηση των μερών για εξεύρεση συναινετικής λύσης η οποία απέτυχε ως εκ της άρνησης των εναγομένων να καταβάλουν τα οφειλόμενα ναύλα εκτός αν εμειώνοντο τα συμφωνηθέντα ναύλα από ορισμένη ημερομηνία, πρόταση που απερρίφθη από τους Ενάγοντες. Πέραν τούτων, οι ίδιοι οι Εναγόμενοι στις ενόρκους δηλώσεις που συνόδευαν τις αιτήσεις τους και γενικότερα δεν αμφισβήτησαν την απαίτηση ως έτσι προκύπτουσα ούτε εξειδίκευσαν οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ τους και των Εναγόντων παρά μόνο παράπεμψαν στις ρήτρες διαιτησίας ζητώντας την αναστολή της διαδικασίας ως εκ τούτων. Είναι δε χαρακτηριστική η αναφορά στην ένορκη δήλωση των Εναγομένων 1 ότι ήσαν πρόθυμοι να κάνουν κάθε τι το αναγκαίο ώστε "whatever matters the plaintiffs say are in dispute" να αποφασίζοντο στη διαιτησία. Μα οι Ενάγοντες ποτέ δεν αναφέρθησαν σε "dispute" παρά μόνο σε άρνηση καταβολής των οφειλομένων ναύλων, οι δε Εναγόμενοι ούτε κατ' ελάχιστο δεν ισχυρίσθησαν οποιαδήποτε "dispute", και ούτε ζήτησαν να αντεξετάσουν επί της ενόρκου δηλώσεως των Εναγόντων. Με όλα αυτά τα δεδομένα, είναι απόλυτα δικαιολογημένη η διαπίστωση του ευπαίδευτου δικαστή ότι δεν είχε αμφισβητηθεί η θέση των Εναγόντων ότι η απαίτηση αφορούσε τα οφειλόμενα ναύλα, όπως ορθή ήταν και η κατάληξη του ότι, με βάση την αναφερθείσα νομολογία, η απαίτηση για οφειλόμενα ναύλα δεν συνιστά dispute εμπίπτουσα στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας.» Πάντα σχετικώς με το υπό συζήτηση θέμα, στην Πολ. Έφ. 229/2012, μεταξύ των N. A. Chance Ltd v. Electromontaj S.A., απόφαση ημερομηνίας 28.04.2018, σημειώθηκαν και τα εξής: «Η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου της εφεσείουσας σε σχέση με τους πρώτους δυο λόγους έφεσης, τους οποίους θα εξετάσουμε στη συνέχεια, όπως αναπτύσσεται στο περίγραμμα αγόρευσης του, στηρίζεται στις υποθέσεις Skaliotou v Pelekanos
(1976)1 CLR 251 και Oteram Limited v Χριστοδουλίδη
(2002)1 ΑΑΔ 1081, ως καλύπτουσες πλήρως την παρούσα περίπτωση. Σε αυτές, υποδεικνύει, βασίστηκαν οι εισηγήσεις της εφεσείουσας και πρωτοδίκως αλλά δεν έτυχαν σχολιασμού στην πρωτόδικη απόφαση. Σύμφωνα με τη νομολογία, η εφεσίβλητη όφειλε, κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο, να καταδείξει την ύπαρξη διαφοράς η οποία να εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας, εξηγώντας γιατί δεν αποδεχόταν την απαίτηση της εφεσείουσας. Εν προκειμένω, η ένορκη δήλωση η οποία υποστήριζε την αίτηση της εφεσίβλητης «δεν αναφέρει οποιαδήποτε διαφορά ή τι αμφισβητεί, αν αμφισβητεί, οτιδήποτε από την απαίτηση της Εφεσείουσας, και γιατί το αμφισβητεί». Η δε αναδρομή του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην έκθεση απαίτησης, για το ζήτημα, είναι λανθασμένη, καθώς το δικόγραφο της εφεσείουσας δεν περιέχει τις διαφορές των μερών αλλά την απαίτηση της. Από την άλλη πλευρά, η ευπαίδευτη συνήγορος της εφεσίβλητης υποστήριξε την ορθότητα της προσέγγισης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επισημαίνοντας ότι αποκλειστική βάση αγωγής είναι σαφέστατα η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Θα εξετάσουμε μαζί τους πρώτους δύο λόγους έφεσης επειδή έτσι συζητήθηκαν και λόγω της μεταξύ τους συνάφειας. Το κυριότερο θέμα είναι ο τρόπος προσέγγισης του Δικαστηρίου σε αιτήσεις του είδους τούτου. Για το ζήτημα αυτό διατυπώνονται τα ακόλουθα στη Skaliotou (ανωτέρω) στις σελ. 255-256: «We think we can state at the outset that the law permits the parties to a contract to include in it as one of its terms an agreement to refer to arbitration disputes which may arise in connection with it. Where, therefore, proceedings are instituted by one of the parties to a contract, containing an arbitration clause and the other party, founding on the clause, applies for a stay, the first thing to be ascertained is the precise nature of the dispute which has arisen; and the next question is whether the dispute is one which falls within the terms of the arbitration clause.» Και στη σελ.263: «The question is what is the present dispute about. We think that the answer has to be gathered from the affidavits filed in the application to stay and from the endorsement of the writ and of the statement of claim, as well as the accounts. [..] With respect to counsel's argument, a mere reference to arbitration is not sufficient, and it was up to the affiant to point out clearly what was actually the dispute in more specific language, because once the plaintiff instituted proceedings, and the defendant was relying on paragraph 14
(1)(c) containing the arbitration clause, it was up to him to pinpoint to the trial Judge the precise nature of dispute which has arisen between the parties in order to obtain a stay of proceedings. We would, reiterate that, in such cases, there must be a dispute in fact, that is to say, there must be some issue joined between the parties which the arbitrator would have to try at the end. The effect of there being no dispute between the parties within an arbitration agreement is, of course, that the Court has no power to stay an action. See Monro v. Bongor U.D.C. [1915] 3 K.B. 167 at p. 171).» Συναφές, βέβαια, είναι και το ερώτημα, πότε μια διαφωνία ή αντιπαράθεση μετατρέπεται σε «διαφορά»; Επί του προκειμένου, θεωρούμε ότι χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα από τη μελέτη του Christoph Schreuer, What is a Legal Dispute?: International Law between Universalism and Fragmentation, Festschrift in Honour of Gerhard Hafner (I. Buffard, J. Crawford, A.Pellet, S.Wittich eds.) 959
(2008): «The existence of a dispute presupposes a certain degree of communication between the parties. The matter must have been taken up with the other party, which must have opposed the claimant's position if only indirectly. Practice demonstrates that the threshold required in terms of communication between the parties for the existence of a dispute is fairly low. In certain situations a dispute may exist even in the absence of active opposition by one party to the claim of the other party» Επισημαίνεται δε στην Tradax Graanhandel B.V. v. Queensea Marine Company Limited
(1986)1 C.L.R. 559: «A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law. » Σημειώνουμε συναφώς και τα λεχθέντα από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (International Court of Justice) στις υποθέσεις γνωστές ως οι South West Africa Cases: «.it is not sufficient for one party to a contentious case to assert that a dispute exists with the other party. A mere assertion is not sufficient to prove the existence of a dispute any more than a mere denial of the existence of the dispute proves its nonexistence. Nor is it adequate to show that the interests of the two parties to such a case are in conflict. It must be shown that the claim of one party is positively opposed by the other». Προσεγγίζοντας, λοιπόν, μίαν αίτηση για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας λόγω ρήτρας διαιτησίας, το πρώτο που πρέπει να διαπιστωθεί είναι κατά πόσο υπάρχει διαφορά και η ακριβής της φύση. Η ύπαρξη διαφοράς προϋποθέτει κάποιο βαθμό επικοινωνίας μεταξύ των μερών. Πρέπει δηλαδή να τεθεί το θέμα στο άλλο μέρος και να συναντήσει την αντίρρηση του, έστω και εμμέσως. Η άρνηση από μόνη της όμως, χωρίς να παρέχεται δικαιολογία, δεν μπορεί να θεωρηθεί τελειωτικά ότι ισοδυναμεί με την ύπαρξη διαφοράς γιατί μπορεί να οφείλεται σε κάποιο άλλο λόγο, ο οποίος δεν συνιστά διαφορά [βλ. Skaliotou και Tradax Graanhandel B.V. (ανωτέρω)]. Εναπόκειται στον αιτούντα την αναστολή να προσδιορίσει τη διαφορά με ακρίβεια. Απλή αναφορά στη ρήτρα διαιτησίας δεν επαρκεί. Εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη διαφοράς, τότε εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο η διαφορά εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας. [.] Η παρατήρηση εκ μέρους της εφεσείουσας ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση της εφεσίβλητης περί ύπαρξης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, είναι ορθή. Ό,τι ουσιαστικά προβάλλεται από τον ομνύοντα, Barbu Rosoiu, είναι η ύπαρξη ρήτρας στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ημερομηνίας 20.1.1994 για επίλυση των οποιωνδήποτε διαφορών των μερών με φιλικό τρόπο αλλιώς θα παραπέμπονται σε διαιτησία. Ως προς τις αξιώσεις της εφεσείουσας ο ομνύων ουσιαστικά τηρεί σιγή, αφού ό, τι αναφέρει περιορίζεται στην έκφραση της ειλικρινούς πεποίθησης του ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος γιατί η διαφορά και οι αξιώσεις της εφεσείουσας δεν μπορούν ή δεν πρέπει να παραπεμφθούν σε διαιτησία ως έχει συμφωνηθεί. Καμία αναφορά δεν γίνεται σε οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ενεργή αντίρρηση (positive opposition) σε όσα με την αγωγή αξιώνονται ή ως αμφισβήτηση της υποχρέωσης της εφεσίβλητης να παράσχει την ζητούμενη με την αγωγή κατάσταση λογαριασμού, ή των λοιπών αξιώσεων της εφεσείουσας ή των γεγονότων επί των οποίων αυτές εδράζονται.» Τέλος, στην υπόθεση Yiannis Georghios Mammous κ.α. v. Mike Willstrop κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 90, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την εξής περικοπή από το σύγγραμμα Redfern and Hunter on International Arbitration 5th Ed., παράγραφο 5.85: «An arbitral tribunal may only validly resolve those disputes that the parties have agreed that it should resolve. This rule is an inevitable and proper consequence of the voluntary nature of arbitration. In consensual arbitration, the authority or competence of the arbitral tribunal comes from the agreement of the parties; indeed, there is no other source from which it can come."». Πως αντιμετωπίζεται, δικαστικώς, ισχυρισμός του διάδικου, που επικαλείται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, περί παρανομίας και/ή ακυρότητας της συμφωνίας των μερών όταν σε αυτή περιέχεται, ως όρος της, ρήτρα διαιτησίας; Στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 23rd Edition, Sweet & Maxwell, 2007, στη σελ. 34, παράγραφοι 2-012 - 2-013, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The position differs however where the arbitration agreement itself is impeached or the existence of an arbitration agreement is disputed. In these circumstances, if the matter comes before the court, the question of jurisdiction may never reach the arbitrators because it will be determined the court. In this regard the court draws a distinction between disputes as to the existence of the arbitration agreement, which are likely to be for the court, and disputes as to its validity, which wherever possible should be left to the tribunal. However, if the argument that there is no jurisdiction because the arbitration agreement itself is invalid or non-existent, the tribunal may decide that question but its decision will not be conclusive and can be reviewed by the court. It is only in exceptional circumstances however that the arbitration agreement itself will be impugned and, as stated above, attacks on the matrix contract will not generally suffice to prevent the arbitration agreement being upheld as conferring jurisdiction on the tribunal to determine the parties' disputes. For example, in Giona Trust v Privalon allegations of bribery were raised in general terms but not so as to specifically impugn the arbitration agreement. The court upheld the application of the arbitration agreement by declining to decide the question of jurisdiction itself and referring the matter instead to the arbitrators: "If the arbitrators can decide whether a contract is void for initial illegality, there is no reason why they should not decide whether a contract had been procured by bribery, just as much as they can diced whether a contract has been procured by misrepresentation or non-disclosure. Illegality is a stronger case than bribery which is not the same as non est factum or the sort of mistake which goes to the question of whether there was any agreement ever reached. It is not enough to say that the bribery impeaches the whole contract unless there is some special reason for saying that the bribery impeaches the arbitration clause in particular. ..................................... This question of invalidity of the arbitration agreement has arisen in a number of cases concerning contracts alleged to be void by virtue of illegality, and the courts examine whether the particular form of illegality renders not just the matrix contract but also the arbitration agreement void. This involves a consideration of the purpose and policy of the rule of illegality and whether this would be defeated by allowing the issue to be determined by arbitration. In Soleimany n. Soleimany Waller L.J. noted that: "There may be illegal or immoral dealing which are, from an English law perspective, incapable of being arbitrated because an agreement to arbitrate them would itself be illegal or contrary to public policy under English law." However, in that case the Court of Appeal found the arbitration agreement to be valid notwithstanding that the resulting award upholding the contract was unenforceable due to illegality. In contrast, in O' Callahan v Coral Racing Ltd, the same court was faced with a cause in a gaming contract under which disputes were to be referred for arbitration to the editor of The Sporting Life. The court held that the illegality of the contract meant that any claim was bound to fail owing to the transaction being null and void under s.18 of the Gaming Act 1845, and the "arbitration clause" could not survive independently.» Επίσης, στην υπόθεση Premium Nafta Products Limited (20th Defendant) and others (Respondents) v. Fili Shipping Company Limited (14th Claiment) and others (Appellants)
(2007)UK HL 40, αναφέρθηκαν και τα εξής σχετικά: «The arbitration agreement must be treated as a "distinct agreement" and can be void or voidable only on grounds which relate directly to the arbitration agreement. Of course there may be cases in which the ground upon which the main agreement is invalid is identical with the ground upon which the arbitration agreement is invalid[4]. For example, if the main agreement and the arbitration agreement are contained in the same document and one of the parties claims that he never agreed to anything in the document and that his signature was forged, that will be an attack on the validity of the arbitration agreement. But the ground of attack is not that the main agreement was invalid. It is that the signature to the arbitration agreement, as a "distinct agreement", was forged. Similarly, if a party alleges that someone who purported to sign as agent on his behalf had no authority whatever to conclude any agreement on his behalf, that is an attack on both the main agreement and the arbitration agreement.» Τέλος, στην υπόθεση Beijing Jianlong Heavy Industry Group v. Golden Ocean Group and Beijing Jianlong Heavy Industry Group v. Ship Finance International Ltd [2013] EWHC 1063, αναφέρθηκε ότι: «In every case it seems to me that the logical question is not whether the issue goes to the validity of the contract but whether it goes to the validity of the arbitration clause. The one may entail the other but, as we have seen, it may not. When one comes to voidness for illegality, it is particularly necessary to have regard to the purpose and policy of the rule which invalidates the contract and to ask... whether the rule strikes down the arbitration clause as well. There may be cases in which the policy of the rule is such that it would be liable to be defeated by allowing the issue to be determines by a tribunal chosen by the parties. This may be especially true of contrats d' adh?sion in which the arbitrator is in practice the choice of the dominant party. Thus, saying that arbitration clauses, because separable, are never affected by the illegality of the principal contract is as much a case of false logic as saying that they must be. As Ralph Gibson LJ has pointed out the same is true of allegations of fraud. In deciding whether or not the rule of illegality also strikes down the arbitration clause, it is necessary to bear in mind the powerful commercial reasons for upholding arbitration clauses unless it is clear that this would offend the policy of the illegality rule. These are, first, the desirability of giving effect to the right of the parties to choose a tribunal to resolve their disputes and secondly, the practical advantages of one?stop adjudication, or in other words the inconvenience of having one issue resolved by the court and then, contingently on the outcome of that decision, further issues decided by the arbitrator.». Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο που τα διέπει. Ο πρώτος λόγος που προβάλλεται από πλευράς της Ενάγουσας για απόρριψη της επίδικης αίτησης, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, είναι έκθετος σε απόρριψη. Και τούτο γιατί, αυτός βασίζεται, αποκλειστικώς, στις πρόνοιες του άρθρου 8 του Νόμου του 1987, στη βάση των οποίων η εκεί προνοούμενη θεραπεία που μπορεί να αποδοθεί είναι αυτή της παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία, χωρίς να παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία έκδοσης διατάγματος αναστολής της δικαστικής διαδικασίας. Με δεδομένη την κρίση μου ότι η επίδικη αίτηση προωθείται, αποκλειστικώς, επί των προνοιών του άρθρου 8 του Κεφ. 4, το όλο, εν προκειμένω, επιχείρημα της Ενάγουσας καθίσταται άνευ ερείσματος, αφού οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου προνοούν για εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας, και δη αυτό που επιζητείται με την επίδικη αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, ως αποφασίστηκε στην Αναφορικά με την εταιρεία Desimanco Ltd, αίτηση αρ. 22/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με παραπομπή και υιοθέτηση της σχετικής κρίσης του κ. Χ. Μαλαχτού (Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε) στην Αγωγή 4184/2012, μεταξύ MD Referrals Ltd v. CJSC Intertechelectro κ.α., απόφαση ημερομηνίας 21.02.2014, με τις οποίες κρίσεις συμφωνώ, η πρόβλεψη στις πρόνοιες του άρθρου 8 του Νόμου του 1987 σε παραπομπή της διαδικασίας σε διαιτησία, δεν σκοπεύει να παραχωρήσει στο Δικαστήριο εξουσία να διατάξει τον οποιοδήποτε διάδικο να λάβει θετικά μέτρα για εκκίνηση μίας διαιτητικής διαδικασίας, παρά μόνο να διακηρύξει ότι το κατάλληλο βάθρο εκδίκασης της ενώπιόν του διαφοράς, είναι το Διαιτητικό Δικαστήριο, διακήρυξη η οποία, αναπότρεπτα, απολήγει και στην επιπρόσθετη κρίση ότι, το ίδιο, δεν θα πρέπει να δικάσει τη διαφορά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαία η έκδοση διαταγής αναστολής της ενώπιόν του διαδικασίας. Κατά συνέπεια, το όλο επιχείρημα της Ενάγουσας, πάντα σε σχέση με τον υπό εξέταση λόγο ένστασης, δεν θα μπορούσε να γίνει δεχτό, ακόμα και στην περίπτωση που η επίδικη αίτηση προωθείτο και στη βάση των προνοιών του άρθρου 8 του Νόμου του 1987. Το περαιτέρω, δε, επιχείρημα της Ενάγουσας, ότι, ο σχετικός λόγος ένστασής της ευσταθεί και επί το ότι η Εναγόμενη 7, με την αιτούμενη θεραπεία, επιζητεί να εξαιρεθεί της αναστολής της παρούσας αγωγής η διαδικασία της ενδιάμεσης αίτησης, με την οποία εξασφαλίστηκε το διάταγμα παγοποίησης, με κάθε σεβασμό δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω, ότι το εν λόγω επιχείρημα δε μπορεί να λειτουργήσει επικουρικώς προς υποστήριξη του υπό εξέταση λόγου ένστασης, ο οποίος έχει ως αποκλειστική βάση την απουσία, από τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Νόμου του 1987, πρόβλεψης για εξουσία του Δικαστηρίου να αναστέλλει την ενώπιόν του διαδικασία, παρά μόνο για να διατάσσει την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, κάτι που δεν επιζητείται μέσω της επίδικης αίτησης. Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθω, αν καταστεί αναγκαίο, κατωτέρω, κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης . Ερχόμενος τώρα στον δεύτερο πιο πάνω αναφερόμενο λόγο ένστασης, με κάθε σεβασμό στη σχετική εισήγηση της Ενάγουσας, ούτε αυτή με βρίσκει σύμφωνο. Η σχετική με το ζήτημα νομολογία (βλ. Rybolovlev v. Rybolovleva κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82), υποδεικνύει ότι, αυτό που είναι ανεπίτρεπτο είναι μία ένορκη δήλωση που υποστηρίζει μια δικαστική διαδικασία να γίνεται από δικηγόρο ο οποίος, παράλληλα, χειρίζεται και τη συγκεκριμένη υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή να ενεργεί με διττή ιδιότητα, αυτή του μάρτυρα και του συνηγόρου διαδίκου. Το δικαίωμα ενός διαδίκου να εξουσιοδοτήσει οποιοδήποτε πρόσωπο, ανεξαρτήτως ιδιότητας, να ορκιστεί εκ μέρους του, σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση, είναι αναφαίρετο. Στο τέλος της ημέρας, εκείνο που μπορεί να προβάλει ο αντίδικος του είναι, είτε την ανεπάρκεια της μαρτυρίας του προσώπου αυτού, είτε τη μη γνώση του ως προς τους ισχυρισμούς που προβάλλει ή το αληθές τούτων. Στην προκειμένη περίπτωση, η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, μολονότι είναι δικηγόρος, δεν χειρίζεται την παρούσα υπόθεση. Επίσης, μολονότι η πλευρά της Ενάγουσας προβάλλει τη θέση ότι δεν είναι κατάλληλο πρόσωπο να ορκιστεί, εντούτοις, σε πλήρη σύγκρουση με τη θέση της αυτή, προβάλλει και την επιπρόσθετη θέση, με παραπομπή σε συγκεκριμένες αναφορές της εν προκειμένω ομνύουσας, ότι τούτη, εν γνώσει των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα διαφορά, ψεύδεται, προτάσσοντας, στην ουσία, ότι η εν λόγω ομνύουσα, όχι απλώς γνωρίζει τα επίδικα γεγονότα της παρούσας διαφοράς, αλλά, επί σκοπώ, ψεύδεται με στόχο να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Για τους λόγους που μόλις εξήγησα, ούτε ο δεύτερος λόγος ένστασης (ως ανωτέρω προσδιορίστηκε) μπορεί να γίνει δεκτός. Έχοντας καταλήξει επί των δύο πρώτων λόγων ένστασης, προχωρώ αμέσως να εξετάσω την αίτηση επί της ουσίας της και δη ως προς το κατά πόσο, η διαφορά της παρούσας αγωγής, σε σχέση με την Ενάγουσα και την Εναγόμενη 7, θα πρέπει να επιλυθεί από το παρόν Δικαστήριο ή αν, στη βάση των όσων, σχετικών, έχουν τεθεί ενώπιόν μου, θα πρέπει το παρόν Δικαστήριο να αναστείλει τούτη με σκοπό η διαφορά να επιλυθεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο. Για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, σε συμφωνία με τα όσα, σχετικώς, προβάλλει η Ενάγουσα, κρίνω ότι η αιτούμενη, με την επίδικη αίτηση, θεραπεία δεν μπορεί να αποδοθεί. Σε αντιδιαστολή με τα όσα σχετικώς, προτάσσει η Eναγόμενη 7, η Ενάγουσα, μέσω της εκδοχής της, δεν επικαλείται, απλώς, ακυρότητα της συμφωνίας διαμεσολάβησης, αλλά και αυτής, τούτης, της ρήτρας διαιτησίας. Είναι, ακριβώς, εν προκειμένω, η θέση της Ενάγουσας ότι η Eναγόμενη 1, αλλά και η Εναγόμενη 3, για κάθε ενέργεια τους που αφορά στη συνομολόγησή της συμφωνίας διαμεσολάβησης, αλλά και της περίληψης σε αυτή της ρήτρας διαιτησίας, ενέργησαν καθ' υπέρβαση των εξουσιών τους ως διευθύνοντες σύμβουλοι της Ενάγουσας και/ή με τρόπο, που τούτες (οι ενέργειες τους) να αποτελούν ultra vires των όποιων εξουσιών τους. Επικαλείται, προς τούτο, τις πρόνοιες του Καταστατικού της Ενάγουσας και τις εταιρικές πρακτικές, καθώς επίσης και συγκεκριμένες πρόνοιες του Κεφ. 113, για να καταδείξει ότι η επικαλούμενη από αυτήν παρανομία περιβάλλει ολόκληρη τη συμφωνία διαμεσολάβησης, περιλαμβανομένης και της ρήτρας διαιτησίας. Προκύπτει από τον λόγο στην υπόθεση Beijing Jianlong Heavy Industry Group (ανωτέρω), ότι, στο τέλος της ημέρας, ακόμα και στην περίπτωση που αυτό που επικαλείται ο Ενάγοντας μίας αγωγής, είναι την παρανομία μιας σύμβασης στη βάση δόλου, το Δικαστήριο θα συνυπολογίσει κατά πόσο υπάρχουν ισχυροί εμπορικοί λόγοι για να διατηρήσει σε ισχύ μία διαιτητική ρήτρα, κάτι που δεν θα πράξει στην περίπτωση που μία τέτοια διατήρηση παραβιάζει τους επικαλούμενους από τον Ενάγοντα λόγους παρανομίας (illegality rule). Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα δεν επικαλείται απλώς δόλο από πλευράς της Εναγόμενης 7, ο οποίος την οδήγησε στη συνομολόγηση της συμφωνίας διαμεσολάβησης, ώστε να μπορούσε κάποιος να επικαλεστεί ότι το ζήτημα της όποιας τέτοιας δόλιας συμπεριφοράς ενός συμβάλλομενου, και η όποια συνέπεια της, θα πρέπει να αφεθεί, για απόφανση, στο Διαιτητικό Δικαστήριο. Εκείνο που η Ενάγουσα προτάσσει, είναι ότι η Εναγόμενη 7, σε συνέργεια με τους αξιωματούχους της ίδιας της Ενάγουσας, οι οποίοι ενέργησαν καθ' υπέρβαση των εξουσιών που είχαν ως εκ της θέσεώς τους, δόλια και συνωμοτικά, συνομολόγησαν, εν αγνοία της, τη συμφωνία διαμεσολάβησης, στην οποία μερίμνησαν να συμπεριλάβουν και τη ρήτρα διαιτησίας, με αποτέλεσμα να κρίνω ότι, οι αρχές του separability rule δεν τυγχάνουν εφαρμογής, ως η Eναγόμενη 7 εισηγείται. Με δεδομένες τις θέσεις που προβάλλει η Ενάγουσα ως υποστηρίχτηκες της της εκδοχής της, σημαντικά κρίνονται και τα όσα αναφέρθηκαν στην A.D Hotel & Catering Ltd v. Takis Pilava
(1982)1 CLR 81 στην οποία με παράπεμψε η συνήγορος της Εναγόμενης 7, τα οποία έχουν ως εξής: «
(1)that an agent acting within the scope of his usual authority and transacting business with third parties is binding the principal; that directors of a company are merely agents of a company and whenever an agent is liable the directors would be liable; that since there was no allegation that Joseph Pavlou as a director of the appellant company was acting in excess of his authority or that his acts were ultra vires and not within the usual or implied authority of such director acting as agent of the company, he was binding the company for purchases made for the account of the company.». Ως προκύπτει από την ανωτέρω περικοπή, το Ανώτατο Δικαστήριο, για σκοπούς αιτιολόγησης της κρίσης του περί του ότι οι ενέργειες αξιωματούχων εταιρείας, διαδίκου, δέσμευαν την τελευταία, εδράστηκε στην επιπρόσθετη εκεί κρίση, ότι η εταιρεία αυτή δεν επικαλέστηκε ότι ο αξιωματούχος της είχε ενεργήσει καθ' υπέρβαση των εξουσιών του ή ultra vires. Στη προκειμένη, ωστόσο, περίπτωση, η Ενάγουσα επικαλείται υπέρβαση των εξουσιών από πλευράς των Εναγομένων 1 και 3. Στην ουσία, η Ενάγουσα είναι αυτήν την υπέρβαση από πλευράς των Εναγομένων 1 και 3, και πολύ περισσότερο της Εναγόμενης 1, που προσδιορίζει ως την επίδικη διαφορά της με την Εναγόμενη 7, αφού αυτό αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του όλου επιχειρήματος της περί της επικαλούμενης παρανομίας που περιβάλλει, τόσο τη συμφωνία διαμεσολάβησης όσο και τη ρήτρα διαιτησίας. Εν ολίγοις, μολονότι αποδίδει στους Εναγόμενους 1, 2, 3, 5 και 7 δόλια, απατηλή και συνωμοτική πρόθεση (Mens Rea), αυτό που επικαλείται ως παράνομη πράξη (Actus Reus) για να επιτευχθεί ο δόλιος αυτός στόχος τους, είναι την υπογραφή της σύμβασης από την Εναγόμενη 1 ως εκπρόσωπός της, καθ' υπέρβαση των εξουσιών της. Εν πάση περιπτώσει, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, τόσο από την Ενάγουσα, όσον και από πλευράς της Εναγόμενης 7, δεν προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι της συμφωνίας διαμεσολάβησης, παρά τη γενικότητα που χαρακτηρίζει το λεκτικό της επίδικης ρήτρας διαιτησίας, σκοπό είχαν να αναγνωρίσουν στο Διαιτητικό Δικαστήριο δικαιοδοσία για να αποφανθεί και επί ενδεχόμενου εγειρόμενου ζητήματος ως προς την εξουσία των αξιωματούχων τους να υπογράψουν την εν λόγω συμφωνία. Πρέπει, ακόμα, προς επίρρωση της ήδη ανωτέρω εκφρασθείσας κρίσης μου περί αποτυχίας της επίδικης αίτησης, να σημειώσω ότι η ρήτρα διαιτησίας, ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι δεν επηρεάζεται από την επικαλούμενη, από πλευράς της Ενάγουσας, παρανομία, δεσμεύει μόνο την Ενάγουσα και την Eναγόμενη 7, και όχι τους λοιπούς Εναγόμενους της παρούσας διαδικασίας, κάποιοι εκ των οποίων, καταχώρισαν εμφάνιση χωρίς την οποιανδήποτε επιφύλαξη ή διαμαρτυρία, υπαγόμενοι, έτσι, στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Είναι δε τέτοιοι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας - στο βαθμό που η αγωγή αφορά στην συμφωνία διαμεσολάβησης - που θέλουν τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 5 (πέραν, δηλαδή της Εναγόμενης 7), οι οποίοι δεν είναι συμβαλλόμενοι στη συμφωνία διαμεσολάβησης, να ενεργούν συνωμοτικά και με σκοπό να υφαρπάξουν περιουσία της Ενάγουσας, την οποία δεν δικαιούνται. Επίσης, η παρούσα αγωγή δεν περιορίζεται στη συνομολόγηση και εκτέλεση της συμφωνίας διαμεσολάβησης, αλλά επεκτείνεται και στην συνομολόγηση και εκτέλεση αριθμού άλλων συμφωνιών, που καταρτίστηκαν μεταξύ της Ενάγουσας και των λοιπών Εναγομένων εταιρειών (πέραν της Εναγόμενης 7), με την υπογραφή και/ή σχετική πράξη, εκ μέρους της Ενάγουσας, να τίθεται και/ή εκτελείται από ένα εκ των Εναγομένων 1, 2 και 3, ως αξιωματούχοι της, στο πλαίσιο του όλου συνωμοτικού τους σχεδίου που επικαλείται η Ενάγουσα με απώτερο σκοπό, μέσω όλων των συμφωνιών αυτών να υφαρπαχθεί περιουσία της Ενάγουσας. Τυχόν απόδοση της αιτούμενης θεραπείας, θα απέληγε στο να κατακερματιστεί η παρούσα διαδικασία και να αφεθούν τα ίδια ζητήματα (όπως ο τρόπος δράσης των Εναγομένων 1, 2 και 3, ως αξιωματούχοι της Ενάγουσας) να αποφασιστούν από δύο σώματα, τη στιγμή που το Διαιτητικό Δικαστήριο, χωρίς καμιά αμφιβολία - εν απουσία σχετικού συνυποσχετικού για εκδίκαση των διαφορών της Ενάγουσας με τους υπόλοιπους Εναγόμενους (πλην της Εναγόμενης 7) - δεν έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί περί τούτων. Είναι και αυτός ο παράγοντας σημαντικός για την εν προκειμένω κρίση μου, αφού, όπως ήδη υποδείχθηκε ανωτέρω, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Beijing Jianlong Heavy Industry Group, το Δικαστήριο θα πρέπει να συνυπολογίζει και τα πρακτικά πλεονεκτήματα επίλυσης της διαφοράς από ένα και μόνο σώμα (one-stop adjudication), σε αντιδιαστολή με την ταλαιπωρία και την πιθανότητα αντιφατικών αποφάνσεων (inconvenience) που τυχόν θα προκληθούν με την άφεση μιας διαφοράς να επιλυθεί από δύο ή/και περισσότερα σώματα. Θεωρώ, εν προκειμένω, ότι, στη βάση όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της απόρριψης της επίδικης αίτησης, κρίνοντας ότι το ίδιο αποτελεί το κατάλληλο σώμα (forum) για να εκδικάσει την παρούσα αγωγή στην ολότητα της. Παρεμφερώς και χωρίς, καθ' οποιονδήποτε τρόπο, να μεταβάλλονται οι ανωτέρω κρίσεις μου, σημειώνω ότι και το, επιπρόσθετο, επιχείρημα της Ενάγουσας περί ανενεργούς συμφωνίας παραπομπής σε διαιτησία, δεν μπορεί να κριθεί, εκ προοιμίου, ανεδαφικό. Ως προκύπτει από τον όρο 4.1 της συμφωνίας διαμεσολάβησης, το δικαίωμα της Εναγόμενης 7 να επιζητεί την καταβολή του τιμήματος παροχής των υπηρεσιών της, εξαρτάται από το κατά πόσο έχει ολοκληρωθεί η συμφωνία εξαγοράς, η ολοκλήρωση της οποία εξαρτάται από τους όρους της. Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι τούτη δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, είτε στη βάση του ότι υπολείπεται ακόμα καταβολή από πλευράς της μέρος του τιμήματος της αγοράς, είτε γιατί υπολείπονται ακόμα συγκεκριμένες διαδικασίες που πρέπει να γίνουν από πλευράς της κυβέρνησης της Ιταλίας, στην ουσία δεν αμφισβητείται, αφού δεν προβάλλεται οτιδήποτε διαφορετικό από πλευράς της Eναγόμενης 7, παρά μόνο ότι η ιταλική κυβέρνηση εξέδωσε σχετική έγκριση για τη διαχείριση των διυλιστηρίων από την θυγατρική εταιρεία της Ενάγουσας. Αναντίλεκτος έμεινε και ο ισχυρισμός της Ενάγουσας, ότι η όποια τυχόν διαφορά της ίδιας με την Litasco σε σχέση με τη συμφωνία εξαγοράς, πρέπει να επιλύεται, αποκλειστικώς, στη βάση σχετικής ρήτρας διαιτησίας που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, από το London Court International Arbitration, με αποτέλεσμα, η συνάρτηση αυτή της επίδικης ρήτρας διαιτησίας (ως μέσο απόφανσης επί της απαίτησης της Εναγόμενης 7) με την ολοκλήρωση της συμφωνίας εξαγοράς, να «επιτρέπει», χωρίς, φυσικά, να αποφαίνομαι ως προς το βάσιμο της, στην Ενάγουσα να προβάλλει τη θέση περί ανενεργούς ρήτρας διαιτησίας. Κατά συνέπεια η επίδικη αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα δεν έχω κανένα λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 7, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ [1] «On those authorities, it seems to me that in order to deprive a defendant of his recourse to arbitration "a step in the proceedings" must be one which impliedly affirms the correctness of the proceedings and the willingness of the defendant to go along with a determination by the Courts of law instead of arbitration», (Eagle Star Insurance Co. Ltd v. Yuval Insurance Co. Ltd [1978] 1 Lloyd's Rep. 357 at 361.) [2] Η ανάλογη αναφορά στο άρθρο 8 του Ν.101/1987 είναι «. αγωγή για ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας διαιτησίας». [3] Όπως συμβαίνει και στην υπό εξέταση περίπτωση. [4] Υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο