← Κύπρος

Afaq Aziz Sheikh ν. Eldalot Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 978/2023, 13/9/2024

Afaq Aziz Sheikh ν. Eldalot Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 978/2023, 13/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 978/2023 (i-Justice) Μεταξύ: Afaq Aziz Sheikh Ενάγοντας -και- Eldalot Limited Lynxcap Holding AG Lynxcap Investments AG Peteris Kadiss Alexander Zwinger LCL Opportunities Luxembourg S.C.S Εναγομένων Ημερομηνία: 13 Σεπτεμβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Γ. Καραμανώλης Για Εναγόμενη 1: κ. Α. Παπαντωνίου Ενδιάμεση Απόφαση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ο Ενάγοντας επιζητεί διάφορες διακηρυκτικές αποφάσεις, καθώς επίσης και διατάγματα με σκοπό να αναγνωριστεί, δικαστικώς, ως ο αποκλειστικός δικαιούχος των μετοχών, καθώς επίσης και της όποιας περιουσίας της Εναγόμενης 1, και να αποκλείονται, τόσο η τελευταία όσο και κάθε άλλος Εναγόμενος από το να διαχειρίζονται και/ή να ενεργούν και/ή να εκπροσωπούν τούτη (την Εναγόμενη 1). Επιζητεί επίσης αποζημιώσεις για ζημιές που θεωρεί ότι υπέστη, συνεπεία δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, συνομωσίας και πρόκλησης, από πλευράς των Εναγόμενων 2 - 6, παράβασης των μεταξύ του και των Εναγόμενων 1 και 2 συμφωνιών. Στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, καταχωρήθηκε, στις 28.04.2023 (ημερομηνία που καταχωρήθηκε και η αγωγή), η επίδικη, διά κλήσεως, αίτηση για εξασφάλιση προσωρινών διαταγμάτων, τα οποία, στην ουσία, να απαγορεύουν στην Εναγόμενη 1 και/ή σε οποιονδήποτε πρόσωπο την εκπροσωπεί από το να διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δεσμεύσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή ενεχυριάσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή δωρίσουν και/ή διενεργήσουν οποιαδήποτε συναλλαγή και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο μειώσουν την αξία των περιουσιακών της στοιχείων, είτε αυτά βρίσκονται στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό, μέχρι του ποσού των €3.716.000,00, καθώς επίσης και να τους απαγορεύουν να αποδεχθούν και/ή υπογράψουν και/ή προβούν και/ή προχωρήσουν σε οποιαδήποτε ενέργεια ή πράξη η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα την δέσμευση και/ή εκχώρηση και/ή ενεχυρίαση και/ή υποθήκευση και/ή συμψηφισμό και/ή μείωση της αξίας και/ή μεταβίβαση των μετοχών της Εναγόμενης 1 σε άλλα φυσικά και/ή νομικά πρόσωπα χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση του Ενάγοντα, μέχρι τελικής ακρόασης της παρούσας αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου (υπό στοιχεία Α και Β αιτούμενα διατάγματα)[1]. Όλοι οι Εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης, χωρίς διαμαρτυρία, και κατά τις εμφανίσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω των, τότε, δικηγόρων τους, ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση σε αυτή. Σε κάποιο στάδιο, προτού καταχωρηθεί η ένστασή τους, στη βάση διαφωνίας των Εναγομένων 1, 2, 3, 5 και 6 με αυτούς, οι τότε συνήγοροί τους ζήτησαν άδεια και αποσύρθηκαν από την εκπροσώπησή τους, και η Εναγόμενη 1, εις αντικατάστασή τους, διόρισε τη δικηγορική εταιρεία που την εκπροσωπεί σήμερα. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι, ως προς τον Εναγόμενο 4, δεν έχει δοθεί σχετική άδεια απόσυρσης των δικηγόρων του, και κατά συνέπεια συνεχίζει να εκπροσωπείται από αυτούς, καθώς επίσης και ότι, για τους Εναγόμενους 2, 3, 5 και 6, μετά την εν προκειμένω απόσυρση, δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε ειδοποίηση/εμφάνιση από άλλο δικηγόρο. Στις 07.12.2023, η Εναγόμενη 1, μέσω των νέων δικηγόρων της, καταχώρησε ενδιάμεση αίτηση, με την οποία επιδίωξε την αναστολή της διαδικασίας της παρούσας αγωγής λόγω ρήτρας διαιτησίας σε δύο συμφωνίες που συνομολόγησε ο Ενάγοντας με τις Εναγόμενες 1 και/ή 2, και διαζευκτικώς, την διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι, στη βάση της αρχής του Forum Non?Conveniens, δικαιοδοσία για να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή, έχουν τα Δικαστήρια της Ελλάδας και όχι της Κύπρου, αίτηση η οποία εκδικάστηκε και με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου απορρίφθηκε στις 28.02.

  1. Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, εκείνο, που, στην ουσία, προβάλλεται, από τον Ενάγοντα, προς υποστήριξή της, είναι ότι, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, κατείχε το 5% των μετοχών της Εναγόμενης 1 και το υπόλοιπο, 95%, άνηκε στην Εναγόμενη
  2. Συνομολόγησε, δε, δύο συμφωνίες (μια συμφωνία παροχής, από τον ίδιο, υπηρεσιών, με συμβαλλόμενους αυτόν και την Εναγόμενη 1 (στο εξής «η συμφωνία παροχής υπηρεσιών»), και μια συμφωνία μετόχων, με συμβαλλόμενους τον ίδιο, την Εναγόμενη 1 και την Εναγόμενη 2 (στο εξής «η συμφωνία μετόχων») - αμφότερες στο εξής «οι επίδικες συμφωνίες»). Στη βάση των προνοιών των συμφωνιών αυτών, όπου οι Εναγόμενες 1 και 2 εκπροσωπήθηκαν, και εκπροσωπούνται ακόμα, από τους Εναγόμενους 4 και/ή 5 - με τον Εναγόμενο 4 να αποτελεί το μόνο διευθυντή της Εναγόμενης 1 - ο Ενάγοντας, ως πάροχος υπηρεσιών, ανέλαβε όπως η Eναγόμενη 1 αποκτήσει συγκεκριμένο, ενυπόθηκο προς όφελος των πιστωτών των ιδιοκτητών του, ακίνητο (πολυκατοικία), το οποίο βρίσκεται στην Αθήνα (Ελλάδα) και ακολούθως να μεριμνήσει να ανακαινιστεί τούτο και να το διαθέσει, εν όλω ή εν μέρη, προς πώληση σε τρίτους, σε τιμές (ανά μονάδα - ανά διαμέρισμα ή κατάστημα) ουχί μικρότερες των σχετικών προβλέψεων στη συμφωνία μετόχων, (στο «εξής το ακίνητο»). Το τίμημα αγοράς του εν λόγω ακίνητου και τα έξοδα ανακαίνισης του, θα καταβάλλονταν από την Εναγόμενη 1, η οποία θα αντλούσε κεφάλαια, προς τούτο, μέσω έκδοσης ομολόγων ή δανειοδότησης από τρίτους, με την Εναγόμενη 2, και γενικότερα τον όμιλο εταιρειών των Εναγομένων 4 και 5, να συνεισφέρει προς το σκοπό αυτό. Για τον σκοπό αυτόν, η Eναγόμενη 1 συνομολόγησε σχετικές συμφωνίες με τρίτους, οι οποίες, ωστόσο, ουδέποτε κοινοποιήθηκαν ή γνωστοποιήθηκαν στον Ενάγοντα, παρά το γεγονός ότι απαίτησε τούτο. Στη βάση των όρων των επίδικων συμβάσεων, ο Ενάγοντας, μετά την απόκτηση του ακινήτου από την Eναγόμενη 1, την ανακαίνισή του, και, τέλος, την πώλησή του, ή μέρους του, προς τρίτους, θα έπρεπε να καταβάλει στην Εναγόμενη 2 συγκεκριμένο ποσό, το οποίο προέκυπτε στη βάση σχετικής φόρμουλας που προβλεπόταν στις εν προκειμένω συμφωνίες. Εκείνο που, στην ουσία, επί του προκειμένου, συμφωνήθηκε μεταξύ τους, ήταν, το ποσό που θα λάμβανε, τελικώς, η Εναγόμενη 2, θα έπρεπε να καλύπτει το κεφάλαιο αγοράς και τα έξοδα ανακαίνισης του ακινήτου, καθώς επίσης και επιπρόσθετο κέρδος της, ως μέρος του όλου επενδυτικού σχεδίου. Ο Ενάγοντας, για τις υπηρεσίες του αυτές, θα λάμβανε μηνιαία αντιμισθία, και επιπροσθέτως του παραχωρήθηκε συμβατικό δικαίωμα, όπως, με την υλοποίηση των συμφωνιών, να δικαιούται, με την καταβολή του συμβολικού, επιπρόσθετου, ποσού των €950, να αποκτήσει το υπόλοιπο 95% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, το οποίο ανήκε στην Eναγόμενη 2, ώστε αυτός να καταστεί ο αποκλειστικός μέτοχος της πρώτης. Στην ουσία, σύμφωνα με την εκδοχή του Ενάγοντα, μέσα από τους όρους των επίδικων συμφωνιών, ο Ενάγοντας θα είχε τη δυνατότητα να πωλήσει μόνο μέρος του ακίνητου (κάποια εκ των διαμερισμάτων ή καταστημάτων του) και να καταβάλλει το αντίτιμο από την εν λόγω πώληση προς ικανοποίηση της συμβατικής του υποχρέωσης έναντι της Εναγόμενης 2, με αποτέλεσμα, μέρος του ακινήτου που δεν θα ήταν αναγκαίο να πωληθεί για σκοπούς ικανοποίησης της αντιπαροχής αυτής, να παραμείνει στην ιδιοκτησία του, μέσω της Εναγόμενης 1, της οποίας θα καθίστατο ο αποκλειστικός μέτοχος αν ασκούσε το συγκεκριμένο συμβατικό του δικαίωμα. Τόσο για σκοπούς εκπλήρωσης των δικών του συμβατικών υποχρεώσεων έναντι των Εναγόμενων 1 και 2, όσο και για σκοπούς άσκησης, του εν προκειμένω, δικαιώματος απόκτησης του 95% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1[2], προβλεπόταν συγκεκριμένος χρόνος (δύο έτη από την συνομολόγηση της συμφωνίας μετόχων, και δη από τις 20 Απριλίου 2021, ως στη συμφωνία παροχής υπηρεσιών προβλέπεται, ή δύο έτη από την απόκτηση του ακινήτου από την Εναγόμενη 1, και δη από τις 29 Απριλίου 2021[3], ως σχετικώς προνοείται στη συμφωνία μετόχων)[4]. Το ακίνητο, προ της αγοράς του από την η Eναγόμενη 1, βαρύνετο από διάφορα εμπράγματα βάρη, τα οποία θα έπρεπε να εξαλειφθούν, ώστε να είναι δυνατή η μετάβασή του προς τον όποιο τρίτο αγοραστή των μονάδων του. Πάντα στη βάση των επίδικων συμφωνιών, είχε συμφωνηθεί μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγόμενων 1 και 2, σε πλήρη συνεννόηση και συναντίληψη με τους λοιπούς Εναγόμενους, ότι το τίμημα αγοράς, από την Eναγόμενη 1, του ακίνητου, θα καταβάλλονταν προς τα πρόσωπα που είχαν εγγράψει, επ' αυτού, προς όφελός τους, τα εμπράγματα βάρη, ώστε τούτα (τα εν προκειμένω πρόσωπα) να συγκατατεθούν στην εξάλειψη των εν λόγω βαρών. Μεσούσης της εκτέλεσης των συμφωνηθέντων, και αφού, στο μεταξύ, η Εναγόμενη 1 απέκτησε το ακίνητο και εγγράφηκε επ' ονόματί της, διεφάνη ότι το ακίνητο βαρύνετο με εμπράγματα βάρη, τα οποία, μολονότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν, δεν ενημέρωσαν τον Ενάγοντα σχετικώς. Στη βάση της ενημέρωσης αυτής, ζήτησε από τους Εναγόμενους 4 και 5, ως εκπρόσωποι των Εναγομένων 1 και 2, όπως μεριμνήσουν ώστε να εξαλειφθούν τα συγκεκριμένα εμπράγματα βάρη για να καταστεί δυνατή η μετέπειτα πώληση διαφόρων μονάδων του ακίνητου προς τρίτα πρόσωπα, τα οποία τη δεδομένη στιγμή επεδείκνυαν ενδιαφέρον για την αγορά του. Στο πλαίσιο του αιτήματος του αυτού, ξεκαθάρισε προς τους Εναγόμενους ότι οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές θα αποσύρουν το ενδιαφέρον τους αν δεν εξαλείφονταν τα εν λόγω εμπράγματα βάρη, καθότι δεν θα διασφαλίζονταν η επ' αυτούς εγγραφή του σχετικού τίτλου της μονάδας του ακίνητου που θα αγόραζαν. Μολονότι, ο Eναγόμενος 4 δεν αποδέχθηκε ότι η Εναγόμενη 1 και/ή η Εναγόμενη 2 υπείχαν τέτοιας συμβατικής υποχρέωσης, υποδεικνύοντας στον Ενάγοντα ως υπόχρεο τούτης, εν τούτοις μερίμνησε (ο Εναγόμενος 4) ώστε οι Εναγόμενη 2 διορίσει συγκεκριμένο δικηγόρο στην Ελλάδα για να καταχωρίσει, στο Δικαστήριο, την αναγκαία αίτηση εκ μέρους της Εναγόμενης 1, ως η τότε ιδιοκτήτρια του ακίνητου, για σκοπούς διαγραφής των εμπραγμάτων βαρών, αφού, στο μεταξύ, είχαν ληφθεί και οι αναγκαίες συγκαταθέσεις των δικαιούχων τους. Έκτοτε, ο Ενάγοντας τελούσε υπό την πεποίθηση, στη βάση των σχετικών πληροφοριών που λάμβανε από τους Εναγόμενους, ότι τα εμπράγματα βάρη είχαν εξαλειφθεί και ότι μπορούσε να υλοποιήσει τις υποχρεώσεις του. Από αλληλογραφία των δικηγόρων της Εναγόμενης 2 με αυτή, η οποία κοινοποιήθηκε στο Ενάγοντα, ενημερώθηκε ότι τα εμπράγματα βάρη του ακίνητου δεν είχαν εξαλειφθεί, καθότι η σχετική αίτηση που υποβλήθηκε σε Ελληνικό Δικαστήριο δεν είχε εξεταστεί από αυτό, λόγω του γεγονότος ότι η Δικαστής που θα έπρεπε να της επιληφθεί διωκόταν από την ελληνική δικαιοσύνη και η εν προκειμένω αίτηση δεν τέθηκε ενώπιον άλλου Δικαστή για να την εξετάσει. Κατά το ελληνικό δίκαιο, για να είναι δυνατή η εξάλειψη ενός εμπράγματου βάρους επί ακίνητου θα πρέπει να εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση, η οποία, ακολούθως, θα πρέπει να εγγραφεί σε σχετικό μητρώο. Από εκείνη τη στιγμή ο Ενάγοντας κατέστησε ξεκάθαρο στους Εναγόμενους ότι σκοπούσε να ασκήσει το δικαίωμα απόκτησης του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 και τους ζήτησε όπως μεριμνήσουν για να προχωρήσει η όλη δικαστική διαδικασία εξάλειψης των εμπράγματων βαρών του ακίνητου ώστε να μπορεί να υλοποιήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις εντός του προβλεπόμενου στη σχετική συμφωνία χρόνου και ακολούθως να εξασκήσει το δικαίωμα αγορά των λοιπών μετοχών της Εναγόμενης
  3. Κατά τον Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι, με δόλια και απατηλή πρόθεση και συνωμοτικά, με σκοπό να του στερήσουν τη δυνατότητα να καταστεί ο αποκλειστικός μέτοχος της Εναγόμενης 1, και κατά συνεπεία και ο ιδιοκτήτης του όποιου μέρους του ακίνητου που δεν θα ήταν αναγκαίο να πωληθεί για σκοπούς εξόφλησης της συμβατικής του οφειλής προς αυτούς, αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν και/ή επιτηδείως ενήργησαν ώστε να μην εξαλειφθούν τα εμπράγματα βάρη του ακίνητου μέχρι την ημερομηνία λήξης των επίδικων συμφωνιών. Είναι η βασική θέση του Ενάγοντα ότι, (α) τη δεδομένη στιγμή υπήρχαν ενδιαφερόμενοι αγοραστές για απόκτηση συγκεκριμένων μονάδων του ακινήτου σε συμφέρουσα για τους διάδικους τιμή, (β) η αξία του ακινήτου, λόγω της ανακαίνισης του, αυξήθηκε και ανερχόταν, πλέον, στα €3.700.000,00, (γ) το ποσό που όφειλε να καταβάλει στους Eναγόμενους, στο πλαίσιο των συμβατικών του υποχρεώσεων, ήταν κατά πολύ μικρότερο, (δ) μπορούσε, ευκόλως, να εκπληρώσει τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις, (ε) μετά την καταβολή στην Eναγόμενη 2 του προβλεπόμενου στη συμφωνία ποσού, θα παρέμεινε μεγάλο μέρος του ακίνητου, το οποίο θα περνούσε στη δική του ιδιοκτησία, όταν και, εφόσον θα καθίστατο αποκλειστικός μέτοχος της Εναγόμενης 1, με την εξάσκηση του σχετικού συμβατικού δικαιώματός του και, (στ) οι Εναγόμενοι, στην όψη του ενδεχόμενου να συμβούν τα ανωτέρω, επιτηδείως, δολίως συνωμοτικώς, απατηλώς και δια ψευδών παραστάσεων, προκάλεσαν την παράβαση από πλευράς της Εναγόμενης 1 των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντί του, για να του στερήσουν την πιο πάνω προοπτική. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών, ο Ενάγοντας προβάλλει τη θέση ότι, υπόχρεος για την εξάλειψη των εμπραγμάτων βαρών ήταν η Eναγόμενη 1, ως η ιδιοκτήτρια του ακίνητου και όχι ο ίδιος, παραπέμποντας, προς τούτο, σε συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας. Πάντα προς υποστήριξη των θέσεων του, αυτός προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς που θέλει τους Εναγόμενους ή κάποιους εξ αυτών, να γνωρίζουν, πολύ πριν την ημερομηνία λήξης των επίδικων συμφωνιών, το πρόβλημα που προέκυψε σε σχέση με την εξάλειψη των εμπραγμάτων βαρών, στους οποίους και αποδίδει επιτήδεια απόκρυψη του εν λόγω γεγονότος, ώστε να μην δυνηθεί ο ίδιος, εντός του προβλεπόμενου στις συμφωνίες χρόνου, να επιλύσει τούτο. Ισχυρίζεται, ακόμα, ότι, οι όποιες τυχόν προτάσεις του και/ή εισηγήσεις του, στις οποίες παραπέμπει, για να επεκταθεί ο χρόνος εκπλήρωσης των εκατέρωθεν συμβατικών υποχρεώσεων, ώστε, στο μεταξύ, να μπορεί να επιλυθεί το ζήτημα των εξαλείψεων εμπραγμάτων βαρών και να υλοποιηθούν τα συμφωνηθέντα, αδίκως και/ή παρανόμως και/ή εντελώς αδικαιολόγητα δεν έγινε δεκτή από τους Εναγόμενους 4 και 5, οι οποίοι έβαλλαν το προσωπικό τους συμφέρον πάνω από τις συμβατικές υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 και 2, με στόχο, στο τέλος της ημέρας να παραμείνουν οι μόνοι ιδιοκτήτες του ακίνητου. Στη βάση συγκεκριμένων ισχυρισμών, που προβάλλει, αλλά και σχετικής αλληλογραφίας, στην οποία παραπέμπει, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 4 του κατέστησε ξεκάθαρο ότι θα αποξενώσει το ακίνητο από την Eναγόμενη 1, είτε διά πώλησης του σε τρίτους είτε διά πώλησης του μετοχικού της κεφαλαίου προς τρίτους, και ότι η Eναγόμενη 2 σκοπεύει να ασκήσει δικό της συμβατικό δικαίωμα[5], στη βάση του οποίου δύναται, μετά τη λήξη των επίδικων συμφωνιών και τη μη εξάσκηση από τον Ενάγοντα του δικού του αντίστοιχου δικαιώματος, να αποκτήσει, διά της καταβολής €50 στον Ενάγοντα, το δικό του μερίδιο στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης
  4. Στη βάση όλων των πιο πάνω, και δεδομένης της μη αναγκαίας εγγραφής στο προβλεπόμενο μητρώο των εξαλείψεων των εμπραγμάτων βαρών του ακινήτου εντός του χρόνου ισχύος των επίδικων συμφωνιών, και κατά συνέπεια της αδυναμίας του ασκήσει το δικαίωμα αγοράς του 95% της Εναγόμενης 1, ο Ενάγοντας καταχώρισε την παρούσα αγωγή, επικαλούμενος τις ανωτέρω αναφερόμενες νομικές βάσεις, καθώς επίσης και ότι, στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση τυγχάνουν εφαρμογής και οι αρχές του καταπιστεύματος, και επιδιώκει την έκδοση των πιο πάνω αναφερόμενων θεραπειών. Κρίνεται σημαντικό να σημειωθεί ότι, η ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, αποτελείται από 31 σελίδες, στις οποίες παρατίθενται 241 παράγραφοι και επισυνάπτονται σε αυτήν 57 τεκμήρια, στο περιεχόμενο των οποίων, ο Ενάγοντας παραπέμπει προς υποστήριξη των εκεί αναφερόμενων ισχυρισμών του. Η ένσταση Η Eναγόμενη 1 (και μόνο) καταχώρισε ένσταση στην επίδικη αίτηση. Δεν καθίσταται αναγκαία η εδώ λεπτομερής καταγραφή των προβαλλόμενων, στο κυρίως σώμα της, λόγων ένστασης, καθ' ότι, κατά την επ' ακροατήριω διαδικασία της επίδικης αίτησης, ο συνήγορος της δήλωσε, ρητώς, ότι, στην ουσία, τρεις είναι οι λόγοι για τους οποίους επιζητείται η απόρριψη της επίδικης αίτησης. Καθόρισε, δε, τούτους ως, (α) δεν πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960 (στο εξής «το άρθρο 32»), (β), δεν πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και (γ) το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων παρά υπέρ της έκδοσης τους. Ζήτησε, επιπροσθέτως, όπως κάθε τι άλλο προβάλλεται ως λόγος επί του κυρίως σώματος της ένστασης για απόρριψη της επίδικης αίτησης, στον βαθμό που είναι σχετικό, να εκληφθεί ως επικουρικό των πιο πάνω τριών αναφερόμενων λόγων για τους οποίους ζητείται η απόρριψή της. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση συγκεκριμένου δικηγόρου, ο οποίος εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Eναγόμενη 1, ο οποίος επικαλείται, ως προς τα όσα εκεί αναφέρει, πληροφόρηση που έλαβε, μεταξύ άλλων, και από τον διευθυντή της τελευταίας. Στην ουσία, μέσω της εν λόγω ένορκης δήλωσης, εκείνο που η Eναγόμενη 1 προτάσσει είναι ότι, η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και προκλητική από πλευράς του Ενάγοντα ενέργεια, που σκοπό έχει να ασκήσει αθέμιτη και αδικαιολόγητη πίεση στην Eναγόμενη 1 να αποδεχθεί τις παράλογες και αδικαιολόγητες απαιτήσεις του. Είναι, εν προκειμένω, η θέση της Εναγόμενης 1, ότι οι επίδικες συμφωνίες δεν επιβάλλουν σε αυτήν ή σε οποιονδήποτε άλλο Εναγόμενο υποχρέωση για εξάλειψη των εμπραγμάτων βαρών του ακίνητου. Τουναντίον, στη βάση των συμβατικών υποχρεώσεων του Ενάγοντα, που τον καθιστούν υπόλογο να ενεργήσει ώστε, μετά την απόκτηση του ακίνητου από την Eναγόμενη 1, τούτο να πωληθεί σε τρίτους, ώστε να αντληθούν κεφάλαια για να αποζημιωθεί, σχετικώς, η Eναγόμενη 2, υποχρέωση για την εξάλειψη των εν προκειμένω βαρών είχε ο ίδιος ο Ενάγοντας. Απορρίπτει τα όσα ο τελευταίος αποδίδει στους Εναγόμενους, και με παραπομπή στο περιεχόμενο διαφόρων τεκμηρίων που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα[6], υποστηρίζει ότι, τόσο η ίδια όσο και οι λοιποί Εναγόμενοι, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ενήργησαν ως οι επίδικες συμφωνίες τους επέβαλλαν, χωρίς ποτέ να ενεργήσουν κατά παράβασή τους. Προβάλλεται, επιπροσθέτως η θέση ότι, ο λόγος που προέκυψε η μεταξύ των διαδίκων διαφορά ήταν γιατί, συνέπεια της δίωξης της Δικαστού που θα έπρεπε να επιληφθεί της αίτησης που υπέβαλε η Eναγόμενη 1, παρά της απουσίας τέτοιας σχετικής, συμβατικής υποχρέωσης της (παρά μόνο κατόπιν καλής θέλησης), δεν ήταν δυνατή η εξάλειψη των εμπραγμάτων βαρών του ακινήτου και η εγγραφή της στο προβλεπόμενο μητρώο πριν τη λήξη των επίδικων συμφωνιών, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να μην νομιμοποιείται, πλέον να ασκήσει το δικαίωμα εξαγοράς του μετοχικού μεριδίου της Εναγόμενης 2 στην Εναγόμενη 1, γεγονός για το οποίο δεν ευθύνεται η Εναγόμενη 1, ούτε οποιοσδήποτε άλλος Εναγόμενος. Προτάσσει, επίσης, ότι, οι Εναγόμενοι, παρά τη μη σχετική υποχρέωσή τους, πριν την ημερομηνία λήξης των επίδικων συμβάσεων, πρότειναν συγκεκριμένες λύσεις της διαφοράς, τόσο δια της τροποποίησης των επίδικων συμφωνιών όσο και, διαζευκτικώς, δια της απαλλαγής του Ενάγοντα από αυτές, με αντάλλαγμα, ο τελευταίος να καταστεί ιδιοκτήτης συγκεκριμένων μονάδων του ακίνητου, αξίας πέραν του €1.000.000, τις οποίες προτάσεις τούτος απέρριψε. Είναι η θέση της Εναγόμενης 1 ότι, όταν πλησίαζε η ημερομηνία εκπλήρωσης των επίδικων συμφωνιών και ο Ενάγοντας αντιλήφθηκε ότι δεν θα μπορούσε να υλοποιήσει τις δικές του συμβατικές του υποχρεώσεις και ότι, κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα αγοράς των μετοχών της Εναγόμενης 1 και ότι, τέλος, κακώς δεν αποδέχθηκε τις προτάσεις που του έγιναν από πλευράς των Εναγομένων, εκδικητικώς και εντελώς αδικαιολόγητα καταχώρισε την παρούσα αγωγή και ψευδώς αποδίδει στους Εναγόμενους δόλια, απατηλή, συνωμοτική, και γενικότερα, παράνομη συμπεριφορά. Πάντα κατά την Eναγόμενη 1, τούτη δεν παράβηκε κανένα όρο των επίδικων συμφωνιών, και τον μόνο που ο τελευταίος, πρέπει να μέμφεται, είναι τον εαυτό του. Ακροαματική Διαδικασία. Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία της επίδικης αίτησης περιορίστηκαν τα επίδικα ζητήματα τούτης, ως ανωτέρω σημειώθηκε, και οι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν τις γραπτές τους αγορεύσεις υιοθετώντας, έκαστος, το περιεχόμενο της δίκης του αγόρευσης. Αμφότεροι συνήγοροι, εν όψει του περιορισμού των επίδικων ζητημάτων της επίδικης αίτησης, ζήτησαν από το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη εκείνο το περιεχόμενο των αγορεύσεων τους που σχετίζεται με αυτά, καθ' ότι τούτες, περιέχουν θέσεις και επιχειρήματα για όλα τα επίδικα ζητήματα ως είχαν, πριν τον περιορισμό τους. Κανένας εκ των ομνυόντων των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση δεν αντεξετάστηκε. Νομική πτυχή. Οι αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο διάδικος που ζητά το προσωρινό διάταγμα δικαιούται σε θεραπεία στην κυρίως διαδικασία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Παράλληλα, το δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, δυνάμει του ιδίου άρθρου, πρέπει να αποφασίσει ότι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, ή και τα δύο μαζί αν αυτό δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιόν του, να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, διαφορετικά θα απορρίψει την αίτηση. Προς τούτο, απαιτείται η στάθμιση του κινδύνου πρόκλησης αδικίας, την οποία τυχόν να υποστεί η μία ή η άλλη πλευρά συνεπεία της ενδιάμεσης αυτής απόφασής του, και, ακολούθως, η επιλογή της ολιγότερο επιβλαβούς πορείας, δεδομένης της φύσης και του περιεχομένου του αιτούμενου διατάγματος (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd

(1996)1 Α.Α.Δ. 788 και Films Rover v. Cannon Film Sales [1986] 3 All ER 772, σελ. 780 και 781). Ως προς τη σημασία της τυχόν καθυστέρησης από πλευράς ενός Ενάγοντα να αποταθεί στην δικαιοσύνη για να επιδιώξει, ακόμα και διά κλήσεως, την εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος, στην Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029, αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία είναι οι εξής:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του Ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του Ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. (Βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 C.L.R. 788, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1475, Zein κ.ά. v. Παράσχος Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606, Re Stavros Hotel Appartments Ltd κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841, Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864, M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co. of U.S.A.
(1997)1 Α.Α.Δ.
  1. Βλ. και Copinger and Skone James (πιο πάνω) παραγ. 633 και Kerr on Injunctions, 6η έκδοση, σελ. 360-61, Kerly's Law on Trade Marks and Trade Names, 12η έκδοση, παραγ. 15-68 και John Drysdale & Michael Silverleaf "Passing off Law and Practice", 2α έκδοση, παραγ. 6-16)». Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος της καθυστέρησης στην διεκδίκηση παρεμπίπτοντος διατάγματος, ακόμα και όταν αυτή επιδιώκεται με, δια κλήσεως αίτηση, δείτε και τα όσα αναφέρθηκαν στην Rapp v. Sinden και Άλλου, Πολ.Εφ. Ε191/14, απόφαση ημερομηνίας 20.03.20 και Dababov v. Metaquotes Software Ltd κ.α. Πολ. Εφ. Ε32/2021, απόφαση ημερομηνίας 16.02.
  2. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτούντος διαδίκου στην αγωγή. Η έννοια της πιθανότητας, ως αναφέρθηκε, εισάγει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται για απόδειξη αστικής αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα δε της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η προϋπόθεση αυτή. Αν η υπόθεση, ως εκ της φύσεώς της, δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων, ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων, αυτή καθ' εαυτή, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Το ζήτημα όμως δε τελειώνει εδώ. Όπως, συναφώς, αναφέρθηκε, πρόσφατα, στην Lariena Investments Ltd v. RFI Consortium, Πολ. Εφ. Ε164/2019 (απόφαση ημερομηνίας 22.01.2021), «Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Όπως τέθηκε στην Όξυνος κ.ά. ν. Λού
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066 , που παρέπεμψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, (Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκίζη κ.ά. v. Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. Τhe Timberland Co.
(1977)1Γ ΑΑΔ 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του και τον κίνδυνο που ενέχεται από την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται με την κατοχή των επιδίκων μετοχών. Μεταξύ αυτών είναι και ο κίνδυνος παράνομης επέμβασης στις δραστηριότητες της NWCC και της αποξένωση των μετοχών αυτής». Εκεί δε που προβάλλεται θέση περί πιθανότητας αποξένωσης περιουσίας από πλευράς του εναγόμενου, στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία Λεωνίκ Λιμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 αναφέρθηκε ότι «δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας από τον αιτητή για πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί». Ο σκοπός ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32, είναι βασικά η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων ως αυτή είχε κατά το χρόνο που προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής. Αναφορικά, τώρα, με τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, περιορίζομαι να επισημάνω πως οι πρόνοιες τους ρυθμίζουν ειδικά τις περιπτώσεις που εκεί αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των προϋποθέσεων για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δέστε τις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 AAΔ 557, Αcropolo Shipping Co. Ltd v. Rossis
(1976)1 AAΔ σελ. 38, Νational Bank of Greece v. Matovia [1987] 1 AAΔ.303, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή [1989] 1 ΑΑΔ(Ε) 152 και Α.Β.Ρ. Ηοldings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων [1994] 1 ΑΑΔ 694, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων [1995] 1 ΑΑΔ 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd [1996] 1 AAΔ.799, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη [1989] 1 (Ε) ΑΑΔ 152, Α. Κυτάλα ν. ΄Αννα Χρυσάνθου και ΄Αλλοι [1996]1 ΑΑΔ 253, Αντωνία Παναγίδου και άλλων ν. Μάριος Παναγίδου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 396, Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνικ. Λτδ (ανωτέρω), Χ. Κουνούνας ν. G. & A. Simons Ltd
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1361, Larticon Vo. v. Dedergenta Development Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1121. To Δικαστήριο, μετά την καταχώριση της ένστασης, έχει εξουσία και υποχρέωση να επιληφθεί της υπόθεσης, να ακούσει και τις δύο πλευρές και να διαπιστώσει αν οι προϋποθέσεις που ο νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 ικανοποιούνται. Αν υπάρχει διάσταση πάνω στα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τη Διαταγή 48, θεσμός 4, ο διάδικος που έχει το βάρος της απόδειξης πρέπει να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται (βλ., μεταξύ άλλων, Stylianou v. Stylianou
(1988)1 C.L.R. 520, σελ. 527). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της κυρίως διαδικασίας, ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του, να αποφασίσει τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η κυρίως, ενώπιον του, διαδικασία. Αντικείμενο εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις, είναι μόνο το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες, για την έκδοση του διατάγματος και/ή τη διατήρηση της ισχύος του, προϋποθέσεις και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων αναφορικά με την ουσία του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το μόνο αρμόδιο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων σώμα, είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικασθεί η ουσία της υπόθεσης, και τούτο στα πλαίσια της ρηθείσας εκδίκασης (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 663, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων (ανωτέρω), Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD
(1999)1(Α) AAΔ 225 και Πολ. Εφ. Ε135/2015 Παύλος Δίγκλης κ.α. ν. Total Fit Ltd, απόφαση ημερομηνίας 12.09.2018). Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο που την διέπει Έχοντας υπόψη το ανώτερο αναφερόμενο νομικό πλαίσιο, και το καθήκον του Δικαστηρίου να αποφεύγει σε αιτήσεις, ως η επίδικη, να επιλέγει εκδοχές ή να αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς ή να εξετάζει, τελικώς, την αξιοπιστία των μαρτύρων, καθώς επίσης και το ότι, τέτοιες αιτήσεις, εξετάζονται στη βάση της λογικότητας και ποιοτικής επάρκειας των ισχυρισμών που προβάλλει ο Αιτητής, με γνώμονα, πάντα και την όποια τυχόν αποδυνάμωσή τους από τα όσα, σε αντιδιαστολή, προβάλλει ο Καθ' ου η Αίτηση (βλέπε υπόθεση Δίγκλης (ανωτέρω) και Πόλα Ιορδάνου ν. PS Seamless Gutters Ltd κ.α., Πολ. Εφ. 4/2022, απόφαση ημερομηνίας 08.11.2022), προχωρώ να εξετάσω τούτη με γνώμονα τους λόγους που προβάλλει η Eναγόμενη 1 για απόρριψή της, οι οποίοι άπτονται των προϋποθέσεων που πρέπει να ικανοποιήσει ο Ενάγοντας. Προτού, ωστόσο, ενεργήσω ως ανωτέρω, και παρά το ότι δεν προβάλλεται σχετικός λόγος ένστασης (ορθώς, κατά τη γνώμη μου, εγκαταλείφθηκε η σχετική εισήγηση) κρίνω αναγκαίο, εν όψει της δικαιοδοτικής υφής της εν λόγω προϋπόθεσης, να εξετάσω κατά πόσο ο Ενάγοντας ικανοποίησε την πρώτη προϋπόθεση του εν λόγω άρθρου. Ως σημειώθηκε ανωτέρω, κατά την παράθεση της σχετικής νομικής πτυχής, η εξέταση αυτή γίνεται στην όψη του δικογράφου, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η όποια ενασχόληση του Δικαστηρίου με το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την αίτηση. Είναι αβίαστα που προκύπτει από το περιεχόμενο, τόσο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος όσο και της έκθεσης απαίτησης, ότι ο Ενάγοντας κατάφερε να ικανοποιήσει τη συγκεκριμένη προϋπόθεση, αφού, δικογραφικώς, αποδίδει στους Εναγόμενους τέτοιες ενέργειες και/ή παραλείψεις, που αν αποδειχθούν μέσω της μαρτυρίας που θα προσκομίσει προς απόδειξη της αγωγής του, αυτές θα απολήγουν σε κρίση ότι η Εναγόμενες 1 και 2 ενήργησαν παρανόμως (αντισυμβατικά και/ή δια διάπραξης αστικών αδικημάτων και/ή κατά παράβαση συγκεκριμένων αρχών του δικαίου της επιείκειας) και προκάλεσαν στον Ενάγοντα την επικαλούμενη ζημιά του. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τους τρεις λόγους ένστασης και παράλληλα, με την εξέταση αυτήν, και το κατά πόσο ο Ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει ότι δικαιούται την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Είμαι της γνώμης, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, ότι ο σχετικός λόγος ένστασης δεν ευσταθεί, ενώ, από την άλλη, ο Ενάγοντας κατάφερε να ικανοποιήσει τη σχετική προϋπόθεση. Ως έχει, νομολογιακώς, σχετικώς, αποφασισθεί, το βάρος απόδειξης που φέρει ο Ενάγοντας προς εκπλήρωση της υπό εξέταση προϋπόθεσης είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται για απόδειξη αστικής αγωγής. Σε διαφωνία, με τα όσα, σχετικώς, προβάλλει η Eναγόμενη 1, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, προκύπτει ότι βασικό ζητούμενο για την κρίση επί της ουσίας της αγωγής αποτελεί η ερμηνεία των όρων των επίδικων συμβάσεων και ειδικότερα το κατά πόσο, στη βάση τους, είτε ως ρητοί είτε ως εξυπακουόμενοι, η Eναγόμενη 1 και/ή 2 υπείχα συμβατική υποχρέωση να ενεργήσουν ώστε να εξαλειφθούν τα εμπράγματα βάρη του ακίνητου, η οποία εξάλειψη αποτελούσε προϋπόθεση και/ή ουσιώδη παράγοντα για σκοπούς πώλησης ή απόκτησης ή εγγραφής των μονάδων του ακίνητου που θα πωλούνταν σε τρίτους και κατά συνέπεια και εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του Ενάγοντα που θα του επέτρεπαν, ακολούθως, να ασκήσει το συμβατικό δικαίωμά του για απόκτηση, από την Εναγόμενη 2, του 95% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1. Συναφώς, σημειώνω ότι η συμφωνία μετόχων περιέχει και τους εξής όρους: «Ε. The purchase price payable for the Property is €905.587.18 (Nine hundred and five thousand five hundred and eighty seven EUROS and eighteen cents (hereinafter referred to as the "Purchase Price") out of which: €835,000 (eight hundred and thirty thousand EURO) shall be payable to doValue (either directly or via the Sellers), €15,000 shall be payable to Alpha (either directly or via the Sellers), €10,000 shall be payable to Hoist, (either directly or via the Sellers) so as for the Existing Financial Creditors to undertake and discharge the existing encumbrances over the Property held in their favour and the balance shall be retained by the notary public formulating the sale contract and paid to the Greek authorities on account on account of amounts due by the Sellers to such authorities». και «7.1 Without the unanimous written consent of all the Shareholders, except in so far as the following provisions of this clause conflict with the provisions of the Companies Law Cap. 113: the Parties agree and the Company shall not, without the prior unanimous approval of the Shareholders do or agree to do any of the following: [.] 7.1.4 (
  1. a)[.] (
  2. b)Mortgage or charge or permit the creation of or suffer to subsist any mortgage of fixed or floating charge, lien (other than a lien arising by operation of law) or other encumbrance over the whole or any part of the equity, undertaking, Property or other assets of the Company. [.].» Στη, δε συμφωνία παροχής υπηρεσιών, προβλέπεται, στο όρο 3.3 ότι η Εναγόμενη 1 θα παρέχει στον Ενάγοντα: «all reasonable authorizations and evidence of Master Services authority to perform its duties and obligations and represent the Client in respect of the property in all matters and for all purposes contemplated in this Agreement, as the Master Servicer shall reasonably direct. The Client Further undertakes to take any action necessary as may be required for all purposes contemplated in this Agreement, as the Master Servicer shall reasonably direct». Στη βάση των όρων αυτών, επιβάλλεται στους συμβαλλόμενους, αφενός να χρησιμοποιήσουν το ποσό που θα καταβληθεί για την αγορά του ακίνητου για σκοπούς εξόφλησης των πιστωτών των προηγουμένων ιδιοκτητών του ώστε να εξαλειφθούν τα όποια εμπράγματα βάρη φέρει τούτο, και, αφετέρου, να διασφαλίσουν, όλοι οι συμβαλλόμενοι ("the parties") ότι η Eναγόμενη 1 δεν θα υπόκειται σε οποιονδήποτε περιορισμό λόγω ισχύος, μεταξύ άλλων, εμπράγματου βάρους επί του ακίνητου. Επίσης, στη βάση του όρου 3.3 της συμφωνίας παροχής υπηρεσιών, στον Ενάγοντα παραχωρείται η εξουσία να απαιτήσει από την Εναγόμενη 1 όπως ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο με σκοπό την υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Κατά τον Ενάγοντα (βλέπε ένορκη δήλωσή του και τεκμήριο 44 τούτης), σύμφωνα με τα όσα Ελλαδίτης δικηγόρος ανέφερε στους προηγούμενους ιδιοκτήτες του ακινήτου, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη 1[7], έννομο συμφέρον για να δικαιούται να αποταθεί κάποιος σε Ελληνικό Δικαστήριο για εξάλειψη εμπράγματου βάρους επί ενός ακίνητου έχει μόνο ο ιδιοκτήτης του, που, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ως εξάλλου αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών, ιδιοκτήτρια του ήταν η Eναγόμενη 1. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, χωρίς να αποφαίνομαι ως προς το ζητούμενο - κάτι, που, εξάλλου, δεν δικαιούμαι να πράξω στο παρόν στάδιο -, κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα στον βαθμό που αποδίδουν στις Εναγόμενες 1 και 2 συμβατική υποχρέωση να εξαλείψουν το ακίνητο από τα όποια εμπράγματα βάρη του, χαρακτηρίζονται από λογικότητα και ποιοτική επάρκεια, ενώ η Εναγόμενη 1, μέσω της ένστασής της, δεν ανέτρεψε, εξ αντικειμένου, τα δεδομένα αυτά (βλ. Πόλα Ιορδάνου (ανωτέρω)). Επίσης, και πάλι χωρίς να αποφαίνομαι, τελικώς, σχετικώς, σημειώνω ότι στη βάση των θέσεων του Ενάγοντα, η Eναγόμενη 1 και γενικότερα οι λοιποί Εναγόμενοι, εν γνώσει τους ότι το ακίνητο δεν είχε απαλλαχθεί από τα εμπράγματα βάρη του, προέβαλλαν τη θέση ότι δεν υπέχουν της σχετικής συμβατικής υποχρέωσης και, εν πάση περιπτώσει, η όποια ενέργειά τους για τέτοια εξάλειψη αφορούσε μόνο σε κάποιο ή κάποια εκ των εμπραγμάτων βαρών του ακίνητου και όχι όλα. Ακόμα, στη βάση πάντα των όσων ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, το ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει προς την Εναγόμενη 2 από τα έσοδα που θα προέκυπταν από την πώληση των μονάδων του ακινήτου σε τρίτους, εξαρτάτο και από το ύψος του δανεισμού της τελευταίας και της Εναγόμενης 1 από άλλα πρόσωπα. Ωστόσο, πάντα κατά τον Ενάγοντα, οι σχετικές συμφωνίες που συνομολογήθηκαν από τις τελευταίες για σκοπούς του δανεισμού τους δεν γνωστοποιήθηκαν στον ίδιο, παρά το ότι απαίτησε τούτες, οι δε Εναγόμενοι 4 και 5, στο πλαίσιο της αλληλογραφίας τους, φέρονται να μεταβάλλουν, κατά καιρούς τους ισχυρισμούς τους ως προς το ακριβές ύψος του εν λόγω δανεισμού. Πρέπει επίσης, πάντα συναφώς, να υποδειχθεί ότι ο Ενάγοντας, με τη μαρτυρία του, παραθέτει διάφορα γεγονότα, τα οποία έλαβαν χώρα σε βάθος χρόνου, παραπέμποντας, σχετικώς, σε διάφορα έγγραφα και αλληλογραφία που σχετίζονται με αυτά, με ειδική αναφορά στις κατά καιρούς αντιδράσεις και/ή τοποθετήσεις των Εναγόμενων σε διάφορα αιτήματά του (σε χρόνο που οι επίδικες συμφωνίες βρίσκονταν σε ισχύ), στη βάση των οποίων επικαλείται ότι η Eναγόμενη 1 και γενικότερα όλοι οι Εναγόμενοι, είτε θέτοντας πολύ στενά περιθώρια, είτε ενεργώντας, εκ μέρους της Εναγόμενης 1, αντισυμβατικά, προσπάθησαν να τον εξαναγκάσουν να μεταβάλει τα συμβατικά του δικαιώματα περιορίζοντας τα όποια οικονομικά οφέλη του, εκμεταλλευόμενοι την ανυπαρξία ρητού όρου στις επίδικες συμφωνίες αναφορικά με το ποιος συμβαλλόμενος επείχε συμβατικής υποχρέωσης να εξαλείψει το ακίνητο από τα εμπράγματα βάρη του. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι ο Ενάγοντας παρέθεσε στοιχεία σ' ένα ιστορικό που κάλυπτε χρόνο και φάσμα ενεργειών των Εναγομένων που καταδεικνύει - χωρίς υποκειμενική αξιολόγηση - σοβαρή ένδειξη δικαιωμάτων του (βλ. Hazlewood Investments & Finance Ltd v. Manuel κ.α., Πολ. Εφ. Ε14/2017, απόφαση ημερομηνίας 16/07/2019), με αποτέλεσμα να κρίνω, ως εξάλλου ανάφερα και ανωτέρω, ότι κατάφερε να ικανοποιήσει τη σχετική προϋπόθεση, και κατά συνέπεια ο εν προκειμένω λόγος ένστασης δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Για τους λόγους που θα εξηγήσω, ακολούθως, κρίνω ότι ο Ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει και την εν προκειμένω προϋπόθεση. Δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την περίπτωση που ο Ενάγοντας επιδιώκει, απλώς, την επιδίκαση αποζημιώσεων, ώστε, το κατά πόσο θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα να αποτελεί βασικό παράγοντα για την απόφανση επί του ζητουμένου. Τουναντίον, στη βάση, τόσο των επιζητούμενων τελικών θεραπειών μέσω της παρούσας αγωγής όσο και των όσων προβάλλει μέσα από το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την αίτηση, αλλά και το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, εκείνο που επιζητεί ως βασική θεραπεία του είναι να διακηρυχθεί από το Δικαστήριο ότι, τόσο το ακίνητο όσο και οι μετοχές της Εναγόμενης 1, ως περιουσία, κατέχονται από την τελευταία και τους μετόχους της ως καταπιστευματοδόχοι του ίδιου στη βάση της θεώρησης ότι δικαιούται σε ειδική εκτέλεση των επίδικων συμφωνιών, με αποτέλεσμα, τόσο το ακίνητο, όσο και οι εν προκειμένω μετοχές να αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, με την ενδεχόμενη αποξένωσή τους, ανεξαρτήτως του αν απέδειξε ότι ελλοχεύει τέτοιος επικείμενος κίνδυνος, να υπέχει καταλυτικής σημασίας για σκοπούς αποφάνσεως ως προς την ικανοποίηση της υπό εξέταση προϋπόθεσης. Στη βάση αυτών των δεδομένων, είναι με ευκολία που καταλήγω ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, και ακολουθήσει αποξένωση του ακίνητου ή των μετοχών της Εναγόμενης 1, δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα. Κατά συνέπεια επαναλαμβάνω ότι ο Ενάγοντας κατάφερε να ικανοποιήσει και την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32. Όσον τώρα αφορά στο ισοζύγιο της ευχέρειας, κρίνω επίσης ότι ο Ενάγοντας κατάφερε να καταδείξει ότι στην περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, και ακολούθως κριθεί ότι τούτα κακώς εκδόθηκαν, η όποια δυσμένεια τυχόν θα προκληθεί στην Eναγόμενη 1, θα είναι κατά πολύ λιγότερη από τη δυσμένεια που θα προκληθεί στο ίδιο, στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τούτα και ακολούθως κριθεί ότι κακώς δεν εκδόθηκαν. Προς τούτο σημειώνω ότι αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα και το ακίνητο και/ή οι μετοχές της Εναγόμενης 1 αποξενωθούν, η αγωγή του θα καταστεί άνευ αντικειμένου στον βαθμό που μέσω της επιδιώκει την εγγραφή τους επ' ονόματι του, στο πλαίσιο ειδικής εκτέλεσης των συμφωνηθέντων. Από την άλλη, στη βάση του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού και εν απουσία ειδικής, επαρκούς σχετικής μαρτυρίας από πλευράς της Εναγόμενης 1 επί τούτου, τούτη δεν ασκεί οποιεσδήποτε εμπορικές δραστηριότητες ούτε εργοδοτεί οποιοδήποτε υπαλληλικό προσωπικό, και συστάθηκε με μόνο σκοπό να αποκτήσει το ακίνητο και μέσω του Ενάγοντα, να πωλήσει τούτο ή κάποιες μονάδες του, προς τρίτους ώστε να εισπραχθεί συγκεκριμένο χρηματικό ποσό που θα επιτρέψει, αφενός να εξοφληθεί ο δανεισμός που έγινε για την εξασφάλιση του τιμήματος αγοράς του και τη κάλυψη των εξόδων ανακαίνισης του, και αφετέρου να εξασφαλισθεί οικονομικό κέρδος από την εν προκειμένω επένδυσή των Εναγομένων, στόχοι, οι οποίοι, εν πάση περιπτώσει, θα μπορούν να επιτευχθούν, μετά την κρίση επί της ουσίας της παρούσας αγωγής. Εξάλλου, ούτε η Eναγόμενη 1 προβάλλει, επαρκώς, οτιδήποτε που να ανατρέπει τη πιο πάνω θέση του Ενάγοντα. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, έχω στην ουσία εξετάσει όλους τους προβαλλόμενους και προωθούμενους λόγους ένστασης, καθώς επίσης το κατά πόσο ο Ενάγοντας έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στη βάση δε των πιο πάνω κρίσεών μου, αποτελεί κατάληξή μου ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Κατά συνέπεια, εκδίδονται διατάγματα ως το Α και Β της αίτησης. Ως προς τα έξοδα δεν έχω κανένα λόγο για να αποκλίνω του κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 1, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τα υπό στοιχεία Γ, Δ και Ε αιτούμενα διατάγματα εγκαταλείφθηκαν κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία της επίδικης αίτησης. [2] Νοουμένου ότι, στο μεταξύ, εκπληρώνονταν συγκεκριμένοι όροι των συμβάσεων. [3] Ημερομηνία απόκτησης του ακινήτου από την Εναγόμενη 1. [4] Από τα όσα ισχυρίζονται οι δύο πλευρές, ο Ενάγοντας φαίνεται να θεωρεί ότι μπορούσε να εξασκήσει το δικαίωμα εξαγοράς του 95% των μετοχών της Εναγόμενης 1 μέχρι τις 29.04.2023, ενώ η Εναγόμενη 1 ότι η ημερομηνία λήξης των συμβάσεων ήταν η 19η.04.2023, στη βάση του ότι η συμφωνία μετόχων υπογράφθηκε στις 20.04.2021. [5] Ως αυτό προβλέπεται στις επίδικες συμφωνίες. [6] Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν επισυνάπτονται τεκμήρια. [7] Το σχετικό σημείωμα (τεκμήριο 44) απεστάλη στους Εναγόμενους (ενώ οι συμφωνίες ήταν ακόμα σε ισχύ) και η σχετική αναφορά δεν τέθηκε εν αμφιβόλω, στο δε περιεχόμενό του παραπέμπει, πλειστάκις, και ο συνήγορός της Εναγόμενης 1. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.