← Κύπρος

Φίλιππου Χριστοδούλου ν. Γιώργου Φαλέκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2616/09, 31/1/2024

Φίλιππου Χριστοδούλου ν. Γιώργου Φαλέκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2616/09, 31/1/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2616/09 Μεταξύ: Φίλιππου Χριστοδούλου Ενάγοντα -και-

  1. Sharelink Securities and Financial Services Ltd
  2. Χριστόδουλου Έλληνα
  3. Γιώργου Φαλέκου Εναγομένων -και- Αναφορικά με τον περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο, Κεφ. 62 -και- Φίλιππου Χριστοδούλου Αιτητή -και-
  4. Γιώργου Φαλέκου
  5. Σωτηρούλλα Μιχαήλ Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Θεοφάνους (Κος) Για Καθ' ων η αίτηση: Αγρότου (Κα) Απόφαση Στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, στις 17.12.2018, το Δικαστήριο εξέδωσε τελική απόφαση με την οποία επιδίκασε το ποσό των €109.446,00, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από 30.04.2009 μέχρι εξοφλήσεως, υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου
  6. Ως προς τους εναγόμενους 1 και 2, η αγωγή, για τους λόγους που αναφέρονται στην τελική αυτή απόφαση, απορρίφθηκε. Ως προς τον εναγόμενο 3, αποτέλεσαν τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου τα ακόλουθα: Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο ενάγοντας ήταν εγκεκριμένος εκτιμητής ακινήτων. Η εναγόμενη αρ. 1 ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που άνηκε στο όμιλο SFS και ήταν χρηματιστηριακή εταιρεία ρυθμιζόμενη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου με εργασίες παροχής χρηματοοικονομικών και επενδυτικών υπηρεσιών. Ο εναγόμενος αρ. 2 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας. Ο εναγόμενος αρ. 3 εργοδοτήθηκε στην εναγόμενη αρ. 1 στο Τμήμα Wealth Management από την 17.2.
  7. Ο ενάγοντας από το 2000 αναλάμβανε εκτιμήσεις ακινήτων της εναγόμενης αρ. 1 και γνωρίζετο με τον εναγόμενο αρ.
  8. Το 2007 ο ενάγοντας γνωρίστηκε με τον εναγόμενο αρ. 3 ο οποίος τον παρότρυνε να υποβάλει αίτηση στην τράπεζα JB για άνοιγμα λογαριασμού επενδυτικής μορφής με διαχείριση του χαρτοφυλακίου από την εναγόμενη αρ.
  9. Ο ενάγοντας την 25.4.2007 υπέγραψε τα έγγραφα που περιέχονται στο Τεκμήριο 1, εξουσιοδότησε την εναγόμενη αρ. 1 να διαχειρίζεται τον λογαριασμό του και την 9.5.2007 μετέφερε ποσό €600.000 στην JB. Ο εναγόμενος ετοίμαζε και παρέδιδε στον ενάγοντα καταστάσεις του λογαριασμού του όπως τα Τεκμήρια 3, 4, 8 και 9 οι οποίες έδειχναν τον επενδυτικό λογαριασμό να παρουσιάζει κέρδη. Τον Απρίλιο 2008 ο ενάγοντας ζήτησε να του επιστραφεί το κέρδος ύψος €80.443 που παρουσίαζαν οι καταστάσεις του εναγόμενου αρ. 3 αλλά του επεστράφη ποσό €62.
  10. Το ποσό αυτό του παρουσιάστηκε από τον εναγόμενο αρ. 3 ότι ήταν κέρδος μείον φόρους και χρεώσεις ενώ στην πραγματικότητα αποτελούσε το προϊόν ρευστοποίησης του συντηρητικού χαρτοφυλακίου του ενάγοντα κατά τον Μάιο
  11. Μέχρι και τον Δεκέμβριο 2008 οι καταστάσεις που λάμβανε ο ενάγοντας παρουσίαζαν κέρδος ο δε Εναγόμενος αρ. 3 τον διαβεβαίωνε ότι όλα προχωρούσαν καλά. Το καλοκαίρι του 2008 όμως ο ενάγοντας συναντήθηκε με τον Μ.Υ.2 ο οποίος του ανέφερε ότι το χαρτοφυλάκιο του παρουσίαζε κάποια ζημιά. Την 18.12.2008 ο ενάγοντας αιτήθηκε και έλαβε δάνειο ύψους €100.000 από την JB. Για πρώτη φορά ο εναγόμενος αρ. 3 ανέφερε στον ενάγοντα την ύπαρξη κάποιας ζημιάς τον Ιανουάριο 2009 και την 12.1.2009 ο ενάγοντας παρέλαβε κατάσταση η οποία έδειχνε ότι η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν €329.396 ενώ δεν υπήρχε καν το συντηρητικό χαρτοφυλάκιο ύψους €62.561 στην Τράπεζα Κύπρου. Την 12.1.2009 ο ενάγοντας τερμάτισε τη διαχείριση του λογαριασμού του από την εναγόμενη αρ.
  12. Ζήτησε και έλαβε από την JB καταστάσεις του λογαριασμού του οι οποίες έδειχναν διαφορετική εικόνα από αυτές του Εναγόμενου αρ. 3 και συγκεκριμένα: - Η κατάσταση του εναγόμενου αρ. 3 Τεκμήριο 3 για τον Δεκέμβριο 2007 έδειχνε υπερεκτιμημένη τη συνολική τρέχουσα αξία του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα κατά €18.791 σε σύγκριση με την αντίστοιχη της JB Τεκμήριο
  13. - Η κατάσταση του εναγόμενου αρ. 3 Τεκμήριο 8 για τον Αύγουστο 2008 έδειχνε υπερεκτιμημένη τη συνολική τρέχουσα αξία του χαρτοφυλακίου του Ενάγοντα κατά €94.151 σε σύγκριση με την αντίστοιχη κατάσταση της JB Τεκμήριο
  14. - Η κατάσταση του εναγόμενου αρ. 3 Τεκμήριο 8 για τον Σεπτέμβριο 2008 έδειχνε υπερεκτιμημένη τη συνολική τρέχουσα αξία του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα κατά €129.815 σε σύγκριση με την αντίστοιχη κατάσταση της JB Τεκμήριο
  15. - Η κατάσταση του εναγόμενου αρ. 3 Τεκμήριο 8 για τον Οκτώβριο 2008 έδειχνε υπερεκτιμημένη τη συνολική τρέχουσα αξία του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα κατά €154.598 σε σύγκριση με την αντίστοιχη κατάσταση της JB Τεκμήριο
  16. Μετά από απόφαση της εναγόμενης αρ. 1 από τον Δεκέμβριο 2008 οι καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν πλέον απευθείας στους πελάτες. Τον Ιανουάριο 2008[1] πελάτες του Εναγομένου αρ. 3 επικοινώνησαν με την Εναγόμενη αρ. 3 και εξέφρασαν παράπονα ότι οι καταστάσεις που έλαβαν απευθείας από αυτήν διέφεραν από τις καταστάσεις που μέχρι τότε λάμβαναν από τον Εναγόμενο αρ.
  17. Η εναγόμενη αρ. 1 προέβη σε έλεγχο και διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος αρ. 3 προέβαινε σε πράξεις παραποίησης καταστάσεων λογαριασμού. Προχώρησε σε καταγγελία του εναγόμενου αρ. 3 στην Αστυνομία, συνέστησε ειδική επιτροπή για έλεγχο των λογαριασμών πελατών του εναγόμενου αρ. 3 και εξέδωσε την ανακοίνωση Τεκμήριο
  18. Την 22.1.2009 η εναγόμενη αρ. 1 τερμάτισε την εργοδότηση του εναγόμενου αρ. 3 και καταχώρησε αριθμό αγωγών εναντίον του. Ο Εναγόμενος 3, έκτοτε, δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς τον ενάγοντα, με αποτέλεσμα, το εξ αποφάσεως εναντίον του χρέος να παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο. Στις 12.06.2019, ο ενάγοντας καταχώρησε την επίδικη αίτηση, μέσω της οποίας επιδιώκει την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία, αφενός να ακυρώνεται η δυνάμει δωρεάς μεταβίβαση δυο ακινήτων, τα οποία ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα του εναγόμενου 3 και τα οποία ο τελευταίος μεταβίβασε στη θεία του, και αφετέρου η θεία του καθώς επίσης και αρμόδιος υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας να μεριμνήσουν ώστε τούτα (τα ακίνητα) επανεγγραφούν στο όνομα του εναγόμενου 3, καθότι, πάντα κατά τον ενάγοντα, η εν προκειμένω μεταβίβαση έγινε με σκοπό την καταδολίευση του. Ενόψει της φύσης της επίδικης αίτησης, ο ενάγοντας (στο εξής «ο αιτητής»), με σχετική προσθήκη στον τίτλο της αγωγής, παρουσιάζει τον εαυτό του ως αιτητή, και τον εναγόμενο 3 και την θεία του, ως καθ' ων η αίτηση 1 και 2, αντίστοιχα (στο εξής, και οι δυο μαζί «οι καθ' ων η αίτηση» ενώ έκαστος, «ο καθ' ου η αίτηση» και «η καθ' ης η αίτηση»). Την αίτηση υποστηρίζουν τρείς ένορκες δηλώσεις του αιτητή [2]. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Την ένσταση τους υποστηρίζουν δυο ένορκες δηλώσεις του καθ' ου η αίτηση[3]. Για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθείς αμέσως, δεν καθίσταται αναγκαία η λεπτομερής παράθεση, είτε του όλου μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την αίτηση, είτε των αναγραφόμενων στο κυρίως σώμα της ένστασης, λόγων ένστασης και της μαρτυρίας που την υποστηρίζει. Και τούτο γιατί, κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία της επίδικης αίτησης, η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, δια σχετικής δήλωσης της, περιόρισε τα επίδικα ζητήματα της όλης διαδικασίας. Στην ουσία, δεν αμφισβητείται, πλέον, η ορθότητα του δικονομικού μέτρου, ούτε και η νομική βάση επί της οποίας εδράζεται. Δεν αμφισβητείται, επίσης, η ιδιότητα του αιτητή - κατά το χρ'ονο καταχώρησης της αίτησης - ως εξ αποφάσεως πιστωτή του καθ' ου η αίτηση, ούτε και ότι ο τελευταίος δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι της εξ αποφάσεως οφειλής του. Ακόμη, δεν αμφισβητείται η δια δωρεάς μεταβίβαση από τον καθ' ου η αίτηση προς τη καθ' ης η αίτηση των δυο ακινήτων, τα στοιχεία των οποίων καταγράφονται λεπτομερώς, τόσο στην υπό στοιχείο Α αιτούμενη θεραπεία, όσο και στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση, αλλά και στην ένσταση. Στην ουσία, η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση δήλωσε ότι εγκαταλείπει κάθε προβαλλόμενο λόγο ένστασης, πλην της θέσης ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος που φέρει και να αποδείξει ότι η εν προκειμένω μεταβίβαση έγινε με σκοπό την καταδολίευση του, και ζήτησε όπως κάθε άλλος προβαλλόμενος, στο κυρίως σώμα της ένστασης, λόγος, να ληφθεί από το Δικαστήριο - στο βαθμό που είναι σχετικός - υπόψη ως επικουρικός της θέσης αυτής και μόνο. Εκείνο που προβάλλεται από τον αιτητή προς υποστήριξη της αίτησης του είναι ότι, στις 07.01.2009 ήταν η τελευταία φορά που συνομίλησε με τον καθ' ου η αίτηση. Στις 12.01.2009, έλαβε, από την εναγόμενη 1, εργοδότρια, τότε, του καθ' ου η αίτηση, εταιρεία, κατάσταση λογαριασμού του χαρτοφυλακίου του, η οποία δεν συμφωνούσε με τις αντίστοιχες καταστάσεις που, κατά καιρούς, στο παρελθόν, λάμβανε από τον καθ' ου η αίτηση, με αποτέλεσμα, την ίδια ημέρα (12.01.2009), να τερματίσει την διαχείριση του λογαριασμού του από την εναγόμενη
  19. Στις 16.01.2009, υπέβαλε γραπτό παράπονο προς την εναγόμενη 1, το οποίο γνωστοποίησε στην τελευταία, καθώς επίσης και στον διευθυντή της, εναγόμενο
  20. Ακολούθησε διερεύνηση του παραπόνου του, αλλά και άλλων όμοιων παραπόνων άλλων πελατών της, από την εναγόμενη 1, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να διαφανεί η εμπλοκή του καθ' ου η αίτηση σε παραποιήσεις των καταστάσεων λογαριασμών των χαρτοφυλακίων τους, τα οποία διαχειριζόταν, εκ μέρους της, ο τελευταίος. Είναι η θέση του αιτητή, ότι η εναγόμενη 1 ετοίμαζε καταστάσεις του χαρτοφυλακίου του, όπως και των λοιπών πελατών της, οι οποίες, αντί να καταλήγουν απευθείας σε αυτούς, μέσω ενεργειών του καθ' ου η αίτηση, παραλαμβάνονταν από αυτόν, τις παραποιούσε, και ακολούθως τις απέστελλε στους πελάτες (περιλαμβανομένου και του ίδιου), με αποτέλεσμα αυτός να λαμβάνει λανθασμένη εικόνα των δεδομένων που περιέβαλλαν το χαρτοφυλάκιο του. Στη βάση των δεδομένων αυτών, η εναγόμενη 1, ακολούθως, προχώρησε σε καταγγελία του καθ' ου η αίτηση στην αστυνομία και συνέστησε ειδική επιτροπή για έλεγχο των λογαριασμών των πελατών της που διαχειριζόταν ο καθ' ου η αίτηση και εξέδωσε συγκεκριμένη ανακοίνωση. Στις 22.01.2009, η εναγόμενη 1 τερμάτισε την εργοδότηση του καθ' ου η αίτηση. Πάντα κατά τον αιτητή, από εκείνο το στάδιο, ο καθ' ου η αίτηση, στην βάση των πιο πάνω δεδομένων, γνώριζε ότι τούτος (ο αιτητής), δυνητικώς, ήταν πιστωτής του, ο οποίος και θα διεκδικούσε να αποζημιωθεί μέσω δικαστικής διαδικασίας. Στις 29.04.09, ο καθ' ου η αίτηση προχώρησε στη, δια δωρεάς, μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων στην καθ' ης η αίτηση, γεγονός για τον οποίο, μέχρι και το 2019, ο αιτητής τελούσε υπό άγνοια. Όταν ενημερώθηκε περί της εν προκειμένω μεταβίβασης, έδωσε οδηγίες στους συνηγόρους του, οι οποίοι προέβησαν σε έρευνα στο Κτηματολόγιο, και αφού έλαβαν όλες τις σχετικές πληροφορίες καταχώρησαν την επίδικη αίτηση. Είναι η θέση του αιτητή, ότι με την μαρτυρία που προσκόμισε κατάφερε να αποδείξει ότι ο καθ' ου η αίτηση, με την επίδικη μεταβίβαση, σκοπό είχε όπως τον παρεμποδίσει ή τον καθυστερήσει από την ανάκτηση της οφειλής του προς αυτόν, με αποτέλεσμα, η μεταβίβαση να πρέπει να κριθεί ως δόλια και να ακυρωθεί. Παρεμβάλω στο σημείο αυτό, ότι σε χρόνο πριν την ακροαματική διαδικασία της επίδικης αίτησης, εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα ακύρωσης της μεταβίβασης του ενός εκ των δυο επιδίκων ακινήτων, και ειδικότερα εκείνο το οποίο βρίσκεται στην εντός της ζώνης κατάπαυσης του πυρός (στη πράσινη γραμμή), με αποτέλεσμα η επίδικη αίτηση, πλέον, να προωθείται μόνο με σκοπό την ακύρωση της μεταβίβασης του άλλου ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στις ελεύθερες περιοχές. Σημειώνω, συναφώς, ότι, παρά την εκ συμφώνου ανωτέρω αναφερόμενη ακύρωση της μεταβίβασης του ενός ακινήτου, αμφότερες οι πλευρές εμμένουν στις θέσεις που προβάλουν ως προς τους λόγους που ο καθ' ου η αίτηση αποδέχθηκε την ακύρωση της μεταβίβασης του, με τον αιτητή, αφενός, να προωθεί τη θέση ότι τα όσα σχετικώς ισχυρίζεται ο καθ' ου η αίτηση αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του, οι οποίες υποστηρίζουν, έτι περισσότερο, την εκδοχή του περί του δόλιου της μεταβίβασης, ενώ, αφετέρου, ο καθ' ου η αίτηση, προβάλλει τη θέση ότι, τα όσα, σχετικώς, αναφέρει υποστηρίζουν την δική του εκδοχή, και δη ότι, γενικότερα, η μεταβίβαση δεν ήταν δόλια. Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την ένσταση, ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης των επίδικων ακινήτων, τα οποία ανήκαν στην μητέρα του. Κατά το 2002, τραπεζικό ίδρυμα που δανειοδότησε τον πατέρα του, το οποίο εξασφαλιζόταν από υποθήκη επί του ακινήτου στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας, ιδιοκτησίας της μητέρας του, άσκησε πίεση προς την οικογένεια του, καθότι, τούτο (το δάνειο) παρουσίαζε καθυστέρηση στην αποπληρωμή του. Στο πλαίσιο αυτό, ο καθ' ου η αίτηση αποδέχθηκε να αναλάβει να αποπληρώσει το μισό, τότε, χρέος του δανείου και δη ένα ποσό της τάξεως των Λ.Κ.19.000 (το συνολικό χρέος ανερχόταν στις Λ.Κ.37.372,49), για υποβοήθηση του πατέρα του, ενώ το άλλο μισό θα το αναλάμβανε ο αδελφός του, ο οποίος, την δεδομένη στιγμή, βρισκόταν στο εξωτερικό (ΗΠΑ). Στο πλαίσιο της συνεννόησης αυτής, το τραπεζικό ίδρυμα αποδέχθηκε να δανειοδοτήσει τον καθ' ου η αίτηση με το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό (Λ.Κ.19.000), θέτοντας, ωστόσο, ως προϋπόθεση για την δανειοδότηση αυτή, την εξασφάλιση του δανείου με εγγραφή υποθήκης επί ακινήτου ιδιοκτησίας του καθ' ου η αίτηση. Για τον σκοπό αυτό, η μητέρα του καθ' ου η αίτηση, χωρίς αυτό να αποτελεί, ποτέ, πρόθεση της, μεταβίβασε το ½ μερίδιο του ακινήτου που βρισκόταν στις ελεύθερες περιοχές στο όνομα του (ο καθ' ου η αίτηση δεν ήταν ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης περιουσίας), ώστε αυτός, ακολούθως, να εγγράψει επ' αυτό υποθήκη, ως εξασφάλιση για το δάνειο των Λ.Κ.19.000, πράγμα το οποίο και έπραξε. Το τραπεζικό ίδρυμα απαίτησε, επίσης, προς περαιτέρω εξασφάλιση, να εγγυηθούν την υποχρέωση αυτή του καθ' ου η αίτηση, τόσο η μητέρα όσο και σύζυγος του, πράγμα που οι τελευταίες έπραξαν. Ήταν, πάντα κατά τον καθ' ου η αίτηση, η συναντίληψη του ιδίου και της μητέρας του, ότι, όταν θα εξοφλούσε το δάνειο αυτό θα επανέγγραφε το μερίδιο που του μεταβίβασε η μητέρα του στην τελευταία. Ο αδελφός του ουδέποτε ανάλαβε το άλλο μισό χρέος του πατέρα του, με αποτέλεσμα αυτό να παραμείνει οφειλόμενο και να εξασφαλίζεται, ακόμα, από το έτερο ½ μερίδιο του εν προκειμένω ακινήτου, το οποίο παρέμεινε στο όνομα της μητέρα τους. Στις 16.01.2009, ο καθ' ου η αίτηση κατάφερε να εξοφλήσει το δάνειο, με αποτέλεσμα το ακίνητο να αποδεσμευτεί από την υποθήκη. Παρά την ανωτέρω συναντίληψη του με την μητέρα του, η τελευταία του ζήτησε όπως μεταβιβάσει το ακίνητο στην καθ' ης η αίτηση και όχι στην ίδια, καθότι, την δεδομένη στιγμή παρέμεινε οφειλόμενο το άλλο ½ χρέος του πατέρα του και υπήρχε κίνδυνος, με δεδομένο ότι η μητέρα του ήταν ακόμα εγγυήτρια του τελευταίου (πατέρα), το τραπεζικό ίδρυμα να επιχειρούσε την εκποίηση του για σκοπούς εξόφλησης του εν λόγου χρέους. Ήταν στη βάση αυτών των δεδομένων που προχώρησε στην επίδικη μεταβίβαση του ακινήτου, και όχι με σκοπό να καταδολιεύσει τον αιτητή για τον οποίο, την δεδομένη στιγμή (29.04.2009[4]), δεν γνώριζε, ούτε και είχε λόγο να πιστεύει ότι είχε οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του. Προς υποστήριξη της τελευταίας αυτής θέσης του, ισχυρίζεται ότι η τελευταία επαφή που είχε με τον αιτητή ήταν στις 07.01.2009, και οι σχέσεις τους ήταν φιλικές, χωρίς, μέχρι τότε, ο τελευταίος να υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του. Το μόνο σχετικό παράπονο του τελευταίου (ημερ. 16.01.2009), γνωστοποιήθηκε μόνο στους εναγόμενους 1 και 2 και όχι στον ίδιο, οι οποίοι ουδέποτε τον ενημέρωσαν σχετικώς, αφού από τις 09.01.2009, μέχρι και τον τερματισμό της εργοδότησης του (22.01.2009), απουσίαζε από την εργασία του. Η δε παρούσα αγωγή, καταχωρήθηκε στις 30.04.2009, και δη μια ημέρα μετά την εν προκειμένω μεταβίβαση, και γνώστης περί της αγωγής έγινε στις αρχές Μαΐου του 2009 όταν και του επιδόθηκε. Στη βάση των πιο πάνω, προβάλλει την θέση ότι ουδέποτε γνώριζε για την οποιαδήποτε απαίτηση του αιτητή εναντίον του, με αποτέλεσμα ο αιτητής να μην έχει καταφέρει να αποσείσει το σχετικό βάρος που φέρει, ότι η επίδικη μεταβίβαση έγινε δόλια, και δη με σκοπό να τον παρεμποδίσει ή να τον καθυστερήσει από του να ανακτήσει το χρέος του. Ως προς το ακίνητο που βρίσκεται στην πράσινη γραμμή, ο καθ' ου η αίτηση, μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του, προβάλλει την θέση ότι, εκ παραδρομής, μεταβιβάστηκε και αυτό στην καθ' ης η αίτηση, καθότι, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, τελούσε υπό την πλάνη ότι και αυτό ήταν υποθηκευμένο προς εξασφάλιση του δανείου του πατέρα του, και για τους σκοπούς που εξηγήθηκαν ανωτέρω, αποτελούσε πρόθεση της μητέρας και αυτό να μεταβιβαστεί στην καθ' ης η αίτηση, αντί να επανεγγραφεί σε αυτήν. Ισχυρίζεται, συναφώς, ότι, κατά την ετοιμασία για την ακρόαση της επίδικης αίτησης, αντιλήφθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο δεν ήταν υποθηκευμένο προς εξασφάλιση του δανείου του πατέρα του, και κατά συνέπεια ότι δεν θα έπρεπε να το μεταβιβάσει στην καθ' ης η αίτηση, αλλά στην μητέρα του, και στη βάση της νέας αυτής αντίληψης του αποδέχθηκε την εκ συμφώνου ακύρωση της μεταβίβασης του. Νομική Πτυχή Ο περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62 (ομοίως, προηγουμένως, και το Κεφ. 95 - βλ. Aphrodite N. Vassiliades v. Artemis N. Vassiliades a.o., (V18) 1 CLR 10 1941 - στο εξής «ο Νόμος») παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να ακυρώσει, μεταξύ άλλων, οποιαδήποτε δόλια μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας ως αυτή (η δόλια) προνοείται στο άρθρου 3 του Νόμου[5] (σχετικές είναι επίσης οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Νόμου[6]). Εκείνο που προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 3

(1)του Κεφ. 62, είναι ότι, μεταξύ άλλων, κάθε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας, που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο, με πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε απ' αυτούς να ανακτήσουν απ' αυτό τα χρέη τους, είναι δόλια, και, ως τέτοια, άκυρη εναντίον των εν λόγω πιστωτών του. Στην υπόθεση Lymperopoulou v. Christodoulou a.ο.
(1957)Vol. 22 C.L.R., 184, η οποία υιοθετήθηκε από τη μεταγενέστερη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Pampos Zenios Trading Ltd a.ο. v. Χατζηπαύλου & Υιός Λτδ κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2322), αποφασίστηκε ότι μια δόλια μεταβίβαση είναι άκυρη σε σχέση μόνο με πιστωτή ή πιστωτές του μεταβιβάζοντος, τους οποίους ο τελευταίος και ο δεχόμενος τη μεταβίβαση είχαν πρόθεση να παρεμποδίσουν ή να καθυστερήσουν να ανακτήσουν τα χρέη τους από αυτόν. Κατά συνέπεια, δόλια μεταβίβαση μπορεί ν' ακυρωθεί, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 3
(1)του Νόμου, μόνον εάν ο πιστωτής, που υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης, συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που ο μεταβιβάζων (χρεώστης)/καθ' ου η αίτηση, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει στην ανάκτηση του οφειλόμενου, προς αυτόν, χρέους του. Ο Νόμος δεν παρέχει θεραπεία για «μεταγενέστερο πιστωτή», δηλαδή πιστωτή ο οποίος δεν βρισκόταν στη σκέψη του χρεώστη κατά το χρόνο της μεταβίβασης. (βλ. μεταξύ άλλων, Τζιέπρα Σταυρούλλα ν. Χαράλαμπου Σάββα κ.α.
(2013)1 ΑΑΔ 2410 και Zenios Pambos Trading Ltd κ.α. ν. Μιχάλης Χατζηπαύλου Υιός Λτδ κ.α.,
(2011)1 Α.Α.Δ. 2322) Έτσι, ο Νόμος, για να χαρακτηριστεί μια μεταβίβαση ως «δόλια», καθιστά ως ουσιώδες στοιχείο την πρόθεση του μεταβιβάζοντος κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Ωστόσο, για τους σκοπούς του Νόμου, στην έννοια του «δόλου» δεν περιλαμβάνεται και ο «ηθικός δόλος», αλλά μόνο αυτός που προκύπτει από το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση είχε πρόθεση, να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει τον αιτητή/πιστωτή του από του να ανακτήσει το χρέος του από αυτόν (βλ. Vassiliades, ανωτέρω). Όσον αφορά στους όρους «να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει» που απαντώνται στο μεταφρασμένο ελληνικό κείμενο του άρθρου 3
(1)του Νόμου, σημειώνω ότι στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του, το οποίο, για σκοπούς ερμηνείας νομοθετικών προνοιών, αποτελεί την ορθή ερμηνευτική βάση (βλ. Χρήστος Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69), αντί του όρου «παρεμποδίσει - prevent» αντικρίζουμε τον όρο «hinder», και δη να καταστήσει δύσκολο για κάποιον να κάνει κάτι ή για να γίνει κάτι (make it difficult for (someone) to do something or for (something) to happen). Συναφώς, στη υπόθεση Vassiliades, ανωτέρω, η οποία να σημειωθεί ήταν απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου (Privy Council) σε έφεση από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, τονίστηκε ότι για να καταδειχθεί η απαιτούμενη από το Νόμο πρόθεση, αυτό που απαιτείται να αποδειχθεί, είναι κάτι λιγότερο από «παρεμπόδιση» των πιστωτών. Η σχετική περικοπή έχει ως εξής: «The law of Cyprus as stated in the sections cited above makes the intent of the transferor the crucial test for deciding whether the transfer or disposal is to be deemed to be "fraudulent". The fraud contemplated is not what has been called "moral" fraud; but consists in the intention of the transferor to "hinder" or "delay" (that is something less than "prevent") his creditors». Δεδομένων των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση, δεν καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση του Δικαστηρίου με το τεκμήριο δολιότητας που προνοείται στο άρθρο 3
(2)του Νόμου[7]. Αναφορικά τώρα με την απαιτούμενη πρόθεση, εκεί όπου τέτοια πρόθεση χρειάζεται να αποδειχθεί, όσο και η καλή πίστη του μεταβιβάζοντος, αποφασίζονται στη βάση του συνόλου των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και κατά την εξέταση αυτή, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, εκεί όπου παρέχεται η δυνατότητα, μεταξύ άλλων, και την ιδιομορφία της κυπριακής κοινωνίας που περιβάλλει την ειδική σχέση των μερών. Όπως, συναφώς, σημειώθηκε στη Vassiliades, ανωτέρω, «(w)hether or not that intention exists, must be decided as an inference of fact from considering all the circumstances of the case.. The decision that the first respondent had satisfied this onus, which was arrived at by the Courts in Cyprus, the Judges of which have a knowledge of local conditions and habits which their Lordships do not pretend to possess, is not one which they would lightly interfere with. But they feel satisfied on a consideration of all the evidence and documents that it is a right conclusion, and that the judgment should be affirmed». Όσο δε αφορά στην αρχή του Κοινοδικαίου που δημιουργεί τεκμήριο δολιότητας όταν μια μεταβίβαση γίνεται δια δωρεάς, αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο γιατί, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Lymperopoulou (ανωτέρω), εκεί που ο νόμος προβλέπει ειδικώς για ένα θέμα, προνοώντας ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες δημιουργείται ένα τεκμήριο, όπως συμβαίνει, εν προκειμένω, στη βάση των προνοιών του άρθρου 3
(2)του Νόμου, δεν παρέχεται χώρος για εφαρμογή της σχετικής αρχής του Κοινοδικαίου. Με δεδομένες, επομένως, τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου, στη βάση των οποίων σχετικό τεκμήριο δημιουργείται μόνο δια της δια δωρεάς μεταβίβασης περιουσίας σε πρόσωπα συγκεκριμένου βαθμού συγγένειας, στα οποία δεν ανήκει η εδώ καθ' ης η αίτηση, δεν έχει δημιουργηθεί σχετικό τεκμήριο, και το βάρος απόδειξης της επικαλούμενης δολιότητας της επίδικης μεταβίβασης, παραμένει στους ώμους του αιτητή. Έχει επίσης αποφασιστεί ότι, εκεί που δεν τίθεται σε εφαρμογή το τεκμήριο δολιότητας, και το βάρος απόδειξης παραμένει στους ώμους του αιτητή, η απόδειξη από πλευράς του τελευταίου ότι κατά τον χρόνο της επίδικης μεταβίβασης τούτος «βρισκόταν στη σκέψη του» καθ' ου η αίτηση με σκοπό να τον δυσκολέψει ή να τον καθυστερήσει από το να ανακτήσει τα ποσά που του οφείλει ο τελευταίος, αποτελεί προϋπόθεση για να κριθεί ως πιστωτής (κατά το χρόνο της μεταβίβασης και όχι της καταχώρησης της αίτησης[8]) του καθ' ου η αίτηση στην έννοια του Νόμου και κατά συνέπεια, αποτυχία απόδειξης του γεγονότος αυτού, αίρει την νομιμοποίηση του αιτητή να καταχωρήσει αίτηση ως η υπό εξέταση (βλ. Pambos Zenios Trading Ltd κ.α., ανωτέρω). Τέλος, στη ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ Λτδ (Σε εκκαθάριση) ν. Lakis Georgiou Construction Ltd, Πολ. Εφ. 214/2012, απόφαση ημερομηνίας 28.09.2018, ECLI:CY:AD:2018:A422, αν και η εκεί συναφής αίτηση εδραζόταν στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Πέραν όμως των πιο πάνω, παρατηρείται ότι η διαδικασία κατά το Μέρος ΙΧ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, αρχίζει με «αίτηση» οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή που επιδιώκει την ακύρωση μεταβίβασης, επιβάρυνσης ή αποξένωσης περιουσιακού στοιχείου από οφειλέτη που θεωρείται, κατά το άρθρο 91Γ, ως καταδολιευτική. Δεν αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο ο τρόπος ή η φύση της αίτησης, αλλά στο προηγούμενο άρθρο 89
(3), προνοείται ότι μέχρις ότου εκδοθούν διαδικαστικοί κανονισμοί για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων των Μερών VIII και ΙΧ, θα εφαρμόζονται οι ισχύοντες διαδικαστικοί κανονισμοί αναφορικά με αιτήσεις διά κλήσεως. Επομένως η αίτηση η οποία εισήχθηκε από τους εφεσίβλητους για την ακύρωση της μεταβίβασης είχε ορθά καταχωρηθεί στον Τύπο Αιτήσεως διά Κλήσεως και δεν θα μπορούσε να εισαγόταν, παρά την αυτοτέλεια του αντικειμένου της, με οποιαδήποτε άλλη διαδικασία εκτός εντός του φακέλου της κυρίως αιτήσεως για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Επιβεβαίωση των ανωτέρω προσφέρουν τα προνοούμενα στον περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο, Κεφ. 62, στον οποίο δεν βασίζεται η επίδικη αίτηση για ακύρωση, αλλά οι πρόνοιες του στοχεύουν προς την ίδια κατεύθυνση με το Μέρος ΙΧ του Κεφ. 6. Στο άρθρο 4 του Κεφ. 62, που τιτλοφορείται «διαδικασία ακύρωσης μεταβίβασης», προβλέπεται ότι οποιαδήποτε δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση κινητής ή ακίνητης περιουσίας που θεωρείται δόλια δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, δύναται να ακυρωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου «.. που εξασφαλίζεται με αίτηση οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή που γίνεται στην εν λόγω αγωγή ή άλλη διαδικασία και στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακουστεί ή εκκρεμεί.». Και αυτό, βεβαίως, είναι και λογικό ούτως ώστε να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ της κυρίως αγωγής ή άλλης εναρκτήριας διαδικασίας, όπως ήταν εν προκειμένω η Γενική Αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, με την αίτηση ακύρωσης της μεταβίβασης του περιουσιακού στοιχείου. Κατ΄ αναλογία, λοιπόν, ορθό και λογικά αναμενόμενο είναι η ενιαία και σφαιρική αντίκρυνση και επίλυση θεμάτων που αναδύονται από το ίδιο υπόβαθρο γεγονότων ή έχουν κοινή θεματολογία. .................................... Ως προς τους υπόλοιπους λόγους έφεσης που σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης είναι ορθή η ανάλυση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ως προς τη νομική πτυχή του θέματος. Ένα Δικαστήριο έχει κατά το άρθρο 91Γ του Κεφ. 6, τη δυνατότητα ακύρωσης καταδολιευτικής μεταβίβασης και, αναλόγως, δύναται να διατάξει την ακύρωση της εγγραφής και την επαναεγγραφή στο όνομα του οφειλέτη, με ταυτόχρονη εγγραφή του εξ αποφάσεως χρέους ως επιβάρυνση επί του περιουσιακού στοιχείου. Κατά δε το άρθρο 91Α του Κεφ. 6, μεταξύ άλλων, θεωρείται πράξη καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, η δωρεά, μεταβίβαση ή επιβάρυνση προς όφελος τρίτου οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη εφόσον γίνεται με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση ικανοποίησης των εξ αποφάσεως χρεών. Τέτοια πράξη λογίζεται κατά το εδάφιο
(2)του άρθρου ως γενόμενη με σκοπό την καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου. Περαιτέρω, τέτοια πράξη θεωρείται καταδολιευτική, ανεξαρτήτως του αν έγινε πριν ή μετά την καταχώρηση αγωγής δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση υπέρ του πιστωτή. Παρατηρείται επομένως ότι υπάρχει τεκμήριο το οποίο λειτουργεί υπέρ του πιστωτή με τον οφειλέτη να βαρύνεται με την απόδειξη του αντιθέτου. Απόδειξη που ικανοποιείται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, (Ευαγγέλου ν. Κωστάκης Κουρέας και Υιός Λτδ
(2005)2 Α.Α.Δ. 415). Η δωρεά, όπως είναι εν προκειμένω η περίπτωση, προς όφελος τρίτου του περιουσιακού στοιχείου της εφεσείουσας εταιρείας τεκμαίρεται να αποτελεί πράξη καταδολίευσης των εφεσιβλήτων και αυτό ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο που έγινε η μεταβίβαση δηλαδή πριν ή μετά την καταχώρηση αγωγής, ή, στα δεδομένα της παρούσας διαφοράς, της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και της μεταγενέστερης εγγραφής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Παρόμοιες πρόνοιες υπάρχουν στο Κεφ. 62, το άρθρο 3
(1)του οποίου προνοεί ότι κάθε δωρεά, πώληση, κλπ, με πρόθεση την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση των πιστωτών θα θεωρείται ως δόλια, κατά τεκμήριο, δηλαδή, με το βάρος κατά το εδάφιο
(2), απόδειξης της καλής πίστης της μεταβίβασης ή εκχώρησης να φέρει ο δικαιοπάροχος ή εκχωρητής καθώς και το πρόσωπο στο οποίο έγινε η μεταβίβαση ή εκχώρηση. Παρόμοιες είναι και οι πρόνοιες των άρθρων 46
(1)και 47
(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, τα οποία προνοούν ότι οποιαδήποτε διάθεση περιουσίας που δεν γίνεται λόγω γάμου ή προς όφελος αγοραστή καλή τη πίστει και με νόμιμη αντιπαροχή, θα είναι άκυρη έναντι του Επιτρόπου Πτωχεύσεως αν η διάθεση έγινε μέσα σε δύο χρόνια από την κήρυξη του διαθέτη σε πτώχευση ή αν ο διαθέτης σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα μετά τη διάθεση και εντός περιόδου δέκα ετών κηρύχθηκε σε πτώχευση. .................................... Η ουσία παραμένει ότι το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε σε χρόνο που κατά τη νομοθεσία δημιουργεί μαχητό τεκμήριο περί πρόθεσης καταδολίευσης. Εναπόκειτο στους εφεσείοντες να πείσουν ότι καλή τη πίστει είχε γίνει η μεταβίβαση χωρίς πρόθεση αποστέρησης από τους εφεσίβλητους του προϊόντος της διαιτητικής αποφάσεως. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα εταιρεία μεταβίβασε το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο και μάλιστα στους μετόχους της χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα εύλογα καταγράφηκε ως πράξη που αποστερεί τους πιστωτές από αυτό το περιουσιακό στοιχείο και καμία ουσιαστική εύλογη εξήγηση δεν δόθηκε για το αντίθετο. Η υπόθεση Αργυρού ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ
(2008)1 Α.Α.Δ. 1256, που επικαλέσθηκαν οι εφεσείοντες δεν προσομοιάζει με τα εδώ δεδομένα. Εκεί ο εφεσείων είχε σε ανύποπτο χρόνο πριν τη γένεση οποιασδήποτε αστικής ευθύνης δηλώσει εγγράφως πρόθεση μεταβίβασης. Σημασία έχει η ίδια η πράξη της μεταβίβασης η οποία ομιλεί αφεαυτής και όχι, όπως εισηγήθηκαν οι εφεσείοντες, ότι αν ήθελαν πράγματι να αποστερήσουν τους εφεσίβλητους από του να εισπράξουν το λαβείν τους ήταν δυνατό να γίνει μεταβίβαση σε τρίτους στα πέντε έτη που μεσολάβησαν μεταξύ της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου. Κάτι τέτοιο παραμένει στη σφαίρα της θεωρίας εφόσον ουδέποτε έγινε, η δε μεταβίβαση έγινε διά δωρεάς και χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα, χωρίς δηλαδή, οποιαδήποτε αντιπαροχή για να παρουσιαζόταν τουλάχιστον, εκ πρώτης όψεως, η ύπαρξη νόμιμου ανταλλάγματος για τη δικαιοπραξία αυτή. Η πρόθεση, σε αντίθεση με αυτό που υποστηρίζουν οι εφεσείοντες, συνάγεται από τα γεγονότα και μόνο.» Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο που τα διέπει. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, καθώς επίσης και από τις τοποθετήσεις των συνηγόρων των διαδίκων στις γραπτές αγορεύσεις που παρέδωσαν στο Δικαστήριο, είναι ότι η βασική διαφωνία τους επικεντρώνεται στο κατά πόσο, η εν προκειμένω μεταβίβαση έγινε από τον καθ' ου η αίτηση με σκοπό να δυσκολέψει και/ή καθυστερήσει τον αιτητή στην ανάκτηση των οφειλόμενων του προς τον τελευταίο. Για την εν προκειμένω κρίση, είμαι της γνώμης ότι σχετικά δεν είναι μόνο τα γεγονότα που έπονται, χρονικά, της 9ης.01.2009, και δη της τελευταίας μέρας που ο καθ' ου η αίτηση παρουσιάστηκε στην εργασία του, ως ο τελευταίος αιτιάται, αλλά και τα γεγονότα που προηγήθηκαν της ημέρας αυτής, και για τα όποια το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση), στο πλαίσιο της τελικής του απόφασης προέβη σε σχετικά ευρήματα. Ο αιτητής, μέσω, ακριβώς, της μαρτυρίας που παρουσίασε κατά την ακρόαση επί της ουσίας της αγωγής, κατάφερε να αποδείξει, και τούτο κρίθηκε δικαστικώς χωρίς να αμφισβητηθεί με έφεση, ότι ο καθ' ου η αίτηση, μεταξύ των ετών 2007 και 2008, σε τέσσερεις περιπτώσεις (βλ. στο αρχικό μέρος της παρούσας απόφασης τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην τελική του απόφαση) παραποίησε τις σχετικές με το χαρτοφυλάκιο του καταστάσεις, αποκρύπτοντας από αυτόν ζημιές που προκλήθηκαν στο χαρτοφυλάκιο του, με αποτέλεσμα να του στερήσει τη δυνατότητα να ενεργήσει στη βάση του δεδομένου αυτού, και ακολούθως, με γνώμονα τη σχετική νομολογία, επιδίκασε υπέρ του και εναντίον του καθ' ου η αίτηση το ποσό των €109.446,00. Επίσης ότι, σε χρόνο, πάντα, πριν την εν προκειμένω μεταβίβαση, ως και ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση παραδέχεται, η εναγόμενη 1, εργοδότρια του, προχώρησε σε εναντίον του έρευνα, στη βάση παραπόνων που υπόβαλαν πελάτες της - το χαρτοφυλάκιο των οποίο διαχειριζόταν ο καθ' ου η αίτηση - μεταξύ των οποίων ήταν και ο αιτητής, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν η κρίση ότι ο πρώτος προέβαινε σε κακοδιαχείριση, η οποία και αποτέλεσε την αιτία τερματισμού της εργοδότησης του. Επιπροσθέτως, μέσω της αναντίλεκτης και μη αμφισβητηθείσας μαρτυρίας του στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, απέδειξε ότι, ακολούθως, ως επιτυχών διάδικος στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, κατέστη εξ΄ αποφάσεως πιστωτής του καθ' ου η αίτηση και κατείχε τη συγκεκριμένη ιδιότητα κατά τον χρόνο που καταχώρησε την επίδικη αίτηση. Τέλος, απέδειξε ότι, μέχρι και σήμερα, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει εξοφλήσει το εξ΄ αποφάσεως χρέος του προς τον ίδιο. Περαιτέρω, κατάφερε να αποδείξει ότι η καθ' ης η Αίτηση ουδέποτε απέκτησε το επίδικο ακίνητο ως πραγματικός δικαιούχος τούτου, παρά μόνο ως πρόσωπο που αποδέχθηκε την επ' αυτής εγγραφή του για εξυπηρέτηση σκοπού που επιδίωκε ο καθ' ου η Αίτηση. Αυτό εξάλλου προβάλλει και ο καθ' ου η αίτηση. Είναι, συναφώς, κοινώς αποδεκτό, ότι η μεταβίβαση έγινε διά δωρεάς, χωρίς κανένα αντάλλαγμα, και χωρίς να προβάλλεται οποιαδήποτε θέση που να θέλει την καθ' ης η αίτηση να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα στην κατοχή και κυριότητα του επίδικου ακινήτου. Από την άλλη, τα όσα ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει προς υποστήριξη της θέσης ότι κατά τη μεταβίβαση δεν είχε πρόθεση να καταδολιεύσει τον όποιο πιστωτή του[9], δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, καθότι η μαρτυρία του παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις, συγκρούεται με τα τεκμήρια που ο ίδιος παρουσίασε προς υποστήριξη τους, καθώς επίσης και συγκρούεται και με την κοινή λογική. Και εξηγώ: Η βασική εξήγηση του καθ' ου η αίτηση, η οποία αναλύθηκε ανωτέρω, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες τα ακίνητα ενεγράφησαν στο όνομα του από την μητέρα του, βρίσκεται σε πλήρη σύγκρουση με τα λοιπά, σχετικά αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Στη βάση της εκδοχής του, το ½ του επίδικου ακινήτου μεταβιβάστηκε στο όνομα του, ώστε αυτός, ακολούθως, να το υποθηκεύσει προς εξασφάλιση δικού του δανείου για ποσό Λ.Κ.19.000 για εξόφληση του μισού δανείου του πατέρα του, προσθέτοντας ακόμα, ότι, μετά που κατέβαλε στην τράπεζα τα χρήματα αυτά για τον ρηθέντα σκοπό, το υπόλοιπο μισό χρέος του πατέρα παρέμεινε οφειλόμενο στην τελευταία. Προς υποστήριξη δε της θέσης του αυτής, και ειδικότερα ότι τον ουσιώδη χρόνο (18.12.2002), το χρέος του πατέρα του ανερχόταν στις Λ.Κ.38.000 περίπου (διπλάσιο των Λ.Κ.19.000 που ανέλαβε να αποπληρώσει ο ίδιος), επισύναψε στην αρχική του ένορκη δήλωση, που υποστηρίζει την ένσταση, το τεκμήριο Δ. Ωστόσο, εκείνο που αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμήριου Δ, είναι ότι στις 18.12.2002 το όλο υπόλοιπο του χρέους του πατέρα του, το οποίο, όντως, ανερχόταν στις £37.372,49, εξοφλήθηκε, χωρίς να παραμείνει οποιοδήποτε υπόλοιπο. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο υποδεικνύω ότι το τεκμήριο Δ τιτλοφορείται με την φράση «Απόδειξη Κλεισίματος Λογαριασμού», αναγράφεται ότι πιστώθηκε ο λογαριασμός με ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό, και τέλος, στο κάτω μέρος δεξιά, καταγράφεται ότι «το υπόλοιπο του λογαριασμού σας είναι
(0)μηδέν, θα το κλείσουμε αυτόματα». Στη βάση του δεδομένου αυτού, προκύπτει αβίαστα, ότι κατ' εκείνην την ημέρα δεν παρέμεινε κανένα ποσό οφειλόμενο από τον πατέρα του προς το τραπεζικό ίδρυμα. Τούτο, θέτει εκ βάθρο την κάθε άλλη, σχετική, επιχειρηματολογία που ο καθ' ου η αίτηση προώθησε, στη βάση της οποίας ο αδελφός θα αναλάμβανε το υπόλοιπο ½ χρέος του πατέρα του ή ότι, η μητέρα του παρέμεινε ενυπόθηκος οφειλέτης και εγγυητής του τραπεζικού ιδρύματος για το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό του πατέρα του. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, πάντα συναφώς, ότι ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση περί του ότι στις 18.12.2002 εξοφλήθηκε μόνο το ½ χρέος του πατέρα του, παρέμεινε εντελώς μετέωρος και ατεκμηρίωτος, ενόψει του περιεχομένου του μόνου σχετικού πειστηρίου που παρουσιάστηκε. Τα δεδομένα αυτά, καθιστούν, επίσης, εντελώς μη πειστική και μη τεκμηριωμένη και την περαιτέρω, συναφή, θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η μητέρα του, του ζήτησε να μεταβιβάσει το μερίδιο του επίδικου ακινήτου στην καθ' ης η αίτηση αντί να το επανεγγράψει στην ίδια, στη βάση, δήθεν, ότι την δεδομένη στιγμή, ως ενυπόθηκος οφειλέτης ήταν υπόλογη προς την τράπεζα για το υπόλοιπο μισό χρέος του πατέρα του. Μη πειστική είναι και η θέση που προβάλει ως προς το γιατί, εν τέλει, μεταβιβάστηκε το ακίνητο που βρισκόταν στις ελεύθερες περιοχές στις 29.04.2009 και όχι προηγουμένως. Εκείνο, που, σχετικώς, προβάλει, είναι ότι, στις 26.01.2009 - δέκα ημέρες μετά την εξόφληση του δανείου του - στο πλαίσιο αγωγής που καταχώρησε εναντίον του η εναγόμενη 1, εργοδότρια του, εκδόθηκε διάταγμα μη αποξένωσης των περιουσιακών του στοιχείων, κάτι που δεν του επέτρεπε να επανεγγράψει στη μητέρα του τούτο, το οποίο διάταγμα ακυρώθηκε από το Δικαστήριο στις 28.04.2009, με αποτέλεσμα, την ακριβώς επόμενη ημέρα, να προχωρήσει στη μεταβίβαση. Ωστόσο, παραμένει εντελώς άγνωστο το γιατί δεν προέβη στην συγκεκριμένη μεταβίβαση στο χρονικό διάστημα μεταξύ 16.01.2009 - 26.01.2009; Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι, στη βάση της δικής του μαρτυρίας, από τις αρχές Ιανουαρίου 2009, γνώριζε ότι η εναγόμενη 1 προσπαθούσε, ως ισχυρίζεται, να τον εμπλέξει με τα γεγονότα που περιβάλλουν τα παράπονα των διαφόρων πελατών της, τα οποία υποβλήθηκαν προς αυτή. Επίσης υπενθυμίζω, πάντα κατά τη δική του εκδοχή, τελούσε υπό συνεχή ηθική υποχρέωση να επανεγγραφεί στην μητέρα του το ακίνητο μόλις εξοφλούσε το δάνειο του των Λ.Κ.19.
  1. Ως ο ίδιος ισχυρίζεται, και προκύπτει και από τα σχετικά τεκμήρια, στις 16.01.2009 εξόφλησε το εν λόγω δάνειο. Γιατί, στη βάση των δεδομένων αυτών, δεν προχώρησε άμεσα στη επανεγγραφή του ακινήτου στην μητέρα του ή έστω στη μεταβίβασή του στην καθ' ης η αίτηση πριν τις 26.01.2009, όταν και εκδόθηκε το διάταγμα μη αποξένωσης των περιουσιακών του στοιχείων; Ένας άλλος ουσιαστικός ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση, που κρίνω ότι είναι μη πειστικός, αλλά και συγκρουόμενος με τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα και την κοινή λογική, είναι αυτός που αφορά στο λόγο που στις 29.04.2009 μεταβίβασε στην καθ' ης η αίτηση και τα δυο ακίνητα και όχι μόνο αυτό που βρίσκεται στις ελεύθερες περιοχές. Ως ισχυρίστηκε, σχετικώς, έπραξε τούτο εκ παραδρομής, καθότι τελούσε υπό την πλάνη ότι αμφότερα τα ακίνητα ήταν υποθηκευμένα προς εξασφάλιση του δανείου του πατέρα του. Προέβαλε ακόμα τον συναφή ισχυρισμό ότι, ο λόγος που δεν ασχολήθηκε, ειδικώς, στην αρχική ένορκη δήλωσή του, που υποστηρίζει την ένσταση, με το δεύτερο ακίνητο που βρίσκεται στα κατεχόμενα, ήταν γιατί ο αιτητής, με την αίτηση του, δεν προβαίνει σε ειδικές αναφορές και για τα δυο ακίνητα, παρά μόνο σε μια γενική αναφορά, σε μια συγκεκριμένη παράγραφο της αρχικής ένορκης δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, στην οποία και αναφέρεται. Ωστόσο, απλή ανάγνωση και μόνο του περιεχομένου της αίτησης, αλλά και των ενόρκων δηλώσεων που την υποστήριζαν μέχρι και την ημέρα καταχώρησης της ένστασης, καταδεικνύει το αναληθές και ατεκμηρίωτο του ρηθέντος ισχυρισμού. Τουλάχιστον σε έξι περιπτώσεις στην αρχική ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται, είτε ειδική αναφορά στα δυο ακίνητα και στα ακριβή στοιχεία τους, είτε αναφορά σε δυο ακίνητα και όχι μόνο στο ένα ως ο καθ' ου η αίτηση αφήνει να νοηθεί. Επίσης, μέσω της υπό στοιχείο Α αιτούμενης θεραπείας ζητείται η ακύρωση της μεταβίβασης και των δυο ακινήτων, με τα πλήρη στοιχεία τους να αναφέρονται εκεί και με ειδική αναφορά ώστε το πρώτο χαρακτηρίζεται ως «ακίνητο», και το άλλο ως «κατεχόμενο ακίνητο». Ακόμα στον ίδιο τον υπό στοιχείο Δ λόγο ένστασης των καθ' ων η αίτησης, γίνεται ειδική αναφορά και στα δυο ακίνητα, περιλαμβανομένων και των στοιχείων τούτων. Παρόμοιες αναφορές σε δυο ακίνητα παρατηρούνται και στην παράγραφο 6 (iii) της αρχικής ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση, με την εκεί αναφορά να δείχνει ξεκάθαρα ότι η πρόθεση του καθ' ου η αίτηση ήταν να μεταβιβάσει και τα δυο ακίνητα. Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω αιτιάσεις του καθ' ου η αίτηση δεν πείθουν και κρίνονται εκ των υστέρων σκέψεις. Συναφώς με τα πιο πάνω, η έτερη βασική θέση του καθ' ου η αίτηση ότι νόμιζε ότι και τα δυο ακίνητα είναι υποθηκευμένα προς εξασφάλιση του δανείου του πατέρα του (βλ. παράγραφο 4 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του), βρίσκεται σε πλήρη σύγκρουση με την ξεκάθαρη, αντίστοιχη θέση του που προβάλλεται στην αρχική ένορκη δήλωσή του και συγκεκριμένα στην παράγραφο 7 (ii) τούτης, σύμφωνα με την οποία, το μόνο ακίνητο που η μητέρα του υποθήκευσε για το χρέος αυτό, ήταν το ακίνητο που βρίσκεται στις ελεύθερες περιοχές. Εκείνο επίσης που ξενίζει στην εκδοχή του καθ' ου η αίτηση, είναι ότι, στη βάση της εξήγησης που δίδει ως προς τους λόγους που η μητέρα του, του μεταβίβασε το ακίνητο που βρισκόταν στις ελεύθερες περιοχές, παρέμειναν εντελώς άγνωστες οι συνθήκες υπό τις οποίες η μητέρα του, του μεταβίβασε και το ακίνητο που βρίσκεται στα κατεχόμενα. Αν η αλήθεια ήταν ότι το ½ του ακινήτου που βρίσκεται στις ελεύθερες περιοχές μεταβιβάστηκε σε αυτόν με σκοπό να υποθηκευτεί και μόνο, χωρίς ποτέ να αποτελεί πρόθεση της μητέρας να του το μεταβιβάσει για άλλο λόγο, και όντως, μόνο εκείνο το ακίνητο υποθηκεύτηκε, τότε ποιος ο λόγος που η μητέρα του, του μεταβίβασε και το ακίνητο που βρίσκεται στα κατεχόμενα; Τέλος, ερωτηματικά προκαλούν και οι λόγοι για τους οποίους εξόφλησε το δάνειο του 16.01.
  2. Καμία εξήγηση δεν δίδει γιατί προέβη στην εξόφληση αυτή την συγκεκριμένη ημερομηνία. Δεν θεωρώ τυχαίο το γεγονός ότι η εξόφληση αυτή, και κατά συνέπεια και η αποδέσμευση του ακινήτου, έγινε στο χρόνο που βρισκόταν υπό έρευνα από την εναγόμενη 1 για τις καταγγελίες που υπέβαλαν πελάτες της, το χαρτοφυλάκιο των οποίων διαχειριζόταν ο ίδιος. Επίσης, δεν μπορώ να παραγνωρίζω ότι αυτή η εξόφληση και όλες αυτές οι ενέργειες για αποδέσμευση του ακινήτου από εξασφάλιση της τράπεζας έγιναν σε χρόνο, που κατά τον ίδιο βρισκόταν σε γενικευμένη αγχώδη διαταραχή η οποία παρουσίαζε επιδείνωση με κρίσεις πανικού επί καθημερινής βάσης και καταθλιπτική συμπτωματολογία» η οποία δεν του επέτρεπε να εργάζεται (βλ. Τεκμήριο Α της αρχικής ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση). Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης του καθ' ου η αίτηση, είναι αβίαστα που καταλήγω ότι η μεταβίβαση αμφοτέρων των ακινήτων δεν έγινε για τους σκοπούς που ο ίδιος ανέφερε μέσω των ενόρκων δηλώσεών του, αλλά με σκοπό να καταδολιεύσει πιστωτές του. Επί τούτου, δεν έχω καμία αμφιβολία. Αυτό προκύπτει εξόφθαλμα από τις ως άνω, στο πλαίσιο της αξιολόγησης του, αναφορές μου. Ωστόσο η μόλις αναφερόμενη κρίση μου δεν απολήγει μονοδρομικά και στην έγκριση της επίδικης αίτησης, αφού εκείνο που παραμένει προς κρίση είναι το κατά πόσο, κατά τον χρόνο της εν προκειμένω μεταβίβασης, ο αιτητής αποτελούσε μέρος των πιστωτών που ο καθ' ου η αίτηση επεδίωξε να καθυστερήσει ή να δυσκολέψει στο να ανακτήσουν τις οφειλές τους. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, είναι αρνητική. Αποτελεί κρίση μου ότι ο αιτητής, ο οποίος καθ' όλο το στάδιο της παρούσας αίτησης έφερε και φέρει το βάρος απόδειξης της, δεν κατάφερε να αποσείσει το συγκεκριμένο βάρος. Πιο συγκεκριμένα, ως προκύπτει και από τη μαρτυρία του, η οποία έγινε αποδεκτή, εκείνο που κατάφερε να αποδείξει, είναι ότι της εν προκειμένω μεταβίβασης προηγήθηκαν οι παράνομες ενέργειες του καθ' ου η Αίτηση 1 που οδήγησαν και στην τελική κρίση, επί της ουσίας της αγωγής, στη βάση της οποίας επιδικάστηκε εναντίον του και υπέρ του αιτητή το ανωτέρω αναφερόμενο ποσό. Καθετί άλλο, το οποίο προβλήθηκε με σκοπό να υποστηρίξει ότι κατά τον χρόνο της μεταβίβασης ο καθ' ου η αίτηση τον θεωρούσε πιστωτή του, τον οποίο σκοπούσε να καταδολιεύσει, δεν προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία, και θα τολμούσα να πω ότι παρέμεινε στη σφαίρα της θεωρίας. Λόγου χάρη, η θέση του αιτητή ότι ο καθ' ου η αίτηση γνώριζε, κατά την ημέρα της μεταβίβασης, ότι ο πρώτος υπέβαλε παράπονο στην εναγόμενη 1 εναντίον του, δεν έχει αποδειχθεί με θετική μαρτυρία. Τουναντίον, η αντίστοιχη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι από τις 07.01.2009 μέχρι και την επίδικη μεταβίβαση δεν ξανά επισκέφθηκε τα γραφεία της εναγόμενης 1, και δεν είχε σχετική πληροφόρηση, δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε και η θέση του αιτητή ότι ο καθ' ου η αίτηση, κατά τη μέρα τις επίδικης μεταβίβασης, γνώριζε ότι τούτος προτίθεται να καταχωρίσει αγωγή εναντίον του, φαίνεται να υποστηρίζεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Τουναντίον, τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει ή έστω να αφήνει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ή, έστω, ότι ο τελευταίος έχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του. Υποδεικνύεται επί του προκειμένου, ότι το σχετικό παράπονο του αιτητή υποβλήθηκε στις 16.01.2009 προς την εναγόμενη 1, με κοινοποίηση στον εναγόμενο 2, χωρίς ποτέ, τούτο, στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, να φαίνεται να γνωστοποιήθηκε στον καθ' ου η αίτηση. Σε αυτό δε το παράπονο, ουδεμία αναφορά γίνεται στον καθ' ου η αίτηση. Η επί του προκειμένου θέση του καθ' ου η αίτηση, που τον θέλει να ενημερώνεται σχετικά με την εδώ απαίτηση του αιτητή με την επίδοση του Κλητηρίου της παρούσας αγωγής, κατά τον Μάη του 2009, επίσης δεν αμφισβητείται πειστικά. Η όποια αντίθετη θέση προβάλλεται από πλευράς του αιτητή είναι γενική και αόριστη, καθώς δεν υποστηρίζεται από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό. Δεν πρέπει επίσης να λησμονείται ότι, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, στη βάση πάντα του μαρτυρικού υλικού, ο καθ' ου η αίτηση είχε στο μυαλό του ως πιστωτή του, στην έννοια των προνοιών του Κεφ. 62[10], την εναγόμενη 1, η οποία, είχε ήδη καταχωρήσει, από το Ιανουάριο του 2009, αγωγές εναντίον του και εξασφάλισε και διάταγμα μη αποξένωσης των περιουσιακών του στοιχείων. Δεν πρέπει, συναφώς, επίσης, να λησμονείται ότι, κατά τον χρόνο της επίδικης μεταβίβασης, το όποιο χρέος του καθ' ου η αίτηση προς τον αιτητή δεν ήταν ούτε καθορισμένο ούτε και εμφανές. Ως και το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) υπέδειξε στο πλαίσιο της τελικής απόφασής του επί της ουσίας της αγωγής, οι απατηλές ενέργειες και/ή ψευδείς παραστάσεις του καθ' ου η αίτηση, δεν επέφεραν, αυτόματα, συγκεκριμένη οικονομική ζημιά στον αιτητή. Τούτη (η ζημιά), προσδιορίστηκε, δικαστικώς, στο πλαίσιο της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου, αφενός στη βάση της θέσης του αιτητή ότι, αν γνώριζε περί του λανθασμένου του περιεχομένου των καταστάσεων λογαριασμού του χαρτοφυλακίου του, που του απέστελλε ο καθ' ου η αίτηση, δεν θα συνέχιζε να επενδύει απρόσκοπτα και αφετέρου, στη βάση των αρχών της σχετικής νομολογίας, δια της αφαίρεσης, δηλαδή, από το αρχικό επενδυτικό κεφάλαιό του, των χρημάτων που, κατά καιρούς, του επεστράφησαν, με αποτέλεσμα ο καθ' ου η αίτηση, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, να μην ήταν γνώστης ως προς το κατά πόσο ο αιτητής θα διατηρούσε, παρά ταύτα, τον επίδικο επενδυτικό λογαριασμό του στην εναγόμενη 1 και θα επένδυε το υπόλοιπο κεφάλαιο του. Με δεδομένα τα ανωτέρω, μόνο στη βάση υπόθεσης, και όχι απόσεισης του σχετικού βάρους που έφερε, θα μπορούσε να κριθεί ότι ο αιτητής κατάφερε να αποδείξει ότι κατά τη μέρα της επίδικης μεταβίβασης, ο καθ' ου η αίτηση τον θεωρούσε πιστωτή του, που επιθυμούσε να δυσκολέψει ή καθυστερήσει στην ανάκτηση χρέους του. Κατά συνέπεια, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και εναντίον του αιτητή, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Πρόκειται για τυπογραφικό λάθος, αφού προκύπτει αβίαστα, από τη αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία, ότι αυτό έγινε τον Ιανουάριο του
  3. [2] Πέραν της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνόδευε την επίδικη αίτηση, κατόπιν σχετικής άδειας που εξασφαλίστηκε από το Δικαστήριο, στον αιτητή επετράπη και καταχώρησε δυο επιπρόσθετες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, με την πρώτη εξ αυτών να έχει καταχωρηθεί πριν την καταχώρηση της ένστασης. [3] Πέραν της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνόδευε την ένσταση, στους καθ' ων η αίτηση παραχωρήθηκε άδεια από το Δικαστήριο όπως καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωσης προς περαιτέρω υποστήριξη της ένστασης. [4] Ημερομηνία της επίδικης μεταβίβασης στην καθ' ης η αίτηση. [5] «3.-
(1)Κάθε δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση oπoιασδήπoτε κιvητής ή ακίvητης περιoυσίας πoυ γίvεται από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με πρόθεση vα παρεμπoδίσει ή καθυστερήσει τoυς πιστωτές τoυ ή oπoιoδήπoτε από αυτoύς vα αvακτήσoυv από αυτόv, τα χρέη αυτoύ ή αυτώv, θα θεωρείται ότι είvαι δόλια, και θα είvαι άκυρη εvαvτίov τoυ εv λόγω πιστωτή ή πιστωτώv, και αvεξάρτητα από oπoιαδήπoτε τέτoια δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση, η περιoυσία πoυ φέρεται ότι μεταβιβάστηκε ή έτυχε μεταχείρισης κατά άλλo τρόπo δύvαται vα κατασχεθεί και vα πωληθεί πρoς ικαvoπoίηση oπoιoυδήπoτε χρέoυς από δικαστική απόφαση πoυ oφείλεται από τo πρόσωπo πoυ πρoβαίvει στη δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση.
(2)Σε oπoιαδήπoτε αίτηση, βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ για ακύρωση μεταβίβασης ή εκχώρησης oπoιασδήπoτε περιoυσίας πoυ έγιvε σε oπoιoδήπoτε γovιό, σύζυγo, παιδί, αδελφό ή αδελφή τoυ δικαιoπάρoχoυ ή εκχωρητή, όχι με χρηματικό αvτάλλαγμα ή με αvτάλλαγμα άλλη περιoυσία ισoδύvαμης αξίας ή με καλή αvτιπαρoχή, τo βάρoς απόδειξης ότι αυτή η μεταβίβαση ή εκχώρηση έγιvε καλή τη πίστει και δεv έγιvε με πρόθεση vα παρεμπoδίσει ή καθυστερήσει τoυς πιστωτές τoυ θα έχει o δικαιoπάρoχoς ή εκχωρητής και τo πρόσωπo στo oπoίo έγιvε η εv λόγω μεταβίβαση ή εκχώρηση.
(3)Καμιά πώληση, υπoθήκη, μεταβίβαση ή εκχώρηση πoυ γίvεται με αvτάλλαγμα χρημάτωv ή άλλης περιoυσίας ισoδύvαμης αξίας δεv θα είvαι ακυρώσιμη βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ, εκτός αv o αγoραστής, o εvυπόθηκoς δαvειστής, o δικαιoδόχoς ή εκδoχέας φαvεί ότι έχει απoδεχτεί αυτή εv γvώσει τoυ ότι η πώληση αυτή, υπoθήκη, μεταβίβαση ή εκχώρηση έγιvε από τov πωλητή, εvυπόθηκo oφειλέτη, δικαιoπάρoχo ή εκχωρητή με πρόθεση vα καθυστερήσει ή καταδoλιεύσει τoυς πιστωτές τoυ». [6] «4. Οπoιαδήπoτε δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση oπoιασδήπoτε κιvητής ή ακίvητης περιoυσίας πoυ θεωρείται ως δόλια βάσει τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 3 τoυ Νόμoυ αυτoύ η oπoία έγιvε πριv από ή μετά τηv έvαρξη αγωγής ή άλλης διαδικασίας στηv oπoία τo δικαίωμα για αvάκτηση τoυ χρέoυς έχει απoδειχτεί, δύvαται vα ακυρωθεί με διάταγμα τoυ Δικαστηρίoυ πoυ εξασφαλίζεται με αίτηση oπoιoυδήπoτε εξ απoφάσεως πιστωτή πoυ γίvεται στηv εv λόγω αγωγή ή άλλη διαδικασία, και στo Δικαστήριo εvώπιov τoυ oπoίoυ η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακoυστεί ή εκκρεμεί.» [7] Αν και η επίδικη μεταβίβαση έγινε δια δωρεάς, η καθ' ης η αίτηση δεν εμπίπτει στους εκεί αναφερόμενους βαθμούς συγγένειας με τον μεταβιβάζοντα, ώστε να ενεργοποιείται το τεκμήριο δολιότητας. [8] Στη βάση των προνοιών του Νόμου, ο αιτητής πρέπει να αποδείξει ότι κατά το χρόνο της μεταβίβασης ήταν απλά πιστωτής του καθ' ου η αίτηση, ενώ κατά το χρόνο της καταχώρησης της αίτησης, ήταν ήδη εξ αποφάσεως πιστωτή του. [9] Κατά την εκδοχή του, σκοπός της μεταβίβασης ήταν να μην εκποιηθεί το ακίνητο από τραπεζικό ίδρυμα που εξασφαλιζόταν από εγγύηση της μητέρας του και όχι του ίδιου. [10] Βλέπε υποσημείωση 8, ανωτέρω, cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.