← Κύπρος

Αλέκας Π. Παπακόκκινου κ.α. ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής:332/2020, 12/2/2024

Αλέκας Π. Παπακόκκινου κ.α. ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής:332/2020, 12/2/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής:332/2020 Μεταξύ:

  1. Αλέκας Π. Παπακόκκινου (προσωπικά)
  2. Αλέκας Π. Παπακόκκινου ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Βερεγγάριας Παπακόκκινου και Εκτελεστής της διαθήκης της Εναγουσών -και-
  3. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ[1]
  4. Αλταμίρα Asset Management (Cyprus) Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 12 Φεβρουαρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Α. Παπακόκκινου (κα) Ενάγουσα Για Εναγόμενη 1: Γ. Ιεροδιακόνου (κος) Ενδιάμεση Απόφαση Με την υπό τον ως άνω αριθμό αγωγή, στη βάση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, καθώς επίσης και του αιτητικού της έκθεσης απαίτησης, οι ενάγουσες επιζητούν, μεταξύ άλλων, την έκδοση διακηρυκτικών αποφάσεων του Δικαστηρίου με σκοπό, κυρίως, να ακυρωθούν διαδικασίες πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων τους, που είχαν στο παρελθόν υποθηκευτεί προς όφελος συγκεκριμένου Συνεργατικού Ιδρύματος και την εκποίηση των οποίων επιδιώκουν οι εναγόμενες 1 και
  5. Από την καταχώριση της παρούσας αγωγής και μετά, καταχωρήθηκαν διάφορες ενδιάμεσες αιτήσεις, το αντικείμενο των οποίων δεν ενδιαφέρει για σκοπούς εξέτασης της παρούσας, υπό εξέταση, αίτησης και κατά συνέπεια παρέλκει η ανάγκη να αναφερθώ με λεπτομέρεια σε αυτές. Με την υπό εξέταση αίτηση, η ΚΕΔΙΠΕΣ, επικαλούμενη την ιδιότητα της διαδόχου της εναγόμενης 1 (για ευχερέστερη, πλέον, αναφορά, στο εξής «η εναγόμενη 1, καθότι η ιδιότητα της αυτή δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα), επιδιώκει την έκδοση διαταγμάτων, που στόχο έχουν, να διαγραφεί η έκθεση απαίτησης, στην ολότητά της, είτε στη βάση του ότι το περιεχόμενό της είναι σκανδαλώδες, επιπόλαιο, ενοχλητικό, καταπιεστικό, καταχρηστικό, κακόπιστο, ακατάληπτο, γενικό, χωρίς συνοχή, υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως, είτε γιατί περιέχει μαρτυρία, χαρακτηρισμούς, συμπεράσματα, επιχειρήματα και επαναλήψεις, με αποτέλεσμα οι εναγόμενες να αδυνατούν να ετοιμάσουν την Υπεράσπισή τους, καθώς επίσης και γιατί, στη βάση των ανωτέρω, η διατήρηση του δικογράφου αυτού θα περιπλέξει και/ή θα καθυστερήσει και/ή επηρεάσει και/ή δυσχεραίνει την εκδίκαση της αγωγής. Η επίδικη αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.19, θ.θ.4‑26 και Δ.27, θ.θ.2 και
  6. Στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ο εκεί ομνύοντας (δικηγόρος που εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί αμφότερες τις εναγόμενες), στην ουσία, προωθεί ισχυρισμούς που θέλουν το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης των εναγουσών να παρουσιάζει τον ανωτέρω αναφερόμενο στο αιτητικό της αίτησης χαρακτήρα, και παραθέτει, επιπροσθέτως, επιχειρηματολογία, τόσο προς υποστήριξη των θέσεων του αυτών, όσο και με σκοπό να πείσει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και να διαγράψει την έκθεση απαίτησης, στην ολότητά της. Επίσης, επί της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, επισυνάπτεται το «Παράρτημα Α», το οποίο χαρακτηρίζεται ως ενδεικτικό, και στο οποίο παρατίθενται συνοπτικές περιγραφές και επιχειρήματα αναφορικά με τις, κατά την εναγόμενη 1, παρατυπίες που παρουσιάζει το περιεχόμενο της κάθε εκεί αναφερόμενης παραγράφου της έκθεσης απαίτησης και τις επιπτώσεις τούτων (των παρατυπιών) στις εναγόμενες και γενικότερα στην εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Οι ενάγουσες, στις 26.10.2023 καταχώρησαν την ένστασή τους. Στο κυρίως σώμα τούτης, υπό την εναρκτήρια θέση: «Οι συγκεκριμένοι λόγοι της Ένστασης είναι οι Ακόλουθοι: [...] τους οποίους παραθέτω κατωτέρω επισυνημμένο Παράρτημα Α ως αναπόσπαστο μέρος της παρούσης», ακολουθεί, αυτούσιο, το μεγαλύτερο μέρος της ενόρκου δηλώσεως της ενάγουσας 1, που συνοδεύει την ένσταση των εναγουσών. Στην ουσία, τα πλείστα όσα καταγράφονται στην 28σέλιδη ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1 που υποστηρίζει την ένσταση των εναγουσών, αυτουσίως, αποτελούν και το κυρίως σώμα της ένστασης, ως οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης. Για τους λόγους που θα διαφανούν κατωτέρω, δεν καθίσταται ανάγκη λεπτομερούς παράθεσης των όσων η ενάγουσα 1 αναφέρει στην ένορκή της δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Αρκεί να σημειωθεί ότι, κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, η ενάγουσα 1 (η οποία είναι δικηγόρος), συνόψισε τους λόγους ένστασης σε 7, ήτοι:
  7. Με δεδομένη τη μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφών εξασφαλίσεων της εναγόμενης 1 στην ΚΕΔΙΠΕΣ, η σχετική Ειδοποίηση που καταχώρησαν οι συνήγοροι της τελευταίας στον φάκελο της υπόθεσης δεν αρκεί για να μπορεί τούτη να προωθεί την παρούσα αίτηση, καθ' ότι θα έπρεπε, να επιχειρηθεί και σχετική τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, κάτι που δεν έγινε.
  8. Στον τίτλο της επίδικης αίτησης, το επίθετο της ενάγουσας, καθώς, επίσης, και της αποβιωσάσης αδελφής της, καταγράφηκε με λανθασμένο τονισμό, και δη η οξεία παρουσιάζεται στο «ι» αντί στο πρώτο «ο» τούτου[2].
  9. Ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση είναι δικηγόρος και όχι εκπρόσωπος της εναγόμενης
  10. Όλοι οι ισχυρισμοί της αίτησης είναι επιπόλαιοι.
  11. Η αίτηση δεν επιδόθηκε δεόντως, καθ' ότι επιδόθηκε στην ενάγουσα 1 μόνο υπό (α) την προσωπική της ιδιότητα και (β) ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αδελφής της, και όχι και υπό την ιδιότητά της ως ο δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τις ενάγουσες.
  12. Ότι το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης δεν παρουσιάζει την εικόνα που επικαλείται η εναγόμενη 1, αλλά αποτελεί νομικά αποδεκτό δικόγραφο που δεν πρέπει να διαγραφεί.
  13. Ότι η αίτηση προωθείται με υπέρμετρη καθυστέρηση. Κανένας εκ των ομνύοντων των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση δεν αντεξετάστηκε, και κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης, ο συνήγορος των εναγόμενων και η ενάγουσα παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, καθώς επίσης και επιχειρηματολόγησαν προφορικά, κατόπιν ικανοποίησης από το Δικαστήριο σχετικού αιτήματος τους. Νομική Πτυχή Με δεδομένη τη νομική βάση της αίτησης, παραθέτω ευθύς αμέσως αυτούσιο το λεκτικό της Δ.19, Θ.26 και της Δ.27, Θ.3, των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: Δ.19, Θ.26 «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Δ.27, Θ.3 «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just». Με βάση τις πιο πάνω διατάξεις, και νοουμένου ότι ισχύουν τα όσα αποφασίστηκαν, σχετικώς, νομολογιακά, το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση ενός δικογράφου, ή μέρους αυτού, ή να αναστείλει ή να απορρίψει μια αγωγή. Ως προς την εξουσία αυτή, στο Halsbury's Laws of England, τέταρτη έκδοση, τόμος 37, παράγραφοι 430 και 431, γίνεται η εξής αναφορά: «These powers may be exercised on the ground:

(1)that the pleading or indorsement discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be;
(2)that it is scandalous, frivolous or vexation;
(3)that it may prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action; or
(4)that it is otherwise an abuse of the process of the court. » Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η διαγραφή δικογράφου, είτε αυτή βασίζεται στη Δ.19, Θ.26, είτε στην Δ.27, Θ.3, συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού, ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και άλλων
(2004)1Γ Α.Α.Δ. και Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1316). Ως ακροθιγώς αναφέρθηκε ανωτέρω, το δικαίωμα του Δικαστηρίου να διατάξει τη διαγραφή ενός δικογράφου στην ολότητά του ή, έστω, μέρους αυτού, δεν προκύπτει μόνο από τις πρόνοιες της Δ.27, Θ.3 ή Δ.19, Θ.26, αλλά μπορεί να είναι και το αποτέλεσμα κρίσης ότι ένα ένδικο μέσο προωθείται εις τρόπον που αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ως τέτοια κρίνεται μια διαδικασία, η οποία προωθείται με αλλότρια κίνητρα και ή σκοπό, και ως έχει λεχθεί, αυτή μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές (βλ. Halsbury's Laws of England, 4th edition, vol. 37 para. 434 και Τζεννάρο Περέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών, Πολ. Έφεση Αρ. 9173, 16/03/1995). Οι σχετικές με το υπό εξέταση ζήτημα πρόνοιες των δικών μας Θεσμών, είναι πανομοιότυπες με τους σχετικούς παλαιούς Αγγλικούς Θεσμούς, με αποτέλεσμα τα όσα αποφασίστηκαν σε σχέση με αυτούς να κρίνονται καθοδηγητικά για τα όσα εδώ εφαρμόζονται. Στην ετήσια πρακτική του 1958 (The Annual Practise, τόμος 1, σελίδες 477 ‑ 478), πάντα αναφορικά με τους σχετικούς παλαιούς Αγγλικούς Θεσμούς, σημειώθηκε ότι: «Allegations of dishonesty and outrageous conduct, etc. are not scandalous, if relevant to the issue», και «The sole question is whether the matter alleged to be scandalous would be admissible in evidence to show the truth of any allegation in the pleading which is material with reference to the relief prayed». Στο ίδιο σύγγραμμα, στη σελίδα 477, σημειώνεται ότι, το γεγονός και μόνο, ότι ένα δικόγραφο εμπεριέχει και άσχετους ισχυρισμούς, δεν αποτελεί λόγο για να διαταχθεί η διαγραφή τους. Θα πρέπει, επιπροσθέτως, οι άσχετοι και αχρείαστοι αυτοί ισχυρισμοί να τείνουν να δημιουργήσουν έξοδα ή ταλαιπωρία και/ή καθυστέρηση στην όλη διαδικασία, για να μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για να εκδοθεί διάταγμα διαγραφής τους. Πιο συγκεκριμένα, σημειώνεται ότι: «... but if wholly immaterial matter be set out in such a way that the applicant must plead to it and so raise irrelevant issues which may involve, expense, trouble and delay, then the irrelevant matter will be struck out, as it will prejudice the fair trial of the action». Ως προς το κατά πόσο οι περιλαμβανόμενοι ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο όντως τείνουν να προκαλέσουν αμηχανία, ταλαιπωρία, βλάβη ή και καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της δίκης, στο σύγγραμμα Bullen & Leake Jacobs Precedents and Pleadings, δωδέκατη έκδοση, σελ. 147, αναφέρεται ότι: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matters and so raises irrelevant issues which may involve expenses, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations». Όπως, συναφώς, σημειώθηκε στην Knowles v. Roberts, 38 CH. D. 270, η ερμηνεία που πρέπει το Δικαστήριο να δώσει στους διάφορους δικογραφημένους ισχυρισμούς, ώστε να εξετάσει κατά πόσο αυτοί προκαλούν αμηχανία ή δυσμενή επηρεασμό, ή, ακόμα, καθυστέρηση, πρέπει να είναι φιλελεύθεροι και οι διάδικοι δεν πρέπει, με μεγάλη ευκολία, να παρουσιάζουν τον εαυτό τους ως ευρισκόμενοι σε αμηχανία. Σημειώθηκε, συναφώς, στην πιο πάνω απόφαση, ότι, το Δικαστήριο θα πρέπει, κατά την σχετική ενασχόλησή του, να ερμηνεύει με τέτοιο τρόπο τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, που να μην απολήγουν, μέσω της κρίσης του, σε περιορισμό του δικαιώματος ενός διαδίκου να διαμορφώνει ελεύθερα το δικόγραφό του. Ως προς την διαμόρφωση αυτή, η Δ.19, Θ. 4. προνοεί: «Every pleading shall contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defense as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively». Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρείας Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 ΑΑΔ 685, αναφέρθηκε ότι, τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η δε σύνταξη τους, διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και οι οποίοι σκοπό έχουν, να διασφαλίσουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ειδικότερα γίνεται αναφορά στον Θεσμό 4, σύμφωνα με τον οποίο, μόνο τα ουσιώδη γεγονότα πρέπει να δικογραφούνται. Επίσης, στη σελίδα 690 της εν λόγω απόφασης, σχετικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί ως αμήχανο «embarrassing» στην έννοια της Δ.19 Θ. 26, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρει με καθαρότητα στη σελ. 147 ο εκδότης των Bullen & Leake, ανωτέρω: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine
(1994)72 B.L.R. 26: «The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it, .............................. Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing. » Όπως επεξηγείται στην Cyber Group Ltd (ανωτέρω), η Δ.19, Θ.26, επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου, το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και έχει ως κύριο σκοπό τη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Όμως, ένα δικόγραφο δεν είναι ενοχλητικό απλώς γιατί οι ισχυρισμοί που περιέχει δυνατό να αποδειχθούν τελικά αναληθείς (βλ. Turquand v. Fearon 48 J.J. Q.B. 703) ή γιατί τα νομικά σημεία που εγείρονται μπορεί να αποδειχθούν ανεφάρμοστα ή να απορριφθούν στο τέλος της υπόθεσης ή διότι παρατίθενται διαζευκτικές βάσεις αγωγής. Η τάση του Δικαστηρίου είναι να διατάσσει τη διαγραφή ενός δικογράφου μόνον όταν εγείρεται θέμα άσχετο ή μη αναγκαίο και το γεγονός τούτο είναι ξεκάθαρο. (Βλ. London Corporation v. Homer
(1914)111 L.T. 512 C.A.). Στην υπόθεση Kemsley v. Foot
(1951)2 K.B. 34 C.A., αποφασίστηκε ότι είναι ορθότερο να αφήνεται ένα δικόγραφο όπως έχει, εκτός αν είναι ξεκάθαρα ενοχλητικό για τον άλλο διάδικο. Στην υπόθεση Davy v. Garrett, 7 Ch. D. p. 473, see p. 486 και 488, αναφέρθηκαν και τα εξής σχετικά: «The applicant must show that he is in some way prejudiced by the irregularity. Still, "the defendant may claim ex debito justicae to have the plaintiff's case presented in an intelligible form, so that he may not be embarrassed in meeting it», καθώς, επίσης και ότι, «But when in addition to the lengthy statement of material facts we find long statements of immaterial facts and of documents which are only material as evidence, a defendant is seriously embarrassed in finding out what is the case he has to meet», και, τέλος ότι, «Although the Court of Appeal will not readily interfere with the discretion of the Court of first instance in a matter of procedure, it is its duty to exercise its own discretion as to whether a pleading is so framed as to embarrass the opposite party. In a case, therefore, where a statement of claim was in the opinion of the Court of Appeal calculated to embarrass the Defendants by reason of its stating immaterial facts, and setting out at great length documents which could not be material except as evidence by way of admission, it was ordered to be struck out, though a motion for that purpose had been dismissed with costs by the Court below. The rule that evidence is not to be pleaded applies to admissions as well as to other evidence». Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο που την διέπει. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της αίτησης επί της ουσίας της, και συνάμα την βασιμότητα των σχετικών με αυτή (ουσία) λόγων ένστασης, θα ασχοληθώ με τους λοιπούς λόγους ένστασης, ως αυτοί αναφέρθηκαν ανωτέρω. Ως προς τη θέση των εναγουσών ότι, συνεπεία της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφών εξασφαλίσεων της εναγόμενης 1 στη ΚΕΔΙΠΕΣ, θα έπρεπε η εναγόμενη 1 να προβεί σε τροποποίηση των δικογράφων και όχι, απλώς, να καταχωρήσει στον φάκελο της υπόθεσης σχετική Ειδοποίηση στη βάση των προνοιών του άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015), κρίνω ότι τούτη είναι ανεδαφική. Στη βάση των προνοιών του άρθρου 18
(4)και
(6)του μόλις αναφερόμενου Νόμου[3], προκύπτει αβίαστα ότι η συνέχιση από τον αγοραστή των πιστωτικών διευκολύνσεων μιας εκκρεμούσας δικαστικής διαδικασίας είναι αυτόματη, με την καταχώρηση στο οικείο Πρωτοκολλητείο της προνοούμενης στον Νόμο Ειδοποίησης, κάτι που συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, και αναγκαίο να κρινόταν το διάβημα για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ώστε νομότυπα να επέλθει η αλλαγή του διαδίκου στον τίτλο της υπόθεσης, αυτή θα μπορούσε να γίνει, δικαιωματικά, με μονομερή αίτηση, αφού πρόκειται για τυπική υποχρέωση εφόσον η μεταβίβαση έχει γίνει νομότυπα και είναι δεσμευτική για τις ενάγουσες (βλέπε, Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου ν Χρίστου Χαρίδη 1 ΑΑΔ 825
(2011), στην οποία αναγνωρίστηκαν ως ορθές οι επισημάνσεις του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εκεί αιτήτρια, ως νόμιμη διάδοχος των εκεί Εναγόντων, μπορούσε να επιτύχει να υποκαταστήσει τους Ενάγοντες με αίτηση στη βάση των προνοιών της Δ.12 και ότι επρόκειτο για τυπικό ζήτημα). Επίσης, πάντα παρεμφερώς, με δεδομένες τις ιδιότητες των διαδίκων, και τη μη αμφισβήτηση από πλευράς των εναγουσών του νομότυπου της διαδοχής της Εναγόμενης 1 από την ΚΕΔΙΠΕΣ, αν ήταν αναγκαία η όποια τροποποίηση του τίτλου για σκοπούς ορθού προσδιορισμού των διαδίκων λόγω διαδοχής, αυτή θα έπρεπε να επιδιωχθεί από τις ενάγουσες, που αναγνωρίζουν την ΚΕΔΙΠΕΣ ως διάδοχο της εναγόμενης 1 και επιζητούν εναντίον της τις θεραπείες της αγωγής. Αυτό εξ άλλου προνοούν και οι θεσμοί (βλ. Δ.12), όταν προκύπτει διάδοχη κατάσταση σε ένα εναγόμενο, όπως εν προκειμένω. Ανεδαφικός κρίνω είναι και ο λόγος ένστασης που θέλει την αίτηση να απορρίπτεται, επί το ότι στον τίτλο της επίδικης αίτησης, ο τονισμός του επιθέτου των εναγουσών είναι λανθασμένος. Είναι γεγονός ότι το επώνυμο των εναγουσών, ως προκύπτει από τον τίτλο της αγωγής, είναι «Παπακόκκινου» και όχι «Παπακοκκίνου», ως στον τίτλο της επίδικης αίτησης κατέγραψε η εναγόμενη 1. Ωστόσο, από το περιεχόμενο και μόνο της ένστασης των εναγουσών, αλλά και των λοιπών ενεργειών τους και γενικότερα της συμπεριφοράς τους από την επίδοση της επίδικης αίτησης και εντεύθεν, προκύπτει, αβίαστα ότι ο λανθασμένος αυτός τονισμός δεν δημιούργησε οποιαδήποτε δυσμένεια σε αυτές ή έστω σύγχυση ως προς την ταυτότητα των διαδίκων ή αδυναμία να αντιμετωπίσουν την επίδικη αίτηση. Ούτε και προβάλλεται πειστικά το αντίθετο στις αγορεύσεις των εναγουσών ή στην ένσταση τους. Αναφορικά με το γεγονός ότι την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση ετοίμασε δικηγόρος αντί κάποιος υπάλληλος ή αντιπρόσωπος της εναγόμενης 1, ο ομνύοντας της εν προκειμένω ένορκης δήλωσης αναφέρει, και δεν αμφισβητήθηκε, ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη 1 να προβεί σε αυτή, δηλώνει γνώστης των γεγονότων που περιβάλουν την αίτηση, αποκαλύπτοντας την πηγή της γνώσης του, καθώς επίσης και προβάλλει την, περαιτέρω, συναφή με τον υπό συζήτηση λόγο ένστασης, θέση, ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση καθότι τα ζητήματα που αφορούν στην επίδικη αίτηση είναι αμιγώς νομικά. Ως έχει αποφασιστεί συναφώς (βλ. Rypolovlev v. Rypolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82), η υποστήριξη μιας αίτησης διαδίκου από ένορκη δήλωση δικηγόρου δεν απαγορεύεται, πόσο μάλλον όταν τα επίδικα ζητήματα είναι αμιγώς νομικά. Εκείνο που κρίνεται μεμπτό, είναι ο χειρισμός μιας δικαστικής διαδικασίας από δικηγόρο, ο οποίος, την ίδια στιγμή, ως ομνύοντας, αποτελεί και μάρτυρα της διαδικασίας. Κάτι που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Η σχετική περικοπή έχει ως εξής: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036)». Κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος ένστασης δεν γίνεται δεκτός. Σχετικά τώρα με την ορθότητα της επίδοσης της αίτησης, τα όσα προβλήθηκαν από την ενάγουσα στην αγόρευση της, δεν καταδεικνύουν, κατά τη γνώμη μου, οτιδήποτε το μεμπτό ως προς την επίδοση της αίτησης. Τούτη, ως εξάλλου αποδέχεται και η ίδια η ενάγουσα, επιδόθηκε σε αυτήν, τόσο υπό την προσωπική ιδιότητα της - ως ενάγουσα 1 -, όσο και από την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης αδελφής της - ως ενάγουσα 2. Αδυνατώ να κατανοήσω γιατί θα έπρεπε, ως η ενάγουσα αιτιάται, να της επιδοθεί και υπό την ιδιότητα της ως εκπρόσωπος της δικηγορικής εταιρείας που εμφανίζεται εκ μέρους των εναγουσών. Εξάλλου, σε καμία απόφαση ή αυθεντία παρέπεμψε η ενάγουσα που να υποστηρίζει το σχετικό λόγο ένστασης. Κατά συνέπεια, και τούτος δεν γίνεται δεκτός. Ως προς το επιπόλαιο ή μη των ισχυρισμών που προβάλει η αιτήτρια προς υποστήριξη της αίτησης της, τούτο είναι ζήτημα που άπτεται της ουσίας της αίτησης, και δη του κατά πόσο η εναγόμενη 1, κατάφερε να αποδείξει ότι δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. Όσον τώρα αφορά στο χρόνο που καταχωρήθηκε η αίτηση, με κάθε σεβασμό προς την αντίθετη θέση που προβάλλεται από πλευράς των εναγουσών, είμαι της γνώμης ότι δεν παρατηρείται καμία καθυστέρηση στην προώθηση της. Ως, συναφώς, νομολογιακά, αποφασίστηκε, αίτηση για διαγραφή δικογράφου ή μέρους δικογράφου πρέπει να καταχωρείται το συντομότερο δυνατό και συνήθως πριν να κλείσουν τα δικόγραφα. Η καταχώριση όμως μεταγενέστερα δεν απαγορεύεται ακόμη και όταν η υπόθεση έχει οριστεί για ακρόαση. Στο σύγγραμμα The Supreme Court Practice 1997, Vol. 1, σελ. 328 παρ. 18/19/4 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Application—Although the rule expressly states that the order may be made "at any stage of the proceedings," still the application should always be made promptly, and as a rule before the close of pleadings. Where the statement of claim is being attacked, the application may be made before the defence is served (Att.-Gen. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry. [1892] 3 Ch. 274); ......... The application may be made even after the pleadings are closed (per Brett M.R. in Tucker v. Collinson
(1886)34 W.R. 354, or the trial set down (Goymer v. Central Wheelbase Ltd, The Times, April 1, 1993, C.A.), though it should not be heard at the opening of the trial, save in exceptional circumstances (Halliday v. Shoesmith [1993) 1 W.L.R. 1, CA.).» Στη βάση των δεδομένων που περιβάλουν την υπό εξέταση περίπτωση (δεν έχει, ακόμη, καταχωρηθεί Υπεράσπιση), η καταχώρηση της επίδικης αίτησης δεν μπορεί να κριθεί ως καθυστερημένη. Δεν πρέπει επίσης να λησμονείται ότι η έκθεση απαίτησης των εναγουσών, το περιεχόμενο της οποίας επιδιώκεται να διαγραφεί, καταχωρήθηκε μόλις στις 13/4/2022 και δη πέραν των δυο ετών από όταν και καταχωρήθηκε το γενικής οπισθογράφησης κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, η καθυστέρηση, ως γεγονός, από μόνο της, εκτός των περιπτώσεων που νομικώς προβλέπονται ειδικές προθεσμίες για λήψη διαβημάτων, δεν είναι καταλυτική για την τύχη ενός διαβήματος, εκτός της περίπτωσης που τούτη (η καθυστέρηση) ισοδυναμεί με κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, κάτι που, ως θα διαφανεί και κατωτέρω, δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Κατά συνέπεια, και αυτός ο λόγος ένστασης δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Στρέφομαι τώρα στην εξέταση επί της ουσίας της αίτησης. Για τους λόγους που θα διαφανούν ευθύς αμέσως, είμαι της γνώμης ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να επιτύχει και η έκθεση απαίτησης να διαγραφεί. Απλή και μόνο ανάγνωση του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης, οδηγεί στην κρίση ότι αυτή, για πολλούς λόγους, αποτελεί ενοχλητικό και επιπόλαιο δικόγραφο το οποίο, εάν αφεθεί να αποτελέσει το δικόγραφο των εναγουσών, θα περιπλέξει την όλη υπόθεση, θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και έξοδα, αμηχανία στις εναγόμενες και θα τις δυσχεραίνει, εάν όχι να αποτελέσει και ανυπέρβλητο εμπόδιο σε αυτές να μπορέσουν να ετοιμάσουν και καταχωρήσουν την Υπεράσπισή τους. Είναι δε με τέτοιο τρόπο συνταγμένο, που αβίαστα, κατά τη γνώμη μου, προκύπτει ότι αν αφεθεί, ώστε στη βάση του να προωθηθεί η παρούσα αγωγή, θα απολήξει σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Προς επίρρωση της μόλις εκφρασθείσας κρίσης μου, και με σκοπό, ακριβώς, να αιτιολογήσω τούτη, σημειώνω τα εξής: Από τη δεύτερη κιόλας παράγραφο της έκθεσης απαίτησης, προκύπτει ασάφεια η οποία, χωρίς αμφιβολία, προκαλεί σύγχυση και αμηχανία και δυσκολεύει το έργο των εναγόμενων να ετοιμάσουν την Υπεράσπισή τους. Και τούτο γιατί, παρατηρείται εκεί αναφορά περί του ότι οι ενάγουσες υιοθετούν και επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο γραπτών και προφορικών θέσεων τους, χωρίς να προσδιορίζονται τούτες (οι θέσεις), ώστε να μπορούν οι εναγόμενες να τοποθετηθούν επί του εν λόγω ισχυρισμού. Στις παραγράφους 3, 21, 22, 25, 52, 73 και 90, γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο διαφόρων εγγράφων τα οποία χαρακτηρίζονται ως τεκμήρια στον φάκελο, χωρίς να προσδιορίζονται οι αριθμοί των τεκμηρίων, αλλά και η διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας τούτα κατατέθηκαν. Στις παραγράφους 7, 71, 77 και 86, γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο αιτήσεως ή ενόρκου δηλώσεως ή ενστάσεως, χωρίς να προσδιορίζονται τούτες, παρά το ότι (α) προβάλλεται και η επιπρόσθετη θέση ότι υιοθετείται πλήρως και επαναλαμβάνεται το περιεχόμενό τους ή (β) στη βάση του, άγνωστου στο Δικαστήριο και στις εναγόμενες, περιεχομένου τους, οικοδομείται επιχειρηματολογία. Στις παραγράφους 16, 19, 21, 36, 38, 60, 61, 62, 63, 64, 69, 70, 71, 72, 74, 75, 78, 79, 80, 92, 94, 98 ,99, 100, 101, 102 και 110, με κάπως διαφοροποιημένο λεκτικό σε κάθε περίπτωση, επαναλαμβάνεται η προβαλλόμενη θέση περί του ότι οι εναγόμενες παρέβησαν όρους των συμφωνιών δανείου που συνομολόγησαν οι ενάγουσες με συγκεκριμένο Συνεργατικό Τραπεζικό Ίδρυμα, στη βάση των οποίων (των όρων), ως οι ενάγουσες αναφέρουν, οι εναγόμενες όφειλαν, εάν επιθυμούσαν να επικαλεστούν τους όρους των συμφωνιών αυτών, να διεκδικήσουν απόφαση εναντίον των εναγουσών, είτε μέσω πολιτικού Δικαστηρίου είτε μέσω διαιτησίας και όχι δια εκποίησης υποθήκης δύναμη του Μέρους VIA του περί Υποθηκεύσεως και Μεταβιβάσεως Νόμου, Ν.9/1965, οι πρόνοιες του οποίου, πάντα κατά τις ενάγουσες, δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Στις παραγράφους 17, 23 και 24, προβάλλονται εντελώς άσχετες και αχρείαστες, για τη διαδικασία επί της ουσίας της παρούσας αγωγής, θέσεις, η όποια σημασία των οποίων θα ήταν σχετική και χρήσιμη μόνο στα πλαίσια εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης για εξασφάλιση προσωρινών διαταγμάτων. Στην παράγραφο 25, γίνεται αναφορά περί επιζητούμενης θεραπείας, η οποία μπορεί να αποδοθεί μόνο στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης και όχι αγωγής. Στις παραγράφους 26, 47, 50, 66 και 83, γίνεται αναφορά περί επισύναψης Εφετηρίου, δικογράφων, ένορκης δήλωσης ή τεκμηρίων, που καταχωρήθηκαν στο πλαίσιο κάποιας έφεσης ή αγωγής, χωρίς στην έκθεση απαίτησης να επισυνάπτονται οποιαδήποτε σχετικά έγγραφα, και τούτο χωρίς να εξετάζεται το κατά πόσο κάτι τέτοιο θα ήταν επιτρεπτό. Στις παραγράφους 27, 28, 66, 67 και 81, γίνεται λεπτομερής, αχρείαστη καταγραφή μαρτυρίας, καθώς και επίσης προβάλλονται γνώμες κατ' επίκληση προνοιών συγκεκριμένου νόμου. Επίσης, στις πλείστες εξ' αυτών των παραγράφων, γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία χαρακτηρίζονται ως τεκμήρια, ενώ, επίσης, προκύπτει εξόφθαλμα, ότι πρόκειται για τεκμήρια/έγγραφα που κατατέθηκαν στο πλαίσιο κάποιας ένορκης δήλωσης που εμπεριέχει αυτές τις αναφορές που αποτελούν μέρος της έκθεσης απαίτησης. Στις παραγράφους 29, 30, 31, 32, 39, 40, 41, 42, 49, 55, 56, 77, 81, 85, 88, 89, 90, 91, 95, 96, 100, 106, 107, 110 και 111, καταγράφεται μαρτυρία και προβάλλεται επιχειρηματολογία στη βάση της. Στις παραγράφους 37, 43, 44, 45, 46, 48, 68, 87, 93, 102, 103, 104, 106, 107 και 109, επαναλαμβάνονται θέσεις που προβλήθηκαν προηγουμένως, όπως ότι, (α) οι εναγόμενες έχουν προβεί σε παράνομες και υπερβολικές χρεώσεις, (β) δεν έχουν αφαιρέσει από το εκάστοτε υπόλοιπο ποσά που κατατέθηκαν ή πληρωμές που έγιναν από πλευράς των εναγουσών, (γ) παραβίασαν τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγουσών και (δ) παρατίθεται μαρτυρία και επιχειρηματολογία ως προς το λανθασμένο των εκτιμήσεων που προέβηκαν οι εναγόμενες για τα ενυπόθηκα ακίνητα των εναγουσών. Γίνεται δε με τρόπο, που στους δικογραφημένους αυτούς ισχυρισμούς, περιλαμβάνεται μαρτυρία για απόδειξή τους. Στις παραγράφους 63, 65, 71 και 102, αποδίδονται στις εναγόμενες θέσεις και αναφορές, καθώς επίσης και παραστάσεις, χωρίς να προσδιορίζονται τούτες, καθιστώντας αδύνατη την τοποθέτηση τους επί των όσων τους αποδίδονται. Στην παράγραφο 82 γίνεται αναφορά στα λεγόμενα κάποιου προσώπου, χωρίς τούτο να προσδιορίζεται, ώστε να μπορεί να υπάρχει αντίλογος στο πλαίσιο της Υπεράσπισης. Γίνεται επίσης αναφορά σε αίτηση, ημερομηνίας η οποία προηγείται της καταχώρησης της παρούσας αγωγής, χωρίς να προσδιορίζεται η διαδικαστική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας καταχωρήθηκε ή η συνάφεια της με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. Στις παραγράφους 83, 87, 90, 100 και 108, γίνεται αναφορά σε κάποιον ομνύοντα, χωρίς να προσδιορίζεται τούτος. Στις παραγράφους 84 και 108, υπό μορφή αγόρευσης και επιχειρηματολογίας, γίνεται αναφορά σε θέσεις που προβάλλονται από κάποιους, οι οποίοι στην παράγραφο 84, δεν προσδιορίζονται. Επίσης, στην παράγραφο 84, γίνεται αναφορά σε «περιγραφόμενα», υπό στοιχεία (δ) και (ε), χωρίς να προσδιορίζεται σε ποιες περιγραφές αναφέρονται, από ποιους, και στο πλαίσιο ποιας διαδικασίας. Γίνεται επίσης αναφορά σε κάποιο ομνύοντα, χωρίς αυτός να προσδιορίζεται. Είναι πασιφανές, στην όψη του και μόνο, ότι το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, στην ολότητά του, αποτελεί ένορκη δήλωση που ετοιμάστηκε για σκοπούς υποστήριξης κάποιας ενδιάμεσης αίτησης για εξασφάλιση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία, με εντελώς περιορισμένες μεταβολές, ώστε, δηλαδή, να μετατρέπονται οι εκεί αναφορές σε τρίτο πρόσωπο, αντί στο πρώτο πρόσωπο (την ομνύουσα, της ενόρκου δηλώσεως) ως ήταν αρχικώς συνταγμένη η ένορκη δήλωση. Αυτές, δε, οι μεταβολές, είναι εμφανείς αφού έγιναν χειρόγραφα επί του αρχικού κειμένου. Πέραν των ανωτέρω παρατηρήσεων μου, μεγάλο μέρος του περιεχόμενου της έκθεσης απαίτησης μπορεί να χαρακτηριστεί ως συγκεχυμένο. Όπως προκύπτει αβίαστα από τις ανωτέρω αναφορές μου, παρατηρείται, ευκόλως, παράβαση των κανόνων που διέπουν τη σύνταξη ενός δικογράφου, εν προκειμένω της έκθεσης απαίτησης, σε όλο το φάσμα του, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό, να περισωθεί οποιοδήποτε μέρος του, το οποίο να αρκεί για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως αποδεκτό δικόγραφο, μέσω του οποίου να είναι δυνατόν οι Ενάγουσες να προωθήσουν την υπόθεσή τους. Βρισκόμαστε, στην ουσία, αντιμέτωποι με εκείνην την περίπτωση, που με τη διαγραφή των κακώς δικογραφημένων θέσεων των εναγουσών, το εναπομείναν δικόγραφο θα είναι ασύνδετο και χωρίς ειρμό, και κατά συνέπεια ανεπαρκές για να επιτελέσει το έργο που πρέπει να διαδραματίσει, ήτοι τη βάση επί της οποίας θα επιτραπεί στις ενάγουσες η προσκόμιση διά ζώσης μαρτυρίας κατά τη διεξαγωγή της ακρόασης. Εν πάση περιπτώσει, στη βάση πάντα των ανωτέρω θέσεων μου, με γνώμονα και τη σχετική με την Δ.27, θ.3 νομολογία, κρίνω ότι η διαγραφή της έκθεσης απαίτησης δικαιολογείται και επί το ότι, ευκόλως, μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιπόλαια και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Και τούτο γιατί, με τον τρόπο που έχει συνταχθεί, καθιστά εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι και αδύνατο, στις εναγόμενες να καταχωρήσουν την Υπεράσπιση τους και να προβάλλουν τις δικές τους θέσεις. Ακόμα και να ήταν δυνατή η καταχώρηση Υπεράσπισης, αυτή, σίγουρα, θα προκαλέσει επιπρόσθετα έξοδα, αφού θα πρέπει οι εναγόμενες να προβάλουν τις θέσεις τους για καθετί που εκεί αναφέρεται, καθώς επίσης, και κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, να παρουσιάσουν μαρτυρία προς απόδειξή τους. Στην ανωτέρω συλλογιστική, συνυπολογίστηκε και το γεγονός ότι, στη βάση των προνοιών τις Δ.19, θ.15 και θ.16, κάθε εναγόμενος οφείλει, στο πλαίσιο της Υπεράσπισης του, να απαντήσει ένα προς ένα τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης επί της ουσίας τους και συγκεκριμένα. Στην ουσία, στην έκθεση απαίτησης γίνεται εκτεταμένη αναφορά σε άσχετα ή επουσιώδη γεγονότα, σε μαρτυρία, καθώς επίσης και σε αχρείαστη νομοθεσία, κατά παράβαση των σχετικών νομολογιακών αρχών, και οι παρατυπίες αυτές είναι συνεχείς και αχρείαστες. Επίσης, προβάλλονται, κατ' επανάληψη, νομικές γνώμες, θέσεις και αχρείαστοι ισχυρισμοί, με παραπομπή, (α) σε μη προσδιορισμένα λεγόμενα τρίτων μη προσδιορισμένων προσώπων, που πηγάζουν από μη προσδιορισμένα έγγραφα, που χαρακτηρίζονται ως τεκμήρια σε μη προσδιορισμένες διαδικασίες, ή (β) σε επισυναπτόμενα, στην έκθεση απαίτησης, έγγραφα, τα οποία δεν επισυνάπτονται. Είναι γι' αυτό το λόγο που κρίνω ότι με τον τρόπο που συντάχθηκε η έκθεση απαίτησης, αποτελεί, στην ουσία, το τελικό διάβημα των εναγουσών για σκοπούς προώθησης της αγωγής τους και όχι το μέσο για την προώθησή της, μέσω μιας δίκαιης ακροαματικής διαδικασίας (British Airways Pension Trustees Ltd, (ανωτέρω)). Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να πετύχει και να εκδοθεί διάταγμα διαγραφής της έκθεσης απαίτησης. Με δεδομένη την κρίση μου αυτή, η οποία εδράστηκε, αποκλειστικώς, ως η σχετική νομολογία καθορίζει, στη βάση του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης και μόνο (βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246), το γεγονός ότι η αιτήτρια είναι μόνο η εναγόμενη 1 και όχι και η εναγόμενη 2, δεν υπέχει, κατά την γνώμη μου οποιασδήποτε σημασίας, παρά μόνο σε σχέση με τα έξοδα της επίδικης αίτησης. Και αυτό γιατί, το ανεπίτρεπτο της έκθεσης απαίτησης προκύπτει, αυτοδήλως, από αυτό τούτο το περιεχόμενο της, ανεξαρτήτως των όσων η εναγόμενη 1 προβάλει ως μαρτυρία, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Με δεδομένες τις πιο πάνω κρίσεις μου, προκύπτει και το επιπρόσθετο ερώτημα, και δη κατά πόσο το Δικαστήριο, πάρα την έκδοση του ανωτέρω διατάγματος διαγραφής, διατηρεί εξουσία να επιτρέψει στις ενάγουσες να διορθώσουν το λάθος τους δια της καταχώρησης τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Το ερώτημα αυτό απαντάται από τα όσα σχετικά καταγράφονται στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs Precedents of Pleadings and Practice (ανωτέρω), σελίδα 143, τα οποία έχουν ως εξής: «Where the statement of claim or defence as pleaded discloses no reasonable cause of action or defence because some material averment has been omitted or because the pleading is defectively stated or formulated, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action or enter judgment, but will give the party leave to amend and if necessary to serve fresh pleading to correct or cure the defects appearing in the original pleading. On the other hand, if the court is satisfied that the pleading discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be, and that no amendment, however ingenious, will corrector cure the defect, the pleading will be struck out and the action dismissed or judgment entered accordingly» Κρίνω, επομένως, ότι η προκείμενη περίπτωση είναι κατάλληλη για να προχωρήσω, και παρά την έκδοση του διατάγματος διαγραφής της έκθεσης απαίτησης, να επιτρέψω στις ενάγουσες, όπως, εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, να καταχωρήσουν τροποποιημένο σχετικό δικόγραφο, το οποίο να συμβαδίζει με τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το επίδικο ζήτημα, ως αυτές προσδιορίστηκαν, ρητώς, ανωτέρω. Κατά συνέπεια, αποφασίζω ως εξής: 1. Εκδίδεται διάταγμα, με το οποίο το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης διαγράφεται και 2. Εκδίδεται διάταγμα, με το οποίο παρέχεται στις ενάγουσες δικαίωμα όπως, εντός 45 ημερών από σήμερα, καταχωρήσουν νέα έκθεση απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας να συμβαδίζει με τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το επίδικο ζήτημα, ως αυτές προσδιορίστηκαν, ρητώς, ανωτέρω. Ως προς τα έξοδα της αίτησης, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 1 και εναντίον των Εναγουσών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στον τίτλο της αγωγής, ως εναγόμενη 1 καταγράφεται η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ και όχι η Κεντρική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΚΕΔΙΠΕΣ), η οποία και καταχώρησε την επίδικη αίτηση με τον ανωτέρω αναφερόμενο τίτλο, ζήτημα το οποίο θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την εξέταση σχετικού λόγου ένστασης. [2] «Παπακοκκίνου» αντί «Παπακόκκινου» [3]
(4)Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται, δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία ή στο αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση, κατά το χρόνο της μεταβίβασης.
(5)................................................................
(6)Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία, κατά τον χρόνο μεταβίβασης, καταχωρισθεί ή εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, γνωστοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος και στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο της αναφερόμενης στο εδάφιο
(5)του άρθρου 19 γνωστοποίησης και η εν λόγω ειδοποίηση, γίνεται δεκτή σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης της υπό αναφορά πιστωτικής διευκόλυνσης και συναφών εξασφαλίσεων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.