← Κύπρος

CENTRIC ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ν. ANTIZILOS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 4153/14, 5/9/2024

CENTRIC ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ν. ANTIZILOS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 4153/14, 5/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4153/14 Μεταξύ: CENTRIC ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Εναγόντων και

  1. ANTIZILOS LIMITED
  2. Χρίστος Κιουζέλης Εναγόμενοι --------------------------------------- Ημερομηνία: 05 Σεπτεμβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Ζαβρός για Μ. Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2: κα Κέστωρος για Ευστάθιο Κ. Ευσταθίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία αξιώνει από τους Eναγόμενους 1 και 2 αποζημιώσεις ύψους €244.000, πλέον νόμιμο τόκο, για παράβαση της σύμβασης πώλησης των μετοχών της εταιρείας ZILOS LIMITED. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, κύρια δραστηριότητα της Ενάγουσας Εταιρείας είναι η συμμετοχή της σε εταιρείες διαδικτυακής ψυχαγωγίας. Μέχρι τις 06/04/2012 η Ενάγουσα είχε διαφορετικό όνομα, CENTRIC ΠΟΛΥΜΕΣΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και στις 06/04/2012 μετονομάστηκε, συνεχίζοντας τις δραστηριότητες της, με τη νέα επωνυμία της. Στις 30/06/2008 υπέγραψε με την Eναγόμενη 1 εταιρεία συμφωνία με τίτλο «Συμφωνία Πώλησης Μετοχών» με την οποία πώλησε στην Eναγόμενη 1 τις μετοχές της που κατείχε στην εταιρεία Ζilos Ltd έναντι του ποσού των €390.
  3. Η συγκεκριμένη συμφωνία προνοούσε ότι η Εναγόμενη 1 θα κατέβαλλε στην Ενάγουσα το ποσό των €390.000, σε 10 ίσες άτοκες δόσεις των €39.000, με την πρώτη δόση να καταβάλλεται με την υπογραφή της συμφωνίας και οι υπόλοιπες στις 30/06 κάθε έτους, με 7 μέρες χάρη. Ο Eναγόμενος 2, διευθυντής, γραμματέας και μοναδικός δικαιούχος της Εναγόμενης 1, υπέγραψε ως εγγυητής για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της. Με την πληρωμή της πρώτης δόσης κατά την υπογραφή της Συμφωνίας, η Ενάγουσα μεταβίβασε τις μετοχές στην Eναγόμενη
  4. Τα πρώτα δύο χρόνια, ήτοι το 2009 και 2010, καταβλήθηκαν από την Eναγόμενη 1 οι δόσεις με καθυστέρηση ενός με δύο μηνών. Όσον αφορά την τρίτη δόση, για το έτος 2011, καταβλήθηκε μόνο το ποσό των €29.000, οπόταν και παραβιάστηκε η Συμφωνία. Έκτοτε, δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε άλλο από τα προβλεπόμενα ποσά. Λόγω της συγκεκριμένης παραβίασης, η Ενάγουσα υπέστη ζημιά ύψους €244.000, δηλαδή το υπόλοιπο ποσό της αντιπαροχής που προνοείται στη συμφωνία, το οποίο και αξιώνει, ενώ αξιώνει και νόμιμο τόκο στις δόσεις, ως προβλέπεται από τη Συμφωνία. Οι Eναγόμενοι 1 και 2, στην Υπεράσπιση τους, εγείρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι υπάρχει δεδικασμένο, λόγω του ότι η Ενάγουσα Εταιρεία είχε καταχωρήσει εναντίον της Eναγόμενης 1 αίτηση διάλυσης βασιζόμενη στα ίδια γεγονότα, την οποία στη συνέχεια απέσυρε. Παραδέχονται όμως ότι υπογράφτηκε η Συμφωνία μεταξύ της Eναγόμενης 1 και της Ενάγουσας, για την πώληση των μετοχών που κατείχε στην εταιρεία Zilos Ltd. Η εταιρεία Zilos προμήθευε ή και εμπορευόταν προϊόντα ψηφιακής τεχνολογίας, εξαρτήματα ή και προϊόντα ηλεκτρονικών υπολογιστών, ηλεκτρονικών προγραμμάτων ή και ψηφιακών συσκευών ή και παιχνιδιών ή και προϊόντων διεθνών εταιρειών ή και επιχειρήσεων με συνεργασίες και συμφωνίες εκμετάλλευσης ή και αποκλειστικές συνεργασίες ή και εισαγωγές ή και εμπορία στην Κύπρο προϊόντων ή και αγαθών των συγκεκριμένων εταιρειών. Η αγορά των μετοχών σκοπούσε στην αποχή, εκ μέρους της Ενάγουσας εταιρείας, από πράξεις ανταγωνιστικές προς τους Εναγόμενους στην Κύπρο, άμεσα ή έμμεσα, για περίοδο 9 ετών από την υπογραφή της Συμφωνίας. Η αποχή, από τέτοιου είδους συμμετοχή, αποτελούσε το θεμέλιο της Συμφωνίας ή και υποχρέωση άρρηκτα συνδεδεμένη με την καταβολή του τιμήματος. Η Ενάγουσα κατά παράβαση των συμφωνηθέντων προχώρησε και άσκησε, μέσω άλλων εταιρειών ή και με συμμετοχή σε συνδεδεμένες με αυτήν εταιρείες άμεσα ή έμμεσα, ανταγωνιστικές επιχειρήσεις στην Κύπρο με αποτέλεσμα την πρόκληση, στους Εναγόμενους τεράστιων ζημιών και γι' αυτό τερμάτισαν τη Συμφωνία. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι η δική του εγγύηση είναι άκυρη ή και ανεφάρμοστη ή και δεν μπορεί να προωθηθεί εναντίον του θεραπεία γιατί δεν τηρήθηκε η εκ του νόμου διαδικασία για εγκυρότητα τέτοιας εγγύησης ή και δεν ενημερώθηκε για οποιαδήποτε καταγγελία της Συμφωνίας ή της εγγύησης. Η Εναγόμενη 1 ανταπαιτεί την επιστροφή του ποσού των €146.000 το οποίο καταβλήθηκε αχρεωστήτως. Περαιτέρω, ζητείται η έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι η συγκεκριμένη Συμφωνία παραβιάστηκε από μέρους της Ενάγουσας Εταιρείας και ότι η Συμφωνία έχει τερματιστεί ή και παύσει λόγω υπαιτιότητας της Ενάγουσας Εταιρείας. Κατατέθηκε, εκ συμφώνου από τις δύο πλευρές, κατάλογος παραδεκτών γεγονότων ο οποίος σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Έγινε αποδεκτό και από τα δύο εμπλεκόμενα μέρη ότι η Ενάγουσα Εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στην Ελλάδα και είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ότι μέχρι τις 06/04/2012 ονομαζόταν CENTRIC ΠΟΛΥΜΕΣΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και στη συνέχεια μετονομάστηκε σε CENTRIC ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ότι η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο, ότι ο Εναγόμενος 2 είναι ο διευθυντής και γραμματέας της Εναγόμενης 1, ότι στις 30/06/2008 η εταιρεία CENTRIC ΠΟΛΥΜΕΣΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και η Εναγόμενη 1 υπέγραψαν «Συμφωνία Πώλησης Μετοχών» η οποία αφορούσε το 90% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ZILOS LTD η οποία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, ότι για την πρώτη δόση καταβλήθηκε το ποσό των €9.000 στις 30/07/2008 και το ποσό των €30.000 στις 05/08/2008, ότι για τη δεύτερη δόση καταβλήθηκε το ποσό των €39.000 στις 10/08/2009, ότι για την τρίτη δόση καταβλήθηκε το ποσό των €39.000 στις 26/08/2010 και ότι για την τέταρτη δόση καταβλήθηκε το ποσό των €3.000 την 01/03/2012, το ποσό των €6.000 την 22/03/2012 και το ποσό των €20.000 την 22/03/2012, ήτοι συνολικά €29.
  5. Μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων της Ενάγουσας Εταιρείας δόθηκε από τον Εμμανουήλ Βλασερό, Μ.Ε.1, μη εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας από το
  6. Παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο
  7. Στην γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι από τις 18/05/2007 μέχρι και σήμερα κατέχει θέση μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας και από τις 06/06/2008 κατέχει τη θέση του μη εκτελεστικού μέλους. Επεξηγεί ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ελλάδα και εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αθηνών με κύρια δραστηριότητα τη συμμετοχή της στο μετοχικό κεφάλαιο άλλων εταιρειών. Μεταξύ των σκοπών της περιλαμβάνεται η συμμετοχή και επένδυση σε άλλες εταιρείες. Βασικοί άξονες επενδύσεων της είναι η παροχή τεχνολογικών υπηρεσιών εν πλω, ο τουριστικός κλάδος, η μαζική εστίαση και εκμετάλλευση εμπορικών ακινήτων. Στις 30/06/2008 η Ενάγουσα υπέγραψε με την Eναγόμενη 1 συμφωνία με την οποία πώλησε τις μετοχές της στην εταιρεία Zilos Limited, η οποία δραστηριοποιείτο στον τομέα εμπορίου παιχνιδιών ηλεκτρονικών υπολογιστών. Οι συγκεκριμένες μετοχές που πωλήθηκαν ανέρχονταν στο 90% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου ενώ το υπόλοιπο 10% του μετοχικού κεφαλαίου ανήκε στον Εναγόμενο
  8. Η Συμφωνία υπογράφτηκε και από τον Εναγόμενο 2 ως εγγυητή της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της Eναγόμενης 1, ήτοι την έγκαιρη και πλήρη καταβολή του τιμήματος πώλησης των μετοχών. Σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας, η Eναγόμενη 1 θα αποπλήρωνε το ποσό των €390.000, σε 10 ίσες άτοκες δόσεις των €39.000, με την πρώτη δόση να καταβάλλεται κατά την υπογραφή της Συμφωνίας και οι υπόλοιπες εννέα την 30/06 εκάστου έτους, με επτά μέρες χάρη, για 9 χρόνια. Η Ενάγουσα συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες της Συμφωνίας και μεταβίβασε τις μετοχές που κατείχε στην Zilos Limited στην Eναγόμενη 1, στις 28/07/2008, όμως η Eναγόμενη 1, κατά παράβαση της Συμφωνίας, κατέβαλε την αρχική δόση στις 05/08/2008, τη δεύτερη δόση στις 10/08/2009 και την τρίτη δόση στις 26/08/2010, δηλαδή με καθυστέρηση ενός με δύο μηνών από τη συμφωνηθείσα ημερομηνία. Η τέταρτη δόση, ενώ έπρεπε να καταβληθεί στις 30/06/2011, καταβλήθηκε σε τρείς δόσεις, με καθυστέρηση, μόνο το ποσό των €29.
  9. Συγκεκριμένα, καταβλήθηκαν €3.000 την 01/03/2012, €20.000 στις 22/03/2012 και €6.000 στις 22/03/
  10. Η Εναγόμενη 1 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε άλλο ποσό με αποτέλεσμα να παραβιαστεί η Συμφωνία και να οφείλει, μέχρι σήμερα, ποσό της τάξεως €244.
  11. Ούτε και ο Eναγόμενος 2 έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ως εγγυητής. Τα ποσά που αφορούν την τέταρτη δόση καταβλήθηκαν μετά που οι δικηγόροι της Ενάγουσας επέδωσαν στους Eναγόμενους επιστολή, ημερομηνίας 21/03/2012, με την οποία έθεταν προθεσμία 15 ημερών για εξόφληση της ληξιπρόθεσμης δόσης του τιμήματος πώλησης. Το εναπομείναν ποσό της τέταρτης δόσης, ύψους €10.000, οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι το συμψήφισαν με συγκεκριμένη οφειλή αντίστοιχου ύψους της Ενάγουσας προς την εταιρεία Zilos Limited. Όμως δεν παρείχε, η Eναγόμενη 1, οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με την ισχυριζόμενη οφειλή για να εξεταστεί το συγκεκριμένο θέμα. Στη συνέχεια οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι ο λόγος που δεν καταβλήθηκε το υπόλοιπο της τέταρτης δόσης ήταν γιατί η Ενάγουσα παραβίασε τη Συμφωνία, συγκεκριμένα τον όρο 6 αυτής, συμμετέχοντας σε ανταγωνιστικές εταιρείες. Λόγω της άρνησης της Eναγόμενης 1 να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό της τέταρτης δόσης αλλά και την πέμπτη δόση, η οποία κατέστη πληρωτέα στις 30/06/2012, αποστάλθηκε στην Eναγόμενη 1 σχετική επιστολή με την οποία ζητήθηκε η καταβολή ολόκληρου του υπόλοιπου του τιμήματος πώλησης των μετοχών της Zilos Limited εντός 3 εβδομάδων. Η Eναγόμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό ή οποιοδήποτε μέρος αυτού και καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα η Αίτηση Εκκαθάρισης 62/2013, η οποία τελικά αποσύρθηκε από την Ενάγουσα στις 03/02/2015, χωρίς να εξεταστεί η ουσία της. Παρά το γεγονός ότι στις 30/07/2014 ζητήθηκε εκ νέου η καταβολή του οφειλόμενου ποσού, αυτό δεν καταβλήθηκε. Προωθεί τη θέση ότι οι ισχυρισμοί της Eναγόμενης 1, ότι η Ενάγουσα παραβίασε τη Συμφωνία συμμετέχοντας σε ανταγωνιστική προς την Zilos εταιρεία, συνιστούν εκ των υστέρων ισχυρισμούς και μια προσπάθεια αποφυγής των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη συγκεκριμένη Συμφωνία, ενώ για 15 χρόνια οι Εναγόμενοι επωφελούνται με τα οφέλη που απορρέουν από αυτήν. Υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός της Eναγόμενης 1, ότι η Ενάγουσα συμμετέχει στην εταιρεία CD MEDIA A.E., η οποία εδρεύει στην Ελλάδα, δεν δικαιολογεί τη μη καταβολή του τιμήματος γιατί η Ενάγουσα υπέγραψε συμφωνία για τη συμμετοχή της στην CD MEDIA A.E. στις 04/03/2010 για απόκτηση 3% των μετοχών της και στις 20/05/2010 απέκτησε ποσοστό 17% με αποτέλεσμα να κατέχει ποσοστό 20% του μετοχικού της κεφαλαίου. Η μη συμμόρφωση της Εναγόμενης 1 με την καταβολή των συμφωνηθεισών δόσεων είχε προηγηθεί της εξέλιξης των συγκεκριμένων γεγονότων. Στις 26/07/2012 υπήρξε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, στην οποία η Ενάγουσα δεν συμμετείχε, με αποτέλεσμα το μετοχικό της κεφάλαιο να περιοριστεί στο 16,23%. Κατά τη δική του άποψη η συμμετοχή της Ενάγουσας στην CD MEDIA A.E., δεν παραβίαζε τον όρο 6 της Συμφωνίας αφού ο όρος αναφέρεται σε ανταγωνιστικές ή παρόμοιες επιχειρήσεις στην Κύπρο. Η οποιαδήποτε πιθανή ανταγωνιστική δραστηριότητα της CD MEDIA A.E. στην Κύπρο πιθανόν να αφορά τη συμμετοχή της, για περιορισμένο χρονικό διάστημα μέχρι 31/03/2012, στην GOODSTONES GREAT GAMES LTD, η οποία στις 09/06/2010 μετονομάστηκε σε G3 Great Games Ltd και ασχολείται με την εισαγωγή, πώληση και αντιπροσώπευση κάθε είδους λογισμικών παιχνιδιών. Εξήγησε ότι η Ενάγουσα είχε μετοχική συμμετοχή 13% στην G3 Great Games LTD μεταξύ των ημερομηνιών 13/09/2010 και 31/03/2012, όταν η Ενάγουσα κατείχε το 20% της CD MEDIA A.E. και η CD MEDIA κατείχε το 65% της G3 Great Games LTD. Υπενθύμισε ότι η Ενάγουσα αγοράζει και πωλεί μετοχές άλλων εταιρειών με σκοπό την αποκόμιση κέρδους. Κατά τη δική του άποψη η Εναγόμενη αν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά, αυτή δεν προήλθε από την απλή συμμετοχή της Ενάγουσας στην G3 Great Games LTD, ακόμη και αν θεωρείτο ανταγωνιστική επιχείρηση. Υποστηρίζει ότι ο Eναγόμενος 2 σε ηλεκτρονικό μήνυμα του, ημερομηνίας 02/08/2011, δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με την G3 Great Games Ltd αλλά αντιθέτως παραδέχτηκε την οφειλή και την καθυστέρηση καταβολής της, επικαλούμενος καθυστέρηση πληρωμών από δικούς του πιστωτές και ζήτησε παράταση χρόνου για εξόφληση της τέταρτης δόσης των €39.000, η οποία αφορούσε το έτος 2011, ενώ διαβεβαίωσε ότι αυτή θα εξοφλείτο τον Σεπτέμβριο
  12. Στη συνέχεια κατέβαλε τις €29.000 από τις €39.000, ισχυριζόμενος ότι η Ενάγουσα χρωστούσε €10.000 στην Zilos χωρίς την παραχώρηση οποιουδήποτε στοιχείου. Καταλήγει ότι οι Eναγόμενοι 1 και 2 ήγειραν τους ισχυρισμούς περί ανταγωνιστικής δραστηριότητας εκ των υστέρων για να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας ημερομηνίας 24/05/2007 σε σχέση με την καταχώριση των στοιχείων της Ενάγουσας στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιρειών, ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας ημερομηνίας 13/07/2007 σε σχέση με την καταχώριση των στοιχείων της Ενάγουσας στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιρειών, ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας ημερομηνίας 13/06/2008 σε σχέση με την καταχώριση των στοιχείων της Ενάγουσας στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιρειών, ως Τεκμήριο 4 στοιχεία από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων της Ελληνικής Δημοκρατίας σε σχέση με την Ενάγουσα Εταιρεία και τις ασχολίες της, ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας ημερομηνίας 09/04/2012 που αφορούσε την τροποποίηση του καταστατικού της Ενάγουσας, ως Τεκμήριο 6 την επίδικη Συμφωνία Πώλησης Μετοχών, ως Τεκμήριο 7 έγγραφο έρευνας σε σχέση με την Zilos Ltd, ως Τεκμήριο 8 την καρτέλα πελάτη της Ενάγουσας που αφορά τις πληρωμές από την εταιρεία Zilos Ltd, ως Τεκμήριο 9 δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων ημερομηνιών 01/03/2012 μέχρι 23/03/2012 από την Zilos Ltd προς την Ενάγουσα, ως Τεκμήριο 10 τα επιδοτήρια της επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας, ημερομηνίας 29/02/2012, προς τους Εναγόμενους 1 και 2, ως Τεκμήριο 11 ηλεκτρονική επικοινωνία από τον δικηγόρο της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο 2 με την οποία ζητείτο ενημέρωση από πού προέκυπτε η αξίωση της Zilos Ltd ύψους €10.000 από την Ενάγουσα, ως Τεκμήριο 12 απαντητική επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας, ημερομηνίας 20/07/2012, προς τους τότε δικηγόρους της Εναγόμενης 1, ως Τεκμήριο 13 επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας, ημερομηνίας 19/09/2012, προς τους τότε δικηγόρους της Εναγόμενης 1, ως Τεκμήριο 14 επιστολή απαίτησης, ημερομηνίας 18/10/2012, προς την Εναγόμενη 1 Εταιρεία για το ποσό των €244.000, ως Τεκμήριο 15 αντίγραφο της Αίτησης Εκκαθάρισης 62/13 Ε. Δ. Λευκωσίας εναντίον της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, ως Τεκμήριο 16 την καταχωρηθείσα Ένσταση στην Αίτηση 62/13 Ε. Δ. Λευκωσίας, ως Τεκμήριο 17 αντίγραφο του επιδοτηρίου της επιστολής απαίτησης ημερομηνίας 30/07/2013, ως Τεκμήριο 18 πιστοποιητικά σε σχέση με το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας CD MEDIA Α.Ε., ως Τεκμήριο 19 το ιδιωτικό συμφωνητικό απόκτησης των μετοχών ημερομηνίας 19/07/2007 μεταξύ της GOODSTONES LTD και της CD MEDIA A.E., ως Τεκμήριο 20 τη συμφωνία ημερομηνίας 02/06/2011 μεταξύ του George Kay και της εταιρείας CD MEDIA Α.Ε., ως Τεκμήριο 21 το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 31/03/2012 που αφορά τις μετοχές της εταιρείας CD MEDIA Α.Ε. και του George Kay, ως Τεκμήριο 22 πωλητήριο μετοχών, ημερομηνίας 31/03/2012, μεταξύ της CD MEDIA Α.Ε. και της Μαρίας Στρατή και ως Τεκμήριο 23 δέσμη από ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των μερών μεταξύ Αυγούστου και Σεπτεμβρίου
  13. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1, ισχυρίστηκε ότι λόγω του ότι η προκαταβολή για την αγορά των μετοχών είχε δοθεί τον Αύγουστο, είχε επακόλουθα καθυστερήσει και η μεταβίβαση των συγκεκριμένων μετοχών. Δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο η μεταβίβαση είχε ολοκληρωθεί στις 28/07 ή στις 19/
  14. Υποστήριξε ότι η Ενάγουσα πιθανόν να είχε προχωρήσει στη μεταβίβαση νωρίτερα από τις 19/08 και να καταχωρήθηκε στο μητρώο της Εναγόμενης στις 19/
  15. Ερωτηθείς αναφορικά με το ποιες ήταν οι δραστηριότητες της εταιρείας «ΖILOS» ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία εμπορευόταν διάφορα ηλεκτρονικά παιχνίδια για υπολογιστές και παιχνιδομηχανές γενικότερα, όπως το «NIΝTENDO», που ήταν ευρέως γνωστό. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η εταιρεία CENTRIC ασχολείτο με την εμπορία τίτλων παιχνιδιών αλλά στη συνέχεια μετατράπηκε σε εταιρεία συμμετοχών και η δραστηριότητά της περιορίστηκε στη συμμετοχή σε άλλες εταιρείες. Η CDM όμως συνέχισε να ασχολείται με την αγοραπωλησία τίτλων ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Αναγνώρισε απόσπασμα από την οικονομική έκθεση της εταιρείας CENTRIC του 2008 όταν του υποδείχθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  16. Εξήγησε ότι από το 2008 και μετά η CENTRIC σταμάτησε την ενασχόληση με τα παιχνίδια, για αυτό και προέβηκε σε τροποποίηση του καταστατικού της και ξεκίνησε να δραστηριοποιείται στην ανάπτυξη γης, REAL ESTATE και στη συμμετοχή σε άλλες εταιρείες. Υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη μετάβαση δεν μπορούσε να γίνει από τη μια ημέρα στην άλλη και έγινε σταδιακά μέχρι το
  17. Ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία ΖILOS ασχολείτο με την εμπορία παιχνιδιών βίντεο Αtari καθώς και τις κονσόλες SONY. Προώθησε τη θέση ότι ο ίδιος δεν γνώριζε την εταιρεία G3, όμως γνώριζε ότι ήταν θυγατρική εταιρεία της CDM. Ο ίδιος δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με την εταιρεία G
  18. Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής της εταιρείας G
  19. Υποστήριξε ότι ο λόγος που ο ίδιος είχε αναφερθεί στην εταιρεία G3 ήταν γιατί ο ίδιος είχε κάνει έρευνα για να διαπιστώσει πού βασίζεται ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα εταιρεία είχε ανταγωνιστικό ρόλο με την Εναγόμενη 1 και διαπίστωσε ότι η Ενάγουσα δεν είχε καμιά ανάμειξη με την G3 αλλά είχε μια μικρή μετοχική συμμετοχή στην CD MEDIA, η οποία είχε μετοχική συμμετοχή στην G
  20. Όσον αφορά τις πληρωμές ισχυρίστηκε ότι είχαν ανταλλαγεί ηλεκτρονικά μηνύματα μεταξύ της κας Αρβανίτη, τότε Οικονομικής Διευθυντού της Ενάγουσας και κάποιου άλλου προσώπου από την εταιρεία «ANTIZILOS» για την καταβολή των δόσεων. Αρχικά το συγκεκριμένο άτομο είχε υποσχεθεί της κας Αρβανίτη ότι θα καταβάλει το υπόλοιπο της τέταρτης δόσης, τις €10.000, αλλά στη συνέχεια αρνήθηκε να το καταβάλει, ήτοι το υπόλοιπο της δόσης, χωρίς να ενημερώσει για την άρνηση ή τον λόγο της άρνησης. Εκ των υστέρων ο ίδιος έμαθε ότι η κατ΄ ισχυρισμό οφειλή είχε προκύψει από κάποιες χρεώσεις μίας εταιρείας για δικαιώματα, όμως ποτέ δεν είχε αποσταλεί οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο για την συγκεκριμένη χρέωση. Υποστήριξε ότι λόγω των καθυστερήσεων στις πληρωμές της, από την πρώτη δόση, η Εναγόμενη 1 ζητούσε σε τακτά χρονικά διαστήματα διευκολύνσεις για αποπληρωμή του τιμήματος με καθυστέρηση και η Ενάγουσα πάντοτε παραχωρούσε χρόνο για να την διευκολύνει και με απώτερο στόχο να λάβει τα χρήματά της. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η τέταρτη δόση είχε καταβληθεί και υποστήριξε ότι είχε καταβληθεί τμηματικά το ποσό των €29.000 και παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό των €10.000, το οποίο δεν καταβλήθηκε ποτέ, με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο €244.
  21. Επέμενε στη θέση του ότι υπήρχε καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων από την καταβολή της πρώτης δόσης αφού οι καταθέσεις γίνονταν τουλάχιστον ένα μήνα μετά τις συμφωνηθείσες ημερομηνίες. Η εταιρεία CENTRIC δέχθηκε τις καθυστερήσεις προκειμένου να εισπράξει το τίμημα που είχε συμφωνηθεί αφού είχε ήδη μεταβιβάσει τις μετοχές. Όταν του υποβλήθηκε ότι υπήρχε οφειλόμενο υπόλοιπο στην εταιρεία ANTIZILOS, το οποίο έπρεπε να συμψηφιστεί, προώθησε τη θέση ότι ποτέ δεν παραχωρήθηκε, από την εταιρεία ANTIZILOS, οποιαδήποτε εξήγηση αναφορικά με το τι αφορούσαν οι συγκεκριμένες €10.000 και ψάχνοντας ο ίδιος στα αρχεία της Ενάγουσας ανακάλυψε ότι η Eναγόμενη 1 Εταιρεία, σε επιστολή της, είχε ισχυριστεί ότι οι €10.000 αφορούν δικαιώματα της «DISNEY». Κατά τη δική του άποψη η απαίτηση που υπήρχε από την Εναγόμενη 1, για δικαιώματα που της χρωστούσε η Ενάγουσα ήταν ανυπόστατη, ιδιαίτερα ενόψει του ότι στη συνέχεια η Eναγόμενη 1 ήγειρε θέμα ανταγωνισμού για τη μη καταβολή του υπολοίπου της τέταρτης συμφωνηθείσας δόσης. Σε ερώτηση που του τέθηκε υποστήριξε ότι ο ανταγωνισμός δεν συνιστούσε ουσιαστικό σημείο της Συμφωνίας και ότι η όποια συμμετοχή της Ενάγουσας στην εταιρεία G3 δεν ήταν ουσιώδης ή έμμεση και ήταν μικρότερη από τη συμμετοχή του που είχε στη CD Media. Σε ερώτηση που του τέθηκε εξήγησε ότι μια εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο, όπως η Ενάγουσα, έχει υποχρέωση πέρα από τις ατομικές οικονομικές καταστάσεις της, να υποβάλλει και ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις στις οποίες να αναλύει και όλες τις θυγατρικές της εταιρείες και τη συμμετοχή της σε αυτές και συμφώνησε ότι τα στοιχεία της εταιρείας ZILOS μέχρι την πώληση των μετοχών, ήτοι το 2008, συμπεριλήφθηκαν στις οικονομικές της καταστάσεις. Όμως ξεκαθάρισε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει για οτιδήποτε έλαβε χώρα μετά την πώληση των συγκεκριμένων μετοχών. Ερωτηθείς εξήγησε ότι την κατοχή μεριδίου των μετοχών της G3 την είχε η CD MEDIA, στην οποία η Eνάγουσα συμμετείχε σε ποσοστό 16%. Οι συγκεκριμένες μετοχές πωλήθηκαν τον Μάρτιο του 2012 οπόταν από τον Μάρτιο 2012 και μετά η CD MEDIA δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο της G
  22. Υποστήριξε ότι αυτή που δεν τήρησε τους όρους της Συμφωνίας και την αθέτησε ήταν η Εναγόμενη 1 Εταιρεία. Επανέλαβε ότι η Ενάγουσα είχε κάνει στροφή σε άλλους τομείς οικονομικής δραστηριότητας και ήθελε να απαλλαγεί από το κομμάτι των ηλεκτρονικών παιχνιδιών εξ' ού και στράφηκε στις συμμετοχές σε ακίνητα και σε εταιρείες διαχείρισης ακινήτων. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Εναγόμενη 1 σταμάτησε να καταβάλλει τις δόσεις της στις 30/06/2012 προώθησε την άποψη ότι η Eναγόμενη 1 έπαυσε να καταβάλλει τις δόσεις της από 30/06/2012, εάν εξαιρεθούν οι €10.000 οι οποίες δεν καταβλήθηκαν ποτέ. Όμως ο ίδιος δεν γνώριζε το λόγο που η Eναγόμενη 1 Εταιρεία σταμάτησε να καταβάλλει τις δόσεις της και δεν γνώριζε γιατί καθυστερούσε στην καταβολή των δόσεων. Απ' όσο πόσο μπορούσε να σκεφτεί οφειλόταν σε πρόβλημα ρευστότητας της Εναγόμενης εταιρείας. Επέμενε ότι η δική του εταιρεία δεν ασκούσε ανταγωνιστική δραστηριότητα γιατί η μετοχική συμμετοχή της στην CD Media δεν την καθιστούσε συμμέτοχο στη διοίκηση, ούτε και είχε δεσπόζουσα θέση στην εταιρεία, αλλά ήταν μια απλή συμμετοχή και η CD Media κατείχε μετοχές της τάξεως του 10 ‑ 13% στην εταιρεία ZILOS. Προώθησε τη θέση ότι αυτό δεν συνιστά ανταγωνιστική δραστηριότητα και έθεσε το ερώτημα γιατί μέχρι το 2012 δεν τέθηκε θέμα ότι η Eνάγουσα ασκούσε ανταγωνιστική δραστηριότητα και ξαφνικά, κατά τον χρόνο καταβολής της συγκεκριμένης δόσης, ήτοι στις 30/06/2012, απόκτησε ανταγωνιστική δραστηριότητα. Παραδέχθηκε ότι η εταιρεία ZILOS δραστηριοποιείτο στο κομμάτι των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, όμως δεν γνώριζε ποιους τίτλους αντιπροσώπευε. Επανέλαβε ότι η εταιρεία CENTRIC δεν ενδιαφερόταν για την αγορά των ηλεκτρονικών παιχνιδιών γιατί είχε κάνει στροφή στις συμμετοχές σε άλλες εταιρείες και τόνισε ότι δεν είχε δώσει οποιοδήποτε ποσό στη CD Media για να λειτουργήσει ανταγωνιστικά προς την Εναγόμενη
  23. Προς υποστήριξη των θέσεων των Εναγόμενων 1 και 2 μαρτυρία δόθηκε από τον Χρίστο Γκιουζέλη, M.Y.1, Εναγόμενο 2, ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση στην οποία καταγράφηκαν οι ισχυρισμοί του και αυτή σημειώθηκε ως Έγγραφο
  24. Σύμφωνα με την γραπτή του δήλωση, είναι ο διευθυντής της Εναγόμενης 1 και ξεκίνησε την επαγγελματική του δραστηριότητα ως υπεύθυνος πωλήσεων της «NINTENDO» για 5 χρόνια και της εταιρείας Canon για άλλα
  25. Υπηρέτησε σε διάφορες εταιρείες και από το 2004 είναι στέλεχος και μέτοχος της εταιρείας ZILOS. Στις 30/06/2008 η Eναγόμενη 1 και η Ενάγουσα υπέγραψαν Συμφωνία Πώλησης Μετοχών, το Τεκμήριο 6, στην οποία η Ενάγουσα πώλησε στην Eναγόμενη μετοχές της εταιρείας ZILOS LTD. Μεταξύ των όρων της Συμφωνίας ήταν ότι η Ενάγουσα δεν θα ασκούσε άμεσα ή έμμεσα, στην Κύπρο, ανταγωνιστική επιχείρηση με δραστηριότητα παρόμοια με αυτήν της εταιρείας της οποίας τις μετοχές πωλούσε προς την Eναγόμενη 1 για περίοδο 9 ετών. Η ZILOS, ως επιχείρηση, μέχρι σήμερα δραστηριοποιείται στην παροχή, προμήθεια, εισαγωγή, διανομή και εμπορία προϊόντων ψηφιακής τεχνολογίας, εξαρτημάτων, προϊόντων ηλεκτρονικών υπολογιστών, ηλεκτρονικών προγραμμάτων, κονσόλων και παιχνιδιών. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ευρέως γνωστή γιατί ήταν ο μοναδικός προμηθευτής των εταιρειών ΚΟNAMI, Logitech, DISNEY, MIDWAY καθώς και του παιχνιδιού Pro Evolution Soccer στην Κύπρο. Η μεταβίβαση των μετοχών από την Ενάγουσα στην Eναγόμενη 1 ολοκληρώθηκε στις 19/08/2008 με την καταβολή της πρώτης δόσης του τιμήματος στις 05/08/
  26. Κατά την καταβολή των δόσεων υπήρχε συνεννόηση με την κα Αρβανίτη, η οποία ενεργούσε εκ μέρους της Ενάγουσας, όπως οι δόσεις καταβάλλονται όποτε υπάρχει ευχέρεια από την Eναγόμενη 1, εξ΄ού και η τέταρτη δόση καταβλήθηκε τμηματικά με την τελευταία δόση να καταβάλλεται στις 22/03/
  27. Στις 30/06/2012 κατέστη πληρωτέα η πέμπτη δόση των €39.000 και ο λόγος που δεν καταβλήθηκε ήταν γιατί ο ίδιος εντελώς συμπωματικά, λίγες μέρες μετά την καταβολή της τέταρτης δόσης, είχε ακούσει ότι η Ενάγουσα συμμετείχε στην εταιρεία GOODSTONES GREAT GAMES, η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε G
  28. Τότε διενήργησε έρευνα στις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις της Ενάγουσας και ανακάλυψε ότι η Ενάγουσα είχε αγοράσει μετοχές και είχε δυναμική συμμετοχή στη CD MEDIA Α.Ε., η οποία από το 2008 ασκούσε παρόμοια δραστηριότητα με την Zilos και την G
  29. Ακολούθως διαπίστωσε ότι η Ενάγουσα, μέσω της CD MEDIA Α.Ε, διενεργούσε ανταγωνιστικές δραστηριότητες από το
  30. Όταν επικοινώνησε μαζί τους οι ίδιοι το αρνήθηκαν. Η Ενάγουσα το 2008 είχε την επίσημη διανομή της NINTENDO, GBA, NDS, καθώς και προϊόντων ηλεκτρονικών υπολογιστών παρόμοιων videogames με την ZILOS, τα οποία εισήγαγε, διένεμε και πωλούσε στην Κύπρο. Το 2010, όταν η Ενάγουσα απέκτησε συμμετοχή στην CDM, η CDM εισήγαγε και πωλούσε μέσω της G3 το παιχνίδι FIFA. Κατά την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας η CDM κατείχε το 50% της G3, οπόταν η Ενάγουσα συμμετείχε με αυτό το ποσοστό στην G
  31. Η G3 είναι κυπριακή εταιρεία εγγεγραμμένη πριν το 2008 και ασχολείτο με την προμήθεια των electronic arts (EA-FIFA), AIDOS, διαφόρων formats και τύπων παιχνιδιών όπως Microsoft (X-Box, X- Box360), Sony Playstation 2, Sony Playstation 3, PSP, NINTENDO, ήτοι παιχνίδια κονσόλες. Υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα, με την συμμετοχή της στην G3, κατέστη ανταγωνιστής της Εναγόμενης
  32. Εξήγησε ότι ο ανταγωνισμός της εταιρείας ZILOS με την εταιρεία G3 προκύπτει από το προϊόν ψηφιακής τεχνολογίας, το παιχνίδι «Pro Evolution Soccer», το οποίο αντιπροσωπεύει η Εναγόμενη 1 στην Κύπρο και το παιγνίδι ψηφιακής τεχνολογίας «FIFA Soccer», το οποίο αντιπροσωπεύει η εταιρεία G3 στην Κύπρο. Η συμμετοχή της Ενάγουσας στην εταιρεία CDM είναι εσκεμμένη, αφού τα συγκεκριμένα παιχνίδια είναι ανταγωνιστικά και ήταν ευρέως γνωστά στην κυπριακή αγορά κατά τον επίδικο χρόνο. Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα κάθε τρεις μήνες ασκούσε έλεγχο στα βιβλία της ZILOS και ως εκ τούτου γνώριζε τους πελάτες, τους προμηθευτές, τα έξοδα, τα έσοδα, τις χρεώσεις, τις συμφωνίες με τους πελάτες αλλά και τις συμφωνίες με τους προμηθευτές. Οπόταν η Ενάγουσα είχε έλεγχο και πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία της ZILOS, ενώ ταυτόχρονα είχε συμμετοχή στη CDM που ήταν ανταγωνιστική της ZILOS. Ο μόνος λόγος που ο ίδιος υπέγραψε τη Συμφωνία ήταν η ενσωμάτωση του όρου 6 γιατί γνώριζε, από την εμπειρία του, ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να διασφαλιστεί η απουσία ανταγωνισμού. Σταμάτησε να πληρώνει γιατί η Ενάγουσα, με τη συμπεριφορά της, παραβίασε τα συμφωνηθέντα και εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη που ο ίδιος τους είχε δείξει προκαλώντας του ζημιές. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 25 ηλεκτρονική αλληλογραφία ημερομηνίας 06/10/
  33. Κατατέθηκε, εκ συμφώνου, ως Τεκμήριο 26 το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, ήτοι το πιστοποιητικό εγγραφής της εταιρείας G3 και ως Τεκμήριο 26Α δέσμη εγγράφων που αφορά τις αλλαγές στη μετοχική και διευθυντική δομή της συγκεκριμένης εταιρείας. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1, αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 6 πάνω από το όνομα της εταιρείας Antizilos Ltd. Παραδέχτηκε ότι οι μετοχές είχαν μεταβιβαστεί και ότι η μεταβίβαση στον Έφορο Εταιρειών έγινε στις 19/08/
  34. Όσον αφορά το τι είχε λεχθεί μεταξύ του ίδιου και της κας Αρβανίτη ισχυρίστηκε ότι από την αρχή της σύναψης της Συμφωνίας του είχε αναφέρει ότι θα μπορούσε να καταβάλλει τις δόσεις με καθυστέρηση, γιατί οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν άριστες τόσο στο εμπορικό κομμάτι καθώς και σε προσωπικό επίπεδο. Παρέπεμψε γενικά σε ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο, κατά τον δικό του ισχυρισμό, περιείχε την θέση της κας Αρβανίτη. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 23, το ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο έκανε αναφορά, παραδέχτηκε ότι η καταβολή του ποσού με δόσεις αφορούσε την τέταρτη δόση, από την οποία καταβλήθηκε μόνο το ποσό των €29.000 αντί του ποσού των €39.
  35. Όσον αφορά τις υπόλοιπες €10.000 προώθησε τη θέση ότι είχε γίνει συμψηφισμός, ο οποίος έχει συμφωνηθεί σε τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ των μερών, καθώς και σε ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Ο συμψηφισμός αφορούσε πληρωμές που έγιναν για την Disney, προϊόντα της οποίας η Ενάγουσα είχε στείλει στην Eναγόμενη 1 αξίας €12.000 και για τα οποία η Eναγόμενη 1 είχε καταβάλει €22.500 χωρίς όμως να της αποσταλούν τα υπόλοιπα. Ερωτηθείς παραδέχτηκε ότι το ποσό των €29.000 είχε καταβληθεί σε τρεις δόσεις, η πρώτη ύψους €3.000, η δεύτερη €20.000 και η τρίτη €6.
  36. Επέμενε στη θέση του ότι το υπόλοιπο του ποσού των €39.000, ήτοι οι €10.000, οφείλονταν από την Ενάγουσα στην Eναγόμενη και έπρεπε να αφαιρεθούν από την τέταρτη δόση όταν αυτή κατέστη πληρωτέα. Όταν του υποβλήθηκε ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 23 και 25 δεν συμφωνεί με τη δική του θέση και ότι προκύπτει από το περιεχόμενο τους το γεγονός ότι η Eναγόμενη εταιρεία καθυστερούσε να καταβάλει την τέταρτη δόση, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υπήρχε καθυστέρηση στην καταβολή της συγκεκριμένης δόσης και ότι υπήρξε συνεννόηση μεταξύ των μερών για τμηματικές καταβολές του ποσού αφαιρουμένων των €10.
  37. Παραδέχθηκε ότι δεν καταβλήθηκε οποιαδήποτε άλλη δόση μετά την τέταρτη δόση. Με αναφορά στο Τεκμήριο 26Α παραδέχθηκε ότι, στις 09/01/2012, η εταιρεία CDM ήταν μέτοχος της G3 κατέχοντας 21,606 μετοχές τις οποίες στη συνέχεια μεταβίβασε, στις 30/03/2012, στην Μαρία Στρατή. Ερωτηθείς για τα παιχνίδια της Nintendo εξήγησε ότι από κάθε τίτλο ο εκδότης, ήτοι ο κατασκευαστής της μηχανής, λαμβάνει κάποια οφέλη. Η Nintendo ήταν η κατασκευάστρια εταιρεία των Gameboys τα οποία η Eναγόμενη 1, ως αντιπρόσωπος της Disney, είχε το δικαίωμα στους τίτλους που έπαιζαν στις συγκεκριμένες παιχνιδομηχανές και η Disney κατέβαλλε δικαιώματα χρήσης για να χρησιμοποιήσει το όνομα Nintendo στα video games που πωλούσε. Ερωτηθείς επέμενε ότι στις 04/03/2010 η εταιρεία G3 συμμετείχε για πρώτη φορά στο κεφάλαιο της CDM κατά 50% και άρα συμμετείχε και η Ενάγουσα κατά 50%. Τον Μάρτιο του 2012, μετά από έρευνα που αφορούσε την G3, προέκυψε ότι η G3 ασκούσε ανταγωνιστικές πρακτικές και λόγω του ότι η Ενάγουσα κατείχε το 20% της CDM αυτό σήμαινε ότι δραστηριοποιείτο στην κυπριακή αγορά. Ερωτηθείς επέμενε ότι η δική του εταιρεία κατέβαλλε τις δόσεις των €39.000, όμως στην καταβολή της τέταρτης δόσης, λόγω του ότι υπήρχε το θέμα των €10.000 που είχαν καταβληθεί ως δικαιώματα χρήσης της Disney για προϊόντα τα οποία δεν είχαν παραληφθεί, οι ίδιοι θεώρησαν σωστό όπως συμψηφιστούν οι συγκεκριμένες €10.000 με το οφειλόμενο ποσό. Εξήγησε ότι το 40% του κέρδους της Εναγομένης 1 προερχόταν από το παιχνίδι «Pro Evolution Soccer» αφού το συγκεκριμένο αλλά και το «Fifa», το οποίο εκπροσωπείτο από την G3, είχαν τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην κατηγορία των video games ποδοσφαίρου. Οπόταν, κατά την δική του άποψη, η Ενάγουσα λάμβανε λεφτά τόσο από την Eναγόμενη 1 καθώς και από την G3 ξεγελώντας τον ίδιο στην καταβολή του συνολικού ποσού των €150.
  38. Επέμενε στη θέση του ότι από το 2004 και μέχρι την πώληση των μετοχών η κα Αρβανίτη, κατά τις επισκέψεις της στην Κύπρο, ξεσκόνιζε τα βιβλία της Eναγόμενης 1 και είχε στην κατοχή της όλες τις εκθέσεις που αφορούσαν την Εταιρεία, είτε αυτά τα στοιχεία αφορούσαν προμηθευτές, είτε αφορούσαν πελάτες ή ακόμα και έξοδα. Με την άμεση ή έμμεση συμμετοχή της CDM στην G3 όλες αυτές οι πληροφορίες μεταφέρθηκαν άμεσα στον ανταγωνιστή. Προώθησε τη θέση ότι αν γνώριζε αυτά τα γεγονότα δεν θα προχωρούσε σε αγορά μετοχών από την Ενάγουσα. Μετά το 2010, που η G3 αγόρασε μέρος της CDM, κατέστη άμεσα ανταγωνιστική παραβιάζοντας τον όρο 6 της Συμφωνίας που είχαν υπογράψει. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 23, το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 02/08/2011 προς την κα Αρβανίτη, στο οποίο καταγράφεται η ύπαρξη οικονομικών προβλημάτων στην Εναγόμενη 1, υποστήριξε ότι η ύπαρξη οικονομικών προβλημάτων μπορεί να προκύψει σε οποιαδήποτε εταιρεία και η δική του εταιρεία έχει απλώς καθυστερήσει στην καταβολή των δόσεων, η οποία καθυστέρηση αφορούσε κάποιες μόνο μέρες. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Λάμπρο Χαριλάου, Μ.Υ.2, ο οποίος παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο
  39. Κατέγραψε ότι ο ίδιος ήταν ιδιοκτήτης αλυσίδας καταστημάτων, από το 1996 μέχρι το 2013, η οποία δραστηριοποιείται στην πώληση ηλεκτρονικών μηχανημάτων, ηλεκτρονικών υπολογιστών, κονσόλων, αξεσουάρ ηλεκτρονικών υπολογιστών, dvd, cd, βιντεοπαιχνίδια, παιχνίδια για κονσόλες και video games. Κατά τα έτη 2008 μέχρι το 2013 τα καταστήματά του διέθεταν προς πώληση βιντεοπαιχνίδια για ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή για κονσόλες και είχαν ετήσιες εισπράξεις περί τα €5.000.000,
  40. Κύριος προμηθευτής των παιχνιδιών αυτών ήταν η εταιρεία Zilos Ltd από την οποία προμηθεύονταν, μεταξύ άλλων, το ευρέως γνωστό στο κυπριακό κοινό παιχνίδι με την ονομασία «Pro Evolution Soccer». Ο δεύτερος κύριος προμηθευτής των καταστημάτων του ήταν η εταιρεία G3, από την οποία προμηθεύονταν βιντεοπαιχνίδια, καθώς επίσης και το ευρέως γνωστό στο κυπριακό κοινό παιχνίδι γνωστό ως «Fifa». Και τα δύο παιχνίδια μπορούσαν να λειτουργήσουν στις κονσόλες της εποχής και αυτός ήταν και ο λόγος τοποθέτησης στον ίδιο πάγκο των καταστημάτων, γιατί οι πελάτες επέλεγαν είτε το ένα είτε το άλλο. Κατέθεσε δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 27, η οποία αφορά τα προϊόντα που προμηθευόταν η εταιρεία του από την Zilos Ltd και την G
  41. Εξήγησε ότι το περιεχόμενο του συγκεκριμένου Τεκμηρίου αφορά τις αγορές για τα καταστήματα του από την εταιρεία G3, αλλά και τα άλλα προϊόντα που αγόραζε από την Zilos Ltd. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι περί τα μέσα του 2013 ο ίδιος είχε σταματήσει να δραστηριοποιείται στον συγκεκριμένο τομέα. Μετά το 2013 είχε αποχωρήσει από την επιχείρηση και την επιχείρηση την διεύθυνε ο γιος του από το 2011 ή το
  42. Ερωτηθείς ανέφερε ότι μέχρι και το 2012 η εταιρεία αγόραζε τα παιχνίδια «Fifa» και «Pro Evolution Soccer» και από τις δύο εταιρείες, οι οποίες ήταν μεγάλες εταιρείες στα βιντεοπαιχνίδια σε όλη την Κύπρο. Επέμενε ότι οι πελάτες διάλεγαν ή το ένα παιχνίδι ή το άλλο. Όταν του υποδείχθηκε ότι στο Τεκμήριο 27 περιλαμβάνονται τα προϊόντα με την ονομασία Football Manager και UEFA Euro παραδέχτηκε ότι και τα δύο παιχνίδια έχουν σχέση με το άθλημα του ποδοσφαίρου. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δύο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με την υποβολή εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας προώθησε τον ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατά την ακρόαση προώθησαν μη δικογραφημένους ισχυρισμούς, συγκεκριμένα ότι το εναπομείναν ποσό της τέταρτης δόσης, ύψους €10.000, είχε ξοφληθεί μέσω συμψηφισμού με οφειλή της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη
  43. Επιπρόσθετα, σε σχέση με τον όρο 6 της Συμφωνίας Πώλησης Μετοχών ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη ρήτρα που καταγράφεται, στον όρο 6 του Τεκμηρίου 6, είναι άκυρη γιατί παραβιάζει το άρθρο 101 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 4 του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου, Ν.207/
  44. Διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι τα μέρη στη Συμφωνία έχουν περιορίσει τις θεραπείες που μπορούν να αξιώσουν δυνάμει της Συμφωνίας μόνο σε αποζημιώσεις και όχι σε τερματισμό της. Καταλήγει, ότι ακόμη και αν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι η Ενάγουσα παράβηκε την Συμφωνία Πώλησης Μετοχών, η Εναγόμενη 1 δεν έχει αποδείξει την ζημιά της. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόμενων 1 και 2 προώθησε τη θέση ότι ο όρος 6 της Συμφωνίας Πώλησης Μετοχών είναι ουσιώδης και παραβιάστηκε από την Ενάγουσα εταιρεία αφού απέτυχε να απέχει από πράξεις ανταγωνιστικές με την Zilos Ltd. Το γεγονός αυτό απάλλαξε τους Εναγόμενους από τις υποχρεώσεις τους, ως αυτές προέκυπταν από την Συμφωνία, οπόταν είναι η εισήγησή της ότι δεν είχαν υποχρέωση να πληρώσουν οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό. Όσον αφορά την ανταπαίτηση, υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι δικαιούνται στην ανάκτηση του ποσού που κατέβαλαν αφού το συγκεκριμένο ποσό καταβλήθηκε για την εκτέλεση της Συμφωνίας. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του τις θέσεις και των δύο πλευρών και θα αναφερθεί συγκεκριμένα όπου κρίνει τούτο απαραίτητο. Δεν προωθήθηκε ο ισχυρισμός των Εναγομένων 1 και 2 ότι υπάρχει θέμα δεδικασμένου σε σχέση με τα θέματα της υπό κρίση αγωγής, οπόταν και δεν θα εξεταστεί αφού έχει εγκαταλειφθεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη

(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462: « Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχει υποχρέωση να εξετάσει τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι προωθούνται, μέσω της μαρτυρίας, μη δικογραφημένοι ισχυρισμοί. Προωθήθηκε τόσο κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 καθώς και κατά την μαρτυρία του Μ.Υ.1 ότι ποσό ύψους €10.000, το οποίο αφορά το υπόλοιπο της τέταρτης δόσης, δεν καταβλήθηκε από την Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα γιατί συμψηφίστηκε με οφειλή της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη
  2. Ήταν η θέση του Μ.Υ.1, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε παραλάβει από την Ενάγουσα προϊόντα αξίας €10.000 τα οποία είχε πληρώσει στην Ενάγουσα και αφορούσαν δικαιώματα χρήσης της Disney. Εξετάζοντας την τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγόμενων 1 και 2 διαπιστώνεται ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν καταγράφεται. Η Υπεράσπιση των Εναγόμενων 1 και 2 επικεντρώνεται στο ότι παραβιάστηκε ο όρος 6 της Συμφωνίας Πώλησης Μετοχών από την Ενάγουσα, λόγω του ότι συμμετείχε σε δραστηριότητα ανταγωνιστική προς τις εργασίες της εταιρείας Zilos Ltd. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως διατυπώθηκε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία ΛΤΔ ν.
  3. Μιχάλη Ματσούκα
  4. Χαράλαμπου Ματσούκα,
(2014)1 Α.Α.Δ. 1377: « Από την άλλη ο ενάγων, ή, ο εναγόμενος αντίστοιχα, πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα εκείνα τα θέματα που καθιστούν την αξίωση ή την ανταξίωση αστήρικτη, Δ.19 θ. 13. Ακόμη και όλα εκείνα τα ζητήματα που αν δεν εγερθούν θα καταλάβουν τον αντίδικο εξαπίνης. Στην Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 K.B. 712, όπως υιοθετήθηκε στην Γεωργική Εταιρεία ΠΛΑΤΩΝΙΑ ΛΤΔ ν. Mohammad Al Sharif, Πολιτική Έφεση Αρ. 358/08, ημερ. 17.1.2012, ως «ουσιώδες», ορίστηκε εκείνο το αναγκαίο γεγονός που σκοπεί στη διαμόρφωση της αιτίας της αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο. Οποιοδήποτε άλλο γεγονός, που δεν είναι απαραίτητο προς απόδειξη της αξίωσης όπως διαγράφεται με την έκθεση απαίτησης ή της υπεράσπισης αντιστοίχως, δεν απαιτείται να καταγραφεί και μπορεί να παραλειφθεί η δικογράφησή του, εκτός αν καθίσταται φανερό ότι είναι αναγκαίο να δοθεί μαρτυρία προς απόδειξη του (Odgers´ Principles of Pleading and Practice, 21η έκδ. σελ. 87)». Όπως λέχθηκε και στην Μαυρομιχάλη v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 530: «Η Υπεράσπιση συνιστά δικόγραφο, στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγόμενου έναντι των διεκδικήσεων του ενάγοντα. Η δικογραφία επενεργεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Δεν συνιστά μαρτυρία ούτε αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών». Η πλευρά της Ενάγουσας βρέθηκε εξ απήνης όταν οι Εναγόμενοι 1 και 2 προώθησαν τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα χρωστούσε λεφτά στην Εναγόμενη 1 και ως εκ τούτου η Εναγόμενη 1 συμψήφισε το χρέος με το υπόλοιπο της οφειλής της τέταρτης δόσης, αφού δεν είχε καταγραφεί η θέση της αυτή, περί οφειλής της Ενάγουσας. Ο ισχυρισμός περί οφειλής της Ενάγουσας είναι ουσιώδης και το Δικαστήριο θεωρεί ότι θα έπρεπε να είχε καταγραφεί για να μπορεί να προωθηθεί. Οπόταν, λόγω έλλειψης δικογράφησης της συγκεκριμένης θέσης, αυτή δεν θα εξεταστεί και θ' αγνοηθεί. Αξιολογώντας τη μαρτυρία, πρέπει να αναφερθεί ότι τα γεγονότα που παρατέθηκαν από τον Μ.Ε.1 και τον Μ.Υ.1 δεν αμφισβητήθηκαν. Η διαφωνία τους έγκειται στο γεγονός ότι ο Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι η Ενάγουσα είχε μετοχική συμμετοχή, του 16% στην CDM, η οποία είχε μετοχικό κεφάλαιο στην G3 για περιορισμένο χρονικό διάστημα και από τον Μάρτιο του 2012 η CDM δεν συμμετείχε στο κεφάλαιο της G
  1. Στην αντίπερα όχθη, ο Μ.Υ.1 προώθησε τη θέση ότι η όποια συμμετοχή της Ενάγουσας στην CDM και κατ' επέκταση στην G3 συνιστούσε ανταγωνιστική δραστηριότητα και αυτό παραβίαζε τον όρο 6 της Συμφωνίας, Τεκμήριο
  2. Ο Μ.Ε.1 ήταν σταθερός στη μαρτυρία του και υποστήριξε τις όποιες θέσεις του με τα Τεκμήρια που κατέθεσε. Ερωτηθείς για την εταιρεία G3 δεν δίστασε να πει ότι ο ίδιος δεν γνώριζε οτιδήποτε και όταν το έψαξε, για να διαπιστώσει πού βασίζεται ο ισχυρισμός για ανταγωνιστικό ρόλο της Ενάγουσας, διαπίστωσε ότι η Ενάγουσα είχε μια μικρή συμμετοχή στην CD MEDIA, ήτοι 16%, η οποία συμμετείχε στην G
  3. Εξήγησε ότι η CD MEDIA δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και στην ουσία η Ενάγουσα δεν είχε δραστηριότητα στην Κύπρο και εν πάση περιπτώσει, από τον Μάρτιο του 2012 ούτε η CD MEDIA συμμετείχε στην G3 γιατί είχε πωλήσει τις μετοχές της. Εξήγησε με λεπτομέρεια γιατί, κατά τη δική του άποψη, η Εναγόμενη 1 είχε παραβιάσει την συμφωνία πώλησης των μετοχών. Ο Μ.Υ.1 αμφιταλαντεύτηκε στη μαρτυρία του. Υποστήριξε ότι υπήρχε συμφωνία για την καταβολή των δόσεων με καθυστέρηση και ότι αυτό προέκυπτε και από το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Όμως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 24 καταρρίπτει τις θέσεις του αφού ο ίδιος στις 02/08/2011 επικαλείται πρόβλημα ρευστότητας και στις 30/08/2011 απολογείται για την καθυστέρηση στην καταβολή των €10.000, ήτοι του υπολοίπου της 4ης δόσης και υπόσχεται την πληρωμή τους τον Σεπτέμβριο. Δεν προκύπτει από την αλληλογραφία ότι τέθηκε θέμα ανταγωνισμού, Τεκμήριο
  4. Αντίθετα, προκύπτει ότι υπήρχε κατ' ισχυρισμό οφειλή της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1 για την οποία οφειλή είχαν ζητηθεί από την Ενάγουσα στοιχεία τα οποία δεν παρασχέθηκαν. Οπόταν οι ισχυρισμοί του Μ.Υ.1 περί ανταγωνισμού παρέμειναν μετέωροι. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για τη ζημιά, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία αναφορικά με το ποσό των €146.
  5. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 δεν βοήθησε με οποιονδήποτε τρόπο την υπόθεση. Ήταν εμφανές ότι προσήλθε με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει τον Εναγόμενο 2 και όχι να διαφανεί η αλήθεια στην υπόθεση. Ο ίδιος είχε αποχωρήσει από την επιχείρηση από το 2011 οπόταν δεν μπορούσε να υποστηρίξει τις θέσεις της Εναγόμενης
  6. Ούτε και εξήγησε τι αφορούσε το Τεκμήριο 27 το οποίο σύμφωνα με τον ισχυρισμό του αποκάλυπτε την αγορά παιχνιδιών του συγκεκριμένου είδους και από τις δύο εταιρείες. Η μαρτυρία του είναι ακροσφαλής και δεν μπορούν να εξαχθούν από αυτήν οποιαδήποτε θετικά συμπεράσματα. Τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση μπορούν να εξαχθούν από τα παραδεκτά γεγονότα και από τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Προκύπτει ότι, η Εναγόμενη 1 εταιρεία ήταν, το 2008, κατά 10% μέτοχος στην κυπριακή εταιρεία Zilos Ltd και η Ενάγουσα εταιρεία κατά 90% μέτοχος. Η Ενάγουσα στις 30/06/2008, με γραπτή Συμφωνία Πώλησης Μετοχών, το Τεκμήριο 6, πώλησε το μετοχικό της κεφάλαιο στην Zilos Ltd για το ποσό των €390.000 το οποίο θα καταβάλλετο με ίσες άτοκες χρονιαίες δόσεις ύψους €39.
  7. Κάθε δόση θα καταβαλλόταν στις 30/06 εκάστου έτους, με την πρώτη δόση να καταβάλλεται κατά την υπογραφή της Συμφωνίας και τις μετοχές να μεταβιβάζονται στην Εναγόμενη
  8. Η πρώτη δόση καταβλήθηκε σε δύο δόσεις, ήτοι €9.000 στις 30/07/2008 και €30.000 στις 05/08/2008, η δεύτερη στις 10/08/2009 και η τρίτη στις 26/08/2010, Τεκμήριο
  9. Τα προβλήματα προέκυψαν κατά την καταβολή της τέταρτης δόσης αφού μέχρι και τις 29/08/2011 δεν είχε καταβληθεί. Στις 02/08/2011 ο Εναγόμενος 2 σε ηλεκτρονικό του μήνυμα προς την κα Αρβανίτη κατέγραφε πρόβλημα ρευστότητας και ζητούσε περαιτέρω χρόνο για την καταβολή της συγκεκριμένης δόσης. Είχε παραχωρηθεί παράταση, πλην όμως μέχρι και το τέλος Σεπτεμβρίου 2011 δεν είχε εξοφληθεί το ποσό, Τεκμήριο
  10. Καταβλήθηκε τμηματικά το συνολικό ποσό των €29.000, ήτοι την 01/03/2012 το ποσό των €3.000, στις 22/03/2012 το ποσό των €6.000 και το ποσό των €20.000 μετά την επίδοση επιστολής ημερομηνίας 29/02/2012, από τον δικηγόρο της Ενάγουσας, Τεκμήριο
  11. Τον Απρίλιο 2012 η Εναγόμενη 1, όταν της ζητήθηκε η εξόφληση του υπολοίπου της τέταρτης δόσης, ήτοι των €10.000, επικαλέστηκε παλαιό χρέος της Ενάγουσας προς την Zilos Ltd ύψους €10.000, το οποίο συμψήφισε μονομερώς. Όταν ζητήθηκαν από την Ενάγουσα στοιχεία για το συγκεκριμένο χρέος, Τεκμήριο 11, δεν παρασχέθηκε οποιοδήποτε τέτοιο στοιχείο. Δεν καταβλήθηκε οποιαδήποτε άλλη δόση, αλλά ούτε και τερματίστηκε με οποιονδήποτε τρόπο η Συμφωνία Πώλησης Μετοχών παρόλο που η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε ο όρος 6 της Συμφωνίας. Ακολούθησε η αποστολή της Ειδοποίησης Απαίτησης, ημερομηνίας 18/10/2012, από την Ενάγουσα και η καταχώριση της αίτησης εκκαθάρισης ημερομηνίας 24/01/2013, Τεκμήριο 15, η οποία, για λόγους που δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο, αποσύρθηκε. Έκτοτε δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως έχει προλεχθεί, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με τα δικόγραφα «επιδιώκεται ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ο καθορισμός της βάσης της ακρόασης της υπόθεσης και ο αποκλεισμός αιφνιδιασμού του αντιδίκου» (βλ. μεταξύ άλλων, Μάγος κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κάθηκα Πολ. Έφεση 256/13 ημερ. 22/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A126 και Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Συνακόλουθα, οι ισχυρισμοί οι οποίοι είτε δεν προβλήθηκαν στην Υπεράσπιση ή απλώς κατεγράφησαν χωρίς να εξειδικευθούν και ακολούθως αναπτύχθηκαν εκτενώς, θα αγνοηθούν. Το νομικό ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι ποιο από τα δύο μέρη παραβίασε τη Συμφωνία, Τεκμήριο
  1. Η Εναγόμενη 1 επικαλείται παραβίαση του όρου 6 από την Ενάγουσα και ότι αυτός ήταν ο λόγος που σταμάτησε να καταβάλλει τις δόσεις και η Ενάγουσα επικαλείται την καθυστερημένη καταβολή των δόσεων και τον τερματισμό στην καταβολή τους ως τον λόγο παραβίασης της σύμβασης από τους Εναγόμενους 1 και
  2. Δεν χωρεί αμφιβολίας από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 23 και 24 ότι υπήρχε καθυστέρηση στην καταβολή της 4ης δόσης, η οποία ενώ έπρεπε να καταβληθεί έως τις 30/06/2011, μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2011 δεν είχε καταβληθεί και καταβλήθηκε τμηματικά τον Μάρτιο 2012 το συνολικό ποσό των €29.000 αντί €39.
  3. Αυτό συνιστά παραβίαση του όρου 2(β) της Σύμβασης, Τεκμήριο
  4. Η καθυστέρηση προέκυψε από το πρόβλημα ρευστότητας το οποίο αντιμετώπιζε η Εναγόμενη 1 και στο οποίο ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 αναφέρθηκε στο ηλεκτρονικό μήνυμά του ημερομηνίας 02/08/2011, Τεκμήριο 24, τελευταία σελίδα. Ο όρος 11 της Συμφωνίας δίδει δικαίωμα στο αναίτιο μέρος, στην περίπτωση που παραβιαστεί οποιοσδήποτε όρος της, το δικαίωμα να αξιώσει αποζημιώσεις. Η Ενάγουσα, εφαρμόζοντας τους όρους της Συμφωνίας, αξίωσε το υπόλοιπο της αξίας των μετοχών ως αποζημίωση αφού είχε μεταβιβάσει τις συγκεκριμένες μετοχές από τον Αύγουστο του
  5. Έχει νομολογηθεί ότι αποδίδεται στους όρους της σύμβασης η γραμματική τους ερμηνεία έτσι ώστε να υλοποιηθεί η πρόθεση των μερών. Έργο του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση της έννοιας της σύμβασης και οποιουδήποτε όρου αυτής στο πλαίσιο του όλου κειμένου έχοντας υπόψη το υπόβαθρο και τα δεδομένα της περίπτωσης (βλ. σύγγραμμα Π. Πολυβίου, «Το δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Β, σελ. 455 κ.ε.). Στην Βουζούνη κ.α ν. Αποστόλου Πολ. Εφ.457/12 ημερ. 10/04/2019, ECLI:CY:AD:2019:A138 διαβάζονται τα ακόλουθα: « Η ερμηνεία της σύμβασης, αναγκαίο στοιχείο για σκοπούς εφαρμογής και εκτέλεσης της, ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου μιας σύμβασης αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και των όρων της, το δε κείμενο της, πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγονται ενδεχόμενοι κίνδυνοι από το νόημα που αποδίδεται στους όρους της και που δυνατόν να μην αντικατοπτρίζουν, αντικειμενικά ιδωμένοι, τον σκοπό της συναλλαγής και την πραγματική πρόθεση των μερών (Ανόρθωση ν. Απόλλων
(2002)1 Α.Α.Δ. 518). Όπως παρατηρείται και στο σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Τόμος Β, σ. 478, υπό τον τίτλο «Βεβαιότητα, Ασάφεια και Ερμηνεία της Σύμβασης»: «Συμπερασματικά, παρά το ότι μια σύμβαση δεν είναι γραμματικό κείμενο αλλά μια νομική πράξη, το βασικό κριτήριο ερμηνείας δεν μπορεί να είναι άλλο από την έννοια που μεταδίδεται από το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο, με βάση την αντικειμενική θεωρία της συνομολόγησης και εφαρμογής συμβάσεων.»» Εξετάζοντας την επίμαχη Συμφωνία Πώλησης διαπιστώνεται ότι η φύση και ο σκοπός της ήταν η πώληση των μετοχών που η Ενάγουσα κατείχε στην εταιρεία Zilos Ltd στην Εναγομένη 1 έτσι ώστε η Εναγόμενη 1 να καταστεί μοναδικός μέτοχος, κατά 100%, του μετοχικού της κεφαλαίου. Το αντίτιμο ήταν €390.000, το οποίο ποσό θα πληρωνόταν σύμφωνα με τον όρο 2 της Συμφωνίας. Ήταν ξεκάθαρο μεταξύ των μερών ότι δεν τίθετο θέμα τερματισμού της Συμφωνίας παρά μόνο αναζήτησης αποζημιώσεων στην περίπτωση που οποιοσδήποτε όρος της παραβιαζόταν. Τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων 1 και 2 καταγράφει στην γραπτή της αγόρευση στις σελίδες 10 και επέκεινα είναι εκτός του πνεύματος της Συμφωνίας, ιδιαίτερα ενόψει του ότι η Εναγόμενη 1 έχει λάβει το αντικείμενο της Συμφωνίας που είναι οι μετοχές. Συνακόλουθα, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα, η Ενάγουσα έχει αποδείξει την αξίωσή της για το ποσό των €244.000, το οποίο συνιστά το συμφωνηθέν υπόλοιπο της αξίας των μετοχών που μεταβίβασε στην Εναγόμενη 1. Εξετάζοντας τον ισχυρισμό των Εναγομένων 1 και 2 ότι η Ενάγουσα παραβίασε τον όρο 6 της Σύμβασης Πώλησης, θα πρέπει να γίνει αναφορά στο περιεχόμενο του συγκεκριμένου όρου ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « Οι πωλητές δηλώνουν, και αναλαμβάνουν και δεσμεύονται ότι δεν θα δραστηριοποιηθούν και δεν θα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στην Κύπρο, σε ανταγωνιστική επιχείρηση ή/και επιχείρηση η δραστηριότητα της οποίας είναι παρόμοια με αυτή της Εταιρείας για περίοδο εννέα
(9)ετών από την υπογραφή της Συμφωνίας, που είναι η περίοδος αποπληρωμής του υπολοίπου τιμήματος πώλησης των Μετοχών, εφ΄όσων οι Αγοραστές εκπληρούν τις υποχρεώσεις τους που προκύπτουν από τη Συμφωνία.». Είναι αποδεκτό ότι η Ενάγουσα κατείχε, το 2010, μετοχικό κεφάλαιο της τάξεως του 16% στην εταιρεία CD Media η οποία κατείχε, το 2012, μετοχές στην G3, Τεκμήριο
  1. H G3 αρχικά ονομαζόταν GOODSTONES GREAT GAMES και ασχολείτο με το ίδιο αντικείμενο με το οποίο ασχολείτο η Zilos Ltd. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η συμμετοχή της Ενάγουσας, κατά 16%, στην CD Media, η οποία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ελλάδα, παραβίαζε τον όρο 6 της Συμφωνίας, καθώς επίσης και κατά πόσο συνιστούσε συμμετοχή σε ανταγωνιστική επιχείρηση. Διαπιστώνεται ότι δεν προσκομίστηκε θετική μαρτυρία σε σχέση με την ενασχόληση της εταιρείας G
  2. Η θέση του Εναγόμενου 2, ότι η συγκεκριμένη εταιρεία ασχολείτο με την πώληση του προϊόντος «FIFA» το οποίο ανταγωνιζόταν το προϊόν «Pro Evolution Soccer» που εμπορευόταν η Εναγόμενη 1 δεν αποδείχθηκε με ανεξάρτητη μαρτυρία. Δεδομένου του προσωπικού συμφέροντος του Μ.Υ.1 στην υπόθεση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή χωρίς την οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, ιδιαίτερα ενόψει του ότι από τα Τεκμήρια προκύπτει ότι ο λόγος της μη καταβολής του υπόλοιπου της 4ης δόσης ήταν η έλλειψη ρευστότητας. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 δεν έγινε αποδεκτή. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η εταιρεία G3 ασχολείτο με το ίδιο αντικείμενο με την Εναγόμενη 1, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι ήταν ανταγωνιστική με την Εναγόμενη
  3. Ο Μ.Υ.2 δεν επεξήγησε το αντικείμενο στο οποίο δραστηριοποιείτο η G
  4. Κατέθεσε το Τεκμήριο 27 για να αποδείξει ότι αγόραζε τα ίδια προϊόντα και από τις δύο εταιρείες. Πρωτίστως, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν επεξηγήθηκε η προέλευση του Τεκμηρίου 27 αλλά ούτε και το περιεχόμενό του. Δέον να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Μ.Υ.2 έχει παραδώσει την επιχείρηση στον υιό του από το
  5. Επίσης, δεν επεξηγήθηκε τι αφορούν τα δύο προϊόντα - παιχνίδια για να μπορεί να αποφασιστεί κατά πόσο είναι ανταγωνιστικά. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Μ.Υ.1 ο ίδιος διαπίστωσε την κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση της Συμφωνίας λίγες μέρες μετά την καταβολή της 4ης δόσης, δηλαδή τον Μάρτιο
  6. Όμως η CD Media Ltd είχε πωλήσει τις μετοχές της στην G3 στον George Kay και στην Μαρία Στρατή στις 31/03/2012, Τεκμήρια 21 και 22, οπόταν δεν τίθετο θέμα οποιασδήποτε ανταγωνιστικής συμπεριφοράς από την Ενάγουσα. Αν όντως υφίστατο τέτοιο θέμα, γιατί στις 22/03/2012 η Εναγόμενη 1 κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των €26.000 με δύο διαφορετικές τραπεζικές μεταφορές, Τεκμήριο
  7. Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός για ανταγωνιστική συμπεριφορά είναι ανυπόστατος και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τον ισχυρισμό που καταγράφηκε στην Υπεράσπιση και αφορά το γεγονός ότι η εγγύηση του Εναγόμενου 2 δεν είναι έγκυρη, αυτός δεν προωθήθηκε και ως εκ τούτου δεν θα εξεταστεί. Ειρήσθω εν παρόδω στο σύγγραμμα του Andrews and Millet, Law of Guarantees, 6η εκδ.
(2011), η σύμβαση εγγύησης περιγράφεται ως ακολούθως: « A contract of guarantee, in the true sense is a contract whereby the surety (or guarantor) promises the creditor to be responsible, in addition to the principal, for the due performance by the principal of his existing or future obligations to the creditor, if the principal fails to perform those obligations.». Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται υπέρ της Ενάγουσας απόφαση για το ποσό των €244.000, με τόκο από 18/07/2014 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι υπέρ της Ενάγουσας. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Εναγόντων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Απαίτηση και η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.