GLOBTIME COMMERCIAL SERVICES LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αγωγή αρ: 4187/2016, 25/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYKΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ-Α ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ: 4187/2016 ΜΕΤΑΞΥ: GLOBTIME COMMERCIAL SERVICES LTD Ενάγουσας KAI ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενης Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Κακουλλής Για Εναγόμενη: κος Μακρίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Κατ' εφαρμογή του Κανονισμού 6(β) του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021, η απόφαση δίδεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά, με τη συγκατάθεσή τους. Με την υπό εξέταση αγωγή η ενάγουσα εταιρεία αξιώνει από την εναγόμενη τράπεζα το ποσό των ΛΚ 25.000 ή €42.722,39 τα οποία κατ' ισχυρισμό της ενάγουσας, η εναγόμενη παράνομα αυθαίρετα και/ ή αμελώς αφαίρεσε στις 25/04/1986 από το λογαριασμό της ενάγουσας με αριθμό 0110-11-070738 (στο εξής «ως ο επίδικος λογαριασμός») εις ζημιά της. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη εκδοχή της η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτης της εναγόμενης η οποία αποτελεί τραπεζικό οργανισμό διατηρώντας σε αυτήν τον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό. Εδρεύει και δραστηριοποιείται στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 25/04/1986 η εναγόμενη χωρίς εξουσιοδότηση και παράνομα αφαίρεσε ως ισχυρίζεται το ποσό των ΛΚ 25.000 από το λογαριασμό της ενάγουσας. Έγιναν πολλές προσπάθειες να εντοπιστεί το ένταλμα ανάληψης των μετρητών καθώς και πολλές προσπάθειες όπως ανακτηθούν τα χρήματα τα οποία η εναγόμενη παράνομα αφαίρεσε από τον επίδικο λογαριασμό. Η ενάγουσα είχε καταχωρήσει εναντίον της εναγόμενης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αγωγή με αριθμό 2748/1999 η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης το έτος
- Επίσης η υπόθεση καταγγέλθηκε στο τμήμα ανιχνεύσεως εγκλημάτων της Λευκωσίας (ΤΑΕ). Η εναγόμενη μέσω της υπεράσπισης της αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Θέτει επίσης προδικαστικές ενστάσεις ως ακολούθως: α) Ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου υπό την έννοια της υπερβολικής και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώριση της χωρίς ουσιαστική επεξήγηση αλλά και ότι κωλύεται σήμερα η ενάγουσα να εγείρει τους ισχυρισμούς λόγω του μεγάλου διαστήματος που παρήλθε. Εγείρει επίσης προδικαστικά ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται λόγω κωλύματος (estoppel) από το να προωθεί την παρούσα αγωγή εναντίον της εναγόμενης καθότι πανομοιότυπη αγωγή με τα ίδια επίδικα θέματα και τις ίδιες αξιώσεις είχε καταχωρήσει το 1999 αλλά αποσύρθηκε και απορρίφθηκε από το δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων είναι η θέση της ότι η απόσυρση του ποσού των ΛΚ 25.000 από το λογαριασμό της ενάγουσας έγινε με τη ρητή και εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση και εντολή της και εμποδίζεται από το να αμφισβητεί και να αρνείται την ύπαρξη μίας κατάστασης γεγονότων μετά από τόση καθυστέρηση. Αποτελεί επιπλέον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι η ενάγουσα είχε καθήκον να ελέγχει την κατάσταση του λογαριασμού της μέσα σε λογικό χρονικό διάστημα από την παραλαβή της κατάστασης στην οποία φάνηκε η χρέωση. Σε καμία περίπτωση η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε το υπόλοιπο του λογαριασμού αλλά πρώτη φορά το έκανε στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 2748/
- Είναι επίσης ισχυρισμός της εναγόμενης ότι εφόσον δεν αμφισβήτησε την επίδικη χρέωση στο λογαριασμό της ότι έχει απεμπολήσει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της και εμποδίζεται να το αμφισβητήσει εκ των υστέρων. Όλα έγιναν νομότυπα ως αναφέρει η εναγόμενη και οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων διευθετήθηκαν στα πλαίσια συμφωνίας γι' αυτό το λόγο και η αγωγή του έτους 1999 αποσύρθηκε. Η συμφωνία για πλήρη διευθέτηση όλων των διαφορών υλοποιήθηκε το έτος
- Η ενάγουσα μέσω της απάντησης στην υπεράσπιση επαναλαμβάνει και υιοθετεί όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί καθυστέρησης αλλά και για τις συνέπειες και το λόγο απόσυρσης της αγωγής με αριθμό 2749/1999 η ενάγουσα επισημαίνει ότι αμφισβήτησε το υπόλοιπο του λογαριασμού σε πρώιμο στάδιο. Εκ μέρους της ενάγουσας κατάθεσε ο κύριος Γιώργος Λαρτίδης (ΜΕ1) ενώ εκ μέρους της εναγόμενης ο κος Παναγιώτης Ιωνάς (ΜΥ1) και ο κος Μιχάλης Στυλιανού (ΜΥ2). Μαρτυρία ΜΕ1 Ο ΜΕ1, διευθυντής της ενάγουσας, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε το έγγραφο Α. Μαζί κατάθεσε τα τεκμήρια 1 μέχρι
- Σύμφωνα με τον κύριο Λαρτίδη αφαιρέθηκε από το λογαριασμό της ενάγουσας που διατηρούσε στην εναγόμενη χωρίς καμία εξουσιοδότηση το ποσό των ΛΚ 25.000 στις 25/04/1986 με τη δικαιολογία ανάληψης του ποσού ως μετρητών. Σχετικό με αυτό κατάθεσε το τεκμήριο
- Στις 12/05/1986 ο μάρτυρας διευθυντής της ενάγουσας ζήτησε με επιστολή του εξηγήσεις από την τράπεζα σε σχέση με την ανάληψη του πιο πάνω ποσού. Κατάθεσε σχετικά το τεκμήριο
- Ως τεκμήριο 3 κατάθεσε επιστολή ημερομηνίας 28/05/1986 προς την εναγόμενη η οποία επιστολή στάλθηκε εκ μέρους του νομικού συμβούλου της ενάγουσας και ζητούσε πληροφορίες σε σχέση με την ανάληψη του ποσού των ΛΚ25.000 από το λογαριασμό της ενάγουσας. Ο μάρτυρας αναφέρει ότι ο ίδιος απουσίαζε στο εξωτερικό εκείνη τη μέρα και δε θα μπορούσε να μεταβεί στην τράπεζα για να προβεί σε ανάληψη μετρητών. Κατατέθηκαν επίσης ως τεκμήρια 4 και 5 επιστολές που αποστάλθηκαν στην εναγόμενη σε σχέση με το ίδιο θέμα. Η εναγόμενη ως αναφέρει ο μάρτυρας μέχρι και το Μάιο του 1986 αδυνατούσε να παράσχει το δικαιολογητικό ανάληψης του ποσού. Παράπεμψε επίσης στο Τεκμήριο 6 λέγοντας ότι η εναγόμενη ενημέρωνε ότι ο λογαριασμός μεταξύ 23-26 Μαρίου 1989 εξοφλήθηκε. Ως τεκμήριο 7 κατάθεσε κατάσταση του λογαριασμού. Σύμφωνα με τον μάρτυρα στις 30/05/1989 χωρίς ενημέρωση η εναγόμενη χρέωσε το λογαριασμό της Ενάγουσας με το ποσό των ΛΚ 144.093.
- Ως τεκμήριο 8 κατατέθηκε επιστολή από Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας τάξεως/ Αρχηγείο Αστυνομίας προς τον μάρτυρα με ημερομηνία 21/06/1999 με την οποία ενημερώθηκε ότι δεν θα προχωρούσε το κράτος στην καταχώρηση ποινικής δίωξης. Ως τεκμήρια 9 και 10 κατατέθηκαν επιστολές που απόστειλε ο μάρτυρας στο Γενικό Εισαγγελέα. Την 19/02/1998 η εναγόμενη απέστειλε επιστολή στο νομικό σύμβουλο της ενάγουσας με την οποίαν ενημέρωνε ότι δεν είχε ανευρεθεί ακόμη το ένταλμα ανάληψης μετρητών από τον επίδικο λογαριασμό για το ποσόν των ΛΚ 25.
- Σχετικά κατάθεσε το τεκμήριο
- Κατάθεσε επίσης το τεκμήριο 12 επιστολή της εναγόμενης προς το νομικό σύμβουλο της ενάγουσας με ημερομηνία 13/03/
- Ως τεκμήριο 13 κατάθεσε αντίγραφο εντάλματος πληρωμής για το οποίο έλαβε πρώτη φορά ενημέρωση ο μάρτυρας στις 24/06/
- Ως τεκμήριο 14 κατατέθηκε αντίγραφο της έκθεσης απαίτησης που κατατέθηκε στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 2748/
- Ως τεκμήριο 15 κατατέθηκε αντίγραφο ποινικού έντυπο αριθμό 7 κατηγορητήριο το οποίο είχε καταχωρηθεί στα πλαίσια της υπόθεσης με αριθμό 20525/2002 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Οι εν λόγω υποθέσεις αποσύρθηκαν το έτος 2005 άνευ βλάβης μετά από υποσχέσεις που έλαβε από την εναγόμενη ότι θα διευθετηθεί η υπόθεση εξωδίκως. Ενώ κατέληξαν σε συμφωνία ως το τεκμήριο 16 η εναγόμενη αρνήθηκε να την εκτελέσει. Ως τεκμήρια 17, 18 και 19 κατατέθηκαν επιστολές που έστειλε εκ μέρους της ενάγουσας ο ΜΕ1 στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και στην Τράπεζα Κύπρου νομικό τμήμα. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 προέκυψαν ή υποδείχθηκαν τα ακόλουθα: O ME1 ανάφερε ότι ζήτησε διευκρινήσεις και εξηγήσεις για τη χρέωση του ποσού των ΛΚ 25.000 στον επίδικο λογαριασμό όταν πήρε την κατάσταση λογαριασμού το
- Διαμαρτυρόταν συνέχεια μέχρι το έτος 1989 για την ισχυριζόμενη αφαίρεση του ποσού των ΛΚ 25.
- Του έλεγαν ότι δεν είχαν κανένα στοιχείο. Το έτος 1989 (Τεκμήριο 5) ως αναφέρει ενημέρωσε γραπτώς την εναγόμενη ότι ήταν υποχρεωμένος να εξοφλήσει το λογαριασμό λόγω κυρώσεων που επήλθαν από εμπάργκο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αναφορικά με το γεγονός εξόφλησης παράπεμψε στο Τεκμήριο
- Είπε ότι πλήρωσε το ποσό χρημάτων που φαίνεται στη στήλη πίστωση στο Τεκμήριο
- Παράπεμψε επίσης στο Τεκμήριο 11 επιστολή ημερομηνίας 19/02/1998 αναφέροντας ότι αυτό δεικνύει ότι ο επίδικος λογαριασμός εξοφλήθηκε. Υποδείχθηκε στο μάρτυρα ότι ο λογαριασμός έκλεισε αλλά όχι λόγω εξόφλησης του λογαριασμού από την ενάγουσα. Ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη στις 30/05/1986 επαναχρέωσε το λογαριασμό με ΛΚ144.093.04 χωρίς κάποιο δικαιολογητικό, ότι καταχώρησε στη συνέχεια εναντίον της ενάγουσας αγωγή και εκδόθηκε απόφαση. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 αναγνώρισε ότι η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε ήταν η απόφαση στην αγωγή αρ. 1605/1991 (Τεκμήριο 19 Α και μέρος του Τεκμηρίου 28). Υποδείχθηκε στο μάρτυρα ότι η έκδοση εκ συμφώνου απόφασης εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής αρ. 1605/1991 και δη ότι αποδέχθηκε η ενάγουσα ανεπιφύλακτα την ορθότητα του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού. Ο ΜΕ1 αμφισβήτησε την έκδοση της απόφασης εκ συμφώνου και δη ότι αυτή αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό. Υποδείχθηκε δε στο ΜΕ1 ότι ο επίδικος λογαριασμός τερματίστηκε και καταχωρήθηκε στη συνέχεια η αγωγή με αρ. 1605/
- Σε ερώτηση ως προς το λόγο που δεν έκανε αγωγή μεταξύ των ετών 1986-1989 απάντησε ότι δεν έκανε κάτι γιατί η τράπεζα αρνείτο να του δώσει κάποιο δικαιολογητικό για την ανάληψη των μετρητών για το ποσό των ΛΚ 25.
- Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι είδε για πρώτη φορά το ένταλμα ανάληψης μετρητών το έτος 1998 ανυπόγραφο όταν η εναγόμενη παράδωσε στην αστυνομία το ένταλμα. Υποδείχθηκε στο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του το Τεκμήριο 26 επιστολή της εναγόμενης προς το δικηγόρο της ενάγουσας στην οποία επισυνάφθηκε το ένταλμα ανάληψης μετρητών. Κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκε ότι η ορθή ημερομηνία της επιστολής είναι 25/06/1998 και όχι 25/06/
- Κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε ότι το έτος 2005 απόσυρε άνευ βλάβης την αγωγή αρ. 2748/1999 με σκοπό να γίνουν συζητήσεις για διευθέτηση όλων των απαιτήσεων. Ο ΜΕ1 επίσης αναγνώρισε το Τεκμήριο 23 επιστολή του δικηγόρου που εκπροσωπούσε τότε την ενάγουσα και το ΜΕ
- Σύμφωνα με το ΜΕ1 είχαν προτείνει το έτος 2005 διευθέτηση όλων των απαιτήσεων της εναγόμενης τράπεζας, θα αποσύρονταν και οι αγωγές και θα μηδενιζόταν το υπόλοιπο. Ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη θεώρησε αυτή την επιστολή ως συμφωνία η οποία εφαρμόστηκε το έτος 2010 αλλά δεν είναι έτσι και ότι το ποσό που έλαβε η εναγόμενη το έτος 2010 δεν αφορά το ποσό των ΛΚ 25.
- Υποδείχθηκε στο ΜΕ1 έγγραφο ημερομηνίας 01/6/2010 την οποία αναγνώρισε ως τη συμφωνία που έγινε το έτος 2010 αλλά δεν αφορούσε τον ίδιο ή την ενάγουσα ως ανάφερε. Το εν λόγω έγγραφο καταχωρήθηκε ως τεκμήριο με την ένδειξη
- Υποδείχθηκε στο ΜΕ1 ότι η συμφωνία του Τεκμηρίου 24 αφορούσε ακίνητο στο οποίο ο ίδιος ο ΜΕ1 παράπεμπε στην επιστολή του ως το Τεκμήριο
- Υποδείχθηκε στο μάρτυρα ότι με την επίτευξη της συμφωνίας του Τεκμηρίου 25 εξοφλήθηκε μεταξύ άλλων και η απόφαση του Τεκμηρίου 19 Α που αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό με το ΜΕ1 να αρνείται τη θέση. Υποδείχθηκε στο ΜΕ1 ότι η εναγόμενη δεν έκλεψε το ποσό των ΛΚ 25.000 αλλά τα πήρε ο ίδιος σε μετρητά. Είναι παραδεκτό από την εναγόμενη ότι έγινε λάθος και δεν ζητήθηκε η υπογραφή του στο ένταλμα ανάληψης μετρητών. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 αναφέρθηκε και σε άλλα περιστατικά που κατά τη θέση του συνιστούν κλοπή από το λογαριασμό της ενάγουσας. Ανάφερε ότι χρέωσαν αδικαιολόγητα τον επίδικο λογαριασμό και με άλλα ποσά και ότι η ποινική υπόθεση με αρ. 4208/2019 ναι μεν αφορά κλοπή ποσού ΛΚ 25.000 αλλά δεν αφορά το επίδικο ποσό των ΛΚ 25.000 επειδή το επίδικο ποσό των ΛΚ 25.000 που κατ΄ ισχυρισμό έκλεψαν υπάλληλοι της Τράπεζας στις 25/04/1986 αυτός το εξόφλησε το έτος
- Η ποινική υπόθεση ως ανωτέρω αφορά ποσό των ΛΚ 25.000 που η εναγόμενη επαναχρέωσε και είσπραξε. Έγινε δηλαδή σύμφωνα με το μάρτυρα 2η κλοπή. Η πρώτη κλοπή έγινε το 1986 και η 2η το 1989 ως ανάφερε. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε και κατάθεσε το ποινικό έντυπο 7 της ποινικής υπόθεσης αρ. 4209/2019 ως Τεκμήριο
- Ο ΜΕ1 επίσης θεωρεί ότι τα όσα αναφέρει η εναγόμενη στην επιστολή της (Τεκμήριο 28) είναι λανθασμένα. Υποδείχθηκε στο ΜΕ1 ότι ο επίδικος λογαριασμός έκλεισε/τερματίστηκε για να γίνουν ενέργειες ανάκτησης του οφειλόμενου ποσού περιλαμβανομένης και της καταχώρησης αγωγής όπως και έγινε για είσπραξη οφειλόμενου χρεωστικού υπολοίπου, με το μάρτυρα να αρνείται τη θέση. ΜΥ1 Η μαρτυρία του ΜΥ1 πρωτοκολλητή ποινικών υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ήταν τυπική υπό την έννοια ότι κλήθηκε να καταθέσει ένα έγγραφο και δη το Τεκμήριο 29 γραπτή δήλωση ΜΕ1 που κατατέθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αρ. 4208/2019 χωρίς τα τεκμήρια. Δεν αντεξετάστηκε ο μάρτυρας. Ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε ότι το εν λόγω τεκμήριο αποτέλεσε τη γραπτή δήλωση του ΜΕ1 στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αρ. 4208/2019 και ότι όσα περιλαμβάνονται στο έγγραφο αποτελούν δηλώσεις του. ΜΥ2 Προτού προχωρήσω στη σύνοψη μαρτυρίας του ΜΥ2 κρίνω ορθό στο παρόν στάδιο να αναφερθώ στην ένσταση που τέθηκε εκ μέρους της ενάγουσας αναφορικά με κάποια σημεία της μαρτυρίας στο Έγγραφο Β. Συγκεκριμένα έγινε ένσταση επί του περιεχομένου των παραγράφων 6,10,12,16, 21,22,23,28 του Εγγράφου Β με τον ισχυρισμό ότι αφορά ισχυρισμούς οι οποίοι δε δικογραφούνται. Το Δικαστήριο εξέτασε την εισήγηση του συνηγόρου και κατά την ακροαματική διαδικασία αλλά και μέσω της παρούσας. Ουσιαστικά τα επίδικα θέματα σχετίζονται με τον επίδικο λογαριασμό που διατηρούσε η ενάγουσα στην εναγόμενη. Η θέση της ενάγουσας είναι ότι αφαιρέθηκαν παράνομα χρήματα και δη το ποσό των ΛΚ 25.000 το έτος 1986 από τον επίδικο λογαριασμό. Η εναγόμενη δικογραφεί στοιχεία αυτού του λογαριασμού, παραθέτει ισχυρισμούς αναφορικά με την αγωγή αρ. 1605/1991 η οποία κατ' ισχυρισμό σχετίζεται με τον επίδικο λογαριασμό. Τίθεται ισχυρισμός ότι εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στα πλαίσια της αγωγής αρ. 1605/1991 και ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε το χρεοπιστωτικό υπόλοιπο. Τα όσα παρατίθενται στις πιο πάνω παραγράφους του Εγγράφου Β για τα οποία υπάρχει ισχυρισμός για μη δικογράφηση ουσιαστικά αφορούν το ιστορικό του επίδικου λογαριασμού, δίδονται εξηγήσεις εκ μέρους της εναγόμενης ως προς το πως κατέληξε η έκδοση απόφασης στα πλαίσια της αγωγής αρ. 1605/
- Τα όσα αναφέρονται για συμφωνία μεταξύ ενάγουσας και άλλων εταιρειών το έτος 2010 αφορούν μαρτυρία που φαίνεται να συνδέεται με τα επίδικα θέματα και με το δικόγραφο της εναγόμενης αφού γίνεται αναφορά σε συμφωνία του έτους
- Επιπροσθέτως σχετίζεται και με ισχυρισμούς που η ίδια η ενάγουσα παράθεσε στο δικόγραφο της στην Απάντηση στην Υπεράσπιση. Δε συμφωνώ λοιπόν με τη θέση ότι θα έπρεπε ο κάθε ισχυρισμός που περιλαμβάνεται στις πιο πάνω παραγράφους να δικογραφηθεί ξεχωριστά και δη ειδικά να δικογραφηθεί η μαρτυρία προς απόδειξη αυτών. Σαφώς η μαρτυρία δεν υπέχει θέση σε δικόγραφο. Το δικόγραφο της εναγόμενης περιέχει με σαφήνεια τις θέσεις και ισχυρισμούς της χωρίς να προκαταβάλει την Ενάγουσα εξ απήνης. Επισημαίνω επίσης ότι όσα περιλαμβάνονται στο Έγγραφο Β υποδείχθηκαν στο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του. Μάλιστα τα τεκμήρια που σχετίζονται με αυτούς τους ισχυρισμούς αναγνωρίστηκαν από το ΜΕ1 στα πλαίσια της αντεξέτασης, και τα τεκμήρια κατατέθηκαν χωρίς ένσταση. Με τις διευκρινήσεις πιο πάνω προχωρώ στη σύνοψη μαρτυρίας. Τέλος θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι η ενάγουσα μέσω του ΜΕ1 παράθεσε εν πάση περίπτωση μαρτυρία για θέματα που δε δικογράφησε όπως για παράδειγμα ότι υπέστη η ενάγουσα θύμα πολλών κλοπών και εξαπάτησης από την εναγόμενη τράπεζα πέραν δηλαδή της επίδικης ισχυριζόμενης κλοπής. Επίσης παρουσίασε για τα θέματα αυτά έγγραφη μαρτυρία για τα οποία στη συνέχεια η εναγόμενη προσπάθησε μέσω μαρτυρίας να απαντήσει ή να αντικρούσει τις θέσεις της ενάγουσας. Ο ΜΥ2 στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε το Έγγραφο Β. Μαζί κατάθεσε και το τεκμήριο
- Ο μάρτυρας εξήγησε τα καθήκοντά του στην εναγόμενη τράπεζα. Ως ανάφερε πρόβηκε στη μαρτυρία του με βάση τα όσα κατάφερε να διαπιστώσει μέσα από τους φακέλους και αρχείο που τηρείται από την εναγόμενη τράπεζα. Όσον αφορά τον επίδικο λογαριασμό εξήγησε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός είχε αρχικά τον αριθμό 010 11070732 και ότι αυτός χρησιμοποιείτο για τη διενέργεια εμπορικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της ενάγουσας με την έκδοση επιταγών αλλά και κατάθεση σε αυτόν διαφόρων ποσών. Ο επίδικός λογαριασμός παρουσίαζε καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των ποσών που παρουσιάζονταν ως οφειλόμενα στον τρεχούμενο λογαριασμό και έτσι η εναγόμενη τράπεζα την 26/05/1989 τερμάτισε την λειτουργία του και έκλεισε τον τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίος τότε παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους ΛΚ 144.093,
- Εξήγησε ότι στην κατάσταση λογαριασμού ως το τεκμήριο 6 αναφέρεται ότι έγινε πίστωση του πιο ποσού που είχε σαν αποτέλεσμα τον μηδενισμό και κλείσιμο του εφόσον το εν λόγω ποσό μεταφέρθηκε και θα χρεωνόταν άλλος λογαριασμός με σκοπό να ακολουθηθεί διαδικασία ανάκτησης του χρέους. Εξήγησε το τεκμήριο 7 λέγοντας ότι αυτό που έγινε στις 30/05/1986 είναι ότι τράπεζα χρέωσε εκ νέου το τρεχούμενο λογαριασμό που είχε κλείσει γιατί παρουσιάστηκαν επιταγές προς πληρωμή με ημερομηνία εξόφλησης μεταγενέστερη του κλεισίματος του τρεχούμενου επίδικου λογαριασμού γι' αυτό το λόγο στο τεκμήριο 7 φάνηκαν χρεοπιστώσεις. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι όλοι λογαριασμοί και διευκολύνσεις που είχαν δοθεί στην ενάγουσα τερματίστηκαν λόγω παραβάσεων όρων των μεταξύ τους συμφωνιών και καταχωρήθηκαν διάφορες δικαστικές διαδικασίες. Εξήγησε ότι στις διάφορες αγωγές εναγόμενοι ήταν η ενάγουσα ο ΜΕ1 ως εγγυητής αλλά και οι συνδεόμενες με αυτούς εταιρείες όπως η Lartides Brothers. Αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό παράπεμψε στο τεκμήριο 19 Α, απόφαση που συνδέεται με την αγωγή με αριθμό 1605/1991 στα πλαίσια της οποίας στις 29/ 09/1991 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση. Παρόλο που ο ΜΕ1 πρότεινε την έκδοση των εκ συμφώνου αποφάσεων δεν τήρησε τις δεσμεύσεις ως αυτές εκφράστηκαν μέσα από το Τεκμήριο 20 και ξεκίνησε να αμφισβητεί τα υπόλοιπα για τα οποία είχαν εκδοθεί οι εκ συμφώνου αποφάσεις. Η ενάγουσα καταχώρησε την ποινική υπόθεση με αριθμό 20525/2002 αλλά και την αγωγή με αριθμό 2748/
- Τελικά όλες οι υποχρεώσεις μεταξύ της εναγόμενης και της ενάγουσας εξοφλήθηκαν τον Ιούλιο του 2010 με καταβολή ποσού ύψους €1.217.333,00 το οποίο σύμφωνα με τον μάρτυρα προήλθε από την πώληση ενός ακινήτου ιδιοκτησίας της συνδεόμενης με την ενάγουσα εταιρείας Lartides Brothers. Παράπεμψε ο μάρτυρας στο τεκμήριο
- Ο μάρτυρας εξηγεί επίσης τι μεσολάβησε ώστε τελικά να προέκυψε εξόφληση των αγωγών και των υποχρεώσεων της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη. Παράπεμψε στο τεκμήριο
- Αναφορικά με τη θέση ότι υπήρξε κλοπή του ποσού των ΛΚ 25.000 ο μάρτυρας παραπέμπει στο ένταλμα πληρωμής ως το τεκμήριο 13 και μέρος του Τεκμηρίου 26 λέγοντας ότι αυτό υπογράφεται από τέσσερις λειτουργούς της τράπεζας. Ανάφερε ότι για τα δεδομένα της εποχής εκείνης επρόκειτο για μεγάλο ποσό και θεωρεί λογικό να ελέγχθηκε επανειλημμένα η συναλλαγή. Όσον αφορά το γεγονός ότι το ένταλμα πληρωμής δεν υπογράφηκε από τον παραλήπτη των χρημάτων δε γνωρίζει τι ακριβώς έγινε αλλά εκτιμά ότι αυτό έγινε εκ λάθους. Τα χρήματα όμως δόθηκαν στον παραλήπτη του εντάλματος πληρωμής. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ2 επανέλαβε ότι όσα κατάθεσε προκύπτουν από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Ο ίδιος δε γνωρίζει προσωπικά την υπόθεση ούτε τα πρόσωπα/λειτουργούς της Εναγόμενης που υπόγραψαν στις 25/04/1986 το ένταλμα πληρωμής ως το Τεκμήριο
- Ως ανάφερε στο έγγραφο υπάρχουν 4 υπογραφές στη θέση του εκδότη, δυο υπογραφές στη θέση έλεγχος, και υπογραφή ταμία. Ανάφερε ότι το ποσό των ΛΚ 25.000 το έτος 1986 ήταν μεγάλο ποσό και τέτοιο ποσό διαθέσιμο είχαν λίγα υποκαταστήματα της Τράπεζας Κύπρου. Κατά την αντεξέταση του υποδείχθηκε από το συνήγορο της ενάγουσας ότι ουδέποτε τέθηκε εκ μέρους της ισχυρισμός για πλαστογραφία ή οικειοποίηση χρημάτων από υπαλλήλους της τράπεζας. Τέθηκε επιπροσθέτως από το συνήγορο της ενάγουσας ότι ο λόγος που έγινε η καταγγελία στην αστυνομία είναι διότι δεν του δίδονταν εξηγήσεις για το που πήγαν τα χρήματα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε ότι από ότι φαίνεται οι υπάλληλοι της τράπεζας ξέχασαν κατά το χρόνο ανάληψης του ποσού που ήταν σε μετρητά να δώσουν το ένταλμα πληρωμής στο ΜΕ1 να το υπογράψει. Ο ΜΥ2 ως επίσης ανάφερε η διαπίστωση του σφάλματος έγινε όταν ξεκίνησαν οι καταγγελίες από την Ενάγουσα. Ο ΜΥ2 επεσήμανε ότι το ποσό ορθά χρεώθηκε στο λογαριασμό της ενάγουσας. Το ποσό των ΛΚ 25.000 το αποδέχθηκε η ενάγουσα. Το σφάλμα στο ένταλμα πληρωμής εκ των υστέρων διαπιστώθηκε. Αναφορικά με τη θέση της εναγόμενης ότι ο επίδικος λογαριασμός έκλεισε λόγω καθυστερήσεων στις πληρωμές ο ΜΥ2 ανάφερε ότι αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου που μελέτησε. Παράπεμψε ο ΜΥ2 στο Τεκμήριο 6 λέγοντας ότι στις λεπτομέρειες αναγράφονται τα αρχικά Εξφ. το σύστημα τότε δεν είχε σχεδιαστεί έχοντας κατά νου ληξιπρόθεσμες οφειλές. Οπόταν όταν μια οφειλή γινόταν ληξιπρόθεσμη εφαρμοζόταν το επιτόκιο που εφαρμοζόταν για τα ληξιπρόθεσμα δάνεια 9% σταθερό το οποίο καθοριζόταν από την Κεντρική Τράπεζα και έπρεπε να φύγει από το χαρτοφυλάκιο. Ο μόνος τρόπος να γίνει αυτό ήταν να κλείσει ο λογαριασμός. Δεν έγινε εξόφληση του λογαριασμού από την ενάγουσα απλώς έγινε μεταφορά του ποσού στη νέα κατηγορία ληξιπρόθεσμης οφειλής με επιτόκιο 9% στην οποία βασίστηκε η αγωγή αρ. 1605/
- Μετά την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης ανοίχθηκε νέος λογαριασμός. Τότε στην τράπεζα δεν είχαν συστήματα που να αναγνωρίζουν οτιδήποτε άλλο εκτός από εξόφληση όταν πιστωνόταν ο λογαριασμός με το υπόλοιπο της μέρας. Τέθηκε ισχυρισμός εκ μέρους της ενάγουσας ότι ο επίδικος λογαριασμός εξοφλήθηκε το 1991 με το μάρτυρα να αρνείται τη θέση και να απαντά ότι ο επίδικος λογαριασμός και η απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής αρ. 1605/1991 εξοφλήθηκε το έτος 2010 με βάση τη συμφωνία του τεκμηρίου
- Ο ΜΥ2 απάντησε μέσω της μαρτυρίας στις θέσεις της Ενάγουσας ως προβλήθηκαν μέσω του ΜΕ
- Υποδείχθηκε στο ΜΥ2 ότι το επίδικο ποσό των ΛΚ 25.000 δεν είχε ληφθεί υπόψη στα πλαίσια έκδοσης απόφασης στην αγωγή αρ. 1605/1991 με το μάρτυρα να αρνείται τον ισχυρισμό. Αξιολόγηση Σημειώνω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε αφού παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ έδιδαν τη μαρτυρία τους και έλαβα υπόψη την ποιότητα της μαρτυρίας, τη σαφήνεια στον τρόπο απάντησης, τη φυσικότητα και αμεσότητα των απαντήσεων, την ύπαρξη τυχόν συμφέροντος, τυχόν ουσιαστικές αντιφάσεις, τη μνήμη των μαρτύρων, τους λόγους που είχαν να τα θυμούνται αυτά κοσκινίζοντας τη μαρτυρία τους, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τούτη με τα όσα ανάφερε ο κάθε μάρτυρας ξεχωριστά.[1] Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση γενικά της μαρτυρίας είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι μαρτυρία που δε δικογραφείται και θα έπρεπε να αποτελέσει μέρος της δικογράφησης δε θα ληφθεί υπόψη αλλά ούτε επίσης θα ληφθεί υπόψη μαρτυρία για την οποία έγινε προσπάθεια να εισαχθεί μέσω γραπτής αγόρευσης.[2] Επιπροσθέτως δε θα ληφθεί υπόψη μαρτυρία γνώμης από μάρτυρα γεγονότων. ΜΕ1 Η μαρτυρία του ΜΕ1 σε γενικές γραμμές δεν άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Ήταν συγχυσμένη, σε κάποια σημεία αντιφατική και ασαφής. Η ποιότητα της μαρτυρίας του ήταν τέτοια ώστε δεν μπορώ να προβώ σε ασφαλή ευρήματα με βάση τα όσα παράθεσε. Παρατήρησα επίσης στη μαρτυρία του το στοιχείο της υπερβολής. Επιπλέον προσπαθώντας να δικαιολογήσει τους ισχυρισμούς που πρόβαλε εκ μέρους της Ενάγουσας δε δίσταζε να παραθέτει νέα γεγονότα ή να μεγαλοποιεί τα θέματα. Είναι ορθό να αναφέρω ότι στο δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης ουσιαστικά δικογραφείται ότι αφαιρέθηκαν χρήματα από το λογαριασμό της Ενάγουσας χωρίς εξουσιοδότηση για το ποσό των ΛΚ 25.
- Δε δικογράφησε η Ενάγουσα ότι η Εναγόμενη αφαίρεσε κι άλλα χρηματικά ποσά της τάξεως περί των ΛΚ144.093.04 ως ανάφερε εν τέλει ο ΜΕ
- Εντελώς αντιφατικά επίσης ισχυρίστηκε ότι το ποσό των ΛΚ144.093.04 το εξόφλησε συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου ποσού. Παρόλα αυτά όμως ενώ παρουσιάζει ότι η Ενάγουσα υπέστη θύμα κλοπής μεγάλων ποσών ειδικά για την εποχή εκείνη (1986-1989) αλλά και ότι εξόφλησε τον επίδικο λογαριασμό δεν εξήγησε στο Δικαστήριο με επάρκεια και πειστικότητα το λόγο που τόσο ο ίδιος προσωπικά όσο και η Ενάγουσα αποδέχθηκαν την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης στα πλαίσια της αγωγής αρ. 1605/
- Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι για την απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής αρ. 1605/1991 (βλ. Τεκμήριο 19 Α) ενώ είχε παραδεχτεί αρχικά ότι η εν λόγω αγωγή στην οποία εκδόθηκε η απόφαση αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό μετάβαλε τη θέση του ισχυριζόμενος ότι δεν αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό ή ότι δεν αφορούσε το ποσό των ΛΚ 25.
- Η εύκολη εναλλαγή των απαντήσεων του σηματοδοτεί την προσπάθεια του μάρτυρα να προβάλει την εκδοχή που βόλευε. Σ' άλλη υποβολή κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 ότι με την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης (αγωγή αρ. 1605/1991) αποδέχθηκε η Ενάγουσα την ορθότητα του επίδικου λογαριασμού ανάφερε για πρώτη φορά ότι η τράπεζα διατηρούσε δύο διαφορετικούς λογαριασμούς. Επιπρόσθετα πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του ανάφερε ότι δεν εκδόθηκε η απόφαση δυνάμει δικής του απαίτησης ή της Ενάγουσας. Επισημαίνω ότι ο ίδιος ο μάρτυρας με την επιστολή του την οποία αναγνώρισε ότι υπόγραψε (βλ. Τεκμήριο 20) καταγράφει ξεκάθαρα ότι επιθυμούσε την έκδοση απόφασης στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής του έτους
- Είναι επίσης άξιο σχολιασμού ότι στην κυρίως εξέταση του ο ΜΕ1 απόφυγε να αναφερθεί στο γεγονός έκδοσης αυτής της απόφασης, γεγονός που δημιουργεί επιπλέον ερωτηματικά στο Δικαστήριο ως προς το λόγο που παρέλειψε να το αναφέρει. Αναφέρω ότι για την επιστολή Τεκμήριο 20 ανάφερε επιπροσθέτως ο ΜΕ1, πάλι για πρώτη φορά ότι αυτή αποτελεί κατασκεύασμα της Εναγόμενης τράπεζας παρόλο που αναγνώρισε την υπογραφή του. Εν τέλει όταν υποδείχθηκε στο ΜΕ1 ότι η απόφαση εκδόθηκε με δική του απαίτηση και δη ότι αποδέχθηκε τα ποσά και το χρεωστικό υπόλοιπο ισχυρίστηκε πάλι για πρώτη φορά ότι καμία σχέση έχει η απόφαση (Τεκμήριο 19 Α) με τις ΛΚ 25.000 (επίδικο ποσό). Είναι ξεκάθαρη η προσπάθεια του να προωθήσει τις εκδοχές που βόλευαν. Στην προσπάθεια του αυτή όχι μόνο μετέβαλλε τις θέσεις του αλλά πρόβηκε και σε αντιφατικούς ισχυρισμούς. Στο σημείο αυτό είναι ορθό να επισημανθεί το Τεκμήριο 29 γραπτή δήλωση του ΜΕ1 (δεν αμφισβητήθηκε ότι αποτελεί γραπτή δήλωση του η οποία κατατέθηκε στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης με αρ. 4208/2019). Μέσω αυτής της δήλωσης ως φαίνεται και αποτελεί εύρημα μου η έκδοση εκ συμφώνου απόφασης στα πλαίσια τις αγωγής αρ. 1605/1991 συμπεριλάμβανε και το επίδικο ποσό των ΛΚ 25.000 και/ή ότι η απόφαση αφορούσε υπόλοιπο επίδικου λογαριασμού. Επισημαίνω ότι το Τεκμήριο 1 κατάσταση επίδικου λογαριασμού (πανομοιότυπο με Τεκμήριο 21) είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές. Ο τρόπος που απαντούσε, οι ισχυρισμοί που παράθετε κάθε φορά, η εναλλαγή των απαντήσεων ή θέσεων επίδρασαν στην αξιοπιστία του μάρτυρα. Επιπροσθέτως ενώ ο ΜΕ1 επέμεινε ότι η ανάληψη χρημάτων έγινε χωρίς εξουσιοδότηση και ότι δεν είχε ανευρεθεί το ένταλμα ανάληψης μετρητών που αυτή είναι και η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας εν τέλει ανάφερε με βάση το Τεκμήριο 13 ότι το ένταλμα ανάληψης μετρητών ήταν πλαστό. Δε δικογραφείται όμως ισχυρισμός για πλαστογράφηση εγγράφου και δε θα εξεταστεί τέτοιο θέμα από το Δικαστήριο. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας υπόδειξε κατά την αντεξέταση του ΜΥ2 ότι ουδέποτε ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 13 είναι πλαστό ή ότι η Εναγόμενη έκλεψε τα χρήματα κατά την ακροαματική διαδικασία η μαρτυρία του ΜΕ1 επικεντρώθηκε σ' αυτό και δη ότι έγινε πλαστογραφία. Επισημαίνω όμως ότι τέτοιος ισχυρισμός δε δικογραφήθηκε. Αντιθέτως η θέση που δικογραφήθηκε είναι ότι αφαιρέθηκαν χρήματα χωρίς εξουσιοδότηση. Αυτό δηλαδή που θα εξεταστεί είναι εάν το συγκεκριμένο έγγραφο αποτελεί έγγραφο νομιμοποιητικό απόσυρσης χρημάτων. Ο ΜΕ1 ανάφερε πλειστάκις ότι η ύπαρξη του εν λόγω έγγραφου δηλαδή του Τεκμηρίου 13 επήλθε εις γνώση του το έτος 1998 από το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (ΤΑΕ) όταν έκανε την καταγγελία. Ο μάρτυρας απόφυγε να αναφερθεί στην επιστολή της Εναγόμενης ως το Τεκμήριο 26 η οποία αποστάλθηκε στον τότε συνήγορο της Ενάγουσας και στην οποία είχε επισυναφθεί αντίγραφο του εντάλματος πληρωμής. Δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ότι η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε. Κατά συνέπεια εξάγεται εύλογα συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα είχε λάβει αντίγραφο του εντάλματος πληρωμής (Τεκμήριου 13) μέσω και της επιστολής του Τεκμηρίου
- Ο ΜΕ1 απόκρυψε προφανώς εσκεμμένα την ύπαρξη του Τεκμηρίου
- Επιπροσθέτως ο ΜΕ1 ανάφερε κατά την ακροαματική διαδικασία για πρώτη φορά ότι κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία τμήμα ΤΑΕ στις 30/01/
- Ως δικαιολογία για το λόγο που ο αστυνομικός φάκελος ανοίχθηκε το έτος 1998 ανάφερε ότι τότε το ΤΑΕ προχώρησε στη διερεύνηση της υπόθεσης επειδή μέχρι τότε δεν υπήρχε δικαιολογητικό ανάληψης του ποσού. Πέραν του ότι η θέση αυτή είναι αντίθετη στη λογική έρχεται σ' αντίθεση με άλλες γραπτές δηλώσεις του ΜΕ
- Παρατηρώ ότι στο τεκμήριο 10 επιστολή που ο ίδιος συνέταξε και ο ίδιος κατάθεσε στο Δικαστήριο δηλώνει ότι υπέβαλε καταγγελία στο ΤΑΕ για το θέμα αφαίρεσης ποσών ΛΚ 25.000 την 15/04/
- Αυτό είναι ένα παράδειγμα αναλήθειας του ΜΕ
- Επιπλέον αναφορικά με το Τεκμήριο 8 το οποίο ο ίδιος κατάθεσε αναφέροντας ότι σχετιζόταν με τη διερεύνηση του θέματος ήτοι κλοπής ποσού ΛΚ 25.000 από το λογαριασμό της Ενάγουσας αντεξεταζόμενος τελικά ανάφερε ότι το Τεκμήριο 8 δεν έχει σχέση με τις ΛΚ 25.000 για τις οποίες εξετάζεται η παρούσα. Αυτό είναι ένα άλλο παράδειγμα αντίφασης και σύγχυσης στη μαρτυρία του. Παρατηρώ επίσης ότι ο ίδιος ο μάρτυρας κατάθεσε το Τεκμήριο 16 (πανομοιότυπο με τεκμήριο 23). Ο ίδιος ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε αυτό το έγγραφο αναφέροντας ότι αποτελούσε συμφωνία διευθέτησης των διαφορών του, της Ενάγουσας και μιας εταιρείας J.L.M Trade Ltd. Είναι αποδεκτό ότι αποστάλθηκε αυτή η επιστολή. Από το περιεχόμενο της προκύπτει ότι υπήρχε πρόθεση να αποσυρθεί η αγωγή αρ. 2748/1999 (η οποία αγωγή αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό και δη το ποσό των ΛΚ 25.000) και ότι πρόθεση ήταν να διευθετηθούν οι αποφάσεις των Δικαστηρίων. Αρνήθηκε όμως ο ΜΕ1, ότι η διευθέτηση θα αφορούσε και την απόφαση στην αγωγή αρ. 1605/
- Σημειώνω ότι στην επιστολή γίνεται αναφορά σε όλες τις αποφάσεις. Δεν εξήγησε με επάρκεια αφήνοντας κενά για το λόγο που δεν αφορούσε ως ισχυρίστηκε η συζήτηση για διευθέτηση την απόφαση στην αγωγή αρ. 1605/
- Επίσης οι εξηγήσεις που έδωσε ο ΜΕ1 ότι το τεκμήριο 24 συμφωνία ημερομηνίας 01/06/2010 δεν έχει καμία σχέση με τον επίδικο λογαριασμό και με την απόφαση της που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής αρ. 1605/1991 δεν είναι πειστικές. Καταρχάς ο ίδιος μέσω των τεκμηρίων 23 και 25 αναφέρθηκε σε πώληση ακινήτου της εταιρείας Lartides Brothers Ltd. Ο ίδιος έφερε στο προσκήνιο αυτή την εταιρεία λέγοντας ότι η συμφωνία για διευθέτηση των υποχρεώσεων θα γινόταν με την πώληση ενός ακινήτου της. Το τεκμήριο 24 αποτελεί συμφωνία πώλησης ακινήτου της εν λόγω εταιρείας. Σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 28 το περιεχόμενο του οποίου δεν αντικρούστηκε προκύπτει ότι πράγματι με την εν λόγω συμφωνία εξοφλήθηκαν όλες οι υποχρεώσεις τόσο της Ενάγουσας όσο και του ΜΕ
- Επιπρόσθετα ως τέθηκε στο ΜΕ1 και εξηγήθηκε με επάρκεια από το ΜΥ2 το ποσό εξόφλησης προέκυψε από την πώληση ακινήτου του Τεκμηρίου
- Ο ΜΕ1 δεν έλεγε αλήθεια όταν αρνείτο τη σχέση της συμφωνίας του Τεκμηρίου 24 με τον επίδικο λογαριασμό και την απόφαση αρ. 1605/
- Το Τεκμήριο 1, 6,7, και 21 είναι αποδεκτό αλλά και παραδεκτό ότι είναι η κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό όπως και το περιεχόμενο αυτών όχι όμως όπως το ερμήνευσε ο ΜΕ
- Είναι αποδεκτό ότι ο ΜΕ1 απόστειλε εκ μέρους της Ενάγουσας τις επιστολές των Τεκμηρίων 2,3,4,5, 9,10,17,19,
- Είναι επίσης αποδεκτό και δεν αμφισβητείται ότι αποστάλθηκαν είτε στο ΜΕ1 εκ μέρους της Ενάγουσας είτε στο δικηγόρο της οι επιστολές ως τα Τεκμήρια 8,11,12, 18,26,
- Είναι επίσης αποδεκτό ότι η Ενάγουσα είχε καταχωρήσει την αγωγή αρ. 2748/1999 με την οποία αξίωνε θεραπείες για ιδιοποίηση του ποσού των ΛΚ 25.000 από τον επίδικο λογαριασμό και ότι απόσυρε αυτή άνευ βλάβης. Σχετικά είναι τα τεκμήρια 14 και
- Είναι αποδεκτό ότι η Ενάγουσα καταχώρησε την ποινική υπόθεση εναντίον και της Εναγόμενης με αρ. 20525/2002 την οποία απόσυρε άνευ βλάβης και ότι καταχώρησε το έτος 2019 την ποινική υπόθεση αρ. 4208/2019 (Τεκμήριο 27). Στο σημείο αυτό παρεμβάλλω ότι ο ΜΕ1 ανάφερε κατά την ακροαματική διαδικασία ότι η λόγω ποινική υπόθεση δεν αφορούσε το επίδικο ποσό των ΛΚ 25.000 που αποσύρθηκε την 25/04/1986 αλλά άλλο ποσό ΛΚ 25.000 που κλάπηκε από το λογαριασμό της Ενάγουσας για 2η φορά γιατί ισχυρίστηκε ότι το ποσό των ΛΚ 25.000 το εξόφλησε. Καταρχάς η τοποθέτηση αυτή του μάρτυρα λέχθηκε πρώτη φορά κατά την ακροαματική διαδικασία. Ουδέποτε στο δικόγραφο του αναφέρει ότι εξόφλησε το ποσό των ΛΚ 25.000 και γενικά ότι εξόφλησε το έτος 1989 όλο το χρεοπιστωτικό υπόλοιπο, ούτε παρουσίασε κάποιο σχετικό τεκμήριο. Αν πράγματι εξοφλούσε το ποσό δε θα προχωρούσε προφανώς στο να αποδεχθεί έκδοση εκ συμφώνου απόφασης για χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Κατά δεύτερο τα λεγόμενα του έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του ίδιου του Τεκμηρίου
- Παρατήρησα επιπροσθέτως ότι ο ΜΕ1 παρουσίασε επιλεκτικά μαρτυρία και αυτό είναι ένα παράδειγμα προσπάθειας αποπροσανατολισμού του Δικαστηρίου. Κατάθεσε το Τεκμήριο 11 για να υποδείξει ότι ο επίδικος λογαριασμός εξοφλήθηκε και μάλιστα από τον ίδιο. Στο συγκεκριμένο έγγραφο αναγράφονται τα εξής: «Σας πληροφορούμε επίσης ότι το ένταλμα ανάληψης μετρητών από το λογαριασμό 0110-11-070738 για ΛΚ 25.000 δεν ανευρέθη και η πίστωση στο λογαριασμό 0110-11-070738 ημερομηνίας 26/05/1989 για ΛΚ 144,093.04 αποτελεί ποσό εξόφλησης/κλεισίματος του λογαριασμού και επαναφοράς του ανοίγματος του λογαριασμού, επισυνάπτονται αντίγραφα». Το συγκεκριμένο έγγραφο το ερμήνευσε ως ήθελε ο μάρτυρας. Επισημαίνω ότι στην επιστολή γίνεται αναφορά σε επανάνοιγμα του λογαριασμού, γεγονός που συνάδει με την εξήγηση που έδωσε ο ΜΥ
- Επιπροσθέτως από το περιεχόμενο του εγγράφου φαίνεται ότι μαζί με την εν λόγω επιστολή επισυνάφθηκαν και αντίγραφα εγγράφων τα οποία παρέλειψε να παρουσιάσει ο ΜΕ
- Ελλείψει παρουσίασης του εν λόγω τεκμηρίου ολοκληρωμένου ώστε να παρουσιαστεί ολοκληρωμένη η επιστολή δεν μπορούν να συναχθούν ασφαλή ευρήματα με βάση αυτό και δη από αυτό δεν μπορεί να συναχθεί εύρημα ότι ο λογαριασμός εξοφλήθηκε από την ενάγουσα. Ο ΜΕ1 με τη «συγχυστική» μαρτυρία του προσπάθησε να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο αφήνοντας μεταξύ άλλων κενά στη μαρτυρία του. Εν κατακλείδι η μαρτυρία του δε γίνεται αποδεκτή εκτός κι αν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία ή μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκε. ΜΥ1 Η μαρτυρία του ΜΥ2 είναι καθαρά τυπική. Κλήθηκε απλώς να παρουσιάσει το Τεκμήριο 29 γραπτή δήλωση του ΜΕ1 που δόθηκε στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης με αρ. 4208/
- Δεν αμφισβητήθηκε ότι το εν λόγω έγγραφο αποτελεί δήλωση του ΜΕ1 η οποία υπογράφηκε ενόρκως και η οποία κατατέθηκε στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης. Είναι αποδεκτό λοιπόν ότι το εν λόγω έγγραφο περιέχει δηλώσεις του ΜΕ1 αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό που βρίσκονται σε αντίφαση με τις δηλώσεις του στην παρούσα διαδικασία και δη ότι το επίδικο ποσό των ΛΚ 25.000 συμπεριλαμβανόταν στο ποσό των ΛΚ 144.000 που εκκρεμούσε ως υπόλοιπο το έτος
- Οι δηλώσεις του ΜΕ1 σαφώς και τον δεσμεύουν. ΜΥ2 Η μαρτυρία του ΜΥ2 υπήρξε θετική. Παρουσίασε με σαφήνεια και επάρκεια τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Εξήγησε με ειλικρίνεια την εμπλοκή και γνώση του στα επίδικα θέματα και σε καμία περίπτωση δε διαπίστωσα να ήρθε στο Δικαστήριο για να αποκρύψει γεγονότα. Εξήγησε με καθαρότητα το ιστορικό της υπόθεσης με βάση το περιεχόμενο του φακέλου και τα τεκμήρια. Εξήγησε επαρκώς το πως λειτουργούσε ο επίδικος λογαριασμός, και για ποιο λόγο έγινε πίστωση το έτος 1989 στον επίδικο λογαριασμό του ποσού των ΛΚ 144.093,
- Η μαρτυρία του αν και εξ' ακοής είναι σε λογική συνέχεια και αλληλουχία με την έγγραφη μαρτυρία. Επίσης οι εξηγήσεις που έδωσε είναι λογικές και σε συνάφεια με τα γεγονότα ως παρουσιάζονται μέσω των εγγράφων. Αποδέχομαι τις εξηγήσεις που έδωσε ως προς το λόγο που στο Τεκμήριο 6 γράφει «εξφ» και τι συνεπάγεται αυτό. Ήταν επίσης κατατοπιστικός ως προς το λόγο που ενώ φαίνεται να έκλεισε ο λογαριασμός (βλ. Τεκμήριο 6) ανοίχθηκε ξανά. Ως εξήγησε ο ΜΥ2, η τράπεζα πίστωσε το λογαριασμό με το χρεοπιστωτικό υπόλοιπο που υπήρχε με σκοπό να κλείσει ο λογαριασμός και να μεταφερθεί σε νέα κατηγορία. Επειδή όμως η Ενάγουσα εξέδωσε επιταγές χρεώνοντας τον λογαριασμό και οι οποίες φαίνεται να παρουσιάστηκαν προς πληρωμή μετά την ημερομηνία κλεισίματος. Γι' αυτό το λόγο φάνηκε ξανά το υπόλοιπο στο λογαριασμό επειδή δεν εξοφλήθηκε στην πραγματικότητα. Επισημαίνω ότι ο ΜΕ1 εν πάση περίπτωση δεν παρουσίασε κάποιο αποδεικτικό ότι το έτος 1989 εξόφλησε ο ίδιος εκ μέρους της Ενάγουσας το τότε χρεωστικό υπόλοιπο ως ανάφερε. Αντιθέτως αυτό που προέκυψε μετά βεβαιότητας είναι ότι ο ΜΕ1 τόσο προσωπικά όσο και εκ μέρους της Ενάγουσας αποδέχθηκε το χρεοπιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού εφόσον το έτος 1991 αποδέχθηκε την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης στα πλαίσια της αγωγής αρ. 1605/
- Ως αναφέρεται ανωτέρω έχει αποδειχθεί ότι η απόφαση αυτή αφορούσε υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Επισημαίνω επίσης ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι τα όσα παράθεσε στο Δικαστήριο τα γνωρίζει από το φάκελο που διατηρείτο στην Εναγόμενη τράπεζα για την Ενάγουσα αλλά και ότι τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο πρόκυψαν από τον εν λόγω φάκελο. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του αναφέρθηκε και σε κάποια άλλα πρόσωπα υπαλλήλους της τράπεζας από τους οποίους άντλησε πηγή γνώσης. Δεν τέθηκε στο μάρτυρα ότι τα όσα ανάφερε και προέκυψαν κατά τη θέση του από το φάκελο είναι ψευδή ή ότι πρόκειται για κατασκευασμένη μαρτυρία. Επισημαίνω ότι παρόλο που ο ΜΕ1 αναφέρθηκε ότι το ένταλμα πληρωμής είναι πλαστό και ότι έγινε κλοπή χρημάτων ο δικηγόρος της Ενάγουσας υπέβαλε στο μάρτυρα ότι δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο η Ενάγουσα! Εν πάση περίπτωση δεν προκύπτει οτιδήποτε μεμπτό στο να παρουσιάσει μαρτυρία ο ΜΥ2 μετά από μελέτη του φακέλου ή από πληροφορίες που έλαβε από άλλους υπαλλήλους. Το γεγονός δηλαδή ότι ο ΜΕ1 παρουσίασε μαρτυρία για γεγονότα που δεν είχε προσωπική εμπλοκή δεν είναι μεμπτό και δεν αποτελεί λόγο να μη γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του. Δεν υπάρχει ούτε κάτι μεμπτό στο να παρουσιάσει μαρτυρία ή τεκμήρια με βάση το φάκελο που διατηρείται και φυλάσσεται στην Εναγόμενη. Επισημαίνω ότι εξήγησε τα καθήκοντα του με επάρκεια και το λόγο που είχε το φάκελο στην κατοχή του. Τα έγγραφα που παρουσίασε εν πάση περίπτωση δεν αντικρούστηκαν. βλ. Παπαχριστοδούλου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ[3]. Εν προκειμένω ουσιαστικά αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του ΜΥ2 αναφορικά με τις τοποθετήσεις του για το τεκμήριο 13 ένταλμα πληρωμής ο οποίος ανάφερε ότι υπάρχουν 4 υπογραφές και ότι φαίνεται να έγινε διπλός έλεγχος για τη συναλλαγή. Πράγματι ο ΜΥ2 δεν μπορεί να γνωρίζει εάν έγινε διπλός έλεγχος αλλά δε βρίσκω λόγο να αμφισβητήσω το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο έγγραφο έχουν τεθεί 4 υπογραφές και δη ότι οι 2 υπογραφές έχουν τεθεί στο σημείο ελέγχου ως αναγράφεται στο ίδιο το έγγραφο. Παρόλης της σύγχυσης ως προς το εάν η θέση της Ενάγουσας είναι εάν αυτό είναι πλαστογραφημένο ή όχι εντούτοις, δεν αντικρούστηκε με κανένα τρόπο η γνησιότητα του εγγράφου ότι δηλαδή αυτό συντάχθηκε κατά τον επίδικο χρόνο. Αυτό όμως που είναι προφανές είναι ότι δεν υπογράφηκε το ένταλμα ανάληψης μετρητών από τον παραλήπτη των χρημάτων. Αποδέχομαι τη θέση του ΜΥ2 ότι το σφάλμα αυτό δε διαπιστώθηκε αμέσως. Επιπλέον οι εξηγήσεις του ΜΥ2 ως προς τα τεκμήρια όπως το τεκμήριο 6, 19 Α την εκ συμφώνου απόφαση, το ότι η απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1605/1991 αφορούσε το χρεοπιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, ότι το υπόλοιπο συμπεριλάμβανε και το επίδικο ποσό των ΛΚ 25.000, ή οι εξηγήσεις τους ως προς τη σύνδεση του Τεκμηρίου 24 και 28 με τα επίδικα θέματα είναι πειστικές. Ως εξήγησα ανωτέρω τέθηκαν τα γεγονότα με λογική αλληλουχία, συνοχή και καθαρότητα. Η μαρτυρία του όμως που δεν είχε σχέση με τα όσα πρόκυπταν από το φάκελο αλλά αποτελούσαν τη δική του γνώμη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή όπως για παράδειγμα η γνώμη του ως προς το λόγο που δεν υπογράφηκε το ένταλμα πληρωμής ή τι μπορεί να έκανε ο παραλήπτης των χρημάτων μέχρι να μετρηθούν τα χρήματα. Οι σκέψεις αυτές τολμώ να πω εικασίες δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Με τις διευκρινήσεις που τέθηκαν ανωτέρω η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ευρήματα Η Ενάγουσα εταιρεία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν πελάτης της Εναγόμενης τράπεζας και διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό με αρ. 010-11-070738 (πρώην 010-11-070732). Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 1,21, 6,
- Στις 25/04/1986 έγινε ανάληψη μετρητών από τον επίδικο λογαριασμό για το ποσό των ΛΚ 25.
- Εκδόθηκε το ένταλμα ανάληψης μετρητών με εντολή πληρωμής τον κο Γιώργο Λαρτίδη. Το ένταλμα πληρωμής (Τεκμήριο 13) αναγράφει ότι χρεώθηκε ο λογαριασμός με αρ. 010-11-070732 (βλ. και Τεκμήριο 21) την 25/04/
- Σε τρία σημεία του εγγράφου ήτοι στα σημεία αναγραφής έκδοση, έλεγχος και ταμία υπάρχουν 4 υπογραφές παράλληλα με σφραγίδα της τράπεζας με ημερομηνία 25/04/1986 όπου αναγράφεται η λέξη paid στα αγγλικά (πληρώθηκε στα ελληνικά). Στο εν λόγω έντυπο καταγράφεται ότι τα χρήματα δόθηκαν με μετρητά. Στο έντυπο απουσιάζει η υπογραφή του παραλήπτη των χρημάτων. Ο ΜΕ1 εκ μέρους της Ενάγουσας περί το Μάιο 1986 απόστειλε τις επιστολές Τεκμήριο 1 και 2 ζητώντας εξηγήσεις για την απόσυρση των χρημάτων από το λογαριασμό της Ενάγουσας. (Τεκμήρια 2 και 3). Απόστειλε επίσης τις επιστολές ως τα Τεκμήρια 4 και
- Περί την 26/05/1989 η Εναγόμενη πίστωσε το λογαριασμό της Ενάγουσας με το ποσό των ΛΚ 144.093.94 ποσό το οποίο ήταν χρεωμένο στον εν λόγω λογαριασμό με σκοπό να τερματιστεί ο λογαριασμός, να μεταφερθεί σε άλλο λογαριασμό και να ανακτηθεί το τότε υπόλοιπο ποσό που όφειλε η ενάγουσα. Ως εκ τούτου στην κατάσταση λογαριασμού εκείνη τη μέρα φαινόταν ως μηδενικό το υπόλοιπο. Το υπόλοιπο δεν εξοφλήθηκε από την Ενάγουσα αλλά ήταν οφειλόμενο. Οι ενέργειες τερματισμού και πίστωσης του λογαριασμού έγιναν με σκοπό επανανοίγματος άλλου ώστε να γίνουν διαδικασίες ανάκτησης του. Σχετικό είναι το Τεκμήριο
- Ενόψει του ότι η Ενάγουσα χρέωσε το λογαριασμό εκδίδοντας επιταγές από αυτόν αναγκάστηκε η Εναγόμενη να επανανοίξει αυτόν την 30/05/1986 ως το Τεκμήριο
- Στις 30/05/1986 φάνηκε το υπόλοιπο του λογαριασμού που ήταν ΛΚ 144.093.04 επειδή αυτός δεν εξοφλήθηκε αλλά λογιστικά το ποσό μηδενίστηκε για να μεταφερθεί σε άλλο λογαριασμό με σκοπό να διεκδικήσει η εναγόμενη την ανάκτηση του. Για το εν λόγω ποσό (υπόλοιπο λογαριασμού) στο οποίο συμπεριλαμβανόταν το επίδικο ποσό των ΛΚ 25.000 καταχωρήθηκε στη συνέχεια η αγωγή αρ. 1605/
- Εκ συμφώνου εκδόθηκε απόφαση εναντίον μεταξύ άλλων και της ενάγουσας και του κου Γιώργου Λαρτίδη. Ο κος Λαρτίδης εκ μέρους της ενάγουσας εισηγήθηκε την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης ως το Τεκμήριο
- Στο Τεκμήριο 27 ο κος Γιώργος Λαρτίδης δήλωσε ενόρκως ότι το επίδικο ποσό των ΛΚ 25.000 που αφαιρέθηκε από τον επίδικο λογαριασμό στις 25/04/1986 αποτελούσε μέρος του ποσού των ΛΚ 144.093.04 για το οποίο εκδόθηκε απόφαση ως το Τεκμήριο 19 Α. Το έτος 1998 η Ενάγουσα μέσω του κου Γιώργου Λαρτίδη πρόβηκε σε καταγγελία στο ΤΑΕ αναφορικά με κλοπή χρημάτων από την εναγόμενη. Ανοίχθηκε ο φάκελος με αρ. Σ/887/
- Δεν προχώρησε η καταγγελία. Κρίθηκε ότι δε στοιχειοθετήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Ο κος Γιώργος Λαρτίδης εκ μέρους της ενάγουσας απόστειλε τις επιστολές σε διάφορα πρόσωπα/αρμόδιες αρχές ως τα Τεκμήρια 9, 10, 11, 17, 19,
- Το έτος 1999 η ενάγουσα καταχώρησε την αγωγή με αρ. 2748/1999 μέσω της οποίας αξίωνε το ποσό των ΛΚ 25.000 από την εναγόμενη με τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη δια μέσω των αντιπροσώπων της παρανόμως και αυθαιρέτως αφαίρεσαν από το λογαριασμό της ενάγουσας το ποσό των ΛΚ 25.
- Η εναγόμενη καταχώρησε υπεράσπιση στην αγωγή. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 14 και
- Περί την 18/09/2003 καταχωρήθηκε το ποινικό έντυπο 7 κατηγορητήριο εναντίον μεταξύ άλλων και της εναγόμενης για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου. (ποινική υπόθεση αρ. 20525/2002- Τεκμήριο 15). Το έτος 2005 τόσο η ποινική υπόθεση αρ. 20525/2002 ως και η αγωγή αρ. 2748/1999 αποσύρθηκαν άνευ βλάβης με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση των υποθέσεων. Περί την 25/06/1998 η εναγόμενη ενημέρωσε τον τότε δικηγόρο της ενάγουσας ότι είχε ανευρεθεί το ένταλμα ανάληψης πληρωμής του ποσού των ΛΚ 25.000 το οποίο απόστειλε στον τότε δικηγόρο της ενάγουσας. Η καθυστέρηση υπήρξε ως ενημέρωσε η εναγόμενη γιατί ήταν παλιά υπόθεση. Το ένταλμα πληρωμής είναι υπογραμμένο από 4 πρόσωπα στο σημείο του εκδότη, ελέγχου και ταμείου. Δεν υπογράφει ο παραλήπτης των χρημάτων. Αναφέρεται ως όνομα παραλήπτη ο κος Γιώργος Λαρτίδης. Το ποσό που αποσύρθηκε από το λογαριασμό της ενάγουσας στις 25/04/1986 ήταν σε μετρητά. Η εναγόμενη το Φεβρουάριο 1998 είχε ανεύρει το ένταλμα πληρωμής. Η εναγόμενη απόστειλε στην ενάγουσα τις επιστολές ως τα Τεκμήρια 11 και
- Την 24/03/2005 μέσω του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπούσε την ενάγουσα στάλθηκε στην εναγόμενη η επιστολή ως το Τεκμήριο 16 (πανομοιότυπο με Τεκμήριο 23) υποβάλλοντας πρόταση με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση για διευθέτηση των υποχρεώσεων τόσο της ενάγουσας όσο και άλλων εταιρειών αλλά και του κου Λαρτίδη προσωπικά. Δεν επιτεύχθηκε συμβιβασμός το έτος
- Το έτος 2010 υπογράφηκε μια συμφωνία με ημερομηνία 01/06/2010 ως το Τεκμήριο 24 με την οποία εξοφλήθηκαν όλες οι υποχρεώσεις μεταξύ άλλων και της ενάγουσας αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό και κατά συνέπεια εξοφλήθηκε η απόφαση αρ. 1605/
- Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 28 και
- Μέχρι το έτος 2010 ο κος Γιώργος Λαρτίδης επικοινωνούσε με την εναγόμενη με πρόθεση να διευθετηθούν οι οικονομικές υποχρεώσεις του ίδιου και της ενάγουσας. Σχετικό είναι και το Τεκμήριο
- Περί το έτος 2019 η ενάγουσα και ο κος Λαρτίδης καταχώρησαν την ποινική υπόθεση έντυπο αρ. 9 με αριθμό 4208/
- Η κατηγορία αρ. 7 αφορά το αδίκημα πλαστογραφίας με τον ισχυρισμό ότι καταρτίστηκε πλαστό ανυπόγραφο ένταλμα πληρωμής. Στα πλαίσια της εν λόγω ποινικής υπόθεσης καταχώρησε ένορκη γραπτή δήλωση ως το Τεκμήριο
- Νομική Πτυχή-Συμπεράσματα Η επιτυχία της υπόθεσης της ενάγουσας εξαρτάται από το αν αυτή θα επιτύχει να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είναι πιο πιθανή, παρά να μην είναι, η δική της εκδοχή.[4] Όπως επίσης είναι καλά γνωστό στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το εάν η ενάγουσα θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης. Αν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο, τότε θεωρείται ότι δεν το απέσεισε.[5] Εν προκειμένω η ενάγουσα θα πρέπει με αξιόπιστη μαρτυρία να αποδείξει ότι η εναγόμενη παράνομα και αυθαίρετα αφαίρεσε (ιδιοποιήθηκε) το ποσό των ΛΚ 25.000 από το λογαριασμό της ενάγουσας. Από την αντίθετη πλευρά η εναγόμενη πέραν του ότι αρνείται ότι ιδιοποιήθηκε το πιο πάνω ποσό προβάλει μεταξύ άλλων ως υπεράσπιση ότι εν προκειμένω εφαρμόζεται κώλυμα δεδικασμένου αλλά και κώλυμα λόγω της συμπεριφοράς της ενάγουσας να εφόσον αυτή εμποδίζεται σήμερα να προωθεί την παρούσα. Η εναγόμενη επίσης ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου υπό την έννοια της υπερβολικής και αδικαιολόγητης καθυστέρησης σχεδόν 32 χρόνων από την ισχυριζόμενη χρέωση για την οποία η ενάγουσα παραπονείται χωρίς επεξήγηση για την καθυστέρηση. Είναι επίσης ισχυρισμός της εναγόμενης ότι κωλύεται σήμερα από το να θέτει αυτούς τους ισχυρισμούς λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που διέρρευσε. Ως προς το αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης πρόνοια γίνεται στο άρθρο 39 των περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (στο εξής ως « ο Νόμος»).
- Iδιoπoίηση συvίσταται σε παράvoμη φυσική πράξη η oπoία επηρεάζει κιvητή ιδιoκτησία και εδραιώvει αξίωση vα χειρίζεται αυτή με τρόπo ασυμβίβαστo με τα δικαιώματα oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ δικαιoύται στηv άμεση κατoχή της. Στην απόφαση Σάββας Μακαρίου v Τσιμεντοποιίας Βασιλικού[6] όπου υπάλληλος Εφεσιβλήτων έκλεψε και/ή ιδιοποιήθηκε χρήματα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης προβλέπεται από το άρθρο 39 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Στην The Cyprus Asbestos Mines Limited v. Theocharis Loizou Scoufaris and another
(1964)C.L.R. 6 αποφασίστηκε ότι ο κλέπτης είναι υπόλογος είτε για το αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης (conversion) είτε δυνάμει οιονεί σύμβασης, κατ' επιλογή του ενάγοντα. Στην προκείμενη περίπτωση οι εφεσίβλητοι επέλεξαν ως βάση της αγωγής το αστικό αδίκημα. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 148 στην έννοια του όρου «κινητή ιδιοκτησία» συμπεριλαμβάνονται και τα χρήματα. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 42 του ιδίου νόμου σε κάθε αγωγή που εγείρεται για ιδιοποίηση κινητής ιδιοκτησίας, το δικαστήριο δύναται αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης, να διατάξει επιστροφή της ιδιοκτησίας που ιδιοποιήθηκε, επιπρόσθετα προς οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που προνοείται από το νόμο αυτό ή αντί της θεραπείας αυτής.» Επισημαίνω ότι στο δικόγραφο της ενάγουσας παρόλο που γίνεται αναφορά ότι η αφαίρεση ποσού από το λογαριασμό της ενάγουσας έγινε κατ' ισχυρισμό «αμελώς» δεν έχουν παρασχεθεί λεπτομέρειες γεγονότων (πράξεων και/ή παραλείψεων της εναγόμενης και/ή των αντιπροσώπων της) που δυνατόν να στοιχειοθετούν το αστικό αδίκημα της αμέλειας[7]. Εν προκειμένω πέραν του ισχυρισμού για παράνομη αφαίρεση ποσού από το λογαριασμό της ενάγουσας δεν έχει τεθεί κάποια άλλη λεπτομέρεια ή γεγονός. Συνεπώς ελλείψει των αναγκαίων λεπτομερειών και γεγονότων δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να προχωρήσει να εξετάσει ισχυρισμό για διάπραξη του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Η ίδια η αμέλεια ως αστικό αδίκημα δεν μπορεί να εξετάζεται αφηρημένα, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην παράλειψη που προκάλεσε τη ζημιά.[8] Το Άρθρο 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, κωδικοποιεί και εμπεριέχει τις αρχές του κοινοδικαίου σε σχέση με το αδίκημα της αμέλειας, oι οποίες είναι πολύ καλά γνωστές. Θα πρέπει να καταδειχθεί η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, η παράβαση του καθώς επίσης και η αιτιώδης συνάφεια με την προκληθείσα ζημιά. Ελλείψει λοιπών των γεγονότων που θα μπορούσαν να καθορίσουν τις πράξεις και/ή παραλείψεις που ενδεχομένως οδήγησαν σε αφαίρεση του ποσού ο ισχυρισμός για αμέλεια παραμένει μετέωρος. Το «κώλυμα» (estoppel) το οποίο εισάγει μέσω της υπεράσπισης της η εναγόμενη ως είναι καλά γνωστό η εφαρμογή του εμποδίζει ένα διάδικο από του να εγείρει ή να αρνηθεί κάποιο γεγονός ή μια κατάσταση πραγμάτων που έχει προβάλει προηγουμένως.[9] Ανεξαρτήτως όμως από το εάν υπάρχει δικογράφηση ειδικά του κωλύματος εάν από τα γεγονότα που προκύπτουν από τη μαρτυρία δικαιολογείται η παροχή θεραπείας η μη συμπερίληψη του κωλύματος δεν στερεί το δικαίωμα σε κάποιο διάδικο να το επικαλεστεί. Επισημαίνω επιπροσθέτως την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση D. Stavrinos Constructions Ltd v Hadjiefstathiou Bros Tourist Enterprises Ltd ημερομηνίας 03/07/2024 όπου αναφέρθηκαν αυτολεξεί τα ακόλουθα: «.η εξέταση πάσης φύσεως κωλύματος είναι δυνατή από τα όσα εξυφαίνονται από τα γεγονότα, χωρίς ανάγκη ρητής αναφοράς στις έγγραφες προτάσεις. Μολονότι φαίνεται να υπάρχει και διιστάμενη άποψη επί του ζητήματος, η θέση που εδώ διατυπώνουμε, έλκει νομικό και νομολογιακό έρεισμα από τις υποθέσεις Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Δημήτρη
(1999)1 Α.Α.Δ. 551 και Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 CL.R.
- Σχετική αναφορά υπάρχει και στη σελ.32 του συγγράμματος του Πόλυ Πολυβίου «Η Αρχή του Κωλύματος στο Σύγχρονο Δίκαιο». Αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγόμενης περί ύπαρξης δεδικασμένου ενόψει της αγωγής αρ. 2748/1999 αναφέρω αρχικά ότι η εν λόγω αγωγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως αναφέρθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι η αγωγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε άνευ βλάβης. Παρόλο που στο Δικαστήριο τέθηκαν μόνο τα δικόγραφα σαφώς προκύπτει ότι τα επίδικα θέματα της παρούσας είναι τα ίδια με την υπό εξέταση υπόθεση. Δεν τέθηκε στο Δικαστήριο το πρακτικό του Δικαστηρίου με το οποίο αποσύρθηκε η αγωγή αλλά δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι η απόσυρση της αγωγής έγινε άνευ βλάβης ως είναι κοινώς αποδεκτό και από τις δύο πλευρές. Εφόσον αγωγή αποσύρθηκε άνευ βλάβης χωρίς να αποφασιστεί οποιοδήποτε θέμα επί της ουσίας δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα δεδικασμένου. Η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Επιπλέον μέσω της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης τίθεται η θέση ότι η ενάγουσα εμποδίζεται λόγω κωλύματος δεδικασμένου να προωθεί την παρούσα ενόψει της αγωγής αρ. 1605/1991 εφόσον με την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης (Τεκμήριο 19 Α) κατά τη θέση του αποφασίστηκε τελεσίδικα η νομιμότητα, ορθότητα και υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Εισηγείται ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου εφόσον υπάρχει ταύτιση διαδίκων, ταύτιση ιδιότητας αυτών, ταύτιση επίδικων ζητημάτων. Δεν μπορώ όμως να συμφωνήσω με την πιο πάνω εισήγηση ή να προβώ με ασφάλεια σε ευρήματα ή συμπεράσματα περί ύπαρξης δεδικασμένου χωρίς να έχω ενώπιον μου τα δικόγραφα της αγωγής αρ. 1605/
- Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μόνο αντίγραφο της εκ συμφώνου δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής αρ. 1605/
- Σύμφωνα επίσης με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή εκδόθηκε απόφαση αναφορικά με υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού στο οποίο συμπεριλαμβανόταν ως χρεωστικό υπόλοιπο και το ποσό των ΛΚ 25.
- Αυτό όμως δεν είναι αρκετό ώστε να κρίνω ότι η παρούσα αγωγή αντικείμενο της οποίας είναι η παράνομη αφαίρεση του ποσού των ΛΚ 25.000 από την εναγόμενη αντίκειται στο δεδικασμένο. Είναι νομολογημένο ότι η εξέταση των προϋποθέσεων του δεδικασμένου εξετάζεται με αναφορά στα δικόγραφα, στις αγορεύσεις, στο αιτιολογικό της απόφασης των δύο ή περισσότερων διαδικασιών και στις περιστάσεις της υπόθεσης. Ελλείψει των πιο πάνω η εισήγηση δεν μπορεί να εξεταστεί. (βλ. σύγγραμμα των κκ Ηλιάδη και Σάντη «το Δίκαιο της Απόδειξης, δικονομικές και ουσιαστικές πτυχές» σελ. 932.) Το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς δεν επιτρέπει σε κάποιο διάδικο να μεταβάλει τη θέση του ενώ με τα λόγια, πράξεις ή συμπεριφορά του προβαίνει σε υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς άλλο συμβαλλόμενο στην οποία βασίζεται ο αντισυμβαλλόμενος του και ενεργεί με βάση αυτή. Για την εδραίωση του δόγματος του κωλύματος απαιτείται να αποδειχθούν σαφείς και θετικές παραστάσεις προς τον αντισυμβαλλόμενο.[10] Εν προκειμένω η συμπεριφορά, πράξεις και αδράνεια της ενάγουσας ως εξηγείται κατωτέρω αποτελούν περίπτωση εφαρμογής του δόγματος του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς. Καταρχάς η ενάγουσα ενώ παραπονέθηκε το έτος 1986 ότι στις 25/04/1986 αφαιρέθηκε παράνομα από τον επίδικο λογαριασμό το ποσό των ΛΚ 25.000 το οποίο και χρεώθηκε ως οφειλόμενο στον επίδικο λογαριασμό, εντούτοις το έτος 1991 αποδέχθηκε την έκδοση απόφασης για υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού στα πλαίσια της αγωγής αρ. 1605/
- Αποδέχθηκε προφανώς ότι υπήρχε υπόλοιπο στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο ποσό των ΛΚ 25.
- Η ενάγουσα παρόλο λοιπόν που ζήτησε εξηγήσεις για την αφαίρεση του ποσού από τον επίδικο λογαριασμό το έτος 1991 συμφώνησε ελεύθερα στην έκδοση της απόφασης. Αποδέχθηκε δηλαδή ότι όφειλε το ποσό. Με την ενέργεια της να αποδεχθεί την έκδοση απόφασης έδωσε ουσιαστικά τη εντύπωση στην εναγόμενη τράπεζα ότι αποδέχθηκε τη χρέωση του ποσού των ΛΚ 25.000 στο λογαριασμό αλλά και το εναπομείναν υπόλοιπο. Εμποδιζόταν δηλαδή εκ των υστέρων να ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα χρεώθηκε το ποσό των ΛΚ 25.000 ή ότι αυτό δεν το επωφελήθηκε ποτέ και ότι αποτελεί προϊόν κλοπής. Υπενθυμίζω ότι η απόφαση στα πλαίσια της αγωγής αρ. 1605/1991 εκδόθηκε μετά από δική της απαίτηση ως το Τεκμήριο 19 Α και
- Η Εναγόμενη ως φάνηκε προχώρησε το έτος 2010 στην υλοποίηση διευθέτησης των υποχρεώσεων της Ενάγουσας μεταξύ και της απόφασης του Τεκμηρίου 19 Α προφανώς στηριζόμενη στις ενέργειες της ενάγουσας η οποία αποδέχθηκε τη χρέωση του ποσού των ΛΚ 25.
- Μετά τη διευθέτηση των υποχρεώσεων και την έκδοση δικαστικής απόφασης για το επίδικο ποσό είναι ανεπιεικές να απαιτηθεί η πληρωμή του ποσού των ΛΚ 25.000 ως προϊόν κλοπής. Με τις ενέργειες της η ενάγουσα να αποσύρει επίσης την αγωγή αρ. 2748/1999, την υποβολή πρότασης για εξόφληση όλων των οικονομικών υποχρεώσεων μεταξύ και των υποχρεώσεων από την απόφαση αρ. 1605/1991 βλ. Τεκμήρια 23, 28, 27 και εν τέλει τη διευθέτηση των οικονομικών υποχρεώσεων μεταξύ και της απόφασης του Τεκμηρίου 19 Α (που αφορούσε μεταξύ άλλων και το επίδικο ποσό) δημιούργησε ευλόγως στην εναγόμενη την πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν αμφισβητεί τη χρέωση του ποσού των ΛΚ 25.
- Επισημαίνω επιπροσθέτως στο όλο πλέγμα της συμπεριφοράς της ενάγουσας την αδράνεια της να κινήσει την παρούσα διαδικασία η οποία καταχωρήθηκε 30 χρόνια μετά από τα γεγονότα που επικαλείται. Πέραν των πιο πάνω το δόγμα του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή απεμπόλησης δικαιώματος (waiver).[11] Mε τη συμπεριφορά της η εναγόμενη ήτοι ουσιαστικά με την έκδοση απόφασης για την επίδικη χρέωση του ποσού των ΛΚ25.000 εξυπακούεται ότι αποδέχθηκε ως ορθή τη χρέωση του ποσού στον επίδικο λογαριασμό. Σε συνάρτηση με την παρέλευση τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος από την έγερση του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι τη λήψη δικαστικών μέτρων φαίνεται ότι η ενάγουσα έχει απεμπολήσει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της εναγόμενης και κωλύεται από το να αμφισβητεί σήμερα τη χρέωση του ποσού των ΛΚ 25.
- Παρόλο που έχει κριθεί ότι υφίσταται κώλυμα λόγω της συμπεριφοράς που επέδειξε η Ενάγουσα με αποτέλεσμα να κωλύεται η τελευταία να προωθεί την παρούσα για σκοπούς πληρότητας έχω εξετάσει εάν με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή έχει αποδειχθεί η ιδιοποίηση του ποσού των ΛΚ 25.000 από την Εναγόμενη. Ιδιοποίηση κινητής περιουσίας μπορεί να περιλαμβάνει την αφαίρεση περιουσίας ή τη χρήση αυτής με τέτοιο τρόπο και ενέργειες ασυμβίβαστες με αυτές του ιδιοκτήτη έτσι ώστε να θεωρείται ότι αυτός παράνομα έχει στερηθεί της κατοχής της περιουσίας του. (βλ. Clerk and Lindsell on Torts Twenty Second Edition Chapter 17). Τα συστατικά στοιχεία δηλαδή του αδικήματος είναι η παράνομη πράξη σε σχέση με το πράγμα και ο επηρεασμός του πράγματος ως αποτέλεσμα αυτής της πράξης. Η θέση της ενάγουσας είναι ότι η αφαίρεση των χρημάτων από το λογαριασμό της έγινε χωρίς εξουσιοδότηση και χωρίς συγκατάθεση από τους νόμιμους εκπροσώπους αυτής. Επισημαίνω ότι αυτή είναι η θέση που προωθήθηκε στο δικόγραφο και δη ότι δεν υπήρχε ένταλμα ανάληψης πληρωμής του επίδικου ποσού. Κατά την ακροαματική διαδικασία παρουσιάστηκε όμως το έγγραφο που φαίνεται να εξουσιοδότησε τους υπαλλήλους και αντιπροσώπους της εναγόμενης τράπεζας ώστε να μπορέσουν να αφαιρέσουν το ποσό από τον επίδικο λογαριασμό και να χρεώσουν αυτόν. Με βάση το τεκμήριο 13 φαίνεται ότι στις 25/04/1986 κατ΄ εντολή του κου Γιώργου Λαρτίδη έγινε ανάληψη του ποσού των ΛΚ 25.000 από τον επίδικο λογαριασμό. Το έγγραφο υπογράφεται από 4 υπαλλήλους της εναγόμενης γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε αλλά ούτε παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι αυτό είναι πλαστό. Υπενθυμίζω ότι δε δικογραφήθηκε εν πάση περίπτωση ισχυρισμός για πλαστογραφία παρά μόνο ισχυρισμός για απουσία του νομιμοποιητικού εγγράφου εξουσιοδότησης ανάληψης του ποσού. Δε διαλανθάνει της προσοχής μου το γεγονός ότι το έγγραφο αυτό δεν υπογράφηκε από τον παραλήπτη των χρημάτων. Η συναλλαγή ως αναφέρθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία μέσω της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε για τα δεδομένα της εποχής αφορούσε αρκετά μεγάλο χρηματικό ποσό. Η συγκεκριμένη συναλλαγή φαίνεται να ελέγχθηκε από 4 άτομα τότε υπαλλήλους της εναγόμενης. Το γεγονός μη υπογραφής του εγγράφου από τον παραλήπτη αναδεικνύει απλώς την παράλειψη εκ μέρους των αντιπροσώπων της εναγόμενης να τηρήσουν ορθά τις διαδικασίες. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για παράνομη πράξη αφαίρεσης του ποσού από υπαλλήλους της εναγόμενης. Σε συνδυασμό επίσης του γεγονότος ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε εκ των υστέρων την χρέωση του επίδικου λογαριασμού για το ποσό των ΛΚ 25.000 στις 25/04/1986 και την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης για το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ως ίσχυε το έτος 1991 στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο ποσό(βλ. Τεκμήριο 19 Α απόφαση στα πλαίσια της αγωγής αρ. 1605/1991) προκύπτει αβίαστα συμπέρασμα ότι η αφαίρεση του ποσού των ΛΚ 25.000 δεν έγινε παράνομα αλλά ούτε χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας. Υπό το φως των όσων έχουν τεθεί ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης και εναντίον της ενάγουσας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)............. Μ-Α Στυλιανού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [2] Γεώργιος Παπαγεωργίου v Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 [3] Π.Ε. αρ. 263/2010 ημερομηνίας 5.5.2015 [4] Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 [5] Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 [6]
(2005)1 ΑΑΔ 398. [7] Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs Precedents of Pleadings section 77 παράγραφοι 77-08, 77-09 σελίδα 1387 πρέπει στο δικόγραφο να παρατίθενται λεπτομέρειες της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας. «Proper particulars need to be given of breach setting out the respects in which it is said the defendant has fallen short of the standard to be expected of a reasonably competent professional in the relevant field of expertise». [8] Λάππας ν. Παφίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 832 και Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 218. [9] Βογαζιανός και άλλων v Tράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 1)
(2011)1 (Α) ΑΑΔ 253. [10] Βλ.Ιωάννου v Oργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522, Κέστα v Τράπεζας Κύπρου Π.Ε Αρ. 234/2012, 26/03/2018. [11] Morfiti v Vasiliade
(1981)1 JSC 134. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο