← Κύπρος

Limited Liability Company "Antracite Trade" ν. Χάρη Δημητρίου κ.α., Γενική Αίτηση 378/2017, 27/9/2024

Limited Liability Company "Antracite Trade" ν. Χάρη Δημητρίου κ.α., Γενική Αίτηση 378/2017, 27/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση 378/2017 Αναφορικά με τον Κυρωτικό Νόμο της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δίκαιου Νόμο 172

(1)/86 -και- Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει της Συμβάσεως) Νόμο121(I)/2000 -και- Αναφορικά με την Απόφαση που εκδόθηκε την 28.11.2016 στα πλαίσια της αστικής διαδικασίας υπ' αριθμό Α27‐15083/2016 που διεξήθχη και αποπερατώθηκε από το Περιφερειακό Διαιτητικό Δικαστήριο του Κεμέροβο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Μεταξύ: Limited Liability Company "Antracite Trade" Αιτήτριας -και- Alexander Filippovich Shchukin Καθ' ου η Αίτηση ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 29/03/2023 Αναφορικά με τον Κυρωτικό Νόμο της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δίκαιου Νόμο 172
(1)/86 -και- Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει της Συμβάσεως) Νόμο 121(I)/2000 -και- Αναφορικά με την Απόφαση που εκδόθηκε την 28.11.2016 στα πλαίσια της αστικής διαδικασίας υπ' αριθμό Α27‐15083/2016 που διεξήθχη και αποπερατώθηκε από το Περιφερειακό Διαιτητικό Δικαστήριο του Κεμέροβο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Μεταξύ: Limited Liability Company "Antracite Trade" Αιτήτριας -και-
  1. Χάρη Δημητρίου (Α.Δ.Τ. [ ]) από τη Λεμεσό και
  2. Γρήγορη Σαββίδη (Α.Δ.Τ. [ ]) από τη Λάρνακα υπό την ιδιότητa τους, δυνάμει διατάγματος ημερ. 05/09/2022, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Alexander Filippovich Shchukin, τέως από τη Ρωσία Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 27 Σεπτεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Γ. Χριστοδούλου μαζί με κα Μ. Κωνσταντίνου για Λ. Παπαφιλίππου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. και κ. Χ. Γαλανό για Michael Kyprianou & Co LLC Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κ. Αδαμίδης, κ. Α. Γαβριηλίδης, κα Χ. Πιερή και κ. Δ. Γιανακκού για κ.κ. Σκορδής Παπαπέτρου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
  3. Η παρούσα αίτηση αφορά σε αίτημα της Αιτήτριας, Limited Liability Company "Antracite Trade", αλλοδαπής εταιρείας συσταθείσας στην Ρωσική Ομοσπονδία («η Αιτήτρια») για αναγνώριση και εγγραφή στα μητρώα του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της απόφασης του Περιφερειακού Διαιτητικού Δικαστηρίου του Κεμερόβο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία, ως αναφέρει, εκδόθηκε στις 28.11.2016 («η Αίτηση»). Δια της εν λόγω απόφασης, ως επίσης αναφέρει, το εν λόγω Δικαστήριο απέρριψε αξίωση του κ. Alexander Filippovich Shchukin που ήγειρε εναντίον της Αιτήτριας, σε εκείνην τη διαδικασία, και ενός τρίτου νομικού προσώπου.
  4. Η Αίτηση στηρίζεται κυρίως στον Κυρωτικό Νόμο της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμος Ν. 172/1986 («ο Κυρωτικός Νόμος» και «η Συνθήκη», αντίστοιχα) και ειδικότερα επί των άρθρων 1 μέχρι 7, 15 και 23 μέχρι 28 αυτού. Επί της νομικής βάσεως της Αίτησης περιλαμβάνεται και ο περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος Ν. 121(Ι)/2000 («ο Νόμος Ν. 121(Ι)2000») και ειδικότερα τα άρθρα 1 μέχρι 6 αυτού. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι η Συνθήκη συνεχίζει να ισχύει με βάση τον περί του Πρωτοκόλλου μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας για το Ευρετήριο των Διμερών Συμφωνιών (Κυρωτικό) Νόμο του 2001 (Ν. 34(ΙΙΙ)/2001), ο οποίος επίσης περιλαμβάνεται επί της νομικής βάσης της Αίτησης.
  5. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, απεσύρθη το δεύτερο αιτητικό της Αίτησης. Συνεπώς σήμερα η Αίτηση προωθείται ως εξής: (α) Για «(ά)δεια του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει την εκδοθείσα Απόφαση του Περιφερειακού Διαιτητικού Δικαστηρίου του Κεμέροβο της Ρωσικής Ομοσπονδίας ημερομηνίας 28.11.2016 στην αγωγή υπ' αριθμό Α27-15083/2016 εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων» και (β) Για «(δ)ιάταγμα του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει και/ή εγγράφει στο μητρώο δικαστικών αποφάσεων που τηρείται στα αρχεία του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, την εκδοθείσα Απόφαση του Περιφερειακού Διαιτητικού Δικαστηρίου του Κεμέροβο της Ρωσικής Ομοσπονδίας ημερομηνίας 28.11.2016 στην αγωγή υπ' αριθμό Α27-15083/2016.»
  6. Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του κ. Alexander Filippovich Shchukin, από τη Ρωσία, δια της οποίας προβλήθηκαν δεκαέξι χωριστοί λόγοι ένστασης («η Ένσταση») και οι οποίοι δύνανται να κατηγοριοποιηθούν ως εξής: (α) Ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα (Λόγοι Ένστασης 1, 2, 12 και 13, και (β) ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Συνθήκης για αναγνώριση και εγγραφή της προαναφερθείσας ρωσικής απόφασης (Λόγοι Ένστασης 3 μέχρι 16).
  7. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ο Λόγος Ένστασης 11 ήτοι, ότι, «η Αίτηση δεν συνοδεύεται από έγγραφο που να πιστοποιεί ότι ο διάδικος σε βάρος του οποίου εξεδόθη η Ρωσική Απόφαση [.] είχε προσηκόντως και εμπροθέσμως κλητευθεί ως απαιτείται από το άρθρο 28 της Συνθήκης» εγκαταλείφθηκε.[1]
  8. Εκκρεμούσης της διαδικασίας ο Alexander Filippovich Shchukin απεβίωσε («ο Αποβιώσας») και στις 29.3.23 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της Αίτησης δια της αντικατάστασης του ονόματος του, ως τότε Καθ' ου η Αίτηση, με τα ονόματα των διαχειριστών της περιουσίας του, ήτοι, τους Καθ' ων η Αίτηση («οι Καθ' ων η Αίτηση»). Ακολούθησε η καταχώρηση τροποποιημένης Αίτησης και Ένστασης, έτσι ώστε να αντανακλάται η ανωτέρω εξέλιξη. II. ΣΥΝΟΨΗ ΕΝΟΡΚΩΝ ΔΗΛΩΣΕΩΝ (α) Ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης
  9. Η Αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της κας Γιάννας Μαρκαντώνη, αντιπροσώπου της Αιτήτριας («η ΕΔ Μαρκαντώνη»). Η κα Μαρκαντώνη αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της Αίτησης προσωπικά και από πληροφορίες που έχει λάβει από τον Διευθυντή της Αιτήτριας, από την ίδια την Αιτήτρια και από έγγραφα που η ίδια έχει στην κατοχή της ενώ η ίδια είναι εξουσιοδοτημένη από την Αιτήτρια να προβεί στην ΕΔ Μαρκαντώνη. Αναφέρει δε ότι για νομικά θέματα που άπτονται κυπριακού δικαίου λαμβάνει συμβουλή από τους δικηγόρους Λ. Παπαφιλίππου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Αναφέρει ότι η Αιτήτρια αποτελεί αλλοδαπή εταιρεία νομίμως συσταθείσα στην Ρωσική Ομοσπονδία η οποία έχει εγκαθιδρύσει τόπο εργασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και παραθέτει στοιχεία της διεύθυνσης της Αιτήτριας, η οποία βρίσκεται στη Λευκωσία. Προς υποστήριξη των ως άνω θέσεων της επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίγραφα πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Συνεχίζει ότι διευθυντής της Αιτήτριας είναι ο κ. Ruslan Rostovtsev, από την Μόσχα και προς υποστήριξη της θέσης της επισυνάπτει και πάλιν σχετικό πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών, ως Τεκμήριο
  10. Αναφέρει πρόσθετα ότι ο Αποβιώσας ήταν Ρώσσος υπήκοος, ο οποίος στις 20.7.2016, καταχώρησε αγωγή αστικής φύσεως στο Περιφερειακό Διαιτητικό Δικαστήριο του Κεμέροβο της Ρωσικής Ομοσπονδίας (το οποίο αποτελεί δημόσιο δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας) εναντίον της Αιτήτριας και της αλλοδαπής εταιρείας "Taldinskaya Mining Company" LLC. Aρχικά, εναγόμενος ήταν και ο κ. Ruslan Rostovtsev και απέμεινε ως τρίτο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Η εν λόγω διαδικασία έλαβε τον διακριτικό αριθμό Α27-15083/
  11. Προσθέτει ότι κατά ή περί την 28.11.2016 εξεδόθη απόφαση από το Ρωσικό Δικαστήριο με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που καταχωρήθηκε και προωθήθηκε από τον Αποβιώσαντα εναντίον της Αιτήτριας και της αλλοδαπής εναγόμενης. Η απόφαση που εκδόθηκε στις 28.11.2016 είναι τελική και εκτελεστή στην Ρωσική Ομοσπονδία. Προς υποστήριξη της θέσης της επισυνάπτει το Τεκμήριο 4, το οποίο αποτελεί πιστοποιημένο αντίγραφο (apostilled) της εν λόγω δικαστικής απόφασης. Ως Τεκμήριο 4Α επισυνάπτει πιστοποιημένη μετάφραση της, ως αναφέρει, στην Ελληνική γλώσσα. Διευκρινίζει ότι ο Αποβιώσας δεν άσκησε το δικαίωμα του για καταχώρηση έφεσης εντός της ταχθείσας προθεσμίας και ως εκ τούτου η απόφαση κατέστη τελεσίδικη και εκτελεστή με βάση το δίκαιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης της, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5, γνωμάτευση Ρώσου δικηγόρου αναφορικά με το ρωσικό δίκαιο η οποία, ως αναφέρει, επιβεβαιώνει ότι η ρωσική απόφαση (Τεκμήριο 4) κατέστη τελεσίδικη και εκτελεστή δυνάμει του ρωσικού δικαίου. (β) Ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Ένστασης
  12. Η Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Γιούλης Οικονόμου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους Καθ' ων η Αίτηση («η ΕΔ Οικονόμου»). Η κα Οικονόμου, ως προς τα γεγονότα αναφέρει ότι ο Αποβιώσας ήταν Ρώσος υπήκοος με διαμονή στη Ρωσία. Η δε Αιτήτρια, δεν διαμένει και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διαμένει στην Επαρχία Λευκωσίας εν τη εννοία του άρθρου 2 του Νόμου 121(Ι)/2000 ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι διατηρούσε μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας εν τη εννοία του άρθρου 27 της Συνθήκης. Προς υποστήριξη της ως άνω θέσης της αναφέρει ότι: (α) Η Αιτήτρια με βάση προηγούμενη ενδιάμεση πρωτόδικη δικαστική απόφαση, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση, αποτελεί εταιρεία συσταθείσα στην Ρωσική Ομοσπονδία. Αντίγραφα των εν λόγω αποφάσεων επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1Α, 1Β και 1Γ. (β) Η Αιτήτρια έχει το εγγεγραμμένο γραφείο και την έδρα της στην Μόσχα. Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης της επισυνάπτει τα Τεκμήρια 2Α και 2Β τα οποία αποτελούν, αντίστοιχα, απόσπασμα από το σχετικό μητρώο της αρμόδιας αρχής στη Ρωσία όπου διατηρείται η ως άνω πληροφόρηση και μεταφρασμένο κείμενο αυτού στην αγγλική γλώσσα. (γ) Ο μοναδικός διοικητικός σύμβουλος της Αιτήτριας, διαμένει στη Ρωσία. (δ) Η διεύθυνση «Θεμιστοκλή Δέρβη 5, Elenion Building, 2ος όροφος, 1066 Λευκωσία» («η Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη») που δηλώθηκε από την Αιτήτρια ως διεύθυνση του χώρου εργασίας που η Αιτήτρια, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της τελευταίας, εγκαθίδρυσε στην Κύπρο, είναι η διεύθυνση των γραφείων του ομίλου εταιρειών "Abacus" («ο Όμιλος Abacus») ο οποίος είναι κυπριακός όμιλος εταιρειών που παρέχει διοικητικές υπηρεσίες. Προς υποστήριξη της θέσης της επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3, εκτυπωμένα αποσπάσματα από την ιστοσελίδα του εν λόγω ομίλου όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στο "Elenion Building" που βρίσκεται στην Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη, στεγάζονται τα κεντρικά γραφεία (headquarters) του Ομίλου Abacus. (ε) Η ως άνω διεύθυνση είναι, πρόσθετα, τόσο η διεύθυνση της Abacus Ltd όσο και μεγάλου αριθμού άλλων εταιρειών που αποτελούν μέρος του ομίλου Abacus, περιλαμβανόμενων πολλών εταιρειών τις οποίες κατονομάζει συγκεκριμένα. Προς υποστήριξη της θέσης της επισυνάπτει ως Τεκμήρια 4Α έως 4ΙΑ τα εκτυπωμένα αποτελέσματα ερευνών που διεξήγαγε στα ηλεκτρονικά αρχεία του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την κάθε μία από τις εν λόγω εταιρείες. (στ) Η κα Μαρκαντώνη δεν εργοδοτείται από την Αιτήτρια αλλά είναι υπάλληλος και στέλεχος του ομίλου "Abacus". Πρόσθετα είναι εγγεγραμμένη διοικητική σύμβουλος αριθμού εταιρειών που αποτελούν μέρος του εν λόγω ομίλου περιλαμβανομένων και εταιρειών τις οποίες και κατονομάζει. Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης της παραπέμπει στα Τεκμήρια 4Β, 4ΣΤ, 4Ζ, 4Θ, 4Ι και 4ΙΑ της ένορκης της δήλωσης και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο σχετικής βεβαίωσης της κας Μαρκαντώνη η οποία υποβλήθηκε στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας στην Ελλάδα, στην οποία η κα Μαρκαντώνη αναφέρει ότι είναι διοικητική σύμβουλος της Abacus Secretarial Limited, τη θυγατρική σχέση της εν λόγω εταιρείας με την Abacus Limited καθώς και τις υπηρεσίες που ο Όμιλος "Abacus" προσφέρει. Ως Τεκμήρια 6Α και 6Β παρουσίασε αντίγραφα εγγράφων που καταχωρήθηκαν για σκοπούς εγγραφής της Αιτήτριας ως αλλοδαπής εταιρείας με τόπο εργασίας στην Κύπρο και τηρούνται από το ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών από όπου προκύπτει, σύμφωνα με τις θέσεις της, ότι η Αιτήτρια ενεγράφη στην Κύπρο ως αλλοδαπή εταιρεία με τόπο εργασίας στην Κύπρο μερικές μόνο εβδομάδες πριν την καταχώρηση της Αίτησης. Περιπλέον, το τμήμα του Εφόρου Εταιρειών δεν διεξήγαγε σε οποιοδήποτε χρόνο οποιαδήποτε έρευνα προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο η Αιτήτρια όντως διεξάγει οποιεσδήποτε εργασίες από τον τόπο εργασίας που δήλωσε ότι εγκαθίδρυσε στην Κύπρο. Προς υποστήριξη της θέσης της επισυνάπτει σχετική αλληλογραφία μεταξύ της ίδιας και του Εφόρου Εταιρειών, ως Τεκμήρια 7Α και 7Β. (ζ) Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η Αιτήτρια εργοδοτεί ή ότι εργοδοτούσε καθ' οιονδήποτε σχετικό χρόνο οποιοδήποτε προσωπικό στην Κύπρο ή ότι διεξάγει ή ότι διεξήγαγε καθ' οιονδήποτε σχετικό χρόνο οποιεσδήποτε εργασίες στην Κύπρο. (η) Η Αιτήτρια δεν έχει υποβάλει στον Έφορο Εταιρειών τα έγγραφα που αναφέρονται στα εδάφια 1 ή 2 του άρθρου 350 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 τα οποία απαιτείται να υποβάλλονται από αλλοδαπές εταιρείες που διατηρούν τόπο εργασίας στην Κύπρο. Προς υποστήριξη της θέσης της αυτής, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 8 εκτυπωμένο απόσπασμα από τα ηλεκτρονικά αρχεία του Εφόρου Εταιρειών από τα οποία, ως αναφέρει, προκύπτει ότι η Αιτήτρια δεν έχει προβεί σε οποιεσδήποτε καταχωρήσεις εγγράφων στον Έφορο Εταιρειών μετά από την ημερομηνία εγγραφής της, ως αλλοδαπή εταιρεία. (θ) Η σχετική εγγραφή περί εγκαθίδρυσης τόπου εργασίας στην Κύπρο σύμφωνα με το άρθρο 347 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 έγινε στις 06/04/
  13. Ωστόσο, με μια ματιά στο απόσπασμα του ρωσικού μητρώου (Τεκμήρια 2Α και 2Β) είναι έκδηλο ότι απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά σε οποιοδήποτε «τόπο εργασίας στην Κύπρο». Αντίθετα, με βάση το απόσπασμα του ρωσικού μητρώου, φαίνεται μία αναφορά κάτω από τον υπότιτλο «Πληροφορίες αναφορικά με παραρτήματα και γραφεία εκπροσώπησης» (Information regarding branches and representative offices) σε «γραφείο εκπροσώπησης» ('representative office') της Αιτήτριας στην Κύπρο με σχετική ημερομηνία εγγραφής την 15/11/2018 (ήτοι 18 και πλέον μήνες μετά την 16/04/2017). Διεύθυνση του αναφερόμενου γραφείου εκπροσώπησης αναφέρεται η Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη. Ακολούθως επισυνάπτει ως Τεκμήριο 9 και συνοψίζει γνωμάτευση του δικηγορικού οίκου Herbert Smith αναφορικά με τις υποχρεώσεις μιας ρωσικής εταιρείας που επιλέγει να εγκαθιδρύσει γραφείο εκπροσώπησης ή παράρτημα σε χώρα του εξωτερικού, σύμφωνα με το ρωσικό δίκαιο. Τονίζει ότι με βάση το ρωσικό δίκαιο η Αιτήτρια κωλύεται έναντι τρίτων, από του να ισχυρίζεται ότι εγκαθίδρυσε οιαδήποτε παρουσία στην Κύπρο κατά το χρόνο καταχώρησης της Αίτησης ή να βασίζεται σε δεδομένα που δεν δηλώθηκαν στο σχετικό ρωσικό μητρώο, λεπτομέρειες του οποίου επίσης παραθέτει.
  14. Υπό τις ως άνω περιστάσεις η ίδια πιστεύει ότι είναι σαφές ότι η Αιτήτρια μόνο «στα χαρτιά» εγκαθίδρυσε τόπο εργασίας στην Κύπρο, ότι ουδεμία παρουσία έχει και ουδεμία εργασία διεξαγάγει στην Κύπρο, ενώ ο αποκλειστικός σκοπός εγγραφής της ως αλλοδαπής εταιρείας με τόπο εργασίας στην Κύπρο, ήταν στα πλαίσια της καταφανούς προσπάθειας της να παρακάμψει τις πρόνοιες τις Συνθήκης και ειδικότερα το άρθρο 26 και 27 αυτής. Συναφώς, επιχειρηματολογεί ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Αίτηση και να παραχωρήσει τις αξιούμενες θεραπείες. ΙIΙ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
  15. Τα μέρη επέλεξαν και συμφώνησαν όπως για σκοπούς διεξαγωγής της ακρόασης προσκομιστεί προφορική μαρτυρία κατ' εφαρμογή του άρθρου 5
(1)(ζ) του Νόμου Ν. 121(Ι)/
  1. Κατόπιν το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) καθόρισε όπως προσκομιστεί προφορική μαρτυρία στη διαδικασία. Κατά το στάδιο που επιχειρήθηκε να κατατεθεί η γραπτή δήλωση του πρώτου μάρτυρα για την Αιτήτρια, υπήρξαν εκτενείς ενστάσεις από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση, αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου εκτενώς και το Δικαστήριο εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση. Είναι σε αυτήν την ενδιάμεση απόφαση που αμφότερες οι πλευρές αναφέρονται στα πλαίσια της εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας τους στις τελικές και γραπτές τους αγορεύσεις. IV. Η ΔΙΑ ΖΩΣΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
  2. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της Αιτήτριας, κατέθεσε ο κ. Evgeny Zhilin ("EZ"), ως εμπειρογνώμονας επί ρωσικού δικαίου. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση στην Αγγλική γλώσσα, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και μεταφρασμένο αντίγραφο αυτής, κατατέθηκε ως Έγγραφο Β. Κατέθεσε επίσης τα Τεκμήρια 1 μέχρι 9 και κατά την αντεξέταση του κατατέθηκε το Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α.
  3. Αφού η Αιτήτρια έκλεισε την υπόθεση της, κατατέθηκε από κοινού κατάλογος παραδεκτών γεγονότων ο οποίος σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Από κοινού κατατέθηκαν και τα Τεκμήρια 10 και
  4. Προς υποστήριξη της υπόθεσης των Καθ΄ ων η Αίτηση κατέθεσε η κα Γιούλη Οικονόμου, δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους Καθ' ων η Αίτηση. Η κα Οικονόμου κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ και τα Τεκμήρια 12 μέχρι
  5. Κατέθεσε πρόσθετα ο κ. Ivan Teselkin ("IT") ως εμπειρογνώμονας ρωσικού δικαίου. Ο ΙΤ κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε και τα Τεκμήρια 30 μέχρι
  6. Κατά το στάδιο επίσης της κυρίως εξέτασης του, ο IT αναγνώρισε το Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Εκκρεμούσης της ανταξέτασης του, κατατέθηκε από κοινού και το Τεκμήριο
  8. (α) Σύνοψη μαρτυρίας κ. Evgeny Zhilin (EZ)
  9. Ο ΕΖ παρέθεσε τα προσόντα του καταθέτοντας το βιογραφικό του το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  10. Ανέφερε πρόσθετα ότι εκπροσωπεί τον όμιλο Taldinskaya Mining Group στον οποίο ανήκει η Αιτήτρια από το έτος 2017, σε σχέση με δικαστικά ζητήματα που αφορούν την Αιτήτρια αλλά σε σχέση και με εμπορικές συναλλαγές της. Ακολούθως, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του επανέλαβε κατ' ουσίαν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας επί της ΕΔ Μαρκαντώνη, καταθέτοντας τα εξής έγγραφα ως Τεκμήρια: (α) Ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο πιστοποιητικού του Έφορου Εταιρειών, δια του οποίου να επιβεβαιώνεται η εγγραφή της Αιτήτριας στην Κύπρο, ως αλλοδαπής εταιρείας, με τόπο εργασίας στην Κύπρο, υπό μορφή αντιπροσωπείας και (β) ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο πιστοποιητικού του Έφορου Εταιρειών δια του οποίου επιβεβαιώνεται ότι η Αιτήτρια εγκαθίδρυσε τόπο εργασίας στην Κύπρο στη Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη. Πρόσθεσε στο σημείο αυτό ότι στις 4.8.22 το υποκατάστημα μετέφερε το εγγεγραμμένο του γραφείο στην οδό Ήρας 2, Διαμέρισμα / Γραφείο Α203, Άγιος Τύχωνας, 4532, στη Λεμεσό. Ως Τεκμήριο 4 κατέθεσε αντίγραφο πιστοποιητικού του Έφορου Εταιρειών δια του οποίου προκύπτει ότι διευθυντής της Αιτήτριας ήταν ο κ. Ruslan Rostovtsev από τη Μόσχα. Πρόσθεσε ότι από τις 26.9.2019 και μετέπειτα, διευθύντρια της Αιτήτριας είναι η κα Lidia Bugrovetskaya, από τη Μόσχα. Συνέχισε ότι η εγγραφή του γραφείου αντιπροσώπευσης της Αιτήτριας στην Κύπρο, ενεγράφη και στο σχετικό ρωσικό μητρώο της αρμόδιας αρχής της Ρωσικής Ομοσπονδίας στις 15.11.2018, απόσπασμα του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο
  11. Ακολούθως αναφέρθηκε στις πρόνοιες της νομοθεσίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας οι οποίες επιτρέπουν μια τέτοια εγγραφή ενός «γραφείου αντιπροσώπευσης» ή «υποκαταστήματος» στο εξωτερικό, επεξηγώντας πρόσθετα τη διαφορά μεταξύ τους, η οποία, ανέφερε, περιορίζεται στο εύρος των δραστηριοτήτων τους. Ανέφερε ότι με βάση το ρωσικό δίκαιο, αυτά δεν θεωρούνται χωριστές νομικές οντότητες και ακολούθως περιέγραψε τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί για την εγγραφή και λειτουργία ενός γραφείου αντιπροσώπευσης ή υποκαταστήματος καθώς και τις υποχρεώσεις μιας εταιρείας για καταχώρηση και επικαιροποίηση των πληροφοριών που αφορούν στα γραφεία αντιπροσώπευσης ή υποκαταστήματα τους, με βάση το ρωσικό δίκαιο. Ισχυρίστηκε δε ότι ζητήματα ανοίγματος γραφείου αντιπροσώπευσης, συμπεριλαμβανομένης της στιγμής δημιουργίας του, του καθεστώτος και της δικαιοπρακτικής του ικανότητας καθορίζονται σύμφωνα με την νομοθεσία του αλλοδαπού κράτους, εν προκειμένω, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Κύπρου.
  12. Ακολούθως αναφέρθηκε στη διαδικασία που έλαβε χώρα ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Περιφέρειας Kemerovo της Ρωσικής Ομοσπονδίας, στο περιεχόμενο και τη φύση της διαφοράς, στους εκεί διαδίκους και κατέθεσε την απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 6, επεξηγώντας ότι αποτελεί αντίγραφο του Τεκμηρίου 4 στην ΕΔ Μαρκαντώνη. Ως Τεκμήριο 7 κατέθεσε την μετάφραση της αναφερόμενης απόφασης. Αναφέρθηκε επίσης στους λόγους δια τους οποίους θεωρεί ότι η αυτή τελεσιδίκησε στις 21.12.
  13. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής επισυνάπτει ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο της γνωμάτευσης που ετοίμασε το έτος
  14. Ανέφερε επίσης ότι τα δικαστήρια της Ρωσίας δεν εκδίδουν κανένα άλλο πιστοποιητικό σχετικά με το τελικό και εκτελεστό μιας απόφασης. Η σφραγίδα του Δικαστηρίου η οποία φαίνεται επί του κειμένου του Τεκμηρίου 4 της ΕΔ Μαρκαντώνη, αποτελεί το μόνο πιστοποιητικό ως προς την τελεσιδικία και την εκτελεστότητα της απόφασης που εκδίδεται από ρωσικό Δικαστήριο. Συνέχισε ότι όλοι οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν στην εκεί διαδικασία και γνώριζαν για την ύπαρξη της. Ως εκ τούτου, δεν απαιτείτο η προσκόμιση πιστοποιητικού που να βεβαιώνει ότι ο Αποβιώσας είχε ενημερωθεί προσηκόντως. Ακολούθως, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 της ΕΔ Μαρκαντώνη προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας του ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Συνθήκης για εγγραφή της. Πρόσθεσε επίσης ότι κάθε απόφαση που εκδίδεται στη Ρωσία εκτελείται σε ένα μόνο πρωτότυπο αντίγραφο, το οποίο φυλάσσεται με ασφάλεια στο υλικό της δικογραφίας του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να συνταχθεί «σε υποδείγματα» κατόπιν αιτήματος, ενώ, «τα πιστά αντίγραφα από το υλικό της δικογραφίας μπορούν να γίνουν από γραμματέα του εν λόγω Δικαστηρίου».[2] Ακολούθως, αναφέρει ότι η απόφαση αναρτήθηκε και στην πλατφόρμα kad.arbitr.ru, η οποία αποτελεί την ιστοσελίδα της πλατφόρμας όπου εκδίδονται ρωσικές δικαστικές αποφάσεις.
  15. Αντεξεταζόμενος απεδέχθη την εισήγηση του κ. Αδαμίδη ότι η κυρίως ασχολία της Αιτήτριας είναι η επένδυση σε τίτλους "security". Δεν αμφισβήτησε τη θέση του κ. Αδαμίδη για το κατά πόσο η διεύθυνση της Αιτήτριας στην Κύπρο, ήταν η διεύθυνση της Abacus. Ανέφερε επίσης ότι κάποιες από τις εταιρείες του κ. Rostovtsev ήταν πελάτες της Abacus. Σε υποβολή του κ. Αδαμίδη ότι η αλλαγή της διεύθυνσης της Αιτήτριας από την Λευκωσία στη Λεμεσό έχει να κάνει με την απόφαση της Abacus να τερματίσει τις υπηρεσίες της σε Ρώσους πελάτες της, ζήτησε περαιτέρω στοιχεία. Ανέφερε επίσης ότι δεν είχε σε οποιοδήποτε στάδιο μεταβεί στη διεύθυνση της Αιτήτριας στη Λεμεσό ενώ σε υποβολή του κ. Αδαμίδη δια το ότι η συγκεκριμένη διεύθυνση βρίσκεται ένα οικιστικό διαμέρισμα απάντησε ότι πρόκειται για συνήθη πρακτική σε όλες τις χώρες του κόσμου. Ακολούθησε συζήτηση ως προς τις προϋποθέσεις της ρωσικής νομοθεσίας για την καταχώρηση στο αρμόδιο μητρώο πληροφοριών που αφορούσαν στην εγγραφή τόπου εργασίας στο εξωτερικώ, ρωσικών εταιρειών. Ακολούθησε και συζήτηση αναφορικά με τα άρθρα 24 και 28
(1)της Συνθήκης, με αναφορά στο ρωσικό κείμενο και δη τη φράση «τέθηκε σε ισχύ και είναι εκτελεστή» αλλά και τις σφραγίδες και υπογραφές που παρουσιάζονται επί του Τεκμηρίου 4 της ΕΔ Μαρκαντώνη. (β) Σύνοψη μαρτυρίας κας Γιούλης Οικονόμου
  1. Η κα Οικονόμου στα πλαίσια της γραπτής της δήλωσης (Έγγραφο Δ) επανέλαβε κατ' ουσίαν τις θέσεις της επί της ΕΔ Οικονόμου καταθέτοντας τα εκεί συνημμένα τεκμήρια, εκ νέου, ως Τεκμήρια 13 μέχρι 19 και Τεκμήρια 23 μέχρι
  2. Προς περαιτέρω επίρρωση της θέσεων της κατέθεσε ως Τεκμήριο 12, σχετικό έντυπο που καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών αναφορικά με την αλλαγή του διοικητικού συμβούλου της Αιτήτριας, στις 25.2.
  3. Ως Τεκμήριο 20 κατέθεσε εκτυπωμένο απόσπασμα από τα ηλεκτρονικά αρχεία του Εφόρου Εταιρειών, από τα οποία προκύπτει ότι η Αιτήτρια δεν προέβη σε οιεσδήποτε καταχωρήσεις εγγράφων μετά την ημερομηνία εγγραφής της ως αλλοδαπής εταιρείας, ήτοι από τις 6.4.2017, πλην των εντύπων που καταχωρήθηκαν από το έτος 2021 και κατόπιν και που αφορούν την παραίτηση του τότε διοικητικού της συμβούλου και το διορισμό στη θέση του νέας διοικητικής συμβούλου, καθώς επίσης και την αλλαγή της διεύθυνσης του τόπου εργασίας της Αιτήτριας στην Κύπρο και το διορισμό άλλου προσώπου, ως αντιπροσώπου της στην Κύπρο. Ως Τεκμήρια 21 και 22 κατατέθηκαν έντυπα που βρίσκονται καταχωρημένα στον Έφορο Εταιρειών αναφορικά με τις ως άνω αλλαγές.
  4. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι με βάση την πείρα της στην παροχή διοικητικών υπηρεσιών, αμφιβάλλει ότι η κα Μαρκαντώνη είχε ουσιαστικό και ενεργό ρόλο στην Αιτήτρια. Η δεδηλωμένη διεύθυνση του τόπου εργασιών της Αιτήτριας στην Κύπρο, αποτελείται από τα γραφεία που διεξάγει τις εργασίες η Abacus. Η ίδια, ως ανέφερε, μετέβη πολλές φορές στη διεύθυνση αυτή, είχε λάβει μέρος σε συναντήσεις με αξιωματούχους της Abacus και δεν υπήρχε κανονικό γραφείο που να ανήκει και να τυγχάνει διαχείρισης από την Αιτήτρια, δεν υπήρχε ταμπέλλα, ούτε υπάλληλος να ασχολείται αποκλειστικά με την Αιτήτρια. Ερωτηθείσα σε σχέση με την επίδοση δικαστικού εγγράφου προς την Αιτήτρια στην εν λόγω διεύθυνση, απάντησε ότι η επίδοση έγινε εκεί εφόσον αυτή ήταν η διεύθυνση που δηλώθηκε στον Έφορο Εταιρειών ως η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Αιτήτριας στην Κύπρο. Ακολούθησε συζήτηση για τις πιστοποιήσεις που παρουσιάζονται επί του κειμένου του Τεκμηρίου 4 της ΕΔ Μαρκαντώνη και τις εκεί σφραγίδες. (γ) Σύνοψη μαρτυρίας κ. Ivan Teselkin (IT)
  5. Ο IT στα πλαίσια της γραπτής του δήλωσης ανέφερε ότι είναι Ρώσος προσοντούχος δικηγόρος, με πέραν των δεκατεσσάρων ετών εμπειρίας και ειδίκευσης σε πολύπλοκες διασυνοριακές διαφορές και διεθνείς διαιτησίες. Προς υποστήριξη των προσόντων του, κατέθεσε ως Τεκμήριο 30 αντίγραφο του βιογραφικού του σημειώματος. Ανέφερε ότι εκπροσωπεί και συμβουλεύει τον Αποβιώσαντα από το έτος 2016, ο οποίος απεβίωσε στις 19.6.
  6. Ως Τεκμήριο 31 κατέθεσε γνωμάτευση την οποία ετοίμασε ο ίδιος, αναφορικά με την «ισχυριζόμενη ίδρυση γραφείου εκπροσώπησης» από την Αιτήτρια στην Κύπρο[3] και παρέθεσε την επιχειρηματολογία του με αναφορά στο ρωσικό δίκαιο καταλήγοντας στα εξής: (α) ότι ως θέμα ρωσικού δικαίου, η Αιτήτρια δεν έχει ιδρύσει οποιανδήποτε αυτόνομη μονάδα στην Κύπρο σε οποιονδήποτε χρόνο πριν από τις 15.11.2018 και (β) σε κάθε περίπτωση, η Αιτήτρια κωλυόταν και κωλύεται από του να βασίζεται εναντίον οιοδήποτε τρίτου προσώπου στον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια είχε δήθεν ιδρύσει οποιανδήποτε αυτόνομη μονάδα στην Κύπρο πριν από την προαναφερθείσα ημερομηνία. Στο πιο πάνω πλαίσιο κατέθεσε τα Τεκμήρια 31 μέχρι 35 τα οποία αφορούν την αναγκαιότητα πληροφόρησης τέτοιων μονάδων στα μητρώα των αρμόδιων ρωσικών αρχών, και το Τεκμήριο 36 από το οποίο, ως ανέφερε, προκύπτει ότι η εγγραφή στο ρωσικό μητρώο αναφορικά με το γραφείο εκπροσώπησης της Αιτήτριας στην Κύπρο έγινε στις 15.11.2018, προσθέτοντας ότι δεν υπάρχει καμία πληροφορία στο ρωσικό μητρώο που να υποδεικνύει ότι η Αιτήτρια είχε ιδρύσει οποιανδήποτε αυτόνομη μονάδα στην Κύπρο πριν από τις 15.11.
  7. Σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις της Συνθήκης, παρουσίασε ως Τεκμήρια 37 και 38, αντίστοιχα, την αγγλική έκδοση και τη ρωσική έκδοση της Συνθήκης. Επεξήγησε ότι η ρωσική έκδοση της Συνθήκης είναι διαθέσιμη σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα η οποία αποτελεί δημόσια νομική βάση δεδομένων που παρέχει το Ρωσικό κείμενο διαφόρων νομοθεσιών της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αντίγραφο της οποίας παρουσίασε ως Τεκμήριο
  8. Συνέχισε ότι αποφάσεις των ρωσικών διαιτητικών δικαστηρίων (όπως για παράδειγμα του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Κεμέροβο) εκδίδονται σε ένα εκτυπωμένο αντίγραφο υπογεγραμμένο από τον δικαστή το οποίο μετά καταχωρείται και αποθηκεύεται στα αρχεία του πρωτόδικου δικαστηρίου. Προς υποστήριξη της θέσης του παρουσίασε ως Τεκμήριο 40 αντίγραφο των κανόνων διαχείρισης υποθέσεων του Ψηφίσματος της Ολομέλειας του Ανώτατου Διαιτητικού Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Πρόσθεσε ότι το κείμενο των εν λόγω αποφάσεων δημοσιεύεται και σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα, η οποία αποτελεί βάση δεδομένων που εξυπηρετεί μόνο τον σκοπό πληροφόρησης και καμία απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί στη βάση μόνο ενός απλού αντιγράφου μιας δικαστικής απόφασης. Εκεί, το αντίγραφο δεν φέρει ούτε την υπογραφή του δικαστή ούτε και τη σφραγίδα του. Προς τούτο, παρουσίασε ως Τεκμήριο 41 αντίγραφο μιας απόφασης ως σχετικό παράδειγμα. Επομένως, συνεχίζει, το πρωτότυπο της απόφασης δεν είναι διαθέσιμο προς τα μέρη και ένα μέρος που επιζητεί αναγνώριση και εκτέλεση ρωσικής απόφασης στην Κύπρο πρέπει να εξασφαλίσει πρώτα ένα πιστοποιημένο αντίγραφο της απόφασης. Παρέπεμψε προς επίρρωση των θέσεων του σε διάφορα ψηφίσματα της Ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας και στο άρθρο 177 του Διαιτητικού Διαδικαστικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο
  9. Ακολούθως παρέθεσε την επιχειρηματολογία του, με αναφορά στο ρωσικό δίκαιο, προς υποστήριξη της θέσης του ότι το Τεκμήριο 4 δεν αποτελεί πιστοποιημένο αντίγραφο ρωσικής δικαστικής απόφασης. Κατόπιν, και πάλιν με αναφορά στο ρωσικό δίκαιο, παρέθεσε την επιχειρηματολογία του δια τους λόγους που ο ίδιος θεωρεί ότι η Απόφαση δεν είναι τελεσίδικη και εκτελεστή, ώστε να ικανοποιείται η σχετική απαίτηση του άρθρου 28 της Συνθήκης. Προς υποστήριξη της θέσης του κατέθεσε τα Τεκμήρια 43 και 44 τα οποία, ως ανέφερε, αποτελούνται από τις οδηγίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσικής Ομοσπονδίας σε σχέση με το ζήτημα της τελεσιδικίας και εκτελεστότητας των ρωσικών αποφάσεων. Εξεταζόμενος δια ζώσης κατέθεσε το Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α, ως Τεκμήριο 45, το οποίο, ως ανέφερε, αποτελεί το ρωσικό κείμενο της Συνθήκης.
  10. Αντεξεταζόμενος, σε υποβολή του κ. Χριστοδούλου ότι τα Τεκμήρια 37 μέχρι 39 δεν αποτελούν επίσημα δημοσιευμένα έγγραφα της Ρωσικής Ομοσπονδίας διαφώνησε, επιχειρηματολογώντας περί του αντιθέτου. Επεξήγησε τους λόγους δια τους οποίος δεν συμφωνούσε με την εισήγηση του κ. Χριστοδούλου, ότι η ρωσική υπό κρίση απόφαση κατέστη εκτελεστή, πλην συμφωνώντας ότι δεν υπάρχει επί του κειμένου του Τεκμηρίου 4 της ΕΔ Μαρκαντώνη, οιαδήποτε πρόνοια περί αναστολής της εκτελεστότητας της. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, κατατέθηκε επίσης από κοινού το Τεκμήριο 46 το οποίο, ως δηλώθηκε, αποτελεί αντίγραφο του πιστοποιητικού της τελικής έγκρισης του συγκροτήματος στο οποίο βρίσκεται το διαμέρισμα το οποίο η Αιτήτρια χρησιμοποιεί ως εγγεγραμμένο τόπο εργασίας της στην Κύπρο, σύμφωνα με τη δήλωση των μερών δυνάμει της παρ. 3 του Καταλόγου Παραδεκτών Γεγονότων (Έγγραφο Γ), με τη διευκρίνιση ότι η κατάθεση του εν λόγω τεκμηρίου αφορά μόνο τα όσα περιέχει το εν λόγω έγγραφο αναφορικά με το ποια ήταν η επιτρεπτή χρήση και όχι ποια ήταν η πραγματική χρήση του ακινήτου. Συνεχίζοντας, ο ΙΤ έλεγξε ενώπιον του Δικαστηρίου την ιστοσελίδα kad.arpid.ru και αναγνώρισε ότι εκδόθηκε μια απόφαση στην υπόθεση με αρ. Α27-15083/2016 αναφέροντας ότι ανακοινώθηκε στις 21.11.2016 ενώ η απόφαση στο σύνολο της ετοιμάστηκε στις 28.11.
  11. V. ΣΥΝΟΨΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
  12. Κεντρικό άξονα της αντιδικίας των μερών αποτέλεσε το κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της Αίτησης και να προχωρήσει στην εγγραφή της υπό κρίση αλλοδαπής απόφασης, δυνάμει των προνοιών της Συνθήκης. Τούτο διότι το άρθρο 27 της Συνθήκης διαλαμβάνει τα εξής (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): «
  13. Η αίτηση για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης θα υποβάλλεται σε δικαστική αρχή του τόπου έκδοσής της. Η αρχή αυτή θα διαβιβάζει την αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους.
  14. Αν το πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση για εκτέλεση διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους όπου επιδιώκεται να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση, η αίτηση μπορεί επίσης να υποβάλλεται απ' ευθείας στο αρμόδιο δικαστήριο του Συμβαλλόμενου τούτου Μέρους.»
  15. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια επέλεξε να υποβάλει την Αίτηση «απ' ευθείας» στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δυνάμει του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 27 της Συνθήκης, στη βάση του ότι η ίδια, κατά το χρόνο υποβολής της Αίτησης διατηρούσε τόπο εργασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ειδικότερα, στη βάση του ότι η Αιτήτρια, κατά το χρόνο της καταχώρησης της Αίτησης, είχε εγγραφεί στο σχετικό μητρώο του Εφόρου Εταιρειών ως αλλοδαπή εταιρεία με τόπο εργασίας στην Κύπρο, δυνάμει του άρθρου 347 του Κεφ.
  16. Για τους Καθ' ων η Αίτηση τούτο δεν είναι αρκετό. Παραπέμπουν σε σωρεία αυθεντιών προς υποστήριξη της θέσης τους ότι, η «μόνιμη ή προσωρινή διαμονή» του αιτητή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να είναι πραγματική και δεν είναι αρκετό να υπάρχει μόνο «στα χαρτιά». Συνεχίζουν ότι, στην απουσία διαφορετικού ορισμού της λέξης «διαμονή» από την ίδια την Συνθήκη, το κριτήριο για τον καθορισμό του κατά πόσο μια εταιρεία έχει «μόνιμη ή προσωρινή διαμονή» σε συγκεκριμένη χώρα είναι αυτό του "central management and control", ήτοι, το κατά πόσο η διεύθυνση και ο έλεγχος της εταιρείας ασκούνται από συγκεκριμένη χώρα.[4] Καταλήγουν ότι, κατ' εφαρμογή του κριτηρίου αυτού στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση, ήτοι, με παραπομπή στη μαρτυρία που δόθηκε, η Αιτήτρια δεν δύναται να θεωρηθεί ότι έχει διαμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία για σκοπούς του άρθρου 27
(2)της Συνθήκης. Κατ' επέκταση, ότι το Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.
  1. Ως ζήτημα λογικής προτεραιότητας, προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση των θέσεων των μαρτύρων ως προς τα γεγονότα που άπτονται της «διαμονής» της Αιτήτριας εντός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα στραφώ σε δύο περαιτέρω παραμέτρους που έθιξαν τα μέρη κατά το στάδιο των αγορεύσεων αλλά και σε μια τρίτη, που έθιξε το ίδιο το Δικαστήριο κατά το στάδιο των διευκρινίσεων. Ειδικότερα: (α) Κατά το στάδιο των αγορεύσεων αποτέλεσε τη θέση των συνηγόρων της Αιτήτριας ότι το άρθρο 27 δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση καθώς, εν προκειμένω, το αίτημα της Αιτήτριας αφορά σε αίτημα για «αναγνώριση» αλλοδαπής απόφασης και όχι σε «εγγραφή και εκτέλεση» της.[5] (β) Κατά το στάδιο των αγορεύσεων αποτέλεσε τη θέση των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση ότι η μαρτυρία του ΕΖ θα πρέπει να αγνοηθεί στην ολότητα της καθώς ο ίδιος δεν ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι «υιοθετεί» το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης. (γ) Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων το Δικαστήριο ζήτησε τις τοποθετήσεις των συνηγόρων ως προς τον σκοπό της επιχειρούμενης εγγραφής μιας απορριπτικής φύσεως αλλοδαπής δικαστικής απόφασης, ώστε να διασφαλιστεί ότι το Δικαστήριο δεν καλείτο να ενεργήσει επί ματαίω. Τούτο με δεδομένο το ότι, ως οι συνήγοροι της Αιτήτριας ανέφεραν κατά το στάδιο των αγορεύσεων, δεν τίθεται ζήτημα «εκτέλεσης» της, ενόψει της φύσεως της ως απορριπτικής των εκεί αξιώσεων.
  2. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, προς επίρρωση της επιχειρηματολογίας τους, οι συνήγοροι της Αιτήτριας παραπέμπουν στο λεκτικό των άρθρων 23 και 24 της Συνθήκης όπου χρησιμοποιείται η φράση «αναγνώριση και εκτέλεση» αντιπαραβάλλοντας τούτο με τα άρθρα 27 και 28 όπου χρησιμοποιείται μόνο η φράση «αίτηση για την εκτέλεση της απόφασης». Συνεπώς, συνεχίζουν, ούτε το άρθρο 27 ούτε το άρθρο 28 της Συνθήκης εφαρμόζονται στις περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου επιχειρείται μόνο η αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης. Προβάλλουν δε ότι θα ήταν «παράλογο» να απαιτείται πιστοποιητικό για το εκτελεστό μιας απόφασης, σύμφωνα με την απαίτηση του άρθρου 28
(1)της Συνθήκης, από μια απόφαση απορριπτικής φύσεως. Δεν δύναμαι να υιοθετήσω τη θέση αυτή για τους πιο κάτω λόγους. 28. Η πιο πάνω θέση προβλήθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο των αγορεύσεων και είναι για το λόγο αυτό που η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση τοποθετήθηκε επί τούτου, για πρώτη φορά, στα πλαίσια της συμπληρωματικής τους αγόρευσης. Όπως ορθά οι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση ανέφεραν, η πιο πάνω θέση αντιστρατεύεται προηγούμενες θέσεις των συνηγόρων της Αιτήτριας δια το ότι το άρθρο 27
(2)της Συνθήκης αποτελεί τη νομική βάση της Αίτησης,[6] γεγονός που προκύπτει από μια απλή ανάγνωση της ίδιας της νομικής βάσης της Αίτησης.
  1. Πέραν τούτου, όπως ορθά οι συνήγοροι της Αιτήτριας επισημαίνουν, το Δικαστήριο έχει καθήκον να ερμηνεύει στη Συνθήκη καλή τη πίστη σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες της Συνθήκης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών Μεταξύ Κρατών και Διεθνών Οργανισμών της 21ης Μαρτίου του 1986 η οποία κυρώθηκε με τον Κυρωτικό Νόμο Ν. 234/90 («η Συνθήκη της Βιέννης»). Το άρθρο 31 της Συνθήκης της Βιέννης προβλέπει ότι μια συνθήκη πρέπει να ερμηνεύεται με καλή πίστη σύμφωνα με τη συνήθη έννοια που αποδίδεται στους όρους της από τα συμφραζόμενα και υπό το φως του αντικειμένου και σκοπού της. Το αντικείμενο και ο σκοπός της Συνθήκης παρατίθενται στο ίδιο το προοίμιο της όπου κατ' ουσίαν γίνεται αναφορά στην επιθυμία των δύο κρατών για ρύθμιση, με βάση την αμοιβαιότητα, νομικής συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου.
  2. Τυχόν θεώρηση του άρθρου 27 της Συνθήκης κατά τον τρόπο που εισηγούνται οι συνήγοροι της Αιτήτριας θα απέληγε σε αντίθετο ή, κατ' ελάχιστον, ασυμβίβαστο ως προς τον πιο πάνω σκοπό, αποτέλεσμα. Τούτο διότι δεν θα απέμενε καμία προς εφαρμογή πρόνοια ως προς τον ίδιο τον τρόπο έναρξης της διαδικασίας καταχώρησης αίτησης για αναγνώριση, με δεδομένο το γεγονός ότι είναι και στα δύο εδάφια του άρθρου 27 της Συνθήκης που γίνεται αναφορά σε «αίτηση για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης». Με τον τρόπο αυτό, θα εναπόκειτο στον κάθε αιτούντα της αναγνώρισης αλλοδαπής απόφασης να αποφασίζει τον τρόπο με τον οποίο θα εκκινούσε τη διαδικασία. Μια τέτοια προσέγγιση θα καταστρατηγούσε το στοιχείο της προβλεψιμότητας ως προς τον μηχανισμό και την πρακτική λειτουργία της Συνθήκης. Επίσης θα απέληγε σε αιτητές «δύο ταχυτήτων» άνευ οιασδήποτε εύλογης αιτίας ή ουσιώδους λόγου, εφ' όσον, αφενός, αιτητές που αιτούντο εκτέλεσης θα έπρεπε να ικανοποιήσουν τα κριτήρια του άρθρου 27 και 28 ενώ αιτητές που αιτούντο μόνο αναγνώρισης, δεν θα είχαν αυτό το καθήκον. Ο ενδεχόμενος προβληματισμός ότι, ίσως, οι αιτητές που αιτούνται «εκτέλεσης» θα πρέπει να ιδωθούν πιο «αυστηρά» από αυτούς που αιτούνται «μόνο την αναγνώριση μιας απόφασης»[7] δεν αποτελεί ικανό λόγο για υιοθέτηση μιας τέτοιας προσέγγισης (εν τη απουσία σαφούς επί τούτου λεκτικού) εφ' όσον οι επιπτώσεις αναγνώρισης μιας αλλοδαπής απόφασης δεν δύνανται προκαθοριστούν για σκοπούς σύγκρισης τους με τις «επιπτώσεις» εκτέλεσης αλλοδαπής απόφασης.
  3. Αντιστρόφως, τυχόν υιοθέτηση της πιο πάνω προσέγγισης των συνηγόρων της Αιτήτριας, θα απέληγε στο συμπέρασμα ότι η Συνθήκη δεν τυγχάνει εφαρμογής σε διαδικασίες που αντικείμενο τους είναι μόνο η εγγραφή μιας αλλοδαπής απόφασης (ρωσικής ή κυπριακής) αλλά όχι η εκτέλεση. Τούτο διότι το ίδιο το άρθρο 23 διαλαμβάνει ότι οι εν λόγω δικαστικές αποφάσεις «θα αναγνωρίζονται και εκτελούνται» στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Δηλαδή, δεν δύναται σε περίπτωση υιοθέτησης της αυστηρής λεκτικής προσέγγισης των συνηγόρων της Αιτήτριας να αγνοείται η λέξη «και», τόσο στο άρθρο 23 όσο και στο άρθρο
  4. Πλην όμως ούτε και αυτή η κατάληξη συνάδει με την καλή τη πίστη ερμηνεία της Συνθήκης, υπό το φως του δεδηλωμένου σκοπού της (βλ. παρ. 29 πιο πάνω), εφ' όσον θα απέκλειε από την εμβέλεια της εφαρμογής της, αιτήσεις όπως και η παρούσα, οι οποίες περιορίζονται σε αναγνώριση και εγγραφή αλλοδαπής απόφασης.
  5. Για τους πιο πάνω λόγους συμπεραίνω ότι εάν ο νομοθέτης ήθελε προνοήσει διαφορετικά κριτήρια ή διαδικασία ή στάδιο για σκοπούς αναγνώρισης αλλοδαπής απόφασης από αυτά που καθόρισε για σκοπούς εκτέλεσής της, θα το έπραττε ρητά και με σαφήνεια, όπως έπραξε και λ.χ. ο ευρωπαίος νομοθέτης στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12 της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υπόθεσης (αναδιατύπωση) («ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1215/12») (βλ. Κεφάλαιο ΙΙΙ, Τμήμα Ι και Τμήμα 2 του εν λόγω κανονισμού). Όπως εξάλλου ξεκαθαρίστηκε στην VTB Bank (Open Joint Stock Company) v. Alekseyevich κ.ά. Πολ. Έφ. 206/14, 12.6.2020, ECLI:CY:AD:2020:A188 (Alekseyevich) για τους λόγους που έχουν εκεί παρατεθεί, τα άρθρα 24 μέχρι 28 της Συνθήκης θα πρέπει να ιδωθούν και αναγνωσθούν ως μία ενότητα, με το άρθρο 27 να χαρακτηρίζεται ως ο βασικός τρόπος εισαγωγής οιασδήποτε αίτησης που καταχωρείται δυνάμει των ως άνω προνοιών της Συνθήκης.
  6. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι η αναφορά σε αίτηση εκτέλεσης επί του άρθρου 27 της Συνθήκης, περιλαμβάνει και την αίτηση για εγγραφή, όπως είναι η παρούσα. Επίρρωση για την πιο πάνω κατάληξη μου αντλείται και από το άρθρο 26 της Συνθήκης, όπου ενώ ο τίτλος αναφέρεται σε «διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων», ακολούθως το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου αναφέρεται μόνο σε αίτηση «για εκτέλεση.» Συναφώς, η σχετική εισήγηση της πλευράς της Αιτήτριας απορρίπτεται.
  7. Σε σχέση με το δεύτερο ζήτημα, οι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν ότι ο ΕΖ δεν «υιοθέτησε» τη γραπτή του δήλωση παραπέμποντας σχετικά στο άρθρο 25 του Κεφ.
  8. Ανατρέχοντας στα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας, προκύπτει ότι ο ΕΖ την παρουσίασε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και την υιοθέτησε για κάθε αναγκαίο ουσιώδη και πρακτικό σκοπό. Ειδικότερα, αποτέλεσε τη βάση για κατάθεση τεκμηρίων από τον ίδιο αλλά και τη βάση υποβολής ενστάσεων από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση ως προς την αποδεκτότατα συγκεκριμένων προτεινόμενων αναφορών του, για τις οποίες το Δικαστήριο εξέδωσε και ενδιάμεση απόφαση, χωρίς η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση να εγείρει οιοδήποτε ζήτημα ως προς την παράλειψη «υιοθέτησης» από τον ΕΖ προτού αυτή να κατατεθεί ή, κατά το χρόνο που υπέβαλαν τις προαναφερθείσες ενστάσεις τους, παρά και το εκτενές της εμβέλειας τους. Επιπρόσθετα, ο ΕΖ αντεξετάστηκε για αρκετές ώρες με βάση τα όσα ο ίδιος είχε αναφέρει στη γραπτή του δήλωση, με κατ' επανάληψη παραπομπή στο περιεχόμενο της. Υπό το φως των πιο πάνω, η απουσία της λέξης «υιοθετώ» από τον μάρτυρα δεν δύναται από μόνη της να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ουδέποτε δόθηκε η μαρτυρία του ΕΖ ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Συναφώς, η σχετική εισήγηση της πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση απορρίπτεται.
  9. Σε σχέση με το τρίτο ζήτημα, ο κ. Χριστοδούλου κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο σκοπός που προωθήθηκε η αίτηση για αναγνώριση και εγγραφή της υπό κρίση αλλοδαπής απόφασης, είναι να γίνει επίκληση του δόγματος του δεδικασμένου (res judicata) στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας (αγωγής) που εκκρεμεί μεταξύ των διαδίκων. Τούτο είναι επιτρεπτό. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Dicey, Morris & Collins, The Conflict of Laws, 16η Έκδοση, Sweet & Maxwell
(2022)(«το Σύγγραμμα Dicey»), Τόμος Ι στη σελ. 713, παρ. 14 - 005: "[.] the person in whose favour a judgment is given in a foreign country may seek on its basis merely to resit a claim here in the same or a connected matter. For instance, A may sue X in England for a debt and X successfully defend the action by showing that the matter has already been litigated in a foreign court, which has found that the alleged debt does not exist and has in consequence given judgment for X. In such a case the situation indeed is that a party to English proceedings is relying directly upon a foreign judgment, but is doing so merely to establish a negative proposition and seeks that recognition alone be accorded to that judgment. There is no question of enforcement."
  1. Στην υποσημείωση αρ. 95 της σελ. 724 του Συγγράμματος Dicey εντοπίζονται και τα εξής: "However, if the non-money judgment of the foreign court is entitled to recognition as res judicata, the fact that it cannot be enforced as a debt may be of limited practical significance, for if proceedings which have to be brought on the original cause of action can be cut short by showing the issues of substance to be res judicata, with only the question of remedy left for the original decision of the English court, the technical unenforceability of the foreign judgment is merely a detail. This perhaps explains the decision in Pattni v. Ali [2006] UKPC 51."
  2. Διευκρινίζω ότι δεν αποφαίνομαι το κατά πόσο η εγγραφή μιας αλλοδαπής απόφασης αποτελεί προαπαιτούμενο δια την επίκληση του δόγματος res judicata, ζήτημα που αποτελεί αντικείμενο αντιδικίας των μερών στα πλαίσια άλλης διαδικασίας. Για ό,τι αφορά την υπό κρίση διαδικασία αρκεί να λεχθεί ότι τα πιο πάνω αλλά σε συνάρτηση με λεχθέντα του κ. Χριστοδούλου κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, καταδεικνύουν ότι το εγχείρημα της Αιτήτριας για εγγραφή μιας απορριπτικής φύσεως απόφαση δεν είναι άνευ πρακτικού σκοπού ή αντικειμένου ή οφέλους και εν πάση περιπτώσει δεν δύναται να αποδοθεί σε ακαδημαϊκή άσκηση ή άσκηση επί ματαίω (βλ. Mohammed v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.ά.
(2013)3 ΑΑΔ 753, Αναφορικά με την αίτηση της Sittika Abbas Πολ. Έφ. Αρ. 19/2019, 4.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:A34 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Tudor
(2011)1(B) AAΔ.1176).
  1. Στρέφομαι τώρα στο ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, με αναφορά στο άρθρο 27 της Συνθήκης. VI. 'ΔΙΑΜΟΝΗ' ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ ΣΤΟ ΕΔΑΦΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 27
(1)της Συνθήκης, αίτηση για εκτέλεση δικαστικής απόφασης «θα υποβάλλεται» σε δικαστική αρχή του τόπου έκδοσης της. Η αρχή αυτή ακολούθως θα διαβιβάζει την αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο του άλλου συμβαλλόμενου μέρος. Πρόκειται για επιτακτική πρόνοια η οποία θεσπίζει τον γενικό κανόνα ως προς τον τρόπο έναρξης της διαδικασίας αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση απόφασης. 40. Το άρθρο 27
(2)της Συνθήκης θεσπίζει την εξαίρεση στον πιο πάνω γενικό κανόνα δυνάμει της οποίας, η αίτηση μπορεί να υποβάλλεται απ' ευθείας στο αρμόδιο δικαστήριο του συμβαλλόμενου μέρους όπου επιδιώκεται να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση. Απαραίτητη προϋπόθεση ενεργοποίησης αυτού του δικαιώματος του αιτητή, είναι ο ίδιος να διατηρεί είτε την μόνιμη είτε την προσωρινή διαμονή του στο έδαφος του συμβαλλόμενου μέρους, όπου επιδιώκεται να εκτελεσθεί η απόφαση.
  1. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η νομική υφή των ως άνω προνοιών ενέχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα. Τούτο διασαφηνίστηκε στην Alekseyevich όπου κρίθηκε ότι η προϋπόθεση της «διαμονής» άπτεται της ίδιας της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να ενεργήσει και να ασκήσει εξουσίες που του προσδίδει η Συνθήκη.[8] Ο δε Νόμος Ν. 121(Ι)2000 είναι διαδικαστικός νόμος, θέτει το δικονομικό πλαίσιο δικονομικής φύσεως, δεν προσθέτει στο ουσιαστικό δίκαιο και ούτε δύναται να επεκτείνει το πεδίο της εφαρμογής της ίδιας της Συνθήκης, με τη Συνθήκη να έχει αυξημένη ισχύ στην εφαρμογή της έναντι του εν λόγω νόμου, ως εσωτερικού δικαίου (Νίκος Μονογιός ν. Αναστασία Μονογιού Πολ. Έφ. Αρ. 17/2016, 22.2.2018, ECLI:CY:DOD:2018:2, Alekseyevich, VTB Bank (Public Joint - Stock Company v. Leisler Holdings Ltd, Γενική Αίτηση ΑΡ. 530/2016, 21.10.2019). Συναφώς, η αναφορά στο άρθρο 2 του Νόμου Ν.121(Ι)/2000 σε τόπο «διαμονής του Καθ' ου η Αίτηση» δεν επεκτείνει ούτε αλλοιώνει τον μηχανισμό της έναρξης της διαδικασίας για εγγραφή αλλοδαπής απόφασης, ως αυτή καθορίζεται από το άρθρο 27 της Συνθήκης. (α) Το περιεχόμενο της έννοιας «διαμονή»
  2. Η λέξη «διαμονή» δεν ορίζεται στο κείμενο της Συνθήκης. Επομένως η ερμηνεία της αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. (i) Το κριτήριο του τόπου του κεντρικού ελέγχου και διεύθυνσης της εταιρείας ("central management and control test")
  3. Στο πλαίσιο αυτό, οι Καθ' ων η Αίτηση παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην De Beers Consolidated Mines Ltd v. Howe (Surveyor of Taxes) [1906] AC 455, όπου η Βουλή των Λόρδων εξέτασε το κατά πόσο μια εταιρεία που ήταν εγγεγραμμένη στην Νότια Αφρική, θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι έχει τη διαμονή της στο Ηνωμένο Βασίλειο για σκοπούς επιβολής φορολογίας. Εκεί υιοθετήθηκε το κριτήριο του κεντρικού ελέγχου και διεύθυνσης της εταιρείας ("central management and control"). Επιχειρηματολογεί η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση ότι το κριτήριο αυτό θα πρέπει να υιοθετηθεί στα πλαίσια επίλυσης και του υπό κρίση ερωτήματος σε σχέση με την διαμονή της Αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Προς τούτο παραπέμπουν στον Κανόνα 185
(2)του Συγγράμματος Dicey, στη σελ. 1602 όπου αναφέρεται ότι: "Α corporation is resident in the country where its central management and control is exercised. If the exercise of central management and control is divided between two or more countries then the corporation is resident in each of these countries."
  1. Παραπονούνται οι συνήγοροι της Αιτήτριας ότι η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση δεν επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο εξής απόσπασμα από το Σύγγραμμα Dicey: "Residence for the purpose of ascertaining a corporations amenability to jurisdiction is different from the concept embodied in Rule
  2. It is discussed elsewhere in this book".[9] Ανταπαντούν οι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση ότι η πιο πάνω αναφορά περιλαμβανόταν στην 15η έκδοση του Συγγράμματος Dicey ενώ στη 16η έκδοση έχει απαλειφθεί, στοιχείο που συνηγορεί υπέρ του ότι οι συγγραφείς αναγνωρίζουν πλέον ότι το κριτήριο της χώρας από τη οποία ασκείται η διεύθυνση των εργασιών και ο έλεγχος της εταιρείας δεν εφαρμόζεται μόνο σε υποθέσεις που αφορούν φορολογικά ζητήματα αλλά είναι γενικής εφαρμογής.[10]
  3. Παρά το ότι πράγματι δεν εντοπίζεται η πιο πάνω ρητή αναφορά στην 16η έκδοση του Συγγράμματος Dicey, εντούτοις, στην υποσημείωση με αρ.5 στη σελ.1602 της 16ης έκδοσης, επί της ίδιας σελίδας που καταγράφεται και ο πιο πάνω Κανόνας 185
(2)καταγράφονται και τα εξής: "The concept of residence which is the subject of this Rule is different from the concept of residence or 'ordinary residence' for the purposes of certain statutes relating to the recognition and enforcement of foreign judgments."
  1. Το πιο πάνω απόσπασμα ξεκαθαρίζει ότι ουδόλως οι συγγραφείς του Συγγράμματος Dicey αναγνωρίζουν ότι το εν λόγω κριτήριο, που χρησιμοποιείται σε υποθέσεις φορολογικής επιβολής, είναι γενικής εφαρμογής και εμβέλειας.
  2. Ως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω στην Αίτηση του XXX Rawlings Αρ. Αίτησης 22/21, 28.12.21, η λέξη «διαμονή» εμπεριέχεται σε σωρεία νομοθετημάτων οι οποίες όμως αποσκοπούν στην προστασία παντελώς διακριτών ζητημάτων. Αντικείμενο στην De Beers ήταν η ερμηνεία του αγγλικού τότε εν ισχύ νόμου "Income Tax 1853" σύμφωνα με τον οποίο, όπως προκύπτει από το κείμενο της απόφασης, οποιοδήποτε πρόσωπο διέμενε εντός του Ηνωμένου Βασιλείου υπόκειτο σε φορολογία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σε εκείνην την υπόθεση προέκυψε το ερώτημα του κατά πόσο μια εταιρεία θα έπρεπε να είχε φορολογηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, παρά το ότι ήταν εγγεγραμμένη στην Νότια Αφρική, ενώ ασκούσε ουσιαστικές και εκτενείς εργασίες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το Δικαστήριο, απορρίπτοντας την εισήγηση ότι θα έπρεπε να εκληφθεί υπόψιν αποκλειστικά και μόνο ο τόπος εγγραφής της εν λόγω εταιρείας για σκοπούς επιβολής φορολογίας στην εν λόγω εταιρεία, ανέφερε τα εξής (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): "A company cannot eat or sleep, but it can keep house and do business. We ought, therefore, to see where it really keeps house and does business. An individual may be of foreign nationality, and yet reside in the United Kingdom. So may a company. Otherwise it might have its chief seat of management and its centre of trading in England under the protection of English law, and yet escape the appropriate taxation by the simple expedient of being registered abroad and distributing its dividends abroad. The decision of Kelly, CB, and Huddleston, B, in Calcutta Jute Mills v Nicholson and Cesena Sulphur Company v Nicholson (1876, 35 LT 275; 1 Ex D 428), now 30 years ago, involved the principle that a company resides, for purposes of income tax, where its real business is carried on. Those decisions have been acted upon ever since. I regard that as the true rule; and the real business is carried on where the central management and control actually abides. It remains to be considered whether the present case falls within that rule."
  3. Ουδεμία εκ των πιο πάνω ανησυχιών ή ζητημάτων αποτελούν αντικείμενο της Συνθήκης.
  4. Αντικείμενο της συνθήκης αποτελεί η επιθυμία και η επακόλουθη συμφωνία δύο κυρίαρχων κρατών να παράσχουν νομική συνδρομή, ως προκύπτει από τον ίδιο τον τίτλο της Συνθήκης αλλά και το Προοίμιο της, όπου αναφέρεται ότι, «[κ]ινούμενοι από την επιθυμία τους να ενισχύσουν περαιτέρω τους δεσμούς φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των δύο Κρατών μέσα στο πνεύμα των διατάξεων της Τελικής Πράξης της Διάσκεψης για την Ευρωπαϊκής Ασφάλεια και Συνεργασία και επιδιώκοντας να ρυθμίσουν, με βάση την αμοιβαιότητα, τη νομική συνδρομή σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου, Έχουν αποφασίσει να συνομολογήσουν τη Συνθήκη αυτή [.].»
  5. Στο πιο πάνω πλαίσιο, τα συμβαλλόμενα στη Συνθήκη μέρη συμφώνησαν δια του άρθρου 27 και το ζήτημα του τρόπου έναρξης μιας αίτησης για αναγνώριση και εκτέλεσης στο ένα συμβαλλόμενο μέρος, μιας δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος, καθορίζοντας έτσι και την αρμοδιότητα των Δικαστηρίων εκάστου συμβαλλόμενου μέρους να ενεργεί για τον πιο πάνω σκοπό. Στο όλο πλαίσιο της Συνθήκης, ο πιο πάνω μηχανισμός λειτουργεί ώστε να προσδίδει προβλεψιμότητα στα πρόσωπα που προβαίνουν σε χρήση των προνοιών της, ως προς τον τρόπο έναρξης της διαδικασίας, ως στοιχείο ενισχυτικό, ακριβώς, της αμφίδρομης νομικής συνδρομής των δύο συμβαλλόμενων στην Συνθήκη μερών. Η ως άνω αντίληψη συνάγεται αβίαστα από μια απλή ανάγνωση των προνοιών της Συνθήκης κατ' εφαρμογή και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 31 της Συνθήκης της Βιέννης, σύμφωνα με το οποίο, υπενθυμίζω, η Συνθήκη θα πρέπει να ερμηνεύεται με καλή πίστη σύμφωνα με τη συνήθη έννοια που αποδίδεται στους όρους της, τις συνθήκες από τα συμφραζόμενα και υπό το φως του αντικειμένου και σκοπούς της.
  6. Τυχόν υιοθέτηση της προσέγγισης των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, αφ' ενός, θα αγνοούσε τους λόγους θέσπισης του αυστηρού κριτηρίου του τόπου του κεντρικού ελέγχου και διεύθυνσης της εταιρείας, σε υποθέσεις όπου εξετάζεται κατά πόσο μια εταιρεία θα πρέπει να φορολογηθεί ως δρώσα στην ημεδαπή (ο κίνδυνος αποφυγής φορολογίας - βλ. απόσπασμα από την De Beers, πιο πάνω). Αφ' ετέρου, θα εναπόθετε βάρος δυσανάλογα αυστηρό και φορτικό στους ώμους του εκάστοτε αιτητή προβάλλοντας τροχοπέδη στην καλή τη πίστη εφαρμογή της Συνθήκης, υπό το φως το ίδιου του σκοπού της.
  7. Καθοδήγηση για την πιο πάνω κατάληξη μου αντλώ από την πρωτόδικη απόφαση του Έντιμου Τ.Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην VTB Bank (Open Joint-Stock Company) ν. Taruta Sergey Alekseyevich κ.ά. Αρ. Γεν. Αίτησης 378/14, 27.6.2014 όπου υιοθετήθηκε το εξής απόσπασμα από το σύγγραμμα Palmer's Company Law, Vol. I, 1982, στη σελ. 102, παρα.8-11 (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): "The residence of a company is not as easily established as its nationality or its domicile. The test of residence is mainly used if questions pertaining to taxation, the character of the company as an overseas trading corporation, service of process on the company and attribution of enemy character to the company arise. In these cases, the residence of the company is not determined by the application of a uniform test but a different meaning is given to those words in each of them. Moreover, a company - like an individual - may have several residences at the same time, whereas it can have one domicile and one nationality only."
  8. Πρόσθετα, μια απλή ανάγνωση του άρθρου 27
(2)της Συνθήκης καταδεικνύει ότι ο νομοθέτης έσπευσε να παραχωρήσει την «επιλογή» σε αιτητή να απευθυνθεί απ' ευθείας στα δικαστήρια του κράτους όπου επιχειρεί να εγγράψει την απόφαση και όχι να του επιβάλει συγκεκριμένη προς τούτο υποχρέωση. Η πιο πάνω προσφερόμενη επιλογή σε αιτητή, είναι στοιχείο που ενισχύει την λειτουργικότητα της Συνθήκης και, κατ΄ επέκταση, συνάδει με τον κυρίαρχο σκοπό που είναι η υποβοήθηση της νομικής συνεργασίας μεταξύ των δύο κρατών. 54. Τα πιο πάνω δεν αλλοιώνονται από το γεγονός ότι στην Lanitis Bros. Limited v. Central Bank of Cyprus
(1974)3 CLR 328 υιοθετήθηκε η De Beers σε διαφορετικά ζητήματα, ως η σχετική εισήγηση των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση. Ουδόλως το κριτήριο της De Beers εφαρμόστηκε στα πλαίσια ερμηνείας δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας Δικαστηρίου να ενεργήσει σε αντίστοιχο, μάλιστα, με την Συνθήκη πλαίσιο. 55. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νουν δεν δύναμαι να υιοθετήσω την προσέγγιση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση ως προς το κριτήριο που καλούν το Δικαστήριο να υιοθετήσει για σκοπούς ερμηνείας της λέξης «διαμονής» στο άρθρο 27
(2)της Συνθήκης, ήτοι το κριτήριο του κεντρικού ελέγχου και διεύθυνσης της εταιρείας ("central management and control") το οποίο υιοθετήθηκε στην De Beers. (ii) Διερεύνηση κατάλληλου κριτηρίου υπό το φως της Συνθήκης 56. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η αναφορά σε «διαμονή» στο άρθρο 27
(2)της Συνθήκης δεν μπορεί να εκληφθεί ως κενής περιεχομένου. Πέραν του ότι ως προϋπόθεση άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (Alekseyevich), ο σαφής σκοπός του νομοθέτη είναι η ύπαρξη κάποιας διασύνδεσης ("nexus") μεταξύ αιτητή και του συμβαλλόμενου κράτους στο οποίο υποβάλλεται «απ' ευθείας» η αίτηση για εγγραφή. Το πιο πάνω στοιχείο, ως ζήτημα γραμματικής ερμηνείας του άρθρου 27
(2)της Συνθήκης, δεν μπορεί να αγνοηθεί, ακόμα και εάν μπορεί να θεωρηθεί ότι, στην πράξη, αποτελεί τροχοπέδη ή αναχαιτίζει σε οιανδήποτε έκταση την πρακτικότητα ή αποτελεσματικότητα της νομικής συνεργασίας των δύο συμβαλλόμενων κρατών. 57. Πώς λοιπόν θα πρέπει να ερμηνευτεί ο όρος «διαμονή» στο άρθρο 27
(2)της Συνθήκης;
  1. Σε πρώτο χρόνο, στα πλαίσια του ερμηνευτικού του έργου της Συνθήκης, προβλημάτισε έντονα το Δικαστήριο, το κατά πόσο το γεγονός και μόνο της εγγραφής της Αιτήτριας ως αλλοδαπής εταιρείας με τόπο εργασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 347 του Κεφ. 113, δύναται να εξομοιωθεί με τη «διαμονή» της εν λόγω αλλοδαπής εταιρείας, στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σημειώνεται ότι η εγγραφή ενός τόπου εργασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 347 του Κεφ. 113 δεν δημιουργεί νέα νομική οντότητα, χωριστή από την υπάρχουσα στο εξωτερικό (Beogradska Banka v. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Προσφυγή Αρ. 698/00, 8.12.2000). Συναφώς, τα όσα ακολουθούν αφορούν αποκλειστικά το υπό κρίση ερώτημα με αναφορά στο άρθρο 347 του Κεφ.113 και καμία άλλη περίπτωση όπως, λ.χ., περιπτώσεις εγγεγραμμένων εταιρειών στην Κύπρο ή θυγατρικών τους στην Κυπριακή Δημοκρατία με εργασίες στην αλλοδαπή ή με εν μέρει εργασίες στην αλλοδαπή ή οιαδήποτε άλλη εταιρική δομή, με στοιχείο εγγραφής χωριστής νομικής οντότητας στην Κυπριακή Δημοκρατία.
  2. Στρεφόμενη στο δια ταύτα, η απάντηση κατά την κρίση μου στο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική. Στην πρωτόδικη απόφαση Yushchenko Tatiana Nikolaevna v. Borodin Andrey Fridrihovich Αρ. Αίτησης 5/13, 14.11.2014 (υπό Έντιμο Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε) λέχθηκε ότι: «Η διαμονή δεν είναι δυνατό να υπάρχει μόνο στα χαρτιά. Απαιτείται η φυσική παρουσία του προσώπου, συνοδευόμενη και από την πρόθεση του να παραμείνει προσωρινά ή ανάλογα, μόνιμα, στο μέρος όπου επέλεξε, να έχει τη διαμονή του.»
  3. Δεν εντοπίζεται οιοσδήποτε ουσιώδης λόγος δια τον οποίο να πρέπει να θεωρηθεί ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί οποιοδήποτε χαμηλότερο κατ' αναλογίαν κριτήριο σε σχέση με αλλοδαπές εταιρείες που εγγράφονται στην Κυπριακή Δημοκρατία, ως τέτοιες. Ούτε προκύπτει είτε από την ίδια τη Συνθήκη είτε από τον ίδιο το Μέρος VIII του Κεφ. 113, στο οποίο εμπεριέχονται οι πρόνοιες εγγραφής μιας αλλοδαπής εταιρείας στην Κυπριακή Δημοκρατία, ότι η εγγραφή και μόνο ενός τόπου εργασίας θα πρέπει να θεωρείται ότι ("deemed to") η εταιρεία διαμένει και στον τόπο όπου υφίσταται η εγγραφή αυτή, όπως για παράδειγμα διαλαμβάνεται στα πλαίσια άλλων νομοθεσιών.[11]
  4. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας παρέπεμψαν το Δικαστήριο στις πρωτόδικες αυθεντίες PJSC Promsvyazbank v. Toussieng Holding Limited Αρ. Γεν. Αίτησης 140/2020, ECLI:CY:AD:2021:B206, 9.3.2021, PJSC Promsvyazbank v. Holatore Trading Limited Αρ. Γεν. Αίτησης 138/2020, ECLI:CY:AD:2021:B176, 21.1.2021 και PJSC Promsvyazbank v. Wallersteiner Holding Limited Αρ. Γεν. Αίτησης 139/20, 25.2.2021 όπου, κατά την εισήγηση τους, διαπιστώθηκε ότι η ύπαρξη τόπου εργασίας υπό μορφή υποκαταστήματος ικανοποιεί πλήρως και δικαιολογεί την ανάληψη δικαιοδοσίας από το κυπριακό Δικαστήριο. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν ότι οι ως άνω αυθεντίες διακρίνονται από την υπό κρίση περίπτωση, καθώς, μεταξύ άλλων, εκεί βασικός λόγος απόρριψης του επιχειρήματος της εκεί καθ' ης η αίτηση (ότι είχε ανακληθεί η άδεια της τράπεζας για λειτουργία του υποκαταστήματος) ήταν ότι δεν προβλήθηκε με τον δέοντα τρόπο, ήτοι, μέσω ένορκης δήλωσης, αλλά, στις αγορεύσεις των συνηγόρων της. Περιπλέον, προκύπτει από τις εκεί αποφάσεις, ότι το υποκατάστημα της εκεί αιτήτριας, δεν περιοριζόταν σε απλή εγγραφή του αλλά ασκούσε εργασίες. Για παράδειγμα, περιελάβανε τραπεζικές εργασίες, εφ' όσον είχε προς τούτο άδεια να διεξαγάγει τέτοιες εργασίες από την Κεντρική Τράπεζα.
  5. Συγκλίνω με τις θέσεις των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση υιοθετώντας προς τούτο την ως άνω επιχειρηματολογία τους στην πλήρη της έκαστη. Συναφώς, οι ως άνω αυθεντίες δεν αμβλύνουν τη διαπιστωθείσα αναγκαιότητα κάποιας ουσιαστικότερης από την απλή εγγραφή ενός τόπου εργασιών, διασύνδεσης, μιας ρωσικής εταιρείας με την Κυπριακή Δημοκρατία η οποία διατηρεί τόπο εργασίας δυνάμει του άρθρου 347 του Κεφ.
  6. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι το ερώτημα του κατά πόσο η Αιτήτρια, ως αλλοδαπή εταιρεία, «διαμένει» εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας αποφασίζεται και θα πρέπει να αποφασιστεί στη βάση του πλήρους φάσματος των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και όχι μόνο με αναφορά στο γεγονός εγγραφής της Αιτήτριας ως αλλοδαπής εταιρείας στη βάση του άρθρου 347 του Κεφ.
  7. Τα γεγονότα αυτά θα πρέπει να παραπέμπουν στην διεξαγωγή κάποιων επιχειρηματικών εργασιών εντός του τόπου όπου η αλλοδαπή εταιρεία επιχειρεί να εγγράψει αλλοδαπή απόφαση, έστω και παρεμφερή ως προς τον πρωταρχικό σκοπό της. Έρεισμα για την κατάληξη μου αυτή, αντλώ και από το ακόλουθο απόσπασμα του συγγράμματος Palmer's Company Law, 24η Έκδοση, Steven & Sons Ltd
(1987)στη σελ. 1658. Εκεί εμπεριέχεται ο ορισμός της έννοιας «εγκαθίδρυση τόπου εργασίας» ("established place of business") της αντίστοιχής του άρθρου 347
(1)του Κεφ. 113 αγγλικής πρόνοιας, ως εξής (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): "A company has an established place of business in Great Britain if it has a specified or identifiable place at which it carries on business, 'a local habitation of it own,' e.g. an office; there must be some 'visible sign or physical indication' that the company has a connection with particular premises. It is not sufficient for the company to carry on business through an agent; (.) The requirement of an established place of business is only satisfied if the specified or identifiable habitation of the company is intended to have more than a fleeting character. (.) Oliver L.J. in Re Oriel Ltd (in liquidation) [1986] 1 W.L.R. 180, 184: Speaking of myself, I think also that when the word 'establisehd' is used adjectively . it connotes not only the setting up of a place of business at a specified location, but a degree of permanence or recognisability as being a location of a company's business.. The concept, as it seems to me, is of some more or less permanent location, not necessarily owned or leased by a company, but at least associated with the company and from which habitually or with some degree of regularity business is conducted.' If the company is incorporated outside Great Britain has a locality satisfying this test in this country, is has an established place of business here even if it does not carry out its main activities at that locality but restricts its activities there to matters incidental to it smain business.
  1. Παρεμβάλλω εδώ ότι τα πιο πάνω ασφαλώς δεν προκρίνουν ότι με την εγγραφή του τόπου εργασίας της Αιτήτριας στην Κύπρο, ως αλλοδαπής εταιρείας, θα πρέπει να εκληφθεί ότι η ίδια διεξήγαγε οιεσδήποτε εργασίες της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Τούτο με δεδομένο ότι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, ως θα διαφανεί στη συνέχεια, ουδόλως διενεργήθηκε οιοσδήποτε έλεγχος από τον ίδιο τον Έφορο Εταιρειών για την άσκηση οιωνδήποτε εργασιών της προτού την εγγράψει ως αλλοδαπή εταιρεία με τόπο εργασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Τούτο επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο τον Έφορο Εταιρειών δια μέσου του Τεκμηρίου 19, ήτοι ότι ουδόλως είναι στις αρμοδιότητες του να εξετάζει κατά πόσο μια αλλοδαπή εταιρεία διεξαγάγει εργασίες στην Κύπρο.
  2. Πρόσθετο έρεισμα για την πιο πάνω διαπίστωση μου αντλώ από το εξής απόσπασμα από το Σύγγραμμα Dicey στις σελ. 473 - 474 (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): "The expression 'place of business' is not defied in either the Companies Act 2006 or the Civil Procedure Rules (.) The existence of a 'place of business' is now treated as a question of fact, but the phrase has a wide meaning. It is clear that, as at common law, the 'place of business' must be a fixed and definite one. The activity must have been carried on for a sufficient time for it to be characterised as a business, but nine days were held sufficient in one case at common law. It is not necessary that the activity within the jurisdiction should constitute a substantial part of, or be incidental to, the main objects of the foreign company. In South India Shipping Corp Ltd v. Export - Import Bank of Korea [1985] 1 W.L.R. a foreign bank was held to have been duly served at a place in England where it conducted external relations with other banks and carried ut preliminary work in relation to granting or obtaining loans, but where it did not conclude any banking transactions. The business must be that of the corporation. The normal case will be a branch of a foreign corporation, where there will be no doubt that the place of business is that of the corporation. In the overwhelming majority cases, the corporation will comply with the filing requirements of the Companies Act 2006, and service can be effected in accordance with the provisions of the Act. Accordingly in practice a real problem will normally only arise where the corporation's business is alleged to be carried on by a representative or agent who is not an officer or employee of the corporation, and who may act as a representative or agent if the business is that of the corporation, and not solely the business of the representative or agent who acts for it in England. Where the representative or agent has power to make contracts on behalf of the foreign corporation and displays it same on the representative's premises, there will be little difficulty in establishing that the place of business is that of the corporation."
  3. Ακολούθως, στο Σύγγραμμα Dicey γίνεται αναφορά στην Adams v. Cape Industries Plc [1990] Ch.
  4. Εκεί αποφασίστηκαν τα εξής από το αγγλικό Εφετείο (βλ. σελ. 531 της απόφασης) (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): "In relation to trading corporations, we derive the three following propositions from consideration of the many authorities cited to us relating to the 'presence' of an overseas corporation.
(1)The English courts will be likely to treat a trading corporation incorporated under the law of one country ('an overseas corporation') as present within the jurisdiction of the courts of another country only if either (
  1. i)it has established and maintained at its own expense (whether as owner or lessee) a fixed place of business of its own in the other country and for more than a minimal period of time has carried on its own business at or from such premises by its servants or agents (a 'branch office' case), or (
  2. ii)a representative of the overseas corporation has for more than a minimal period of time been carrying on the overseas corporation's business in the other country at or from some fixed place of business.
(2)In either of these two cases presence can only be established if it can fairly be said that the overseas corporation's business (whether or not together with the representative's own business) has been transacted at or from the fixed place of business. In the first case, this condition is likely to present few problems. In the second, the question whether the representative has been carrying on the overseas corporation's business or has been doing no more than carry on his own business will necessitate an investigation of the functions which he has been performing and all aspects of the relationship between him and the overseas corporation.
(3)In particular, but without prejudice to the generality of the foregoing, the following questions are likely to be relevant on such investigation: (
  1. a)whether or not the fixed place of business from which the representative operates was originally acquired for the purpose of enabling him to act on behalf of the overseas corporation; (
  2. b)whether the overseas corporation has directly reimbursed him for (
  3. i)the cost of his accommodation at the fixed place of business; (
  4. ii)the cost of his staff; (
  5. c)what other contributions, if any, the overseas corporation makes to the financing of the business carried on by the representative; (
  6. d)whether the representative is remunerated by reference to transactions, e.g. by commission, or by fixed regular payments or in some other way; (
  7. e)what degree of control the overseas corporation exercises over the running of the business conducted by the representative; (
  8. f)whether the representative reserves (
  9. i)part of his accommodation, (
  10. ii)part of his staff for conducting business related to the overseas corporation; (
  11. g)whether the representative displays the overseas corporation's name at his premises or on his stationery, and if so, whether he does so in such a way as to indicate that he is a representative of the overseas corporation; (
  12. h)what business, if any, the representative transacts as principal exclusively on his own behalf; (
  13. i)whether the representative makes contracts with customers or other third parties in the name of the overseas corporation, or otherwise in such manner as to bind it; (
  14. j)if so, whether the representative requires specific authority in advance before binding the overseas corporation to contractual obligations. This list of questions is not exhaustive, and the answer to none of them is necessarily conclusive. If the judge, ante, p. 476B-C, was intending to say that in any case, other than a branch office case, the presence of the overseas company can never be established unless the representative has authority to contract on behalf of and bind the principal, we would regard this proposition as too widely stated. We accept Mr. Morison's submission to this effect. Every case of this character is likely to involve "a nice examination of all the facts, and inferences must be drawn from a number of facts adjusted together and contrasted:" La Bourgogne [1899] P. 1, 18, per Collins L.J. Nevertheless, we agree with the general principle stated thus by Pearson J. in F. & K. Jabbour v. Custodian of Israeli Absentee Property [1954] 1 W.L.R. 139, 146: 'A corporation resides in a country if it carries on business there at a fixed place of business, and, in the case of an agency, the principal test to be applied in determining whether the corporation is carrying on business at the agency is to ascertain whether the agent has authority to enter into contracts on behalf of the corporation without submitting them to the corporation for approval.' On the authorities, the presence or absence of such authority is clearly regarded as being of great importance one way or the other. A fortiori the fact that a representative, whether with or without prior approval, never makes contracts in the name of the overseas corporation or otherwise in such manner as to bind it must be a powerful factor pointing against the presence of the overseas corporation." 67. Η Adams επιβεβαιώθηκε από μεταγενέστερη νομολογία ως η locus classicus που διέπει ζητήματα διαμονής μιας αλλοδαπής εταιρείας στην ημεδαπή Chopra a.o. v. Bank of Singapore Ltd [2015] EWHC 1549 και βλ. και Hand Held Products Inc a.o. v. Zebra Technologies Europe Ltd [2022] EWHC 640 (Ch). 68. Μνεία στην Adams αλλά και σε μέρος του πιο πάνω αποσπάσματος από το Σύγγραμμα Dicey γίνεται στην απόφαση του Έντιμου Προέδρου Τ.Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην VTB Bank (Open Joint-Stock Company) ν. Taruta Sergey Alekseyevich κ.ά. Αρ. Γεν. Αίτησης 378/14, 27.6.2014 όπου καθίσταται σαφές ότι η παρουσία μιας αλλοδαπής στην Κυπριακή Δημοκρατία διασαφηνίζεται στη βάση των πιο πάνω αρχών. Ειδικότερα, με παραπομπή στην Cape Industries λέχθηκε ότι: «Το αγγλικό Εφετείο εξέτασε εξαντλητικά τη σχετική νομολογία και κατέληξε στο να προσδιορίσει μεγάλο αριθμό παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Υπ' αυτή την άποψη ουδείς αμφισβητεί ότι εάν το θέμα τεθεί κατάλληλα ενδέχεται να είναι ζήτημα γεγονότων που θα αποφασισθεί στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας.» 69. Στην υποσημείωση με αρ. 160 στη σελ. 473 του Συγγράμματος Dicey, όπου γίνεται αναφορά σε περιπτώσεις υποκαταστημάτων ("branches"), παραπομπή γίνεται στις αποφάσεις South India Shipping Corp Ltd v. Export - Import Bank of Korea [1985] 1 W.L.R. 585 (CA), Newby v. Van Oppen Co
(1872)L.R. 7 Q.B. 293, Haggin v. Compoir d' Escompte de Paris
(1889)23 Q.B.D. 519, Chopra v. Bank of Singapore Ltd [2015] EWHC 1549 (Ch.) Το σύνολο των πιο πάνω αυθεντιών παραπέμπουν σε κάποια μορφής άσκηση επιχειρηματικών εργασιών από μέρους της εταιρείας.
  1. Υπό το φως όλων των πιο πάνω αυτό το οποίο θα πρέπει να εξακριβωθεί είναι κατά πόσο η ίδια η Αιτήτρια ασκεί οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα από τον δεδηλωμένο τόπο εργασίας της, ώστε να δύναται να συναχθεί ότι η ίδια «διαμένει» εντός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  2. Τονίζω στο σημείο αυτό ότι ως ορθά επιχειρηματολογούν οι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση, το χρονικό σημείο που λαμβάνεται υπόψιν για σκοπούς κρίσης δια το κατά πόσο η Αιτήτρια διαμένει εντός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι το χρονικό σημείο καταχώρησης της αίτησης για εγγραφή. Σχετικές είναι οι Yushchenko Tatiana Nikolaevna v. Borodin Andrey Fridrihovich Αρ. Αίτησης 5/13, 14.11.2014 (υπό Έντιμο Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε), Alekseyevich και Derbyshire County Council v. Mother a.o. [2023] 2 WLR 1270, στις οποίες οι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση με έχουν παραπέμψει.[12] Ειδικότερα, στην Borodin λέχθηκε ότι «για να κριθεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσο η αιτήτρια, είχε κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης την προσωρινή της διαμονή στην Κύπρο.» Στην Alekseyevich και πάλιν το ζήτημα αποφασίστηκε με αναφορά στην διαμονή της εκεί αιτήτριας κατά το χρόνο καταχώρησης της εκεί αίτησης.
  3. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νουν, στρέφομαι στα γεγονότα επί των οποίων αμφότερα τα μέρη επικαλέστηκαν ώστε να προβάλουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους ως προς τη διαμονή της Αιτήτριας, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης (βλ. Rostovtsev v. Shchukin Πολ. Έφ. Ε415/2016, 5.7.2019 και VTB Bank (Open - Joint Stock Company) v. Taruta Sergey Alekseyevich Αρ. Γενικής Αίτησης 378/14, 27.6.2016 με παραπομπή στην Adams. (β) Κοινώς αποδεκτά γεγονότα που αφορούν το ζήτημα της «διαμονής» της Αιτήτριας στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας
  4. Αποτέλεσε αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι: (α) Η Αιτήτρια είναι εγγεγραμμένη εταιρεία στην Ρωσική Ομοσπονδία σύμφωνα με το ρωσικό δίκαιο· (β) Κυρίως ασχολία της Αιτήτριας είναι η επένδυση σε τίτλους χρεογράφων ("security")·[13] (γ) Η Αιτήτρια ενεγράφη στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αλλοδαπή εταιρεία, με τόπο εργασίας στην Κύπρο, δυνάμει του άρθρου 347 του Κεφ. 113 στις 6.4.2017.[14] Ως τόπος εργασίας δηλώθηκε η Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη. Τα σχετικά πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών, απαρτίζονται από τα Τεκμήρια 2 και 3· (δ) Το έτος 2022 η εγγεγραμμένη διεύθυνση του τόπου εργασίας της Αιτήτριας στην Κύπρο άλλαξε και δηλώθηκε ως νέα διεύθυνση η διεύθυνση Ήρας 2, Δια. Α203, Άγιος Τύχωνας, 4532, στη Λεμεσό· (ε) Κατά το χρόνο καταχώρησης της Αίτησης, διευθυντής της Αιτήτριας ήταν ο κ. Ruslan Rostovtsev, από τη Μόσχα (βλ. Τεκμήριο 4). Σε κάποιο στάδιο μεταγενέστερο της καταχώρησης της Αίτησης, διευθύντρια της Αιτήτριας ήταν η κα Lidia Bugrovetskaya από τη Μόσχα της Ρωσικής Ομοσπονδίας· και (στ) Η Αιτήτρια διαβίβασε πληροφόρηση στο σχετικό ρωσικό μητρώο στις 15.11.2018 ότι ενέγραψε τόπο εργασιών στην Κύπρο.
  5. Πέραν των πιο πάνω, εκκρεμούσης της εκδίκασης της υπόθεσης κατατέθηκε κατάλογος Παραδεκτών Γεγονότων (Έγγραφο Γ') όπου καταγράφονται τα εξής παραδεκτά γεγονότα: (α) Ουδέποτε επιβλήθηκαν στην Αιτήτρια από το Δήμο Λευκωσίας και ουδέποτε κατέβαλε στο Δήμο Λευκωσίας οποιαδήποτε δικαιώματα ή τέλη επαγγέλματος ή τέλη άσκησης επιχείρησης σύμφωνα με τον περί Δήμων Νόμο του 1999, Ν.111(Ι)/1985∙ (β) Από και σε σχέση με τον χρόνο που η Αιτήτρια, ως εγγεγραμμένη αλλοδαπή εταιρεία στην Κύπρο δυνάμει του άρθρο 347 του Κεφ. 113, έχει ως δηλωμένη διεύθυνση χώρου εργασίας της στην Κύπρο τη διεύθυνση Ήρας 2, Αρ. Διαμέρισμα/ Γραφείο Α203, Άγιος Τύχωνας, στην Λεμεσό, ουδέποτε της επιβλήθηκαν από το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγιου Τύχωνα και ουδέποτε κατέβαλε στο Κοινοτικό Συμβούλιο Άγιου Τύχωνα οποιαδήποτε δικαιώματα ή ετήσια δικαιώματα σύμφωνα με τον περί Κοινοτήτων Νόμο, Ν. 86(Ι)/1999∙ (γ) Το υποστατικό που βρίσκεται στη διεύθυνση Ήρας 2, Αρ. Διαμέρισμα / Γραφείο Α203, Άγιος Τύχωνας, Λεμεσός είναι διαμέρισμα το οποίο αποτελεί μέρος συγκροτήματος διαμερισμάτων∙ (δ) Η Αίτηση Αρ. 669/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Δικαιοδοσία Επικύρωσης Διαθηκών) στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε στις 05/09/2022 το διάταγμα περιορισμένης διαχείρισης σε σχέση με το οποίο στη συνέχεια η Αιτήρια καταχώρησε στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης την αίτηση ημερομηνίας 11/11/2022, επιδόθηκε την 14/09/2021 για την Αιτήτρια στην Σοφία Ιωάννου από τη Λευκωσία, ως εξουσιοδοτημένο άτομο παραλαβής εγγράφων στην εγγεγραμμένη διεύθυνση της Αιτήτριας∙ (ε) Η εν λόνω Σοφία Ιωάννου ήταν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, υπάλληλος ή και στέλεχος του Ομίλου Abacus. Μεταξύ άλλων, η εν λόγω Σοφία Ιωάννου διετέλεσε διοικητική σύμβουλος αριθμού εταιρειών που αποτελούν μέρος του Ομίλου Abacus.
  6. Συνεπώς, προβαίνω σε ευρήματα ως αυτά καταγράφονται στις παρ. 73 και 74 πιο πάνω.
  7. Στρέφομαι στην αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. (γ) Αξιολόγηση μαρτυρίας ως προς το ζήτημα της «διαμονής» της Αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία
  8. Θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι ο ΕΖ και ο IT κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες επί ρωσικού δικαίου. Αμφότεροι παρέθεσαν το βιογραφικό τους και τα προσόντα τους από το οποίο προκύπτει αβίαστα ότι αμφότεροι αποτελούν γνώστες ρωσικού δικαίου και συναφώς το Δικαστήριο αποδέχεται την ιδιότητα τους αυτή,[15] η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης. Αυτό το οποίο όμως το Δικαστήριο δεν δύναται να αγνοήσει είναι ότι αμφότεροι συνδέονται με τους διαδίκους που εκπροσωπούν, ως νομικοί τους σύμβουλοι, ως οι ίδιοι ανέφεραν στα πλαίσια της μαρτυρίας τους. Συναφώς, τούτο αμβλύνει το στοιχείο της ανεξαρτησία τους, και το Δικαστήριο προσεγγίζει την μαρτυρία τους με την ανάλογη περίσκεψη και προσοχή.
  9. Ο ΕΖ αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του ρωσικού δικαίου αναφορικά με την εγκαθίδρυση υποκαταστήματος στο εξωτερικό ώστε να καταδείξει τη συμμόρφωση της Αιτήτριας με το ρωσικό δίκαιο κατά το χρόνο εγκαθίδρυσης του τόπου εργασιών της στην Κύπρο. Σχετικές είναι οι παρ. 7 μέχρι 11 της Γραπτής Δήλωσης ΕΖ και το Τεκμήριο 5.[16] Οι εν λόγω αναφορές του προφανώς οδήγησαν τον κ. IT να τοποθετηθεί και εκείνος επί ρωσικού δικαίου αναφορικά με το ζήτημα (βλ. παρ. 10 - 25 και Τεκμήρια 31 - 36) καταλήγοντας ότι με βάση το ρωσικό δίκαιο η Αιτήτρια δεν είχε ιδρύσει οποιανδήποτε αυτόνομη μονάδα στην Κύπρο σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από τις 15.11.2018.[17]
  10. Όπως ορθά επισημαίνουν οι συνήγοροι της Αιτήτριας στην παρ. 37 της γραπτής τους αγόρευσης, το κατά πόσο έχει εγκαθιδρυθεί τόπος εργασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί ζήτημα κυπριακού δικαίου. Τα όσα αναφέρθηκαν από τους μάρτυρες επί του σημείου με αναφορά στην παραβίαση ή μη των προνοιών του ρωσικού δικαίου από την Αιτήτρια, όπως επίσης ορθά οι συνήγοροι της Αιτήτριας παρατηρούν στις παρ. 43 και 45 της γραπτής τους αγόρευσης, ουδεμία σχέση έχουν με το κατά πόσο πράγματι ενεγράφη τόπος εργασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία ούτε και, ασφαλώς, ως θέμα γεγονότων, με το ζήτημα της «διαμονής» της Αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Τούτου δοθέντος, η σχετική μαρτυρία δεν δύναται να ληφθεί και δεν λαμβάνεται υπόψιν, ως μη σχετική με το επίδικο ζήτημα.
  11. Σχετική μαρτυρία προσκόμισε και η κα Γιούλη Οικονόμου.
  12. Ειδικότερα ανέφερε ότι η Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη αποτελούσε και αποτελεί τη διεύθυνση του ομίλου "Abacus" ο οποίος είναι κυπριακός όμιλος εταιρειών που παρέχει διοικητικές υπηρεσίες. Η εν λόγω θέση της δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση της. Ο ίδιος ο ΕΖ αντεξεταζόμενος επί της προαναφερθείσας διεύθυνσης, και ερωτηθείς ειδικά κατά πόσο συμφωνεί ότι αποτελεί τη διεύθυνση «του ομίλου Abacus» απάντησε ότι δεν έχει «κάποιον λόγο να μην σας πιστέψω.»[18] Προς επίρρωση δε της θέσης της, η κα Οικονόμου κατέθεσε το Τεκμήριο 13, το οποίο, ως επεξήγησε αποτελεί απόσπασμα από την ιστοσελίδα της Abacus, θέση η οποία επίσης δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης και συναφώς την αποδέχομαι. Ανατρέχοντας στο Τεκμήριο 13, ήτοι στο σχετικό απόσπασμα από την ιστοσελίδα της Abacus αναφέρεται ότι η "Abacus Limited" είναι μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες στην Κύπρο που παρέχει μεγάλο εύρος επαγγελματικών υπηρεσιών. Στις επόμενες σελίδες αναγράφεται η Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη ως η διεύθυνση της εν λόγω εταιρείας Abacus Ltd. Υπό το φως των πιο πάνω αποδέχομαι τις πιο πάνω θέσεις της κας Οικονόμου.
  13. Η κα Οικονόμου ανέφερε επίσης ότι στην Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη είναι εγγεγραμμένη τόσο η Abacus Ltd όσο και μεγάλος αριθμός άλλων εταιρειών που αποτελούν μέρος του Ομίλου Abacus. Προς επίρρωση της θέσης της κατέθεσε το Τεκμήριο 14, εκτυπωμένα αποτελέσματα του Εφόρου Εταιρειών από τα οποία προκύπτουν ότι σωρεία εταιρειών που φέρουν στην ονομασία τους τη λέξη "Abacus", έχουν ως εγγεγραμμένο γραφείο τη Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη. Η πιο μαρτυρία της κας Οικονόμου δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία της ούτε και προσκομίστηκε οιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου. Αντιθέτως, βασική θέση που της υποβλήθηκε είναι ότι τα όσα εκεί κατέγραψε αποτελούν κοινή πρακτική, θέση με την οποία συμφώνησε. Συναφώς, αποδέχομαι και αυτήν τη θέση της.
  14. Προέβαλε επίσης ότι κατά το χρόνο εγγραφής της Αιτήτριας, ως αλλοδαπής εταιρείας στην Κύπρο: (α) Η κα Γιάννα Μαρκαντώνη, δηλώθηκε ως «εξουσιοδοτημένο πρόσωπο». Προς επίρρωση της θέσης της κατέθεσε το Τεκμήριο 15, «Έντυπο ΑΕ3» του Έφορου Εταιρειών με τίτλο «[σ]τοιχεία σε σχέση με τα εξουσιοδοτημένα από την αλλοδαπή εταιρεία πρόσωπα», το οποίο, ως ανέφερε, κατατέθηκε στον Έφορο Εταιρειών από την Αιτήτρια και (β) ως διεύθυνση αλληλογραφίας δηλώθηκε η Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη, καταθέτοντας προς τούτο το Τεκμήριο 17 και παρέπεμψε και στο Τεκμήριο
  15. Οι πιο πάνω θέσεις της απέμειναν εξίσου αναντίλεκτες, στηρίζονται από την ενώπιον μου έγγραφη μαρτυρία και συνεπώς τις αποδέχομαι.
  16. Πρόβαλε και τη θέση ότι ο Έφορος Εταιρειών δεν διεξήγαγε οποιαδήποτε έρευνα προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο η Αιτήτρια όντως διεξάγει οποιεσδήποτε εργασίες από τον τόπο εργασίας που δήλωσε ότι εγκαθίδρυσε στην Κύπρο. Προς επίρρωση της θέσης της κατέθεσε τα Τεκμήρια 18 και 19, η οποία αφορά σε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση και του Εφόρου Εταιρειών. Η πιο πάνω θέση της απέμεινε εξίσου αναντίλεκτη. Ανατρέχοντας δε στα εν λόγω τεκμήρια, προκύπτει ότι ο Έφορος Εταιρειών εις απάντηση του ερωτήματος της κας Οικονόμου, κατά πόσο το Τμήμα του Έφορου Εταιρειών διεξήγαγε «καθ' οιονδήποτε χρόνο οποιαδήποτε έρευνα προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο» η Αιτήτρια «όντως διεξάγει εργασίες από τον τόπο εργασίες που δήλωσε ότι εγκαθίδρυσε στην Κύπρο» απάντησε ότι «δεν είναι στις αρμοδιότητες του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη να διεξάγει καθοιονδήποτε χρόνο οποιαδήποτε έρευνα προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο μια Αλλοδαπή Εταιρεία όντως διεξάγει εργασίες στον τόπο εργασίας που έχει δηλώσει. Ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης είναι αρχείο στο οποίο κοινοποιούνται αλλαγές νομότυπα συμπληρωμένα σε νομοθετημένα έντυπα.» Συναφώς, η ως άνω θέση της κας Οικονόμου κρίνεται εύλογη και την αποδέχομαι.
  17. Συνέχισε ότι η κα Μαρκαντώνη δεν φαίνεται να είχε ποτέ οποιαδήποτε οργανική σχέση με την Αιτήτρια αλλά ήταν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, υπάλληλος ή στέλεχος του Ομίλου Abacus. Μεταξύ άλλων, η κα Μαρκαντώνη, ήταν εγγεγραμμένη διοικητική σύμβουλος αριθμού εταιρειών που αποτελούν μέρος του ομίλου Abacus, όπως για παράδειγμα, οι Abacus (Cyprus) Limited, Abacus (Nominees) Limited, Abacus Secretarial Limited, Price Nominees Limited και Altadia Limited. Προς επίρρωση της θέσης της αυτής κατέθεσε το Τεκμήριο 16 το οποίο ως ανέφερε, αποτελεί βεβαίωση της ίδιας της κας Μαρκαντώνη η οποία υποβλήθηκε στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας στην Ελλάδα και στην οποία η κα Μαρκατνώνη αναφέρει ότι είναι διοικητική σύμβουλος της Abacus Secretarial Limited και εξηγεί τη θυγατρική σχέση της εν λόγω εταιρείας με την Abacus Ltd καθώς επίσης και τις υπηρεσίες που ο όμιλος Abacus προσφέρει. Σε ό,τι αφορά τη θέση της κας Οικονόμου, ότι η κα Μαρκαντώνη δεν έχει οποιαδήποτε «οργανική» σχέση με την Αιτήτρια, δεν είναι αντιληπτό εάν αυτό που προβάλλει είναι κατά πόσο η ίδια ήταν αξιωματούχος ή όχι της Αιτήτριας. Σαφώς πρόκειται για υποκειμενικό της συμπέρασμα και δεν δύναμαι να αποδώσω οιαδήποτε αξία στην αναφορά της αυτή. Σε ό,τι αφορά τη θέση της ότι η κα Μαρκαντώνη ήταν υπάλληλος ή στέλεχος του ομίλου Abacus, ως ζήτημα γεγονότος, η θέση της αυτή απέμεινε αναντίλεκτη και επίσης την αποδέχομαι.
  18. Συνεχίζει ότι, κατόπιν έρευνας που η ίδια διεξήγαγε στα ηλεκτρονικά αρχεία του Έφορου Εταιρειών, η Αιτήτρια δεν είχε υποβάλει τα έγγραφα που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 350 του Κεφ. 113 ούτε τα έγγραφα που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου τα οποία απαιτείται να υποβάλλονται από αλλοδαπές εταιρείες που διατηρούν τόπο εργασίας στην Κύπρο. Προς υποστήριξη της θέσης του κατέθεσε το Τεκμήριο 20, απόσπασμα από τα ηλεκτρονικά αρχεία του Εφόρου Εταιρειών από τα οποία προκύπτει ότι η Αιτήτρια δεν έχει προβεί σε οποιεσδήποτε καταχωρήσεις εγγράφων από την ημερομηνία εγγραφής της, πλην εντύπων που καταχωρήθηκαν το έτος 2021 και κατόπιν και που αφορούν την αλλαγή διευθυντή και διεύθυνσης του τόπου εργασίας καθώς και το διορισμό άλλου «εξουσιοδοτημένου προσώπου» της Αιτήτριας στην Κύπρο. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του άρθρου 350
(1)(α) του Κεφ. 113, το οποίο η κα Οικονόμου επικαλέσθηκε προς επίρρωση της θέσης της, προκύπτει ότι κάθε αλλοδαπή εταιρεία με τόπο εργασίας στην Δημοκρατία, οφείλει να παραδίδει στον Έφορο Εταιρειών σωρεία εγγράφων σε κάθε οικονομικό έτος, περιλαμβανομένων και οικονομικών καταστάσεων. Παρά το ότι υπάρχουν εξαιρέσεις, δεν προωθήθηκε οιαδήποτε θέση από πλευράς Αιτήτριας, ότι η Αιτήτρια ενέπιπτε εντός των εν λόγω εξαιρέσεων. Αντιπαραβάλλοντας το περιεχόμενο της ως άνω πρόνοιας με το τεκμήριο 20 προκύπτει ότι η θέση της κας Οικονόμου είναι ορθή. Εξάλλου, παρέμεινε αναντίλεκτη. Συναφώς, αποδέχομαι την πιο πάνω θέση της κας Οικονόμου.
  1. Τέλος, εξίσου αναντίλεκτη απέμεινε και η θέση της κας Οικονόμου ότι στη βάση του Τεκμηρίου 22 («Έντυπο ΑΕ6» - «αλλαγή εξουσιοδοτημένων προσώπων ή αλλαγή στα στοιχεία τους») ότι στις 30.6.22, το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της Αιτήτριας άλλαξε και διορίστηκε η κα Santa Haritonova από τη Λετονία, την οποία αποδέχομαι. (δ) Ευρήματα επί γεγονότων αναφορικά με το ζήτημα της «διαμονής» της Αιτήτριας
  2. Πέραν των ευρημάτων που καταγράφονται στην παρ. 73 και 74 πιο πάνω, τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας: (α) Η Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη αποτελούσε και αποτελεί τη διεύθυνση του Ομίλου "Abacus" ο οποίος είναι κυπριακός όμιλος εταιρειών που παρέχει διοικητικές υπηρεσίες. (β) Στην Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη είναι εγγεγραμμένη τόσο η Abacus Ltd όσο και μεγάλος αριθμός άλλων εταιρειών που αποτελούν μέρος του Ομίλου Abacus, ως καταγράφεται επί του Τεκμηρίου
  3. (γ) Κατά το χρόνο εγγραφής της Αιτήτριας, ως αλλοδαπής εταιρείας στην Κύπρο, ως «εξουσιοδοτημένο πρόσωπο» δηλώθηκε στον Έφορο Εταιρειών η κα Γιάννα Μαρκαντώνη, ως το Τεκμήριο
  4. Ως διεύθυνση αλληλογραφίας δηλώθηκε στον Έφορο Εταιρειών η Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη. Η δήλωση αυτή έγινε δια μέσου των Τεκμηρίων 15 (Έντυπο ΑΕ3 - Στοιχεία σε σχέση με Εξουσιοδοτημένα Πρόσωπα από Αλλοδαπή Εταιρεία Πρόσωπα) και Τεκμήριο 17 (Έντυπο ΑΕ2 - Κατάλογος και Στοιχεία σε Σχέση με τους Πρώτους Διευθυντές και Γραμματείς Αλλοδαπής Εταιρείας). (δ) Η κα Μαρκαντώνη, ήταν εγγεγραμμένη διοικητική σύμβουλος αριθμού εταιρειών που αποτελούν μέρος του ομίλου Abacus, όπως για παράδειγμα, οι Abacus (Cyprus) Limited, Abacus (Nominees) Limited, Abacus Secretarial Limited, Price Nominees Limited και Altadia Limited. Ήταν υπάλληλος επομένως ή στέλεχος του Ομίλου Abacus. (ε) Ο Έφορος Εταιρειών δεν διεξήγαγε οιοδήποτε έλεγχο ώστε να διαπιστώσει κατά πόσο η Αιτήτρια διεξαγάγει επιχειρηματικές εργασίες στην Κυπριακή Δημοκρατία, προτού την εγγράψει ως αλλοδαπή εταιρεία, με τόπο εργασιών, σύμφωνα με τεκμήρια 2 και
  5. (στ) Η Αιτήτρια δεν έχει υποβάλει αναγκαία έγγραφα που απαιτούνται από το άρθρο 350
(1)και
(2)του Κεφ.113 τα οποία απαιτείται να υποβάλλονται από αλλοδαπές εταιρείες που διατηρούν τόπο εργασίας στην Κύπρο, πλην εγγράφων που αφορούν στην αλλαγή διευθυντή και διεύθυνσης του τόπου εργασίας καθώς και το διορισμό άλλου «εξουσιοδοτημένου προσώπου» της Αιτήτριας στην Κύπρο. (ζ) Στις 30.6.22 το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της Αιτήτριας άλλαξε και διορίστηκε η κα Santa Haritonova από τη Λετονία, σύμφωνα με το Τεκμήριο 22 (Έντυπο ΑΕ6 - αλλαγή εξουσιοδοτημένων προσώπων ή αλλαγή στα στοιχεία τους). (ε) Συμπεράσματα
  1. Στρέφομαι κατ' αρχάς στην εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση ότι η Αιτήτρια κωλύεται από του να προβάλλει ότι ενεγράφη ως αλλοδαπή εταιρεία πριν από τις 15.11.2018 εφ' όσον, στο ρωσικό μητρώο, αυτή ήταν η ημερομηνία εγγραφής της που καταχωρήθηκε. Η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Με δεδομένο το ότι η εγγραφή του τόπου εργασιών μιας αλλοδαπής εταιρείας στην Κυπριακή Δημοκρατία διέπεται από την ημεδαπή νομοθεσία κα δη το άρθρο 347 του Κεφ. 113 (βλ. παρ. 79 πιο πάνω) η καταχώρηση, ή μη καταχώρηση ή η καθυστέρηση της εν λόγω καταχώρησης στο σχετικό ρωσικό μητρώο, δεν επιδρά ούτε σχετίζεται με την εγκυρότητα της εγγραφής αυτής. Ούτε και καταδείχθηκε οιοδήποτε όφελος προς την Αιτήτρια ή οιαδήποτε βλάβη ή αλλαγή θέσεως είτε από πλευράς του Αποβιώσαντα είτε από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση, στοιχείο απαραίτητο για σκοπούς επίκλησης και εφαρμογής του δόγματος περί κωλύματος.[19] Η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.
  2. Στρεφόμενη στην ουσία, ουδέν στοιχείο στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποκαλύπτουν την οποιαδήποτε διεξαγωγή επιχειρηματικών εργασιών εκ μέρους της Αιτήτριας εντός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήτοι από την Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη, έστω και παρεμφερώς ως προς τις κυρίως εργασίες της (Aktiesselskabet Dampskib "Hercules" v Grand Trunk Pacific Railway Co [1912] 1 KB 222 και South India Shipping Corp Ltd v Export-Import Bank of Korea [1985] 1 WLR 585). Τούτο είναι απαραίτητο ακόμα και στην πρώτη περίπτωση που προβλέπει η Adams, ήτοι η περίπτωση ύπαρξης ενός υποκαταστήματος ("a branch office case" - βλ. παρ. 66 και 69 πιο πάνω).
  3. Επιπρόσθετα, αποτέλεσε τη θέση του κ. Χριστοδούλου κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ότι η Αιτήτρια είχε αντιπρόσωπο στην Κυπριακή Δημοκρατία στον τόπο εργασίας που εγκαθίδρυσε. Η θέση του αυτή προφανώς παραπέμπει στην θέση του ΕΖ ότι η Αιτήτρια δημιούργησε γραφείο εκπροσώπησης στην Κύπρο. Η δε κα Μαρκαντώνη είναι υπάλληλος, ως προαναφέρθηκε, της Abacus Ltd. Δεν είναι αξιωματούχος της ίδιας της Αιτήτριας, ούτε και υπάλληλος της. Συνάγεται ότι η Αιτήτρια εξουσιοδότησε την κα Μαρκαντώνη και την Abacus Ltd να ενεργεί εκ μέρους της, χωρίς όμως να γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο της εξουσιοδότησης αυτής, πέραν της εξουσιοδότησης των πιο πάνω προσώπων να αποδέχονται για λογαριασμό της Αιτήτριας επίδοση εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 347
(1)(δ) του Κεφ.
  1. Στη βάση του Τεκμηρίου 13 που κατατέθηκε από την κα Οικονόμου: "Abacus Limited is one of the first and largest companies in Cyprus to provide a wide range of professional services, such as corporate structuring, international business advisory, corporate governance and compliance services, account services, direct and indirect tax planning and administration services."
  2. Στην βάση και του Τεκμηρίου 16 η κα Μακραντώνη δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι: «Η Abacus Limited είναι κυπριακή εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα των διοικητικών υπηρεσιών και παρέχει αριθμό υπηρεσιών σε εταιρείες ξένων συμφερόντων, περιλαμβανομένων, γραμματειακών υπηρεσιών (.) Κατέχει δε άδεια παροχής διοικητικών υπηρεσιών από τον Σύνδεσμό Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί της Ρύθμισης των Επιχειρήσεων Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμος 2012 (Ν. 196(Ι)/2012.)»
  3. Θέση μάλιστα της Αιτήτριας καθ' όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είναι ότι η εγγραφή ακόμα και πολλών εκατοντάδων εταιρειών σε μία διεύθυνση, αποτελεί συνήθη πρακτική. Προκύπτει ότι η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει εντός του προαναφερθέντος αποσπάσματος του Συγγράμματος Dicey, ήτοι ότι,"in practice a real problem will normally only arise where the corporation's business is alleged to be carried on by a representative or agent, who is not an officer or employee of the corporation, and who may act as a representative or agent for other corporations in addition." (βλ. παρ. 65 πιο πάνω).
  4. Αρκεί κάποιος να ανατρέξει στο περιεχόμενο του Ν.196(Ι)/2012 για να αντιληφθεί το εύρος των υπηρεσιών που δύναται η Abacus Limited να παρέχει, ώστε οι εργασίες αυτές ενδεχόμενα να δύνανται να χαρακτηρισθούν και ως άσκηση επιχειρηματικών εργασιών οι οποίες διεξάγονται για λογαριασμό ή εκ μέρους των πελατών τους. Πλην όμως ουδέν στοιχείο παρατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως προανέφερα, ως προς το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης της Αιτήτριας προς τον Όμιλο Abacus, ώστε να δύναται να εξαχθεί οιοδήποτε συμπέρασμα (α) δια το ότι η Abacus Ltd ήταν εξουσιοδοτημένη να διεξαγάγει επιχειρηματικές εργασίες εκ μέρους της Αιτήτριας, (β) το περιεχόμενο των εργασιών αυτών, (γ) υπό ποιους όρους και (δ) δια το κατά πόσο πράγματι ασκούντο οι όποιες επιχειρηματικές εργασίες εκ μέρους της Αιτήτριας από την Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη.
  5. Σε συνάφεια με τα ανωτέρω, ουδείς εκ των παραγόντων που καθορίστηκαν στην Adams πληρούνται (βλ. παρ. 66 πιο πάνω). Για παράδειγμα σαφώς και ο τόπος εργασιών στη Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη δεν αποκτήθηκε με σκοπό τη δημιουργία ενός τόπου εργασιών αποκλειστικά για την Αιτήτρια. Εκεί έδρα έχει ο Όμιλος Abacus ο οποίος παρέχει επαγγελματικές υπηρεσίες σε πελάτες του, περιλαμβανομένης και της Αιτήτριας, στη βάση και του Νόμου Ν. 196(Ι)/2012 (βλ. παρ. 93 πιο πάνω). Καμία άλλη μαρτυρία υπάρχει αναφορικά με τους υπόλοιπους παράγοντες που προβλέπονται στην Adams όπως, για παράδειγμα, το κόστος των όποιων υπηρεσιών του Ομίλου Abacus προς την Αιτήτρια ή στοιχεία που αφορούν την έκταση του ελέγχου της Abacus Ltd εν σχέσει με τις όποιες αποφάσεις της Αιτήτριας κλπ. Τα πιο πάνω δεν αμβλύνονται από την γενική αναφορά του ΕΖ περί εκπροσώπησης κάποιων συμφερόντων της Αιτήτριας στην Κύπρο, εν τη απουσία οιωνδήποτε επεξηγήσεων ως προς τους όρους της συνεργασίας της Αιτήτριας και του Ομίλου Abacus, ώστε να εξετασθεί και να δύναται να αναδειχθεί ότι ο Όμιλος Abacus άσκησε επιχειρηματικές εργασίες εκ μέρους της Αιτήτριας ως εκπρόσωπος της για τον σκοπό αυτό, στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. παρ. 95 πιο πάνω). Το δε βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Αιτήτριας και είναι η ίδια που όφειλε να θέσει τα δεδομένα ως προς τη διαμονή της (Alekseyevich). Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι με βάση το Τεκμήριο 19, ο ίδιος ο Έφορος Εταιρειών ο οποίος προχώρησε στην εγγραφή της Αιτήτριας ως αλλοδαπής εταιρείας στην Κυπριακή Δημοκρατία, επιβεβαίωσε ότι ουδέν έλεγχο διεξήγαγε για το κατά πόσο η Αιτήτρια διεξήγαγε οιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα. Συναφώς, η ενέργεια του Έφορου Εταιρειών να εγγράψει στα μητρώα του την Αιτήτρια δυνάμει του άρθρου 347 του Κεφ. 113, στην πραγματικότητα, αντανακλούσε αποκλειστικά τη δική της δήλωση και πληροφόρηση προς τον Έφορο Εταιρειών και τίποτε άλλο. Ως τέτοια, δεν δύναται να θεωρηθεί ως ανεξάρτητη πηγή ενίσχυσης περί της διαμονής της στην Κυπριακή Δημοκρατία.
  6. Στη βάση των πιο πάνω το μόνο συμπέρασμα που ευλόγως θα μπορούσε να εξαχθεί είναι ότι η Αιτήτρια εξουσιοδότησε την Abacus Ltd και την κα Μαρκαντώνη ή ακόμα και την κα Σοφία Ιωάννου (βλ. Τεκμήριο. 10), να αποδέχονται για λογαριασμό της επίδοση νομικών εγγράφων και οιωνδήποτε ειδοποιήσεων που απαιτούνται να επιδοθούν στην ίδια, ως αλλοδαπή εταιρεία, σύμφωνα αποκλειστικά με τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 347
(1)(δ) του Κεφ.
  1. Το ύστατο ερώτημα συνεπώς είναι, κατά πόσο τούτο είναι αρκετό ώστε να θεωρηθεί ότι η Αιτήτρια, ως αλλοδαπή εταιρεία, άσκησε οιαδήποτε επιχειρηματική εργασία από τον εγγεγραμμένο τόπο εργασίας της στην Κύπρο, ήτοι από την Διεύθυνση Θεμιστοκλή Δέρβη. Η απάντηση είναι αρνητική.
  2. Η απλή δήλωση μιας αλλοδαπής εταιρείας (η οποία απολήγει σε εγγραφή στον Έφορο Εταιρειών ως τόπο εργασιών δυνάμει του άρθρου 347 του Κεφ. 113) μιας διεύθυνσης για σκοπούς επίδοσης εγγράφων και το γεγονός της επίδοσης εγγράφων στη διεύθυνση αυτή, δεν αποτελούν στοιχεία που δύνανται, αφ' εαυτών, ευλόγως να εκληφθούν ως άσκηση επιχειρηματικής εργασίας από την Αιτήτρια ("conducting of business" - βλ. παρ. 63, 65 και 66 ανωτέρω).
  3. Υπό το φως των πιο πάνω, η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι «διαμένει» εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας εν τη εννοία του άρθρου 27
(2)της Συνθήκης.
  1. Τα πιο πάνω δεν αλλοιώνονται από το γεγονός ότι η Αιτήτρια άλλαξε την διεύθυνση του εγγεγραμμένου τόπου εργασιών της σε κάποιο στάδιο εκκρεμούσης της διαδικασίας. Τούτο διότι το κρίσιμο σημείο το οποίο λαμβάνεται υπόψιν είναι το σημείο καταχώρησης της αίτησης (βλ. παρ. 71 πιο πάνω). Ανεξαρτήτως τούτου, και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ουδόλως προκύπτει οιαδήποτε άσκηση επιχειρηματικών εργασιών από την καινούρια διεύθυνση της που ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών.
  2. Ούτε η υπό κρίση περίπτωση δύναται να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια της «προσωρινής διαμονής» στο άρθρο 27
(2)της Συνθήκης. Η λέξη «προσωρινή» δεν αναιρεί ούτε ελαττώνει την αναγκαιότητα να καταδειχθεί πραγματική άσκηση κάποιων επιχειρηματικών εργασιών από την αλλοδαπή εταιρεία, αλλά, χρησιμοποιείται εξ αντιδιαστολής της λέξης «μόνιμη», ήτοι, διέπει το ζήτημα της χρονικής εμβέλειας της «διαμονής». Ούτε και σε κάθε περίπτωση αποτέλεσε τη θέση της Αιτήτριας ότι η «διαμονή» της στην Κυπριακή Δημοκρατία ήταν περιορισμένης χρονικής εμβέλειας. 103. Ούτε το γεγονός ότι επιδόθηκε στην Αιτήτρια στη διεύθυνση αυτή δικαστικό έγγραφο, δύναται να αλλοιώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την πιο πάνω εικόνα. Η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση έπραξε σύμφωνα με την ίδια τη νομοθεσία και δη το άρθρο 347
(1)(δ) του Κεφ. 113 στα πλαίσια εγγραφής της ως αλλοδαπής εταιρείας. Δηλαδή, εφ΄ όσον ρητώς προβλέπεται από την ίδια την νομοθεσία ότι αλλοδαπή εταιρεία δύναται να δηλώσει διεύθυνση για σκοπούς, ακριβώς, επίδοσης εγγράφων στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπως και έγινε, τότε, η επίδοση στη βάση της ίδιας πρόνοιας, στην εν λόγω διεύθυνση, δεν δύναται να θεωρηθεί διάβημα αντίθετο με τις θέσεις που προώθησε στην παρούσα διαδικασία. Οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε αμφισβήτησαν ότι η Αιτήτρια εξουσιοδότησε πρόσωπο στην Κυπριακή Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 347
(1)(δ) του Κεφ. 113 να αποδέχεται την επίδοση νομικών εγγράφων. Ούτε και αμφισβήτησαν το γεγονός της εγγραφής της ως αλλοδαπής εταιρείας. Συναφώς, η εκεί επίδοση του εν λόγω δικαστικού εγγράφου, δεν αντιβαίνει ούτε αντιμάχεται το περιεχόμενο της ένστασης τους, δια το ότι, ο τρόπος έναρξης της διαδικασίας της Αίτησης έκπιπτε του ρητώς οριοθετημένου πλαισίου της ίδιας της Συνθήκης, και δη του άρθρου 27 αυτής. Συνεπώς, η σχετική εισήγηση της πλευράς της Αιτήτριας απορρίπτεται.
  1. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η Ένσταση στο βαθμό που αφορά ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου επιτυγχάνει, γεγονός που επισφραγίζει την αποτυχία της Αίτησης. Συνεπώς, η ενασχόληση του Δικαστηρίου με οιοδήποτε άλλο ζήτημα εγείρεται από την Ένσταση αντενδείκνυται ενόψει της διαπίστωσης περί έλλειψης δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να ενεργήσει, στη βάση του άρθρου 27 της Συνθήκης. VII. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  2. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. αγόρευση συνηγόρων Καθ' ων η Αίτηση, σελ.
  3. [2] Βλ. σελ. 11, παρ. vii του Έγγραφου Β. [3] Βλ. αρ. 6(α) του Έγγραφου Ε. [4] Βλ. γραπτή αγόρευση συνηγόρων Καθ' ων η Αίτηση, σελ. 33, παρ.
  4. [5] Βλ. γραπτή αγόρευση συνηγόρων Αιτήτριας, σελ. 5, παρ.
  5. [6] Βλ. Συμπληρωματική αγόρευση συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, σελ.5, υποπαράγραφος v. [7] Βλ. γρ. αγόρευση συνηγόρων Αιτήτριας, σελ.7, παρ. 24.
  6. [8] Βλ. επίσης OAO BALTIYSKIY BANK ν. ARTUR VLADIMIROVICH KIRILENCO Αίτ. Αρ.1339/09, 8.4.11 (υπό Λ. Παρπαρίνο, Π.ΕΔ., ως ήταν τότε), VTB Bank (Open Joint-Stock Company) v Alekseyevich, άλλως Taruta κ.ά., Αρ. Γεν. Αίτ 378/14, 27.6.14 (υπό Τ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε), VTB Bank (Public Joint-Stock Company) ν. Leisler Holdings Limited, Γενική Αίτηση Αρ. 527/2016, 8.1.2019 (υπό Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε), VTB Bank (PJSC) ν. Polchenko, Αίτηση Αρ. 14/2019, 1.6.20, ECLI:CY:AD:2020:B255 (υπό Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε.) [9] Βλ. συμπληρωματική αγόρευση των συνηγόρων της Αιτήτριας, σελ. 4, παρ. 9 και
  7. [10] Βλ. συμπληρωματική αγόρευση των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, σελ. 9, παρ.
  8. [11] Βλ. λ.χ. άρθρα 11
(2), 17
(2)και 20
(2)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/
  1. [12] Βλ. σελ. 33 παρ. 5 της Γραπτής Αγόρευσης των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση. [13] Βλ. πρακτικά 21.11.23, σελ.11, γρ. 22 -
  2. [14] Βλ. Γραπτή Δήλωση Ζhilin παρ. 3, Τεκμήριο 2 και πρακτικά 21.11.23, σελ. 15, γρ. 20 -
  3. [15] Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 984, Σιακόλα ν. Αστυνομίας Πολιτική Έφεση 53/11, απόφαση ημερομηνίας 24.1.2013 Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1 ΑΑΔ
  1. [16] Βλ. επίσης πρακτικά 21.11.23 σελ. 26 -
  2. [17] Βλ. επίσης πρακτικά 16.2.24, σελ. 21 -
  3. [18] Βλ. πρακτικά 21.11.23, σελ 18, γρ. 1 -
  4. [19] Βλ. Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1522 και Phipson on Evidence, 12η έκδοση, στη σελίδα 912. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.