Αναφορικά με την Μερόπη Χριστοδούλου, Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 32/2023, 6/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 32/2023 Αναφορικά με τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 και Αναφορικά με την Μερόπη Χριστοδούλου Χρεώστιδα 6 Σεπτεμβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Χρεώστιδα/Αιτήτρια: κα Α. Χαραλάμπους για Argiro Charalambous LLC Για Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ: κα Βαταμίδου για Στέλιος Στυλιανίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση της Μερόπης Χριστοδούλου, χρεώστιδας ημερομηνίας 12.4.2024 για διάταγμα επιβολής ΠΣΑ στους πιστωτές της Στις 18.7.2023 εκδόθηκε από το παρόν Δικαστήριο προστατευτικό διάταγμα για την πιο πάνω Χρεώστιδα. Ακολούθως ο σύμβουλος αφερεγγυότητας που διορίστηκε από την Χρεώστιδα και τον σύζυγο της, αποτάθηκε προς τους πιστωτές από τους οποίους, μεταξύ άλλων, ζήτησε τις παρατηρήσεις τους αναφορικά με τον τρόπο που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν τα χρέη της σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 45 του Ν.65(Ι)/
- Η Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (στο εξής η «ΚΕΔΙΠΕΣ») είναι μια εκ των πιστωτών αυτών. Σε απάντηση προς τον σύμβουλο αφερεγγυότητας, η ΚΕΔΙΠΕΣ υπέβαλε δήλωση επαλήθευσης χρέους και έκθεση εκτίμησης του ενυπόθηκου υπέρ αυτής ακινήτου. Σε καμία παρατήρηση προέβη η ΚΕΔΙΠΕΣ ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν τα χρέη της Χρεώστιδας στο πλαίσιο προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής. Στην πορεία, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας ετοίμασε πρόταση για προσωπικό σχέδιο αποπληρωμής της Χρεώστιδας και του συζύγου της. Την απέστειλε προς τους πιστωτές, μεταξύ αυτών και προς την ΚΕΔΙΠΕΣ, μαζί με την κατάσταση προσωπικών οικονομικών στοιχείων. Ακολούθως, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας κάλεσε την ΚΕΔΙΠΕΣ και τους υπόλοιπους πιστωτές, σε συνέλευση πιστωτών η οποία έγινε στις 20.10.
- Κατά τη συνέλευση τέθηκε προς ψηφοφορία η πρόταση προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής των χρεών της Χρεώστιδας και του συζύγου της (στο εξής το «ΠΣΑ»). Σύμφωνα με τα πρακτικά της συνέλευσης, οι πιστωτές, περιλαμβανομένης της ΚΕΔΙΠΕΣ, ψήφισαν αρνητικά, απορρίπτοντας το ΠΣΑ. Μετά την εξέλιξη αυτή, η Χρεώστιδα αποτάθηκε στο Δικαστήριο με την παρούσα αίτηση στη βάση του άρθρου 72 του Ν. 65(Ι)/2015 (στο εξής η «Αίτηση»), ζητώντας την έκδοση διατάγματος για επιβολή του ΠΣΑ στους πιστωτές της. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72
(1)του Ν. 65(Ι)/2015, τέτοια αίτηση υποβάλλεται μονομερώς. Εντούτοις, η ΚΕΔΙΠΕΣ έλαβε γνώση της Αίτησης και ζήτησε όπως τοποθετηθεί πριν το Δικαστήριο αποφασίσει επί αυτής. Η σχετική άδεια δόθηκε και η ΚΕΔΙΠΕΣ καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση. Η ΚΕΔΙΠΕΣ υποστηρίζει ότι η Αίτηση δεν πρέπει να εγκριθεί γιατί δεν πληρούνται οι καθορισμένες προϋποθέσεις, το ΠΣΑ πάσχει από ασάφειες, βασίζεται επί ελλιπών και λανθασμένων στοιχείων και δεν θα θέσει την ΚΕΔΙΠΕΣ σε καλύτερη θέση παρά στην περίπτωση πτώχευσης της Χρεώστιδας. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι ο σύμβουλος αφερεγγυότητας και η Χρεώστιδα ενεργούν κακόπιστα. Πριν προχωρήσω σημειώνω ότι για σκοπούς της απόφασης μου έχω μελετήσει τόσο την Αίτηση όσο και την ένσταση καθώς και ένορκες δηλώσεις υποστηρίζουν την κάθε μια. Έχω επίσης μελετήσει τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών και, περαιτέρω, γνωρίζω το περιεχόμενο του φακέλου. Διάταγμα για την επιβολή μη συναινετικού προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής σε πιστωτές εκδίδεται από το Δικαστήριο αφού διαπιστώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 72
(1)του Ν. 65(Ι)/2015. Προχωρώ επομένως στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 72
(1)(α)-(στ) του Ν. 65(Ι)/2015 σε συνάρτηση με τους λόγους ένστασης που προβάλλει η ΚΕΔΙΠΕΣ. Σημειώνω ότι οι διατάξεις/προϋποθέσεις των παραγράφων 72
(1)(α) και 72
(1)(δ) του Ν. 65(Ι)/2015 διαγράφηκαν το 2018, συνεπώς δεν θα απασχολήσουν. Η προϋπόθεση της παραγράφου 72
(1)(β) του Ν.65(Ι)/2015 αφορά ότι η αξία της κύριας κατοικίας του χρεώστη δεν πρέπει να υπερβαίνει τις €350.000. Αυτό δεν αμφισβητήθηκε από την ΚΕΔΙΠΕΣ και, στη βάση της μαρτυρίας και στοιχείων που παρουσίασε η Χρεώστιδα, κρίνω ότι αυτή η προϋπόθεση πληρείται. Σύμφωνα με την παράγραφο 72
(1)(γ) του Ν. 65(Ι)/2015, η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του χρεώστη, εξαιρουμένης της κύριας κατοικίας, δεν πρέπει να υπερβαίνει τις €500.000. Ούτε αυτή η παράμετρος έχει αμφισβητηθεί από την ΚΕΔΙΠΕΣ. Στη βάση των στοιχείων και μαρτυρίας που παρουσίασε η Χρεώστιδα, κρίνω ότι και αυτή η προϋπόθεση πληρείται. Προχωρώντας, η ΚΕΔΙΠΕΣ αμφισβητεί ότι πληρείται η προϋπόθεση του άρθρου 72
(1)(ε) του Ν. 65(Ι)/2015 που αναφέρεται σε επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του χρεώστη, ως εκεί καθορίζεται. Είναι η θέση της ΚΕΔΙΠΕΣ ότι τα στοιχεία δεν υποστηρίζουν τέτοιο συμπέρασμα. Ειδικότερα, η ΚΕΔΙΠΕΣ σημειώνει ότι δεν υπάρχει μείωση των εισοδημάτων της Χρεώστιδας, της οποίας οι απολαβές από το 2009 μέχρι σήμερα παρουσιάζουν αύξηση. Είναι δεδομένο ότι οι απολαβές της Χρεώστιδας από την εργασία της αυξήθηκαν. Η μείωση προκύπτει εάν ληφθεί υπόψη η απώλεια εισοδημάτων του συζύγου της, ο οποίος απολύθηκε από την εργασία του το 2012 και δεν εργάστηκε ξανά μέχρι το 2023. Εισηγείται η ΚΕΔΙΠΕΣ ότι λανθασμένα λήφθηκε υπόψη η εισοδηματική κατάσταση του συζύγου στην εξέταση αυτής της προϋπόθεσης του άρθρου 72
(1)(ε) του Ν. 65(Ι)/2015. Είναι η θέση της ότι τα μόνα εισοδήματα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι τα εισοδήματα του ίδιου του Χρεώστη. Εισηγείται επίσης η ΚΕΔΙΠΕΣ ότι η ανεργία του συζύγου της Αιτήτριας από το 2012 μέχρι το 2023 είναι αδικαιολόγητή και αποτέλεσμα δικής του επιλογής παρά εκτός του ελέγχου του. Χαρακτηρίζει επίσης ανεπαρκή τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν για να δείξουν τη μείωση στα εισοδήματα του συζύγου και να στοιχειοθετήσουν ότι ήταν άνεργος εκείνη την περίοδο. Εξέτασα τα επιχειρήματα της ΚΕΔΙΠΕΣ, όμως δεν συμφωνώ. Συγκεκριμένα, διαφωνώ με την ερμηνεία που δίδεται από την ΚΕΔΙΠΕΣ στο άρθρο 72
(1)(ε) ότι η μείωση εισοδημάτων που εκεί αναφέρεται αφορά μόνο τα εισοδήματα του ιδίου του χρεώστη και όχι συζύγου. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει τα εξής: «ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν και πριν από την αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39, και είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματός του κατά τουλάχιστον είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) ή περισσότερο» Ίσως η διατύπωση της συγκεκριμένης διάταξης να μπορούσε να ήταν πιο ξεκάθαρη. Όμως, το ζητούμενο είναι εάν υπήρξε «χειροτέρευση στην οικονομική κατάσταση» του χρεώστη. Η «οικονομική κατάσταση» είναι έννοια ευρύτερη από τις απολαβές του χρεώστη από την εργασία του και περιλαμβάνει, θεωρώ, τη γενικότερη οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Σε αυτό συνηγορεί η όλη προσέγγιση του Κεφαλαίου 2 του Ν. 65(Ι)/2015. Δηλαδή, εφόσον στον υπολογισμό των εισοδημάτων για σκοπούς διαμόρφωσης ενός προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα και αναγκαία έξοδα διαβίωσης όλης της οικογένειας, σαν θέμα αρχής, δεν διακρίνω λόγο για τον οποίο να μην ληφθούν υπόψη τα εισοδήματα συζύγου όταν αξιολογείται η οικονομική κατάσταση χρεώστη για σκοπούς του άρθρου 72
(1)(ε). Για το λόγο αυτό, στην παρούσα περίπτωση, θεωρώ ότι η απόλυση του συζύγου της Χρεώστιδας το 2012 και η συνακόλουθη απώλεια του μισθού που λάμβανε, ήταν σχετική και ορθά συνυπολογίστηκαν για να διαπιστωθεί εάν υπήρξε χειροτέρευση της οικονομικής της κατάστασης. Το κείμενο του άρθρου 72
(1)(ε) προβλέπει ότι για να μπορεί ένας χρεώστης να ζητήσει επιβολή ΠΣΑ στους πιστωτές του πρέπει, ως αποτέλεσμα της χειροτέρευσης στην οικονομική του κατάσταση, τα εισοδήματα του να έχουν μειωθεί τουλάχιστον κατά 25%. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, μετά την απόλυση του συζύγου, προέκυψε μείωση πέραν του 25% των εισοδημάτων της Χρεώστιδας. Η ΚΕΔΙΠΕΣ υποστηρίζει ότι δεν αποδείχθηκε ότι η μείωση στα εισοδήματα οφείλεται σε λόγους πέραν του ελέγχου της Χρεώστιδας. Σχετικό με αυτή τη θέση είναι το άρθρο 72
(2)του Ν. 65(Ι)/2015 που προβλέπει ότι: «Για τους σκοπούς της παραγράφου (ε) του εδαφίου
(1), τεκμαίρεται ότι οποιαδήποτε μείωση στα εισοδήματα την οποία υπέστη ο χρεώστης από το έτος 2012 και μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του χρεώστη και πιο συγκεκριμένα στην οικονομική κρίση, εκτός εάν ο πιστωτής μπορεί να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίο ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος από την οικονομική κρίση.» Μέσω της ένστασης, η ΚΕΔΙΠΕΣ αναφέρει ότι «εύλογα πιστεύω ότι ο σύζυγος της Αιτήτριας είχε τη δυνατότητα να εργαστεί και να λαμβάνει εισοδήματα από το 2012. Η επιλογή του να σταματήσει να εργάζεται και αναζητά εργασία και κατ' επέκταση οι μηδενικές απολαβές του για περίοδο 11 ετών, ήτοι έως το 2023 που φαίνεται σύμφωνα με την ΚΠΟΣ της Αιτήτριας να λαμβάνει εισόδημα, συνιστά γεγονός που ενέπιπτε και εμπίπτει πλήρως στον έλεγχο του και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης.» Όμως η πιο πάνω άποψη, δεν ανατρέπει το τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο 72
(2)του Ν. 65(Ι)/2015. Το τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί μόνο με μαρτυρία που θα παρουσιάσει ο πιστωτής που να αποδεικνύει το αντίθετο, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και με επιχειρηματολογία. Τέτοια μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί. Υποστηρίζει επίσης η ΚΕΔΙΠΕΣ ότι δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία «που να δεικνύουν ότι ο σύζυγος της Αιτήτριας δεν λάμβανε οποιοδήποτε άλλο εισόδημα αλλά ούτε και οιαδήποτε βεβαίωση ότι ήταν άνεργος.» Οι καταστάσεις απολαβών από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις δεν επαρκούν, εισηγείται. Αυτή η θέση προβλήθηκε από την ΚΕΔΙΠΕΣ, στο παρόν στάδιο, για πρώτη φορά. Όταν η ΚΕΔΙΠΕΣ κλήθηκε από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας να προσφέρει τις παρατηρήσεις της πριν τη διαμόρφωση του ΠΣΑ, όταν έλαβε την κατάσταση προσωπικών οικονομικών στοιχείων, δεν ζήτησε οποιαδήποτε στοιχεία ή διευκρινίσεις, ούτε προέβη σε σχετικές υποδείξεις για τα εισοδήματα ή την ανεργία του συζύγου της Χρεώστιδας. Παρομοίως, στη συνέλευση πιστωτών, όπως φαίνεται από τα πρακτικά, η ΚΕΔΙΠΕΣ δεν ζήτησε διευκρινίσεις ούτε περαιτέρω πληροφορίες για αυτό ή για οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. Βρισκόμαστε τώρα στο στάδιο που ζητείται από το Δικαστήριο να επιβάλει το ΠΣΑ στους πιστωτές. Τα βήματα της διαδικασίας που προηγήθηκαν, δεν ήταν τυπικά. Σε κάθε ένα από τα προηγούμενα στάδια γίνεται ουσιαστική εργασία για την ορθή εκτίμηση της οικονομικής εικόνας της Χρεώστιδας και διαμόρφωση των όρων ενός προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής των χρεών. Από το κείμενο των σχετικών διατάξεων του Ν. 65(Ι)/2015 είναι εμφανής η πρόθεση του νομοθέτη όπως οι πιστωτές είναι συμμέτοχοι στην προσπάθεια ρύθμισης των χρεών μέσω ενός προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής. Οι πιστωτές έχουν λόγο εξ αρχής και μπορούν να ζητήσουν διευκρινίσεις, να προβούν σε εισηγήσεις, να εκφράσουν απόψεις και παρατηρήσεις. Όταν εξαντληθούν όλα αυτά και δεν καταστεί δυνατό να επιτευχθεί συναίνεση, τότε - ως τελευταίο μέτρο - ο χρεώστης έχει το δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει επιβολή του ΠΣΑ. Η ΚΕΔΙΠΕΣ είχε κληθεί και είχε την ευκαιρία να συμμετάσχει και να συνεισφέρει σε όλα τα στάδια που προηγήθηκαν. Αυτά που τώρα προβάλλει η ΚΕΔΙΠΕΣ, έπρεπε να είχαν εγερθεί στα προηγούμενα στάδια. Εκεί ήταν το κατάλληλο πλαίσιο και χρονικό σημείο για να εξεταστούν, να αξιολογηθούν, να απαντηθούν και να ληφθούν υπόψη στην τελική διαμόρφωση του ΠΣΑ. Βρισκόμαστε πλέον σε προχωρημένο στάδιο της όλης διαδικασίας και, θεωρώ, ότι δεν επιτρέπεται να εγείρονται για πρώτη φορά τέτοιου είδους ζητήματα. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με το παράπονο της ΚΕΔΙΠΕΣ ότι δεν παρουσιάστηκε ασφαλιστήριο συμβόλαιο που να αποδεικνύει την ανάγκη πληρωμής μηνιαίου ασφαλίστρου €216 που προβλέπει το ΠΣΑ. Επανέρχομαι στην παράγραφο 72
(1)(ε) του Ν. 65(Ι)/2015. Τα ενώπιον μου στοιχεία δείχνουν ότι υπήρξε χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης της Χρεώστιδας που υπερέβαινε το 25% των εισοδημάτων της. Συνεπώς, κρίνω ότι πληρείται η αντίστοιχη προϋπόθεση. Προχωρώ στο άρθρο 72
(1)(στ) του Ν. 65(Ι)/2015. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διάταξη, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας πρέπει «να έχει υπογράψει δήλωση με την οποία να επιβεβαιώνει ότι έχει την άποψη ότι» συντρέχουν συγκεκριμένες παράμετροι που απαριθμούνται στις υπο-παραγράφους (i)-(v) του εν λόγω άρθρου. Αυτή η έγγραφη επιβεβαίωση του συμβούλου αφερεγγυότητας είχε παρουσιαστεί μέσω της Αίτησης. Η ΚΕΔΙΠΕΣ αμφισβητεί ότι συντρέχουν κάποιες από τις παραμέτρους των υπο-παραγράφων (i)-(v). Εισηγείται, ουσιαστικά, από το Δικαστήριο πρέπει να πάει πίσω από τη βεβαίωση και να εξετάσει εάν είναι ορθή η άποψη του συμβούλου αφερεγγυότητας ότι πληρούνται συγκεκριμένοι παράμετροι. Διαφωνώ με την εισήγηση αυτή. Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει εάν θα εκδώσει διάταγμα επιβολής ενός ΠΣΑ, δεν εξετάζει μια εκάστη των παραμέτρων του άρθρου 72
(1)(στ)(i)-(v), σαν να υποκαθιστά την κρίση του για την κρίση του συμβούλου αφερεγγυότητας. Αυτό θα ακύρωνε την αρμοδιότητα του συμβούλου αφερεγγυότητας. Δεν είναι αυτό το γράμμα του άρθρου 72
(1)(στ) και, θεωρώ, ότι ούτε ήταν αυτή η πρόθεση του νομοθέτη. Ο νομοθέτης έχει καθορίσει διαδικασία εξουσιοδότησης κάποιου προσώπου ώστε αυτός να ενεργεί ως σύμβουλος αφερεγγυότητας. Σχετικές είναι οι πρόνοιες του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμου στις οποίες παραπέμπω. Ο νομοθέτης έχει επίσης, μέσω των διατάξεων του Ν. 65(Ι)/2015, επιφορτίσει τον σύμβουλο αφερεγγυότητας με συγκεκριμένα καθήκοντα και αρμοδιότητες. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας που διορίζεται για τον εκάστοτε χρεώστη οφείλει να βεβαιώσει προς το Δικαστήριο εγγράφως ότι, κατά την άποψη του, πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 72
(1)(στ)(i)-(v) για τον εκάστοτε χρεώστη. Αυτό που ζητά από το Δικαστήριο ο νομοθέτης, είναι να διαπιστώσει κατά πόσο ο σύμβουλος αφερεγγυότητας έχει υπογράψει την προβλεπόμενη δήλωση. Η διαπίστωση ότι δόθηκε η εν λόγω βεβαίωση, επαρκεί για να ικανοποιήσει την αντίστοιχη προϋπόθεση του άρθρου 72
(1)(στ). Ασφαλώς, κάποιος έλεγχος πρέπει να γίνεται όταν υπάρχουν ενδείξεις για κακοπιστία του συμβούλου αφερεγγυότητας ή του Χρεώστη ή εξόφθαλμα λάθη και παραλείψεις. Όταν υπάρξει τέτοια διαπίστωση, τότε το Δικαστήριο μπορεί και πρέπει να επέμβει. Όμως διαφωνώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να υπεισέλθει στη θέση του συμβούλου αφερεγγυότητας και να εξετάσει από την αρχή, μικροσκοπικά και εξαντλητικά όλα τα στοιχεία, πληροφορίες, λογιστικές πράξεις και οικονομικά δεδομένα καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια, ενέργεια ή άποψη του συμβούλου αφερεγγυότητας. Σε κάθε περίπτωση, παρά τα όσα υποστηρίζει η ΚΕΔΙΠΕΣ, δεν διαπιστώνω έρεισμα για «ακύρωση» ή «παραμερισμό» της εν λόγω βεβαίωσης του συμβούλου αφερεγγυότητας στην παρούσα περίπτωση. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί για κακοπιστία από πλευράς του συμβούλου αφερεγγυότητας και της Χρεώστιδας δεν έχουν τεκμηριωθεί. Αντίθετα, τα ενώπιον μου στοιχεία δείχνουν ότι οι ενέργειες και των δύο είναι εντός των δικαιωμάτων και του πλαισίου του Ν. 65(Ι)/2015. Είναι επίσης η θέση της ΚΕΔΙΠΕΣ ότι η παράμετρος της υπό-παραγράφου (iv) του άρθρου 72
(1)(στ) δεν πληρείται διότι με το ΠΣΑ θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση παρά στην πτώχευση της Χρεώστιδας. Παρότι δεν εξειδικεύει αυτή τη θέση, δηλαδή δεν εξηγεί με ποιο τρόπο τίθεται σε δυσμενέστερη θέση μέσω του ΠΣΑ, εξέτασα αυτό το επιχείρημα σε συνάρτηση με τα ενώπιον μου στοιχεία, τις διατάξεις του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 αλλά και το σκοπό του νομοθέτη όπως εκφράζεται στο προοίμιο του Ν. 65(Ι)/2015. Καταλήγω ότι δεν συμφωνώ με τη θέση της ΚΕΔΙΠΕΣ. Η υπό-παράγραφος (iv) του άρθρου 72
(1)(στ) του Ν. 65(Ι)/2015 προβλέπει ότι: «Το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής που απορρίφθηκε από τους πιστωτές έχει ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν οι εν λόγω πιστωτές, εάν η περιουσία του χρεώστη εδιατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχειών που δεν διατίθενται και τηρουμένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών». Φαίνεται ότι το παράπονο που εκφράζει η ΚΕΔΙΠΕΣ έγκειται στο ότι το ΠΣΑ της στερεί τη δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματα της δυνάμει του Μέρους VI του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν. 9/65 για άμεση εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Όμως, ο Ν. 9/65 είναι άσχετος με τα προς απόφαση ζητήματα. Ο νομοθέτης δεν καθόρισε ως μέτρο σύγκρισης την θέση των πιστωτών σε συνάρτηση με το Ν. 9/65 αλλά με τον περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5. Στην προκείμενη περίπτωση, εξετάζοντας το ΠΣΑ, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Κεφ.5, δεν διακρίνω ότι η ΚΕΔΙΠΕΣ θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση παρά τη θέση στην οποία θα βρισκόταν εάν σήμερα η Χρεώστιδα κηρυσσόταν σε πτώχευση. Αντίθετα, το ΠΣΑ προβλέπει ότι η ΚΕΔΙΠΕΣ διατηρεί την υποθήκη της και συνεχίζει να παραμένει «ενυπόθηκος δανειστής» (στην έννοια του Κεφ. 5). Περαιτέρω, σύμφωνα με το ΠΣΑ, μέρος των διαθέσιμων εισοδημάτων της Χρεώστιδας για τα επόμενα χρόνια θα διατεθεί προς πληρωμή του χρέους στην ΚΕΔΙΠΕΣ. Με την πιστή τήρηση και ολοκλήρωση του ΠΣΑ, κατά τη λήξη του, η ΚΕΔΙΠΕΣ θα έχει εισπράξει συνολικό ποσό μεγαλύτερο παρά εάν η Χρεώστιδα κηρυσσόταν σήμερα σε πτώχευση. Συνεπώς, όχι μόνο η ΚΕΔΙΠΕΣ δεν θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση υπό του ΠΣΑ παρά στην πτώχευση της Χρεώστιδας, αλλά ευνοείται από τις πρόνοιες του. Αυτές ήταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 72
(1)του Ν. 65(Ι)/2015 για έκδοση διατάγματος επιβολής μη συναινετικού ΠΣΑ στους πιστωτές του χρεώστη. Για τους λόγους που εξήγησα, κρίνω ότι όλες οι προϋποθέσεις πληρούνται στην περίπτωση της Χρεώστιδας, διαπίστωση που προκρίνει και το αποτέλεσμα. Επικουρικά μόνο προσθέτω και τα ακόλουθα. Η πλευρά της ΚΕΔΙΠΕΣ παραπονείται για ασάφειες στο κείμενο του ΠΣΑ. Σε σχέση με αυτό το επιχείρημα, παραπέμπω σε όσα εξήγησα πιο πάνω, ότι το κατάλληλο στάδιο για να εγερθούν τέτοια ζητήματα ήταν το στάδιο διαμόρφωσης των όρων του ΠΣΑ ή και κατά τη συνέλευση πιστωτών. Κανένα τέτοιο παράπονο είχε εγερθεί τότε. Παρά ταύτα, δεν συμφωνώ ότι υπάρχουν ασάφειες ή αοριστίες που να καθιστούν το ΠΣΑ ανεφάρμοστο. Το ζητούμενο είναι να καθορίζεται στο κείμενο του ΠΣΑ, με επαρκή σαφήνεια, η προτεινόμενη αναδιάρθρωση και ρυθμίσεις για την αποπληρωμή των χρεών του επιλέξιμου χρεώστη. Αυτό θεωρώ ότι επιτυγχάνεται. Ένα άλλο παράπονο της ΚΕΔΙΠΕΣ είναι ότι το ΠΣΑ προνοεί πως η Χρεώστιδα θα καταβάλλει δόσεις μέχρι την ηλικία των 75 ετών. Θεωρεί ότι αυτό είναι ανεπίτρεπτο και ανεφάρμοστο εφόσον υπερβαίνει την ηλικία συνταξιοδότησης. Ούτε με αυτό το επιχείρημα συμφωνώ. Δεν είναι υποχρεωτικός ο τερματισμός της απασχόλησης κάποιου προσώπου επειδή έφτασε στην ηλικία συνταξιοδότησης. Πολλοί επιλέγουν ή αναγκάζονται να συνεχίσουν να εργάζονται για πολλά χρόνια μετά τη συνταξιοδότηση τους. Μάλιστα σε αντίστοιχες περιπτώσεις, δεν πρέπει να υποτιμάται πόσο ισχυρό κίνητρο για ένα χρεώστη είναι η επιθυμία διατήρησης της οικογενειακής στέγης, ώστε να συνεχίσει να εργάζεται και να πληρώνει δόση για χρόνια μετά τη συνταξιοδότηση του. Σημειώνω ότι περιορισμός ως προς το όριο ηλικίας για πληρωμή δόσης από χρεώστη, δεν υπάρχει στον Νόμο. Τέλος, η ΚΕΔΙΠΕΣ παραπονείται ότι δεν υπάρχει «εγγύηση ή απόδειξη», όπως το θέτει, ότι θα τηρηθούν οι όροι του ΠΣΑ, ούτε εγγύηση για την «οικονομική βιωσιμότητα» του. Συμφωνώ ότι εγγυήσεις ή αποδείξεις ότι η Χρεώστιδα θα τηρεί πιστά τις πρόνοιες του ΠΣΑ δεν υπάρχουν. Ούτε θα μπορούσαν να δοθούν. Όμως επισημαίνω ότι, σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης των δικαιωμάτων των πιστωτών και των οφειλετών, ο νομοθέτης έχει προνοήσει όπως σε περίπτωση που όροι του ΠΣΑ δεν τηρούνται, οι πιστωτές μπορούν να ζητήσουν τον τερματισμό του. Σε αυτή την περίπτωση θα δικαιούνται να διεκδικήσουν αμέσως όλα όσα τους οφείλονται και αν εξασκήσουν κάθε δικαίωμα τους ως πιστωτές. Αναφορικά με την οικονομική βιωσιμότητα του ΠΣΑ ισχύουν όσα προανέφερα για τα καθήκοντα και αρμοδιότητες του συμβούλου αφερεγγυότητας ο οποίος είναι και το αρμόδιο πρόσωπο να προτείνει, με βάση την προβλεπόμενη διαδικασία, τον τρόπο αποπληρωμής και αναδιάρθρωσης των χρεών του χρεώστη προς επίτευξη του σκοπού του νομοθέτη. Μέσω της ένστασης δεν ανατράπηκαν τα δεδομένα στα οποία στηρίχθηκε ο σύμβουλος αφερεγγυότητας στη διαμόρφωση της πρότασης του για ρύθμιση των χρεών της Χρεώστιδας. Επανέρχομαι στην ουσία της υπό κρίση Αίτησης και, καταληκτικά, σημειώνω τα εξής. Δεν διαπιστώνω λόγο για τον οποίο η Χρεώστιδα να αποστερηθεί της δυνατότητας που της παρέχει ο Ν. 65(Ι)/2015 να αναδιαρθρώσει τα χρέη της «με λογικό και οργανωμένο τρόπο», στο βαθμό που οι δυνατότητες και τα εισοδηματικά και περιουσιακά δεδομένα της το επιτρέπουν, «ώστε να αποφευχθεί η πτώχευση της και να διευκολυνθεί η ενεργός συμμετοχή της στην οικονομική δραστηριότητα», όπως ο ίδιος ο νομοθέτης το θέτει στο προοίμιο του Ν. 65(Ι)/2015. Για τους λόγους που εξήγησα, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της Αίτησης η οποία και εγκρίνεται. Εκδίδεται, επομένως, διάταγμα ως η παράγραφος Α αυτής. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της παρούσας Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Χρεώστιδας και εναντίον της ΚΕΔΙΠΕΣ, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο