← Κύπρος

Κωνσταντίνου Σπάταλου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 2976/14, 3/10/2024

Κωνσταντίνου Σπάταλου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 2976/14, 3/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2976/14 Μεταξύ: Κωνσταντίνου Σπάταλου Ενάγοντα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενης ------------------------------------ Ημερομηνία: 03 Οκτωβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Α. Σπάταλος Για Εναγόμενη: κ. Χρ. Τσεκούρας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές ή και επαυξημένες ή και παραδειγματικές ή και τιμωρητικές αποζημιώσεις για τον ψυχικό και σωματικό πόνο ή και για τις σωματικές βλάβες που υπέστη λόγω της κακόβουλης δίωξης του που σχετίζεται με τις υποθέσεις: Υπόθεση Αρ.14881/11 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, Υπόθεση Αρ.14885/11 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Υπόθεση Αρ.39296/11 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και Υπόθεση Αρ.14884/11 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Επιπρόσθετα, ζητά αποζημιώσεις για τις ζημιές, τον ψυχικό και σωματικό πόνο ή και τις βλάβες που υπέστη λόγω της δημοσίευσης ή και της προβολής δυσφημιστικών δημοσιευμάτων ή και λιβέλων ή και επιζήμιων ψευδολογιών ή και για συκοφαντική δυσφήμιση. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν τις αξιώσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, αφορούν το ότι το 2010, μετά από οδηγίες του Αρχηγού Αστυνομίας, ο Λοχίας 28, Γ.Α., είχε αναλάβει τη διεξαγωγή διοικητικής έρευνας σχετικά με, κατ' ισχυρισμό, διάπραξη πειθαρχικού ή άλλου αδικήματος από τον ίδιο. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας ο Αρχηγός Αστυνομίας, κακόβουλα και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία, άσκησε ή διέταξε την άσκηση της ποινικής δίωξης εναντίον του καταχωρώντας πέντε

(5)ποινικές υποθέσεις για τις οποίες προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τις υποθέσεις που είχαν καταχωριστεί στα Επαρχιακά Δικαστήρια Αμμοχώστου, Λάρνακας και Λευκωσίας αθωώθηκε σε όλες τις κατηγορίες που του προσάφθηκαν. Οι συγκεκριμένες υποθέσεις αφορούσαν, την χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, η Υπόθεση Αρ. 14881/11, την εξασφάλιση πιστοποιητικού ασφάλισης μηχανοκίνητου οχήματος, η Υπόθεση Αρ. 14885/11 Ε.Δ. Λάρνακος, την εξασφάλιση πιστοποιητικού ασφάλισης μηχανοκίνητου οχήματος, η Υπόθεση Αρ. 39296/11 Ε.Δ. Λευκωσίας, την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος για σκοπούς δοκιμής και παράλειψη τοποθέτησης πινακίδων δοκιμής, η Υπόθεση Αρ. 14884/11 Ε.Δ. Λάρνακος και της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, η Υπόθεση Αρ. 8052/09 Ε.Δ. Λευκωσίας. Σε όλες τις υποθέσεις αθωώθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Ασκήθηκαν εναντίον του και πειθαρχικές διώξεις στις υποθέσεις ΜΜΑΔ1/11, Αρχηγείου 2/2011 και ΜΜΑΔ 4/12, ενώ τέθηκε σε διαθεσιμότητα από τις 02/12/2011 μέχρι τις 08/04/2013 (ως αναγράφεται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης). Οι συγκεκριμένες ποινικές διώξεις έγιναν κακόβουλα και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία και αποσκοπούσαν στην εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών με κύριο γνώρισμα τη δική του τιμωρία. Λόγω των συγκεκριμένων διώξεων διασύρθηκε άδικα, εξευτελίστηκε, στιγματίστηκε, δυσφημίστηκε και εκτέθηκε στα μάτια της κοινής γνώμης, των συναδέλφων και των προϊσταμένων του. Επιπρόσθετα, τα συγκεκριμένα γεγονότα του είχαν επιφέρει μεγάλο ψυχικό πόνο, άγχος, αγωνία και στέρηση κάθε χαράς και απόλαυσης. Ως λεπτομέρειες της κακόβουλης δίωξης ο Ενάγοντας καταγράφει την κακοπιστία της ηγεσίας της Αστυνομίας, η οποία του απέδωσε την διάπραξη ποινικών αδικημάτων και ανάρμοστης συμπεριφοράς ως μέλος της Αστυνομίας χωρίς να στοιχειοθετούνται τα αδικήματα, ενώ όφειλαν να γνωρίζουν, λόγω της θέσης που κατείχαν, ότι δεν στοιχειοθετούνταν τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων από τη μαρτυρία. Η αλόγιστη αδιαφορία της ηγεσίας της Αστυνομίας να εξακριβώσει κατά πόσο συνέτρεχαν οι απαιτούμενες από τον Νόμο προϋποθέσεις, πριν τη λήψη ή την απόφαση για δίωξη του, είναι ενδεικτική της έλλειψης της καλής πίστης και ειλικρινούς πρόθεσης. Κλήθηκε και αναγκάστηκε να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, στο εδώλιο του Κατηγορούμενου, εικοσιέξι
(26)φορές και τελικά αθωώθηκε. Παράλληλα με την ποινική δίωξη ασκήθηκε και πειθαρχική δίωξη εναντίον του, για τα ίδια γεγονότα που αφορούσαν οι ποινικές διώξεις, κατά την οποία ο Αρχηγός Αστυνομίας ενεργώντας εκδικητικά, κακόβουλα και με κακεντρέχεια τον έθεσε σε διαθεσιμότητα από τις 02/12/2011 μέχρι τις 13/02/2013 (ως αναγράφεται στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης), παρά το γεγονός ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, με την απόφαση του στην Προσφυγή Αρ.737/12, είχε κηρύξει ως έκδηλα παράνομη την παράταση της συγκεκριμένης διαθεσιμότητας. Ο Λοχ.28, ο οποίος εξέταζε και διενεργούσε έρευνες με οδηγίες του Αρχηγού Αστυνομίας, στο πλαίσιο των ερευνών του προσπάθησε να εκμαιεύσει μαρτυρία εναντίον του. Παράλληλα, ο Αρχηγός Αστυνομίας ενεργώντας εκδικητικά, κακόβουλα και με κακεντρέχεια απέστειλε επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα καταγγέλλοντας τον δικηγόρο του και ζητώντας την πειθαρχική του δίωξη γιατί είχε προβεί σε καταγγελία εναντίον του ερευνώντος λειτουργού, Λοχ.
  1. Οι ενέργειες και αποφάσεις της ηγεσίας της Αστυνομίας σε βάρος του ήταν το απότοκο της ηθελημένης και με πρόθεση προσπάθειας να καταχραστούν ή και να διαστρέψουν το ρόλο που τους επιβάλλει η θέση τους στο σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης. Ως αποτέλεσμα της επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς προκλήθηκε στον Ενάγοντα μεγάλος ψυχικός πόνος, άγχος και αναστάτωση και για μεγάλο χρονικό διάστημα στερήθηκε κάθε απόλαυση της ζωής, ενώ υπέστη ταλαιπωρία, εξευτελισμό, δυσφήμιση και ταπείνωση. Παράλληλα, υπέστη και έξοδα για προώθηση της υπεράσπισης του στο Δικαστήριο. Όσον αφορά τον λίβελλο ή και τη δυσφήμιση που υπέστη ο Ενάγοντας καταγράφει ότι οι αποφάσεις του Αρχηγού Αστυνομίας με τις οποίες ο ίδιος τίθετο σε διαθεσιμότητα ή διωκόταν ποινικά και πειθαρχικά δημοσιεύθηκαν στις Εβδομαδιαίες Διαταγές της Αστυνομίας, οι οποίες είναι προσιτές σε όλα τα μέλη της, γεγονός που παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητάς του, ενώ επιπρόσθετα τον εξέθεσε στα μάτια των συναδέλφων και προϊσταμένων του. Επίσης, λόγω του ότι δόθηκε μεγάλη δημοσιότητα αναφορικά με τις ποινικές και πειθαρχικές διώξεις του Ενάγοντα στον ημερήσιο τύπο, η επανάληψη δημοσιευμάτων που τον αφορούσαν του προκάλεσε διασυρμό και εξευτελισμό, ενώ πλήγηκε το όνομα, η φήμη, η υπόληψη και η αξιοπρέπειά του. Γενικά, προκλήθηκε στον ίδιο και στην οικογένειά του μεγάλη ένταση, μεγάλος ψυχικός πόνος, άγχος και αναστάτωση και για μεγάλο χρονικό διάστημα στερήθηκε κάθε απόλαυση της ζωής. Κατέγραψε ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας άσκησε εκδικητική πολεμική εναντίον του και με την τοποθέτηση του σε διαθεσιμότητα, για μεγάλο χρονικό διάστημα, διασύρθηκε άδικα και υπέστη αφόρητο ψυχικό πόνο και οδύνη με αποτέλεσμα να επηρεαστεί αρνητικά και να κλονιστεί η σωματική του υγεία. Σε ηλικία 32 ετών παρουσίασε ξαφνικές εξάρσεις στην αρτηριακή του πίεση και στις 23/08/2013 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και κρατήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μέχρι τις 14/09/
  2. Ο Εναγόμενος, στην Υπεράσπισή του, αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, πλην όμως παραδέχεται ότι τον Ιούνιο του 2010 είχε ανατεθεί σε μέλος της Διεύθυνσης Επαγγελματικών Προτύπων της Αστυνομίας το καθήκον διεξαγωγής διοικητικής έρευνας εναντίον του Ενάγοντα μετά από παράπονο πολίτη. Είναι παραδεκτές οι καταχωρήσεις των ποινικών υποθέσεων, όμως προωθείται η θέση ότι ο Ενάγοντας εύλογα διώχθηκε, σύμφωνα με τη μαρτυρία που υπήρχε στον αστυνομικό φάκελο και ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε αλλότρια ή κακόβουλα κίνητρα. Όσον αφορά τις ποινικές υποθέσεις 14881/11 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου και 14884/11 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ο Ενάγοντας δεν ήταν Κατηγορούμενος και δεν σχετίζονται με το άτομο του. Σε σχέση με την καταχώριση των πειθαρχικών υποθέσεων εναντίον του Ενάγοντα, αυτές σχετίζονται με τις ποινικές υποθέσεις που καταχωρίστηκαν εναντίον του οι οποίες, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της δικαστικής διαδικασίας, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογες ή και δικαιολογημένες ή και αναπόφευκτες και προέκυψαν από παράπονο πολίτη. Δεν υπήρξε οποιοσδήποτε λίβελος ή και δυσφήμιση στον Ενάγοντα, ούτε και του προκλήθηκε οποιοσδήποτε ψυχικός πόνος, ταλαιπωρία ή και αναστάτωση. Προωθείται η θέση ότι δεν δικαιούται, ο Ενάγοντας, σε οποιαδήποτε θεραπεία. Ο Ενάγοντας προώθησε την υπόθεσή του δίδοντας ο ίδιος μαρτυρία, ενώ κάλεσε και ένα μάρτυρα. Η δική του μαρτυρία καταγράφηκε σε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
  3. Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι, ενώ υπηρετούσε στην Μονάδα Άμεσης Δράσης, το 2010, διατελούσε ως Αρχηγός Αστυνομίας ο Μιχαλάκης Παπαγεωργίου, ο οποίος διέταξε, μαζί με άλλους αξιωματούχους της Αστυνομίας, τη διεξαγωγή διοικητικής έρευνας εναντίον του σε σχέση με κατ' ισχυρισμό πειθαρχικό παράπτωμα ή και αδίκημα. Ακολούθησε η άσκηση ποινικών διώξεων εναντίον του με την καταχώρηση τεσσάρων ποινικών υποθέσεων. Συγκεκριμένα καταχωρίστηκε η Υπόθεση Αρ. 14881/11 Ε.Δ. Αμμοχώστου, η οποία αφορούσε το αδίκημα της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, η Υπόθεση Αρ. 14885/11 Ε.Δ. Λάρνακος, η οποία αφορούσε την εξασφάλιση πιστοποιητικού ασφάλισης μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των άρθρων 2, 4 και 37 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση έναντι τρίτου) Ν.96(Ι)/2000, η Υπόθεση Αρ. 39296/11 Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε την εξασφάλιση πιστοποιητικού ασφάλισης οχήματος κατά παράβαση των άρθρων 2, 4 και 37 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση έναντι τρίτου) Ν.96(Ι)/2000 και η Υπόθεση Αρ. 8052/09 Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε την κατηγορία της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 243, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα. Οι ποινικές υποθέσεις εκδικάστηκαν με αποτέλεσμα την αθώωση του. Παράλληλα με τις ποινικές διώξεις είχαν ξεκινήσει και πειθαρχικές διώξεις, στις οποίες επίσης αθωώθηκε. Τέθηκε σε διαθεσιμότητα από τις 02/12/2011 μέχρι τις 08/04/2013 για τις συγκεκριμένες διώξεις. Από τα γεγονότα, είναι η καταγραφείσα θέση του, προκύπτει ότι η ηγεσία της Αστυνομίας προχώρησε στην ποινική του δίωξη παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι η μαρτυρία εναντίον του ήταν αναξιόπιστη, αβάσιμη και ανεπαρκής. Υπήρχε έλλειψη καλής πίστης και ειλικρινούς πρόθεσης από την πλευρά της ηγεσίας της Αστυνομίας, αφού του καταλογίστηκε η διάπραξη σωρείας ποινικών αδικημάτων και του αποδόθηκε ανάρμοστη συμπεριφορά ως μέλος της Αστυνομίας. Η κακή βούληση της ηγεσίας της Αστυνομίας αποκαλύπτεται και από το γεγονός ότι τέθηκε σε διαθεσιμότητα από τις 02/12/2011 μέχρι τις 13/02/2013, παρά το γεγονός ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι η παράταση της διαθεσιμότητάς ήταν παράνομη στην Προσφυγή Αρ.737/
  4. Υποστηρίζει ότι είχε δοθεί μεγάλη δημοσιότητα στον Τύπο για τις ποινικές και πειθαρχικές διώξεις εναντίον του καθώς και του Αστυφύλακα
  5. Οι ενέργειες και αποφάσεις της ηγεσίας της Αστυνομίας σε βάρος του, οι οποίες συνιστούσαν συγκαλυμμένη τιμωρία του και δεν εξυπηρετούσαν τη δικαιοσύνη και το δημόσιο συμφέρον, ήταν απότοκο της ηθελημένης και με πρόθεση προσπάθειας της Αστυνομίας να καταχραστεί και να διαστρέψει τον ρόλο που της επιβάλλεται στο σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης. Ο τότε Αρχηγός Αστυνομίας, περιφρονώντας την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είχε διαβιβάσει επιστολή στον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία εξέφρασε τη διαφωνία του με την απόφαση του Δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ.737/
  6. Τόσο ο ίδιος καθώς και ο Αστ. 3651 είχαν ζητήσει να συναντηθούν με τον τότε Αρχηγό Αστυνομίας, ο οποίος αρχικά αρνείτο να τους συναντήσει λόγω της δύσκολης θέσης στην οποία είχε βρεθεί λόγω του ότι ο Αστ.3651 είχε ασκήσει ιδιωτική ποινική δίωξη εναντίον του, ο οποίος όμως στη συνέχεια τους δέχθηκε με φιλικό πνεύμα δηλώνοντάς τους ότι είχε παραπληροφορηθεί σε σχέση με τον χαρακτήρα τους. Υποστηρίζει ότι αναγνωρίζοντας την προσφορά του ο Αρχηγός Αστυνομίας, τρία χρόνια μετά την πρόσληψη του, του είχε απονέμει επίσημο έπαινο. Το 2008 του απονεμήθηκε επίσημος έπαινος για τον ζήλο και επαγγελματισμό που υπέδειξε, ενώ το 2015 του απονεμήθηκε το Μετάλλιο Ευδόκιμης Υπηρεσίας. Κατέγραψε τη θέση ότι για δύο και πλέον χρόνια, άδικα και με εμπάθεια, ασκήθηκε εναντίον του από την ηγεσία της Αστυνομίας συνεχής λίβελος καθώς και δυσφήμιση και παρά την αθώωσή του, διασύρθηκε άδικα, εξευτελίστηκε, στιγματίστηκε και εκτέθηκε στα μάτια της κοινής γνώμης, των συναδέλφων και των προϊσταμένων του. Παράλληλα, πλήγηκε ανεπανόρθωτα η επαγγελματική του θέση και ανέλιξη, η καλή φήμη και το όνομα του, η υπόληψη και η υπόστασή του ως ατόμου με αποτέλεσμα την απομάκρυνση του από τον χώρο που ζει και εργάζεται. Αποτέλεσμα της ταλαιπωρίας του ήταν, σε ηλικία 32 ετών, να κλονιστεί η υγεία του και να υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο στις 23/08/
  7. Για όλη αυτή την ταλαιπωρία του αξιώνει την καταβολή αποζημιώσεων. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο του κατηγορητηρίου και της απόφασης στην Ποιν. Υπ. 4881/11, ως Τεκμήριο 2 κατηγορητήριο και απόφαση στην Ποιν. Υπ. 14885/11, ως Τεκμήριο 3 κατηγορητήριο και απόφαση στην Ποιν. Υπ. 39296/11, ως Τεκμήριο 4 κατηγορητήριο και απόφαση στην Ποιν. Υπ. 8052/09, ως Τεκμήριο 5 έντυπα που αφορούν τις πειθαρχικές διαδικασίες 1/11, 2/11 και 4/12, ως Τεκμήριο 6 το έγγραφο διαθεσιμότητας, ως Τεκμήριο 7 την απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου στην Έφεση 2/11, ως Τεκμήριο 8 την απόφαση στην Πειθαρχική Υπ. 4/12, ως Τεκμήριο 9 την απόφαση στην Προσφυγή Αρ. 737/12, ως Τεκμήριο 10 δέσμη εγγράφων που αφορούν τους επίσημους επαίνους που έλαβε, ως Τεκμήριο 11 φωτοτυπία ιατρικών εκθέσεων και ως Τεκμήριο 12 δέσμη αποδείξεων που αφορούν τα έξοδα του δικηγόρου του για την εκπροσώπησή του στις δικαστικές διαδικασίες. Αντεξετασθείς ισχυρίστηκε ότι κατείχε τη θέση ειδικού Αστυφύλακα πριν το 2003 και για 20 και πλέον χρόνια ήταν υπόδειγμα συμπεριφοράς. Είχε εργαστεί σε διάφορους αστυνομικούς σταθμούς στην ύπαιθρο, καθώς και σταθμούς πόλεως πριν την ένταξη του στην ΜΑΑΔ και την ΥΚΑΝ. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν δεσμεύεται από την άποψη του Αρχηγού Αστυνομίας στην καταχώρηση ποινικών υποθέσεων και ότι τον τελικό λόγο τον έχει το Δικαστήριο. Υποστήριξε ότι η Υπόθεση Αρ. 8052/09, η οποία αφορούσε την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, καταχωρίστηκε μετά από 5 χρόνια από την διάπραξη του αδικήματος και αυτό, κατά τη δική του άποψη, δείχνει ότι έψαχναν να βρουν κάτι εναντίον του. Σε ερώτηση που του τέθηκε εξέφρασε την άποψη ότι ένιωθε ότι ήταν υπό συνεχή παρακολούθηση και ότι οι μάρτυρες στις ποινικές υποθέσεις που καταχωρίστηκαν, λάμβαναν τηλεφωνήματα ακόμα και από τον ίδιο τον Αρχηγό Αστυνομίας σε σχέση με τη μαρτυρία τους. Παραδέχθηκε ότι σε σχέση με την Πειθαρχική Υπ. 2/11 δεν είχε καταχωριστεί οποιαδήποτε ποινική διαδικασία. Προώθησε τη θέση ότι κατηγορήθηκε πολλές φορές και ότι αθωώθηκε άλλες τόσες και ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας τηλεφωνούσε σε δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποσκάπτοντας τον χαρακτήρα του. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι πλήρωσε πρόστιμο ύψους €150 σε σχέση με ένα δυστύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί στην Λάρνακα οδηγώντας ένα αυτοκίνητο υπό δοκιμή. Επίσης, παραδέχθηκε ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο δεν ήταν εγγεγραμμένο και ότι είχε πινακίδες «ΔΟΚΙΜΗ», οι οποίες είχαν τοποθετηθεί από τον πωλητή, δεν είχαν πληρωθεί και ήταν ληγμένες για περισσότερο από 6 μήνες. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι η υπόθεση του 2011 αφορούσε τροχαίο ατύχημα σε διασταύρωση, το οποίο μπορεί να συμβεί στον καθένα μας. Προώθησε τη θέση ότι το παράπονο του στρέφεται προς τον τέως Αρχηγό Αστυνομίας, ο οποίος μπορεί να είχε ή και να μην είχε μερίδιο ευθύνης σε όλη αυτή τη διαδικασία, αλλά από ό,τι κατάλαβε ο ίδιος, ήταν θύμα παραπληροφόρησης από τρίτα πρόσωπα. Ερωτηθείς για τις πειθαρχικές διαδικασίες εναντίον του εξήγησε ότι αφορούσαν την άσκηση δεύτερου επαγγέλματος. Παραδέχθηκε ότι είχε αντιμετωπίσει τόσο πειθαρχικές καθώς και ποινικές υποθέσεις ακόμη και πριν τη θητεία του κ. Παπαγεωργίου ως Αρχηγού της Αστυνομίας. Δήλωσε ότι παρόλο που κοινοποιούσε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο τις αποφάσεις του Δικαστηρίου, το Συμβούλιο τον έκρινε ένοχο. Παραδέχθηκε ότι αντιμετώπισε και το 2006 πειθαρχικές υποθέσεις και ότι το 2021 καταχωρίστηκε εναντίον του άλλη ποινική υπόθεση για την οποία εξέφρασε την πεποίθηση ότι θα αθωωθεί. Σε ερώτηση που του τέθηκε παραδέχθηκε ότι η αγωγή που είχε καταχωρίσει το 2008 για κακόβουλη δίωξη είχε απορριφθεί. Δέχθηκε ότι η δημοσίευση της διαθεσιμότητας οποιουδήποτε αστυνομικού στις Εβδομαδιαίες Διαταγές της Αστυνομίας εμπίπτει στη διαδικασία που τηρείται στην Αστυνομία. Όμως, προώθησε τη θέση ότι, κάθε φορά που τίθετο σε διαθεσιμότητα του τηλεφωνούσαν συνάδελφοί του για να τον ρωτήσουν τι είχε συμβεί, με αποτέλεσμα να χάνει τον ύπνο του, να προκληθεί βλάβη στην υγεία του και να χρειάζεται χάπια για να ρυθμίσει την αρτηριακή του πίεση και τους παλμούς του. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Μάμα Προκόπη, Μ.Ε.2, ο οποίος παράθεσε τη θέση του σε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
  8. Είναι η θέση του ότι κατά τον χρόνο εξέλιξης των συγκεκριμένων γεγονότων ο ίδιος υπηρετούσε στην Αεροπορική Πτέρυγα της Αστυνομίας και ο τότε Αρχηγός της Αστυνομίας είχε ξεκινήσει ένα πραγματικό πόλεμο τόσο εναντίον του Ενάγοντα αλλά και του ίδιου. Το 2011 ο τότε Αρχηγός Αστυνομίας διέταξε την πειθαρχική δίωξη τόσο του ίδιου καθώς και του Ενάγοντα σχετικά με επεισόδιο που έλαβε χώρα σε νυχτερινό κατάλυμα στην Λάρνακα, Πειθαρχική Υπ.2/
  9. Ο ίδιος διαπίστωσε ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας είχε πιέσει τον ιδιοκτήτη του νυχτερινού καταλύματος για να καταθέσει ψέματα ότι τον είχε δει να ανασέρνει πιστόλι και να απειλεί πολίτες. Οι ίδιοι κατέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο για την παράταση της διαθεσιμότητάς τους και παρά το γεγονός ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως παράνομη την απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας να παρατείνει τη διαθεσιμότητα και των δύο τους, ο Αρχηγός Αστυνομίας συνέχισε να ζητά την παράταση της. Οι εφημερίδες, κατά τον δεδομένο χρόνο, με επικριτικά άρθρα και σχόλια επέκριναν τότε έντονα τον Αρχηγό Αστυνομίας για την παρέμβαση στο έργο του Δικαστηρίου και γενικά για τον πόλεμο που έκανε τόσο στον ίδιο, όσο και στον Ενάγοντα, αλλά και για την εμπάθεια που έτρεφε στα πρόσωπά τους. Και οι δύο τους ζητούσαν επιστάμενα συνάντηση με τον τότε Αρχηγό Αστυνομίας και όταν τους δέχθηκε, προς έκπληξή τους, ήταν πολύ εγκάρδιος μαζί τους και τους ζήτησε την βοήθειά τους για πάταξη του εγκλήματος. Στη συγκεκριμένη συνάντηση ο τότε Αρχηγός τους ανέφερε ότι κάποιοι τον είχαν παραπληροφορήσει για τον χαρακτήρα τους και ο ίδιος το θυμόταν αυτό γιατί του είχε κάνει εντύπωση. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι στη γραπτή του δήλωση αναφερόταν στην Πειθαρχική Υπ. 2/11 και παραδέχθηκε ότι σε σχέση με εκείνη την πειθαρχική υπόθεση δεν είχε καταχωριστεί οποιαδήποτε ποινική υπόθεση. Όταν ρωτήθηκε γιατί ο Αρχηγός Αστυνομίας έτρεφε εμπάθεια στο πρόσωπο του ίδιου και του Ενάγοντα, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τον λόγο. Η πλευρά του Εναγόμενου επέλεξε να μην προσκομίσει μαρτυρία. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δύο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με υποβοηθητικές για το Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και τις εισηγήσεις που προβάλλονται στις δύο γραπτές αγορεύσεις και θα αναφερθεί σε αυτά όπου το κρίνει απαραίτητο. Στην αγόρευσή του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα, προώθησε τη θέση ότι έχουν αποδειχθεί, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, τα στοιχεία της κακόβουλης δίωξης όπως περιγράφεται στο άρθρο 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Παρέπεμψε σε σωρεία αποφάσεων, τόσο των πρωτόδικων Δικαστηρίων καθώς και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προς υποστήριξη των εισηγήσεών του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Γενικού Εισαγγελέα με αναφορά σε αποφάσεις τόσο των πρωτόδικων Δικαστηρίων, του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και των Αγγλικών Δικαστηρίων, εισηγήθηκε ότι απουσιάζει παντελώς μαρτυρία που να αφορά το απαιτούμενο στοιχείο της κακοβουλίας. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι δεν εξειδικεύθηκε η επικαλούμενη ζημιά του Ενάγοντα ούτε στο δικόγραφο, αλλά ούτε και στη μαρτυρία του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295. Δέον να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία όπως παρατίθεται, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαΐδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1060, «εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε». Καθηκόντως προκύπτει ότι η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί, σε γενικές γραμμές, στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (βλ. μεταξύ άλλων Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166, C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1273). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή τους δύο μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως. Αξιολόγησε τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, καθοδηγούμενο από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα, Μ.Ε.1, δεν μπορεί παρά να διαπιστωθεί ότι διακατέχετο από σύγχυση αφού ανέπτυξε θέσεις που αφορούν την Υπόθεση Αρ. 8052/09 για την οποία δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός στο Κλητήριο Ένταλμα. Στο Κλητήριο Ένταλμα απαριθμούνται οι υποθέσεις και καταγράφεται η Υπόθεση Αρ.14881/11 Ε. Δ. Λάρνακας για την οποία δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης ή στη μαρτυρία του Ενάγοντα. Επίσης καταγράφεται η Υπόθεση Αρ. 14881/11 Ε. Δ. Αμμοχώστου πλην όμως καταχώρισε, ως Τεκμήριο 1, το κατηγορητήριο της Υπόθεσης Αρ. 4881/11 του Ε. Δ. Αμμοχώστου. Εξέφρασε σοβαρούς ισχυρισμούς που αφορούν στο πρόσωπο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου τους οποίους άφησε ατεκμηρίωτους. Επιπρόσθετα, διαπιστώθηκαν αντιφάσεις στη μαρτυρία του. Συγκεκριμένα, ενώ δηλώνει ότι ο τότε Αρχηγός Αστυνομίας είχε ασκήσει μια εκδικητική πολεμική εναντίον του και μια εμπάθεια στο πρόσωπό του, παράλληλα καταγράφει ότι ο Αρχηγός είχε δεχθεί τον ίδιο και τον Μ.Ε.2 στο γραφείο του με φιλικό πνεύμα. Συνάμα δήλωσε ότι τρία χρόνια μετά την πρόσληψή του, ήτοι το 2006, ο Αρχηγός του είχε απονείμει επίσημο έπαινο και το ίδιο έγινε το 2008 και το 2015. Δεν στέκει στη βάσανο της λογικής ένας Αρχηγός Αστυνομίας που ενεργεί κακόβουλα, ως ο ισχυρισμός του Ενάγοντα, παράλληλα να επαινεί το πρόσωπο το οποίο σκόπιμα θέλει να τιμωρήσει. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι δόθηκε μεγάλη δημοσιότητα από τον Τύπο για τις ποινικές και πειθαρχικές διώξεις του ιδίου, καθώς και του Μ.Ε.2, χωρίς όμως οποιαδήποτε ειδική αναφορά ή την προσκόμιση οποιουδήποτε Τεκμηρίου που να θεμελιώσει τις θέσεις του. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από γενικότητα και αοριστία, ενώ παρέμεινε ατεκμηρίωτη στην ολότητά της με αποτέλεσμα να στερείται παντελώς πειστικότητας και αλήθειας. Ενώ αρχικά ήταν σίγουρος ότι καταδιωκόταν από τον τότε Αρχηγό Αστυνομίας, στη συνέχεια εξέφρασε αμφιβολίες κατά πόσο για την ταλαιπωρία του ευθυνόταν ο τότε Αρχηγός Αστυνομίας. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι «μπορεί να είχε ή να μην είχε μερίδιο ευθύνης σ΄όλη αυτή τη διαδικασία». Γενική και αόριστη κρίνεται και η μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον Ενάγοντα και όχι για να υποβοηθήσει το έργο του Δικαστηρίου. Με πολύ ευκολία ο συγκεκριμένος μάρτυρας ενέπλεξε τα ονόματα προσώπων αχρείαστα. Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε από τα επικριτικά άρθρα στα οποία έκανε αναφορά αφήνοντας τους ισχυρισμούς του μετέωρους. Ο συγκεκριμένος δεν ανέφερε οτιδήποτε για τον ψυχικό ή σωματικό πόνο που προκάλεσε στον Ενάγοντα η όποια κατάσταση. Αναφέρθηκε σε μια πειθαρχική υπόθεση, χωρίς να καθορίσει ποια, την οποία αντιμετώπιζε τόσο ο ίδιος καθώς και ο Ενάγοντας και για την οποία ο Ενάγοντας δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία. Αντικρουόμενη ήταν και η δική του μαρτυρία αναφορικά με τη συνάντηση με τον Αρχηγό Αστυνομίας αφού ισχυρίστηκε ότι ήταν πολύ εγκάρδιος μαζί τους και τους ζήτησε την βοήθειά τους. Δεν χωρεί στη λογική από τη μια να ισχυρίζεται ότι ο Αρχηγός τους κυνηγούσε και από την άλλη να προωθεί τη θέση ότι τους ζήτησε την βοήθειά τους για πάταξη του εγκλήματος. Η μαρτυρία του κρίνεται αναξιόπιστη και ατεκμηρίωτη και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτή. Προσπάθησαν και οι δύο μάρτυρες να πείσουν το Δικαστήριο ότι η δίωξή τους από τον Εναγόμενο ήταν κακόβουλη και έγινε άνευ λόγου και αιτίας με σκοπό να επιτύχει ο Ενάγοντας στην αγωγή του, χωρίς ωστόσο οι ισχυρισμοί τους να κρίνονται πειστικοί λόγω και του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί. Η απόφαση του Εναγόμενου να μην παρουσιάσει μαρτυρία, δικαιωματική ως ήταν, δεν δικαιολογεί την εξαγωγή δυσμενών συμπερασμάτων εναντίον του, με την συγκεκριμένη επιλογή να μην καθιστά την αξίωση του Ενάγοντα ως αποδειχθείσα αφού εξακολουθεί να βαρύνεται με απόδειξη της υπόθεσης του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. μεταξύ άλλων Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Ματσούκα και Άλλου
(2014)1 Α.Α.Δ. 1377, Demchenko και Άλλου v. Nassar
(2007)1(B) Α.Α.Δ. 1342 και Παναγιώτου ν. Ιωάννου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 917). Ως εκ τούτου, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πράγματι είχαν ασκηθεί ποινικές διώξεις εναντίον του Ενάγοντα για διαφορετικά αδικήματα σε διαφορετικές επαρχίες στις οποίες αθωώθηκε για τους λόγους που καταγράφονται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου. Είχε επίσης τεθεί σε διαθεσιμότητα από τις 02/12/2011 μέχρι τις 08/04/2013 για πειθαρχικές υποθέσεις οι οποίες αφορούσαν διάφορα πειθαρχικά αδικήματα, κατά κύριο λόγο ανάρμοστης συμπεριφοράς, τα οποία κατ' ισχυρισμό είχε διαπράξει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι ισχυρισμοί οι οποίοι απλώς κατεγράφησαν χωρίς να εξειδικευθούν και ακολούθως αναπτύχθηκαν εκτενώς στην γραπτή αγόρευση του Ενάγοντα, θα αγνοηθούν. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με τα δικόγραφα «επιδιώκεται ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ο καθορισμός της βάσης της ακρόασης της υπόθεσης και ο αποκλεισμός αιφνιδιασμού του αντιδίκου» (βλ. μεταξύ άλλων, Μάγος κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κάθηκα Πολ. Έφεση 256/13 ημερ. 22/04/2020 και Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Από τα Τεκμήρια που κατέθεσε ο Ενάγοντας προκύπτει ότι πράγματι είχαν καταχωριστεί εναντίον του κατηγορητήρια, στις υποθέσεις 4881/11 και όχι 14881/11 ως καταγράφεται στο Κλητήριο Ένταλμα και στην Έκθεση Απαίτησης, 14885/11 και 39296/11, Τεκμήρια 1, 2 και 3, στις οποίες υποθέσεις αθωώθηκε για τους λόγους που παρατίθενται στις συγκεκριμένες αποφάσεις. Αυτά τα δεδομένα είναι παραδεκτά και από τις δύο πλευρές. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι αν από τα Τεκμήρια και τη μαρτυρία έχει αποδειχθεί ότι οι συγκεκριμένες ποινικές διώξεις συνιστούν κακόβουλες διώξεις. Οι σχετικές αρχές που αφορούν το αδίκημα της κακόβουλης δίωξης, δυνάμει του άρθρου 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, οι οποίες έχουν υιοθετηθεί από τη νομολογία και παρατίθενται στις αποφάσεις, μεταξύ άλλων, Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50 και Φωτίου ν. Ζένιου Πολ. Εφ. 31/2009 ημερ. 10/07/2018 και πιο πρόσφατα Γεωργιάδης ν. Γενικού Εισαγγελέα Πολ. Εφ.41/1010 ημερ. 11/10/2021, είναι ότι ο ενάγοντας έχει το καθήκον να αποδείξει: « 1. Έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντα. Για την έννοια του όρου "ποινική δίωξη", σε συνάρτηση με την κακόβουλη δίωξη, βλ. Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50,
  1. Λήξη της ποινικής δίωξης υπέρ του ενάγοντα,
  2. Έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας
  3. Κακοβουλία και
  4. Ζημιά στον ενάγοντα συνεπεία της δίωξης.». (Βλ. επίσης Αντωνίου ν. Ευθυμίου Πολ. Εφ.72/2013 ημερ. 05/06/2019, Πίτσιλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, Τσίβικου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά. Πολ. Εφ. 350/2011 ημερ. 29/05/2018 και Αντωνίου ν. Ευθυμίου Πολ. Εφ. 72/13 ημερ. 05/06/2019). Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22 εκδ., παρά.16 -12, σελ. 1173 διαβάζονται τα ακόλουθα: « Essentials of the tort of malicious prosecution In an action for malicious prosecution the claimant must show first that he was prosecuted by the defendant, that is to say, that the law was set in motion against him by the defendant on a criminal charge or, now, via civil proceedings; secondly, that the prosecution was determined in his favour; thirdly, that it was without reasonable and probable cause; fourthly, that it was malicious. The onus of proving every one of these is on the claimant. Evidence of malice of whatever degree cannot be invoked to dispense with or diminish the need to establish separately each of the first three element of the tort. » Ως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δίωξης σημαίνει ότι με τις άμεσες ενέργειες του συγκεκριμένου εναγόμενου, οι οποίες δεν μπορούν να συνίστανται απλά σε καταγγελία στην Αστυνομία, κινήθηκε η διαδικασία του Νόμου για ποινική δίωξη του ενάγοντα (βλ. Αντωνίου ανωτέρω και Κλεάνθους ν. Μιλτιάδους
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1111). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο αδίκημα δεν εφαρμόζεται σε πολιτικές διαδικασίες ή πειθαρχικές διώξεις (βλ. Αριστοδήμου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)1 Α.Α.Δ. 728 και Κλεάνθους ανωτέρω). Όταν η αγωγή στρέφεται εναντίον της Δημοκρατίας, για να πετύχει ο ενάγοντας στην αγωγή του θα πρέπει να αποδείξει τη διάπραξη του αδικήματος από υπάλληλο ή όργανο της Δημοκρατίας κατά την εκτέλεση ή κατ' επίκληση της άσκησης των καθηκόντων του, έτσι ώστε να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 172 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις οποίες η Δημοκρατία ευθύνεται για κάθε ζημιογόνο, άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή αρχών της, στην άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση άσκησης των καθηκόντων τους (βλ. Πίτσιλλος και Τσιβίκου ανωτέρω). Ο ισχυρισμός του Ενάγοντα είναι ότι όλες οι ποινικές διώξεις που αντιμετώπισε υποκινήθηκαν από τον τότε Αρχηγό Αστυνομίας, Μ.Π.. Ως έχει προλεχθεί, είναι γεγονός ότι ο Ενάγοντας είχε αντιμετωπίσει τρείς ποινικές διώξεις οι οποίες είχαν καταχωριστεί από την Αστυνομία, ως είναι επίσης παραδεκτό ότι αθωώθηκε και στις τρείς. Να σημειωθεί ότι γίνεται αναφορά σε τρείς, λόγω του ότι η Υπόθεση Αρ. 8052/09 δεν συμπεριλαμβάνεται στο Κλητήριο Ένταλμα ή στην Έκθεση Απαίτησης. Οπόταν, πράγματι κινήθηκε η διαδικασία του Νόμου για ποινική δίωξη του Ενάγοντα. Το ερώτημα που εγείρεται είναι αν με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε μπορεί να αποδειχθεί το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης, αφού πρέπει να αποδειχθεί ο ισχυρισμός πως οι συγκεκριμένες ποινικές διώξεις ξεκίνησαν χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία, ήτοι κακόβουλα και κατά πόσο αυτές προκάλεσαν στον Ενάγοντα ζημιά. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22 εκδ., παρά.16-33 γίνεται αναφορά στο τι απαιτείται να αποδειχθεί από τον Ενάγοντα και καταγράφονται τα ακόλουθα: «.. Claimant has, in the first place, to give some evidence tending to establish an absence of reasonable and probable cause which is operating on the mind of the Defendant. To do this the Claimant must identify the circumstances in which the prosecution was instituted. It is not enough to prove the real facts established no criminal liability against him, unless it also appears that those facts were within the personal knowledge of the Defendant. If they were not, the Claimant must show the nature of the information on which the Defendant acted, which is sometimes done by putting in the depositions which were before the magistrate. ». Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης Moulton v. Chief Constable of the West Midlands [2010] EWCA Civ. 524, στην οποία επεξηγείται το τεστ το οποίο πρέπει να ικανοποιηθεί πριν αποδειχθεί το συστατικό της κακοβουλίας. Γίνεται αναφορά στο σχετικό απόσπασμα: « .the test requires a finding as to the subjective state of mind of, in most cases, the police officer responsible (i.e. no honest belief) and the objective consideration of the adequacy of the evidence (i.e. the circumstances are such that they would lead an ordinary prudent man to believe in the charge).». Σύμφωνα με τη νομολογία, το στοιχείο της κακοβουλίας συνίσταται σε «...ποινική δίωξη που γίνεται πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Η κακοβουλία περιέχει το στοιχείο του ελατηρίου για ποινική δίωξη ενάγοντα, όταν δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας. Η κακοβουλία υπάρχει όταν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία κατήγορου δεν είναι η προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης.» (βλ. Πίτσιλλος και Αντωνίου ανωτέρω). Ως έχει επεξηγηθεί διαχρονικά από τη νομολογία, κακόβουλη πρόθεση του κατηγόρου υφίσταται όταν το κίνητρό του είναι παράνομο ή ανεπίτρεπτο ή, εν πάση περιπτώσει, είναι άλλο από την έντιμη και γνήσια επιθυμία για την τιμωρία του αδικοπραγήσαντος και την προάσπιση του δικαίου. Η κακοβουλία προϋποθέτει την ύπαρξη ενός απρεπούς, ανάρμοστου κινήτρου. Σχετική είναι και η παρά.19.10 από το σύγγραμμα Winfield and Jolowicz on Tort, 16 εκδ.. Εύλογη και πιθανή αιτία για την δίωξη συγκεκριμένου προσώπου υφίσταται όταν ο κατήγορος, βασιζόμενος σε συγκεκριμένους λόγους, εντίμως πιστεύει ότι ο ενάγων ευθύνεται για την συγκεκριμένη αδικοπραξία. Αρκεί η πεποίθηση του κατηγόρου ότι η υπόθεση εναντίον του ενάγοντος είναι κατάλληλη για να εκδικαστεί (βλ. Winfield and Jolowicz on Tort, (ανωτέρω), παρα. 19.7 έως και 19.9). Το ζήτημα της απουσίας εύλογης και πιθανής αιτίας για τη δίωξη, περιλαμβάνει την απόδειξη ενός αρνητικού ουσιαστικά στοιχείου, το οποίο δεν εξαρτάται από τo ποια είναι τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα, αλλά από το ποια ήταν τα γεγονότα που είχε ή όφειλε να έχει ο εναγόμενος - κατήγορος στο μυαλό του κατά τον χρόνο της δίωξης, ήτοι το κατά πόσο οι πληροφορίες και η πεποίθηση που είχε τότε κατά νου ο τελευταίος καταδεικνύουν ότι αυτός είχε ή δεν είχε τότε ειλικρινή πίστη για την πιθανότητα ενοχής του ενάγοντα - κατηγορουμένου στις κατηγορίες που του πρόσαπτε. Για το θέμα της ειλικρινούς πίστης του κατηγόρου, δεν χρειάζεται να υπάρχει, κατά τον χρόνο της δίωξης, θετική πίστη του τελευταίου για την ενοχή του ενάγοντα - κατηγορούμενου αλλά είναι αρκετό να υπάρχει μόνο εύλογη πίστη στο δικαίωμα για τη δίωξη ή στο βάσιμο αυτής. Διαπιστώνεται ότι στην Υπόθεση Αρ.39296/11, την οποία ο Ενάγοντας επικαλείται για να υποδείξει κακοβουλία, αντιμετώπιζε την κατηγορία ότι απέκρυψε ουσιώδη πληροφορία και ο ίδιος προώθησε την υπερασπιστική γραμμή, ως προκύπτει από το κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου, ότι ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής σύγχυσε το μικρό όνομα του ασφαλιζόμενου προσώπου, Τεκμήριο 3 σελίδα 65 της απόφασης, με το δικό του. Οπόταν δεν διαπιστώνεται κακοβουλία στην καταχώριση της συγκεκριμένης δίωξης. Όσον αφορά την Υπόθεση Αρ. 4881/11 προκύπτει ότι είχε υποβληθεί γραπτό παράπονο από πολίτη, ήτοι τον Χ.Κ, το οποίο διερευνήθηκε και η υπόθεση οδηγήθηκε στο Δικαστήριο, κατ΄ακολουθία δεν μπορεί να αποδοθεί κακοβουλία στην Αστυνομία ή στον Αρχηγό Αστυνομίας, ο οποίος προΐσταται του Αστυνομικού Σώματος. Τα ίδια μπορούν να λεχθούν και σε σχέση με την Υπόθεση Αρ.14885/11 η οποία προέκυψε από καταγγελία και πάλι πολίτη, ήτοι του Χ.Κ. Ως έχει νομολογηθεί το βάρος απόδειξης που φέρει ο ενάγοντας να αποδείξει την υπόθεσή του σε υπόθεση κακόβουλης δίωξης είναι τεράστιο. Ερωτηθείς για το ζήτημα της κακοβουλίας του Αρχηγού Αστυνομίας και της απουσίας εύλογης και πιθανής αιτίας για την δίωξή του, ο Ενάγοντας δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό στο Δικαστήριο, αντίθετα ανέφερε ότι σε συνομιλία που είχε με τον Αρχηγό Αστυνομίας του ανέφερε ότι κάποιοι τον είχαν παραπληροφορήσει. Η συγκεκριμένη θέση παρέμεινε μετέωρη. Εν πάση περιπτώσει, απουσιάζουν παντελώς από την προσκομισθείσα μαρτυρία τέτοια στοιχεία τα οποία τείνουν να καταδείξουν πως ο Εναγόμενος, αποφασίζοντας την καταχώριση και τη συνέχιση των ποινικών διώξεων, δεν επιδίωκε εντίμως την τιμωρία του Ενάγοντα και ούτε υπήρχε στο μυαλό των Αστυνομικών Αρχών και κατ' επέκταση του Εναγομένου η έντιμη και ειλικρινής πεποίθηση πως ο Ενάγοντας είναι ένοχος. Δεν αποκαλύφθηκαν από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα Τεκμήρια αλλότρια κίνητρα ή σκοπός εκ μέρους του Εναγόμενου. Το κατά πόσο η κρίση του Εναγομένου να προχωρήσει σε ποινικές διώξεις με το μαρτυρικό υλικό το οποίο κατείχε ήταν ορθή ή το πώς κρίθηκε από το εκδικάζων Δικαστήριο το μαρτυρικό υλικό, δεν αποτελούν ζητήματα τα οποία εξετάζονται και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποδώσουν στον Εναγόμενο το στοιχείο της «κακοβουλίας». Σύμφωνα με την απόφαση Γεωργιάδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) τα στοιχεία της κακόβουλης πρόθεσης και της έλλειψης εύλογης και πιθανής αιτίας, είναι ξεχωριστά στοιχεία τα οποία πρέπει να συνυπάρχουν. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την συγκεκριμένη απόφαση: « Για να επιτύχει ο Ενάγοντας στο στοιχείο αυτό θα πρέπει να αποδείξει: (α) Ότι ο Εναγόμενος δεν πίστευε ότι ο Ενάγοντας πιθανώς (probably) να είναι ένοχος της κατηγορίας. Θα πρέπει δε ο Ενάγοντας να προσκομίσει μαρτυρία για κάποια γεγονότα επί των οποίων θα μπορούσε να συναχθεί ότι ο Εναγόμενος δεν πίστευε στην ενοχή του. (β) Ότι ένα μέσο, συνετό και προσεκτικό (ordinary prudent and cautious) άτομο δεν θα κατέληγε υπό των φως των γεγονότων που ειλικρινά πίστευε ότι ο Ενάγοντας ήταν πιθανώς ένοχος.». Στην αγγλική απόφαση Willers v. Joyce [2016] UKSC 43 σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Malice and absence of reasonable and probable cause, are two separate requirements. » . Δέον να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης δεν εφαρμόζεται σε πειθαρχικές διώξεις οπόταν οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα που αφορούν τις πειθαρχικές διώξεις δεν μπορούν να αποδείξουν το συγκεκριμένο αδίκημα, αλλά ούτε και μπορούν να ενισχύσουν με οποιοδήποτε τρόπο την μαρτυρία του σε σχέση με την κακοβουλία (βλ. μεταξύ άλλων Αριστοδήμου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 728). Στην Αγγλική υπόθεση Glinski v. McIver
(1962)1 All E.R. 696, η φράση «εύλογη ή πιθανή αιτία» ερμηνεύθηκε ως εξής: « This makes it necessary to consider just what is meant by reasonable and probable cause. It means that there must be cause (that is, sufficient grounds; I shall hereafter in my speech not always repeat the adjectives "reasonable" and "probable") for thinking that the plaintiff was probably guilty of the crime imputed: Hicks v. Faulkner.36 This does not mean that the prosecutor has to believe in the probability of conviction: Dawson v. Vandasseau.37 The prosecutor has not got to test the full strength of the defence; he is concerned only with the question of whether there is a case fit to be tried. As Dixon J. (as he then was) put it, the prosecutor must believe that "the probability of the accused's guilt is such that upon general grounds of justice a charge against him is warranted": Commonwealth Life Assurance Society Ltd. v. Brain.38. » Η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν είναι ικανή να καταδείξει οποιοδήποτε κίνητρο εκ μέρους της Αστυνομίας, αναφορικά με την καταχώριση των ποινικών υποθέσεων εναντίον του, ιδιαίτερα ότι κινήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή υποκινήθηκαν με κακοβουλία. Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα όσα έχει θέσει ενώπιον του ο Ενάγοντας αδυνατεί να προβεί σε κατάληξη περί κακόβουλης δίωξης. Επομένως, συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει τις απαραίτητες προϋποθέσεις, δηλαδή την ανυπαρξία εύλογης αιτίας και την ύπαρξη κακοβουλίας του Εναγόμενου, ως απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης. Ο Ενάγοντας επικαλέστηκε δυσφήμισή του από δημοσιεύματα. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 9η έκδ., σελ. 648, παρ. 262, τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία η Έκθεση Απαίτησης σε αγωγή λιβέλου πρέπει να περιέχει είναι η δημοσίευση από τον εναγόμενο, οι λέξεις που δημοσιεύτηκαν, ότι αυτές αφορούσαν τον ενάγοντα και ότι αυτές είναι δυσφημιστικές. Μάλιστα θα πρέπει να παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης οι ακριβείς λέξεις του δημοσιεύματος και δεν είναι αρκετό να περιγράφεται η ουσία, συνέπεια και αποτέλεσμα αυτών, όπως ακριβώς παρατηρείται στην υπό κρίση περίπτωση. Το μόνο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η γενική αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης σε δημοσιεύματα. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η δικονομική υποχρέωση παράθεσης του ακριβούς κειμένου των δημοσιευμάτων δεν έχει ικανοποιηθεί αφού δεν παρασχέθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Η μη ορθή δικογράφηση αυτής της βάσης αγωγής στερεί από τον Ενάγοντα το δικαίωμα προώθησης της. Ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης διαπίστωσης και για σκοπούς πληρότητας, ούτε και επί της ουσίας θα αποδεικνύετο αυτή η βάση αγωγής αφού δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας. Οι Εβδομαδιαίες Διαταγές της Αστυνομίας, οι Αστυνομικές Ανακοινώσεις και τα Αστυνομικά Δελτία στα οποία ο Ενάγοντας αναφέρθηκε, ειρήσθω εν παρόδω, δεν τέθηκαν καθόλου ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις καθιστούν αχρείαστη τη συζήτηση περί της ζημίας του Ενάγοντα, αφού δεν αποδείχθηκε με πειστική μαρτυρία ότι δικαιούται στην επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού ως αποζημίωση. Ο Ενάγοντας επίσης έχει αποτύχει να αποδείξει την οποιαδήποτε ζημιά στη φήμη και υπόληψη του εφόσον με την προσαχθείσα μαρτυρία δεν έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο. Αντιθέτως φαίνεται να έλαβε και επαίνους μετά την λήξη των συγκεκριμένων ποινικών διώξεων. Όμως, για σκοπούς πληρότητας, το Δικαστήριο καταγράφει ότι σε περίπτωση που ήθελε ικανοποιηθεί περί της κακόβουλης δίωξης του Ενάγοντα, η βάση αυτή, ήτοι της πρόκλησης ζημιάς, θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία καθότι ο Ενάγοντας δεν απέδειξε οποιαδήποτε ζημιά. Ισχυρίστηκε, ο Ενάγοντας, ιατρικά προβλήματα τα οποία ήταν απότοκο της κακόβουλης δίωξής του. Δεν προσκομίστηκε ιατρική μαρτυρία προς απόδειξη της ιατρικής του κατάστασης. Κατατέθηκε το Τεκμήριο 11, η δέσμη ιατρικών πιστοποιητικών, τα οποία συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία αφού δεν προσήλθαν οι συντάξαντές τους να τα υποστηρίξουν. Η όποια ιατρική κατάσταση του Ενάγοντα δεν συνδέθηκε με τις κατ΄ ισχυρισμό κακόβουλες διώξεις. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να λάβει υπόψη το περιεχόμενό τους. Την μόνη ζημιά που θα απέδιδε το Δικαστήριο, αν αποδεικνύετο η αξίωση της αγωγής, είναι το ποσό που ο Ενάγοντας κατέβαλε ως δικηγορικά έξοδα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.