DOMOPOLI DEVELOPERS LTD ν. Λεωνίδα Χατζηχριστοδούλου κ.α., Αρ. Αγωγής:1485/13, 25/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1485/13 Μεταξύ: DOMOPOLI DEVELOPERS LTD Ενάγουσα και
- Λεωνίδα Χατζηχριστοδούλου,
- Γεωργία Μίτσιγγα,
- Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Εναγόμενοι ------------------------------- Ημερομηνία: 25 Οκτωβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Ν. Θεοδώρου για Νικόλας Θεοδώρου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 3: κ. Σ. Βασιλειάδης για Α. Καρύδης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία αξιώνει την καταβολή γενικών και ειδικών αποζημιώσεων για δόλο ή/και απάτη ή/και ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις ή/και συνωμοσία ή/και συμπαιγνία που διαπράχθηκε από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 με σκοπό την καταδολίευσή της. Ζητά την καταβολή του ποσού των €220.836,74 με τόκο 12.25% από 14/12/
- Παράλληλα, αξιώνεται η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να δηλώνεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι παράνομοι επεμβασίες, να διατάσσονται όπως τερματίσουν την κατοχή ή/και την χρήση του συγκεκριμένου διαμερίσματος, αλλά και να διατάσσονται όπως καταβάλουν αποζημιώσεις για τις προκληθείσες ζημιές και τα ενδιάμεσα οφέλη. Τέλος, ζητείται διάταγμα που να διατάσσει την απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου με αριθμό ΠΩΕ1895/08 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. Στην Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα Εταιρεία καταγράφει ότι κατά τον επίδικο χρόνο ασχολείτο με την ανάπτυξη, αξιοποίηση και αγοραπωλησία ακίνητης ιδιοκτησίας. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 12/06/2008, είχαν αγοράσει από την Ενάγουσα το διαμέρισμα με αριθμό 202, στο συγκρότημα διαμερισμάτων με την ονομασία [ ] 63, στο Γέρι, για το ποσό των €170.
- Το ποσό των €138.688 θα καταβάλλετο με την υπογραφή της Συμφωνίας και το υπόλοιπο, εκ €32.172, με την παράδοση. Μεταξύ των όρων της συμφωνίας πώλησης ήταν ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα είχαν δικαίωμα για κάθε δόση πληρωμής του τιμήματος πώλησης να ζητήσουν από την Ενάγουσα την έκδοση τραπεζικής εγγύησης ίσης προς το ποσό εκάστης δόσης πληρωμής. Η εκδοθείσα τραπεζική εγγύηση θα ανανεωνόταν με τους ίδιους όρους μέχρι την τελική έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα και τα έξοδα έκδοσης της ή/και ανανέωσής της θα τα επωμίζονταν οι Εναγόμενοι 1 και 2 για τα πρώτα 2 έτη και ακολούθως η Ενάγουσα. Η εκδοθείσα τραπεζική εγγύηση θα ίσχυε μέχρι την έκδοση ανεξάρτητου τίτλου για το διαμέρισμα και δεν θα ρευστοποιείτο από την Εναγόμενη 3, η οποία δεν είχε δικαίωμα είσπραξης του ποσού. Στις 03/06/2008 εκδόθηκε και παραδόθηκε από την Ενάγουσα ή/και από την Τράπεζά της προς την Εναγόμενη 3 εγγυητική επιστολή για το ποσό των €136.688,11 με ισχύ για 1 έτος, ήτοι μέχρι τις 03/06/
- Η συγκεκριμένη εγγυητική επιστολή εκδόθηκε σε τυποποιημένο τύπο και εμπεριείχε τους όρους που, κατά τον δεδομένο χρόνο, χρησιμοποιούσαν τα κυπριακά τραπεζικά ιδρύματα. Στις 15/07/2008 η Ενάγουσα σε συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις της, ως αυτές προέκυπταν από το πωλητήριο έγγραφο, παρέδωσε την κατοχή και τη χρήση του διαμερίσματος στους Εναγόμενους 1 και 2 και εισέπραξε το συνολικό ποσό των €170.860 προς εξόφληση του τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος. Στις 28/07/2008, μετά από παράκληση των Εναγομένων 1, 2 και 3, η Ενάγουσα τροποποίησε το ποσό της εγγυητικής επιστολής, κατά €34.172,30, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό της εγγυητικής επιστολής να ανέρχεται στο ποσό των €170.860,
- Το συγκεκριμένο ποσό υπέρβαινε το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος ή/και το ποσό της δανειοδότησης των Εναγόμενων 1 και 2 από την Εναγόμενη
- Η Ενάγουσα προχώρησε στη συγκεκριμένη τροποποίηση της εγγυητικής επιστολής στηριζόμενη σε διαβεβαιώσεις ή/και παραστάσεις στις οποίες προέβησαν από κοινού ή ξεχωριστά οι Εναγόμενοι 1 ή/και 2 ή/και
- Συγκεκριμένα, διαβεβαιώθηκε ότι, η εγγυητική επιστολή θα εκδίδετο και θα παραδίδετο προς την Εναγόμενη 3 έτσι ώστε οι Εναγόμενοι 1 και 2 να λάβουν δάνειο ή/και να συμμορφωθούν προς τους όρους δανείου που είχαν λάβει από την Εναγόμενη 3, ότι η εγγυητική επιστολή θα ανανεωνόταν διαδοχικά μέχρι την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος ή/και μέχρι την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος επ' ονόματι των Εναγόμενων 1 και 2 ή/και υποθήκευση του προς όφελος της Εναγόμενης 3 και ότι θα έπαυε να έχει ισχύ ή/και θα ακυρωνόταν με την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος επ' ονόματι των Εναγόμενων 1 και 2 και της υποθήκευσης υπέρ της Εναγόμενης 3, ότι τα έξοδα έκδοσης ή/και ανανέωσης της τραπεζικής εγγύησης θα τα επωμίζονταν οι Εναγόμενοι 1 και 2 για τα πρώτα 2 έτη και η Ενάγουσα για τα υπόλοιπα και ότι όλοι οι όροι του πωλητηρίου εγγράφου θα αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της εγγυητικής επιστολής ενώ η εγγυητική επιστολή δεν καθιστούσε την Ενάγουσα εγγυήτρια της αποπληρωμής του δανείου, το οποίο παραχωρήθηκε από την Εναγόμενη 3 στους Εναγόμενους 1 και
- Διαζευκτικά είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι οι συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις ή/και παραστάσεις αποτελούσαν ρητούς ή/και εξυπακουόμενους όρους συμφωνίας οι οποίοι προέκυπταν από την τραπεζική πρακτική ή/και όρους παράλληλης προφορικής συμφωνίας, ή/και γραπτής επιπρόσθετης συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων 1, 2 και
- Έκτοτε η εγγυητική ανανεωνόταν μέχρι τις 12/11/2012 αδιάλειπτα ή/και διαδοχικά με τους ίδιους όρους και η ημερομηνία λήξης της επεκτεινόταν. Στις 12/11/2012 χωρίς λόγο ή/και παράνομα ή/και κατά παράβαση της συμφωνίας η Εναγόμενη 3 απαίτησε από την Ενάγουσα ή/και από την Τράπεζα της Ενάγουσας την πληρωμή ή/και την ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής, πλέον τους τόκους, ενώ παράλληλα αρνήθηκε την ανανέωση της ή/και την επέκτασή της. Αποτέλεσμα ήταν η Ενάγουσα να καταβάλει το ποσό των €220.836,74 προς την Εναγόμενη 3 και κατ' επέκταση προς όφελος των Εναγόμενων 1 και
- Για το ποσό αυτό η Ενάγουσα χρεώνεται με τόκο ύψους 12.25% από 14/12/
- Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 με δόλο ή/και απάτη ή/και ψευδείς παραστάσεις ή/και κατόπιν συνωμοσίας προς διάπραξη απάτης απέσπασαν από αυτήν το ποσό των €220.836,
- Ως λεπτομέρειες της συνωμοσίας ή/και του δόλου ή/και της απάτης καταγράφει ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 παρέστησαν ή/και διαβεβαίωσαν την Ενάγουσα ότι η εγγυητική επιστολή θα ανανεωνόταν διαδοχικά μέχρι την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος, ότι συνωμότησαν μεταξύ τους όπως η συγκεκριμένη επιστολή εκδοθεί από την Ενάγουσα προς κάλυψη και εγγύηση του τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος αλλά και προς όφελος κάλυψης άλλων οικονομικών υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2 προς την Εναγόμενη 3 και ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 απέσπασαν χρήματα από την Ενάγουσα προβάλλοντας ψευδείς παραστάσεις ότι συνέτρεχαν λόγοι πληρωμής του ποσού δυνάμει της εγγυητικής επιστολής και του πωλητηρίου εγγράφου, ενώ στην πραγματικότητα χρησιμοποίησαν το ποσό για την κάλυψη των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και
- Αποτέλεσμα της συγκεκριμένης απάτης ή/και του δόλου ήταν η Ενάγουσα να απολέσει την κατοχή, χρήση και αξιοποίηση του διαμερίσματος από 15/07/2008 μέχρι σήμερα, οι Εναγόμενοι 1 και 2 να έχουν τη συνεχή κατοχή και χρήση του διαμερίσματος από 15/07/2008 μέχρι και σήμερα, χωρίς στην ουσία να καταβάλουν το τίμημα της αγοράς του διαμερίσματος. Ότι η Εναγόμενη 3 ή/και οι Εναγόμενοι 1 και 2 απέσπασαν από την Ενάγουσα το ποσό των €220.836,74 προς εξόφληση ή/και έναντι των οικονομικών υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2 προς την Εναγόμενη
- Η Ενάγουσα κατέβαλε το συγκεκριμένο ποσό προς την Εναγόμενη 3 χωρίς οποιανδήποτε ανταπόκριση ή αντάλλαγμα ενώ η Εναγόμενη 3, με την καταβολή του συγκεκριμένου ποσού, απέφυγε τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 για μη συμμόρφωση με τους όρους αποπληρωμής του δανείου από τους Εναγόμενους 1 και
- Η υπόθεση εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 τελεσφόρησε με την έκδοση απόφασης στις 15/12/2022, για την καταβολή των ποσών των €30.860 και €49.976,74 ως ειδικές αποζημιώσεις και την επιστροφή του ακινήτου και απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου ΠΩΕ1895/08 από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Στην περίπτωση που οι Εναγόμενοι 1 και 2 συμμορφώνονταν με την επιστροφή του διαμερίσματος και την απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου από το Κτηματολόγιο ολόκληρο το ποσό θα θεωρείτο ως εξοφληθέν. Η υπόθεση παρέμεινε για εκδίκαση μόνο για την Εναγόμενη 3, η οποία στην καταχωρηθείσα Υπεράσπισή της η Εναγόμενη 3 ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν σχετίζεται με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο που έγινε μεταξύ των Εναγόμενων 1 και 2 και της Ενάγουσας Εταιρείας και ότι στις 03/06/2008 έλαβε από την πρώην Λαϊκή Τράπεζα, προς όφελός της, την εγγυητική επιστολή με αριθμό 51757/153/2008 για το ποσό των €136.688,11 πλέον τόκους, με ημερομηνία λήξης τις 03/06/2009, η οποία αφορούσε την εξασφάλιση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος με αριθμό 202, στο συγκρότημα [ ] 63, στην Λευκωσία. Στην εγγυητική υπήρχε ρητός όρος ότι η Τράπεζα αναλάμβανε να πληρώσει το συγκεκριμένο ποσό, πλέον τους τόκους, μόλις γίνει γραπτή απαίτηση του ποσού από την ίδια με συστημένη επιστολή ή παράδοση της επιστολής δια χειρός χωρίς οποιαδήποτε ένσταση από την Ενάγουσα, σύμφωνα και με τους όρους της οι οποίοι είναι καταγεγραμμένοι. Παραδέχεται ότι στις 23/07/2008 παρέλαβε επιστολή από την πρώην Λαϊκή Τράπεζα, σε σχέση με την εγγυητική, ότι το ποσό της εγγυητικής είχε αυξηθεί κατά €34.172.03 και ότι όλοι οι υπόλοιποι όροι είχαν παραμείνει οι ίδιοι. Προωθείται η θέση ότι η εγγυητική επιστολή ήταν ξεκάθαρη και οι όροι της θα έπρεπε να είχαν επεξηγηθεί από την εκδότρια Τράπεζα προς την Ενάγουσα, ενώ αρνείται ότι είχε δώσει οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις στην Ενάγουσα. Η Εναγόμενη 3, σύμφωνα με τους όρους της εγγυητικής, απέστειλε στις 12/11/2012 προς την πρώην Λαϊκή Τράπεζα επιστολή με την οποία απαιτούσε την πληρωμή του ποσού €170.860,14 πλέον τόκους, με επιτόκιο 6,5% διότι η Ενάγουσα δεν είχε ενεγράψει το ακίνητο μέχρι τις 03/11/
- Η συγκεκριμένη εγγυητική ανανεώθηκε εννιά φορές και είχαν περάσει 4 χρόνια από την έκδοση και παραλαβή της, χρονικό διάστημα που ξεπερνά τον εύλογο χρόνο για έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Προωθείται η θέση ότι η Εναγόμενη 3 δεν προέβηκε σε οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις προς την Ενάγουσα, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν είναι πελάτιδά της και ουδέποτε είχε οποιανδήποτε επαφή με αυτήν. Όσον αφορά τα γεγονότα, καταγράφει ότι στις 03/06/2008 η ίδια είχε λάβει τη συγκεκριμένη εγγυητική δυνάμει της οποίας παραχώρησε δάνειο στους Εναγόμενους 1 και
- Η συγκεκριμένη εγγυητική ανανεώθηκε 9 φορές με την τελευταία ημερομηνία δικαιώματος εγγραφής του ακινήτου στους Εναγόμενους 1 και 2 την 03/11/
- Στις 12/11/2012 λόγω του ότι η Ενάγουσα δεν είχε γράψει το ακίνητο στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2, η Εναγόμενη 3 εφάρμοσε τους όρους της εγγυητικής επιστολής και απαίτησε την πληρωμή του ποσού των €220.836,74 πλέον τόκους, με κυμαινόμενο επιτόκιο 6,5% ετησίως. Η Ενάγουσα καταχώρησε την Αγωγή αρ.8409/12 εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας και της Εναγόμενης 3 την οποία στη συνέχεια απέσυρε. Η δική της θέση είναι ότι το νόμιμο δικαίωμα της στην απαίτηση της εγγυητικής προέκυψε από το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν είχε εγγράψει το ακίνητο που καταγράφεται στην εγγυητική ελεύθερο από οποιαδήποτε υποθήκη ή και επιβάρυνση στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2 μέχρι τις 03/11/
- Η Ενάγουσα για να προωθήσει την υπόθεσή της κάλεσε ως μάρτυρα τον διευθυντή της, Πέτρο Πέτρου, Μ.Ε.1, ο οποίος κατάθεσε γραπτή δήλωση στην οποία κατέγραψε τις θέσεις του και η γραπτή του δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι είναι διευθυντής και μέτοχος της Ενάγουσας εταιρείας, η οποία ιδρύθηκε το 1995 και έκτοτε ασχολείται με την αγοραπωλησία και ανάπτυξη ακίνητης ιδιοκτησίας. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στις 11/03/2008, είχαν καταβάλει προκαταβολή ύψους €2.000 για την παρακράτηση του διαμερίσματος στο συγκρότημα [ ]
- Περί τα τέλη Μαΐου του 2008 συμφώνησαν με την Ενάγουσα για την αγορά του συγκεκριμένου διαμερίσματος για το ποσό των €170.
- Το συγκεκριμένο κτηριακό συγκρότημα κατείχε πολεοδομική άδεια η οποία είχε χορηγηθεί στις 30/09/2004, καθώς και άδεια οικοδομής η οποία είχε εκδοθεί στις 23/05/
- Υπογράφτηκε Πωλητήριο έγγραφο, μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 1 και 2, στις 12/06/
- Μεταξύ των όρων ήταν ότι η πρώτη δόση του τιμήματος αγοράς, η οποία ανερχόταν στις €136.866, θα ήταν πληρωτέα κατά την υπογραφή σύμβασης πώλησης και το υπόλοιπο του τιμήματος ύψους €32.172 θα ήταν πληρωτέο με την παράδοση του διαμερίσματος. Το πρωτότυπο πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στις 17/06/2008 και έλαβε αριθμό φακέλου ΠΩΕ 1895/
- Ήταν η συνήθης τραπεζική πρακτική, κατά τον επίδικο χρόνο, σε περιπτώσεις παραχώρησης δανείου για αγορά κατοικίας ή διαμερίσματος για το οποίο δεν είχε εκδοθεί ανεξάρτητος τίτλος ιδιοκτησίας, οι Τράπεζες και οι Συνεργατικές Εταιρείες να δανειοδοτούν την συγκεκριμένη αγορά με την έκδοση τραπεζικής εγγυητικής από πωλητές. Η συγκεκριμένη τραπεζική εγγύηση συντασσόταν σε τυπωμένο έγγραφο, με παρόμοιο περιεχόμενο, από όλα τα πιστωτικά ιδρύματα. Το ποσό για το οποίο παραχωρείτο η εγγύηση, συνήθως, συμβάδιζε με το ποσό της δανειοδότησης, πλέον το ποσοστό του τόκου που προνοείτο στη συμφωνία δανείου μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και του δανειολήπτη ‑ αγοραστή του ακινήτου. Επιπρόσθετα, η Τράπεζα η οποία εξέδιδε την τραπεζική εγγυητική επιστολή εκ μέρους του πωλητή, απαιτούσε από αυτόν να υπάρχει κατάλληλη εξασφάλιση πριν την έκδοση και ανανέωση της τραπεζικής εγγυητικής επιστολής, χρεώνοντας τον πελάτη για τέλη και έξοδα που σχετίζονταν με την έκδοση και ανανέωσή της. Η επικρατούσα πρακτική, τη συγκεκριμένη περίοδο, ήταν ο αγοραστής να επιβαρύνεται με τα τραπεζικά έξοδα για τα πρώτα χρόνια και στη συνέχεια, μέχρι την έκδοση ανεξάρτητου τίτλου ιδιοκτησίας, τα έξοδα να βαραίνουν τον πωλητή. Με την έκδοση ανεξάρτητου τίτλου ιδιοκτησίας το ακίνητο υποθηκευόταν προς όφελος της Τράπεζας ή του Συνεργατικού Ιδρύματος και η πρόθεση ανανέωσης της εγγυητικής τερματιζόταν. Κατά τον επίδικο χρόνο παρατηρείτο καθυστέρηση στην έκδοση ανεξάρτητων τίτλων ιδιοκτησίας, η οποία οφειλόταν στο σύστημα γραφειοκρατίας που επικρατούσε στις αρμόδιες Αρχές που είναι επιφορτισμένες με την έκδοση τίτλων. Είναι σύνηθες φαινόμενο και πρακτική να υπάρχει πρόνοια στις συμβάσεις πωλήσεων ακινήτων ότι η τραπεζική επιστολή θα κλειδωνόταν για περίοδο ενός έτους και θα ανανεωνόταν διαδοχικά μέχρι την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου. Σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 2 η έκδοση τραπεζικής εγγυητικής επιστολής ήταν προϋπόθεση για την παραχώρηση του δανείου από την Εναγόμενη 3 προς αυτούς και ήταν επίσης προϋπόθεση η τραπεζική εγγυητική να παραμένει σε ισχύ μέχρι την έκδοση ανεξάρτητου τίτλου για το διαμέρισμα. Η ίδια η σύμβαση πώλησης προέβλεπε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν το δικαίωμα για το ποσό κάθε δόσης του τιμήματος να ζητήσουν από την Ενάγουσα την έκδοση τραπεζικής εγγυητικής προς το ποσό της εκάστης δόσης. Η συγκεκριμένη εκδοθείσα τραπεζική εγγυητική, σύμφωνα με τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου, θα ανανεωνόταν με τους ίδιους όρους μέχρι την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα, τα έξοδα της έκδοσης και ανανέωσης θα τα επιβαρύνονταν οι Εναγόμενοι 1 και 2 για τα πρώτα δύο έτη και στη συνέχεια η Ενάγουσα. Η εκδοθείσα τραπεζική εγγύηση θα ίσχυε μέχρι την έκδοση ανεξάρτητου τίτλου ιδιοκτησίας και δεν θα ρευστοποιείτο από την Εναγόμενη
- Το προσχέδιο του πωλητηρίου εγγράφου είχε εγκριθεί και από την Εναγόμενη
- Λόγω της κατάστασης που επικρατούσε στα Κτηματολόγια της Κύπρου ήταν και παραμένει αδύνατο να εκδοθεί ανεξάρτητος τίτλος ιδιοκτησίας εντός ενός έτους αποπεράτωσης της οικοδομής. Εκείνη την περίοδο το μέγιστο ποσό στεγαστικού δανείου που μπορούσε να παραχωρηθεί από Συνεργατικό Ίδρυμα ανερχόταν στο 80:20, ήτοι ο δανειολήπτης όφειλε να συνεισφέρει 20% από ίδια κεφάλαια. Όμως η Εναγόμενη 3 απαίτησε την έκδοση τραπεζικής εγγυητικής επιστολής για ολόκληρο το τίμημα αγοράς. Περί τα τέλη Μαΐου του 2008 εκδόθηκε και παραδόθηκε προς την Εναγόμενη 3 τραπεζική εγγυητική για το ποσό των €136.688,11 πλέον τόκοι, ήτοι για το ποσό της πρώτης δόσης. Στις 03/06/2008 εκδόθηκε και παραχωρήθηκε η συγκεκριμένη τραπεζική εγγυητική επιστολή, με αριθμό 51757/153/2008, προς την Εναγόμενη 3 από την τότε Λαϊκή Τράπεζα με ισχύ μέχρι τις 03/06/
- Η συγκεκριμένη εγγυητική επιστολή αναφερόταν στο αγοραπωλητήριο έγγραφο το οποίο υπογράφηκε στις 12/06/
- Η συγκεκριμένη εγγυητική επιστολή, μετά από παράκληση των Εναγόμενων 1 και 2, τροποποιήθηκε στις 23/07/2008 με την προσθήκη του ποσού €34.172,
- Η Ενάγουσα, σε συμμόρφωση με τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου, παρέδωσε την κατοχή και χρήση του διαμερίσματος στους Εναγόμενους 1 και 2 και οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξόφλησαν το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος καταβάλλοντας το ποσό των €34.172,03, ήτοι τη δεύτερη δόση εκ €32.172 λόγω του ότι η Ενάγουσα τους είχε επιστρέψει το ποσό της προκαταβολής. Πριν την παράδοση της εγγυητικής επιστολής οι λειτουργοί της Εναγόμενης 3 είχαν διαβεβαιώσει την Ενάγουσα ότι η εγγυητική επιστολή θα εκδιδόταν για να μπορούν οι Εναγόμενοι 1 και 2 να λάβουν δάνειο από την Εναγόμενη 3, το οποίο δάνειο θα χρησιμοποιούσαν για να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους όπως αυτές προβλέπονται και είναι στο πωλητήριο έγγραφο και ότι ο λόγος που θα εκδιδόταν η συγκεκριμένη εγγυητική επιστολή ήταν γιατί δεν υπήρχε ανεξάρτητος τίτλος ιδιοκτησίας για το συγκεκριμένο διαμέρισμα και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να υποθηκευτεί προς όφελος της Εναγόμενης 3 ως εξασφάλιση για την παραχώρηση του δανείου. Με την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι των Εναγομένων 1 και 2 η εγγυητική θα ακυρωνόταν και το διαμέρισμα θα υποθηκευόταν προς όφελος της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 3 δεν ήταν συμβαλλόμενη στο πωλητήριο έγγραφο όμως, παρά το γεγονός αυτό, απέκτησε δικαιώματα έναντι της Ενάγουσας γιατί η εγγυητική επιστολή ήταν άμεσα συναρτώμενη με το πωλητήριο έγγραφο. Ήταν κοινή αντίληψη όλων των εμπλεκόμενων μερών ότι η εγγυητική επιστολή θα ανανεωνόταν διαδοχικά μέχρι την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος, οπόταν θα υπήρχε και η δυνατότητα υποθήκευσής του. Η συγκεκριμένη πρακτική επικρατούσε για όλες τις εγγυητικές επιστολές που εκδίδονταν και παραδίδονταν προς όφελος των δανειοληπτών και αγοραστών ακινήτων, αλλά και από άλλες εταιρείες ανάπτυξης γης. Η Ενάγουσα ουδέποτε συμφώνησε μέσω της εγγυητικής επιστολής να καταστεί εγγυήτρια της αποπληρωμής του δανείου το οποίο παραχώρησε η Εναγόμενη 3 προς τους Εναγόμενους 1 και
- Μέχρι και τις 03/12/2012 η εγγυητική επιστολή ανανεωνόταν, πλην όμως στις 12/11/2012 είχαν ενημερωθεί ότι η Εναγόμενη 3 αρνήθηκε την ανανέωση και επέκταση της εγγυητικής επιστολής και απαίτησε από την Τράπεζα την πληρωμή και ρευστοποίηση του ποσού πλέον τόκους. Ακολούθησε συνάντηση στα γραφεία της Εναγόμενης 3, όπου οι λειτουργοί της ενημερώθηκαν ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας θα ήταν σύντομα έτοιμος και ότι θα υπήρχε η ευχέρεια να υποθηκευτεί το διαμέρισμα προς εξασφάλιση του δανείου που παραχώρησε στους Εναγόμενους 1 και
- Όμως οι Εναγόμενοι 1 και 2 καθυστερούσαν την εξόφληση πληρωμής των δόσεων για τις διάφορες πιστωτικές χορηγήσεις που είχαν λάβει από την Εναγόμενη 3 και οι διάφορες πιστωτικές χορηγήσεις είχαν τερματιστεί γιατί κατέστησαν μη εξυπηρετούμενες. Ζητήθηκε η ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής για να κατανεμηθεί το ποσό προς εξόφληση των διαφόρων οφειλών των Εναγόμενων 1 και 2 προς την Εναγόμενη
- Αποτέλεσμα ήταν, στις 14/12/2012, η Τράπεζα της Ενάγουσας να καταβάλει το ποσό των €220.836,74 προς την Εναγόμενη 3 και προς όφελος των Εναγόμενων 1 και 2 χρεώνοντας τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη 3 προχώρησε στη ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής κατά την περίοδο της τραπεζικής κρίσης στην Κύπρο, λόγω της μη εξυπηρέτησης των δανείων. Εισηγείται ότι η απαίτηση για ρευστοποίηση της συγκεκριμένης εγγυητικής συνιστά παράβαση των όρων του πωλητηρίου εγγράφου και των όρων της παράλληλης συμφωνίας, αφού είναι άσχετη με τους όρους του συγκεκριμένου εγγράφου και τις υποχρεώσεις των μερών, ως αυτές προβλέπονται στο πωλητήριο έγγραφο. Ως αποτέλεσμα της πληρωμής και ρευστοποίησης της εγγυητικής επιστολής, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 απέσπασαν από την Ενάγουσα το συνολικό ποσό των €220.836,74 προς εξόφληση των οικονομικών υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2 προς την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 3 από μέρους της εξασφάλισε την εξόφληση και την αποπληρωμή των δανείων ή των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχώρησε στους Εναγόμενους 1 και 2 μαζί με τόκους και κέρδος. Η Ενάγουσα, χωρίς αντιπαροχή ή/και αντάλλαγμα, κατέβαλε προς την Εναγόμενη 3 το ποσό των €220.836,74 και η Εναγόμενη 3, εισπράττοντας το συγκεκριμένο ποσό, απέφυγε τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον των Εναγόμενων 1 και
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν τη συνεχή κατοχή και χρήση του διαμερίσματος από τις 15/07/2008 μέχρι τον Ιούνιο του 2023 χωρίς στην ουσία να καταβάλουν το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος ή την ενοικιαστική του αξία προς την Ενάγουσα. Ο τραπεζικός λογαριασμός όμως της Ενάγουσας επιβαρύνθηκε με επιτόκιο ύψους 12,25% επί του ποσού των €220.836.74 από τις 14/12/
- Κατέγραψε τη θέση ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 με δόλο εξαπάτησαν την Ενάγουσα και κατόπιν συνομωσίας προς τη διάπραξη απάτης απέσπασαν από την Ενάγουσα το συγκεκριμένο ποσό αφού απέκρυψαν και διαβεβαίωσαν ότι η εγγυητική επιστολή θα ανανεωνόταν διαδοχικά μέχρι την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος και ενώ γνώριζαν ότι δεν θα μπορούσαν να την εξαργυρώσουν. Η Ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 21/01/2013, κάλεσε τους Εναγόμενους 1 και 2 όπως διευθετήσουν το ποσό το οποίο η ίδια κατέβαλε εκ μέρους τους στην Εναγόμενη 3 ή όπως προχωρήσουν με απόσυρση της κατάθεσης του πωλητήριου εγγράφου από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας και παραδώσουν το συγκεκριμένο διαμέρισμα στην Ενάγουσα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, με απαντητική επιστολή ημερομηνίας 18/02/2013, απαίτησαν από την Ενάγουσα να υπογράψει ανέκκλητη δήλωση με την οποία να αποποιείται και παραιτείται από τα νομικά της δικαιώματα εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3 ως προϋπόθεση για παράδοση του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Η γραπτή απαίτηση των Εναγόμενων 1 και 2, η οποία συμπεριελάμβανε και την Εναγόμενη 3, καταδείκνυε ότι ενεργούσαν μαζί στην προσπάθειά τους να αποσπάσουν από την Ενάγουσα το ποσό των €220.836,74 για να καλυφθούν τα χρέη των Εναγόμενων 1 και
- Το συγκεκριμένο ποσό εισπράχθηκε χωρίς οι Εναγόμενοι 1 και 2 να τερματίσουν το πωλητήριο έγγραφο και χωρίς να υπάρχει παράβασή του, αλλά και χωρίς να έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Η Ενάγουσα ζήτησε όπως συνταχθεί έκθεση εκτίμησης του διαμερίσματος στην οποία να καταγράφεται η αξία του διαμερίσματος, καθώς επίσης και το αγοραίο ενοίκιό του. Στη βάση της εκτίμησης, ενόψει της παραβίασης του πωλητηρίου εγγράφου από τους Εναγόμενους 1 και 2, οφείλεται στην Ενάγουσα το ποσό των €30.860 ως διαφυγόν κέρδος και €49.976,74 ως η διαφορά μεταξύ του ποσού που εισέπραξε η Εναγόμενη 3 από την Ενάγουσα και του ποσού που καταβλήθηκε από τους Εναγόμενους. Η Εναγόμενη 3 οφείλει στην Ενάγουσα το ποσό των €220.836,74 το οποίο συνιστά χρήματα τα οποία καταβλήθηκαν στην Εναγόμενη 3 χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Ο τίτλος ιδιοκτησίας του διαμερίσματος εκδόθηκε στις 21/02/2014, ενώ οι Εναγόμενοι 1 και 2 επέστρεψαν την κατοχή του διαμερίσματος, στην Ενάγουσα, τον Ιούνιο του 2023 σε άθλια κατάσταση. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της πολεοδομικής άδειας ημερομηνίας 30/09/2004, ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της άδειας οικοδομής με αριθμό 64874, ως Τεκμήριο 3 την άδεια διαίρεσης γης με αριθμό 05785, ως Τεκμήριο 4 δέσμη δύο τίτλων ιδιοκτησίας οι οποίοι συνιστούν τον τίτλο ιδιοκτησίας του οικοπέδου στο οποίο ανεγέρθηκε η συγκεκριμένη οικοδομή, ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων 1 και 2, ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο δύο αποδείξεων πληρωμής ημερομηνίας 11/03/2008 και 12/06/2008, ως Τεκμήριο 7 την εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 03/06/2008, ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 23/07/2008, ως Τεκμήριο 9 δέσμη εγγράφων αγοραπωλητηρίων και των εγγυητικών επιστολών που εκδόθηκαν σε σχέση με αυτά, των επιστολών ανανέωσης και των τίτλων ιδιοκτησίας. Το πρώτο αγοραπωλητήριο και η εγγύησή του σημειώθηκε ως Τεκμήριο 9Α, το πωλητήριο έγγραφο που αφορά τον κύριο Νεόφυτο Νεοφύτου και την Ιωάννα Παπαδημητρίου ως Τεκμήριο 9Β και η δέσμη εγγράφων που αφορά την αγορά διαμερίσματος από την Ειρήνη Κυριάκου ως Τεκμήριο 9Γ. Ως Τεκμήριο 10 κατατέθηκε αντίγραφο της επιστολής τελικής έγκρισης της οικοδομής, ως Τεκμήριο 11 κατατέθηκε δέσμη από εννέα επιστολές που αφορούν ανανέωση της επίδικης εγγυητικής επιστολής μέχρι το τέλος του 2012, ως Τεκμήριο 12 κατατέθηκε αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 12/11/2012 με την οποία έγινε η πληρωμή της εγγυητικής, ως Τεκμήριο 13 κατατέθηκε επιστολή της Λαϊκή Τράπεζας με ημερομηνία 14/12/2012 μαζί με αντίγραφο της επιταγής και έντυπο της Τράπεζας που δείχνει τον δικαιούχο της συγκεκριμένης επιταγής. Ως Τεκμήριο 14 κατατέθηκε η κατάσταση λογαριασμού με ημερομηνία 03/12/2012, ως Τεκμήριο 15 κατατέθηκε αντίγραφο του χρεωστικού λογαριασμού για την περίοδο 01/12/2012 με 30/05/2013, ως Τεκμήριο 16 κατατέθηκε επιστολή ημερομηνίας 21/01/2013 του δικηγόρου της Ενάγουσας προς τους Εναγόμενους 1 και 2, ως Τεκμήριο 17 κατατέθηκε επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 14/02/2013, ως Τεκμήριο 18 κατατέθηκε η απαντητική επιστολή των Εναγόμενων 1 και 2 προς την Ενάγουσα, ως Τεκμήριο 18Α κατατέθηκε ανυπόγραφο αντίγραφο της ανέκκλητης δήλωσης, ως Τεκμήριο 19 κατατέθηκε η Έκθεση Εκτίμησης που διενεργήθηκε σε σχέση με το συγκεκριμένο διαμέρισμα, ως Τεκμήριο 20 κατατέθηκε η κατάσταση λογαριασμού των Εναγόμενων 1 και 2 για την περίοδο 01/01/2008 μέχρι 31/12/2018 και ως Τεκμήριο 21 κατατέθηκε αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Ερωτηθείς ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα εταιρεία ιδρύθηκε το 1995 και δραστηριοποιείται μέχρι σήμερα, με τη δραστηριότητά της να περιορίζεται αρκετά από το 2013 και μετά. Ανάπτυξε περί τα 73 έργα και για αυτό γνωρίζει ότι ήταν κοινή πρακτική όπως, η εξασφάλιση των δανείων που συνάπτονταν από αγοραστές των διαμερισμάτων, διασφαλίζεται με εγγυητική από την τράπεζα της Ενάγουσας. Η εγγυητική αφορούσε την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας που η Ενάγουσα θα εξασφάλιζε στο μέλλον για όλους τους αγοραστές. Ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα εταιρεία εξέδωσε πέραν των 300 εγγυητικών και ανανέωσε τις συγκεκριμένες πάρα πολλές φορές, σύμφωνα με την απαίτηση των διαφόρων πιστωτικών ιδρυμάτων μέχρι την έκδοση του χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας ως η απαίτηση των τραπεζών. Εξήγησε ότι η ζημιά που υπέστη η Ενάγουσα αφορούσε το γεγονός ότι ο αγοραστής είχε το διαμέρισμα στην κατοχή του, οπόταν η Εταιρεία είχε την απώλεια της χρήσης του συγκεκριμένου διαμερίσματος και ενοικίων, ενώ επιπρόσθετα ρευστοποιήθηκε η εγγυητική ύψους €220.836,
- Η Εταιρεία είχε εισπράξει μόνο €170.
- Το κόστος της Εταιρείας σε σχέση με τη συγκεκριμένη εγγυητική κατά τη δική του άποψη έφτασε τις €350.000 γιατί χρεωνόταν με επιτόκιο 12.25%. Το συγκεκριμένο διαμέρισμα παραλήφθηκε από την Ενάγουσα το 2023 σε άθλια κατάσταση και απαιτήθηκαν περί τις €30.000 για τις επιδιορθώσεις. Αντεξεταζόμενος ο συγκεκριμένος μάρτυρας εξήγησε ότι τα τραπεζικά ιδρύματα απαιτούσαν από την Ενάγουσα την έκδοση τραπεζιτικής εγγύησης λόγω του ότι δεν υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε επικοινωνήσει, με την Ενάγουσα, λειτουργός της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερίου, ως ονομαζόταν τότε, ο οποίος απαίτησε τη διαβίβαση του πωλητηρίου εγγράφου και αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας και παράλληλα απαίτησε την έκδοση τραπεζικής εγγύησης από την τράπεζα της Ενάγουσας. Υποστήριξε ότι όλοι οι αγοραστές χρειάζονται δάνειο για να αγοράσουν διαμέρισμα ή κατοικία και απευθυνόμενοι στους διάφορους τραπεζικούς οργανισμούς δεν θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν το δάνειο, αν δεν υπήρχε εγγύηση τραπεζική μέσω της οποίας η κατασκευάστρια εταιρεία εγγυείτο την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση οι αγοραστές είχαν δανειστεί ολόκληρο το ποσό του ακινήτου από την Εναγόμενη
- Όσον αφορά τα έξοδα της εγγυητικής τα πρώτα δύο χρόνια καταβάλλονταν από τον αγοραστή ενώ για τα υπόλοιπα χρόνια καταβάλλονταν από την κατασκευάστρια εταιρεία. Υποστήριξε ότι ο συγκεκριμένος αγοραστής είχε αξιολογηθεί από τη Συνεργατική Εταιρεία και προφανώς είχε κριθεί ως αξιόπιστος πελάτης και γι' αυτό του παραχωρήθηκε το συγκεκριμένο δάνειο. Τη δεδομένη εποχή δεν υπήρχε άλλος τρόπος να ολοκληρωθεί μια πώληση. Υποστήριξε ότι η κατασκευάστρια εταιρεία δεν μπορούσε να αξιολογήσει την ικανότητα του πελάτη για αποπληρωμή του δανείου, αλλά η μόνη βοήθεια που μπορούσε να παράσχει ήταν μέσω της παραχώρησης του πωλητηρίου εγγράφου, του αντίγραφου του τίτλου και της έκδοσης της εγγυητικής επιστολής από τη δική της τράπεζας. Επέμενε στη θέση του ότι η Ενάγουσα ακολούθησε μια πρακτική που ακολουθείτο πλειστάκις τον δεδομένο χρόνο. Ερωτηθείς ανάφερε ότι η παραχώρηση της εγγυητικής συνιστούσε προϋπόθεση της Σ.Π.Ε Γερίου για να δανειοδοτήσει τους συγκεκριμένους αγοραστές. Κατά τη δική του άποψη η Σ.Π.Ε Γερίου λειτούργησε με δόλο στην εξαργύρωση της συγκεκριμένης εγγυητικής, με απώτερο σκοπό να εξοφλήσει εκτός από το δάνειο που αφορούσε το συγκεκριμένο διαμέρισμα και άλλες υποχρεώσεις που υπήρχαν μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 και της Σ.Π.Ε Γερίου. Ανέφερε ότι η Σ.Π.Ε Γερίου είχε διαβιβάσει στην Ενάγουσα, μέσω δικηγόρου, επιστολή υποβάλλοντας πρόταση, για να επιστραφεί από τους αγοραστές το διαμέρισμα και να εξαργυρώσει τη συγκεκριμένη εγγυητική. Κατά τη δική του άποψη η Σ.Π.Ε Γερίου παραχώρησε στους αγοραστές δάνειο, βασιζόμενη στη σύμβαση που υπογράφτηκε μεταξύ της Ενάγουσας και των αγοραστών. Η κατασκευάστρια εταιρεία δεν υπόγραψε τη δανειακή σύμβαση. Όμως, δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου, εκδόθηκε η εγγυητική, η οποία συνιστούσε μέρος της συμφωνίας για πώληση του διαμερίσματος με την υπόσχεση ότι η Ενάγουσα θα εξέδιδε τίτλο εντός ενός έτους. Δεν υπήρχε δικαίωμα εξαργύρωσης της εγγυητικής γιατί, δυνάμει των όρων του πωλητηρίου εγγράφου, τα πρώτα δύο χρόνια τα έξοδα της καλύπτονταν από αγοραστές και ακολούθως από την κατασκευάστρια εταιρεία μέχρι και την έκδοση του τίτλου. Υποστήριξε ότι η έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας είναι θέμα διαδικασιών και γραφειοκρατίας και δεν αφορά την κατασκευάστρια εταιρεία και λόγω του ότι ο Δήμος Γερίου ήταν νέος δήμος, υπήρχε καθυστέρηση στην έκδοση των τελικών εγκρίσεων, οι οποίες απαιτούντο για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Υποστήριξε ότι η Σ.Π.Ε Γερίου ζήτησε την εγγυητική, για να παραχωρήσει το δάνειο στους αγοραστές και προώθησε τη θέση ότι δεν ήταν η κατασκευάστρια εταιρεία που έλαβε το δάνειο. Η Συνεργατική τηλεφώνησε στην κατασκευάστρια εταιρεία και ζήτησε συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία της παραχωρήθηκαν, όμως, η συμφωνία πώλησης διαβιβάστηκε στην Σ.Π.Ε Γερίου και υιοθετήθηκε το περιεχόμενό της, για να μπορέσει να παραχωρηθεί το δάνειο στους αγοραστές. Παραδέχτηκε ότι η Σ.Π.Ε Γερίου δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση πώλησης, πλην προώθησε τη θέση ότι ακολουθήθηκε η πρακτική που ακολουθείτο στις πλείστες των περιπτώσεων. Από όλες αυτές τις περιπτώσεις μόνο η Σ.Π.Ε Γερίου απαίτησε την αποπληρωμή της εγγυητικής. Κατά τη δική του άποψη προκύπτει από τα γεγονότα ότι σκοπός της Σ.Π.Ε Γερίου ήταν να καλύψει την αδυναμία της επιλογής της να παραχωρήσει δάνειο στο συγκεκριμένο ζευγάρι. Επέμενε ότι η Ενάγουσα δεν ήταν εγγυήτρια του δανείου των Εναγομένων 1 και 2, αλλά εξέδωσε την εγγυητική με δέσμευση την έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας. Η αξιολόγηση των Εναγομένων 1 και 2 σε σχέση με την παραχώρηση του δανείου, καθώς και η ικανότητα αποπληρωμής του έγινε από το συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα. Υποστήριξε ότι οι λεπτομέρειες του δανείου και ο τρόπος χειρισμού του συγκεκριμένου δανείου αφορούσε το πιστωτικό ίδρυμα και τον αγοραστή και όχι την Ενάγουσα. Εξήγησε, ότι το υπόλοιπο του δανείου των Εναγόμενων 1 και 2 ανερχόταν στις €34.200, πλην όμως, με την εγγυητική εξοφλήθηκαν και άλλα δάνεια των Εναγομένων 1 και
- Επιπρόσθετα, παρά το γεγονός ότι περίσσεψε ένα ποσό, ποτέ δεν επιστράφηκε στην Ενάγουσα. Με αναφορά στο λεκτικό της εγγυητικής υποστήριξε ότι η καταγραφή της φράσης «ένας χρόνος» για την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας, καταγράφετο από τις τράπεζες χωρίς όμως να είναι πρακτικά εφικτό, αφού κανένας τίτλος ιδιοκτησίας δεν θα μπορούσε να εκδοθεί σε έναν χρόνο. Για αυτό και ανανεώνονταν οι εγγυητικές και από τις 300 εγγυητικές που ανανεώθηκαν το μοναδικό τραπεζικό ίδρυμα που ζήτησε τη ρευστοποίηση του ποσού ήταν η Σ.Π.Ε Γερίου. Κατά τη δική του άποψη η εξαργύρωση αφορούσε λόγους που σχετίζονταν με την κατάσταση των τραπεζών το 2013, γιατί ήθελαν να δείξουν πιο καλά αποτελέσματα από την πραγματικότητα. Και ενώ οι αγοραστές όφειλαν συνολικά €136.688,11, το πιστωτικό ίδρυμα έλαβε €220.
- Προώθησε τη θέση ότι η Τράπεζα της Ενάγουσας είχε ενημερώσει για την απαίτηση της Σ.Π.Ε Γερίου για αποπληρωμή της εγγυητικής. Επέμενε όμως στη θέση του ότι η Σ.Π.Ε Γερίου δεν είχε δικαίωμα εξαργύρωσης, αφού η Ενάγουσα βρισκόταν στη διαδικασία έκδοσης τίτλου, ο οποίος τελικά εκδόθηκε 1 ‑ 2 χρόνια μετά. Υποστήριξε ότι η σπουδή της Σ.Π.Ε Γερίου για εξαργύρωση της εγγυητικής είχε αλλότρια κίνητρα. Ο ίδιος ζήτησε να διευθετηθεί συνάντηση με τη Σ.Π.Ε Γερίου, για να συζητηθεί το θέμα της εξαργύρωσης, όμως η Σ.Π.Ε Γερίου επέμενε ότι επιβαλλόταν η εξαργύρωση της εγγυητικής και δεν την ενδιέφερε αν το δάνειο των συγκεκριμένων αγοραστών θα μπορούσε, με κάποια επέμβαση της Ενάγουσας, να κατέστη εξυπηρετούμενο. Όσον αφορά την έκδοση τίτλου ερωτηθείς ανέφερε ότι το 2009 είχε υποβληθεί αίτηση για τελική έγκριση, η οποία καθυστερούσε γιατί ο Δήμος Γερίου ήταν νεοσύστατος και δεν είχε στελεχωμένη τεχνική υπηρεσία. Η καθυστέρηση δεν οφειλόταν στην Ενάγουσα αλλά στη διεκπεραίωση των υποχρεώσεων του Δήμου Γερίου. Κατά τη δική του άποψη θα μπορούσε η Σ.Π.Ε Γερίου να ερευνήσει κατά πόσο είχαν προχωρήσει οι διαδικασίες για την έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας, παρά να εξαργυρώσει την εγγυητική. Υποστήριξε ότι οι συγκεκριμένοι αγοραστές, Εναγόμενοι 1 και 2, ήταν μισθωτοί και η Σ.Π.Ε όφειλε να διερευνήσει κατά πόσο θα μπορούσαν να υποστηρίξουν οικονομικά τη λήψη δανείου ολόκληρου του ποσού αγοράς του ακινήτου. Η Ενάγουσα είχε προχωρήσει σε μια πώληση παραδίδοντας το διαμέρισμα στον χρόνο που είχε συμφωνηθεί. Η παραχώρηση της εγγυητικής από την Ενάγουσα ήταν κάτι τυπικό αφού στη συνέχεια θα προχωρούσε με τις διαδικασίες για έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας. Η εγγυητική ήταν διάρκειας ενός έτους, όπως όλες οι εγγυητικές τη δεδομένη εποχή, πλην όμως, όλοι γνώριζαν ότι αυτό ήταν ακατόρθωτο, ήτοι η έκδοση τίτλου εντός ενός έτους και η συγκεκριμένη εγγυητική ανανεώθηκε μέχρι το τέλος του 2012, 12 ή 13 φορές. Από την εμπειρία που είχε η Ενάγουσα, είχε ολοκληρώσει 62 έργα, αυτή βοηθούσε με το να ανανεώνονται οι εγγυητικές, που η ίδια παραχωρούσε, μέχρι την έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας, καταβάλλοντας συνάμα και τα έξοδα της ανανέωσής τους. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 3 δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά, γιατί οι δανειολήπτες διέμεναν στο διαμέρισμα και το χρησιμοποιούσαν, ενώ η Ενάγουσα υπέστη ζημιά χάνοντας το ποσό της εγγυητικής. Υποστήριξε ότι ο κ. Χατζηαδάμου της Σ.Π.Ε Γερίου είχε παραδεχτεί ότι oι συγκεκριμένοι δανειολήπτες είχαν και άλλες οφειλές και ότι τους εξυπηρετούσε η εξαργύρωση της εγγυητικής γιατί θα κάλυπταν όλες τους τις υποχρεώσεις. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο κ. Χατζηαδάμου δεν είχε επιβεβαιώσει γραπτώς τα λεχθέντα του. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του για δόλο και συνωμοσία μεταξύ των Εναγομένων 1, 2 και 3, εξήγησε ότι τον στηρίζει στο γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν κοινό δικηγόρο με την Εναγόμενη 3, δηλαδή οι δανειολήπτες είχαν κοινό δικηγόρο με το τραπεζιτικό ίδρυμα. Επέμενε στη θέση του ότι η Σ.Π.Ε Γερίου διαπιστώνοντας ότι ο δανειολήπτης, ο Εναγόμενος 1, έχασε τη δουλειά του και ότι δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στην αποπληρωμή του δανείου, είδε την εγγυητική σαν λύση στο πρόβλημα. Η ρευστοποίηση της εγγυητικής δεν προβλεπόταν, ούτε στο πωλητήριο έγγραφο αλλά ούτε στο περιεχόμενο της ίδιας της εγγυητικής. Υποστήριξε ότι το ποσό της εγγυητικής ξεπερνούσε το ποσό το οποίο είχε εισπράξει η Ενάγουσα και αυτό, συνδυασμένο με το γεγονός ότι με την εγγυητική εξοφλήθηκαν άλλα δάνεια του δανειολήπτη, καταδεικνύει ότι ο σκοπός της εξαργύρωσης ήταν αλλότριος. Η Εναγόμενη 3 προώθησε τις θέσεις της με τη μαρτυρία του Κυριάκου Ξενοφώντος, Μ.Υ.1, λειτουργού ανάκτησης χρεών στην Εναγόμενη. Κατέγραψε τις θέσεις του σε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Δήλωσε ότι είναι εξουσιοδοτημένος στην κατάρτιση της συγκεκριμένης γραπτής δήλωσης, αφού τα γεγονότα εμπίπτουν στο πλαίσιο των καθηκόντων του και περαιτέρω υποστήριξε ότι έχει στην κατοχή του και έγγραφα προς προώθηση των ισχυρισμών που αφορούν την υπόθεση. Εξήγησε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη 3 ονομαζόταν Σ.Π.Ε Γερίου και ακολούθως, λόγω της εξέλιξης των γεγονότων, μετά το 2013 άλλαξε το όνομά της σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ. Στις 03/06/2008 η Εναγόμενη 3 έλαβε, από την πρώην Λαϊκή Τράπεζα, προς όφελος της την εγγυητική επιστολή με αριθμό 51757/153/2008 για το ποσό των €136.699,11 πλέον τόκους, με ημερομηνία λήξης τις 03/06/2009, ως εξασφάλιση για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2, για διαμέρισμα το οποίο είχαν αγοράσει από την Ενάγουσα Εταιρεία, δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 12/06/
- Αποτελούσε όρο της συγκεκριμένης εγγυητικής ότι η πρώην Λαϊκή Τράπεζα αναλάμβανε να πληρώσει το συγκεκριμένο ποσό, πλέον τόκο, μετά από γραπτή απαίτηση της Εναγόμενης 3 με συστημένη επιστολή. Λόγω του ότι η Ενάγουσα δεν είχε εγγράψει το διαμέρισμα στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2 ή και δεν είχε μεταβιβάσει τον τίτλο ιδιοκτησίας σε αυτούς μέχρι τις 03/05/2009, απαιτήθηκε η πληρωμή της συγκεκριμένης εγγυητικής, αφού η Εναγόμενη 3 είχε παραχωρήσει το δάνειο στους Εναγόμενους 1 και 2 δυνάμει τη συγκεκριμένης εγγυητικής επιστολής. Η συγκεκριμένη εγγυητική επιστολή τροποποιήθηκε στις 23/07/2008, με την αύξηση του ποσού κατά €34.172,03 και ανανεώθηκε από την πρώην Λαϊκή Τράπεζα 9 φορές, με την τελευταία ημερομηνία ανανέωσης στις 03/11/
- Λόγω παράλειψης εγγραφής του διαμερίσματος στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2, για τέσσερα
(4)και πλέον χρόνια, η Εναγόμενη 3 απαίτησε την πληρωμή του ποσού των €170.860,13 πλέον τόκους και εισπράχθηκε από την ρευστοποίηση το ποσό των €220.836,
- Στις 27/11/2012 η Ενάγουσα καταχώρησε εναντίον της Εναγόμενης 3 και της Λαϊκής Τράπεζας την Αγωγή Αρ.8409/2012 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στα πλαίσια της οποίας αιτήθηκε απαγορευτικό διάταγμα, πλην όμως στις 15/01/2013 δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο, όπως η αγωγή και η αίτηση αποσυρθούν και απορριφθούν ανεπιφύλακτα με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 3 και της Λαϊκής Τράπεζας. Καταγράφει ότι η ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής ήταν το φυσικό επακόλουθο της αποτυχίας της Ενάγουσας εταιρείας να εξασφαλίσει ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας, σε σχέση με το διαμέρισμα που είχαν αγοράσει οι Εναγόμενοι 1 και
- Εξήγησε ότι η Εναγόμενη 3 ενίοτε παραχωρούσε δανεισμό στο εκατό τοις εκατό το ποσού που απαιτείτο για την αγορά ακινήτων και είχε τη δυνατότητα να ζητήσει την έκδοση εγγυητικής επιστολής για οποιοδήποτε ποσό και ότι η Ενάγουσα είχε την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση της εγγυητικής. Λόγω του ότι η Εναγόμενη 3 δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στο πωλητήριο έγγραφο, οι οποιοιδήποτε γραπτοί ή εξυπακουόμενοι όροι που προέρχονται από το πωλητήριο έγγραφο δεν μπορούν να τη δεσμεύσουν. Ουδέποτε προέβη σε παραστάσεις ή αποδέχτηκε να δεσμεύεται ρητά αναφορικά με την εγγυητική επιστολή και ότι αυτό θα ανανεωνόταν με τους ίδιους όρους μέχρι την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα. Προώθησε τη θέση ότι ουδέποτε οι λειτουργοί της Εναγόμενης 3 διαβεβαίωσαν την Ενάγουσα για οποιοδήποτε θέμα σχετιζόταν με την εγγυητική επιστολή. Αντίθετα, το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής εμπεριείχε τις υποχρεώσεις της Ενάγουσας και ήταν η Ενάγουσα που έδωσε εντολή στην Τράπεζα της να την εκδώσει με τους συγκεκριμένους όρους, οι οποίοι όροι καθόριζαν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών αναφορικά με την εγγυητική. Όταν ικανοποιήθηκαν οι όροι για ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής, η Εναγόμενη 3 προχώρησε στην ρευστοποίηση της και η Τράπεζα της Ενάγουσας εταιρείας προχώρησε στην ικανοποίηση του συγκεκριμένου αιτήματος. Ο λόγος της ρευστοποίησης ήταν γιατί δεν είχε εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα εντός της περιόδου που προνοούσε η συγκεκριμένη εγγυητική επιστολή. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 22 δέσμη εγγράφων που αφορά την μετονομασία της Εναγόμενης 3, ως Τεκμήριο 23 δέσμη εγγράφων που αφορά το ιστορικό της Εναγόμενης 3 και ως Τεκμήριο 24 το Κλητήριο Ένταλμα μαζί με την απόφαση στην Αγωγή Αρ.8409/12 Ε. Δ. Λευκωσίας. Αντεξετασθείς παραδέχθηκε ότι δεν είχε ιδίαν γνώση των γεγονότων και ότι ο ίδιος είναι λειτουργός της ΚΕΔΙΠΕΣ. Προώθησε τη θέση ότι από τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του οι Εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν δάνειο από την ΣΠΕ Γερίου στις 12/06/
- Παραδέχθηκε ότι κατά τον χρόνο λήψης του δανείου οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν οφειλόμενο υπόλοιπο στην Εναγόμενη 3 ύψους €29.438,
- Την ίδια μέρα ο λογαριασμός των Εναγομένων 1 και 2 χρεώθηκε με τα ποσά των €34.200 και €4.859,50, σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Υποστήριξε ότι στο Τεκμήριο 20 περιέχονται και κάποια δικαιώματα που αφορούν το συγκεκριμένο δάνειο. Εξήγησε ότι προκύπτει από το Τεκμήριο 20 ότι στις 30/07/2008 εκδόθηκε μια επιταγή για το ποσό των €34.182,
- Παραδέχθηκε ότι το υπόλοιπο του συγκεκριμένου λογαριασμού ανερχόταν στις €218.258,
- Ερωτηθείς ανέφερε ότι το ποσό της εγγυητικής που εκταμιεύτηκε ανερχόταν στις €220.836,
- Ο ίδιος δεν γνώριζε τι ποσό καταβλήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 στην Ενάγουσα. Υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 3 είχε δικαίωμα σε κάθε ανανέωση να ρευστοποιήσει την εγγυητική όμως δεν γνώριζε γιατί δεν το έπραξε στις προηγούμενες 9 περιπτώσεις ανανέωσης. Παραδέχθηκε ότι ολόκληρο το δάνειο των Εναγόμενων 1 και 2 είχε εξοφληθεί όταν ρευστοποιήθηκε η εγγυητική. Υποστήριξε ότι η εγγυητική παραχωρήθηκε λόγω του ότι δεν υπήρχε τίτλος του διαμερίσματος για να υποθηκευτεί. Όσον αφορά τα υπόλοιπα θέματα, ήτοι κατά πόσο το δάνειο των Εναγόμενων 1 και 2 πληρωνόταν κανονικά ή κατά πόσο με την ρευστοποίηση πληρώθηκαν και άλλες υποχρεώσεις τους ο ίδιος δεν γνώριζε. Ούτε γνώριζε κατά πόσο δόθηκαν διαβεβαιώσεις από την Εναγόμενη 3 προς την Ενάγουσα πριν την έκδοση της εγγυητικής. Υποστήριξε σε ερώτηση που του τέθηκε ότι αν είχε εκδοθεί ο τίτλος και υποθηκευόταν το διαμέρισμα δεν θα υπήρχε πρόβλημα και δεν θα ρευστοποιείτο η εγγυητική. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Παρέπεμψαν ταυτόχρονα σε νομολογία που αφορά την ρευστοποίηση εγγυητικών επιστολών. Βεβαίως οι θέσεις τους είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας Εταιρείας καταγράφει ότι η βάση της αγωγής είναι η παράβαση συμφωνίας ή και παράλληλης συμφωνίας ή και δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αναγνωρίζει την αυτοτέλεια της εγγυητικής επιστολής όμως προωθεί τη θέση ότι ο δικαιούχος της επιστολής δεν μπορεί να ζητήσει την πληρωμή της για λόγους άσχετους από αυτούς για τους οποίους εκδόθηκε και ανεξάρτητα από την εμπορική συναλλαγή στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε. Υποστήριξε ότι ο αιτητής της εγγυητικής επιστολής δεν στερείται του δικαιώματος, μεταγενέστερα της πληρωμής της εγγυητικής, να διεκδικήσει αποζημίωση εάν η εγγυητική πληρώθηκε χωρίς λόγο ή κατά παράβαση της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Προωθεί τη θέση ότι η Εναγόμενη 3 δεν απέδειξε οποιαδήποτε ζημιά η οποία να προέκυψε από οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλήψεις της Ενάγουσας. Τέλος, εισηγείται ότι στην περίπτωση που κριθεί ότι πράγματι η Εναγόμενη 3 υπέστη ζημιά, τότε η ζημιά της δεν μπορεί να υπερβεί το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Εισηγείται την επιστροφή του ποσού των €73.556,63, πλέον τόκο προς 12.5%. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης 3 στη δική του γραπτή αγόρευση παρέπεμψε σε νομολογία που αφορά τις εγγυητικές επιστολές και προώθησε τη θέση ότι σύμφωνα με σχετικά συγγράμματα και νομολογία θα πρέπει να υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τους όρους της εγγυητικής επιστολής. Υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 3 δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στο πωλητήριο έγγραφο μεταξύ των Εναγόμενων 1 και 2 και της Ενάγουσας. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι η αποτυχία της Ενάγουσας να εκδώσει τον τίτλο ιδιοκτησίας του διαμερίσματος επ' ονόματι των Εναγόμενων 1 και 2 μέχρι την καθορισμένη ημερομηνία οδήγησε στην ρευστοποίηση της εγγυητικής, σύμφωνα και με τους όρους έκδοσής της. Κατά τη δική του άποψη δεν διαφάνηκε οποιαδήποτε συνωμοσία μεταξύ της Εναγόμενης 3 και των Εναγόμενων 1 και 2 προς εξαπάτηση της Ενάγουσας. Κατέληξε, ότι η Ενάγουσα δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά από την ρευστοποίηση της εγγυητικής αφού της καταβλήθηκε στην ολότητα το ποσό του τιμήματος του διαμερίσματος, ενώ της παραδόθηκε και το διαμέρισμα στα πλαίσια του συμβιβασμού ημερομηνίας 15/12/
- Το Δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και τις εισηγήσεις και των δύο πλευρών για το ζήτημα που εγείρεται στα πλαίσια της παρούσας. Θα γίνει πιο εκτεταμένη αναφορά στις εισηγήσεις τους όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462: « Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th. Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί, σε γενικές γραμμές, στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166, C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1273). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν. Ο Μ.Ε.1 έδωσε τη δική του εκδοχή σε σχέση με τα γεγονότα αλλά παρέθεσε και τη δική του άποψη αναφορικά με την εγγυητική επιστολή. Παραδέχθηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν δανειστεί όλο το τίμημα αγοράς του συγκεκριμένου διαμερίσματος, ενώ επίσης παραδέχθηκε ότι εισέπραξε από την Σ.Π.Ε. Γερίου, όπως ήταν τότε, το συνολικό ποσό των €170.860. Αναγνώρισε ότι είχε δοθεί υπόσχεση, από την Ενάγουσα, για έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας εντός 1 έτους και προσπάθησε να αποδώσει την μη έκδοση του τίτλου, μέχρι το 2014, στις αρμόδιες αρχές. Προώθησε τη θέση ότι η Εναγόμενη 3 δεν είχε υποστεί οποιαδήποτε ζημιά η οποία να δικαιολογεί την ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής, αφού οι Εναγόμενοι 1 και 2 διέμεναν στο διαμέρισμα παραγνωρίζοντας ότι και ο ίδιος είχε εισπράξει το τίμημα πώλησης του ακινήτου. Αναγνώρισε ότι το ακίνητο δεν είχε υποθηκευτεί προς εξασφάλιση της Εναγόμενης 3 γιατί δεν υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας και ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο είχε παραχωρηθεί και η εγγυητική. Ο Μ.Ε.1 εξέφρασε τη δική του άποψη σε σχέση με τα γεγονότα. Βέβαια απέφυγε, με εύσχημο τρόπο, να αποκαλύψει την ημερομηνία κατά την οποία είχε συνάντηση με τον Λειτουργό της Σ.Π.Ε. Γερίου στην οποία, ως ο ίδιος ανέφερε, του είχε δηλώσει ότι ήταν πολύ κοντά στην έκδοση του τίτλου. Προφανώς η συγκεκριμένη συνάντηση έγινε κοντά στην ημερομηνία που ο ίδιος ενημερώθηκε για την ρευστοποίηση της εγγυητικής και από εκείνη την ημερομηνία πέρασαν ακόμη δύο
(2)χρόνια μέχρι την έκδοση του τίτλου το
- Δηλαδή, δεν ήταν πολύ κοντά ως ισχυρίστηκε. Διαπιστώνεται όμως ότι γνώριζε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν λάβει δάνειο από την Σ.Π.Ε. Γερίου και ότι τα ποσά που είχαν καταβληθεί στην Ενάγουσα για το τίμημα αγοράς προέρχονταν από το συγκεκριμένο δάνειο, ήτοι από την Εναγόμενη
- Εκφεύγει της λογικής να του έχει επιστραφεί το διαμέρισμα και παράλληλα να προωθεί τη θέση ότι δικαιούται και στην επιστροφή ολόκληρου του ποσού της εγγυητικής. Εν πάση περιπτώσει, το θέμα είναι νομικό και η παρούσα δεν είναι από τις περιπτώσεις που το αποτέλεσμα θα κριθεί από την πειστικότητα της μαρτυρίας. Ο Μ.Υ.1 δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων αλλά η γνώση του προέκυψε από τα έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή του λόγω της θέσης του. Δεν αμφισβητήθηκε, εν πάση περιπτώσει, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν ο λόγος για τον οποίο ρευστοποιήθηκε η εγγύηση και αυτόν τον λόγο ο ίδιος προσωπικά δεν τον γνώριζε. Από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε και από τους δύο μάρτυρες καθώς και από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν προκύπτει ότι η Ενάγουσα, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, πώλησε στους Εναγόμενους 1 και 2 ένα διαμέρισμα έναντι του ποσού των €170.860, Τεκμήριο
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 για να αποπληρώσουν το τίμημα αγοράς έλαβαν δάνειο από την Εναγόμενη 3 και κατέβαλαν ως προκαταβολή το ποσό των €136.688.11 με επιταγή της Εναγόμενης 3, Τεκμήριο
- Η Ενάγουσα πληρώθηκε το συγκεκριμένο ποσό και παρέμεινε υπόλοιπο ύψους €32.172, λόγω του ότι είχε καταβάλει και το ποσό των €2.000 ως προκαταβολή, το οποίο καταβλήθηκε με την παράδοση του διαμερίσματος και πάλι με επιταγή της Σ.Π.Ε. Γερίου. Λόγω του ότι δεν υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας για το συγκεκριμένο διαμέρισμα, ως εξασφάλιση της Εναγόμενης 3 εκδόθηκε από την Λαϊκή Τράπεζα εγγυητική επιστολή με δικαιούχο την Εναγόμενη 3 μέχρι του ποσού των €136.688,11 πλέον τόκο προς 6.50%, Τεκμήριο
- Η συγκεκριμένη εγγυητική περιείχε όρο ότι μέχρι την 03/05/2009 η Ενάγουσα θα εγγράψει το πωληθέν ακίνητο ελεύθερο από οποιαδήποτε υποθήκη και/ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση στο όνομα των Εναγόμενων 1 και
- Προκύπτει, ότι η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 03/06/2008 ανανεωνόταν μέχρι 12/11/2012 και ότι το ποσό της αυξήθηκε στις €170.860,
- Η Ενάγουσα ανέκκλητα και γραπτώς δεσμεύτηκε έναντι των Εναγόμενων 1 και 2, σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, ότι μέχρι τις 03/05/2009 θα εκδοθεί χωριστός τίτλος για το εν λόγω ακίνητο και θα μεταβιβαστεί στο όνομα των Εναγόμενων 1 και 2 για να υποθηκευτεί προς όφελος της Εναγόμενης
- Λόγω μη εγγραφής του διαμερίσματος επ' ονόματι των αγοραστών, η Εναγόμενη 3 απαίτησε πληρωμή της εγγυητικής στη βάση του ότι η Ενάγουσα δεν είχε, μέχρι 03/12/2012, εγγράψει το διαμέρισμα επ' ονόματι των Εναγόμενων 1 και 2, Τεκμήριο
- Η Marfin Λαϊκή Τράπεζα πλήρωσε στην Εναγόμενη 3 το ποσό των €220.083.74, χρεώνοντας με το ίδιο ποσό το λογαριασμό της Ενάγουσας. Με το ποσό που πληρώθηκε στην Εναγόμενη 3 δυνάμει της εγγυητικής, εξοφλήθηκε το υπόλοιπο των πιστωτικών υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και
- Ο τίτλος ιδιοκτησίας του συγκεκριμένου διαμερίσματος εκδόθηκε το
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ερώτημα που το Δικαστήριο έχει να απαντήσει στην υπό κρίση υπόθεση είναι κατά πόσο η Ενάγουσα Εταιρεία δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία λόγω της ρευστοποίησης της εγγυητικής επιστολής από την Εναγόμενη 3, η οποία εγγυητική είχε παραχωρηθεί χωρίς η Ενάγουσα να είναι μέρος στη συμφωνία παραχώρησης του δανείου προς τους Εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι είχαν αγοράσει διαμέρισμα από την Ενάγουσα. Στην υπόθεση Millar's Machinery Co Ltd v. David Way & Son
(1935)40 Com Cas 204, CA, αναφέρθηκε η αρχή δικαίου, στην Αγγλία, ότι νοουμένου ότι δεν θα απολήγει σε διπλή αποζημίωση για την ίδια απώλεια τότε μπορεί να υπάρξει συνδυασμένη απαίτηση για αποζημιώσεις ή για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Σχετική είναι και η παραπομπή στο Halsbury's Laws of England/Restitution and Unjust Enrichment, Vol. 88
(2019)/6, para 491. Όσον αφορά τη νομική υπόσταση της εγγυητικής επιστολής σχετικό είναι το σκεπτικό της απόφασης Hellenic Bank Public Limited v. Alpha Panareti Public Limited
(2013)1 Α.Α.Δ. 1235, στην οποία έχουν παραπέμψει το Δικαστήριο και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι: « Είναι δεδομένη η αυτοτέλεια της εγγυητικής επιστολής που εκδόθηκε στις 14.2.2001 και σε αυτό το ζήτημα συμφωνούν και τα δύο μέρη, (Δέστε σχετικά το σύγγραμμα των Pollock & Mulla: Indian Contract and Specific Relief Acts 13η έκδ. Επαναδημοσίευση 2000, Τόμος Β΄, σελ. 1777-1793, καθώς και την υπόθεση Edward Owen Engg Ltd v. Barclays Bank Intl Ltd [1978] 1 All E.R. 976). Μια εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί στη βάση σαφούς νομολογίας ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της και γι' αυτό τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεσθεί. Οι εγγυητικές θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα και στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής. Ως τέτοιος λόγος έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί μόνο η ύπαρξη δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση της τράπεζας. Έχει δε λεχθεί αυθεντικά από τη νομολογία ότι ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα των διαδίκων, αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει, έστω σε πρωταρχικό στάδιο, όταν ασχολείται με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, (Δέστε σχετικά τις υποθέσεις R D Harbottle (Mercantile) Ltd a.o. v. National Westminster Bank Ltd a.o. [1877] 2 All E.R. 862, Malas (trading as Hamzen Malas & Sons) v. British Imex Industries Ltd [1958] 2 Q.B.D. 127 και Themelhelp Ltd v. West a.o. [1995] 4 All E.R. 215). ». Στην μεταγενέστερη απόφαση Κωμοδρόμου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λιμιτεδ, Πολ. Εφ.281/13 ημερ. 11/03/2020, επαναλήφθηκαν οι αρχές και διαβάζονται τα ακόλουθα: « Η εγγυητική επιστολή που εκδίδεται από τραπεζικό ίδρυμα συνιστά ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί, στη βάση των όρων της. Μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για πληρωμή της εγγυητικής, η τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το ποσό της εγγυητικής στο δικαιούχο. ......................................... Στο σύγγραμμα Banking Litigation, των Hewetson και Mitchell, 4η έκδοση, Κεφ. 5, σελ. 121 και επόμενες, επεξηγείται η φύση των πιστωτικών επιστολών και η δέσμευση για αθέτηση υποχρέωσης (default undertakings). Τονίζεται ότι η εγγύηση εις πρώτη ζήτηση, όπως αυτές που εκδίδονται από τις τράπεζες και εκδόθηκαν και στην παρούσα υπόθεση, είναι αυτόνομη συναλλαγή, ανεξάρτητη από τη σύμβαση μεταξύ αγοραστή και πωλητή, και η αρχή της αυτονομίας της, είναι ακριβώς η ίδια με αυτή των πιστώσεων (documentary credits) Δέστε: Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank International Ltd
(1978)1 Lloyd΄s Rep. 166, Harbottle (ανωτέρω) και Howe Richardson Scale Co Ltd v. Polimex-Cekop
(1978)1 Lloyd΄s Rep. 161). » Η σύμβαση μεταξύ της Ενάγουσας Εταιρείας και των Εναγόμενων 1 και 2 είναι διαφορετική και ανεξάρτητη από την εγγυητική επιστολή, η οποία αφορά υποχρέωση μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης
- Στην απόφαση Hamzel Malas v. British Imex Industries Ltd [1958] 2 QB 127 διαβάζονται τα ακόλουθα: « .the opening of a confirmed letter of credit constitutes a bargain between the banker and the vendor of the goods which imposes on the banker an absolute obligation to pay.». Προκύπτει από τη νομολογία ότι η σύμβαση που υπάρχει μεταξύ της τράπεζας, η οποία εκδίδει την εγγυητική επιστολή και του δικαιούχου, προς όφελος του οποίου εκδίδεται, θεωρείται ανεξάρτητη από την συναλλαγή με την οποία σχετίζεται. Συνακόλουθα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής, Τεκμήριο 7, εάν η Ενάγουσα Εταιρεία δεν μεταβίβαζε το διαμέρισμα στο όνομα των Εναγόμενων 1 και 2 μέχρι τις 03/05/2009, τότε η Εναγόμενη 3 είχε το δικαίωμα να απαιτήσει την πληρωμή της εγγυητικής, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση της Ενάγουσας. Στην κάθε ανανέωση της συγκεκριμένης εγγυητικής οι όροι παρέμεναν οι ίδιοι, οπόταν διατηρείτο το δικαίωμα ρευστοποίησης της εγγυητικής στην περίπτωση που δεν εκδιδόταν ανεξάρτητος τίτλος ιδιοκτησίας σε σχέση με το συγκεκριμένο διαμέρισμα που είχε αγοραστεί από τους Εναγόμενους 1 και
- Στην τελευταία ανανέωση, ημερομηνίας 15/05/2012, η ημερομηνία μεταβίβασης παρατάθηκε μέχρι τις 03/11/2012, Τεκμήριο
- Λόγω του ότι το συγκεκριμένο ακίνητο δεν είχε εγγραφεί στο όνομα των Εναγόμενων 1 και 2 μέχρι τις 03/12/2012, η Εναγόμενη 3 αποφάσισε να ρευστοποιήσει την εγγυητική, ως είχε δικαίωμα να πράξει, και απαίτησε την πληρωμή της από την Λαϊκή Τράπεζα, η οποία είχε την υποχρέωση να την πληρώσει, πράγμα το οποίο έπραξε, Τεκμήριο
- Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προέκυψε οποιοσδήποτε δόλος ή απάτη, ως ισχυρίστηκε η Ενάγουσα Εταιρεία. Το γεγονός ότι είχαν κοινό δικηγόρο οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 από μόνο του δεν καταδεικνύει δόλο ή απάτη. Ο όρος που αφορούσε την έκδοση ξεχωριστού τίτλου, στην εγγυητική, είχε παραβιαστεί και αυτό έδινε το δικαίωμα στην Εναγόμενη 3 να απαιτήσει την καταβολή του ποσού της εγγυητικής. Δέον να υπενθυμιστεί ότι ο τίτλος σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο είχε εκδοθεί δύο
(2)χρόνια μετά την καταβολή του ποσού της εγγυητικής, ήτοι το 2014, σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε.
- Στην προκείμενη περίπτωση, από τη μαρτυρία προέκυψε αδιαμφισβήτητα ότι η Εναγόμενη 3 εισέπραξε το ποσό των €220.851,79 από το λογαριασμό της Ενάγουσας Εταιρείας στην Λαϊκή Τράπεζα. Είχε καταβληθεί στην Ενάγουσα από την Εναγόμενη 3, το ποσό των €170.860.16, ως παραδέχεται και ο Μ.Ε.1 στη μαρτυρία του. Συγκεκριμένα, στις 12/06/2008 εκδόθηκε τραπεζική επιταγή της Σ.Π.Ε. Γερίου για το ποσό των €136.688,11, Τεκμήριο 6 και στις 22/07/2008 εκδόθηκε τραπεζική επιταγή για το υπόλοιπο του ποσού €32.172,
- Οπόταν η ζημιά της Εναγόμενης 3 συνίστατο, κατά τον δεδομένο χρόνο που ρευστοποιούσε την εγγυητική, στο ποσό που κατέβαλε στην Ενάγουσα για το ακίνητο, ήτοι €170.860.16, το οποίο ακίνητο τελικά επιστράφηκε στην Ενάγουσα σύμφωνα με την απόφαση που εκδόθηκε εκ συμφώνου εναντίον των Εναγόμενων 1 και
- Σίγουρα η Εναγόμενη 3 δεν χάρισε στην Ενάγουσα Εταιρεία το ποσό των €170.860,
- Η Ενάγουσα Εταιρεία εισέπραξε το ποσό και ακόμη και όταν παρέλαβε το διαμέρισμα δεν το επέστρεψε. Εξετάζοντας κατά πόσο υφίσταται δικαίωμα στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού στα υπό κρίση γεγονότα, όπως εκφράστηκε από τον Δικαστή Wright στην απόφαση Brooks Wharf & Bull Wharf Ltd v. Goodman Bros [1937] 1 K.B.523: « The obligation is imposed by the Court simply under the circumstances οf the case and on what the Court decides is just and reasonable, having regard to the relationship of the parties. It is a debt or obligation constituted by the act of the law, apart from any consent or intention of the parties or any privity of contract.». O αδικαιολόγητος πλουτισμός σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Παναγιώτης Κίτσης ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1077: « ...δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής, εντάσσεται στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και ελλείψεις του κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας». Στην Benedetti v. Sawiris
(2013)3 W.L.R. 351, η οποία υιοθετήθηκε και από την κυπριακή νομολογία, το Δικαστήριο, εξετάζοντας κατά πόσο τυγχάνουν εφαρμογής στα ενώπιόν του γεγονότα οι αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατέγραψε ότι ένα Δικαστήριο οφείλει όπως απαντήσει καταφατικά τα ακόλουθα ερωτήματα: «
(1)Has the defendant been enriched?
(2)was the enrichment at the claimant's expense?
(3)was the enrichment unjust?
(4)are there any defences available to the defendant? ». Στο Σύγγραμμα Pollock & Mulla «The Indian Contract & Specific Relief Acts», 16η έκδ., Τόμος 1, σελ. 1052, διαβάζεται η ρωμαϊκή αρχή: «Nemo debet locupletari ex aliena jactura» η οποία, σε ελεύθερη μετάφραση, αποτυπώνει τις βασικές αρχές του δικαίου της επιείκειας, ήτοι, ότι ουδείς πρέπει να καθίσταται πλουσιότερος εις βάρος και/ή δυνάμει απώλειας άλλου προσώπου. Πολύ πρόσφατα στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Bank of China (Hong Kong) Limited v. Vaimicus Estates Ltd Πολ. Εφ. E70/18 ημερ. 24/11/2023 επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές και διαβάζονται τα ακόλουθα σημαντικά: « Ο Αδικαιολόγητος Πλουτισμός, ως έννοια, βρίσκεται στον πυρήνα της γενικότερης αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) που παρέχεται από τους κανόνες της επιείκειας (βλ. Chitty on Contracts (General Principles) (27η έκδοση), σελ. 1392, παρ. 29-007 και Minervα Finance & Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173). Πρόκειται για ιδιότυπη αρχή που έχει ως στόχο την απόδοση δικαιοσύνης σε περιπτώσεις που εκφεύγουν της στενής εφαρμογής των αρχών του δικαίου των συμβάσεων και γενικά δεν εντάσσονται στα στεγανά του κοινοδικαίου. Στο σύγγραμμα Chitty (ανωτέρω) παρ. 29-007, αναφέρεται, ότι ο Αδικαιολόγητος Πλουτισμός εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου κάποιος έχει άδικα πλουτίσει σε βάρος άλλου και θα πρέπει έτσι να αποκαταστήσει την αδικία. Στην υπόθεση Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1077, αναφέρθηκε ότι η αρχή του Αδικαιολόγητου Πλουτισμού προσφέρει ανταπόδοση πέραν και ανεξάρτητα οποιουδήποτε συμβατικού πλαισίου ή όπου το συμβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει. Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο», του δικηγόρου Πολυβίου Γ. Πολυβίου, τόμος Β σελίδα 777 και επόμενες, στο κεφάλαιο 32 με τίτλο «Αδικαιολόγητος Πλουτισμός και Αποκατάσταση (Unjust enrichment and Restitution)», γίνεται έντονη συζήτηση κατά πόσο ο Αδικαιολόγητος Πλουτισμός αποτελεί αυτόνομη κατηγορία δικαίου ή κατά πόσο υπάρχουν διάφορες περιπτώσεις με τα δικά τους χωριστά χαρακτηριστικά εκτός του δικαίου των συμβάσεων, όπου το Δικαστήριο θα εκδώσει κάποια θεραπεία με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων, χωρίς όμως αυτές οι περιπτώσεις να αποτελούν ακόμη αυτόνομη και ανεξάρτητη κατηγορία δικαίου, όπως είναι το δίκαιο των συμβάσεων και το δίκαιο των αστικών αδικημάτων. Ο Lord Diplock στην υπόθεση Orakpo v. Manson Investment Ltd [1978] A.C. 95, τόνισε ότι δεν υπάρχει στο αγγλικό δίκαιο γενική και ενοποιημένη κατηγορία δικαίου βασισμένη στον Αδικαιολόγητο Πλουτισμό. Η ίδια θεώρηση έχει εκφραστεί και σε κυπριακές δικαστικές αποφάσεις. Αναφορά γίνεται στις υποθέσεις Minerva Finance Investment Ltd v. Γεώργιου Γεωργιάδη και Κίτσης v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (ανωτέρω). Το Άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου προνοεί ως ακολούθως: «Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν οτιδήποτε χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε.» Στην υπόθεση Ismini Kyriacou HjiLoizi & Others v. Irini Iona
(1963)2 CLR 11, το Ανώτατο Δικαστήριο παρέθεσε τις προϋποθέσεις θεμελίωσης του δικαιώματος που προκύπτει από το Άρθρο 70 και έχουν εκτεθεί οι τέσσερις προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση του εν λόγω άρθρου. Συγκεκριμένα, έχουν αναφερθεί τα ακολούθα: «On a fair reading of section 70 it appears that four conditions are required to establish a right of action, namely, (
- a)the act must be done lawfully; (
- b)for another person; (
- c)it must be done by a person not intending to act gratuitously; and (
- d)the person for whom the act is done must enjoy the benefit of it. The fulfilment of the conditions is a question of fact in each case.» Για επιτυχή επίκληση της αρχής του Άδικου Πλουτισμού θα πρέπει να καταδειχθεί (α) πως ο εναγόμενος πλούτισε (has been enriched) από όφελος (benefit), (β) εξ' όδοις του ενάγοντος (at the plaintiff's expense και (γ) ότι θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο να διατηρήσει το όφελος (retention of the benefit would be unjust)(βλ. Goff and Jones The Law of Restitution, (2η έκδοση), σελ. 11-45, Chitty (ανωτέρω) παρ. 29-0011 και Χρίστου v. Khoreva,
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Η πρόσφατη υπόθεση Benedetti v. Sawaris [2013] 3 W.L.R. 351, επαναλαμβάνει τις πιο πάνω προϋποθέσεις, προσθέτοντας - αυτονόητα - και μια τέταρτη, σύμφωνα με την οποία, για να δικαιούται ο ενάγοντας σε επιτυχή επίκληση της αρχής, ο εναγόμενος, δεν θα πρέπει να δικαιούται σε οποιαδήποτε υπεράσπιση. ». Στην υπό κρίση υπόθεση, ως αποκαλύφθηκε από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη 3 παραχώρησε δάνειο στους Εναγόμενους 1 και 2 για την αγορά διαμερίσματος από την Ενάγουσα. Για λόγους που δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο, τον Νοέμβριο 2012 η Εναγόμενη 3 λόγω του ότι δεν είχε οποιαδήποτε εξασφάλιση για το συγκεκριμένο δάνειο, αποφάσισε να εισπράξει το ποσό του παραχωρηθέντος δανείου, ως δικαιούτο να πράξει δυνάμει των όρων της εγγυητικής επιστολής λόγω του ότι δεν είχε εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας, το οποίο εισέπραξε μέσω της εγγυητικής με τη διαφορά ότι εισέπραξε μεγαλύτερο ποσό από αυτό που παραχώρησε ως δάνειο. Η αρχή της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού υπήρξε αντικείμενο εξέτασης και στην υπόθεση Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α. ν. Δημητρίου Κακάβου
(2015)1 Α.Α.Δ. 2195, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξηγούνται με ενάργεια στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου: «Το δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3, σελ. 799-810 όπου αναπτύσσεται η όλη σχετική νομολογία στο θέμα. Όπως εύστοχα συζητείται στο σχετικό κεφάλαιο, οι θεραπείες του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjust enrichment») και αποκατάστασης («restitution"), είναι στην ουσία εξωσυμβατικές. Ενώ, δηλαδή, μια σύμβαση ή συμφωνία βασίζεται στην αμοιβαία συναίνεση των μερών με αντιπαροχή να κινείται από το ένα μέρος προς το άλλο, η αποκατάσταση βασίζεται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιάς στον ενάγοντα, αλλά στην αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο. Γενικά, όμως, δεν έχει ακόμη αναγνωρισθεί στο Αγγλικό δίκαιο μια γενική και ενοποιημένη κατηγορία βασισμένη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, (Orakpo v. Manson Investments Ltd
(1978)AC 95). Αυτή η μη αναγνώριση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αυτόνομης αιτίας αγωγής έχει απασχολήσει και το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Minerva Finance and Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 2173 και Κίτσης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 ΑΑΔ 1077. Η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι η αποκατάσταση συνιστά θεραπεία και όχι βάση αγωγής και ανήκει χωρίς άλλο στο χώρο του δικαίου της επιείκειας. Γίνεται πλέον λόγος για restitutional claim, η φιλοσοφία και λειτουργία του οποίου απορρέει από οιονεί συμβατική σχέση που στοχεύει στην απόδοση ποσού στον ενάγοντα του οφέλους που απεκόμισε ο εναγόμενος λόγω λανθασμένης ή έκνομης πράξης. Κατά τον F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 173, η βάση της αξίωσης εδράζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή την ύπαρξη εξυπακουόμενης υπόσχεσης. Η θεραπεία της αποκατάστασης ("restitution"), έχει αναφερθεί και εξηγηθεί στην Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου
(2012)1 ΑΑΔ 1311, σελ. 1328-1330.» Η βασική αρχή που εξάγεται από την πιο πάνω νομολογία είναι ότι μια αξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν θεωρείται ως αξίωση για αποζημίωση για απώλεια αλλά για απόσπαση του οφέλους που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εναγόμενος με έξοδα του ενάγοντα (βλ. Benedetti v. Sawiris
(2013)3 WLR 351) ». Το άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου προνοεί: «
- Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε». Το συγκεκριμένο άρθρο ενσωματώνει τη νομοθετική έκφανση του δικαίου του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το Δικαστήριο λόγω της συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας δεν χρειάζεται, ώστε να δύναται να αποδώσει θεραπεία, ούτε να εξαγάγει τη δημιουργία εξυπακουόμενης σύμβασης εκεί όπου δεν υπάρχει ρητά, ούτε να ανατρέξει στο δίκαιο της επιείκειας όπου εδράζεται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός. Μπορεί να αποδώσει θεραπεία στη βάση της πιο πάνω ρητής νομοθετικής διάταξης. Σύμφωνα με το Σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου, «ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ», Τόμος Β, 2014, στη σελ. 833: « Το άρθρο αυτό χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ευρύτητα. Οι πρόνοιές του επεκτείνονται πολύ πέραν των παραδοσιακών κατηγοριών του κοινοδικαίου αναφορικά με σχέσεις οιονεί συμβατικές (quasi - contract). Έχει λεχθεί ότι το άρθρο 70 έχει ως στόχο την εμπέδωση αρχών «αποκατάστασης» (restitution) και της «εξουδετέρωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού» (unjust enrichment) που θα λάμβαναν χώρα εάν κάποιο πρόσωπο μπορούσε να οικειοποιηθεί όφελος το οποίο προσπορίστηκε από νόμιμη πράξη κάποιου άλλου προσώπου, όταν ο τελευταίος ενήργησε νόμιμα και χωρίς πρόθεση να πράξει τούτο χαριστικά. Εκ πρώτης όψεως μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ του αντικειμένου του άρθρου 70 αφενός και ορισμένων περιπτώσεων που αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο του δικαίου των συμβάσεων αφετέρου». Και στη σελ. 835: « Ως θέμα νομικής μεθοδολογίας, η ορθή αντιμετώπιση είναι εξέταση κατά πόσο υπάρχει σύμβαση μεταξύ των μερών. Εάν η απάντηση είναι καταφατική, τότε δεν εγείρεται θέμα επίκλησης του άρθρου
- Το σημαντικό σημείο όμως είναι ότι τα δικαστήρια, εκεί που έχουν στη διάθεσή τους το άρθρο 70 του Νόμου, δεν θα προβούν σε διάφορες επινοήσεις και ακροβατισμούς για να «δημιουργήσουν» σύμβαση μεταξύ των μερών. Αντίθετα, θα επικαλεστούν το άρθρο 70 με σκοπό την επίτευξη δικαιοσύνης μεταξύ των μερών, χωρίς την ανάγκη επινόησης κάποιας σύμβασης ως του μόνου μέσου απόδοσης νομικής θεραπείας». Στην Ismini Kyriacou HjiLoizi & others v. Irini Iona
(1963)C.L.R. 11, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέγραψε τέσσερεις προϋποθέσεις, η σωρευτική πλήρωση των οποίων θεμελιώνει το δικαίωμα του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου. « On a fair reading of section 70 it appears that four conditions are required to establish a right of action, namely, (
- a)the act must be done lawfully; (
- b)for another person; (
- c)it must be done by a person not intending to act gratuitously; and (
- d)the person for whom the act is done must enjoy the benefit of it. The fulfilment of the conditions is a question of fact in each case». Εν προκειμένω, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα εξέδωσε την εγγυητική επιστολή για το ποσό των €170.860,14 ως εξασφάλιση για την παροχή δανείου από την Εναγόμενη 3 στους Εναγόμενους 1 και 2 για την αποπληρωμή του ακινήτου που είχαν αγοράσει από την Ενάγουσα. Λόγω του ότι δεν υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας για το ακίνητο η Εναγόμενη 3 ζήτησε την έκδοση της συγκεκριμένης εγγυητικής επιστολής ως ασφάλεια για την έκδοση ανεξάρτητου τίτλου, ο οποίος τίτλος θα επέτρεπε στο διαμέρισμα να υποθηκευτεί προς όφελος της. Οι ενέργειες αυτές ήταν νόμιμες και η Ενάγουσα Εταιρεία προσπορίστηκε το όφελος του ποσού των €170.860,11 αφού τελικά το διαμέρισμα της επιστράφηκε. Σίγουρα η Εναγόμενη 3 δεν είχε σκοπό να χαρίσει το συγκεκριμένο ποσό στην Ενάγουσα Εταιρεία. Από την άλλη όμως η Εναγόμενη 3 δεν δικαιούτο να εισπράξει μεγαλύτερο ποσό από αυτό που παραχώρησε στην Ενάγουσα. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δικαιούται σε ποσό €49.991,63 δυνάμει των προνοιών του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου. Η Εναγόμενη 3 έχει εμπλουτιστεί από την απόκτηση οφέλους και συγκεκριμένα του ποσού των €49.991,63, ήτοι €220.851,79 - €170.860.16. Αφορά στο ποσό που εισπράχθηκε επιπρόσθετα από αυτό που καταβλήθηκε από την Εναγόμενη 3 στην Ενάγουσα Εταιρεία και για το οποίο δεν υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής του εκ μέρους της Ενάγουσας Εταιρείας. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας Εταιρείας και εναντίον της Εναγόμενης 3 για το ποσό των €49.991,63 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, ήτοι 27/02/2013 μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον έξοδα, ως υπολογισθούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €10.000 - €50.000. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο