Ιωάννη Ιωσηφάκη ν. MAN CONTRACTORS & DEVELOPERS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 81/21, 11/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 81/21 Μεταξύ: Ιωάννη Ιωσηφάκη Ενάγοντα -και- MAN CONTRACTORS & DEVELOPERS LIMITED Εναγόμενη -------------------------- Αίτηση ημερ. 08/07/2024 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 11 Οκτωβρίου, 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια - Εναγόμενη: κ. Λοϊζίδης για Λοϊζίδης & Οικονόμου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ου η αίτηση - Ενάγοντα: κ. Ν. Θεοδώρου για Nicholas A. Theodorou & CO LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση της η Εναγόμενη Εταιρεία - Αιτήτρια επιζητεί όπως της επιτραπεί να τροποποιήσει την Έκθεση Υπεράσπισης της έτσι ώστε να προσθέσει, πριν την υφιστάμενη παράγραφο 1, την ακόλουθη παράγραφο: « Οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα στο μέτρο που αυτό στηρίζεται και/ή εδράζεται στο αγώγιμο δικαίωμα της απάτης και/ή των ψευδών παραστάσεων αυτό έχει παραγραφεί δυνάμει του Άρθρου 68 του Κεφ.148, και/ή στο μέτρο που αυτό στηρίζεται και/ή εδράζεται στο αγώγιμο δικαίωμα της παράβασης σύμβασης κατασκευαστικών εργασιών ως αυτό έχει παραγραφεί δυνάμει του Άρθρου 7 του Νόμου 66/12». Παράλληλα, ζητείται η προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου, στο τέλος της παραγράφου 8: « Ειδικότερα η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι την 01.11.2006 συνήψε συμφωνία κοινοπραξίας με την εταιρεία SATURN BUILDING CO.LIMITED με σκοπό την εκτέλεση των επίδικων εργασιών συμπεριλαμβανομένων των εργασιών των προκειμένων τεμαχίων γης. Σημειώνεται ότι από ή περί τον Νοέμβριο του 2006 ο Ενάγοντας πληροφορήθηκε και/ή γνώριζε και/ή συγκατατέθηκε και/ή συμφώνησε με την Εναγόμενη υπό την ιδιότητά της ως μέλος της συσταθείσας κοινοπραξίας όπως οι επίδικες εργασίες επί των δικών του τεμαχίων γης εκτελεστούν από την κοινοπραξία και/ή τα μέλη της, την Εναγόμενη και την εταιρεία SATURN BUILDING CO. LIMITED». Τέλος, προωθείται η αναρίθμηση των υφιστάμενων παραγράφων από 1 - 15 σε 2 - 16. Νομική βάση για την αίτηση αποτέλεσαν οι Δ.9, Δ.21, Δ.25 θ.θ. 1 - 6 και Δ.48 θ.θ.1, 2 και 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η σύμφυτη εξουσία, η πρακτική και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση του Μιχάλη Ιωάννου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη εταιρεία. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, ο ίδιος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, αλλά έχει λάβει και πληροφορίες από τον μοναδικό διευθυντή της Εναγόμενης. Ο λόγος που η ένορκη δήλωση δεν καταρτίζεται από τον ίδιο τον διευθυντή της Εναγόμενης εταιρείας είναι γιατί τα συγκεκριμένα θέματα, τα οποία πραγματεύεται, αφορούν σε νομικά σημεία. Προωθεί τη θέση ότι περί τον Νοέμβριο του 2023 η Εναγόμενη εταιρεία αποφάσισε να αλλάξει τον δικηγόρο της γιατί διαφωνούσαν αναφορικά με τον χειρισμό της υπόθεσης. Με την ανάληψη της υπόθεσης οι νέοι δικηγόροι διαπίστωσαν ουσιώδη δικογραφικά ζητήματα και προβλήματα τα οποία επιβάλλουν την τροποποίηση της Υπεράσπισης. Υποστηρίζει, ο Ομνύοντας, ότι το ζήτημα της παραγραφής είναι αμιγώς νομικό και ως εκ τούτου η έγερσή του στο παρόν στάδιο δεν θα δημιουργήσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Ισχυρίζεται ότι η τροποποίηση είναι απαραίτητη για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και συγκεκριμένα για να αποφασιστεί κατά πόσο έχει δικαιοδοσία το Δικαστήριο αλλά και για την αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης αφού δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση, δεν προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά, αλλά ούτε και θα προκαλέσει οποιαδήποτε υπέρμετρη καθυστέρηση. Προωθεί τη θέση ότι όταν δόθηκαν οδηγίες δυνάμει της Δ.30 για την αποκάλυψη εγγράφων, τότε είχαν περιέλθει στην αντίληψη των δικηγόρων της Εναγόμενης εταιρείας έγγραφα τα οποία εκ παραδρομής δεν είχαν διαβιβαστεί από την Εναγόμενη εταιρεία στους ίδιους. Οπόταν, καμία καθυστέρηση δεν έχει σημειωθεί γιατί μόλις έγινε αντιληπτή η ύπαρξη των εγγράφων έγιναν ενέργειες για καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Καταλήγει, ότι οι συγκεκριμένες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες έτσι ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση και ως εκ τούτου είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί η τροποποίηση. Η πλευρά του Ενάγοντα - Καθ΄ου η αίτηση αντιμετώπισε την αίτηση με την καταχώρηση ένστασης στην οποία κατέγραψε έξι
(6)λόγους ενστάσεως. Συνοπτικά οι λόγοι ενστάσεως είναι οι ακόλουθοι: Ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν απαραίτητη την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι η τροποποίηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση ή/και είναι υπερβολική ή/και αδικαιολόγητη, ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ή και αδιαφορία η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης του Δικαστηρίου, ότι επηρεάζει και παραβλάπτει το δικαίωμα του Ενάγοντα για τη διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο, ότι δεν γίνεται καλή τη πίστη και ότι είναι παράτυπη και αντικανονική. Νομική βάση για την ένσταση αποτέλεσαν η Δ.25, η Δ.30 και η. Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, το Άρθρο 6.1 της ΕΣΔΑ και οι συμφυείς εξουσίες και η γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα προς υποστήριξη της Ένστασης παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ο οποίος τα γνωρίζει προσωπικά. Είναι η θέση του ότι ως εξελίχθηκε η πορεία της υπόθεσης παρουσιάζονται παραλείψεις της Εναγόμενης εταιρείας να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα την καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης στις 08/07/
- Αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας και ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη Εταιρεία ‑ Αιτήτρια αντικατέστησε τους δικηγόρους της από τον Νοέμβριο του 2023, ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων καταχωρίστηκε από τον ίδιο στις 02/02/2024, ενώ η αίτηση καταχωρίστηκε τον Ιούλιο 2024, για να εισηγηθεί ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης. Υποστηρίζει ότι σύμφωνα με τη νέα Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, κατά κανόνα, δεν είναι επιτρεπτή. Η οποιαδήποτε τροποποίηση μπορεί να γίνει αποδεκτή κατ' εξαίρεση, με τη διαπίστωση καλόπιστου λάθους ή σε περιπτώσεις που προέκυψαν νέα δεδομένα τα οποία δεν υπήρχαν κατά το στάδιο της λήψης οδηγιών για έγερση της αγωγής ή την καταχώριση του κλητήριου εντάλματος. Προωθεί τη θέση ότι τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος ή νέα δεδομένα και εν πάση περιπτώσει, ούτε γίνεται επίκληση του καλόπιστου λάθους στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Σε σχέση με το Αιτητικό Β της αίτησης, ο Ομνύοντας υποστηρίζει ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα θα έπρεπε να ήταν γνωστά στην Αιτήτρια - Εναγόμενη εταιρεία κατά την καταχώρηση της Υπεράσπισης αφού είχαν προκύψει πριν την καταχώρισή της, οπόταν δεν ενεργοποιούνται οι πρόνοιες της Δ.
- Όσον αφορά το Αιτητικό Α, προωθεί τη θέση ότι η απαίτησή του δεν συνδέεται με αμέλεια και συνεπώς το Άρθρο 68 του Κεφ. 148 δεν είναι σχετικό. Είναι η θέση του ότι η αίτηση για τροποποίηση υποβλήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και μετά από επανειλημμένες αναβολές της αγωγής για οδηγίες, για να συμμορφωθεί η Εναγόμενη Εταιρεία ‑ Αιτήτρια με τις οδηγίες του Δικαστηρίου για αποκάλυψη εγγράφων. Εν πάση περιπτώσει, η Αιτήτρια - Εναγόμενη δεν αιτιολόγησε γιατί επιδιώκει τη συγκεκριμένη τροποποίηση, ιδιαίτερα ενόψει του ότι τα γεγονότα τα οποία επιχειρεί να εισάγει, με την τροποποίησή της, της ήταν γνωστά από την καταχώριση της αγωγής. Εισηγείται ότι, με δεδομένο ότι η Αιτήτρια δεν έδωσε επαρκή ή ικανοποιητική δικαιολογία που να δικαιολογεί τον διαρρεύσαντα χρόνο, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Υποστηρίζει ότι η αλλαγή δικηγόρου από διάδικο δεν συνιστά εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και εν πάση περιπτώσει, η Αιτήτρια - Εναγόμενη δεν αιτιολόγησε και δεν ανάφερε γιατί η συγκεκριμένη αίτηση δεν καταχωρήθηκε νωρίτερα. Καταλήγει ότι η συμπεριφορά της Αιτήτριας - Εναγόμενης ήταν τέτοια, που υπονομεύει το θεσμικό πλαίσιο επίκλησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, αφού επηρεάζει και παραβλάπτει το θεμελιώδες δικαίωμα του ίδιου για διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου και εισηγείται την απόρριψη της αίτησης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και των δύο διαδίκων προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, υποβοηθητικές για το Δικαστήριο. Το περιεχόμενό τους είναι υπόψη του Δικαστηρίου και θα αναφερθεί σε αυτό όπου κρίνει τούτο απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Καθοριστική για την έκβαση της Αίτησης είναι η Δ.25 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, η οποία εφαρμόζεται στην υπό κρίση Αίτηση και προνοεί ως ακολούθως: «
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.». Είναι εμφανές, από την παράθεση του αυτούσιου λεκτικού της τροποποιημένης Δ.25 θ.3, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιτρέψει τροποποίηση σε οιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ή για οποιονδήποτε λόγο, πλην εκεί όπου αποκαλύπτεται εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή έχουν προκύψει νέα δεδομένα τα οποία δεν ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας. Σημειώνεται ότι η Αιτήτρια - Εναγόμενη εταιρεία δεν προβάλλει οποιοδήποτε ισχυρισμό περί νέων δεδομένων, αντίθετα προωθεί τη θέση ότι διαπιστώθηκαν «δικογραφικά λάθη» από τους νέους δικηγόρους. Εδώ θα πρέπει να ανοιχθεί μια παρένθεση για να καταγραφεί ότι οι νέοι δικηγόροι ανέλαβαν τον Νοέμβριο 2023 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε τον Ιούλιο 2024, ήτοι 7 μήνες μετά. Εγείρεται εύλογα το ερώτημα, γιατί προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η αίτηση καταχωρίστηκε μόλις περιήλθαν στην αντίληψη των δικηγόρων της Αιτήτριας τα γεγονότα, αφού πρόκειται για νομικούς ισχυρισμούς. Ο περιορισμός στην τροποποίηση δικογράφου, μετά την κλήση για οδηγίες, κατέστη αναγκαίος ως επικουρικός προς την τότε Δ.30, η οποία αποσκοπεί στη σωστή προδικασία και σύντομη προώθηση και εκδίκαση των πολιτικών αγωγών. Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται ουσιαστικά μια δεύτερη ευκαιρία από την Εναγόμενη εταιρεία για να παραθέσει τους ισχυρισμούς της, χωρίς όμως να προβάλλεται, παράλληλα, οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την υποβολή του συγκεκριμένου αιτήματος και χωρίς να γίνεται επίκληση του καλόπιστου λάθους. Ερμηνεία της Δ.25 ως υφίσταται σε σχέση με υποθέσεις που καταχωρίστηκαν πριν το 2024 οδηγεί, κατά την αντίληψη του Δικαστηρίου, στην απόρριψη του αιτήματος, αφού καμία από τις προϋποθέσεις της νέας Δ.25 πληρείται. Συγκεκριμένα, η «τροποποίηση», αν μπορεί να χαρακτηρισθεί έτσι, που επιδιώκει η Αιτήτρια - Εναγόμενη εταιρεία ούτε καλόπιστο λάθος αποτελεί, αλλά ούτε αφορά νέα δεδομένα τα οποία να μην ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη οδηγιών και να προέκυψαν αργότερα, αλλά αφορά επαγγελματική αμέλεια του προηγούμενου δικηγόρου της. Συγκεκριμένα, τα γεγονότα που περιγράφονται στην παράγραφο 1 της αίτησης και καταγράφουν την προδικαστική ένσταση που σχετίζεται με την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος από τον Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση, βασίζονται σε γεγονότα που ήταν γνωστά στην Αιτήτρια - Ενάγουσα κατά τον χρόνο καταχώρισης της Υπεράσπισης, ήτοι 16/01/2023. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η προτιθέμενη τροποποίηση της παραγράφου 8 της Υπεράσπισης θα βοηθήσει στη διευκρίνηση του ποιος εκτέλεσε τις εργασίες που προνοούσαν οι επίδικες συμφωνίες, θα πρέπει να επαναληφθεί ότι ούτε αυτό το γεγονός συνιστά νέο στοιχείο. Δεν έχει προωθηθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί παραδρομής και/ή αβλεψίας του δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση εκ μέρους της Αιτήτριας - Ενάγουσας, αλλά και να είχε προωθηθεί, έχει νομολογηθεί πλειστάκις ότι λάθος συνηγόρου δεν δικαιολογεί απόκλιση από την καθορισμένη διαδικασία. Αναφορά μπορεί να γίνει στο σκεπτικό της απόφασης του αδελφού Δικαστή Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. στην υπόθεση Αrizona Trading Ltd ν. Μοντεξύλ Λτδ, Αρ. Αγωγής 15/17, ημερ. 31/05/2018, στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα, με τα οποία το παρόν Δικαστήριο συμφωνεί πλήρως: « Από το λεκτικό των πιο πάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου παρέχεται σε τρία διαφορετικά στάδια της διαδικασίας. Όσο προχωρά η διαδικασία, το εύρος της ευχέρειας τροποποίησης στενεύει. Έτσι στο στάδιο πριν την επίδοση του κλητηρίου, ο ενάγων μπορεί, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, όποτε επιθυμεί και όσες φορές επιθυμεί να προβεί σε τροποποίηση αυτού. Στο επόμενο στάδιο, μετά την ανταλλαγή δικογράφων, και πριν την έκδοση κλήσεως για οδηγίες, επιτρέπεται για μια φορά (άπαξ) η τροποποίηση δικογράφου χωρίς και πάλι την άδεια του Δικαστηρίου. Μετά όμως την έκδοση της κλήσεως για οδηγίες δεν επιτρέπεται τροποποίηση δικογράφων εκτός κατ΄ εξαίρεση και κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Από το λεκτικό της Δ.25 θ.3 προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν επιτρέπεται, με εξαίρεση την τροποποίηση που σκοπεί στη διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας και στην περίπτωση που η τροποποίηση είναι αναγκαία, λόγω του ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου σκοπείται η τροποποίηση. Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι για σκοπούς της νέας Διαταγής 25 Θ.3 δεν μπορεί να υιοθετηθεί η φιλελεύθερη προσέγγιση που καθιέρωσε η Νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25». Αποδοχή της θέσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της Αιτήτριας-Εναγόμενης εταιρείας θα άνοιγε την πόρτα σε ένα ευρύ φάσμα αιτημάτων και θα καθιστούσε το αίτημα τροποποίησης ανέλεγκτο, αφού θα ήταν πολύ εύκολο για τον κάθε συνήγορο ή αιτητή να επικαλείται είτε σφάλμα ετέρου που φαινομενικά είναι καλόπιστο, είτε γενικά αναγκαιότητα τροποποίησης του υφιστάμενου δικογράφου έτσι ώστε να εξασφαλίσει το οποιοδήποτε διάταγμα. Δεν είναι όμως αυτό που επιζητεί ο κανονισμός, ο οποίος θέτει διάδικο και συνήγορο προ των ευθυνών τους για εξασφάλιση όλων όσων χρειάζεται για την κατάρτιση των δικογράφων πριν την κλήση για οδηγίες. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η μη συμπερίληψη των όσων καταγράφονται στην αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί «καλόπιστο λάθος» και εν πάση περιπτώσει, δεν γίνεται επίκληση καλόπιστου λάθους από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας - Εναγόμενης. Κατ' επέκταση, το αίτημα δεν μπορεί να εγκριθεί. Για όλους τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει πιο πάνω, η υπό κρίση αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση - Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι άμεσα καταβλητέα. (Υπ.) ................................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο