← Κύπρος

Gordian Holdings Limited ν. Γεώργιος Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 2110/23, 29/10/2024

Gordian Holdings Limited ν. Γεώργιος Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 2110/23, 29/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2110/23 (iJustice) Μεταξύ: Gordian Holdings Limited Ενάγουσα - και - Γεώργιος Χαραλάμπους Εναγόμενος ---------------------------------- Αίτηση, ημερ. 10.5.24, για έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα-αιτήτρια: κα Α. Αγαθοκλέους Για εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση: κα Θ. Διάκου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων. Στην πολυσέλιδη έκθεση απαίτησης αναφέρει ότι έγινε ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου το 2023 μετά από εκποίησή του. Όταν επιχείρησε να λάβει την κατοχή του, διαπίστωσε ότι το κατέχει, χωρίς την άδεια της, ο εναγόμενος, γιος της πρώην ιδιοκτήτριας. Ζητά, μεταξύ άλλων, να της παραδώσει το ακίνητο, ενδιάμεσα οφέλη και αποζημιώσεις. Ο εναγόμενος στην υπεράσπιση αναφέρει ότι ενοικιάζει το ακίνητο από το 2019 δυνάμει γραπτής συμφωνίας. Πληρώνει ενοίκιο €600 μηνιαίως και το κατέχει νόμιμα. Αρνείται ότι η ενάγουσα είναι η «νόμιμη ιδιοκτήτριά» του. Η ενάγουσα στην πολυσέλιδη απάντηση αναφέρει ότι η συμφωνία ενοικίασης δεν τη δεσμεύει. Η ενοικίαση του ακινήτου έγινε κατά παράβαση των όρων της σύμβασης υποθήκης μεταξύ της ενάγουσας και της πρώην ιδιοκτήτριας. Με την παρούσα αίτηση, η ενάγουσα ζητά προσωρινό Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον εναγόμενο να συνεχίσει να κατέχει το ακίνητο, «εκτός και αν» πληρώνει μηνιαίως το ποσό των €1.325 (αιτητικά Α και Β). Στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωσή της αναφέρει ότι έγινε εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου το 2023 μετά από εκποίησή του (Τεκμήριο 1). Το ακίνητο είχε υποθηκευτεί το 2013 από την τότε ιδιοκτήτριά του (Τεκμήριο 3). Ο εναγόμενος κατέχει το ακίνητο παράνομα ως χώρο διαμονής και επαγγελματική στέγη, χωρίς τη συναίνεσή της. Η κατ' ισχυρισμό συμφωνία ενοικίασης είναι άκυρη, παράνομη και αντίθετη με τους όρους της σύμβασης υποθήκης μεταξύ της ενάγουσας και της πρώην ιδιοκτήτριας. Η συμφωνία ενοικίασης δεν τη δεσμεύει καθότι αγόρασε το ακίνητο ελεύθερο από εμπράγματα βάρη. Ο εναγόμενος κατέχει το ακίνητό της χωρίς αντάλλαγμα, ενώ «συνεχίζει να καταβάλλει ποσό εις αντάλλαγμα της κατοχής στην [προηγούμενη ιδιοκτήτρια], η οποία δεν δικαιούται πλέον να εισπράττει οποιοδήποτε ποσό». Ο εναγόμενος «με θρασύτητα» προσπαθεί να συνεχίσει να κατέχει το ακίνητο με ψέματα και ανυπόστατες δικαιολογίες. Ζητά από τον εναγόμενο να της παραδώσει το ακίνητο, εκτός αν πληρώνει μηνιαίως την ενοικιαστική αξία του. Στην ένστασή του, ο εναγόμενος επικαλείται 27 λόγους ένστασης. Στην ένορκη δήλωσή του αναφέρει ότι ενοικιάζει το ακίνητο από τη μητέρα του δυνάμει γραπτής συμφωνίας από το 2019 (Τεκμήριο 1). Η συμφωνία ενοικίασης κατατέθηκε από τότε στην ΑΗΚ (Τεκμήριο 2). Πληρώνει ενοίκιο €600 μηνιαίως. Αρνείται ότι η ενάγουσα είναι η «νόμιμη ιδιοκτήτρια». Ακόμη κι αν είναι ιδιοκτήτρια, ουδείς λόγος έξωσης υφίσταται. Η ενοικίαση ουδέποτε τερματίστηκε. Αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν με αναφορά στο άρθρο 32, Ν.14/60. Έλαβα υπόψη μου τη μαρτυρία στον αναγκαίο και επιτρεπτό βαθμό, σε συνάρτηση με τα δικόγραφα και τις αγορεύσεις, έστω κι αν δεν γίνεται αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Πρωτίστως, κατά λογική προτεραιότητα, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τους λόγους ένστασης ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και ότι η ένορκη δήλωση της ενάγουσας φέρει προγενέστερη ημερομηνία από την καταχώριση της αίτησης. Αναφορικά με το θέμα της κατάχρησης, ο εναγόμενος αναφέρει ότι η ενάγουσα ζητά ίδια Διατάγματα με αυτά στην αίτησή της, ημερ. 24.10.23, για έκδοση συνοπτικής απόφασης, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο μετά από ακρόαση. Με κάθε σεβασμό, οι δύο αιτήσεις αποσκοπούν σε διαφορετικό αποτέλεσμα: η πρώτη στην έκδοση ενδιάμεσου Διατάγματος, η δεύτερη στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. Αναφορικά με την ένορκη δήλωση, η υπογραφή της πριν από την καταχώριση της ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή που εκκρεμεί, δεν απαγορεύεται (S.A. Constantinou Ltd κ.ά. v. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd

(2009)1 Α.Α.Δ. 754). Προχωρώ να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Οι αρχές που διέπουν το άρθρο 32 είναι γνωστές. Δεκαετίες πριν, διατυπώθηκαν ως σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία και, αν δεν εκδοθεί το Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο κατοπινά να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη (Odysseos v. Pieris Estates a.ο.
(1982)1 C.L.R. 557). Ακολούθως, το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια κατά πόσον είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το Διάταγμα (Ιορδάνους v. PS Seamless Gutters Ltd, Πολιτική Έφεση 4/22, ημερ. 8.11.22). Έκτοτε οι αρχές έμειναν αναλλοίωτες (Meridian Gaming Ltd κ.ά. v. Κυριάκου κ.ά., Πολιτική Έφεση Ε179/17, ημερ. 2.5.24). Το πρώτο κριτήριο, ήτοι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, αφορά στην ανάγκη ύπαρξης συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Απαιτείται η ύπαρξη απαίτησης, η οποία κατά το δίκαιο, να αποτελέσει αντικείμενο διεκδίκησης ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου (Mints κ.ά. v. Shishkin, Πολιτική Έφεση Ε69/20, ημερ. 10.1.24, Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. v. Cypra Ltd, Πολιτική Έφεση Ε153/14, ημερ. 12.10.22). Εδώ, η ενάγουσα στο δικόγραφό της επικαλείται, μεταξύ άλλων, ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, το οποίο ο εναγόμενος κατέχει παράνομα. Ζητά άρση της παράνομης επέμβασης και αποζημιώσεις. Το πρώτο κριτήριο, επομένως, ικανοποιείται. Το δεύτερο κριτήριο, ήτοι η πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, σχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσής του με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει μέσα από τις ένορκες δηλώσεις ή τυχόν αντεξέταση, όταν ζητείται. Ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (Γενικός Εισαγγελέας v. Cybarco Contracting Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση Ε53/21, ημερ. 10.2.22). Ό,τι απαιτείται, δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της ύπαρξής του (Hazlewood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολιτικές Εφέσεις Ε14/17 και Ε209/17, ημερ. 16.7.19). Εδώ, η ενάγουσα, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι είναι η -εγγεγραμμένη- ιδιοκτήτρια του ακινήτου και ότι ο εναγόμενος είναι παράνομος επεμβασίας. Με άλλα λόγια, επικαλείται γεγονότα τα οποία καθιστούν τις θέσεις της να έχουν προοπτική επιτυχίας (Molvi Estates Ltd v. Κίμωνος κ.ά., Πολιτική Έφεση Ε193/15, ημερ. 9.5.23). Δεν αγνοώ τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, για παράδειγμα ότι δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία της παράνομης επέμβασης, ότι κατέχει το ακίνητο νόμιμα ή ότι δεν υφίσταται λόγος έξωσής του. Ούτε βεβαίως τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, για παράδειγμα ως προς τη νομική υπόσταση της συμφωνίας ενοικίασης. Το Δικαστήριο όμως δεν προβαίνει τώρα σε διατύπωση ευρημάτων (Πολυβίου κ.ά. v. MCNV Georgiou Trading Co Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση Ε74/14, ημερ. 12.1.22). Το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης θα αποφασιστεί κατά την εξέταση της ουσίας της αγωγής (Αδελφοί Ττινιοζού (Εργολάβοι Οικοδομών) Λτδ v. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση Ε202/18, ημερ. 17.10.23). Συμπεράσματα σε σχέση με το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης πρέπει να αποφεύγονται (Grady Properties Corporation S.A. κ.ά. v. Kravitz, Πολιτική Έφεση Ε113/20, ημερ. 31.5.24). Χαρακτηρισμοί όπως «ψέματα», τα οποία επικαλείται η ενάγουσα, δεν έχουν θέση σε τέτοιες διαδικασίες, καθότι τα Δικαστήρια δεν πρέπει να αφήνουν να αιωρείται «ούτε καν σκιά» ότι αποφάσισαν την ουσία της υπόθεσης (Meridian (ανωτέρω)). Το δεύτερο κριτήριο, συνεπώς, ικανοποιείται. Το τρίτο κριτήριο, ήτοι αν δεν εκδοθεί το Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, ικανοποιείται όταν ο αιτητής δεν θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης. Λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Και αυτό διότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διάδικου που επιδιώκει τη θεραπεία (Α. Χατζηπιερής Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Ε1/15, ημερ. 5.4.21). Το θέμα δεν εξετάζεται αόριστα, αλλά είναι «άρρηκτα συνδεδεμένο» με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αιτητή (Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Ε203/13, ημερ. 11.9.19). Η ενάγουσα στην ένορκη δήλωσή της ισχυρίζεται ο εναγόμενος κατέχει το ακίνητο προκαλώντας της οικονομική ζημιά (M.A.C. Boutique Hotels Ltd v. Κωνσταντινίδου και Χριστόπουλος Λτδ κ.ά., Πολιτική Έφεση Ε212/14, ημερ. 30.11.21). Αποδίδει σε αυτόν οικονομική αδυναμία καθότι είναι «αμφιλεγόμενο και αμφισβητούμενο» αν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση υπέρ της με αποτέλεσμα να μην «μπορεί επ' ουδενί να αποζημιωθεί». Ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωσή του δεν αντιτείνει κάτι διαφορετικό. Αντίθετα, ισχυρίζεται ότι δεν έχει σταθερό εισόδημα. Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας περί οικονομικής αδυναμίας του εναγόμενου, σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι δεν έχει σταθερό εισόδημα, είναι αρκετοί για να καταδείξουν ότι το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται σωρευτικά. Απομένει να εξεταστεί «ο πιο σημαντικός ίσως» παράγοντας· η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσον η έκδοση του Διατάγματος είναι εύλογη ή δίκαιη (Ιορδάνους v. PS Seamless Gutters Ltd, Πολιτική Έφεση 4/22, ημερ. 8.11.22). Το Δικαστήριο διατηρεί, με βάση τις αρχές της επιείκειας, την ευχέρεια -έστω και αν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις- να αρνηθεί την έκδοσή του (Αβερκίου v. Θέο Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222). Εξαρτάται από τα εκάστοτε περιστατικά. Το Δικαστήριο επιλέγει την πορεία με τους λιγότερους κινδύνους αδικίας: «το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας» (Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian Company Ltd
(2014)1 Α.Α.Δ. 212). Η ενάγουσα εισηγείται στην αγόρευσή της ότι «το ισοζύγιο της ευχέρειας/δικαιοσύνης γέρνει υπέρ της άσκησης της διακριτικής σας ευχέρειας υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων, καθώς έχετε να επιλέξετε ανάμεσα στην αποκατάσταση της νομιμότητας και τη διασφάλιση των Συνταγματικών κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της ενάγουσας και στη συνέχιση της παρανομίας από τον εναγόμενο εις βάρος της ενάγουσας και αποξενώνοντας την περιουσία του» (η έμφαση διατηρήθηκε). Με κάθε σεβασμό, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό, από τη μία, «νομιμότητα» της ενάγουσας και, από την άλλη, «παρανομία» του εναγόμενου (Πολυβίου (ανωτέρω)). Ούτε είναι αντιληπτό σε ποια αποξένωση περιουσίας αναφέρεται η ενάγουσα. Ό,τι εδώ επιζητείται είναι η έκδοση Διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο να κατέχει το ακίνητο, «εκτός και αν» πληρώνει μηνιαίως την ενοικιαστική αξία του. Πρόκειται για Διάταγμα προστακτικής φύσης. Η «διαχρονική νομολογία» καταδεικνύει ότι τέτοια Διατάγματα σπάνια εκδίδονται (Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734). Ο λόγος είναι προφανής. Τα χαρακτηριστικά ενός προστακτικού Διατάγματος καθιστούν «ιδιαιτέρως απαιτητικές τις περιστάσεις και τους όρους έκδοσής του... Αυτό εξηγείται, κυρίως, στη βάση ότι είναι, συνήθως, πιο πιθανό να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοσή του παρά από την έκδοση ενός απαγορευτικού Διατάγματος» (Κοινοτικό Συμβούλιο xxx v. Σούλη, Πολιτική Έφεση Ε75/15, ημερ. 7.12.18). Εξ ου και εκδίδονται μόνο «όταν, από τα γεγονότα που επικαλείται ο αιτητής, αποκαλύπτεται "μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση" προς όφελός του. Επομένως, τούτο αποφεύγεται, ειδικά, όταν, προς το σκοπό αυτό, απαιτείται το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, λαμβανομένων υπόψη των διαφωνιών τους ως προς τα αληθή γεγονότα που διέπουν την υπόθεση» (Ε.Λ. v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Ε149/20, ημερ. 17.9.21). Υπό τις περιστάσεις, με βάση τη μαρτυρία ιδωμένη στο σύνολό της, ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων της έκδοσης ή μη του Διατάγματος είναι προς όφελος του εναγόμενου. Με την έκδοση του Διατάγματος, ο εναγόμενος θα εξαναγκαστεί ουσιαστικά να πληρώνει μηνιαίως την ενοικιαστική αξία του ακινήτου (είτε στην ενάγουσα είτε σε λογαριασμό της Δημοκρατίας) μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής, αλλιώς θα πρέπει να το εγκαταλείψει. Τέτοιο δραστικό Διάταγμα, επομένως, θα ισοδυναμούσε με έμμεσο εξαναγκασμό του να το εγκαταλείψει, προτού εξεταστεί η ουσία της αγωγής, έχοντας υπόψη ότι η ίδια η ενάγουσα στην ένορκη δήλωσή της επικαλείται την οικονομική αδυναμία του εναγόμενου να πληρώσει τυχόν ποσά επιδικαστούν υπέρ της. Εξάλλου, δεν μπορεί να αγνοηθεί ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι πληρώνει ήδη ενοίκιο στην πρώην ιδιοκτήτρια, στη βάση συμφωνίας ενοικίασης. Μάλιστα, η ενάγουσα -για να καταδείξει ότι η έκδοση του Διατάγματος θα είναι προς όφελος και του ίδιου του εναγόμενου- εισηγείται στην ένορκη δήλωσή της ότι «σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι η ενάγουσα είναι δικαιούχος των ποσών που απορρέουν από το ακίνητο, εάν ο εναγόμενος συνεχίζει να καταβάλλει τα ποσά για παράδειγμα στην [πρώην ιδιοκτήτρια] τότε ο εναγόμενος θα αναγκαστεί ή θα του υποβληθεί (sic), με την εκδίκαση της αγωγής, να καταβάλει τέτοια ποσά ξανά, εις διπλούν, συνεπώς περαιτέρω δυσχεραίνοντας τη θέση του και τα συμφέροντά του» (έμφαση δοθείσα). Με κάθε σεβασμό, η ενάγουσα δεν επεξηγεί πώς διαφοροποιείται η δυσχέρεια του εναγόμενου -την οποία η ίδια επικαλείται- είτε τα ποσά αυτά πληρωθούν στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο είτε στο τέλος της αγωγής. Αντίθετα, με τη μη έκδοση του Διατάγματος, η ενάγουσα διατηρεί το δικαίωμα να λάβει μέτρα για να εκτελέσει την όποια απόφαση υπέρ της σε περίπτωση που της επιδικαστούν τυχόν ποσά για την περίοδο που ο εναγόμενος θα κατέχει το ακίνητο. Η μη έκδοση του Διατάγματος φαίνεται, υπό τις περιστάσεις, να είναι η πορεία που ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας (Ιορδάνους (ανωτέρω)). Η αίτηση απορρίπτεται. Η κατάληξη αυτή καθιστά αχρείαστη την εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης. Τα έξοδα, δεν εντοπίζεται λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.