← Κύπρος

ΜΙΧΑΛΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2665/16, 22/10/2024

ΜΙΧΑΛΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2665/16, 22/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2665/16 Ημερομηνία: 22/10/2024 Μεταξύ: ΜΙΧΑΛΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Ενάγοντα -ΚΑΙ- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγομένης ΚΑΙ ΔΙ' ΑΝΤΑΓΩΓΗΣ: Μεταξύ: ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγουσας -ΚΑΙ-

  1. ΜΙΧΑΛΗ ΝΙΚΟΛΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
  2. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
  3. ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΣΑΤΣΙΑ Εναγομένων Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα και Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 1: κος Γ. Αδαμίδης Για Εναγόμενους και Εξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες: κος Μ. Φλωρίδης Για Εναγόμενο Εξ' Ανταπαιτήσεως 2: κος Δ. Μιχαηλίδης Για Εναγόμενο Εξ' Ανταπαιτήσεως 3: κος Κλ. Δημοσθένους ΑΠΟΦΑΣΗ Με την απαίτηση του στην αγωγή, ο Ενάγοντας αξιώνει τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η συμφωνία δανείου που έγινε και/ή συνομολογήθηκε εις το όνομα του Ενάγοντα από την Εναγόμενη και συγκεκριμένα τη Νέα ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ κατά ή περί τις 24/06/2009 για ποσό €200.000 και αριθμό λογαριασμού ΧΧΧΧΧ0861-0/42889 ως και παντός σχετιζόμενου εγγράφου με την πιο πάνω σύμβαση λόγω του ότι συνομολογήθηκε χωρίς τη γραπτή έγκριση και/ή συναίνεση και/ή συγκατάθεση και/ή υπογραφή του Ενάγοντα και/ή λόγω του ότι συνομολογήθηκε παράτυπα και/ή παράνομα και/ή χωρίς να ακολουθηθεί από την Εναγόμενη η πρέπουσα και/ή νενομισμένη διαδικασία και/ή λόγω παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης και/ή σε κάθε περίπτωση ενόψει του ότι υπάρχει αποτυχία αντιπαροχής. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η συμφωνία δανείου που έγινε και/ή συνομολογήθηκε εις το όνομα του Ενάγοντα από την Εναγόμενη κατά ή περί τις 24/06/2009 για ποσό €200.000 και αριθμό λογαριασμού ΧΧΧΧΧ0861-0/42889 ως και παντός σχετιζόμενου εγγράφου με την πιο πάνω σύμβαση λόγω απάτης. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία δανείου που έγινε και/ή συνομολογήθηκε εις το όνομα του Ενάγοντα από την Εναγόμενη κατά ή περί τις 24/06/2009 για ποσό €200.000 και αριθμό λογαριασμού ΧΧΧΧΧ0861-0/42889 λόγω των προαναφερθέντων δεν έχει καμία ισχύ και/ή δεν μπορεί να δημιουργήσει οιεσδήποτε έννομες υποχρεώσεις του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη. Δ. Αποζημιώσεις διά απάτη και/ή για αμέλεια και/ή για παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων και/ή καθηκόντων και/ή αποζημιώσεις δυνάμει αρχών της επιείκειας για τις πράξεις και/ή παραλείψεις της Εναγόμενης σε σχέση με την πιο πάνω σύμβαση δανείου. Ε. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά επιστροφή παντός καταβληθέντος ποσού με τους αναλογούντες τόκους από την Εναγόμενη προς τον Ενάγοντα. Στ. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά αποζημιώσεις διά παραβίαση καθήκοντος και/ή διά παράλειψη καθήκοντος και/ή το αδίκημα της παράνομης ή πλημμελούς εκτέλεσης καθήκοντος και/ή Η. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Σύμφωνα με τα γεγονότα που καταγράφονται στην έκθεση απαιτήσεως, ο Ενάγοντας είναι κάτοικος του εξωτερικού, στο Ηνωμένο Βασίλειο και κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν εργολάβος οικοδόμων. Τον Οκτώβριο του 2009, ο Ενάγοντας έμαθε για πρώτη φορά από τον αδελφό του ότι οφείλει στην Εναγόμενη το ποσό των €200.000 για δάνειο που έκανε ο αδελφός του εκ μέρους του, χωρίς ο Ενάγοντας να έχει αιτηθεί στην Εναγόμενη για οποιοδήποτε δάνειο. Έμεινε έκπληκτος και προσπάθησε να επικοινωνήσει με την Εναγόμενη για να διαπιστώσει τι είχε γίνει. Τον Οκτώβριο του 2012, εξασφάλισε έγγραφα από την Εναγόμενη. Σύμφωνα με τα έγγραφα, την 16/06 ο αδελφός του Ενάγοντα είχε προβεί στο όνομα του Ενάγοντα σε Αίτηση δανείου με αριθμό 16909 για το ποσό των €200.
  4. Τα πλείστα που καταγράφονται στο περιεχόμενο της Αίτησης δανείου, είναι αναληθή. Κατά ή περί την 24/06/2009 η Νέα ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ, έκδωσε και/ή συνομολόγησε δάνειο επ' ονόματι του Ενάγοντος για ποσό €200.
  5. Προς τούτο η Εναγόμενη συνέταξε στις 24/06/2009 γραπτή συμφωνία δανείου με αριθμό [ ] η οποία προνοούσε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: - Ότι ο χρεώστης θα είναι ο Ενάγοντας. - Το ποσό του δανείου θα ήταν €200.000 - Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε 120 ίσες μηνιαίες δόσεις των €2.271,14 έκαστη της πρώτης πληρωτέας την 24/07/2009 και οι υπόλοιπες την αντίστοιχη ημέρα κάθε επόμενου μηνός ωσότου το δάνειο περιλαμβανομένων των τόκων εξοφληθεί πλήρως. - Το δάνειο θα χρεωνόταν με συνολικό επιτόκιο 6.65% ετησίως. Σαν εξασφάλιση του δανείου στις 24/06/2009 υποθηκεύτηκε περιουσία του Ενάγοντος και συγκεκριμένα κατοικία του στα Λύμπια με τα εξής κτηματολογικά στοιχεία: αρ. εγγραφής: 0/[ ], Φύλλο/Σχέδιο: 40, 18, Τεμάχιο: [ ], Πόλη: Λευκωσία, Λύμπια, Μερίδιο ή Συμφέρον: το όλον. Προς τούτο κατά ή περί την 24/06/2009 εκδόθηκε και έγγραφο υποθήκης το οποίο ο Ενάγοντας δεν υπέγραψε ποτέ. Αμέσως μετά την έκδοση του δανείου, η Εναγόμενη άνοιξε λογαριασμό επ' ονόματι του Ενάγοντος όπου έμβασε μέσα το ποσό του δανείου και στη συνέχεια παντελώς παράνομα και/ή χωρίς κανένα δικαίωμα η Εναγόμενη την 01/07/2009 εξέδωσε δύο επιταγές επ' ονόματι του αδελφού του Ενάγοντος Γιαννάκη Σατσιά για συνολικό ποσό €197.
  6. Ο Ενάγοντας ποτέ δεν έδωσε την έγκριση του για τη συνομολόγηση του δανείου. Διαμαρτυρήθηκε στη διεύθυνση του πιστωτικού ιδρύματος για την έκδοση του δανείου και την υποθήκευση της περιουσίας του, θεωρεί ότι η Εναγόμενη είναι ένοχη απάτης και ότι έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον Ενάγοντα και ότι ως αποτέλεσμα της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 24/06/2009, αυτή είναι άκυρη. Η Εναγόμενη μέσω των υπηρετών και/ή υπαλλήλων και/ή διευθυντών και/ή αξιωματούχων και/ή εκπροσώπων και/ή αντιπροσώπων αυτής είναι ένοχη απάτης με αποτέλεσμα να έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον Ενάγοντα ως επίσης και αποτέλεσμα η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 24/06/2009 να είναι εξ' υπαρχής άκυρη και/ή ακυρωτέα και να δικαιούται σαν αποτέλεσμα σε σχετικό διάταγμα παραμερισμού και ακύρωσης αυτής ως και παντός άλλου εγγράφου που σχετίζεται με την εν λόγω συμφωνία δανείου. Λεπτομέρειες απάτης της Εναγόμενης μέσω των υπαλλήλων και/ή υπηρετών της και/ή των αξιωματούχων αυτής: Α. Έκδωσε δάνειο ύψους €200.000 επ' ονόματι του Ενάγοντος χωρίς ο Ενάγοντας προηγουμένως να προβεί ο ίδιος σε οιανδήποτε Αίτηση δανείου. Β. Αποδέχτηκε Αίτηση δανείου που δεν έγινε καν από τον Ενάγοντα αλλά από τρίτο πρόσωπο εκ μέρους του Ενάγοντα χωρίς κανένα δικαίωμα. Γ. Έγκρινε την Αίτηση δανείου χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν τα στοιχεία που αναγράφονται στο σώμα της Αίτησης είναι αληθή και/ή χωρίς να πάρει οιανδήποτε συνέντευξη με τον Ενάγοντα με αποτέλεσμα τα πλείστα στοιχεία της Αίτησης να είναι αναληθή. Δ. Έκδωσε δάνειο ύψους €200.000 επ' ονόματι του Ενάγοντος χωρίς την προηγούμενη έγκριση και/ή συναίνεση και/ή συγκατάθεση και/ή υπογραφή του. Ε. Έκδωσε δάνειο ύψους €200.000 επ' ονόματι του Ενάγοντος χωρίς καν να ενημερώσει προηγουμένως τον Ενάγοντα. Στ. Δεν παρείχε στον Ενάγοντα κατάλληλη και/ή επαρκή πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σε σχέση με τους όρους της συμφωνίας δανείου ημερ. 24/06/
  7. Ζ. Δεν προειδοποίησε τον Ενάγοντα σχετικά με τους κινδύνους και/ή συνέπειες που θα έχει σε περίπτωση που το δάνειο δεν αποπληρώνεται. Η. Απέκρυψε από τον Ενάγοντα ότι εκδόθηκε δάνειο επ' ονόματι του. Η Εναγόμενη είναι ένοχη αμελείας σε σχέση με την έκδοση και/ή συνομολόγηση και/ή σύναψη του δανείου ημερομηνίας 24/06/2009 επ' ονόματι του Ενάγοντος για το ποσό των €200.
  8. Λεπτομέρειες αμέλειας της Εναγόμενης τράπεζας διά των υπηρετών και/ή υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων αυτής. Α. Δεν ρώτησε προηγουμένως τον Ενάγοντα αν συμφωνεί με την έκδοση δανείου ύψους €200.000 επ' ονόματι του. Β. Δεν ενημέρωσε τον Ενάγοντα για την Αίτηση δανείου ύψους €200.000, η οποία έγινε από τρίτο πρόσωπο εκ μέρους του Ενάγοντα. Γ. Δεν έλεγξε αν οι πληροφορίες που αναγράφονται στο σώμα της Αίτησης δανείου είναι αληθείς. Δ. Δεν έλεγξε αν ο Ενάγοντας είχε την οικονομική δυνατότητα αποπληρωμής του δανείου. Ε. Δεν πήρε οιανδήποτε συνέντευξη από τον Ενάγοντα. Στ. Δεν γνωστοποίησε στον Ενάγοντα πριν την έγκριση του δανείου οιονδήποτε έγγραφο σε σχέση με το δάνειο. Η. Ενήργησε με πλήρη αδιαφορία για τα συμφέροντα του Ενάγοντα και/ή ενήργησε έτσι για εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών. Θ. Ενήργησε σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων του Ενάγοντα. Ι. Γενικώς ενήργησε χωρίς τη δέουσα φροντίδα και προσοχή επιβαλλόμενη υπό τας περιστάσεις υπό του νόμου σε έναν τραπεζικό οργανισμό της πείρας και γνώσεων της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη ανέλαβε συμβατικές ευθύνες έναντι του Ενάγοντα υπό την ιδιότητα της σαν πιστωτικό ίδρυμα. Λεπτομέρειες παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης διά των υπηρετών και/ή υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων αυτής. Α. Καταχράστηκε την εμπιστευτική σχέση ή σχέση εμπιστοσύνης. Β. Παρέβηκε τα καθήκοντα επιμέλειας έναντι του Ενάγοντα ως λεπτομερώς ανωτέρω αναφέρεται. Γ. Απέκρυψε ουσιαστικά γεγονότα ως λεπτομερώς ανωτέρω αναφέρεται. Δ. Αποκόμισε κέρδος και/ή όφελος, κατά τρόπο αθέμιτο και σε βάρος του Ενάγοντα. Η Εναγόμενη μέσω των υπηρετών και/ή υπαλλήλων και/ή αξιωματούχων και/ή διευθυντών και/ή εκπροσώπων και/ή αντιπροσώπων αυτής παρέβηκε τα νόμιμα καθήκοντα της, όπως απορρέουν από τη νομοθεσία και/ή είναι ένοχη απάτης και/ή επέτρεψε παράνομα την έκδοση δανείου επ' ονόματι του Ενάγοντος ύψους €200.000 χωρίς την προηγούμενη Αίτηση του Ενάγοντος και/ή χωρίς ο Ενάγοντας να υπογράψει ουδέποτε οιονδήποτε έγγραφο ως προαναφέρθηκε. Λεπτομέρειες παράβασης των νόμιμων καθηκόντων της Εναγόμενης διά των υπηρετών και/ή υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων αυτής. Α. Δεν ρώτησε προηγουμένως τον Ενάγοντα αν συμφωνεί με την έκδοση δανείου ύψους €200.000 επ' ονόματι του. Β. Δεν ενημέρωσε τον Ενάγοντα για την Αίτηση δανείου ύψους €200.000, η οποία έγινε από τρίτο πρόσωπο εκ μέρους του Ενάγοντα. Γ. Δεν έλεγξε αν οι πληροφορίες που αναγράφονται στο σώμα της Αίτησης δανείου είναι αληθείς. Δ. Δεν έλεγξε αν ο Ενάγοντας είχε την οικονομική δυνατότητα αποπληρωμής του δανείου. Ε. Δεν πήρε οιανδήποτε συνέντευξη από τον Ενάγοντα. Στ. Δεν γνωστοποίησε στον Ενάγοντα πριν την έγκριση του δανείου οιονδήποτε έγγραφο σε σχέση με το δάνειο. Η. Ενήργησε με πλήρη αδιαφορία για τα συμφέροντα του Ενάγοντα και/ή ενήργησε έτσι για εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών. Θ. Ενήργησε σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων του Ενάγοντα. Ι. Γενικώς ενήργησε χωρίς τη δέουσα φροντίδα και προσοχή επιβαλλόμενη υπό τας περιστάσεις υπό του νόμου σε ένα τραπεζικό οργανισμό της πείρας και των γνώσεων της Εναγόμενης. Κ. Δεν ενήργησε δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό εξυπηρετώντας με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της και του Ενάγοντα ως όφειλε. Λ. Δεν ακολούθησε την πρέπουσα και/ή νενομισμένη διαδικασία που απαιτείται για έκδοση δανείου και/ή με συνοπτικές διαδικασίες έκδωσε δάνειο επ' ονόματι του Ενάγοντος χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα. Μ. Επέδειξε πλήρη αδιαφορία για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την έκδοση του δανείου. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο Ενάγοντας οφείλει στην Εναγόμενη το ποσό των €133.675 που είναι το υπόλοιπο του δανείου και έχει υποστεί ζημιά που ισούται στο ποσό των €200.000 που αντιπροσωπεύει το ποσό του δανείου που έκανε η Εναγόμενη παράνομα και το ποσό των €750.000, που είναι η αξία της κατοικίας που υποθηκεύτηκε για το δάνειο. Η Εναγόμενη καταχώρισε Υπεράσπιση και ανταπαίτηση σε σχέση με τις αξιώσεις του Ενάγοντα. Παραδέχονται μόνο, ότι την 10/06/2009 υποβλήθηκε προς την τότε νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία ακόμα μια Αίτηση δανείου με αριθμό [ ], για λογαριασμό του Ενάγοντα υπογεγραμμένη από τον Γιαννάκη Σατσιά ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Ενάγοντα για δάνειο ύψους €200.000 και με υποθήκη συγκεκριμένων ακινήτων και προσωπικές εγγυήσεις από δύο εγγυητές. Ο Ενάγοντας ενεργούσε μέσω του αδελφού του και τότε πληρεξούσιου αντιπροσώπου του δυνάμει πληρεξούσιου εγγράφου ημερομηνίας 31/03/
  9. Εξαιτίας του δανείου, το ποσό των €197.260 μεταφέρθηκε σε λογαριασμό όψεως του Ενάγοντα με αριθμό ΧΧΧ3765 με εντολή του πληρεξούσιου αντιπροσώπου του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας αναγνώρισε και αποδέχθηκε, ότι χρησιμοποίησε προσωπικά το ποσό με ανάληψη μετρητών από τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Οι Ενάγοντες ανταπαιτούν το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου ύψους €147.473 πλέον τόκους. Ο Ενάγοντας έλαβε αυτό το δάνειο και το αιτήθηκε εν πλήρη γνώση του αντιπροσώπου του και επίσης ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας εμποδίζεται συνεπεία εγγράφων, δηλώσεων, παραστάσεων και συμπεριφοράς να προβάλλει τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην έκθεση απαιτήσεως. Η ανταπαίτηση και Υπεράσπιση εγείρεται στο όνομα της Ενάγουσας εξαιτίας συγχώνευσης που ενεγράφη από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, ημερομηνίας 18/01/
  10. Οι Ενάγοντες εμμένουν ότι χρέωναν τον λογαριασμό των Εναγομένων με επιτόκιο το οποίο ουδέποτε ήτο μεγαλύτερο του συμφωνηθέντος. Αρνούνται οι Ενάγοντες, τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου περί καταχρηστικότητας του τρόπου υπολογισμού του επιτοκίου, όπως επίσης και την πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς στον Εναγόμενο, της οποίας εν πάση περιπτώσει, δεν δίδουν λεπτομέρειες. Είναι περαιτέρω η θέση των Εναγόντων, ότι οι όροι της συμφωνίας των διαδίκων επέτρεπαν σε αυτούς, οσάκις εγένοντο πληρωμές, να λογίζουν και/ή κατανέμουν το ποσό έκαστης πληρωμής προς εξόφληση ή μερική εξόφληση, των δεδουλευμένων μέχρι τότε τόκων, των προμηθειών και δικαιωμάτων και τυχόν παραμένοντος υπολοίπου να το πιστώνουν έναντι του κεφαλαίου. Είναι επίσης η θέση των Εναγόντων ότι η κεφαλαιοποίηση των τόκων εγένετο 2 φορές ετησίως, ήτοι κατά την 30/06 και 31/12 κάθε έτους και ουχί όπως ο Εναγόμενος ισχυρίζεται. Έχουν συμμορφωθεί πλήρως με την οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας και αδίκως ο Εναγόμενος ισχυρίζεται περί του αντιθέτου. Οι Ενάγοντες αρνούνται ότι χρέωναν τον λογαριασμό των Εναγομένων με υπερβολικούς και/ή αδικαιολόγητους και παράνομους τόκους, ανατοκισμούς, τόκους υπερημερίας, παράνομες χρεώσεις, υπερχρεώσεις και ισχυρίζονται ότι οι οποιεσδήποτε χρεώσεις στον λογαριασμό των Εναγομένων, ήταν νόμιμες και σύμφωνες με τους όρους παραχώρησης του δανείου και της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Στα πλαίσια της ανταπαίτησης, προστέθηκαν Εναγόμενοι, ο Γιαννάκης Σατσιάς και ο Φίλιππος Σατσιάς. Στα πλαίσια της ανταπαίτησης, η δικογραφημένη Υπεράσπιση του Εναγόμενου 1 αφορά κατ' αρχάς προδικαστική ένσταση ότι η ανταπαίτηση είναι καταχρηστική διαδικασία. Επί της ουσίας αναφέρει ότι ο Γιαννάκης Σατσιάς, πληρεξούσιος αντιπρόσωπος, δεν είχε γραπτή εξουσιοδότηση για να μπορέσει να κάνει για λογαριασμό του Ενάγοντα Αίτηση δανείου. Τον διόρισε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο για συγκεκριμένο σκοπό για να μεταβιβάσει στον Γιαννάκη Σατσιά ένα ακίνητο που ανήκε στον Ενάγοντα επ' ονόματι τρίτου προσώπου και όχι για να δανείζεται χρήματα για λογαριασμό και στο όνομα του. Το πληρεξούσιο έγγραφο υπογράφτηκε την 31/03/2005 και τελικά ο σκοπός για τον οποίον συντάχθηκε το πληρεξούσιο έγγραφο δεν πραγματοποιήθηκε, διότι οι αρμόδιες αρχές δεν αποδέχτηκαν το πληρεξούσιο και το θεώρησαν άκυρο. Επίσης το πληρεξούσιο έγγραφο, δεν υπογράφτηκε ενώπιον κοινοτάρχη και ο κοινοτάρχης δεν ήταν γνωστός του Ενάγοντα. Δεν αναφέρεται η ταυτότητα του Ενάγοντα επί του πληρεξουσίου. Δεν υπάρχουν μάρτυρες επί του πληρεξούσιου. Δεν υπάρχει υπογραφή του κοινοτάρχη επί του πληρεξούσιου. Οι σφραγίδες είναι μεταγενέστερες της ημερομηνίας σύνταξης του πληρεξούσιου και δεν πληροί το πληρεξούσιο τις πρόνοιες του νόμου. Το πληρεξούσιο δεν έδινε εξουσία στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο να προβαίνει σε δάνεια για λογαριασμό του Ενάγοντα, ούτε είχε το δικαίωμα να υποθηκεύσει την περιουσία του. Η Υπεράσπιση του Εναγομένου 2 στα πλαίσια της ανταπαίτησης, συνίσταται σε γενικές αρνήσεις της ανταπαίτησης. Προβάλλει θετικά, ότι το αξιούμενο ποσό των εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόντων είναι υπερβολικά ψηλό και περιέχει τόκους ως αποτέλεσμα επανειλημμένων κεφαλαιοποιήσεων ανατοκισμούς, χρεώσεις τόκου, παράνομες χρεώσεις και επιβαρύνσεις. Καταχωρήθηκε και δικογραφημένη Υπεράσπιση από τον Εναγόμενο 3 στην ανταπαίτηση, ο οποίος και εκείνος με τη σειρά του κάλεσε τους εξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες να αποδείξουν αυστηρά την απαίτησή τους. Η Υπεράσπισή του εδράζεται σε τρεις πτυχές. Το ότι δεν οφείλεται το υπόλοιπο εξαιτίας του ότι το υπόλοιπο, περιέχει παράνομους τόκους, χρεώσεις και καταχρηστικές ρήτρες που παραβιάζουν τον περί Καταναλωτικών Συμβάσεων Νόμου, δεύτερον το ότι δεν ενημερώθηκαν σωστά, δεν είχε ενημερωθεί ως εγγυητής του δανείου και τρίτον, ότι δεν τερμάτισαν οι εξ' ανταπαιτήσεως Ενάγοντες το δάνειο νωρίτερα, με αποτέλεσμα να επωφελούνται τόκους που επιβαρύνουν την επίδικη συμφωνία. Επίσης, εγείρεται ζήτημα ότι οι εξ' ανταπαιτήσεως Ενάγοντες παραβίασαν τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, διότι δεν απέστειλαν στον εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3 επιστολές πέραν των 90 ημερών σε σχέση με τις καθυστερήσεις του πρωτοφειλέτη. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κύριος μάρτυρας της υπόθεσης, ήταν ο ίδιος ο Ενάγοντας (ΜΕ1), ο οποίος υιοθέτησε και επανέλαβε τα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως προς περαιτέρω στοιχειοθέτηση των εν λόγω γεγονότων της απαίτησης. Κατέθεσε διάφορα έγγραφα ως αποδεικτικά στοιχεία. Κατέθεσε, μεταξύ άλλων, την Αίτηση δανείου και το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο Α8, που παραδέχτηκε ότι έχει υπογράψει ο αδελφός του και εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενος
  11. Ως προς την Αίτηση του δανείου, ήταν θέση του ότι το περιεχόμενο των στοιχείων στην Αίτηση είναι αναληθή και παραπλανητικά. Στην Αίτηση αναφέρεται άλλη διεύθυνση από τη δική του. Δίπλα από το όνομα του Φίλιππου Σατσιά, αναγράφεται η δική του διεύθυνση. Η δική του διεύθυνση στην Κύπρο, είναι στα Λύμπια. Στο κάτω μέρος της Αίτησης δανείου, αναφέρεται ότι το μηνιαίο εισόδημα του είναι €10.000 ως εργολάβος οικοδόμων. Η Εναγόμενη όφειλε να αναζητήσει στοιχεία που να αποδεικνύουν τη διεύθυνση διαμονής του. Επίσης το μηνιαίο εισόδημα των €10.000 είναι αναληθές, διότι ουδέποτε είχε τέτοιο μηνιαίο εισόδημα. Το μηνιαίο εισόδημα ανερχόταν περίπου στις 2.000 αγγλικές στερλίνες. Στην Αίτηση αναγράφεται ένας αριθμός λογαριασμού χειρόγραφος με αριθμό ΧΧΧ
  12. Ουδέποτε είχε οποιονδήποτε λογαριασμό στη συγκεκριμένη Συνεργατική. Στην Αίτηση δανείου δεξιά, αναγράφεται χειρόγραφα ο αριθμός λογαριασμού ΧΧΧ 2380610 που είναι ο αριθμός λογαριασμού του δανείου. Κατά την προηγούμενη υποβολή της Αίτησης δανείου στις 10/06/2009, ο εν λόγω λογαριασμός δεν υπήρχε, επειδή η σύμβαση δανείου εκδόθηκε στις 24/06/
  13. Γράφεται επίσης ένα τηλέφωνο κινητό που δεν έχει καμιά σχέση με τον συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου. Επί της Αίτησης αναφέρεται αγορά οικιακού εξοπλισμού και ουδέποτε αγόρασε οικιακό εξοπλισμό ύψους €80.
  14. Την εν λόγω συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 2, την υπέγραψε ο αδελφός του. Η πιο πάνω συμφωνία, προνοούσε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Α. Ότι ο χρεώστης θα ήταν ο Μιχάλης Φιλίππου. Β. Το ποσό του δανείου θα ήταν €200.
  15. Γ. Το ποσό θα ήταν πληρωτέο σε 120 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των €2.271,14 της πρώτης δόσης πληρωτέας την 24/07/2009 και οι υπόλοιπες την αντίστοιχη ημέρα κάθε επόμενου μηνός ωσόπου το δάνειο περιλαμβανομένων των τόκων εξοφληθεί πλήρως. Δ. Το δάνειο θα χρεώνεται με επιτόκιο 6.65% ετησίως. Η Εναγόμενη συνέταξε σύμβαση εγγύησης για το δάνειο με εγγυητές τους αδελφούς του, Γιαννάκη Σατσιά και Φίλιππου Σατσιά εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και
  16. Για το δάνειο υποθηκεύτηκε η περιουσία του και συγκεκριμένα η κατοικία του στα Λύμπια. Εκδόθηκε έγγραφο υποθήκης που δεν υπέγραψε ποτέ. Υπάρχει υπογραφή που δεν είναι δική του, αλλά του αδελφού του Γιαννάκη Σατσιά. Επίσης επί της σύμβασης και δήλωσης υποθήκευσης ακινήτου ημερομηνίας 24/06/2009, ουδέποτε υπέγραψε. Το υπέγραψε ο αδελφός του Γιαννάκης Σατσιάς. Με την έκδοση δανείου, η Εναγόμενη άνοιξε λογαριασμό στο όνομά του και έκανε μέσα σε αυτό, έμβασμα το ποσό του δανείου. Στη συνέχεια, την 01/07/2009 από τον λογαριασμό εκδόθηκαν δύο επιταγές στο όνομα του αδελφού του Γιαννάκη Σατσιά για το ποσό των €197.
  17. Ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεση του για την έκδοση και πληρωμή του εν λόγω δανείου. Η Εναγόμενη ενήργησε σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων του και ενήργησε παράνομα με πρόκληση την οικονομική του ζημιά. Είναι ενοχή απάτης, διότι επέτρεψε παράνομα την έκδοση δανείου ύψους €200.
  18. Η περιουσία του συνεχίζει να είναι υποθηκευμένη. Η αξία της περιουσίας που υποθηκεύτηκε σύμφωνα με εκτίμηση που ετοιμάστηκε από την ημερομηνία 04/06/2009, δηλαδή τον μήνα που εγκρίθηκε το δάνειο ανέρχεται στο ποσό των €725.
  19. Η αξία της αναγκαστικής πώλησης της υποθηκευμένης οικίας, ανέρχεται στο ποσό των €580.
  20. Ουδέποτε έδωσε εξουσιοδότηση στον αδελφό του να κάνει δάνειο προς όφελος του. Ακόμη όμως και να υπήρχε τέτοιο πληρεξούσιο από τον ίδιο προς τον Γιαννάκη Σατσιά για να μπορεί να δανείζεται χρήματα για λογαριασμό και επ' ονόματι του και να υποθηκεύει περιουσία του, οι Εναγόμενοι πάλι δεν θα μπορούσαν να εγκρίνουν Αίτηση δανείου του Γιαννάκη Σατσιά με χρεώστη και πρωτοφειλέτη τον ίδιο για ποσό μάλιστα €200.000 χωρίς να τον ειδοποιήσουν, χωρίς να πάρουν έγκριση από τον ίδιο, χωρίς να ελέγξουν αν μπορούσε να αποπληρώνει τέτοιο δάνειο, χωρίς να πάρουν συνέντευξη από τον ίδιο, χωρίς να του ζητήσουν να τους προσκομίσει και παρουσιάσει έγγραφα που να αποδεικνύουν την οικονομική δυνατότητα του, όπως τον μισθό του και τις Κοινωνικές του Ασφαλίσεις και οιαδήποτε άλλα έγγραφα απαιτούνται, χωρίς να ελέγξουν τη γνησιότητα του πληρεξουσίου και γενικά χωρίς να τηρήσουν τις πρόνοιες που προνοούνται από τη σχετική νομοθεσία για έγκριση δανείων. Με βάση τους τραπεζικούς κανονισμούς, δεν μπορεί καμία τράπεζα και Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα να δέχεται Αιτήσεις δανείου και να εγκρίνει δάνεια δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε ο αντιπροσωπευόμενος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, ότι είχε εταιρεία και εργαζόταν ως εργολάβος. Ως κύριος εργολάβος είχε διάφορες εταιρείες. Αυτές οι εταιρείες λειτούργησαν διαδοχικά, όχι ταυτόχρονα. Η μία εταιρεία «Ζita Βuilders», είχε το εγγεγραμμένο γραφείο της στο σπίτι του στην Αγγλία και ήταν ο μοναδικός διευθυντής της εταιρείας. Δούλευε καλά αυτή η εταιρεία. Το 2012 είχε πρόβλημα με ατύχημα και αναγκάστηκε να σταματήσει την εργασία. Κάποτε δεν πληρωνόταν για τις εργασίες του, με αποτέλεσμα να έχει πρόβλημα ρευστότητας. Είχε €70.000 χρέος. Με τα λεφτά που εξοικονόμησε, επένδυε σε γη στην Κύπρο. Ήθελε να δώσει του αδελφού του δουλειά, επειδή ήταν άνεργος και του ανέθεσε το κτίσιμο της οικίας του στα Λύμπια. Ο αδελφός του ουδέποτε τέλειωσε εκείνο το σπίτι. Έφυγε και το άφησε μισοτελειωμένο. Δεν είναι αλήθεια ότι σταμάτησε η συμπλήρωση της οικοδομής λόγω έλλειψης χρημάτων. Η οικοδομή άρχισε το 2006 και πήρε μέχρι το 2009 να συμπληρωθεί. Κάθε λίγο του ζητούσε χρήματα και επίσης ξεκίνησαν άλλο έργο με 5-6 σπίτια που ήταν να κτίσουν. Όταν του έστελνε χρήματα, δεν έκανε πολλές ερωτήσεις για να συνεχίσουν οι εργασίες. Δεν θυμάται κάποιο κτήμα συνιδιόκτητο με άλλο πρόσωπο που βγήκε σε πώληση με πλειστηριασμό. Στη συνέχεια, θυμήθηκε ότι ζήτησε από τον αδελφό του να λάβει μέρος στον πλειστηριασμό να πουλήσουν κληρονομικό κτήμα μέχρι συγκεκριμένο ποσό, επειδή οι άλλοι κληρονόμοι δεν ενδιαφέρονταν να το αγοράσουν ή να το πουλήσουν, αποφάσισε να το βγάλει σε δημοπρασία. Το Κτηματολόγιο το εκτίμησε στα €158.
  21. Το δικό του το μισό το μερίδιο, θα έφερνε περίπου €70.000-75.000 και θα ήταν ευχαριστημένος. Δεν ήταν στην Κύπρο την ημέρα του πλειστηριασμού, πήγε ο αδελφός του Γιαννάκης Σατσιάς από μόνος του χωρίς συνεννόηση μαζί του. Όταν έγινε ο πλειστηριασμός, επέφερε στην πώληση το ποσό των €180.
  22. Τον έβαλε να το πουλήσει. Αντ' αυτού το αγόρασε και ο αδελφός του είχε υπόψη του να δωρίσει το χωράφι σε συγγενείς της γυναίκας του. Στην υποβολή ότι έπιασε από τους συγγενείς του λεφτά, ανέφερε ότι ο αδελφός του δεν μπορούσε να πληρώσει τις €70.000 και απάντησε "σε παρακαλώ, 800 μέτρα χωράφι πιάνεις €30.000, μα τι μου λαλείς;". Σε ό,τι αφορά την Αίτηση δανείου, είναι ο αδελφός του που αποτάθηκε στον εκτιμητή και έβαλε το όνομα του ο Ενάγοντας στην εκτίμηση ότι έγινε για λογαριασμό του. Το κοτσιάνι του ακινήτου, είναι ο αδελφός του που το έδωσε στον εκτιμητή, διότι υπήρχαν πολλά αντίγραφα του κοτσιανιού του. Του υπέδειξε πάνω στην εκτίμηση έναν αριθμό τηλεφώνου και απάντησε ο μάρτυρας, ότι δεν θυμάται να έχει τέτοιον αριθμό. Αρνήθηκε ότι έδωσε εντολή για εκτίμηση. Δεν ξέρει ποιος συμβούλευε τον αδελφό του να κάνει την εκτίμηση, δεν αποτάθηκε πουθενά για δάνειο, δεν χρειαζόταν δάνειο. Ούτε καν ήξερε ότι υπήρχε τούτο το παράρτημα της Συνεργατικής. Με έκπληξη ανακάλυψε, ότι ήταν ενυπόθηκος οφειλέτης. Η τράπεζα με τον αδελφό του συνεργάστηκαν και του φόρτωσαν το δάνειο. Όταν πήγε στην τράπεζα και τον ρώτησε πώς είναι δυνατό να εκδώσουν δάνειο στο όνομα του που αιτήθηκε άλλος, του είπαν "welcome to Cyprus, εμείς έτσι τα κάμνουμε". Μετά από 4 χρόνια και κάμποσες φωνές και υβρισίες και προσπάθειες, έλαβε τα έγγραφα του δανείου. Το Τεκμήριο Α10, το πήρε από το Κτηματολόγιο. Το Τεκμήριο Α8 του το έδωσε η τράπεζα. Συμφώνησε ότι στο Τεκμήριο Α8, δεν υπάρχει σφραγίδα του Κτηματολογίου. Στο Τεκμήριο Α10 υπάρχει σφραγίδα από τον Έφορο Τελών Χαρτοσήμων. Το Τεκμήριο Α10 έχει 4 σφραγίδες από τον Έφορο Τελών ημερομηνίας 09/10/
  23. Το Τεκμήριο 8 έχει 6 σφραγίδες. Όσον αφορά την υπογραφή πάνω στο πληρεξούσιο, είναι η δική του υπογραφή κάτω από τη λέξη "πληρεξουσιοδότηση". Υπέγραψε ένα πληρεξούσιο του αδελφού του το 2005 για να πάει να μεταβιβάσει ένα κομμάτι χωράφι που ο γείτονας πλήρωσε, αυτός ήταν ο μόνος σκοπός που του έδωσε πληρεξούσιο. Όμως ο αδελφός του δεν έκανε την πράξη και επειδή δεν την έκανε, του ζήτησε να του το δώσει πίσω το πληρεξούσιο αλλά του είπε ότι το έχασε. Γι' αυτό του είπε ότι θα πήγαινε στο Κτηματολόγιο να το ακυρώσει και όταν επέστρεψε από το Κτηματολόγιο, ακύρωσε το πληρεξούσιο. Θυμάται ότι υπέγραψε το πληρεξούσιο μία νύχτα στο σπίτι του. Του ζήτησε ο αδελφός του να υπογράψει για να τον διευκολύνει να κάνει τη μεταβίβαση. Το κτήμα ήταν δικό του, ο γείτονας έπιασε το χωράφι παράνομα. Πλήρωσε τα λεφτά, τα έδωσε στον αδελφό του. Μπορεί να ήταν ιδιοκτήτης του ακινήτου και βοηθούσε τον γείτονα και τον αδελφό του για να γίνει η μεταβίβαση. Δεν δέχτηκε ότι το ακίνητο ήταν δικό του και ότι έπρεπε εκείνος να κάνει τη μεταβίβαση. Δεν ήξερε ότι με το συγκεκριμένο πληρεξούσιο ο αδελφός του θα έκανε κι άλλες πράξεις μεταγενέστερα. Δεν υποψιάστηκε ότι θα έπιανε το πληρεξούσιο να κάμει δάνειο στο όνομα του και ότι θα υποθήκευε την περιουσία του. Όσον αφορά το Τεκμήριο Α10 που είχε αναφέρει ότι δεν φέρει υπογραφή κοινοτάρχη, ο κύριος Φλωρίδης του υπέδειξε το έγγραφο όπου φαίνεται η σφραγίδα του κοινοτάρχη και απάντησε ο μάρτυρας "μια καρακατσούνα για εμένα, δεν σημαίνει υπογραφή". Δεν έδωσε εξουσιοδότηση στον αδελφό του να μεταβιβάσει το χωράφι του στους συγγενείς της γυναίκας του με το πληρεξούσιο. Πωλήθηκε ένα χωράφι €600.000-700.000, το έδωσε για €180.000 που λέει ότι το αγόρασε που τη δημοπρασία αξίας €340.
  24. Το δώρισε στους συγγενείς της γυναίκας του για €105.
  25. Αυτές τις πράξεις τις έκανε χωρίς να το γνωρίζει. Αναρωτήθηκε πόσα χωράφια του έπιασε ο αδελφός του. Το πληρεξούσιο του έκανε €1.300.000 ζημιά. Όσον αφορά το Τεκμήριο Α9, ανέφερε ότι είναι αυτό το έγγραφο με το οποίο ζήτησε να του δώσει πίσω το πληρεξούσιο. Έγινε χρήση του Α9 για να ακυρώσει το πληρεξούσιο. Πήγε στο Κτηματολόγιο. Είπε σε μίαν κοπέλα να ακυρώσει το πληρεξούσιο και εκείνη του είπε να κάνει τη συγκεκριμένη επιστολή. Όσον αφορά την ημερομηνία πάνω στην επιστολή, δεν ξέρει ποια ημερομηνία ήταν, απλά έκανε έναν υπολογισμό. Δεν ρώτησε την κοπέλα για την ημερομηνία της ημέρας. Στην υποβολή ότι το έγγραφο είναι εκ των υστέρων κατασκευασμένο, απάντησε ότι είναι έγγραφο καταχωρημένο στο Κτηματολόγιο, δημιουργήθηκε και καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο την ημέρα που έδωσε της κοπέλας την επιστολή, έβαλε την ημερομηνία της ημέρας, την ημέρα που ήθελε εκείνος. Έθεσε την ημερομηνία αφηρημένα, δεν ρώτησε την κοπέλα τι ημερομηνία ήτανε, δεν την ρώτησε, έβαλε μίαν ημερομηνία έτσι. Ήταν θέση του ότι την 10/12/2005 πήγε και ανακάλεσε το πληρεξούσιο. Δεν έχει ιδέα κατά πόσο στις 10/12/2005 το πληρεξούσιο ήταν καταχωρημένο. Έκανε γράμμα να ακυρώνεται όποιο πληρεξούσιο παρουσιαστεί είτε στο παρελθόν, είτε στο μέλλον. Δεν διαφώνησε με την εισήγηση ότι το πληρεξούσιο Α10 καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο στις 22/12/2006 και ότι με τη χρήση του πληρεξουσίου, έγινε και η υποθήκη. Μετά από την ανάκληση κάθε χρόνο, τους έστελνε επιστολή. Επειδή έκαναν αυτήν την πράξη, φοβόταν ότι κινδύνευαν τα όσα είχε δημιουργήσει στην Κύπρο με τις επιπολαιότητες τους. Δέχτηκε ότι αποτάθηκε σε διάφορους δικηγόρους για την ανάκληση του πληρεξουσίου. Αναγνώρισε την επιστολή ημερομηνίας 10/
  26. Στην υποβολή κατά πόσο ζήτησε από τον αδελφό του να αποσύρει το πληρεξούσιο, ανέφερε ότι δεν του έκανε επιστολή, αλλά του το είπε προφορικά ότι θα ακυρώσει το πληρεξούσιο. Έμαθε για το δάνειο από τον αδελφό του το
  27. Ως προς τον λόγο που έκανε ο αδελφός του αυτό το δάνειο, υπέδειξε στον κύριο Φλωρίδη ότι θα πρέπει να τον ρωτήσει τον ίδιο. Έμεινε έκπληκτος στην τράπεζα και τους είπε "τι είναι αυτές οι δουλειές που κάνετε;" και του απάντησαν "welcome to Cyprus". Ανέφερε ότι πήγε στην Αστυνομία, έκαμε δύο απόπειρες κανονικά. Μετά που παρακάλια και εξυβρίσεις κλπ, εξασφάλισε τα έγγραφα. Αναρωτήθηκε όταν τους είπε "καλά ρε κοπέλια, ποια εν τα καθήκοντα σας; Δεν έπρεπε να με πιάσετε ένα τηλέφωνο και να μου πείτε ότι έγινε δάνειο;". Ανέφερε ότι έκαναν τρία χρόνια για να του δώσουν τα έγγραφα και έπαιζαν πελλό. Η διεύθυνση του αδελφού του είναι η ίδια διεύθυνση που φαίνεται στην Αίτηση δανείου. Δεν έτυχε ποτέ να δει τη Συνεργατική που είναι μέσα στη λεωφόρο στο Καϊμακλί. Στην ερώτηση ότι η υποθήκη Τεκμήριο Α4 έχει υπογραφεί μόνο από ενυπόθηκο οφειλέτη και ότι από τον αδελφό του απάντησε "η ερώτηση σου είναι λάθος, εγώ θυμάμαι ότι ήταν λόγω που συμφώνησε να μπει εγγυητής για να εκδοθεί το δάνειο, αν δεν έμπαινε εγγυητής δεν θα εκδιδόταν το δάνειο, τουλάχιστον έτσι το σκέφτομαι εγώ". Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε πάει ο ίδιος στη Συνεργατική. Αρνήθηκε ότι του είχε ζητήσει η Συνεργατική να απευθυνθεί σε συγκεκριμένο εκτιμητή ακινήτων προκειμένου να εγκριθεί το δάνειο. Ανέφερε ότι δεν είχε καθόλου επαφή με την τράπεζα ή τη Συνεργατική, ενώ στη δήλωση του είχε αναφέρει ότι είχε την πρωτότυπη εκτίμηση. Ενόρκως ανέφερε, ότι ποτέ του δεν είχε το πρωτότυπο της εκτίμησης. Όταν ζητήθηκε να περιγράψει την απάτη, ανέφερε επί λέξει "όταν πιάσεις 200.000 που κάποιου άλλου το όνομα, πες μου πώς το περιγράφεις, εγώ τουλάχιστον το θεωρώ απάτη". Ρωτήθηκε αν η τράπεζα είχε κάτι εναντίον του και είπε ότι αυτό το θεωρεί απάτη. Στην ερώτηση ποιος θα έπιανε τα λεφτά, απάντησε η τράπεζα για να του πιάσουν την υποθήκη, να του πιάσουν το σπίτι. Δέχθηκε ότι η υποθήκη ολοκληρώθηκε όταν υποβλήθηκε στο Κτηματολόγιο την 24/06/2009, ενώ η Αίτηση δανείου έγινε σε προγενέστερη ημερομηνία στις 10/
  28. Η υποθήκη κατατέθηκε η ώρα 11:30 το πρωί και τα χρήματα μπήκαν στον λογαριασμό του στις 14:30 το απόγευμα. Έπρεπε να μπει η υποθήκη πριν γίνει το έμβασμα των χρημάτων. Όσον αφορά γιατί δεν πήγε σε δικηγόρο πρώτα για να υπογράψει το πληρεξούσιο έγγραφο, ανέφερε ότι δεν είχε νομικό δίπλα του. Στην ερώτηση γιατί δεν κίνησε αγωγή εναντίον του αδελφού του, ανέφερε ότι του έκανε αγωγή για όλες τις πράξεις. Όσον αφορά την επιστολή που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, θεωρεί ότι είναι λογικό να έγραψε την επιστολή προγενέστερα της ημερομηνίας που αναγράφει. Δεν ξέρει για ποιον λόγο είχε πει στην προηγούμενη δικάσιμο ότι έγραψε την επιστολή εκείνην την ώρα. Η γυναίκα στο Κτηματολόγιο, του έδωσε "bullet points". Του υπέδειξε ο κύριος Φλωρίδης τον λογαριασμό του δανείου, το οποίο είπε ότι το είδε για πρώτη φορά μετά που το ζήτησε από την ΚΕΔΙΠΕΣ. Ανέφερε ότι ποτέ δεν αναγνώρισε αυτούς τους λογαριασμούς. Το ποσό χρημάτων που φαίνεται στον λογαριασμό, ποτέ δεν κατατέθηκε. Το ίδιο αντίστοιχο ποσό χρεώθηκε στον λογαριασμό του δανείου. Του υποδείχθηκαν πιστώσεις του λογαριασμού και μετά δόσεις του δανείου που ξεκινούν από την 01/03/2010 .Στην κατάσταση λογαριασμού φαίνονται 17 πληρωμές δόσεις δανείου. Ήταν θέση του μάρτυρα, ότι τις δόσεις αυτές τις πλήρωνε ο αδελφός του, ο οποίος ανέφερε ότι ήταν αυτός που ήθελε να τον εξαπατήσει. Δηλαδή ήταν το πρόσωπο που έπιανε τα λεφτά και ύστερα ήρθε και τα έβαλε στον λογαριασμό του. Αναγνώρισε τον λογαριασμό όψεως. Δέχτηκε ότι την 24/06/2009 έγινε μεταφορά του ποσού των €197.260 και μετά έγινε ανάληψη του λογαριασμού με δύο επιταγές. Η μία επιταγή, εκδόθηκε στο όνομα του αδελφού του χρεώστη και εκδόθηκαν δύο επιταγές σύνολο €197.
  29. Η μία επιταγή εκδόθηκε στο όνομα του αδελφού του και η άλλη επιταγή εξαργυρώθηκε στο όνομα Γιαννάκη Σάββα. Δέχτηκε επίσης, ότι σε αυτόν τον λογαριασμό φαίνεται από την 01/03/2010 διαδικασία μεταφοράς του ποσού των €2.280 ως δόση δανείου. Το ποσό αυτό φεύγει από τον λογαριασμό όψεως και πιστώνεται στην αντίστοιχη ημερομηνία στον λογαριασμό του δανείου. Αρνήθηκε ότι αυτή η ταυτόχρονη ανάληψη και πίστωση έγινε με γραπτή του εντολή. Είπε ότι δεν κατέθεσε κανένα ποσό. Ούτε και τις άλλες αναλήψεις τις έκανε. Του υποδείχθηκε απόδειξη για πώληση συναλλάγματος με υπογραφή που αρνήθηκε ότι είναι δική του και αρνήθηκε ότι είναι δική του συναλλαγή. Στην ερώτηση κατά πόσο ήταν ο αδελφός του που αγόρασε το συνάλλαγμα από τον λογαριασμό, απάντησε "δεν έχω ιδέα". Ανέφερε ότι δεν αληθεύει ότι τον Γενάρη του 2015 εκείνος χειριζόταν τον λογαριασμό όψεως. Του υποδείχθηκε έγγραφο που φέρει την υπογραφή του και δέχτηκε ότι είναι η υπογραφή του και ρωτήθηκε πώς είναι δυνατό να φέρει την υπογραφή του και απάντησε επί λέξει "τo λοιπόν, όταν πήγα στην τράπεζα και έκανα την απόφαση για να μου δώσουν τα έγγραφα, μου έφερε αυτό το χαρτί και μου λέει υπέγραψε και λαλώ του, ρε κουμπάρε, μεν μου ζητάς να υπογράψω κάτι, γιατί δεν ξέρω ήνταμπου κάνετε και δεν ξέρω αν εν σωστές οι ενέργειες που κάνετε, έτσι μην μου ζητάς να υπογράψω κάτι" τζιαί λαλεί μου "ρε βλάκα...". Πρόσθεσε στη συνέχεια τα ακόλουθα, "εν τω μεταξύ είπα του, ότι δεν αναγνωρίζω το δάνειο, δεν αναγνωρίζω τις κινήσεις που έκαναν μέχρι εκείνην την ημέρα και αν μου ζητάς να υπογράψω κάτι τζιαί λαλεί μου, ρε βλάκα δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζεις το δάνειο, τούτο είναι μόνο για πληρώνεται το δάνειο". Τον συμβούλευσε ο υπάλληλος, ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν ήταν έγγραφο αναγνώρισης του δανείου. Ανέφερε ότι παραπλανήθηκε από τον υπάλληλο για να υπογράψει σε άλλη απόδειξη για το ποσό των €19.
  30. Παραδέχθηκε ότι φέρει την υπογραφή του, ότι είσπραξε το ποσό. Φαίνεται ότι με την απόδειξη έγινε κατάθεση στον λογαριασμό όψεως. Συμφώνησε στην υποβολή ότι χρησιμοποιήθηκαν αυτά τα χρήματα για να πληρωθεί το δάνειο και απάντησε "δεν ξέρω από πού ήρθαν τα ριάλια". Αναγνώρισε την υπογραφή του όταν του υπέδειξε άλλο έγγραφο για συναλλαγή κατάθεσης ύψους €30.
  31. Άλλη συναλλαγή που έκανε από τον λογαριασμό στις 05/04/2017, δείχνει ότι εισέπραξε μετρητά €290 από τον λογαριασμό όψεως. Αρνήθηκε ότι αυτά τα λεφτά για τα οποία υπέγραψε και τα έκανε ανάληψη αφορούσαν τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Ανέφερε ότι δεν ξέρει πώς βρέθηκε η υπογραφή του εκεί. Στη συνέχεια, θυμήθηκε ότι έκλεισε τον λογαριασμό με τη συμβολή του υπαλλήλου της Συνεργατικής. Ο λογαριασμός είχε μέσα €290, αλλά αυτά τα χρήματα δεν είναι χρήματα του δανείου. Τα έκανε ανάληψη διότι τον συμβούλευσε ο υπάλληλος να κλείσει τον λογαριασμό. Διαφώνησε ότι έδωσε εντολή να αποπληρώνεται η δόση του δανείου από τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Δεν πλήρωσε τίποτε έναντι του δανείου, δεν αναγνώρισε το δάνειο. Στην υποβολή ποιος θα πρέπει να πιάσει πίσω τα χρήματα των δόσεων δανείου, που δεν είναι εκείνος που τα πλήρωσε, ανέφερε ότι οι δόσεις δανείου πρέπει να του επιστραφούν. Ήταν θέση του ότι πρέπει να του επιστραφούν ενώ δεν ξέρει από πού ήρθαν τα χρήματα και δεν ξέρει πώς έτυχε να είναι η υπογραφή του εκεί. Η αξίωση του είναι να πάνε τα λεφτά σε εκείνον που τα πλήρωνε. Εκείνος που τα πλήρωνε να τα πιάσει. Όσον αφορά την αξίωση για €725.000, επειδή η αξία της κατοικίας του υποθηκεύτηκε παράνομα, ανέφερε ότι στερείται την περιουσία του. Επίσης, στην υποβολή ότι είχε προβεί σε σύμβαση ασφάλισης που απαιτούσε η Συνεργατική για να κάνει το δάνειο, το αρνήθηκε και πρόσθεσε ότι δεν πλησίασε καμία ασφαλιστική εταιρεία Ο ΜΕ2, A. Π., είναι συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος ο οποίος εργαζόταν το 2005 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Κατά το 2005 ήταν κτηματολογικός λειτουργός πρώτης τάξης. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο Α9 και αναγνώρισε την υπογραφή του και τη σφραγίδα του Κτηματολογίου. Ρωτήθηκε πότε έλαβε την επιστολή Τεκμήριο Α9 και αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του εγγράφου που φέρει την ημερομηνία 12/12/
  32. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι τα καθήκοντα του κατά το έτος 2005, ήταν διοικητικά καθήκοντα. Συμφώνησε ότι η κατάθεση εγγράφων στο Κτηματολόγιο, γινόταν στο ισόγειο του Κτηματολογίου. Ο κλάδος που ασχολείται με τις μεταβιβάσεις, γίνεται στο ισόγειο. Με τις μεταβιβάσεις ασχολείται ο οποιοσδήποτε υπάλληλος ή ο υπεύθυνος στον Κλάδο Μεταβιβάσεων. Το έγγραφο θα μπορούσε να το πάρει κάποιος σε οποιονδήποτε υπάλληλο των μεταβιβάσεων ή στον υπεύθυνο των μεταβιβάσεων. Δέχτηκε ότι κατά το έτος 2005, δεν ήταν επιφορτισμένος με την παραλαβή εγγράφων. Ρωτήθηκε πώς βρέθηκε η υπογραφή του στο συγκεκριμένο έγγραφο και απάντησε επί λέξει "έχω και εγώ αυτήν την απορία". Διευκρίνισε ότι δεν είχε τέτοια καθήκοντα και δεν ήταν κάτω στο ισόγειο, στον έκτο όροφο. Ανέφερε επίσης, ότι δεν έψαξε να βρει το πρωτότυπο έγγραφο. Αναγνώρισε την υπογραφή του πάνω στο έγγραφο. Έχει την απορία πώς και υπέγραψε το συγκεκριμένο Τεκμήριο. Δεν ήταν μέσα στα καθήκοντα του. Μπορεί τυχαία να ήταν κάτω στο ισόγειο, μπορεί να ήρθε στο γραφείο του κάποιος. Η συνήθης διαδικασία όταν κάποιος ήθελε να ανακαλέσει πληρεξούσιο, ήταν να πάει στο ισόγειο στον Κλάδο Μεταβιβάσεων, εκεί που γινόταν η μεταβίβαση και να παραδώσει το έγγραφο σε κάποιον υπάλληλο ή στην υπεύθυνη του Κλάδου Μεταβιβάσεων για να ακυρωθεί το πληρεξούσιο. Τον Ενάγοντα δεν τον θυμάται. Του υποδείχθηκε ο Ενάγοντας μέσα στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Με την επιστολή ανάκλησης, θα πρέπει να αποσυρθεί ο συγκεκριμένος αριθμός, η συγκεκριμένη πράξη αφορά το πληρεξούσιο. Τρίτος μάρτυρας ΜΕ3, Γ. Μ. ήταν ο εγγεγραμμένος εκτιμητής στον Κλάδο Εκτιμήσεων του ΕΤΕΚ από το
  33. Το Τεκμήριο A7 είναι αντίγραφο εκτίμησης που έγινε από το γραφείο του. Η εκτίμηση έχει ημερομηνία το 2009 και η εκτίμηση απευθύνεται στον Ενάγοντα. Έγινε τηλεφωνική εντολή για την εκτίμηση. Τα στοιχεία στάλθηκαν στο γραφείο του μέσω τηλεομοιότυπου και φαίνεται ο αποστολέας που αποτυπώνεται στο τηλεομοιότυπο. Οι οδηγίες που του δόθηκαν από τον υπάλληλο του γραφείου που έλαβε το τηλεομοιότυπο, ήταν ότι έπρεπε να γίνει εκτίμηση για να γίνει δανειοδότηση. Ο λόγος ετοιμασίας της εκτίμησης, ήταν να εξασφαλίσει δάνειο με την ετοιμασία της εκτίμησης. Του στάλθηκαν τα στοιχεία και του δόθηκε ένα τηλέφωνο. Εκείνο που βλέπει, είναι ότι δόθηκαν εντολές από τον Ενάγοντα ο οποίος βρισκόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο ΜΕ4, A. Τ., είναι λειτουργός του Κτηματολογίου και αναφέρθηκε στην υποθήκη ΥΧΧΧ/2009 επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/ΧΧΧ99 στην κοινότητα Λυμπιών. Του υποδείχθηκε η υποθήκη Τεκμήριο A5 και ανέφερε ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης, είναι ο Ενάγοντας σύμφωνα με το έγγραφο. Επί της υποθήκης, είχε υπογράψει ο Γιαννάκης Σατσιάς. Είχε στην κατοχή του τον φάκελο της υπόθεσης που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  34. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, ότι κατά το έτος 2006 τα καθήκοντα του ήταν στον Κλάδο Επιτόπιων Ερευνών του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. Είχε την ευθύνη εξέτασης υποθέσεων εκτός του γραφείου. Πάνω στο Τεκμήριο 9, εγγράφονται με κόκκινα γράμματα τα ακόλουθα στοιχεία, AAΠA1624/
  35. Αυτά τα στοιχεία, αφορούν πληρεξούσιο έγγραφο και αναφέρεται πάνω στο έγγραφο ότι το συγκεκριμένο πληρεξούσιο έγγραφο, ήταν καλό και ότι δεν είχε ανακληθεί. Τούτο το στοιχείο, υποδηλώνει ότι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος Γιαννάκης Σατσιάς, είχε το δικαίωμα να υπογράψει αντί του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη και ενυπόθηκου οφειλέτη. Επίσης επί του εγγράφου, υπάρχει υπογραφή του υπαλλήλου που αποδέχτηκε την πράξη και μελέτησε την υπόθεση. Για να σημειώσει αυτά τα πράγματα στο έγγραφο, σημαίνει ότι ο υπάλληλος έκανε έρευνα. Η έρευνα είναι μέρος της διαδικασίας όταν γίνονταν πράξεις μέσω πληρεξουσίων. Άρα κατά τον ουσιώδη χρόνο που έγινε η πράξη, δεν είχε ανακληθεί το πληρεξούσιο. Μέσα στον φάκελο που κρατούσε, δεν υπήρχε αντίγραφο του πληρεξουσίου. Δεν ήταν ανάγκη να υπάρχει τέτοιο αντίγραφο από τη στιγμή που υπήρχαν τα στοιχεία πάνω στη δήλωση υποθήκευσης. Όταν γίνει ανάκληση πληρεξουσίου και επιδοθεί στο γραφείο τους, γίνεται άμεσα η ανάκληση. Δεν μπορεί να σκεφτεί ότι είχε γίνει παράδοση τέτοιου εγγράφου για ανάκληση και να μην ακολουθήθηκε η νενομισμένη διαδικασία. Ο ΜΥ1, Ανδρέας Ανδρέου, ήταν μέχρι την 31/01/2018 λειτουργός ανάκτησης χρεών στην Υπηρεσία της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Ltd και μεταφέρθηκε ως υπάλληλος στην εταιρεία Do Value Cyprus Ltd. Υπάρχει συμφωνία μεταξύ της Do Value και της Ενάγουσας για τη διαχείριση υποθέσεων του Δικαστηρίου και για χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις που οφείλονται. Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρθηκε στα γεγονότα που αφορούσαν τη συγχώνευση της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Καϊμακλίου με τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρας Λτδ και το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Εργαζομένων Κύπρου. Τα στοιχεία και ενεργητικό και παθητικό της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Καϊμακλίου, μεταφέρθηκαν στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρας Λτδ που συγχωνεύτηκε με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ και μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ την 03/09/
  36. Στη συνέχεια, έπαυσε να είναι Συνεργατική Εταιρεία και μεταβίβασε στους Ενάγοντες την 07/10/2022 περιουσιακά στοιχεία στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων δυνάμει του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου 161.(1.)/
  37. Η παρούσα αγωγή, αφορά τον επίδικο λογαριασμό δανείου με αριθμό [ ] και μεταγενέστερα αριθμό δανείου [ ]. Την 10/06/2009 ο Εναγόμενος 1 υπέβαλε προς τη νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου γραπτή Αίτηση 16909 μέσω αντιπροσώπου τον Εναγόμενο 2 για την παραχώρηση δανείου ύψους €200.
  38. Σκοπός του δανείου, ήταν η εξόφληση εργολάβου για την ανέγερση κατοικίας ύψους €120.000 και €80.000 για αγορά οικιακού εξοπλισμού. Κατέθεσε αντίγραφο του πληρεξουσίου εγγράφου. Το αίτημα εξετάστηκε και εγκρίθηκε την 24/06/2009 υπό την προϋπόθεση ότι ο Εναγόμενος 2, θα παρείχε προσωπικές εγγυήσεις και επιπλέον ο Εναγόμενος 1, θα υποθήκευε προς όφελος της Συνεργατικής, ακίνητη περιουσία που του ανήκε και για την οποίαν ετοιμάστηκε την 04/06/2009 εκτίμηση από εγκεκριμένους εκτιμητές. Οι Εναγόμενοι 1 3 αποδέχτηκαν τους όρους της Συνεργατικής και στις 24/06 υπογράφηκε η συμφωνία δανείου μεταξύ της Συνεργατικής και του Εναγόμενου
  39. Η Συνεργατική παρείχε στον Εναγόμενο 1, δάνειο ύψους €200.000 στον λογαριασμό
  40. Επίσης παρουσίασε έγγραφο δήλωσης προτιθέμενου πρωτοφειλέτη δυνάμει των προνοιών του περί Προστασίας Εγγυητών Νόμου που συμπληρώθηκε και υπογράφηκε εκ μέρους του Εναγόμενου
  41. Η πιο πάνω συμφωνία μεταξύ άλλων, προέβλεπε τα ακόλουθα: Α. Το δάνειο συμπεριλαμβανομένων των τόκων και παντός είδους χρεώσεων θα ήτο πληρωτέο με 120 μηνιαίες δόσεις ύψους €2.271,14 έκαστη της πρώτης πληρωτέας την 24/07/2009 και των υπολοίπων την αντίστοιχη ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως. Β. Το δάνειο θα χρεώνετο με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο της Συνεργατικής και την προσαύξηση, η οποία θα καθορίζετο εκάστοτε από τη Συνεργατική και η οποία θα αναφέρετο ως περιθώριο. Ως βασικό επιτόκιο της Συνεργατικής, κατά την ημέρα υπογραφής καθορίστηκε το 4.50% και το περιθώριο στο 2.15%. Το σύνολο του επιτοκίου κατά την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας ανήρχετο στο 6.65%. Γ. Ο τόκος θα υπολογίζετο πάνω σε ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και για τον υπολογισμό του, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες ημέρες έχει ο κάθε ένας μήνας αλλά ως διαιρέτης θα λαμβάνεται το εμπορικό έτος αποτελούμενο από 360 ημέρες. Δ. Η Συνεργατική θα δικαιούτο να λογίζει και/ή κατανέμει τα ποσά που κάθε φορά κατατίθεντο έναντι του δανείου, πρώτα προς εξόφληση ή μερική εξόφληση των δεδουλευμένων τόκων μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης, των προμηθειών και δικαιωμάτων και τυχόν υπόλοιπο έναντι του κεφαλαίου. Ε. Η Συνεργατική θα είχε το δικαίωμα να χρεώσει τους Εναγομένους κατά την κρίση της με έξοδα παροχής υπηρεσιών, προμήθεια, έξοδα, επιβαρύνσεις και/ή με οποιαδήποτε άλλα έξοδα και δικαιώματα τα οποία θα γνωστοποιούντο στους Εναγομένους όπως επίσης και τα τέλη χαρτοσήμων και οποιαδήποτε άλλα τέλη αφορούσαν το δάνειο και/ή την πιστωτική διευκόλυνση. Στ. Η Συνεργατική θα είχε το δικαίωμα να κεφαλαιοποιεί τις πιο πάνω χρεώσεις δύο φορές τον χρόνο. Ζ. Σε περίπτωση που οποιοδήποτε ποσό καθίστατο πληρωτέο, δυνάμει των όρων της συμφωνίας δανείου, δεν πληρώνετο την ημερομηνία που ημέρα που κατέστη πληρωτέο, θα επιβαρύνετο με τόκο υπερημερίας προς 1% από την ημέρα που κατέστη πληρωτέο μέχρι εξόφλησης του, επιπλέον του συνόλου του επιτοκίου και θα χρεώνετο στον λογαριασμό του χρεώστη ετησίως. Η. Η Συνεργατική θα είχε το δικαίωμα να μεταβάλλει οποτεδήποτε το βασικό επιτόκιο, την προσαύξηση, τα δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και άλλα τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα, με σχετική ειδοποίηση στον χρεώστη, η οποία θα γίνετο με ανακοίνωση στον Ημερήσιο Τύπο ή με ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Συνεργατικής τρόπο και θα ίσχυε από την ημερομηνία που θα καθορίζετο στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Θ. Σε περίπτωση διαφοροποίησης του συνόλου του επιτοκίου, το ύψος της δόσης θα μεταβάλλετο κατά τέτοιο τρόπο ώστε το δάνειο συμπεριλαμβανομένων των τόκων και άλλων επιβαρύνσεων να εξοφληθεί μέχρι την ημερομηνία της τελευταίας δόσης. Ι. Μόλις το αναφερόμενο δάνειο ή μέρος αυτού ήθελε ζητηθεί από τη Συνεργατική, τούτο θα καθίστατο απαιτητό και θα εξοφλείτο και οι Εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν στη Συνεργατική, κάθε οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, των τόκων, τόκων υπερημερίας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων, παράλειψη δε ή άρνηση του χρεώστη να προβεί σε άμεση εξόφληση θα έδιδε το δικαίωμα στη Συνεργατική να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους, πλέον τόκοι, δικαστικά και άλλα έξοδα πάσης φύσεως μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης, με τα οποία θα δικαιούντο να χρεώνουν τον λογαριασμό του δανείου. Κ. Ανεξάρτητα από οποιονδήποτε άλλον όρο της συμφωνίας, η Συνεργατική θα είχε το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιανδήποτε στιγμή αποπληρωμή του δανείου ή οποιουδήποτε υπολοίπου του, οπότε το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του θα καθίστατο αμέσως πληρωτέο ή απαιτητό. Λ. Η Συνεργατική θα είχε το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας των διαδίκων, μεταξύ άλλων συμφωνηθέντων λόγων και στην περίπτωση κατά την οποίαν οι Εναγόμενοι, ήθελον παραβεί οποιονδήποτε όρο της συμφωνίας, όπως επίσης όταν παραλείψουν να καταβάλουν οποιαδήποτε ποσά πληρωτέα σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας του δανείου. Μ. Οποιαδήποτε ειδοποίηση βάσει της συμφωνίας, θα μπορούσε να σταλεί στους Εναγόμενους, με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή με ιδιόχειρη επιστολή στη διεύθυνση που δηλώθηκε στη συμφωνία ή σε οποιανδήποτε νέα διεύθυνση που θα τα έδιναν οι Εναγόμενοι στους Ενάγοντες ή στην τελευταία γνωστή τους διεύθυνση, οποιαδήποτε δε ένδειξη ή καταχώρηση στα αρχεία της Συνεργατικής για χορήγηση τέτοιας ειδοποίησης, θα συνιστούσε αμάχητη απόδειξη ότι δόθηκε η ειδοποίηση αυτή. Ν. Σε περίπτωση εξασφάλισης του δανείου με υποθήκευση περιουσιακών στοιχείων, οι Εναγόμενοι με έξοδα τους να διατηρούν αυτά ασφαλισμένα σε ασφαλιστική εταιρεία της επιλογής των για των €300.000 για όλους τους κινδύνους τους οποίους ήθελε αποφασίσει η Συνεργατική και Εναγόμενοι θα εκχωρούσαν στη Συνεργατική τα δικαιώματα τους όπως αυτά θα προέκυπταν από τη σύμβαση ασφάλισης. Το κόστος τέτοιας ασφάλισης καθορίστηκε στο ποσό των €495 ετησίως το οποίο θα βάρυνε τον Εναγόμενο αρ.
  42. Ξ. Επίσης η Συνεργατική θα είχε το δικαίωμα να απαιτήσει από τον Εναγόμενο αρ. 1, να συνάψει σύμβαση ασφαλιστικής κάλυψης ζωής για ποσό ουχί ολιγότερο των €170.860,14 της οποίας το σχετικό κόστος θα επιβάρυνε αυτόν και το οποίο καθορίστηκε στο ποσό των €394,69 ετησίως. Σε περίπτωση παράλειψης των Εναγομένων να ενεργήσουν όπως ανωτέρω η Συνεργατική θα είχε το δικαίωμα όχι όμως την υποχρέωση, να συνάψει ασφάλιση εκ μέρους των Εναγομένων με οποιαδήποτε ασφαλιστική εταιρεία και να επιβαρύνουν αυτούς με το ανάλογο κόστος αυτών. Οι Εναγόμενοι 2 και 3, με ξεχωριστή συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 24/06/2009 προς εξασφάλιση υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1, εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1, είτε οι υποχρεώσεις αυτές ήταν παρούσες ή μελλοντικές. Η εγγύηση θα ήταν συνεχής εγγύηση και ανέλαβαν ευθύνη εγγύησης έναντι της Συνεργατικής που δεν θα υπερέβαινε το ποσό των €200.000 πλέον τόκους, προμήθειες και επιβαρύνσεις και άλλα δικαιώματα και έξοδα. Προτού υπογράψουν τη σύμβαση εγγύησης, παραδόθηκε στους Εναγόμενους ενημερωτική επιστολή για τις υποχρεώσεις που θα αναλάμβαναν. Σύμφωνα με τους όρους παραχώρησης του πιο πάνω δανείου, προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένου αρ. 1 προς τη Συνεργατική, όπως αυτές προκύπτουν από την πιο πάνω συμφωνία δανείου, ο Εναγόμενος αρ. 1, την 24/06/2009 υπέγραψε μετά της Συνεργατικής, έγγραφο υποθήκης το πρωτότυπο του οποίου είχε στην κατοχή του και παρουσίασε ως Τεκμήριο 27, αντίγραφο του οποίου ευρίσκεται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο Α4 και στη συνέχεια την ίδια ημέρα παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του και έβαλε υποθήκη για το ποσό των €200.000- με κυμαινόμενο επιτόκιο, πάνω στο ποσό αυτό, προς 6.65% από 24/06/2009, επί του ακινήτου δυνάμει της υπ' αριθμόν Υ6596/2009, υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. Την 01/07/2001 εκταμιεύθηκε το παραχωρηθέν σε αυτόν δάνειο. Κατά την εκταμίευση του μεγαλύτερου ποσού του δανείου, τα χρήματα μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό όψεως του Εναγόμενου 1 με αριθμό λογαριασμού [ ]. Οι λογαριασμοί των Εναγομένων, όπως και όλων των πελατών της Συνεργατικής και της νυν Ενάγουσας τηρούνται αποκλειστικά σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο οποίος βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της Εξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας και συνιστούν τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή. Όλα τα στοιχεία του κάθε λογαριασμού, όπως ο αριθμός και ο τύπος του λογαριασμού, τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του λογαριασμού, η μηνιαία δόση σε ό,τι αφορά δάνεια, το επιτόκιο του κάθε δανείου και η περίοδος αποπληρωμής του κλπ, διατηρούνται και φυλάγονται σε έναν κεντρικό υπολογιστή με τον οποίον είναι ενωμένοι όλοι οι προσωπικοί υπολογιστές της Ενάγουσας για να διεκπεραιώσουν τις εργασίες τους, ώστε σε κάθε δεδομένη στιγμή ο κάθε προσωπικός υπολογιστής να δείχνει τις πληροφορίες που είναι καταχωρημένες στον κεντρικό υπολογιστή για τον κάθε λογαριασμό. Μέσω των προσωπικών υπολογιστών, γίνονται οι σχετικές καταχωρήσεις στους λογαριασμούς των πελατών με αποτέλεσμα, αμέσως μόλις καταχωρηθεί μία συγκεκριμένη καταχώρηση σε έναν λογαριασμό να αλλάζουν αυτόματα και οι πληροφορίες που υπάρχουν και φαίνονται στον κεντρικό υπολογιστή. Για παράδειγμα, όταν γίνεται μία πράξη με έναν πελάτη, είτε κατάθεση, είτε ανάληψη, ο συγκεκριμένος υπάλληλος που εξυπηρετεί εκείνην τη στιγμή τον πελάτη καταχωρεί την πράξη στον ηλεκτρονικό υπολογιστή αμέσως, δίδοντας επίσης σχετική απόδειξη στον πελάτη, έτσι ώστε οι πληροφορίες που καταχωρούνται στον κεντρικό υπολογιστή μέσω του προσωπικού υπολογιστή, να δείχνουν ακριβώς την πράξη που έγινε με τον λογαριασμό του πελάτη. Όταν ο κεντρικός υπολογιστής δεν δουλεύει, ούτε οι προσωπικοί υπολογιστές εργάζονται, έτσι δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει οποιαδήποτε καταχώρηση από οποιονδήποτε προσωπικό υπολογιστή και να μην καταχωρηθεί και να υποθηκευτεί στον κεντρικό υπολογιστή. Όταν ανοίξει ένας λογαριασμός στο όνομα πελάτη, καταχωρούνται τα στοιχεία μέσα στον κεντρικό υπολογιστή μέσω των προσωπικών υπολογιστών, ο οποίος ουσιαστικά αποτελεί τραπεζικό βιβλίο. Ο κεντρικός υπολογιστής είναι κατά συνέπεια, το τραπεζικό βιβλίο και όλες οι καταχωρήσεις οι οποίες γίνονται κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της Ενάγουσας, βρίσκονται πάντα στις κτηριακές εγκαταστάσεις της Ενάγουσας υπό την κατοχή και τον έλεγχο της Ενάγουσας και έχουν σε αυτόν πρόσβαση οι λειτουργοί της Ενάγουσας. Ο κεντρικός υπολογιστής, εκτός από το ότι χρησιμοποιείται ως τραπεζικό βιβλίο, προβαίνει αυτόματα στις αυξομειώσεις στους λογαριασμούς όταν υπάρχει οποιαδήποτε καταχώρηση, πίστωση ή χρέωση σε αυτούς, εκτελεί ήδη καταχωρημένες αυτόματες τραπεζικές εντολές, υπολογίζει αυτόματα τον τόκο και το υπόλοιπο του λογαριασμού, πιστωτικό ή χρεωστικό. Οι καταχωρήσεις στον κεντρικό υπολογιστή, είναι ο μόνος τρόπος και χώρος όπου γίνονται οι καταχωρήσεις στους λογαριασμούς των πελατών και έτσι ο κεντρικός υπολογιστής και κατ' επέκταση όλες οι καταχωρήσεις σε όλους τους λογαριασμούς αποτελούν τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Ενάγουσας. Οι καταχωρήσεις γίνονται από λειτουργούς της Ενάγουσας καθημερινά κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών και ελέγχονται καθημερινά. Όταν καταχωρείται μία πίστωση ή μία χρέωση το υπόλοιπο ποσό αναπροσαρμόζεται αυτόματα. Ο κεντρικός υπολογιστής που περιέχει τα τραπεζικά βιβλία είναι στην ΚΕΔΙΠΕΣ. Δεν έγινε μεταφορά αυτού, απλά άλλαξε η εταιρεία η οποία χρησιμοποιούσε αυτόν τη συγκεκριμένη στιγμή. Αυτός χωρίς να υποστεί οποιανδήποτε μετατροπή ή μεταφορά του βιβλίου, άλλαξε χέρια με την πώληση. Τα συστήματα του κεντρικού υπολογιστή, τα διαχειριζόταν ένας κεντρικός φορέας κάτω από την Κεντρική Συνεργατική και αυτός ήταν η Συνεργατική Εταιρεία Μηχανογράφησης. Όλα τα συστήματα που χρησιμοποιούσαν οι Συνεργατικές ήταν τα ίδια. Κατά τις συγχωνεύσεις μεταφέρθηκαν τα δεδομένα από τη μία βάση δεδομένων στην άλλην και συνέχιζε το τραπεζικό βιβλίο να είναι ενσωματωμένο. Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από τους Ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή, ήταν και είναι καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του πιο πάνω επίδικου λογαριασμού μέχρι και σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων. Το τραπεζικό βιβλίο καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων, υπό τον έλεγχο των Εναγόντων. Όλες οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ίδιο στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και αφού συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Μηνιαία δόση του δανείου άρχισε από 01/03/2010 να πληρώνεται από τον λογαριασμό 201337651 όψεως του Εναγόμενου 1, το οποίο το χειριζόταν ο ίδιος και από το οποίο συχνά περνούσαν μεγάλα ποσά και εμβάσματα εντός και εκτός Κύπρου. Προς επιβεβαίωση τούτου, κατέθεσε αντίγραφο απόδειξης είσπραξης κατάθεσης με αριθμό 401617 ημερομηνίας 21/07/2010, αντίγραφο απόδειξης είσπραξης κατάθεσης με αριθμό 412402 ημερομηνίας 03/09/2010 και αντίγραφο απόδειξης ανάληψης μετρητών με αριθμό 191767 ημερομηνίας 05/04/
  43. Η τελευταία δόση πληρωμής δόσεων από τον λογαριασμό όψεως του Εναγόμενου, ήταν στις 01/02/
  44. Από τότε δεν πληρώθηκε καμία δόση, διότι δεν υπήρχαν σε αυτό διαθέσιμα υπόλοιπα ικανά για αποπληρωμή δόσης. Οι Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι, επειδή δεν ανταποκρίθηκαν στις οχλήσεις τους, η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρας Λτδ, την 08/06/2016 απέστειλε επιστολές με απλό ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή τους διεύθυνση. Δεν ανταποκρίθηκαν οι Εναγόμενοι και τους απέστειλε η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρας επιστολή ημερομηνίας 28/06/2016 με την οποίαν τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου. Το ποσό το οφειλόμενο, ήταν €133.693 πλέον τόκο και ενημερώθηκαν ότι ολόκληρο το ποσό του δανείου θα χρεωνόταν με επιτόκιο 7.65% από 28/06/2016 μέχρι εξόφλησης. Αυτή η επιστολή στάλθηκε με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή τους διεύθυνση. Την 30/06/2017, κατά παράβαση των υποχρεώσεων τους, οι Ενάγοντες όφειλαν το ποσό των €147.472 πλέον τόκο 7.15% από 01/01/2017 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές τον χρόνο. Οι Εναγόμενοι θα χρεώνονταν από τη σύναψη της συμφωνίας τόκο 6.65% από 24/06/2009 μέχρι 30/09/2009 και από 01/10/2009 μέχρι σήμερα 6.15%. Περαιτέρω, είχε στην κατοχή του, τις αναδομημένες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού τις οποίες έχει ετοιμάσει ο ίδιος λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές που περιέχονται στις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού. Για την ετοιμασία των εν λόγω αναδομημένων καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού, χρησιμοποίησε ηλεκτρονικό σύστημα που διατηρούν οι Ενάγοντες για τον σκοπό αυτόν, το οποίο λειτουργεί ως ακολούθως:
  45. Εισάγοντας τον αριθμό λογαριασμού του πελάτη στο συγκεκριμένο σύστημα, το σύστημα αναπαράγει όλες τις χρεοπιστώσεις του λογαριασμού από το τραπεζικό βιβλίο της τράπεζας που τηρείται στην ηλεκτρονική μορφή και τις καταγράφει χωρίς τόκους. Αυτό έγινε και στην παρούσα περίπτωση των Εναγομένων.
  46. Ακολούθως, αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις προμηθειών, studyfees και άλλα έξοδα.
  47. Ακολούθως, εισήγαγε στο σύστημα το συμβατικό επιτόκιο των Εναγόντων, για τη συγκεκριμένη περίοδο. Το σύστημα υπολογίζει τον τόκο στο κεφάλαιο, ο οποίος και προστίθεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ανάλογα με το εκάστοτε ποσοστό επιτοκίου που ισχύει για την κάθε περίοδο. Το σύστημα επεξεργάζεται με αυτόν τον τρόπο την κίνηση του λογαριασμού των Εναγομένων, υπολογίζει τον τόκο, βγάζει το αποτέλεσμα, δηλαδή τα αντίστοιχα υπόλοιπα του λογαριασμού του Εναγομένου. Το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, ανέρχεται στο ποσό των €226.495 πλέον τόκο 7.15% ετησίως από 01/01/2024 μέχρι εξοφλήσεως μετά του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/06 και 31/12 κάθε έτους. Επιπρόσθετος τόκος υπερημερίας 1%, διεκδικείται ως μέρος του συμφωνηθέντος επιτοκίου το οποίο προνοείται στη συμφωνία δανείου και προστέθηκε από την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας. Μετά την καταχώρηση της αγωγής, οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν τίποτε και οφείλουν μέχρι την ημέρα που έδωσε μαρτυρία ο ΜΥ1, €226.495 πλέον τόκοι 7.15% από 01/01/
  48. Περαιτέρω, έχει ετοιμάσει αναδομημένη κατάσταση χωρίς τόκο υπερημερίας αντίγραφο της οποίας παρουσίασε ως Τεκμήριο 36, σύμφωνα με την οποίαν, το οφειλόμενο υπόλοιπο χωρίς τόκο υπερημερίας την 31/12/2023 είναι €210.615,66 πλέον τόκο 6.15% από 01/01/2024 των τόκων κεφαλαιοποιούμενων εκάστη 30/06 και 31/12 κάθε έτους. Από τις αναδομημένες καταστάσεις, έχουν αφαιρεθεί όλα τα έξοδα και οι τόκοι υπερημερίας και παρ' όλο που η συμφωνία δανείου προνοούσε ασφάλειες ζωής και ασφάλειες κατοικίας, αυτά τα έξοδα έχουν αφαιρεθεί. Επίσης στις αναδομημένες καταστάσεις, ο συντελεστής του διαιρέτη, έχει υπολογιστεί στις 365 μέρες και 366 μέρες για δίσεκτα έτη. Έχει υπολογιστεί συμβατικό επιτόκιο από την έκδοση του δανείου και αφαιρέθηκαν όλες οι αυξήσεις του επιτοκίου και αντιθέτως, υιοθετήθηκε η μείωση του επιτοκίου κάτω από το συμβατικό από την 01/10/2009, δηλαδή 4 μήνες μετά την έκδοση του δανείου. Υιοθετήθηκε και κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο. Όσον αφορά το Τεκμήριο 30, έχει υπολογιστεί τόκος υπερημερίας 1% από την ημερομηνία τερματισμού, δηλαδή από 26/06/2016 μέχρι 31/12/2023 που τέλειωναν οι αναδομημένες καταστάσεις. Όσον αφορά τον αριθμό της συμφωνίας δανείου, πήρε την τελική του μορφή με κωδικό 04210 μετά τη συγχώνευση όλων των Συνεργατικών με την τότε Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και οι καταστάσεις που καταχώρησε, αποτελούν μέρος του τραπεζικού βιβλίου. Όσον αφορά τις 4 πράξεις που αφορούν τη μεταφορά στον επίδικο λογαριασμό, αφορά έξοδα τα οποία πληρώθηκαν. Το ποσό των €197.260 που έμεινε από τις €200.000 που αφαιρέθηκαν τα έξοδα, έγιναν μεταφορά ηλεκτρονικά με εντολή του Ενάγοντα. Οι πράξεις 28/08/2009, 29/09/2009 και 01/12/2009, αποτελούν καταθέσεις επιταγών που έγιναν προς αποπληρωμή του δανείου. Οι καταθέσεις έγιναν όταν ήρθε κάποιο πρόσωπο στο ταμείο της τράπεζας προσωπικά, με επιταγές και καταθέσεις στον εν λόγω λογαριασμό και εκδόθηκαν ανάλογες αποδείξεις. Όσον αφορά την επαναλαμβανόμενη πίστωση ύψους €2.280, είναι η δόση δανείου με αυτόματη εντολή που υπογράφηκε από τον λογαριασμό ταμιευτηρίου του Ενάγοντα Τεκμήριο 30 και αποστελλόταν η δόση για την πληρωμή του δανείου στο Τεκμήριο 21 σε μηνιαία βάση. Όσον αφορά τη μεταφορά 15/06/2011, που αφορά πώληση συναλλάγματος και αυτή αφορά πράξεις από άτομο που μετέβηκε στα ταμεία της Συνεργατικής με συνάλλαγμα και κατατέθηκαν τα χρήματα στον λογαριασμό μετά τη μετατροπή του ποσού συναλλάγματος σε ευρώ. Όσον αφορά τον τόκο υπερημερίας, υπήρχαν αρκετά έξοδα εξαιτίας των καθυστερήσεων στην πληρωμή του δανείου. Δημιουργήθηκε τμήμα για δικαστικά μέτρα και αυτά τα μέτρα, έχουν κόστος και χρειάζονται υπαλλήλους για να χειρίζονται οι υπάλληλοι τις υποθέσεις, να στέλνουν επιστολές, να παρακολουθούν διάφορες διαδικασίες. Μετά τον Φεβρουάριο του 2012, σταμάτησαν οι πληρωμές και άρχισαν να αποστέλλονται επιστολές στους εμπλεκομένους σε σχέση με το καθυστερημένο υπόλοιπο. Υπάρχει στον Συνεργατισμό αυτοματοποιημένο σύστημα που με τις πρώτες καθυστερήσεις, γίνεται αποστολή επιστολών στην τελευταία γνωστή δηλωμένη διεύθυνση. Τα έξοδα αυτά χρεώθηκαν για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 2014 με την αιτιολογία "επιστολές καθυστερήσεων". Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι έχει πρόσβαση σε όλα τα συστήματα της ΚΕΔΙΠΕΣ, είτε αυτό είναι τραπεζικό βιβλίο ή είναι ηλεκτρονικό βιβλίο ή φάκελος στην κατοχή του. Συμφώνησε ότι δεν εργαζόταν ποτέ στη ΣΠΕ Καϊμακλίου. Το δάνειο εγκρίθηκε από την Επιτροπή της τότε Συνεργατικής Καϊμακλίου που ήταν αρμόδια για να εγκρίνει το δάνειο. Δεν γνωρίζει τον Ενάγοντα. Ο ΜΥ1, είχε μεταφερθεί στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών από το
  49. Η Αίτηση δανείου έγινε στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου. Η Αίτηση έγινε από τον Γιαννάκη Σατσιά ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο και υπογράφει την Αίτηση στη δεύτερη σελίδα κάτω εκεί που φαίνεται η υπογραφή του Αιτητή και εκεί αναφέρεται ο αριθμός του πληρεξουσίου, η ταυτότητα και μία υπογραφή. Το Τεκμήριο A3 με αριθμό [ ] είναι η σύμβαση εγγύησης. Η ταυτότητα ανήκει στον Γιαννάκη Σατσιά. Δεν γνωρίζει ποιος υπάλληλος παρέλαβε την Αίτηση. Ακολουθεί της Αίτησης δανείου το πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο A
  50. Αυτή είναι η διαδικασία που ακολουθείτο πάντοτε σε όλον τον τραπεζικό τομέα. Ζητήθηκαν προκειμένου να εγκριθεί το δάνειο, όλα τα έγγραφα που εξακριβώνουν τα στοιχεία των εμπλεκομένων, δηλαδή ταυτότητες, διεύθυνση, εισοδήματα ώστε να αξιολογηθεί η Αίτηση για να εγκριθεί ή να απορριφθεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δάνειο αξιολογήθηκε θετικά και εκδόθηκε και παραχωρήθηκε, με απώτερο σκοπό το κέρδος. Συγκεκριμένη διεύθυνση καταχωρήθηκε στην Αίτηση δανείου. Μετέπειτα η διεύθυνση άλλαξε και παρέπεμψε στο Τεκμήριο 29 και το Τεκμήριο
  51. Η διεύθυνση που αναφέρεται, είναι η "[ ] 13 [ ]". Η διεύθυνση αυτή, είναι η τελευταία γνωστή διεύθυνση. Ο Ενάγοντας πήγε στη Συνεργατική σε κάποιο στάδιο και ενημέρωσε τα δεδομένα και έδωσε τη νέα διεύθυνση. Αυτός είναι ο λόγος που στις καταστάσεις λογαριασμού και στις επιστολές, αναφέρεται νέα διεύθυνση. Δεν ξέρει κάτι για την κατοικία που θα ανεγειρόταν που ήταν ο σκοπός του δανείου. Ούτε γνωρίζει κάτι για τον οικιακό εξοπλισμό που θα αγοραζόταν. Δεν έχει στην κατοχή του προσφορές και αποδείξεις για τον εν λόγω λογαριασμό. Από την εμπειρία του, θεωρεί ότι ο Ενάγοντας πρέπει να ήταν μέλος της Συνεργατικής. Για να δοθεί δάνειο, θα έπρεπε να ήταν μέλος και δεν ξέρει ακριβώς τους κανονισμούς που είχε η ΣΠΕ Καϊμακλίου. Ο λογαριασμός ταμιευτηρίου με αριθμό 2013765, ήταν ανοιχτός στις 24/06/2009 και εκεί μεταφέρθηκαν τα χρήματα κατά την εκταμίευση του δανείου. Ο συγκεκριμένος λογαριασμός, παρουσίαζε αρκετές κινήσεις και γινόταν χρήση από τον Ενάγοντα ή κάθε πληρεξούσιο του. Στην Αίτηση δανείου δίπλα από το όνομα του Αιτητή, γράφονταν τα ακόλουθα "ΠΛΕ1624/06". Αυτός είναι ο αριθμός που δίνει το Κτηματολόγιο για την κατάθεση πληρεξουσίου εγγράφου κατά τη διαδικασία της Αίτησης. Το πληρεξούσιο αξιολογήθηκε όταν ήταν ενεργό για τη διαδικασία καταχώρησης υποθήκης στο Κτηματολόγιο. Είναι με βάση το πληρεξούσιο που προχώρησαν και κατέθεσαν τα έγγραφα του Κτηματολογίου, όπως είναι το Τεκμήριο A5 και το Τεκμήριο
  52. Στην υποβολή πώς αποδέχτηκε η Συνεργατική ένα γενικό πληρεξούσιο το οποίο έγινε 4 χρόνια πριν την Αίτηση δανείου, απάντησε "δεν φαίνεται ακριβώς η ημερομηνία του πληρεξουσίου", απλά εγκρίθηκε τον έκτο του
  53. Σίγουρα εγκρίθηκε η Αίτηση δανείου πριν την υπογραφή της συμφωνίας. Το ότι το αίτημα φέρει ημερομηνία έγκρισης την 24/06/2009, είναι τυπογραφικό λάθος. Επί του Τεκμήριου A2, εκείνος που υπογράφει για τη Συνεργατική, είναι ο γραμματέας διευθυντής, δεν ξέρει το όνομα του. Όσον αφορά τις μονογραφές της συμφωνίας δανείου, πρόκειται για το ίδιο άτομο που υπέγραψε τη συμφωνία, δηλαδή ο πρωτοφειλέτης. Η υπογραφή που υπάρχει στην πρώτη, δεύτερη και στην τρίτη σελίδα, θεωρεί ότι είναι πανομοιότυπη και θεωρεί ότι είναι το ίδιο άτομο. Ο λογαριασμός εις τον οποίον εκταμιεύτηκαν οι €200.000, είναι ο λογαριασμός από τον οποίον έπρεπε να αποπληρώνεται η συμφωνηθείσα δόση. Η κίνηση του συγκεκριμένου λογαριασμού, αποτελείται από καταθέσεις επιταγών από αυτόματη εντολή, από χρεώσεις τόκου και διάφορες άλλες πράξεις που αφορούν χρεώσεις. Κατά την εκταμίευση του δανείου, τα λεφτά μεταφέρθηκαν σε προσωπικό λογαριασμό του Ενάγοντα. Αν συγκριθούν οι δύο καταστάσεις Τεκμήριο 29 και 30, φαίνονται και στις δύο καταστάσεις ο ίδιος αριθμός [ ], που είναι ο αριθμός ταυτότητας του Ενάγοντα. Μεταφέρθηκαν τα χρήματα και από εκεί με διάφορες εντολές, έχουν ξοδευτεί ή έχουν διατηρηθεί τα χρήματα αναλόγως. Δόθηκε εντολή προσωπική μεταφοράς των €197.260 στον λογαριασμό με αριθμό
  54. Η εντολή αυτή, υπογράφηκε από το άτομο που υπέγραψε και τις συμφωνίες. Όσον αφορά τις καταθέσεις επιταγών, δεν ξέρει αν τις έκανε ο Ενάγοντας ή κάποιος άλλος. Εκείνο που μπορεί να πει με βεβαιότητα, είναι ότι τη διαταγή αυτόματης εντολής Τεκμήριο 4, συνιστά συγκεκριμένη εντολή από τον Ενάγοντα που την υπέγραψε ο ίδιος, για να πηγαίνουν τα χρήματα από το Ταμιευτήριο που είναι το Τεκμήριο 30 στον λογαριασμό του δανείου Τεκμήριο
  55. Όσον αφορά τις δύο επιταγές, συνιστούν τραπεζικές επιταγές που εκδόθηκαν από τη ΣΠΕ Καϊμακλίου στο όνομα Γιαννάκης Σατσιάς και οι δύο. Στην υποβολή κατά πόσο οι επιταγές έχουν σχέση με το δάνειο, ανέφερε ότι οι επιταγές δεν εκδόθηκαν από την επίδικη συμφωνία, αλλά από κάποιον άλλον λογαριασμό και δεν φαίνονται πουθενά στο Τεκμήριο 29 για να γίνει συσχέτιση αυτών των ποσών. Ούτε στο Τεκμήριο 30 βλέπει αυτές τις πράξεις. Αυτές οι επιταγές θα μπορούσαν να δοθούν στον πελάτη αν πήγαινε κάποιος με χρήματα για να ζητήσει αυτές τις επιταγές και να βγήκαν από άλλον λογαριασμό. Τον Ιούλιο του 2009, δεν φαίνεται να υπάρχουν αιτιολογίες για την έκδοση τραπεζικών επιταγών. Προφανώς οι επιταγές εκδόθηκαν με άλλον τρόπο, με κάποιαν άλλην τραπεζική διαδικασία. Αναφορικά με τη συμφωνία μεταξύ ΣΕΔΙΠΕΣ και Do Value, υπάρχει συμφωνία και είναι εξουσιοδοτημένος για να ασχολείται με τις δικαστηριακές υποθέσεις. Εργάζεται στον Συνεργατισμό από την 02/10/2007, από τότε εργάζεται και έχει μεταφερθεί στη Do Value. Σήμερα είναι εργοδοτούμενος στη Do Value και πληρώνεται από αυτήν για να κάνει τη δουλειά την οποίαν έχει εξουσιοδοτηθεί. Η Do Value ενεργεί για λογαριασμό της ΣΕΔΙΠΕΣ. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 35 και 36, η διαφορά στο αποτέλεσμα των αναδομημένων καταστάσεων, είναι ο τόκος υπερημερίας. Οι €200.000 ήταν το αρχικό κεφάλαιο, οι €118.160 ήταν οι πληρωμές που είχαν γίνει. Ως φαίνεται επί του Τεκμηρίου 35, μαζί με τον τόκο υπερημερίας χρεώθηκαν τόκοι €144.
  56. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 36 που δεν φέρει τόκο υπερημερίας, χρεώθηκαν τόκοι €128.
  57. Με αναφορά το αρχικό κεφάλαιο €200.000, αφαιρέθηκαν οι αρχικές πιστώσεις που έγιναν και εάν προστεθούν οι τόκοι, καταλήγουν στο τελικό υπόλοιπο της κάθε αναδομημένης κατάστασης. Διαφωνεί ότι υπάρχουν παράνομες χρεώσεις και το συμβατικό το επιτόκιο ήταν 6.65%. Αυτό το επιτόκιο υιοθετήθηκε για λιγότερο από 4 μήνες, μετά μειώθηκε σε επιτόκιο 6.15%. Δεν υπάρχουν έξοδα μέσα στις αναδομημένες καταστάσεις. Περιλαμβάνεται ο τόκος που είναι πιο κάτω από τον συμβατικό τόκο. Όσον αφορά τις επιστολές, αποστάλθηκαν με το αυτοματοποιημένο σύστημα από τα αρμόδια τμήματα διαχείρισης των καθυστερήσεων και αναδιαρθρώσεων, το ίδιο ισχύει για τις επιστολές τερματισμού. Οι επιστολές του τερματισμού, εντοπίζονται στον φάκελο και τις έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Οι υπόλοιπες επιστολές αποστέλλονται με το αυτοματοποιημένο σύστημα και διατηρούνται. Ο λογαριασμός τερματίστηκε στις 28/06/
  58. Πριν τον τερματισμό δοκίμασαν διάφορες λύσεις με προειδοποιητικές επιστολές. Οι επιστολές καθυστερήσεων στέλνονταν αυτοματοποιημένα σε μηνιαία βάση, εφόσον το δάνειο παρουσίαζε καθυστερήσεις. Ο μάρτυρας δεν είχε εντοπίσει επιστολή που έχει αποσταλεί από τον δικηγόρο του Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3 προς τη Συνεργατική. Η συγκεκριμένη επιστολή, (αργότερα Τεκμήριο 40) υποδείχθηκε στον μάρτυρα και έγινε μέρος του πρακτικού. Δεν την αναγνώρισε ο μάρτυρας. Η σύμβαση εγγύησης Τεκμήριο 24 ήταν σε ισχύ, όπως το Τεκμήριο A
  59. Δεν θα μπορούσε να γίνει απαλλαγή βάσει της επιστολής και αυτή θα μπορούσε να γίνει μόνο, εφόσον έχει διευθετηθεί το επίδικο δάνειο. Ως ΜΥ2 και μάρτυρας για την ανταπαίτηση, προσήλθε ο Εναγόμενος 3 και αδελφός του Ενάγοντα. Προτού ορκιστεί ο δικηγόρος του, απέσυρε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς ως η παράγραφος 4 της Υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Ανέφερε ότι διατηρεί καλές σχέσεις και με τα δύο του αδέλφια, τον Ενάγοντα και τον Εναγόμενο
  60. Κατοικεί στην οικία του στο Καϊμακλί. Ο Ενάγοντας διέμενε στην Αγγλία και έκτιζε κατοικία στα Λύμπια μέσω του Εναγόμενου
  61. Ο Εναγόμενος 2 τον ενημέρωσε ότι ο Ενάγοντας είχε ανάγκη τη σύναψη δανείου για τρέχουσες υποχρεώσεις του και επειδή ήταν πελάτης της ΣΠΕ Καϊμακλίου, τον παρακάλεσε να διερευνήσει κατά πόσο ο Ενάγοντας μπορούσε να συνάψει δάνειο στη Συνεργατική. Ερεύνησε το θέμα στη ΣΠΕ Καϊμακλίου που έθεσε ευνοϊκούς όρους δανείου και ενημέρωσε τον Εναγόμενο 2 που είχε πληρεξούσιο για τον Ενάγοντα. Όταν ο Ενάγοντας ήρθε στην Κύπρο, επικοινώνησε μαζί του και πήγαν μαζί στη ΣΠΕ Καϊμακλίου για να διαπραγματευτεί ο Ενάγοντας με τους λειτουργούς της Συνεργατικής. Καθορίστηκε η συνάντηση στις 16:30 μ. μ., αλλά την ημέρα της συνάντησης όταν σχόλασε από την εργασία του, βρήκε τον Ενάγοντα να τον περιμένει και του είπε ότι είχε πάει μόνος στη ΣΠΕ Καϊμακλίου. Δεν ήταν ανάγκη να πάνε μαζί, διότι είχε πάει μόνος και συμφώνησε τους όρους του δανείου και θα χειριζόταν τα υπόλοιπα ο Εναγόμενος 2 προς υλοποίηση των συμφωνηθέντων ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Ενάγοντα. Στη συνέχεια, ο Ενάγοντας έφυγε για Αγγλία και άφησε το θέμα υπογραφής των αναγκαίων εγγράφων στον Εναγόμενο
  62. Η ΣΠΕ Καϊμακλίου ενέκρινε την παραχώρηση του δανείου προς τον Ενάγοντα και η ΣΠΕ ζήτησε εξασφαλίσεις για το δάνειο, ήτοι υποθήκη επί ακινήτου του Ενάγοντα και προσωπική εγγύηση δική του και του Εναγόμενου
  63. Υπέγραψε ως ένας από τους δύο εγγυητές και αναγνώρισε την υπογραφή του επί των Τεκμηρίων 24 και
  64. Ο λόγος που αποδέχθηκε να γίνει εγγυητής, ήταν για να βοηθήσει τον αδελφό του τον Ενάγοντα. Αρχικά το δάνειο ήταν εξυπηρετούμενο και για λόγους που δεν γνωρίζει ο Ενάγοντας σταμάτησε να αποπληρώνει το δάνειο. Έλαβε επιστολή από τη ΣΠΕ Λήδρας από το 2012 ότι το δάνειο δεν αποπληρωνόταν. Επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2, ο οποίος του είπε ότι είχε λάβει παρόμοια επιστολή. Στη συνέχεια το 2016, έλαβε επιστολή τερματισμού του δανείου. Σε κάποιον χρόνο μετά τη σύναψη του δανείου, διαπίστωσε ότι δημιουργήθηκαν οικονομικές διαφορές μεταξύ των δύο των αδελφών. Στις 10/02/2016 ο Εναγόμενος 3 απέστειλε επιστολή στη ΣΠΕ Λήδρας μέσω του δικηγόρου του και ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 2 είχε καταβάλει ένα ποσό της τάξης των €70.000 έναντι του δανείου, αλλά ο Ενάγοντας ως πρωτοφειλέτης δεν ενδιαφερόταν και ανακάλεσε το πληρεξούσιο έγγραφο, ώστε να μην είναι σε θέση ο Εναγόμενος 2 να διευκολύνει την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Ζήτησε από την πιστωτή να προχωρήσουν με εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Αναγνώρισε την υπογραφή του επί των Τεκμηρίων 24 και
  65. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, ότι είχε τακτική επικοινωνία με τον Ενάγοντα που είναι αδελφός του. Γνώριζε ότι τα δύο του αδέλφια, ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος 2, είχαν συνεργασίες και ότι ο Εναγόμενος 2 του είπε ότι είχαν ανάγκη χρήματα για να αγοράσουν μαζί ένα χωράφι. Εκείνος είναι το πρόσωπο που έστειλαν για να κάνει διερεύνηση των όρων δανείου σε διάφορα πιστωτικά ιδρύματα με τα οποία είχε συνεργασία. Στα πλαίσια της παράκλησης των αδελφών του, επισκέφθηκε τη Συνεργατική Καϊμακλίου και όταν ο Ενάγοντας ήρθε Κύπρο, του είπαν ότι θα πήγαιναν μαζί στη Συνεργατική. Δεν πήγαν στο ραντεβού μαζί, διότι ο Ενάγοντας πήγε μόνος του και εξηγήθηκε ως του ανέφερε. Δεν θυμάται ημερομηνίες αλλά τις επόμενες ημέρες, ο Ενάγοντας έφυγε από την Κύπρο. Όταν εγκρίθηκε το δάνειο, ο Εναγόμενος 2 του είπε να μεταβεί στη Συνεργατική για να εγγυηθεί το δάνειο. Υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης για να βοηθήσει τον Ενάγοντα. Αναφορικά με το ότι απέσυρε τον δικογραφημένο ισχυρισμό ότι ουδέποτε υπέγραψε την εγγύηση ημερομηνίας 24/06/2009, ανέφερε ότι ο δικηγόρος του έγραψε την Υπεράσπιση του όπως ο ίδιος θεώρησε σωστό. Στην υποβολή γιατί πήγε στον ίδιο δικηγόρο με τον Εναγόμενο 2 το 2016, απάντησε ''έχει σημασία ποιον δικηγόρο θα βάλω;''. Θεωρεί ότι ο Ενάγοντας οφείλει να λάβει τις ευθύνες του και να πληρώσει το δάνειο αντί να του το ζητούν εκείνου ως εγγυητή που πήγε να του κάνει ευκολία. Γνωρίζει ότι ο Εναγόμενος 2 είχε πληρεξούσιο, αλλά δεν γνωρίζει τις λεπτομέρειες. Για τις δύο τραπεζικές επιταγές που εκδόθηκαν με δικαιούχο τον Εναγόμενο 2 (Τεκμήριο Α6) δεν γνωρίζει κάτι. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Το κύριο θέμα που απασχόλησε το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας είπε την αλήθεια ότι δεν είχε ιδέα για τη σύναψη του δανείου και ότι η σύναψη της συμφωνίας και της υποθήκης, έγιναν χωρίς τη συγκατάθεση του και εν αγνοία του από τον αδελφό του Εναγόμενο
  66. Για το συγκεκριμένο ζήτημα, η εκδοχή του Ενάγοντα ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη με την εκδοχή των Εναγομένων. Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω κάθε μάρτυρα και να σχηματίσω μία γενική εντύπωση για την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά. Παρατήρησα τον αυθορμητισμό τους και την αμεσότητα με την οποίαν απαντούσαν τις ερωτήσεις κατά την αντεξέταση. Η γενική εντύπωση που αποκόμισα από κάθε μάρτυρα, ήταν σημαντική για τη διαμόρφωση της άποψης μου. Η αποτίμηση μου σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων, ασφαλώς δεν περιορίζεται στη φαινομενική εντύπωση που μου δημιούργησε εκ πρώτης όψεως ο κάθε μάρτυρας. Η πεποίθηση μου ότι ένας μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας, βεβαιώνεται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης. Το ερώτημα ως προς την αξιοπιστία, πρέπει να απαντηθεί με αυτοτέλεια έτσι που να δημιουργείται η απαραίτητη εικόνα της βεβαιότητας αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας, πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας, την ποιότητα της και την πειστικότητα της σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης. (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατία

(2001)2 ΑΑΔ 506) Ως εκ τούτου, έχω αξιολογήσει ξεχωριστά κάθε μάρτυρα σε σχέση με τα λεγόμενα του και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει προσκομίσει για να πείσει για την αλήθεια της εκδοχής του. Επιπρόσθετα, έχω αναλύσει τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα με αναφορά και την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης, ώστε σε κάθε περίπτωση, η προφορική μαρτυρία να έχει διασταυρωθεί με άλλα στοιχεία ή να έχει καταρριφθεί από άλλα στοιχεία και/ή μαρτυρία που αποδεικνύονται ως αναντίλεκτη στην υπόθεση. Έλαβα υπόψη μου πιθανά ελατήρια που μπορεί να είχε κάθε μάρτυρας να πει ή να μην πει την αλήθεια, ώστε να διαπιστωθούν με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τα γεγονότα της υπόθεσης. Οι τρεις μάρτυρες ΜΕ2, ΜΕ3 και ΜΕ4 που παρουσίασε ο Ενάγοντας για να επιβεβαιώσει το αληθινό της εκδοχής τους, δεν αναφέρθηκαν σε στοιχεία της συναλλαγής υποστηρικτικά της εκδοχής του Ενάγοντα. Αντίθετα, η μαρτυρία τους υπέσκαψε την εκδοχή που επιζητούσε ο Ενάγοντας να γίνει πιστευτή. Ο ΜΕ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση, διότι δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς βρέθηκε η υπογραφή του επί εγγράφου που φαίνεται ως έγγραφο ανάκλησης πληρεξουσίου και που φέρει σφραγίδα που φαίνεται να ανήκει στο Τμήμα Κτηματολογίου. Είπε επί λέξει, ότι δεν γνωρίζει πώς βρέθηκε η υπογραφή του επί του συγκεκριμένου εγγράφου, ότι δεν ήταν μέσα στα καθήκοντα του τον Δεκέμβριο του 2005 να παραλαμβάνει έγγραφα και ότι δεν θυμάται τίποτε για την περίπτωση ή τον Ενάγοντα. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί από το συγκεκριμένο έγγραφο το οποίο όμως παραδέχθηκε, ότι φέρει την υπογραφή του. Ενόψει της πτωχής ποιότητας της μαρτυρίας του, δεν αποδεικνύεται η γνησιότητα του εγγράφου και υπάρχει μεγάλη αμφιβολία ότι πράγματι κατατέθηκε τέτοιο έγγραφο στο Κτηματολόγιο και μάλιστα κατά την ημερομηνία Δεκέμβριο 2005 που φαίνεται πάνω στο έγγραφο. Η μαρτυρία του ΜΕ3 ήταν τυπική και δεν της αποδίδω καμία βαρύτητα, εφόσον ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι έλαβε οδηγίες για την ετοιμασία της εκτίμησης από υπάλληλο του γραφείου του και ουδέποτε μίλησε με τον Ενάγοντα προσωπικά για την υπόθεση. Η εκτίμηση ετοιμάστηκε για λογαριασμό του Ενάγοντα και έγινε χρήση της εκτίμησης για να γίνουν αποδεκτά τα ακίνητα ως εξασφάλιση του δανείου που χορηγήθηκε σε λογαριασμό στο όνομα του Ενάγοντα. Υπέδειξε ότι επί της δήλωσης κατάθεσης της υποθήκης, αναγράφεται ρητώς με κόκκινο μελάνι στο έντυπο, ότι το πληρεξούσιο έγγραφο ίσχυε και δεν είχε ανακληθεί. Η μαρτυρία του ΜΕ4 υποσκάπτει την εκδοχή του Ενάγοντα, επειδή αναφέρθηκε στη δήλωση σύμβασης υποθήκης που έγινε με βάση τη σύναψη του πληρεξουσίου (Τ.Α10) ΠΛΕ1624/
  1. Υπέδειξε ότι αναφέρεται η εγκυρότητα και η κατάθεση του πληρεξουσίου στο Κτηματολόγιο επί του πρωτότυπου εγγράφου δήλωσης σύμβασης υποθήκης, ώστε να πραγματοποιηθεί η υποθήκη προς εξασφάλιση του δανείου. Εκείνο που προκύπτει από το Τεκμήριο 9, είναι ότι ο λειτουργός που υλοποίησε την επιβάρυνση των ακινήτων με τη συγκεκριμένη υποθήκη, έλεγξε ότι το πληρεξούσιο ήταν σε ισχύ και έβαλε τον Εναγόμενο 2 να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση περί τούτου την ημέρα κατάθεσης της υποθήκης. Ο ΜΕ4 έδωσε μαρτυρία στα πλαίσια του εντεταλμένου καθήκοντος του σε σχέση με έγγραφα που είναι επίσημα κατατεθειμένα στο μητρώο του Κτηματολογίου. Δεν γνωρίζει τα μέρη, είναι αντικειμενικός και συνεπώς, θεωρείται μάρτυρας της αλήθειας. Καμία μαρτυρία δεν υποστηρίζει την εκδοχή του Ενάγοντα. Η εκδοχή του Ενάγοντα δεν είναι ότι ο Εναγόμενος 2 είχε υπερβεί τις εξουσίες του ή τις οδηγίες του ως αντιπρόσωπος του Ενάγοντα, διά του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου Τεκμήριο Α10, αλλά ότι το συγκεκριμένο έγγραφο είχε ανακληθεί και ότι το δάνειο είχε συναφθεί χωρίς τη συγκατάθεση του και εν αγνοία του. Ο Ενάγοντας δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Αυτά που ανέφερε στο Δικαστήριο, δεν συνάδουν με τα τραπεζικά έγγραφα και τα έγγραφα που ήταν κατατεθειμένα στο Κτηματολόγιο. Δεν ήταν συνεπής με την εκδοχή που διατύπωσε αρχικά. Προσάρμοζε τα γεγονότα επιλεκτικά σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης. Εστιάστηκε σε διάφορα γεγονότα με σκοπό να αποστασιοποιήσει τον εαυτό του από τη συμφωνία δανείου και υποθήκης. Αρκετά από αυτά που ανέφερε, ήταν ασυνάρτητα σε σχέση με την αντικειμενική πραγματικότητα ως αυτή τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Παραδέχτηκε ότι η συμφωνία δανείου και υποθήκης, έφερε την υπογραφή του αδελφού του που παραδέχθηκε το 2006 ότι τον είχε προσλάβει για να του κατασκευάσει την οικία του στην Κύπρο. Παραδέχθηκε ότι είχε υπογράψει το Τεκμήριο Α10, που είναι έγγραφο κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο και φέρει τη σφραγίδα κτηματολογικού λειτουργού Λευκωσίας ημερομηνίας 18/06/2009 και ότι το Τεκμήριο Α10 συνιστά πιστό αντίγραφο του ΠΛΕ1624/06, ενώ το Τεκμήριο Α8 που παρουσίασε ο ίδιος, έχει διαφορές με το Τεκμήριο Α
  2. Δεν είναι δυνατό το Τεκμήριο Α9 που αφορά την επιστολή ανάκλησης ημερομηνίας 10/12/2005 να είναι γνήσια, εφόσον το Τεκμήριο Α10 φέρει σφραγίδα του Εφόρου Τελών Χαρτοσήμων και είναι ημερομηνίας 09/10/
  3. Εάν όντως είχε προβεί στην ανάκληση του πληρεξουσίου τον Δεκέμβριο του 2005, ως ισχυρίστηκε τότε, δεν θα είχε λόγο να συντάξει τη μεταγενέστερη επιστολή ημερομηνίας 25/05/2010 που αφορούσε ανάκληση πληρεξουσίου του αντιπροσώπου του Εναγόμενου
  4. Αρχικά ανέφερε, ότι έβαλε ημερομηνία επί του Τεκμηρίου Α9 (όπως του ήρθε και χωρίς να γνωρίζει γιατί έβαλε τη συγκεκριμένη ημερομηνία). Στη συνέχεια με σκοπό να αποστασιοποιηθεί από τη μη βολική ημερομηνία επί του Τεκμηρίου για την εκδοχή του, προσάρμοσε την εκδοχή του και είπε ότι η κοπέλα του Κτηματολογίου του είπε να καταγράψει τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Επιχείρησε να αποστασιοποιήσει τον εαυτό του από τους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς, Τεκμήριο 29 και 30 στα οποία είναι δικαιούχος και που είναι στο όνομα του. Οι δύο λογαριασμοί καταδεικνύουν ότι πιστώθηκε ο λογαριασμός όψεως με το ποσό των €197.260 την ημέρα σύναψης του δανείου (24/06/2009) με ταυτόχρονη χρέωση του ποσού επί του λογαριασμού δανείου. Δεν είχε εξήγηση για το γεγονός ότι πληρωνόταν μηνιαία δόση του δανείου από τον λογαριασμό όψεως στο οποίο είναι δικαιούχος στο όνομα του. Αναμφίβολα, διαχειριζόταν τον λογαριασμό όψεως και πρέπει να είχε γνώση της κατάθεσης του ποσού των €197.260, επειδή ο λογαριασμός έχει και άλλες καταθέσεις που πραγματοποιήθηκαν και ήταν εις γνώση του. Επιπρόσθετα, υπέγραψε το Τεκμήριο 4 που είναι απόδειξη διαταγής πληρωμής της δόσης του δανείου το
  5. Για να εξηγήσει την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 7 για να πάρει χρήματα €290 από τον λογαριασμό όψεως, κατέφυγε στον εξής παράλογο ισχυρισμό: ''To λοιπόν, όταν πήγα στην τράπεζα και έκανα την απόφαση για να μου δώσουν τα έγγραφα, μου έφερε αυτό το χαρτί και μου λέει υπέγραψε και λαλώ του ''ρε κουμπάρε, μεν μου ζητάς να υπογράψω κάτι γιατί δεν ξέρω ήνταμπου κάνετε και δεν ξέρω αν εν σωστές οι ενέργειες που κάνετε, έτσι μην μου ζητάς να υπογράψω κάτι'' τζιαί λαλεί μου ''ρε βλάκα...'' εν τω μεταξύ είπα του δεν αναγνωρίζω το δάνειο δεν αναγνωρίζω τις κινήσεις που έκαναν μέχρι εκείνην την ημέρα και αν μου ζητάς να υπογράψω κάτι τζιαί λαλεί μου ''ρε βλάκα δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζεις το δάνειο, τούτο είναι μόνο για πληρώνεται το δάνειο''. Επειδή είναι γνώστης των χρεοπιστώσεων των τραπεζικών λογαριασμών, δεν είναι δυνατό να μην γνώριζε για το δάνειο. Εφόσον γνώριζε για το δάνειο και θέση του ήταν ότι ο αντιπρόσωπος του είχε υπερβεί τις εξουσίες, είναι παράλογο ότι περίμενε μέχρι το 2016 για να καταχωρήσει αγωγή εναντίον της τράπεζας για ακύρωση της συναλλαγής δανείου και υποθήκης. Επίσης είναι αξιοσημείωτο, ότι δεν αποτάθηκε γραπτώς στη ΣΠΕ από το 2009 μέχρι 2016 να τους αναφέρει το πρόβλημα, εφόσον διαπίστωσε από το 2010, ότι ο αντιπρόσωπος του ενεργούσε κατά παράβαση των οδηγιών του. Προέβαλε δικαιολογία ότι ο λόγος που υπέγραψε το πληρεξούσιο το 2005, ήταν για να μεταβιβάσει δικό του ακίνητο ο αδελφός του στον γείτονα που το πλήρωσε, αλλά δεν παρουσίασε ίχνος μαρτυρίας για να αποδείξει αυτήν τη συναλλαγή. Όταν πιέστηκε να δώσει αποδείξεις, δικαιολογήθηκε ότι τελικά η συναλλαγή δεν ολοκληρώθηκε. Για να δικαιολογήσει τη δικαιολογία, και πάλι εμπλούτισε την εκδοχή του με νέες λεπτομέρειες που δεν είχε αναφέρει αρχικά. Παρουσιάστηκε ανίκανος να δώσει δικαιολογία για το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 3 που δεν είχε όφελος από τη συναλλαγή, αποδέχθηκε να εγγυηθεί δάνειο που έγινε προς όφελος του Ενάγοντα, για το οποίο αναφέρει ότι δεν έχει επωφεληθεί ο αδελφός του, Εναγόμενος
  6. Ζητήθηκε εκτίμηση που ετοιμάστηκε για λογαριασμό του, ώστε να επωφεληθεί της δανειοδότησης για δική του υπό ανέγερση κατοικία πολυτελείας. Επίσης μέρος της εκτίμησης, έλαβε υπόψη την άδεια οικοδομής ημερομηνίας 27/03/2006, με τη σημείωση ότι η άδεια οικοδομής είχε ισχύ μέχρι 28/03/
  7. Η οικία βρισκόταν στο τελικό στάδιο κατασκευής και εκτιμήθηκε ότι είχε αξία πέραν των €700.
  8. Επομένως, δεν είναι καθόλου σύμπτωση ότι αιτήθηκε δανειοδότηση για να ολοκληρωθεί η υπό κατασκευή κατοικία με πισίνα και βοηθητική κατοικία. Το ότι εμφανίστηκε ανίδεος σε σχέση με το περιεχόμενο και τον σκοπό της Αίτησης δανείου, δεν πείθει εφόσον εκείνο το διάστημα ήταν σε εξέλιξη η ανέγερση της κατοικίας πολυτελείας και είχε λόγο και κίνητρο να αιτηθεί των χρημάτων. Κρίνεται αναξιόπιστος και είναι εύρημα μου ότι γνώριζε όλα τα γεγονότα που αφορούν τη σύβαση δανείου και υποθήκης, συμφώνησε και επωφελήθηκε του ποσού του δανείου που κατατέθηκε σε προσωπικό του λογαριασμό. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω τη μαρτυρία του ΜΥ1 που είναι τραπεζικός υπάλληλος, ο οποίος δεν είχε προσωπική ανάμειξη στην υπόθεση. Ενημερώθηκε για τα γεγονότα από τα τραπεζικά έγγραφα της υπόθεσης και τα μελέτησε, ώστε έγκαιρα να πληροφορήσει το Δικαστήριο για τα γεγονότα της υπόθεσης. Υπέδειξε με βάση τα τραπεζικά έγγραφα, τη διακίνηση των χρημάτων και το ότι ο Ενάγοντας κατέθετε χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό όψεως εις τον οποίον κατατέθηκαν τα χρήματα του δανείου και υπέγραψε έγγραφα για την αυτόματη εντολή αποπληρωμής του δανείου μέχρι το 2012, χρόνο κατά τον οποίον δεν υπήρχαν κεφάλαια στον λογαριασμό για να πληρώνεται η δόση του δανείου. Οι συναλλαγές σε συνδυασμό με τις αποδείξεις, δείχνουν την κίνηση του λογαριασμού και αποδεικνύουν ότι ο Ενάγοντας είχε επαφή με τον λογαριασμό εις τον οποίον κατατέθηκαν τα χρήματα του δανείου και τα επωφελήθηκε. Το ότι τα Τεκμήρια που κατέθεσε προήρθαν από τον φάκελο της υπόθεσης και συνιστούν τραπεζικά έγγραφα δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, επίσης δεν αμφισβητείται. Οι συμφωνίες δανείου και υποθήκης, πρόκειται για περιεκτικές, ολοκληρωμένες συμφωνίες που παραπέμπουν ρητώς στην αντιπαροχή και εξασφάλιση για την παραχώρηση του δανείου των €200.
  9. Ο Εναγόμενος 3 αναγνώρισε τη δική του υπογραφή και αυτήν του αδελφού του επί των συμφωνιών εγγύησης, καθώς και του έντυπου περιουσιακών στοιχείων του πρωτοφειλέτη (Τεκμήρια 23, 24, 25 και 26). Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα εγκυρότητας της συμφωνίας εγγύησης και οι Εναγόμενοι 2 και 3 στην ανταπαίτηση, υπέγραψαν τη συμφωνία με την υπόσχεση να εγγυηθούν τον Ενάγοντα για το συγκεκριμένο ποσό υπό τους συγκεκριμένους όρους, εις αντάλλαγμα της τράπεζας να παρέχει στον Ενάγοντα, τη συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση. Επίσης, δεν τίθεται θέμα να μην ενημερώθηκαν για τα περιουσιακά στοιχεία του Ενάγοντα ως αδέλφια του που τα γνώριζαν και καταγράφηκαν επί του Τεκμηρίου
  10. Ο ΜΥ2, Εναγόμενος 3 απέσυρε τη δικογραφημένη του θέση σε σχέση με την υπογραφή της εγγύησης, προφανώς διότι αντιλήφθηκε το 2016 ότι η τράπεζα θα τον καλούσε να πληρώσει όλο το οφειλόμενο ποσό, εκτός και εάν η Εναγόμενη προχωρούσε με την εκποίηση της υποθήκης. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι μάρτυρας της αλήθειας. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από το 2009 και ο Εναγόμενος 3 απέφυγε να αναφερθεί σε λεπτομέρειες των γεγονότων που δεν τα θυμάται. Δεν είναι κατ' ανάγκη αναξιόπιστος, επειδή εγκατέλειψε τη δικογραφημένη του Υπεράσπιση. Όπως ανέφερε ο ίδιος, είναι έτοιμος να πει την αλήθεια, ακόμη και εάν η αλήθεια είναι εις βάρος του. Δεν είχε συμφέρον προσωπική από τη συναλλαγή, επομένως δεν θα είχε λόγο να εγγυηθεί δάνειο για το οποίο δεν είχε όφελος, εκτός και εάν είναι αλήθεια ότι ήθελε να βοηθήσει τον αδελφό του τον Ενάγοντα. Το ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 24 και 26, συνιστά παραδοχή ότι είναι εγγυητής που έχει αναλάβει υποχρεώσεις εγγυητή και για το ότι έλαβε γνώση της περιουσιακής κατάστασης του Ενάγοντα που τυγχάνει επίσης να είναι και αδελφός του. Η πιο πάνω μαρτυρία, περιέχει παραδοχές και/ή δηλώσεις του ΜΥ2 και οι εν λόγω παραδοχές και/ή δηλώσεις, είναι εναντίον του συμφέροντος του. Οι εν λόγω παραδοχές και/ή δηλώσεις, συνιστούν εξαιρέσεις του κανόνα της εξ' ακοής μαρτυρίας και που μπορούν να ληφθούν υπόψη εναντίον του Εναγόμενου. (βλ. Awake Security Services Ltd. v. Μαυρομμάτη 1Β ΑΑΔ 1257
(2006). Η εκδοχή του Ενάγοντα, δεν ήταν ότι ουδέποτε υπέγραψε το συγκεκριμένο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο εξουσιοδοτώντας τον Εναγόμενο 2 για να ενεργήσει προς όφελος του, αλλά ότι υπήρχε το συγκεκριμένο πληρεξούσιο το οποίο ανακάλεσε. Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΥ2 ο οποίος ανέφερε ότι γνωρίζει ότι είχαν τα δύο του αδέλφια επαγγελματική συνεργασία μεταξύ τους, υποστηρίζει την εκδοχή ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν γενικός πληρεξούσιος για τον Ενάγοντα και ότι ένα από τα καθήκοντα του Εναγόμενου 2, ήταν να βοηθήσει τον αδελφό του τον Ενάγοντα να εξασφαλίσει το δάνειο. Εάν όλα αφορούσαν μία σκευωρία του Εναγόμενου 2 εις βάρος του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 3 δεν θα είχε λόγο να συμβάλει στη σκευωρία ως εγγυητής σε σχέση με συναλλαγή στην οποίαν δεν είχε οικονομικό συμφέρον. Ο Ενάγοντας είχε πρόσβαση στον λογαριασμό όψεως από τον οποίον έγινε η ανάληψη του ποσού των €197.000 την 01/07/
  1. Εάν τον είχαν ξεγελάσει, δεν θα περίμενε μέχρι το 2016 για να καταχωρήσει την αγωγή. Το έναυσμα για την καταχώρηση της αγωγής, ήταν η επιστολή του ΜΥ2 ημερομηνίας 10/02/2016 (Τεκμήριο 40) με την οποίαν είχαν ζητήσει όπως η Εναγόμενη Εξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα, στραφεί και προς τον πρωτοφειλέτη για είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μόνο τότε αποφάσισε ο Ενάγοντας να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή την 24/05/2016 όταν υπήρχε πλέον το ενδεχόμενο να υλοποιηθεί η εκποίηση της υποθήκης που ήταν η εξασφάλιση του δανείου. Δεν είναι δυνατόν ο Ενάγοντας να γνώριζε ότι είχε διαπραχθεί εις βάρος του τέτοια απάτη και να περίμενε 7 ολόκληρα χρόνια να το καταγγείλει στην Αστυνομία ή για να καταχωρήσει αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 2 για το συγκεκριμένο γεγονός. Τα γνώριζε όλα και δεν έκανε τίποτε και η μόνη λογική εξήγηση, είναι ότι ήταν ενήμερος για το δάνειο, συμφώνησε στο δάνειο και επωφελήθηκε των χρημάτων του δανείου σε συνεννόηση με τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. Ο ΜΥ2 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας. Για το ότι ο Εναγόμενος 3 γνώριζε τι υπέγραφε όταν εγγυήθηκε τον Ενάγοντα, δεν υπήρχε ουσιαστική αμφισβήτηση από τον Εναγόμενο
  2. Μοναδική υποβολή του Εναγόμενου 2 κατά την αντεξέταση, είναι κατά πόσο επεξηγήθηκαν στον Εναγόμενο 3 οι όροι της αμφισβήτησης. Όλα τα έγγραφα που υπέγραψαν οι δύο εγγυητές, περιέχουν όρους σε κατανοητή γλώσσα. Δεν είναι δυνατόν να μην είχαν λάβει γνώση ότι είχαν εγγυηθεί του δανείου του Ενάγοντα. Επίσης έλαβαν γνώση των περιουσιακών δεδομένων του Ενάγοντα ο οποίος είναι αδελφός τους και έτσι δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι δεν γνώριζαν τι υπέγραφαν και ότι δεν είχαν αντίληψη του ρίσκου που αναλάμβαναν με την εγγύηση προς τον Ενάγοντα. Δεν ισχύει η υπεράσπιση του non est factum. Δεσμεύονται από την υπογραφή τους. Στην υπόθεση Φακοντή ν. Βρυώνη 1 ΑΑΔ 1404
(2004), το Εφετείο επεξήγησε ότι στις περιπτώσεις του non est factum, δηλαδή εκεί όπου ο υπογραφείσας της συμφωνίας υπογράφει κάτι που δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα, είναι εκεί που έχει εξαπατηθεί με αποτέλεσμα να παρακαμφθεί η ελεύθερη του βούληση που οδήγησε και στην υπογραφή μίας δήλωσης που μπορεί να μην ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα ήταν άδικο να μην εισαχθεί προφορική μαρτυρία σε σχέση με τα γεγονότα που πλαισιώνουν τη συνομολόγηση της συμφωνίας, ώστε να εξευρεθεί η αλήθεια. Στην υπόθεση Φακοντή, το Εφετείο επικύρωσε εύρημα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι ο Εφεσίβλητος εξαπατήθηκε παρ' όλο που η γραπτή συμφωνία ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο του στην παρουσία του. Επεξήγησε περαιτέρω, ότι εκεί όπου διαπιστώνεται δόλος ή απάτη, δεν μπορεί το άλλο μέρος να επικαλείται την αμέλεια του εξαπατηθέντος μέρους της συμφωνίας για να αποτρέψει την Υπεράσπιση του non est factum. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι κατά τον χρόνο που έγινε η συμφωνία δανείου και συμφωνία υποθήκης, το γενικό πληρεξούσιο Τεκμήριο Α10, ήταν σε ισχύ και κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο. Ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε όλες τις συμφωνίες ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Ενάγοντα εν γνώση και με τη συγκατάθεση του Ενάγοντα. Τα χρήματα του δανείου, κατατέθηκαν σε λογαριασμό όψεως στο όνομα του Ενάγοντα την 24/06/2009 και έγινε ανάληψη των χρημάτων από τον λογαριασμό την 01/07/2009. Οι τραπεζικές επιταγές ημερομηνίας 01/07/2009 με δικαιούχο τον Εναγόμενο, αφορούν το αντίστοιχο ποσό και συσχετίζονται. Ο Ενάγοντας κατέβαλε τη δόση του δανείου με αυτόματη εντολή αποπληρωμής που υπέγραψε μέχρι το 2012, χρόνο κατά τον οποίον δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό για να καλύπτεται η δόση του δανείου. Ο Ενάγοντας είχε πρόσβαση στον εν λόγω λογαριασμό και έκανε χρεοπιστώσεις κατά καιρούς στον λογαριασμό. Τα αδέλφια του Ενάγοντα, υπέγραψαν ως εγγυητές του δανείου αφού ενημερώθηκαν σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία του Ενάγοντα που τα είχαν υπόψη τους, έτσι και αλλιώς ως αδέλφια του. Κατά τον χρόνο που είχαν συναφθεί οι συμφωνίες δανείου και υποθήκης, το πληρεξούσιο έγγραφο που ήταν κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο ημερομηνίας 31/03/2005, δεν είχε ανακληθεί. Το Τεκμήριο Α10, είναι πιστό αντίγραφο του πληρεξουσίου κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο. ΚΑΤΆ ΠΌΣΟ Ο ΕΝΆΓΟΝΤΑΣ ΔΕΣΜΕΥΕΤΑΙ ΩΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ ΤΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ Α2, Α4, Α5 (Τ9) ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ 2 ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ (ΠΛΕ 1624/2006) Το Τεκμήριο Α10, είναι γενικό πληρεξούσιο το οποίο υπέγραψε ο Ενάγοντας προς όφελος του Εναγόμενου 2, ώστε να είναι σε θέση να διενεργεί τα ακόλουθα: ''Ο υποφαινόμενος Μιχάλης Φιλίππου, δηλώ διά του παρόντος μου ότι διορίζω και αποκαθιστώ Γενικό Πληρεξούσιο αντιπρόσωπον μου, επίτροπον μου και αντίκλητον μου τον Γιαννάκη Σατσιά 2 οδός Ρόδου Λύμπια Λευκωσίας Αρ. Ταυτότητας 499484, όπως αντ' εμού και εξ' ονόματος μου διαχειρίζεται άπασαν την κινητήν και ακίνητον περιουσίαν την κειμένην εις οιονδήποτε μέρος της Νήσου Κύπρου-παριστάμενος ενώπιον όλων των αρμοδίων Διοικητικών και Δικαστικών Αρχών παντός βαθμού, διεξάγη εξωδίκως και δικαστικώς διά παντός ενδίκου μέσου τακτικού και εκτάκτου διά παντός συντηρητικού μέτρου και πάσης νομίμου εκτελέσεως πάσας τας μεταξύ εμού και οιουδήποτε άλλου υφισταμένας ή εν τω μέλλοντι υπάρξουσας δίκας, διαφοράς και δοσοληψίας, ως Ενάγων ή Εναγόμενος εκκαλών ή Εφεσίβλητος, υπογράψη, δέχηται και κοινοποιή έγγραφα αναγνωρίζη ή μη τοιαύτα, δέχηται και αντεπάγη όρκους, διορίζη και αντικαθιστά και άλλους πληρεξουσίους ή δικηγόρους με την αυτήν ή και περιωρισμένην πληρεξουσιότητα, εκτελή τας ωφελίμους αποφάσεις και προσβάλλη τας μη τοιαύτας δι' όλων των ενδίκων τακτικών μέσων, ενεργή και εκτελή διανομάς ακινήτων και συμβιβασμούς παραιτείται παντός ενδίκου μέσου του όλου ή μέρους της διαδικασίας διορίζη διαιτητάς πραγματογνώμονας, ενεργή κατασχέσεις αναγκαστικάς και πλειστηριασμούς, παραλαμβάνη χρήματα, έγγραφα και πωλή κτήματα μου πάσης φύσεως υφ' οιουσδήποτε όρους, είτε τοιαύτα ευρίσκονται εγγεγραμμένα εις το όνομα μου ή εις το μέλλον εγγραφησόμενα επ' ονόματι μου μη εξαιρουμένου και του πλησιέστερου συγγενούς, συζύγου ή και αδελφών, καθώς και του άνω πληρεξουσίου αντιπροσώπου μου, αγοράζη πάσης φύσεως κτήματα αντί οιασδήποτε τιμής και υφ' οιουσδήποτε όρους, δωρίζη, ανταλλάση κτήματα μου και δέχηται δωρεάς κτημάτων υποθηκεύη κτήματα μου πάσης φύσεως εις οιονδήποτε πρόσωπο και δέχηται υποθηκεύσεις κτημάτων υφ' οιουσδήποτε όρους και άκυροι τοιαύτας. Επίσης δίδω το δικαίωμα εις τον περιουσίαν μου και την μη ρητώς αναφερόμενην ενταύθα. Ο ειρημένος αντιπρόσωπος μου δύναται να υπογράφη πάσης φύσεως έγγραφον προς διεκπεραιώσιν των υποθέσεων μου, εγώ δε αναλαμβάνω να παραδεχθώ πάσας τας πράξεις του ορθάς ως υπ' εμού του ιδίου γενομένας''. O Εναγόμενος είχε το δικαίωμα ως το λεκτικό του Τεκμηρίου Α10 πιο πάνω, να υπογράφει κάθε έγγραφο προς διεκπεραίωση των υποθέσεων του Ενάγοντα και είχε και το συγκεκριμένο δικαίωμα να δέχεται υποθήκευση των κτημάτων του Ενάγοντα. Το επίδικο ερώτημα, είναι κατά πόσο δημιουργήθηκε σχέση αντιπροσωπείας του Εναγόμενου 2, ώστε να είναι σε θέση να συνάψει δάνειο εκ μέρους του Ενάγοντα και να αποδέχεται υποθήκευση των κτημάτων του Ενάγοντα με σκοπό την παροχή εξασφάλισης του δανείου. Εκείνο που το Δικαστήριο επεξήγησε στην υπόθεση Ιακώβου ν. Ζαπρή 1 ΑΑΔ 926
(2008)Εφεσείων 2, είναι ότι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος, υπέχει σε θέση εμπιστοσύνης (fiduciary position) έναντι του προσώπου που του παραχώρησε το πληρεξούσιο με καθήκον εντιμότητας, πίστης και επιμέλειας, όπως και καθήκον να προωθεί τα συμφέροντά του και όχι τα δικά του συμφέροντα ή τα συμφέροντα οποιουδήποτε τρίτου. Στην περίπτωση ευρήματος, ότι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος είχε υπερβεί τους όρους πληρεξουσιότητας του εν γνώσει του ότι έπραττε κάτι τέτοιο, τότε οι πράξεις του δεν είναι δεσμευτικές έναντι εκείνου που υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο υπέρ του. Σε περίπτωση που το λεκτικό του γενικού πληρεξουσίου ρητώς επιτρέπει τη διατέλεση συγκεκριμένης πράξης, τότε το πραγματικό ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή η συγκεκριμένη πράξη είναι νομικά βάσιμη, έχοντας υπόψη τη σχέση αντιπροσωπείας που είχε ο Εναγόμενος 2 με τον Ενάγοντα. Στην παρούσα περίπτωση, ο Εναγόμενος 2 πράγματι ενήργησε αποκλειστικά ως αντιπρόσωπος του Ενάγοντα, διότι ο Ενάγοντας χορήγησε στον Εναγόμενο 2 γενικό πληρεξούσιο. Το πληρεξούσιο χορηγήθηκε μεταξύ στενών συγγενών, για συγκεκριμένο σκοπό ήτοι, να υπογράψει συμφωνία δανείου για εξασφάλιση χρηματοδότησης που χορηγήθηκε στον Ενάγοντα καλόπιστα, με αποτέλεσμα τα χρήματα να κατατεθούν σε τραπεζικό του λογαριασμό με δικαιούχο τον Ενάγοντα στο όνομα του. Στην περίπτωση αυτήν, όπως και στην υπόθεση Πρωτοπαπά ν. Πρωτοπαπά κ.ά.
(2002)1(Β) Α.Α.Α. 1329 υπάρχει πραγματικό δεδομένο, ότι ο Ενάγοντας γνώριζε για τη λήψη των χρημάτων και δεν διαμαρτυρήθηκε ή να έλαβε κάποιο μέτρο αμφισβήτησης της συναλλαγής, παρά μόνο όταν ο Ενάγοντας είχε εκδηλώσει πρόθεση να κάνει χρήση δικαστικών μέτρων για να ανακτήσει το οφειλόμενο ποσό. Το άρθρο 175 του Κεφ.149 πιο κάτω, είναι σχετικό: Το άρθρο 175 του Κεφ.149 πιο κάτω, είναι σχετικό: 175. Αν ο αντιπρόσωπος κατά τη διεξαγωγή των εργασιών της αντιπροσωπείας συναλλάσσεται για δικό του λογαριασμό, χωρίς να πάρει προηγουμένως τη συναίνεση του αντιπροσωπευόμενου και χωρίς να γνωστοποιήσει σε αυτόν όλες τις ουσιώδεις περιστάσεις οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του για την υπόθεση, ο αντιπροσωπευόμενος δύναται να καταγγείλει τη συναλλαγή, αν καταστεί φανερό είτε ότι ο αντιπρόσωπος απέκρυψε ανέντιμα από αυτόν οποιοδήποτε ουσιώδες γεγονός, είτε ότι οι συναλλαγές του αντιπροσώπου έχουν καταστεί επιζήμιες γι' αυτόν. Ενόψει της κατάρριψης της εκδοχής του Ενάγοντα και της θετικής μαρτυρίας ότι ο Ενάγοντας γνώριζε, συγκατατέθηκε και επωφελήθηκε από τη συναλλαγή, θα πρέπει να δεσμεύεται από την υπογραφή του αντιπροσώπου του. Ως προς την εμβέλεια των πράξεων που περιλαμβάνονται σε γενικό πληρεξούσιο, σχετική είναι η υπόθεση Haji Hafuz Effendi v Mehmed Osmein (V6) 1 C.L.R. 101 στην οποίαν το Δικαστήριο έθεσε κατευθυντήριες γραμμές ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να προσεγγίζεται η ερμηνεία γενικών πληρεξουσίων. When a question arises on a power of attorney whether the parties intended that the donee οf the power should be able to do some particular act under the power, if the intention cannot be plainly gathered from the document, certain rules of construction have been established. One of those rules is that wide and general words ought to be construed with reference to the general objects for which the power was given, unless a contrary intention appears. Η διάκριση μεταξύ του ειδικού και γενικού πληρεξουσίου, προσδιορίζεται ως εξής: The true distinction (as generally recognised) between a general and a special agent is this; a general agency does not import an unqualified authority, but that which is derived from a multitude of instances, or in the general course of an employment or business; whereas a special agency is confined to an individual transaction. Ο γενικός αντιπρόσωπος όμως, δεν είναι εφ' όλης της ύλης αντιπρόσωπος του κυρίου που έχει δικαίωμα να κάνει το οτιδήποτε, δικαιούται να κάνει ο αντιπροσωπευόμενος για δικό του λογαριασμό. Περιορίζεται η εξουσία του έστω και γενική σε σχέση με πράξεις ''purporting to be done for the purpose of carrying out the objects for which the power is expressed to be given''. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος είχε τη γενική εξουσία να υπογράψει κάθε έγγραφο για να διεκπεραιώσει τις υποθέσεις του Ενάγοντα. Το να λάβει χρηματοδότηση από δάνειο, ήταν υπόθεση του Ενάγοντα για την οποίαν ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε έγγραφο υποθήκης προκειμένου να διεκπεραιωθεί ο σκοπός της δανειοδότησης για την οποίαν υπάρχει θετική και χειροπιαστή μαρτυρία ότι ο Ενάγοντας γνώριζε, συγκατατέθηκε και επωφελήθηκε. Δεν καταχώρησε αγωγή εναντίον του αδελφού του Εναγόμενου 2 στην ανταπαίτηση, παρ' όλο ότι ήταν δικογραφημένος ισχυρισμός του ότι ο Εναγόμενος 2 σύναψε το δάνειο και την υποθήκη εν αγνοία του. Έχει προσκομιστεί θετική αξιόπιστη μαρτυρία εναντίον του, ότι χειριζόταν τον λογαριασμό εις τον οποίον κατατέθηκαν τα χρήματα και έκανε χρεοπιστώσεις προσωπικά στον λογαριασμό. Εάν πράγματι υπήρχε σκευωρία εναντίον του σε σχέση με τη σύναψη δανείου, θα προέβαινε έγκαιρα σε καταγγελία της συναλλαγής. Δεν καταχώρησε αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 2, δεν έκανε καταγγελία στην Αστυνομία και δεν καταχώρησε την αγωγή, παρά μόνο όταν τα αδέλφια του διαμαρτυρήθηκαν γραπτώς στη ΣΠΕ το 2016 ότι θα έπρεπε το Συνεργατικό Ίδρυμα να στραφεί για σκοπούς αποπληρωμής του χρέους, εναντίον του πρωτοφειλέτη και συγκεκριμένα να προβεί σε εκποίηση της υποθήκης. Κατά συνέπεια, τα όσα ισχυρίζεται ο Ενάγοντας για τη γνησιότητα της συμφωνίας δανείου και υποθήκη, συνιστούν σκέψεις εκ των υστέρων και δεσμεύεται από την υπογραφή του αντιπροσώπου του επί της συμφωνίας δανείου και υποθήκης. Η απαίτηση είναι ανεδαφική και απορρίπτεται. Αναφορικά με την Υπεράσπιση των Εναγόμενων 2 και 3 στην ανταπαίτηση, σημειώνεται ότι δεν έχουν αναπτύξει κανένα σημείο επί της δικογραφημένης τους Υπεράσπισης με τα αναγκαία ουσιώδη γεγονότα ώστε να εκφράζεται ολοκληρωμένη υπεράσπιση. Κατατέθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου 3 το Τεκμήριο 40 το περιεχόμενο του οποίου ο Εναγόμενος 2 δεν το αμφισβήτησε με την αντεξέταση. Με την εν λόγω επιστολή, οι δύο Εναγόμενοι παραδέχτηκαν μέσω του δικηγόρου τους ότι ήταν προσωπικοί εγγυητές του Ενάγοντα σε σχέση με το δάνειο και μοναδικό τους παράπονο, ήταν ότι ο πρωτοφειλέτης δεν ανταποκρινόταν σε καλέσματα για διευθέτηση του χρέους του και καλούσαν τη ΣΠΕ Λήδρας να προχωρήσει με την εκποίηση της εξασφάλισης. Ο Εναγόμενος 3 απέσυρε ισχυρισμό που αφορούσε την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης. Οι Εναγόμενοι δεν προσκόμισαν θετική μαρτυρία για κανένα άλλο θέμα που εγείρεται στην Υπεράσπισή τους. Τα υπόλοιπα ζητήματα που επιχείρησαν να εγείρουν και να προωθήσουν με μη στοχευμένη αντεξέταση, όπως το ζήτημα παράνομων υπερχρεώσεων σε σχέση με τη δανειακή σύμβαση, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως θέσεις που δεν αναπτύσσονται με την αναγκαία σαφήνεια εντός της δικογραφίας. Όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Γιαννάκης Πελεκάνος ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(2006)1 ΑΑΔ 3990, οι προϋποθέσεις χορήγησης της θεραπείας που δεν ειδικεύονται στην έκθεση απαιτήσεως, είναι κατά πόσο η θεραπεία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως και δεύτερον, κατά πόσο στη συνέχεια αυτά τα γεγονότα έχουν αποδειχθεί στη δίκη. Θα πρέπει να παρατίθεται ένας σκελετός γεγονότων στην έκθεση Υπεράσπισης που διαμορφώνει τις θέσεις των Εναγομένων. Η σωστή και ακριβής διατύπωση της απαίτησης ή της Υπεράσπισης, είναι σημαντική ώστε να προσδιοριστούν τα επίδικα θέματα στην αγωγή. Όμως όπως επεξηγήθηκε στην αγγλική υπόθεση Loveridge v. Healey [2004] EWCA Civ 173, ακόμη και στην περίπτωση που διάδικος προωθεί ζητήματα που αποκλίνουν από τη δικογραφημένη θέση, δυνατόν να μην δημιουργείται θέμα εάν ο αντίδικος δεν έχει επηρεαστεί δυσμενώς από την απόκλιση: ''Ιt is on the basis of the pleadings that the parties decide what evidence they will need to place before the court and what preparations are necessary before the trial. Where one party advances a case that is inconsistent with his pleadings, it often happens that the other party takes no point on this. Where the departure from the pleadings causes no prejudice, or where for some other reason it is obvious that the court, if asked, will give permission to amend the pleading, the other party may be sensible to take no pleading point. Where, however, departure from a pleading will cause prejudice, it is in the interests of justice that the other party should be entitled to insist that this is not permitted unless the pleading is appropriately amended. That then introduces, in its proper context, the issue of whether or not the party in question should be permitted to advance a case which has not hitherto been pleaded''. Οι Εναγόμενοι είναι υπόχρεοι να διατυπώσουν μόνο τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η Υπεράσπιση τους. Δεν δικογραφείται κανένα γεγονός επί της έκθεσης Υπεράσπισης ώστε οι εκ των υστέρων θέσεις που προβλήθηκαν με την αντεξέταση, να θεωρείται ότι εκφράζονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένο τρόπο, ώστε να δικαιολογείται η εξέταση τους και η αξιολόγηση τους στο στάδιο αυτό προς επίλυση της αγωγής. Τα όσα έχουν επιχειρήσει να αμφισβητήσουν οι Εναγόμενοι με σκόρπιες ερωτήσεις που έχουν υποβάλει στον μάρτυρα της Ενάγουσας κατά την αντεξέταση, δεν μπορούν να εξεταστούν στο στάδιο αυτό, διότι δεν αφορούν θέσεις που έχουν προωθηθεί με συγκεκριμένη Υπεράσπιση στη δικογραφία. Στη FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL) v. ΝΙΚΟΥ Κ. ΣΙΑΚΟΛΑ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1422, απόφαση πλειοψηφίας, το Εφετείο έδωσε κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με ζητήματα που άπτονται της Δ.19 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Είναι αρκετό να διατυπώνεται η Υπεράσπιση με γενικό τρόπο χωρίς αναφορά σε λεπτομέρειες ή και συγκεκριμένα έγγραφα. Όπως αναφέρθηκε στη Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 826, η έκθεση Υπεράσπισης αποτελεί δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του Εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του αντιδίκου του και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας. ''Οι αρχές του δικονομικού δικαίου, περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία δηλαδή την απαίτηση, την Υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134 κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τρένο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής''. Παρά τον ακαθόριστο τρόπο που οι Εναγόμενοι έχουν επιλέξει να προωθήσουν την υπόθεσή τους, βρίσκω ότι οι Ενάγοντες στην ανταπαίτηση έχουν προσκομίσει θετική, συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη μαρτυρία για να προωθήσουν την κάθε πτυχή της υπόθεσής τους. Βασίστηκαν στη μαρτυρία λειτουργού της τράπεζας που είχε στην κατοχή του τον φάκελο με όλα τα σημαντικά έγγραφα της υπόθεσης και είναι γνώστης των δεδομένων που τηρούνται στα τραπεζικά βιβλία, ώστε να πείσει ότι όλα έγιναν με την απαιτούμενη προσοχή και λεπτομέρεια. Εξήγησε επί παραδείγματι, ότι το εν λόγω δάνειο είναι συμφωνία δανείου για το ποσό των €200.000 και οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 που απορρέει από την εν λόγω συμφωνία και η εν λόγω εγγύηση, δόθηκε διά εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 24/06/
  1. Οι Εναγόμενοι κατά παράβαση των όρων των συμφωνιών, καθυστερούσαν και παρέλειψαν να πληρώνουν τις οφειλόμενες δόσεις και έτσι ο λογαριασμός δεν λειτουργούσε κανονικά, τους απέστειλαν οι Ενάγοντες προειδοποιητικές επιστολές καθυστερήσεως και στη συνέχεια, επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 28/06/2016 και απαίτησαν την πλήρη και τελεία εξόφληση όλου του χρεωστικού υπολοίπου πλέον τόκους. Οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν και παραμένει οφειλόμενο και πληρωτέο το ποσό των €226.495,83 πλέον τόκο 7.15% από 01/01/2024 με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως. Ο MΥ1 προσκόμισε όλα τα έγγραφα που αφορούσαν και συνθέτουν το συμφωνητικό και το νομοθετικό πλαίσιο της αξίωσης των Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόντων και δεν εντόπισα να υπάρχει κάποιο κενό μεταξύ των προφορικών ισχυρισμών του μάρτυρα και τα έγγραφα του φακέλου της υπόθεσης που προσκόμισε για να υποστηρίξει τις προφορικές του θέσεις. Οι αναλυτικές καταστάσεις ξεκινούν με το υπόλοιπο, ως αυτό ξεκίνησε με τη χορήγηση του αρχικού κεφαλαίου του δανείου και καταγράφουν πώς αυτό το ποσό διαμορφώθηκε μέχρι το τελικό υπόλοιπο. Το πώς διαμορφώνεται το τελικό υπόλοιπο του δανείου, προκύπτει με μαθηματικό τρόπο και το πιο πάνω συμπέρασμα αναδεικνύεται στις αναλυτικές καταστάσεις του λογαριασμού. Εξήγησε ότι στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, φαίνονται όλες οι χρεοπιστώσεις που έγιναν στους επίδικους λογαριασμούς από την 24/06/2009 μέχρι την 01/01/
  2. Εξήγησε ότι σε σχέση με τις αναδομημένες καταστάσεις, έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις που η Εξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα δεν προωθεί με την αξίωση το συνολικό συμφωνηθέν επιτόκιο προς 1% επί του συμβατικού επιτοκίου ως πρόσθετος τόκος υπερημερίας. Εξήγησε ότι αυτές οι χρεώσεις, αφαιρέθηκαν από τις αναδομημένες καταστάσεις, όχι επειδή ήταν παράνομες, καθότι παρέπεμψε για κάθε χρέωση στους όρους των συμφωνιών. Ο ΜΥ1 ήταν λειτουργός της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας και αναφέρθηκε σε ζητήματα που γνωρίζει, επειδή έχει εξετάσει τα τραπεζικά βιβλία που αφορούν τις πιστωτικές διευκολύνσεις των Εναγομένων. Έχει προβεί στην εξέταση αυτής της υπόθεσης στα πλαίσια των καθηκόντων του. Εντυπωσιάστηκα με τον επαγγελματισμό του και θεωρώ ότι ήταν πλήρως καταρτισμένος, ώστε να εξηγήσει τα έγγραφα που έχει εξετάσει. Είμαι πεπεισμένη ότι αμερόληπτα και αντικειμενικά ενημέρωσε το Δικαστήριο για όλες τις διεργασίες που αφορούσαν τις εν λόγω συμφωνίες και συναλλαγές και τον αποδέχομαι ως αξιόπιστο μάρτυρα. Η βάση της αξίωσης, είναι οι συμβάσεις που έχουν υπογραφτεί μεταξύ των διαδίκων. Οι συγκεκριμένες συμβάσεις είναι δεσμευτικές ως προς τους όρους των συμβάσεων εγγυήσεως, καθότι δεν έχει προβληθεί θετική Υπεράσπιση σε σχέση με την εγκυρότητα των συμβάσεων. Στην υπόθεση Ζήνωνος ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα 1 ΑΑΔ 927
(2002), επεξηγήθηκε ότι το κριτήριο για την ερμηνεία μίας σύμβασης, είναι η έννοια την οποίαν μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο. Οι επίδικες συμβάσεις περιέχουν συγκεκριμένους ρητούς όρους με λεκτικό που δεν προκαλεί ασάφεια ως προς το νόημα των συγκεκριμένων όρων. Οι Εξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία σε σχέση με τα συμφωνηθέντα και σε σχέση με το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι έχουν παραβιάσει τα συμφωνηθέντα. Περαιτέρω, έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία για να αποδείξουν το ύψος του οφειλόμενου ποσού με βάση τις συμφωνίες Σε απόφαση του Εφετείου (βλ. Χρηστάκης Πίττας ν. Τράπεζα Κύπρου κ.α. 1 ΑΑΔ 110
(2007), λέχθηκε ότι αφού διαπιστωθεί ότι ο εγγυητής έχει όντως υπογράψει την εγγύηση, δεσμεύεται από την υπογραφή του εκτός εάν αποδείξει ότι ισχύει η Υπεράσπιση της non est factum ή ότι η υπογραφή του λήφθηκε με απάτη. Στην απουσία δόλου και σκόπιμων ενεργειών της τράπεζας που θα αποσκοπούσαν στο να αποκρύψουν την πραγματική ταυτότητα του εγγράφου, δεν μπορεί να πετύχει Υπεράσπιση που να βασίζεται στις πιο πάνω αρχές. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts Non-disclosure par. 42-020, η τράπεζα δεν έχει καθήκον να επεξηγήσει τις συνέπειες υπογραφής συμφωνίας εγγύησης στον εγγυητή, αλλά εκεί όπου προβαίνει σε κάποιες παραστάσεις κατά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης, αυτή η μερική αποκάλυψη των γεγονότων μπορεί να θεωρηθεί ως παραπληροφόρηση του εγγυητή. Επί παραδείγματι, στην αγγλική υπόθεση Cornish v. Midland Bank [1985] 3 All ER 513,522-523, αποφασίστηκε από Αγγλικό Δικαστήριο ότι η τράπεζα είχε την υποχρέωση να είναι προσεκτική όταν προβεί σε παραστάσεις προς τους εγγυητές, διότι εάν οι συγκεκριμένες παραστάσεις έχουν το αποτέλεσμα να παραπληροφορήσουν τον εγγυητή σε σχέση με τη φύση της συναλλαγής που θα συνάψουν ή τον κίνδυνο εγγύησης του συγκεκριμένου πρωτοφειλέτη, τότε εγγυητής μπορεί να επικαλεστεί την Υπεράσπιση της παραπληροφόρησης. Όμως στην περίπτωση που δεν έχουν γίνει τέτοιες παραστάσεις εκ μέρους της τράπεζας, τότε η σύναψη της συμφωνίας θεωρείται κανονική και η τράπεζα δεν έχει οιονδήποτε καθήκον να ενημερώσει τον εγγυητή για τις συνέπειες της εγγύησής του. Συνεπώς, δεν τίθεται κανένα ζήτημα εγκυρότητας της σύμβασης εγγύησης και οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεσμεύονται σε σχέση με την εγγύηση που παραχώρησαν προκειμένου να εξασφαλίσουν τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη.. Αναφορικά με το θέμα του τόκου, προκύπτει ότι ο συμβατικός τόκος που προβλεπόταν στη συμφωνία δανείου, ήταν το άθροισμα κυμαινόμενου επιτοκίου που αποτελείται από το βασικό επιτόκιο 4.5% το ποσοστό του περιθωρίου στο ποσό των 2.15.%, σύνολο επιτόκιο 6.65% Περαιτέρω, ενημερώθηκαν ότι στην περίπτωση που ήθελε καθυστερήσουν στην πληρωμή των οφειλόμενων ως είχε συμφωνηθεί, η τράπεζα θα είχε το δικαίωμα να χρεώσει τόκους υπερημερίας 1.00%. Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι Ενάγοντες, ανασκεύασαν το οφειλόμενο ποσό. Στην υπόθεση Μπούλος Μαρσέλ ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα 1 ΑΑΔ 1858
(2001), το Εφετείο επεξήγησε ότι υπόλοιπο σε τρεχούμενο λογαριασμό του χρέους, δεν μπορεί να αποδειχθεί με απλή δήλωση του χρέους η οποία να ετοιμάστηκε από την Ενάγουσα. Δήλωση που περιέχεται σε ηλεκτρονική κατάσταση κάτω από κάποιες προϋποθέσεις, είναι αποδεκτή ως αποδεικτικό στοιχείο οποιουδήποτε γεγονότος που εκτίθεται στην ηλεκτρονική κατάσταση. Όμως το κριτήριο για τη βαρύτητα που θα πρέπει να αποδοθεί σε τέτοια δήλωση, είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, έχει ικανοποιήσει ότι η εκδοχή του για το υπόλοιπο είναι ορθή. Στην υπόθεση Αντώνης Κόμπου ν. Universal Bank Ltd 1 ΑΑΔ 194
(2009), το Εφετείο απέρριψε το επιχείρημα του Εφεσείοντα ότι δεν αποδείχτηκε το τελικό οφειλόμενο ποσό με θετική μαρτυρία και επεξήγησε ότι η υπόθεση αυτή ως προς τα γεγονότα, διακρίνεται από το αποτέλεσμα στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Κύπρου Λτδ. Ν Coral Foods Ltd 1 ΑΑΔ 956
(2008)για τους ακόλουθους λόγους: «(α) διότι σ' εκείνην την υπόθεση, οι Ενάγοντες δεν επεξήγησαν συγκεκριμένες χρεώσεις στις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασαν με βάση το Άρθρο 5Α
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 ούτως ώστε η βαρύτητά τους, δεν κρίθηκε αρκετή να υποστηρίξει την απαίτηση, (β) διότι στην υπόθεση εκείνην είχε εφαρμογή ο περί Τόκου Νόμος του 1977 (Ν. 2/77 ως είχε τροποποιηθεί) που περιόριζε το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου στο 9% και (γ) διότι υπήρχε περί του αντιθέτου μαρτυρία ως προς τις καταστάσεις λογαριασμού. Στην παρούσα υπόθεση, ενώ ο μάρτυρας των Εφεσίβλητων αντεξετάστηκε για άλλα θέματα, δεν του ζητήθηκε να εξηγήσει τις καταχωρήσεις στις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε». Στην πιο πάνω υπόθεση, επεξηγήθηκε ότι κατάσταση λογαριασμού που παράγεται από ηλεκτρονικό υπολογιστή ως μέρος τραπεζικού βιβλίου, είναι ένα αποδεικτικό στοιχείο της αξίας του οποίου αξιολογείται η βαρύτητα του και είναι αποδεικτικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται ανάλογα με τις περιστάσεις και με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης. Επειδή σε εκείνην την υπόθεση, το υπόλοιπο αφορούσε πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν δοθεί σε τρεχούμενο λογαριασμό και η εξαγωγή του υπολοίπου ήταν εύκολη προϋπόθεση, με αποτέλεσμα να υπολογίζεται ακριβώς το υπόλοιπο, δεν ήταν ανάγκη να επεξηγηθεί αναλυτικά κάθε διακίνηση του συγκεκριμένου λογαριασμού. Ως προς το έγγραφο υλικό που έθεσε ενώπιον μου ο ΜΕ1, ο οποίος επιβεβαίωσε την ορθότητα του περιεχομένου των τραπεζικών εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον μου ως μαρτυρία, κρίνω ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Δόθηκε μαρτυρία από υπάλληλο της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας που έλεγξε την ορθότητα των εγγράφων και ήταν σε θέση να διαβεβαιώσει ότι τα έγγραφα αυτά ήταν μέρος των συνήθων βιβλίων που τηρούσε και ότι όλα τα τραπεζικά βιβλία και έγγραφα και καταχωρήσεις αυτές, έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της και ότι τα έγγραφα αυτά, βρίσκονται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Εξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας ως συνέπεια της αγοράς και μεταβίβασης πιστωτικών διευκολύνσεων δυνάμει του νόμου 169
(1)/2015 και αποδεικνύουν την υπογραφή και σύναψη των πιστωτικών διευκολύνσεων, τις παραβάσεις των όρων της σύμβασης και τον τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων και τα οφειλόμενα υπόλοιπα. Ο μάρτυρας παρουσίασε λεπτομερή κατάσταση λογαριασμού και το έπραξε με την κατάθεση σχετικών Τεκμηρίων στο οποίο επισυνάφθηκαν οι σχετικές καταστάσεις λογαριασμού που αφορούσαν καταχωρήσεις σε τραπεζικό βιβλίο στην έννοια του άρθρου 22 του εν λόγω νόμου. Στη συνέχεια, υπολόγισε την αξίωση της Εξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας και κατέθεσε τις αναλυτικές καταστάσεις και αναδομημένες καταστάσεις και επεξήγησε πλήρως πώς προκύπτει η διαφορά σε σχέση με το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό σε κάθε περίπτωση. Δεν υπήρχε ουσιαστική αμφισβήτηση των συναλλαγών που κατατέθηκαν στα Τεκμήρια 35 και 36 και δεν προσκομίστηκε από τους Εναγόμενους οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία ως προς τον υπολογισμό των τόκων ή των όποιων δικαιωμάτων που προέκυπταν από τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων (βλ. Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Πολιτική έφεση 75/2013 ημερομηνίας 28/03/2019) Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι το τραπεζικό βιβλίο, ήταν συνήθη βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρήσεις στο βιβλίο, γίνονταν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των τραπεζικών εργασιών. Επιβεβαίωσε τις καταστάσεις λογαριασμών προσωπικά ως ορθές υπό την ιδιότητα της ως λειτουργός που είχε τον χειρισμό των λογαριασμών. Δεν θα ήταν εφικτό να έχει κάποιος λειτουργός προσωπική γνώση όλων των γεγονότων που αφορούν τον λογαριασμό και σκοπός της τήρησης τραπεζικών βιβλίων, είναι απόδειξη εκ πρώτης όψεως των γεγονότων που περιέχονται στα βιβλία αυτά. Τέτοια μαρτυρία, αποδεικνύει την υπόθεση της Ενάγουσας, εκτός και εάν ανατρέπεται από άλλη μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι αυτή ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων. Ομοίως στη δική μας την περίπτωση, εφόσον ουδεμία άλλη μαρτυρία έχει προσκομιστεί, υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, η οποία εξεταζόμενη υπό το Τεκμήριο που δημιουργεί το Άρθρο 22 του Κεφ. 9 (άνω) και των υπόλοιπων Τεκμηρίων, είναι αρκετή για να αποδείξει την υπόθεση της Ενάγουσας στο αναγκαίο επίπεδο. Επίσης σχετική είναι η Ματόλης ν. Societe Generale Bank-Cyprus Ltd ημερομηνίας 10/07/2024, υπόθεση στην οποίαν είχαν ετοιμαστεί αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, επεξηγήθηκε ότι, αποτελούν αναπαραγωγή (extract) από το κατατεθέν ως ηλεκτρονικό αρχείο, το οποίο κρίθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι αποτελούσε τραπεζικό βιβλίο εν τη εννοία του Νόμου. Το Άρθρο 35 του Νόμου, αφορά στην αποδεκτότητα αρχείου ως μαρτυρία και όχι την αποδεικτική του αξία, δύο θέματα που είναι ξεχωριστά. Από τη στιγμή δε που έγγραφο κατατίθεται άνευ ενστάσεως, το Άρθρο 35 του Νόμου δεν τυγχάνει εφαρμογής, με την έννοια ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να εξετάσει κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για αποδοχή του ως Τεκμηρίου. Ως προς το θέμα ότι οι αναδομημένες καταστάσεις περιορίζουν την απαίτηση, λέχθηκε εφόσον επεξηγούνται ως προς τον επαναϋπολογισμό της αξίωσης, σε συνάρτηση με τα κατατεθέντα ως Τεκμήριο, τραπεζικά βιβλία, δεν είναι απαραίτητο να πληρούν τις προϋποθέσεις των Άρθρων 35 και 22 του Νόμου: Για τους σκοπούς του Άρθρου 22, πρέπει μόνο να αποδειχθεί από την τράπεζα ότι το έγγραφο έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και ότι διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Τα Τεκμήρια 35 και 36 πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου. Η ανασκευή του υπολοίπου με τη χρήση του τεκμηρίου 35 και με την αφαίρεση

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.