Μαρίας Ποταμίτου ν. Εκδόσεις «Αρκτινος» Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5956/15, 31/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 5956/15 ΜΕΤΑΞΥ: Μαρίας Ποταμίτου Ενάγουσας -και- 1. Εκδόσεις «Αρκτινος» Λίμιτεδ 2. Γιάννη Παπαδόπουλου 3. Λουκιανού Λυρίτσα Εναγόμενων Ημερομηνία: 31/10/2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Λ. Διομήδους Για Εναγόμενους: κα. Κ. Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος 3 με άρθρο του ημερομηνίας 3/12/2015, στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ», ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 και εκδότη τον Εναγόμενο 2, αναφέρθηκε στην Ενάγουσα. Συνοπτικά κατέγραψε ότι είναι ιδιοκτήτρια περιουσίας που δεν δικαιολογείται από τα εισοδήματα της και ότι σχετικές καταγγελίες εναντίον της δεν εξετάστηκαν. Στο δημοσίευμα μάλιστα φαίνονται και φωτογραφίες από τον ιστότοπο Google Maps και το σπίτι της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για την ίδια και ότι οι Εναγόμενοι έδρασαν κακοβούλως. Αξιώνει αποζημιώσεις, επαυξημένες και τιμωρητικές, για δυσφήμιση (αιτητικό Α), επιζήμια ψευδολογία (αιτητικό Β) και παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας και της ιδιωτικής και επαγγελματικής της ζωής (αιτητικό Γ), όπως και διάταγμα που να απαγορεύει τη δημοσίευση περαιτέρω δυσφημιστικών δηλώσεων από τους Εναγόμενους (αιτητικό Δ). Οι Εναγόμενοι απορρίπτουν ότι το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, ενώ εγείρουν τις υπερασπίσεις της αλήθειας, του έντιμου σχολίου και του προνομίου υπό επιφύλαξη. Ο Εναγόμενος 2 είχε καταχωρήσει ξεχωριστεί Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία αξίωνε αποζημιώσεις λόγω παραβίασης δικαιωμάτων του, δυνάμει του περί Προστασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμου, του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου και των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του. Η ανταπαίτηση του Εναγόμενου 2, δηλώθηκε ρητώς από τη συνήγορο του ότι δεν θα προωθηθεί, επομένως δεν αποτελεί επίδικο και δεν θα γίνει καμία περαιτέρω αναφορά σε αυτήν. Ειδικότερα η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης της δικογραφεί τα προσόντα και την εμπειρία της. Καταγράφει αυτούσιο το επίδικο άρθρο όπως δημοσιεύτηκε από τους Εναγόμενους, υποστηρίζει ότι αυτό δημοσιεύτηκε και στη σελίδα των Εναγόμενων στο διαδίκτυο, με κοινωνούς σημαντικό αριθμό ατόμων στην Κύπρο και το εξωτερικό. Στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης της καταγράφει το πως «προετοίμασε» τον αναγνώστη, το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος. Στη συνέχεια δικογραφεί γιατί είναι πασιφανές ότι το δημοσίευμα αφορούσε την ίδια, γιατί κρίνει ως αναληθής τους εκεί ισχυρισμούς, αλλά και τι υπονοείται μέσω αυτού. Εκφέρει τη θέση της ότι οι Εναγόμενοι είναι ανεύθυνοι και δεν επέδειξαν «υπεύθυνη δημοσιογραφία», δυσφημίζοντας την και δημιουργώντας μεγάλη ζημιά στη φήμη, το όνομα και την υπόληψη της. Εγείρει ότι οι Εναγόμενοι έδρασαν κακοβούλως, γιατί η ίδια τον επίδικο χρόνο ερευνούσε φορολογικές υποθέσεις εταιρείας σχετιζόμενης με τον Εναγόμενο 2, ως Πρόεδρος Τριμελούς Επιτροπής. Ενώ αναφέρει ότι για λόγους που δεν αφορούν την υπό κρίση υπόθεση, οι φάκελοι χρεώθηκαν σε άλλο λειτουργό, υποστηρίζει ότι την 30/11/2015 εκδόθηκαν και στάλθηκαν στον Εναγόμενο 2 οι φορολογίες και ο τελευταίος προκάλεσε τη δημοσίευση του επίδικου άρθρου την 3/12/2015. Τέλος η Ενάγουσα εξηγεί ποια είναι τα αληθή γεγονότα σχετικά με το επίδικο δημοσίευμα, με λεπτομέρεια. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι παραδέχονται τη δημοσίευση του επίδικου άρθρου, και τη θέση που κατείχε τον επίδικο χρόνο η Ενάγουσα, αλλά όχι τα υπόλοιπα προσόντα και εμπειρία της. Αφού αρνούνται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, καταγράφουν με λεπτομέρεια γιατί τα όσα περιέχονται στο επίδικο δημοσίευμα είναι ουσιωδώς αληθή. Εγείρεται η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, γιατί τα όποια σχόλια αφορούσαν θέματα που σχετίζονται με τον τρόπο που λειτουργοί του Δημόσιου γενικά και του Τμήματος Φορολογίας ειδικά ασκούν τα καθήκοντα τους, αλλά και καταγγελίες κατά τέτοιων λειτουργών. Υποστηρίζεται επίσης ότι το δημοσίευμα είναι προνομιούχο, αφού οι Εναγόμενοι είχαν ηθικό και κοινωνικό καθήκον να δημοσιεύσουν τα επίδικα, επέδειξαν κάθε δυνατή επιμέλεια στην λήψη, διασταύρωση και επαλήθευση των όσων καλόπιστα δημοσίευσαν και ζήτησαν να λάβουν τη θέση της Ενάγουσας, την οποία και δημοσίευσαν. Στην Απάντηση της η Ενάγουσα, ουσιαστικά αρνείται τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης και επαναλαμβάνει τα όσα εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Τούτη εν πολλοίς είναι και η εικόνα των δικογράφων. Για σκοπούς περιορισμού των επίδικων θεμάτων, κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι μέσω των δικογράφων, της αντεξέτασης μαρτύρων, αλλά και των θέσεων που προωθήθηκαν από τους διάδικους κατά τις τελικές τους αγορεύσεις, προκύπτουν παραδεκτά γεγονότα. Αυτά είναι τα ακόλουθα: Α. Δεν αμφισβητήθηκε η επίδικη δημοσίευση, όπως αυτή προκύπτει από το Τεκμήριο 3, ούτε ότι συντάκτης του άρθρου είναι ο Εναγόμενος 3, ιδιοκτήτες της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» η Εναγόμενη 1 και εκδότης ο Εναγόμενος 2. Το επίδικο δημοσίευμα αναφέρεται ονομαστικώς στην Ενάγουσα. Β. Κατατέθηκε από κοινού το Τεκμήριο 14, με το οποίο βεβαιώνεται ότι το σύνολο των πωλήσεων της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» παγκυπρίως την 3/12/2015 ήταν 3156 αντίτυπα. Γ. Δεν αμφισβητήθηκαν ακόμη τα όσα κατέθεσε η Ενάγουσα σε σχέση με την πείρα και την επαγγελματική της σταδιοδρομία. Παραδεκτό και από τα δικόγραφα έγινε το ότι η Ενάγουσα τον επίδικο χρόνο εκτελούσε καθήκοντα Προϊστάμενης Επαρχιακού Γραφείου Λευκωσίας του Τμήματος Φορολογίας. Δ. Κατά την επ' ακροατηρίω μαρτυρία έγινε παραδεκτό από αμφότερα τα μέρη ότι επιβλήθηκε φορολογία σε εταιρεία του Εναγόμενου 2, περί τον επίδικο χρόνο, για την οποία έγινε ένσταση και ακόμη εξετάζεται. Ε. Δεν αμφισβητήθηκε ακόμη το περιεχόμενο μιας σειράς από τεκμήρια που κατέθεσε η Ενάγουσα και άπτονται της ουσίας των επίδικων ισχυρισμών. Συγκεκριμένα: i. Από τα δικόγραφα έγινε παραδεκτό ότι η εταιρεία ΠΟΜΙΚΟ ΛΤΔ συστάθηκε περί το 1970, η μητέρα της Ενάγουσας ήταν εκ των μετόχων και αξιωματούχων της, ενώ ο πατέρας της Ενάγουσας περί τον Οκτώβριο 2014 απέκτησε τις μετοχές της εν λόγω εταιρείας και το 1996 έγινε διευθυντής της. Ο υιός της Ενάγουσας κατέστη μέτοχος και γραμματέας της εταιρείας ΠΟΜΙΚΟ ΛΤΔ τον Ιανουάριο 2016. ii. Έγινε παραδεκτό το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, της κατάστασης μισθοδοσίας της Ενάγουσας και το περιεχόμενο επιστολής ημερομηνίας 30/5/2016 από τον Έφορο Φορολογίας προς την Ενάγουσα, μέρος του Τεκμηρίου 1. iii. Ακόμα έγινε παραδεκτό ότι στάλθηκαν οι επιστολές Τεκμήρια 4 και 5, από την Ενάγουσα. Στο περιεχόμενο αυτών άλλωστε στηρίχθηκε και σημαντικό μέρος της αντεξέτασης της Ενάγουσας. iv. Δεν αμφισβητήθηκαν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας, για τα ακίνητα σε Στρόβολο και Γαλάτα, όπως αναφέρονται στο επίδικο δημοσίευμα. Το ιστορικό δηλαδή της αγοράς τους, τα τετραγωνικά και οι τίτλοι ιδιοκτησίας Τεκμήρια 6 και 7. Ειδικότερα η εξοχική κατοικία στη Γαλάτα κτίστηκε σε 2 στάδια το 1968 και το 1975, ανακαινίστηκε το 1999 με περίπου £25,000 - £30,000 και αποκτήθηκε από την Ενάγουσα μέσω δωρεάς από τους γονείς της περί το 1992. Η γή εντός της οποία ανέγειρε την οικία της στο Στρόβολο αποκτήθηκε περί το 1991 από την Ενάγουσα. Απόκτησε το ½ της ακίνητης περιουσίας και μετά το διαχωρισμό εκδόθηκε τίτλος επ' ονόματι της για 1 οικόπεδο εμβαδού 1468 τ.μ. περίπου αξίας £45,000. Εντός του οικοπέδου όπου βρίσκεται η κατοικία υπάρχει και πισίνα. v. Τέλος καταδείχθηκε και δεν αμφισβητήθηκε ότι το όχημα της Ενάγουσας, αποπληρώνεται με δάνειο που έλαβε (Τεκμήριο 12). Στ. Δεν αμφισβητήθηκε από την Ενάγουσα ότι είχαν γίνει καταγγελίες εναντίον της από το Νοέμβριο του 2014 και προς τούτο απέστειλε τις σχετικές επιστολές, Τεκμήρια 4 και 5 στο Διευθυντή της. Το Τεκμήριο 4 έχει ημερομηνία 17/3/2015 και το Τεκμήριο 5 26/10/2015. Τα ως άνω ως παραδεκτά ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Ως επίδικα, παραμένουν και αναδείχθηκαν τα ακόλουθα: Α. Οι ζημιές που υπέστη η Ενάγουσα από το επίδικο δημοσίευμα. Οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι το επίδικο άρθρο δεν ήταν δυσφημιστικό για την ίδια και υπήρξε υπερβολική ως προς τις ζημιές που υποστηρίζει ότι υπέστη. Β. Είναι επίσης επίδικο το ουσιωδώς αληθές των αναφορών του δημοσιεύματος, αλλά και το αν ισχύουν οι υπερασπίσεις του έντιμου σχολίου και προνομίου υπό επιφύλαξη. Γ. Επίδικο είναι ακόμα το αν οι Εναγόμενοι έδρασαν κακόβουλα. Δ. Εγείρεται ο ισχυρισμός από την Ενάγουσα ότι η προβολή των φωτογραφιών της οικίας της, παραβιάζει το δικαίωμα της στην ιδιωτική ζωή, κάτι με το οποίο διαφωνούν οι Εναγόμενοι. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ένας μάρτυρας από κάθε πλευρά, ήτοι η Ενάγουσα και ο διευθυντής των Εναγομένων 1. Δεν θα παραθέσω με λεπτομέρεια τα όσα ισχυρίστηκε ο κάθε μάρτυρας, αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και τα έχω υπόψη μου. Έχω ακόμα αναγνώσει τις γραπτές αγορεύσεις των διαδίκων και αναφορά σε αυτές θα γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Προχωρώ στην ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα, με σκοπό να καταστεί δυνατή η εξαγωγή διαπιστώσεων αναφορικά με τα πραγματικά, καθοριστικά για το αποτέλεσμα, γεγονότα[1]. Ως είναι νομολογιακά καθιερωμένο η αξιολόγηση λαμβάνει χώρα επί σημείων που αφορούν τα επίδικα θέματα[2]. Κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το σύνολο του επίδικου δημοσιεύματος, όπως δημοσιεύτηκε την 3/12/2015 στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ», αφενός γιατί γίνεται παραδεκτό και αφετέρου για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης της απόφασης. Στην 1η σελίδα με τίτλο «Αντι Έρευνας, Περαιτέρω Αρμοδιότητες» και υπότιτλο «Ατεκμηρίωτο πόθεν έσχες στο Φόρο». Αναφέρονται τα εξής: «Για ένα χρόνο βρίσκονται στα συρτάρια του εφόρου Φορολογίας χωρίς να ερευνηθούν καταγγελίες εναντίον της ανώτερης λειτουργού Φόρου Εισοδήματος Μαρίας Ποταμίτου, επικεφαλής στο επαρχιακό γραφείο φόρου Λευκωσίας, αναφορικά με το πόθεν έσχες της. Μάλιστα, οι έρευνες για το πόθεν έσχες της κ. Ποταμίτου όχι μόνο δεν προχωρούν, αλλά η ίδια αναλαμβάνει επιπλέον καθήκοντα στο τμήμα. Όπως πληροφορείται ο «Π», με μηνιαίες καθαρές απολαβές 3.599 ευρώ, η κ. Ποταμίτου διαθέτει κατοικία με πισίνα που εκτείνεται σε τουλάχιστο τρία οικόπεδα στη Δασούπολη. ΣΕΛ.25» Στη δεξιά πλευρά του δημοσιεύματος στην 1η σελίδα απεικονίζεται έγχρωμη φωτογραφία της κατοικίας της Ενάγουσας. Στην 25η σελίδα, στο πάνω μέρος απεικονίζονται μία έγχρωμη φωτογραφία της κατοικίας της Ενάγουσας και στα δεξιά πανοραμική άποψη της κατοικίας της Ενάγουσας, από τον ιστότοπο Google Maps. Κάτω από τις φωτογραφίες γίνεται επεξήγηση αναφορικά με αυτές ως εξής: «Το εκτεινόμενο σε τουλάχιστον τρία οικόπεδα σπίτι στη Δασούπολη ανώτερης λειτουργού του Φόρου Εισοδήματος με ετήσιες απολαβές που δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ανάλογη περιουσία. Στη διπλανή φωτογραφία, το ακίνητο της Μαρίας Ποταμίτου όπως εμφανίζεται στο Google Earth, όπου φαίνεται ότι επιπλέον το ακίνητο διαθέτει πισίνα.» Πιο κάτω στην ίδια σελίδα σε υπέρτιτλο αναφέρεται: « Με ακίνητο αξίας πέραν του εκατομμυρίου, σε τουλάχιστον τρία οικόπεδα στο Στρόβολο» Ο τίτλος αναφέρει «Πόθεν έσχες για φοροθέτρια» και ο υπότιτλος: «Ανώτερη λειτουργός του τμ. Φορολογίας, επικεφαλής στο επαρχιακό γραφείο Φόρου Λευκωσίας, καταγγέλλεται ότι διαθέτει ακίνητη περιουσία που δεν δικαιολογείται από τα 3,599 ευρώ που λαμβάνει μηνιαίως. Για ένα χρόνο στα συρτάρια του έφορου η έρευνα εναντίον της.» Το κυρίως κείμενο έχει ως εξής: «ΓΡΑΦΕΙ ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΛΥΡΙΤΣΑΣ Στα συρτάρια του Εφόρου Φορολογίας παραμένουν για έναν χρόνο οι καταγγελίες τις οποίες έκανε φορολογούμενος πολίτης γιο το πόθεν έσχες της ανώτερης λειτουργού Φόρου Εισοδήματος Μαρίας Ποταμίτου, η οποία είναι επικεφαλής του επαρχιακού γραφείου Φόρου Λευκωσίας. Η πρώτη καταγγελία φορολογούμενου εναντίον της κ. Πσταμίτου έγινε με αφορμή, όπως υποστηρίζεται, εκβιασμούς της κ. Ποταμίτου εναντίον του. Με επιστολή του προς τον γενικό ελεγκτή τον Νοέμβριο του 2014, η οποία κοινοποιήθηκε σε μια μεγάλη ομάδα αρμόδιων θεσμών και προσώπων, ανάμεσά τους ο υπουργός Οικονομικών, η επίτροπος Διοικήσεως και ο έφορος Φορολογίας, ο καταγγέλλων ζήτησε «να εξεταστεί περιουσιακά η λειτουργός Μ. Ποταμίτου για να εξακριβωθεί αν δικαιολογείται η τεράστια περιουσία που κατέχει από έναν μηνιαίο κυβερνητικό μισθό που απολαμβάνει». Σύμφωνα με την καταγγελία, η εν λόγω ανώτερη λειτουργός Φόρου Εισοδήματος «έχει στην ιδιοκτησία της πολυτελή οικία στον Στρόβολο, όπου διαμένει, πέραν των 1.500 τ.μ., εξοχικό στη Γαλάτα και πολυτελές αυτοκίνητο». Παρά τη σοβαρότητα της καταγγελίας, όπως πληροφορείται ο «Π», η έρευνα στο τμήμα Φορολογίας, αλλά και σε άλλα αρμόδια τμήματα, δεν προχώρησε, και ο καταγγέλλων επανήλθε με νέες επιστολές προς αρμόδια πρόσωπα και θεσμούς τον Φεβρουάριο, τον Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 2015. Δύο από αυτές τις επιστολές απευθύνονται ή/και κοινοποιούνται στους δύο αρμοδίους λειτουργούς του τμήματος Φορολογίας που εξετάζουν ανάλογες καταγγελίες. Καμία απάντηση δεν δόθηκε στην καταγγελία. Κάποιες από τις καταγγελίες κοινοποιήθηκαν και σε ΜΜΕ, περιλαμβανομένου και του «Π». Ο «Π» διερεύνησε το περιεχόμενο των καταγγελιών εναντίον της κ. Ποταμίτου, και εντόπισε πράγματι ότι το ακίνητο, το οποίο εμφανίζεται ως κατοικία της στον Στρόβολο, εκτείνεται σε τουλάχιστον τρία οικόπεδα σε μια από τις ακριβότερες περιοχές της Λευκωσίας. Όπως φαίνεται μάλιστα από την κάτοψη του ακινήτου σε λήψη Google Earth, το ακίνητο διαθέτει και πισίνα. Η κ. Ποταμίτου εμφανίζεται να είναι τοποθετημένη στην κλίμακα Α13(
- ii)και ως εκ τούτου οι καθαρές μηνιαίες απολαβές τις καθορίζονται (μετά και τις περικοπές) στα 3.599 ευρώ. Πριν την επιβολή των έκτακτων εισφορών, οι απολαβές της καθορίζονταν ετησίως σε 47.267 ευρώ, ποσό το οποίο και πάλι δεν δικαιολογεί την αξία της ακίνητης περιουσίας της, με δεδομένο ότι δεν δίνονται αρμόδιες απαντήσεις για το πόθεν έσχες της. Σιωπή και σενάρια Ο «Π» ζήτησε πρόσφατα από την επικεφαλής στο επαρχιακό γραφείο Φόρου Λευκωσίας να τοποθετηθεί για τις καταγγελίες που αφορούν το πόθεν έσχες της, ωστόσο η Μαρία Ποταμίτου αρνήθηκε να σχολιάσει οτιδήποτε για θέμα που χειρίζεται ο έφορος της, όπως ανέφερε. Όπως προκύπτει η κ. Ποταμίτου παραδέχθηκε ότι η έρευνα εναντίον της δεν έχει ολοκληρωθεί. Ωστόσο, μετά που έγινε η πρώτη καταγγελία εναντίον της τον Νοέμβριο του 2014 η κ. Μ. Ποταμίτου ανέλαβε επιπλέον καθήκοντα στο τμήμα της, εγείροντας εύλογα ερωτήματα για τη προθυμία των λειτουργών του τμήματος Φορολογίας και του εφόρου να ελέγξουν τη συνάφελφό τους. Πριν διακόψει την επικοινωνία με τον «Π», η κ. Ποταμίτου συνέδεσε το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον για το πόθεν έσχες της με φορολογικό έλεγχο προσώπων στον «Π», αναφορά που επιβεβαιώνει τουλάχιστον ότι η κ. Ποταμίτου χρησιμοποιεί τη θέση της για να κρύψει τις αιτιάσεις για το πόθεν έσχες της. Χαρακτηριστικά, ο φορολογούμενος που κατήγγειλε τη κ. Ποταμίτου γράφει σε μια από τις επιστολές του αναφορικά με το θέμα ότι η επαρχιακός Φόρου Λευκωσίας εκμεταλλεύεται τη θέση της, αποκαλώντας τον εαυτό της ως άτομο με εξουσία που της έδωσε το κράτος για να κλείνει τα στόματα όποιων την πολεμούν. Ο καταγγέλλων υποστηρίζει ότι η κ. Ποταμίτου χειρίστηκε την υπόθεση του αυθαίρετα, εκβιαστικά και εξευτελιστικά.» Στο μέσο της σελίδας, σε εσοχή ανάμεσα στο κυρίως δημοσίευμα καταγράφονται τα κάτωθι: «Σπίτι για εμπόριο καλλυντικών Έξω από την οικία της επικεφαλής του επαρχιακού γραφείου Φόρου Λευκωσίας βρίσκεται συχνά σταθμευμένο όχημα που ανήκει σε εμπορική εταιρεία. Το αυτοκίνητο φέρει το λογότυπο και το χρώμα γνωστής μάρκας καλλυντικών, εισαγωγέας των οποίων είναι η εταιρεία Pomico. Πρόκειται για εταιρεία που δραστηριοποιείται στην εισαγωγή καλλυντικών και στην προμήθεια επαγγελματιών με τα καλλυντικά της γνωστής γαλλικής μάρκας Guinot. Ο «Π» επικοινώνησε χθες με τα γραφεία της εν λόγω εταιρείας και ζήτησε να μιλήσει με την κ. Μαρία Ποταμίτου, για να λάβει απάντηση ότι η κ. Μαρία Ποταμίτου «δεν είναι μέσα». Ωστόσο, όταν ρωτήσαμε πότε θα είναι, η γραμματέας μας απάντησε ότι η κ. Ποταμίτου δεν έρχεται στην εταιρεία. Διευθυντής της εν λόγω εταιρείας εμφανίζεται ο πατέρας της κ. Ποταμίτου, Γεώργιος Ποταμίτης, ο οποίος είναι συνταξιούχος του ημιδημόσιου τομέα.» Η Ενάγουσα, ως η μόνη μάρτυρας που υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου την υπόθεση της, κατέθεσε γραπτή δήλωση, το Έγγραφο Α. Κατέθεσε τη μαρτυρία, τα έγγραφα που αναφέρονται παραπάνω, ως παραδεκτά και επανέλαβε τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης της. Η Ενάγουσα καταγράφει τη δική της άποψη για το πως μπορούσε να εκληφθεί το δημοσίευμα από τον αναγνώστη. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι αυτό ερμηνεύεται ως εξής: Ζητήθηκε εναντίον της έρευνα για το πόθεν έσχες της. Η έρευνα εκκρεμεί και δεν προωθείται. Τυγχάνει προστασίας από το Τμήμα Φορολογίας και συναδέλφους της, αφού αντί να διεκπεραιωθούν οι έρευνες, της ανατίθενται επιπλέον καθήκοντα. Διευκρίνισε ότι τα νέα καθήκοντα της δόθηκαν λόγω της ενοποίησης, όπως δόθηκαν σε όλους τους συναδέλφους της. Είναι τοποθετημένη στην Κλίμακα Α13 (ii), κατέχει κατοικία στο Στρόβολο σε 3 οικόπεδα και άλλη στη Γαλάτα, περιουσίες τις οποίες απόκτησε με αθέμιτα μέσα αφού ο μισθός της δεν δικαιολογεί την απόκτηση ανάλογης περιουσίας, με υπονοούμενο ότι χρηματίστηκε ή δωροδοκήθηκε ή έχει αδήλωτα ή παράνομα εισοδήματα. Εμπλέκεται σε ιδιωτική εταιρεία, του πατέρα της, η οποία διοικείται από την ίδια και οι εργασίες και διοίκηση διεξάγονται από την κατοικία της. Εκμεταλλευόμενη τη θέση που κατέχει στη δημόσια υπηρεσία εκβιάζει πρόσωπα της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» με φορολογικό τους έλεγχο για την φίμωση τους στα θέματα αναφορικά με το πόθεν έσχες. Γενικά παρουσιάζεται ως άτομο ανέντιμο, ότι προβαίνει σε παράνομες δραστηριότητες με σκοπό το παράνομο κέρδος και ότι εκμεταλλευόμενη τη θέση της προβαίνει σε εκβιασμούς για να μην διερευνηθεί και τυγχάνει αδικαιολόγητης και αθέμιτης προστασίας από τις αρμόδιες αρχές. Υποστηρίζει επίσης ότι ο Εναγόμενος 2 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ελάμβανε αθέμιτα πληροφορίες για την εξέλιξη της έρευνας που διεξήγετο εναντίον της και εναντίον της συνδεδεμένης με αυτόν εταιρείας. Ενημερώθηκε πρώτη φορά περί τον Φεβρουάριο του 2015 για τις εναντίον της ανώνυμες καταγγελίες. Ουδέποτε όμως λήφθηκε οποιαδήποτε απόφαση για διεξαγωγή έρευνας εναντίον της, πλην όμως ο τότε Έφορος του Τμήματος Φορολογίας τη φώναξε στο γραφείο του, την ενημέρωσε για τις εν λόγω ανώνυμες καταγγελίες και μάλιστα από που προέρχονται και τη ρώτησε τη θέση της, για να του αναφέρει ότι θα συμβουλευτεί τους δικηγόρους της και θα επανέλθει. Τότε του απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 4, στην οποία καταγράφονται νομικοί ισχυρισμοί και την επιστολή Τεκμήριο 5 ημερομηνίας 26/10/2015 όπου απαντά λεπτομερώς. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι καμιά πηγή εισοδήματος ή περιουσίας της δεν ήταν αδήλωτη. Ακόμα εισηγείται ότι οι Εναγόμενοι και ειδικά ο Εναγόμενος 2, στόχο είχε την έμμεση ή άμεση μετατόπιση των ευθυνών του και της εταιρείας του στο πρόσωπο της. Η Ενάγουσα συνδέει τη μετακίνηση της την 30/5/2016 με το επίδικο δημοσίευμα. Ανέφερε, δε, κατά την κυρίως της εξέταση ότι η αναφορά στη σχετική επιστολή ημερομηνίας 30/5/2016, μέρος του Τεκμηρίου 1, σε αναδιοργάνωση, είναι προσχηματική. Η επιστολή αυτή ετοιμάστηκε και της στάλθηκε, ισχυρίζεται, ενώ βρισκόταν στο εξωτερικό. Τέλος και αφού καταγράφει τα όσα στοιχεία άπτονται της αναφερόμενης στο επίδικο δημοσίευμα περιουσίας υποστηρίζει ότι δεν αποδόθηκαν και δεν γράφτηκαν επακριβώς τα όσα ανέφερε στον Εναγόμενο 3, ενώ δεν εκκρεμούσε έρευνα εναντίον της. Και αν ακόμα όμως εκκρεμούσε είναι θέμα που αφορά τον Έφορο και όχι τους δημοσιογράφους. Η Ενάγουσα αντεξεταζόμενη υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων, οι οποίες άπτονται των επίδικων ζητημάτων. Οι αιτιάσεις της ήταν υπερβολικές, απαντώντας μονίμως περιαυτολογούσε, πλατειάζοντας και εκφεύγοντας από το νόημα της ερώτησης. Η υπεροψία της την ωθούσε σε βεβιασμένες και αντιφατικές απαντήσεις. Είναι γνωστό ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη πως, δυνατόν ο αλαζόνας να είναι φιλαλήθης και ο ταπεινόφρων να ψεύδεται[3]. Στην προκειμένη περίπτωση όμως η Ενάγουσα, πέραν της αλαζονείας της, υπέπεσε και σε καίριες αντιφάσεις. Ειδικότερα, κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας αναδείχθηκε ότι είχε προηγούμενη επικοινωνία με τους Εναγόμενους 1 και 2, η οποία αφορούσε άρθρο που θα δημοσίευαν για τον πρώην σύντροφο της, πολιτικό, και την εξαπάτηση της από αυτόν. Σε σχέση με τούτο αρχικά είπε ότι η επικοινωνία της με τους Εναγόμενους περιορίστηκε στο ότι την κάλεσε ο κ. Διονυσίου για να την ενημερώσει ότι δεν θα δημοσιευθεί το σχετικό άρθρο. Στη συνέχεια της αντεξέτασης όμως, καταδείχθηκε ότι η ίδια είχε στείλει στοιχεία για να στοιχειοθετήσει τα όσα επιθυμούσε να δημοσιευτούν, είχε συνάντηση με τον Εναγόμενο 2 και μάλιστα εξέφρασε και την απορία της για τη μη δημοσίευση. Εξέφρασε μάλιστα την πεποίθηση ότι ο Εναγόμενος 2 αποφάσισε να μην δημοσιευθεί το εν λόγω άρθρο. Ενώ δηλαδή αρχικά προσπάθησε να υποβαθμίσει την προηγούμενη σχέση της με τους Εναγόμενους σε μια τηλεφωνική επικοινωνία με τον κ. Διονυσίου, στη συνέχεια αναδείχθηκε η επιμονή της, μέσω συνάντησης και με τον Εναγόμενο 2 και αποστολής στοιχείων, για την δημοσίευση ενός άρθρου που να προέβαλλε την εξαπάτηση της από πολιτικό πρόσωπο. Σε ερώτηση αν είδε το επίδικο άρθρο δημοσιευμένο στο διαδίκτυο απάντησε «βεβαίως», ενώ η θέση της ήταν ότι συνεχίζει να δημοσιεύεται στο διαδίκτυο (Έγγραφο Α παρ. 9). Τελικά ανέφερε ότι η σχετική ενημέρωση της για δημοσίευση στο διαδίκτυο προέκυψε από γνωστούς της στο εξωτερικό, γιατί η ίδια δεν μπορούσε να το ξαναδεί. Ούτε αν είναι σήμερα διαθέσιμο το επίδικο δημοσίευμα στο διαδίκτυο μπορούσε να γνωρίζει, παρά τη σαφή αναφορά της στη γραπτή της δήλωση. Η αρχική, λοιπόν, βεβαιότητα και κατάφαση της Ενάγουσας, σχετικά με τη δημοσίευση στο διαδίκτυο και την σημερινή πρόσβαση του, κλονίστηκε καίρια κατά την αντεξέταση. Άλλη καίρια αντίφαση έχει να κάνει με το κίνητρο που η Ενάγουσα καταλογίζει στους Εναγόμενους, ήτοι την επιβολή φόρου σε εταιρείες του Εναγόμενου 2. Προσπάθησε τόσο μέσω του Εγγράφου Α όσο και με την επ' ακροατηρίω μαρτυρία της να καταδείξει ότι η ίδια ήταν το πρόσωπο που πρωτοστάτησε ή έστω επέβαλε αυτές τις φορολογίες. Στην παράγραφο (20.4) του Εγγράφου Α, αναφέρει ότι οι σχετικοί φάκελοι, χρεώθηκαν σε άλλο λειτουργό. Όταν κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε πότε επεσυνέβη αυτό, απάντησε «Μετά το δημοσίευμα». Δήλωσε μάλιστα σίγουρη για αυτό. Όπως της υποδείχθηκε όμως, στην επιστολή Τεκμήριο 5, ημερομηνίας 26/10/2015, η ίδια αναφέρει ότι η εξέταση της υπόθεσης του Εναγόμενου 2, «δόθηκε» σε άλλους λειτουργούς. Στη συνέχεια προσπάθησε να εξηγήσει ότι συνέχισε να έχει σχέση με την υπόθεση καθώς την χειρίζονταν υφιστάμενοι της, ενώ τελικώς είπε ότι της αφαιρέθηκαν οι φάκελοι γιατί υπήρχαν οι καταγγελίες στις οποίες στηρίχθηκε το επίδικο δημοσίευμα. Τον επίδικο χρόνο δημοσίευσης του άρθρου δηλαδή, δεν ήταν η ίδια που επέβαλε φορολογία στη συνδεδεμένη με τον Εναγόμενο 2 εταιρεία. Αυτή είναι μια σαφής αντίφαση, η οποία ακουμπά τον πυρήνα του επιχειρήματος της Ενάγουσας για κακοβουλία και εξωγενές κίνητρο για να δημοσιευθεί το επίδικο άρθρο, κάποιες μέρες μετά την επιβολή φόρου στον Εναγόμενο 2, αφού δεν είναι η ίδια που χειριζόταν την υπόθεση τον επίδικο χρόνο. Από τον 10/2015 μάλιστα παραπονείτο στο Διευθυντή της, ότι την είχε απαλλάξει από τις υποθέσεις του Εναγόμενου 2, μεταξύ άλλων. Τούτο προσπάθησε να το καλύψει αναφερόμενη στην εμπειρία και τη διοικητική της θέση, για να παραδεχθεί όμως, τελικώς, ότι οι εναντίον τις καταγγελίες οδήγησαν στο να απωλέσει την ευθύνη επιβολής φορολογίας στην συνδεδεμένη με τον Εναγόμενο 2 εταιρεία. Πολλοί από τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας παρέμεναν ατεκμηρίωτοι ή το σκεπτικό τους εκφεύγει από τα λογικά πλαίσια. Ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 2, είχε πρόσβαση και ελάμβανε αθέμιτα πληροφορίες για την εξέλιξη της έρευνας εναντίον της εταιρείας του. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι τούτο προκύπτει από πάμπολλα δημοσιεύματα της εφημερίδας. Κανένα τέτοιο δημοσίευμα δεν υποδείχθηκε, ούτε καν ισχυρισμός για επαναληπτικότητα των δημοσιευμάτων τέθηκε με τον οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε δικογραφήθηκε. Από την άλλη η ίδια παραδέχθηκε ότι το περιεχόμενο των εναντίον της καταγγελιών είχε γίνει γνωστό σε «οποιονδήποτε μπορεί κάποιος να σκεφτεί. Εφημερίδες, πολιτικούς προϊστάμενους, κυβερνητικών τμημάτων, όπως στον Γενικό Ελεγκτή». Επομένως δεν χρειαζόταν κάποιος να έχει πρόσβαση στο ενδότερα του τμήματος της για να γνωρίζει τις εναντίον της καταγγελίες, αφού αυτές είχα γνωστοποιηθεί σε ευρύ φάσμα ατόμων και στη βάση αυτών δημοσιεύθηκε το επίδικο άρθρο. Η Ενάγουσα στάθηκε στη χρονική συγκυρία, στο χρόνο δημοσίευσης. Αν και παραδέχθηκε την ύπαρξη εναντίον της καταγγελιών, τις οποίες το δημοσίευμα καταγράφει, υποστηρίζει ότι η δημοσίευση του 3 μέρες μετά την επιβολή φορολογίας σε συνδεδεμένη με τον Εναγόμενο 2 εταιρεία καταδεικνύει κακοπιστία, αφού οι καταγγελίες είχαν γίνει από το Νοέμβριο του 2014. Τούτη η θέση όμως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 15 οι καταγγελίες ναι μεν ξεκίνησαν το Νοέμβριο του 2014, αλλά συνεχίστηκαν μέχρι τον Ιανουάριο του 2016, με αλλεπάλληλες επιστολές, κοινοποιημένες και στο Γενικό Ελεγκτή. Η επί της ουσίας απάντηση της Ενάγουσας, έλαβε χώρα τέλη Οκτωβρίου του 2015, Τεκμήριο 5, ενώ ακολούθησε η σχετική έρευνα από τους Εναγόμενους πριν τη δημοσίευση του άρθρου. Δεν ήταν λοιπόν, τέτοια η χρονική απόκλιση μεταξύ καταγγελιών και δημοσιεύματος, ως εισηγείται η Ενάγουσα, που να δεικνύει αλλότριο κίνητρο. Αν κάποιος, δε, φάνηκε να λειτουργεί ρεβανσιστικά, από την ενώπιον μου μαρτυρία, αυτή ήταν η Ενάγουσα, με πλήθος υποτιμητικών αναφορών και κατηγορώ για τους συναδέλφους της και άλλους τόσο ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και στην επιστολή της Τεκμήριο 5. Σε καμία, πάντως, περίπτωση δεν καταδείχθηκε η όποια ουσιαστική εμπλοκή του Εναγόμενου 2 στη συγγραφή και δημοσίευση του επίδικου άρθρου. Ασυνεπής ήταν η στάση της και ως προς τη μετακίνηση της την 30/5/2016, μέρος του Τεκμηρίου 1. Στην Έκθεση Απαίτησης της αναφέρει ότι η μετακίνηση της έγινε λόγω αναδιοργάνωσης. Στο Έγγραφο Α αναφέρει ότι μετακινήθηκε λόγω των επίδικων. Τελικά κατά την επ' ακροατηρίω μαρτυρία της ανέφερε ότι είναι ένα «πακέτο γεγονότων» που πυροδότησαν τη μετακίνηση της. Στο Τεκμήριο 5, εξάλλου, τον Οκτώβρη του 2015 η ίδια η Ενάγουσα αναφέρεται σε πιέσεις που δεχόταν από τότε ο Έφορος για μετακίνηση της. Η Ενάγουσα δηλαδή παλινωδεί σχετικά με το λόγο που μετακινήθηκε, αναφερόμενη σε διαφορετικό λόγο σε κάθε περίσταση, συγκεράζοντας τους τελικώς ως ένα πακέτο λόγων. Εν πάση περιπτώσει η μετακίνηση της έγινε 7 μήνες μετά το επίδικο δημοσίευμα και ενώ μαίνονταν «μάχες» στο τμήμα της, όπως επανειλημμένως είπε, επομένως δεν μπορεί να κριθεί ότι το δημοσίευμα ήταν ο λόγος της μετακίνησης της όπως τον ισχυρίστηκε στο Έγγραφο Α. Η θέση της Ενάγουσας ήταν πως εκείνο που είπε στον Εναγόμενο 3 που της τηλεφώνησε πριν δημοσιευθεί το επίδικο άρθρο ήταν ότι ουδέποτε τέθηκε θέμα πόθεν έσχες εναντίον της, αλλά ακόμα και να τίθετο, ήταν θέμα Εφόρου. Ό,τι τέθηκε στο επίδικο άρθρο είναι ότι αρνήθηκε να σχολιάσει οτιδήποτε για θέμα που χειρίζεται ο Έφορος της, αλλά παραδέχθηκε ότι η έρευνα εναντίον της δεν έχει ολοκληρωθεί. Η πραγματικότητα είναι πιο κοντά στο ότι καταγράφεται στο άρθρο, αφού από τις επιστολές που η ίδια η Ενάγουσα απέστειλε στον Έφορο, Τεκμήρια 4 και 5, προκύπτει να της ζητήθηκαν έστω εξηγήσεις, σχετικά με τις εναντίον της καταγγελίες. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο Τεκμήριο 4 θέτει νομολογία του ΕΔΔΑ και την αναλύει αναφερόμενη στον εαυτό της όχι ως διερευνώμενη αλλά ως «κατηγορούμενη». Στο Τεκμήριο 5, δε, ρητώς αναφέρει ότι της ζητήθηκε να δώσει γραπτές εξηγήσεις για τα θέματα της καταγγελίας και μάλιστα προς τούτο συμβουλεύτηκε δικηγόρο. Τέλος στο Τεκμήριο 15 στην παράγραφο (γ), η Ελεγκτική Υπηρεσία αναφέρεται σε απαντητική επιστολή από το Τμήμα Φορολογίας, όπου παρατίθενται, μεταξύ άλλων, «τα αποτελέσματα της διερεύνησης», των καταγγελιών, πάντα με αναφορά στην Ενάγουσα. Από τα ως άνω προκύπτει ότι βρισκόταν σε εξέλιξη διερεύνηση των καταγγελιών εναντίον της Ενάγουσας, κάτι που η ίδια αρνήθηκε, σε αντίφαση με το περιεχόμενο των ως άνω τεκμηρίων. Της ζητείτο να δώσει εξηγήσεις για τις εναντίον της καταγγελίες, η ίδια απάντησε με δύο επιστολές της και το Τμήμα της απέστειλε αποτελέσματα της διερεύνησης στην Ελεγκτική Υπηρεσία. Είναι σαφές λοιπόν ότι λάμβανε χώρα διερεύνηση εναντίον της, όπως το δημοσίευμα κατέγραψε και σε αντίφαση με τη θέση της Ενάγουσας. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Ενάγουσα τοποθετείτο με βεβαιότητα σε ζητήματα που τελικά δεν γνώριζε ή γνώριζε ότι οι ισχυρισμοί της δεν ίσχυαν. Το πως η ίδια εξέλαβε το δημοσίευμα ενείχε μια υπερβολή, καθώς εξέφρασε την άποψη ότι την παρουσίαζε ως κλέφτρα, κάτι που δεν συνάγεται ούτε με την πλέον ευρεία ερμηνεία του. Αναλόγως υπερβολική ήταν και στη θεώρηση των συνεπειών του δημοσιεύματος, έχοντας την ατεκμηρίωτη άποψη ότι το επίδικο άρθρο ήταν η αιτία ή έστω συντέλεσε στη μετακίνηση της έξι μήνες μετά. Και τούτο ενώ η ίδια προειδοποιούσε από τον Οκτώβριο, δύο μήνες σχεδόν πριν το δημοσίευμα, ότι επίκειται μετακίνηση της, ενώ είχε αφαιρεθεί από την εξέταση υποθέσεων, μεταξύ άλλων και της εταιρείας του Εναγόμενου 2. Έβλεπε παντού κίνητρα για να χάσει η ίδια προαγωγές και θέσεις ισχύος, τις οποίες άξιζε, ως κορυφαία υπάλληλος όπως τόνιζε η ίδια ότι θεωρεί τον εαυτό της, με κάθε ευκαιρία. Η υπερβολική αυτή στάση της, σε συνδυασμό με το πλήθος αντιφάσεων της που καταδείχθηκαν, καθιστούν τη μαρτυρία της ως μη αποδεκτή, αφού δεν μπορεί να αποτελέσει στέρεο βάθρο γεγονότων. O κ. Διονύσης Διονυσίου, ΜΥ 1, κατέθεσε εκ μέρους και των τριών Εναγόμενων. Είναι ο διευθυντής της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ», ενώ το 2015 ήταν σύμβουλος έκδοσης της. Είναι δημοσιογράφος από το 1985, ενώ παραδέχεται ότι το επίδικο δημοσίευμα συνέταξε ο Εναγόμενος 3, συντάκτης τότε στην εφημερίδα. Ο ΜΥ 1 ήταν ενήμερος για τη σύνταξη και δημοσίευση του. Επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην υπεράσπιση του αλλά και τα όσα τους έκαναν να πιστεύουν ότι το ζήτημα είναι σοβαρό και δημοσίου ενδιαφέροντος. Συγκεκριμένα η Ενάγουσα είχε καταγγελίες εναντίον της και αυτές δεν είχαν διερευνηθεί μετά την πάροδο ενός έτους. Η κατοικία της Ενάγουσας στο Στρόβολο βρίσκεται κτισμένη σε έκταση που καλύπτει περί τα 3, κανονικών διαστάσεων οικόπεδα, μαζί με πισίνα. Σε αυτό το πλαίσιο κατέγραψαν τις λεπτομέρειες και δημοσίευσαν τη φωτογραφία του σπιτιού και όχι για να παραβιάσουν οποιαδήποτε δικαιώματα της Ενάγουσας. Χαρακτήρισε ως καλόπιστο λάθος την αναφορά σε κλίμακα 13 παρά 14 (ιι), αλλά γεγονός παραμένει ο καθαρός μισθός της Ενάγουσας. Είχαν διαπιστώσει ότι έξω από την οικία της βρισκόταν συχνά σταθμευμένο όχημα με το λογότυπο μάρκας καλλυντικών, εισαγωγέας των οποίων ήταν συγκεκριμένη εταιρεία. Διευθυντής της εν λόγω εταιρείας τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο πατέρας της Ενάγουσας. Επικοινώνησαν με τα γραφεία της και ζήτησαν να μιλήσουν με την Ενάγουσα. Το άτομο που απάντησε το τηλέφωνο είπε ότι αυτή δεν είναι μέσα και όταν ρωτήθηκε πότε θα είναι, απάντησε ότι η Ενάγουσα δεν έρχεται στην εταιρεία. Η στιχομυθία αυτή καταγράφηκε στο επίδικο άρθρο. Η εφημερίδα επικοινώνησε και με την ίδια την Ενάγουσα και της ζήτησε να τοποθετηθεί επί των καταγγελιών που την αφορούν και κατέγραψαν τα όσα ανέφερε. Ο ΜΥ 1 παραδέχεται ότι στο επίδικο άρθρο περιέχονται, πέραν από γεγονότα, και σχόλια. Αυτά είναι τα εξής: ο τίτλος στη σελίδα 1 «Ατεκμηρίωτο πόθεν έσχες στον Φόρο», ο τίτλος «Αντί έρευνας, περαιτέρω αρμοδιότητες», η δήλωση ότι οι καταγγελίες παραμένουν στα συρτάρια του Έφορου Φορολογίας για ένα χρόνο, ο τίτλος «Σπίτι για εμπόριο καλλυντικών» και «Σιωπή και σενάρια» και το ευρύτερο σχόλιο ότι στην απουσία εξέτασης των καταγγελιών αρμοδίως, είναι εύλογο και δυνατόν να δημιουργούνται ερωτηματικά που εγείρονται στις καταγγελίες σε σχέση με την περιουσία και τα δεδομένα του μισθού της Ενάγουσας. Θεωρεί ως καθήκον τους ως δημοσιογράφοι να εκφέρουν την άποψη τους. Τονίζει ότι συχνά ασχολούνται με θέματα που αφορούν λειτουργούς του Τμήματος Φορολογίας και τον τρόπο που αυτοί ασκούν τα καθήκοντα τους. Εφόσον υπήρξαν καταγγελίες κατά λειτουργού του Τμήματος Φορολογίας, στις οποίες εγείρονταν ερωτηματικά για το κατά πόσον οι απολαβές του μπορούσαν να δικαιολογήσουν την προσωπική του περιουσία, ενώ εκ της θέσεως του είχε την εξουσία, να λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις, έκριναν το θέμα ως δημοσίου ενδιαφέροντος. Η καταγγελία στάληκε στον Γενικό Ελεγκτή, με κοινοποίηση σε διάφορους άλλους φορείς του κράτους ενώ στην συνέχεια ακολούθησαν και άλλες. Οι καταγγελίες εκτείνονταν σε χρονική διάρκεια ενός χρόνου, μέχρι το επίδικο δημοσίευμα χωρίς επίσημη απάντηση σε αυτές ή διερεύνηση τους, κατά τρόπο που όχι μόνο δημιουργούσε ερωτηματικά για την στάση των αρμοδίων αρχών, αλλά άφηνε χώρο στον κάθε πολίτη να πιθανολογεί τους λόγους, ως υποστηρίζει. Κατά την κυρίως του εξέταση αναφέρθηκε στον τρόπο λειτουργίας της εφημερίδας. Είπε ότι περί το απόγευμα κάθε μέρας γίνεται μια συνάντηση στην οποία συμμετέχει τόσο υπό τη σημερινή του ιδιότητα όσο και υπό την ιδιότητα του τον επίδικο χρόνο. Εκεί συνοψίζονται τα θέματα, τα οποία δημοσιεύονται την επομένη και λαμβάνεται τελική απόφαση. Κάθε συντάκτης είναι υποχρεωμένος να παρουσιάσει το άρθρο του, να απαντήσει ερωτήσεις της αρχισυνταξίας και της διεύθυνσης και έτσι με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να στηθεί το πρωτοσέλιδο και η βάση της θεματολογίας της επόμενης μέρας. Έτσι ήταν ενήμερος για το επίδικο άρθρο. Είπε και παρέμεινε αναντίλεκτο, ότι το επίδικο άρθρο είχε δημοσιευθεί στο διαδίκτυο, για μικρό χρονικό διάστημα όμως. Αναφορικά με το άρθρο που θα δημοσιευόταν αναφορικά με την εξαπάτηση της Ενάγουσας από δημόσιο πρόσωπο είπε ότι η τελευταία είχε γνωριστεί με κάποιον εκ των αρχισυντακτών. Παρουσίασε μια ιστορία εξαπάτησης της από έναν πολιτειακό αξιωματούχο. Η Ενάγουσα προσκόμισε κάποια στοιχεία, τα μελέτησαν και σκέφτηκαν τρόπους να παρουσιάσουν το θέμα. Ο ίδιος τελικά ανέλαβε την ευθύνη και κάλεσε την Ενάγουσα, για να της πει ότι δεν είναι σωστό να προβούν στη δημοσίευση, γιατί θα ήταν «ένα τεράστιο ξεκατίνιασμα που δεν θα βοηθούσε την ίδια». Ο Εναγόμενος 2 δεν είχε απαγορεύσει τη δημοσίευση, όλοι μαζί το είχαν αποφασίσει. Όπως διευκρίνισε αντεξεταζόμενος ο ΜΥ 1 σε πολλές από τις προαναφερόμενες απογευματινές συναντήσεις, ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν παρόν. Ο ΜΥ 1 ήταν ειλικρινής. Προέβαινε σε τοποθετήσεις, οι οποίες πολλές φορές δεν υποστήριζαν την υπόθεση της υπεράσπισης. Συγκεκριμένα παραδέχθηκε ότι ο τίτλος «Σπίτι για εμπόριο καλλυντικών» μπορεί να ήταν κακό, ατυχές σχόλιο, ότι είχε συνομιλήσει πριν εμφανιστεί στο Δικαστήριο με τους Εναγόμενους 2 και 3 για να φρεσκάρει τη μνήμη του και ότι δεν μπορεί να γνωρίζει την ακριβή συνομιλία Ενάγουσας με τον Εναγόμενο 3. Περαιτέρω δεν αμφισβήτησε το ότι η Ενάγουσα έχει προβεί σε δήλωση του συνόλου της περιουσίας της, για φορολογικούς σκοπούς. Κατά τα άλλα δεν μπορεί να του πιστωθεί το γεγονός ότι δεν παρουσίασε τις καταγγελίες εναντίον της Ενάγουσας. Αυτές παραδεκτώς έλαβαν χώρα, σε αυτές απαντά η Ενάγουσα στο Τεκμήριο 5 και για αυτές παρουσίασε το Τεκμήριο 15, ο ΜΥ 1, επιστολή της Ελεγκτικής Υπηρεσίας όπου επιβεβαιώνεται η λήψη 10 καταγγελιών εναντίον της Ενάγουσας, στο διάστημα από το Νοέμβριο του 2014 μέχρι τον Ιανουάριο του 2016. Εντίμως ο ΜΥ 1 είπε ότι έψαξε αλλά δεν βρήκε τις εν λόγω καταγγελίες, παρά ταύτα από την απάντηση της Ενάγουσας, Τεκμήριο 5, προκύπτει ότι αυτές είχαν περιεχόμενο ανάλογο με αυτό που αποκαλύπτει το επίδικο δημοσίευμα. Είναι σύνηθες, όπως επίσης ανέφερε, να αποστέλλονται ανώνυμες καταγγελίες στην εφημερίδα, ενώ η ίδια η Ενάγουσα είχε παραδεχθεί ότι οι καταγγελίες είχαν κοινοποιηθεί ευρέως. Υποστήριξε ότι στο επίδικο άρθρο δεν κατηγόρησαν την Ενάγουσα ότι φοροδιαφεύγει, αλλά αναφέρθηκαν καλοπροαίρετα στις καταγγελίες. Οι ίδιοι μάλιστα προέβησαν στη δική τους ανεξάρτητη έρευνα. Πήγαν είδαν το σπίτι, επιχείρησαν να μιλήσουν με την Ενάγουσα, είδαν έξω το αυτοκίνητο της εταιρείας και προέβησαν σε έρευνα στον έφορο εταιρειών, για να ανεύρουν ότι ανήκει σε συγγενικά της πρόσωπα, ενώ τηλεφώνησαν στην εταιρεία, καταγράφοντας το τι τους ειπώθηκε. Δεν στηρίχθηκαν, απλώς, σε μια ανώνυμη καταγγελία, αλλά διερεύνησαν το περιεχόμενο της και ότι ανηύραν το περιέλαβαν στο επίδικο άρθρο. Εξήγησε ότι ο υπολογισμός και η αναφορά σε τρία οικόπεδα, είναι επειδή θεωρεί ότι ένα κανονικό οικόπεδο είναι της τάξεως των 500 τετραγωνικών μέτρων και η κατοικία της Ενάγουσας έχει έκταση 1468. Εξήγησε ότι στο δημοσίευμα αναφέρονται οι καθαρές απολαβές της Ενάγουσας και ακόμα και αν λαμβάνει κάτι περαιτέρω η διαφορά δεν είναι σημαντική ούτε αλλάζει την εικόνα. Εξήγησε ότι το αντικείμενο της έρευνας τους ήταν η Ενάγουσα και για αυτήν έγραψαν ότι έλαβε περισσότερα καθήκοντα, χωρίς να αναφερθούν στους υπόλοιπους συναδέλφους της. Εξήγησε ότι εκείνο που τους ανέφερε ο Εναγόμενος 3 στη σύσκεψη είναι ότι δεν τους μιλά η Ενάγουσα, δεν είναι δηλαδή συνεργάσιμη για να εκφέρει τη θέση της, γι' αυτό άλλωστε και δεν ζήτησαν την άδεια της για να φωτογραφήσουν το σπίτι της. Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφερθεί ότι ενώ η Εναγόμενη παραδέχεται ότι είναι με τον Εναγόμενο 3 που συνομίλησε (Έγγραφο Α παρ.
(21)
(2)(στ) (ι)), ο συνήγορος της το αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση του ΜΥ
- Ο ΜΥ 1 σε μια σειρά ερωτήσεων αντεξέτασης, ανέφερε ότι αν η Ενάγουσα ήταν πιο συνεργάσιμη όταν την κάλεσαν, αν έλεγε τη θέση της και αντέκρουε τις εναντίον της καταγγελίες, με τεκμηρίωση, αυτά θα μετέφεραν και στο άρθρο τους. Από την ενώπιον μου μαρτυρία, δε, δεν προκύπτει η Ενάγουσα να είχε διάθεση να απαντήσει τεκμηριωμένα στους Εναγόμενους και οι τελευταίοι να μην την έλαβαν υπόψη. Το ανάποδο μάλλον, αφού αφενός είναι παραδεκτό ότι οι Εναγόμενοι επικοινώνησαν μαζί της, και αφετέρου μετέφεραν θέσεις της που βρίσκουν έρεισμα στα ενώπιον μου τεκμήρια. Η σχετική θέση, δε, της Ενάγουσας είναι ασταθής, αφού στο Έγγραφο Α παραδέχεται ότι ο Εναγόμενος 3 την κάλεσε κάτι που αμφισβητείται κατά την αντεξέταση του ΜΥ 1 και τέλος, δεν εγέρθηκε ούτε καν ως ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα ενδιαφέρθηκε να απαντήσει επί της ουσίας τις εναντίον της καταγγελίες, τουναντίον παρέπεμψε σε ζήτημα που «δεν αφορά την εφημερίδα». Ο ΜΥ 1 ερωτήθηκε σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης του για θέματα εκτός του πεδίου γνώσης του, για τα οποία δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ειδικού. Συγκεκριμένα ερωτήθηκε αν η κατοικία της Εναγόμενης βρίσκεται σε ακριβή περιοχή και σε τύπους φορολογίας που επιβάλλονται. Τούτα είναι ζητήματα για τα οποία δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ειδικού που να διαφωτίζει το Δικαστήριο, ενώ δεν θα μπορούσε να τα απαντήσει ο μάρτυρας, αφού εκφεύγουν του αντικειμένου με το οποίο ασχολείται. Αποσαφήνισε γιατί δεν θεωρεί ότι έδρασαν με κακοβουλία οι Εναγόμενοι. Δεν γνώριζαν για την επιβολή φορολογίας σε εταιρεία του Εναγόμενου 2, ούτε μπορεί να συνδεθεί το επίδικο δημοσίευμα με αυτήν αφού ο Εναγόμενος 2 υπέβαλε ένσταση η οποία ακόμη εξετάζεται. Δεν υπάρχει ύποπτη χρονική συγκυρία, αφού οι καταγγελίες εναντίον της Ενάγουσας ήταν πολλές και η ίδια απάντησε επί της ουσίας μόλις την 26/10/
- Οι ίδιοι άλλωστε δεν αρκέστηκαν στις ανώνυμες καταγγελίες αλλά προέβησαν στη δική τους διερεύνηση και ζήτησαν την άποψη της Ενάγουσας. Ο ΜΥ 1 απαντούσε εντός του εύρους των γνώσεων του σε κάθε ερώτηση που του γινόταν, χωρίς αντιφάσεις. Ήταν ειλικρινής, αλλά ταυτοχρόνως επεξήγησε με σαφήνεια το πως οι Εναγόμενοι 1 εξέλαβαν τις ενώπιον τους πληροφορίες, την έρευνα στην οποία προέβησαν και τελικώς πως αποφάσισαν να αποτυπώσουν τα όσα διαπίστωσαν. Δεν κατάδειξε, σε κανέναν σημείο, την όποια εμπάθεια, πόσω μάλλον κακόβουλη διάθεση, έναντι της Ενάγουσας. Τουναντίον με αιτιολογημένες απαντήσεις διευκρίνισε το τι προσπάθησαν να περάσουν στον αναγνώστη, γιατί κρίνει τα επίδικα γραφόμενα ως δημοσίου ενδιαφέροντος και γιατί θεωρεί ότι επιτέλεσαν το καθήκον τους. Οι όποιες απόψεις του βέβαια, αναφορικά με την ερμηνεία του επίδικου δημοσιεύματος, δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, το οποίο είναι επιφορτισμένο με το έργο αυτής της ερμηνείας. Εκείνο που διαπιστώνεται όμως είναι μια λελογισμένη προσέγγιση από το ΜΥ 1, χωρίς υπερβολές και αντιφάσεις και σίγουρα χωρίς να καταδεικνύεται η όποια εκ μέρους του κακόπιστη στάση. Η μαρτυρία του ΜΥ 1 γίνεται αποδεκτή. Προκύπτουν λοιπόν τα εξής ευρήματα: Την 3/12/2015 η εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» των Εναγόμενων 1, με εκδότη τον Εναγόμενο 2 δημοσίευσε άρθρο με συντάκτη τον Εναγόμενο 3, το οποίο αυτολεξεί αποτυπώνεται παραπάνω στις σελίδες 6 έως
- Το επίδικο άρθρο είχε δημοσιευθεί στο διαδίκτυο, για μικρό χρονικό διάστημα, ενώ το σύνολο των πωλήσεων της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» παγκυπρίως την 3/12/2015 ήταν 3156 αντίτυπα. Το δημοσίευμα αναφερόταν στην Ενάγουσα και σε καταγγελίες που παραδεκτώς έγιναν εναντίον της και κοινοποιήθηκαν σε μεγάλη ομάδα αρμοδίων θεσμών και προσώπων. Καταδείχθηκε μάλιστα μέσω του Τεκμηρίου 15 ότι υπήρξε σειρά επιστολών με καταγγελίες εναντίον της Ενάγουσας, αυτές δεν είχαν διερευνηθεί μέχρι τον επίδικο χρόνο, όπως αναφέρει το άρθρο, ενώ έγινε σχετική διερεύνηση αργότερα. Το επίδικο άρθρο αναφέρεται στις καθαρές μηνιαίες απολαβές της, ως αυτές να ανέρχονται σε €3599, ενώ στο Τεκμήριο 2 που κατέθεσε η Ενάγουσα αυτές προκύπτει να ανέρχονταν στα €3507,
- Οι ετήσιες αναφέρονται στο δημοσίευμα ως €47267 πριν την επιβολή έκτακτων εισφορών, ενώ στο Τεκμήριο 2 φαίνεται να είχε ολικές αποδοχές €83137,73 και καθαρές ετήσιες αποδοχές €47061,
- Καταγράφει το άρθρο ότι η Ενάγουσα διαμένει σε οικία 1500 τετραγωνικών μέτρων σε τρία οικόπεδα, ενώ η ίδια διαμένει σε οικία 1468 τετραγωνικών μέτρων σε ένα οικόπεδο. Πάνω από το κυρίως άρθρο φαίνεται φωτογραφία και απεικόνιση του σπιτιού από το Google Earth, μέσω του οποίου μπορούν αν αντιληφθούν την περιοχή οι αναγνώστες. Οι σχετικές εικόνες δημοσιεύθηκαν χωρίς την άδεια της Ενάγουσας. Πράγματι, όπως καταγράφει το άρθρο η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια εξοχικού στη Γαλάτα και αυτοκινήτου, το οποίο δεν διευκρινίστηκε αν είναι πολυτελές ή όχι, αλλά αγοράστηκε για 30.000 ευρώ, με δάνειο που η Ενάγουσα έλαβε. Στο επίδικο δημοσίευμα αναφέρεται ότι η Ενάγουσα ανέλαβε επιπλέον καθήκοντα, πράγμα που όπως η ίδια παραδέχεται έγινε, αλλά νέα καθήκοντα είχαν αναλάβει και οι υπόλοιποι συναδέλφοι της λόγω συγχώνευσης τμημάτων. Ο Εναγόμενος 3 επικοινώνησε με την Εναγόμενη και κατέγραψε τη θέση της. Κάτω από τον τίτλο «Σπίτι για εμπόριο καλλυντικών», αναφέρεται ότι αυτοκίνητο συγκεκριμένης εταιρείας που εμπορεύεται καλλυντικά είναι παρκαρισμένο συχνά έξω από το σπίτι της Ενάγουσας. Η συγκεκριμένη εταιρεία ανήκει σε οικογενειακά της πρόσωπα και τηλεφωνικώς ενημερώθηκε ο Εναγόμενος 3 ότι η Ενάγουσα δεν πάει στην εν λόγω εταιρεία. Ο υιός της Ενάγουσας ήταν υπάλληλος και αργότερα, μετά τον επίδικο χρόνο διευθυντής της εταιρείας. Η Ενάγουσα είχε προσκομίσει στοιχεία και συναντηθεί με δημοσιογράφους της εφημερίδας των Εναγόμενων 1, παλαιότερα, πριν τον επίδικο χρόνο, με σκοπό να δημοσιεύσουν μια ιστορία εξαπάτησης της από πολιτειακό αξιωματούχο. Τελικά ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τον ΜΥ 1 ότι δεν θα δημοσιεύσουν το άρθρο, όπως η Ενάγουσα επιθυμούσε. Η Ενάγουσα υπήρξε επικεφαλής ομάδας που εξέταζε την επιβολή φορολογίας σε εταιρεία συνδεδεμένη με τον Εναγόμενο
- Η φορολογία επιβλήθηκε την 30/11/2015, αλλά η Ενάγουσα τότε δεν ήταν η υπεύθυνη που επέβαλε τη φορολογία, καθώς από τον Οκτώβριο του 2015, τουλάχιστον, της είχε αφαιρεθεί ο φάκελος λόγω των εναντίον της καταγγελιών. Για την επιβολή φορολογίας στη συνδεδεμένη με τον Εναγόμενο 2 εταιρεία έγινε ένσταση η οποία εκκρεμεί. Η Ενάγουσα τελικώς μετακινήθηκε τον 6/2016 από τα Κεντρικά Γραφεία του Τμήματος της, χωρίς όμως αυτή η μετακίνηση της να συνδέεται άμεσα με το επίδικο άρθρο. I. Δυσφήμιση Το αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι κρίνεται ως πραγματικό ζήτημα αποδίδοντας στις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται τη συνηθισμένη και φυσική τους έννοια. Για την εξαγωγή του συμπεράσματος ως προς το δυσφημιστικό ή όχι του κειμένου δεν λαμβάνεται υπόψη η γνώμη του ιδίου του Ενάγοντος, ή τυχόν μαρτυρία που προσφέρεται από διάφορα άτομα ως προς την ερμηνεία, νόημα ή γενική έννοια του κειμένου. Η θέση του Δικαστηρίου τεκμαίρεται ότι αποδίδει την αντίληψη του μέσου κοινού λογικού ανθρώπου[4]. Δικαστήρια που εκδικάζουν υποθέσεις χωρίς ενόρκους δεν είναι υποχρεωμένα να εκλάβουν τα δημοσιεύματα όπως οι μάρτυρες ενώπιον του τα ερμηνεύουν, αλλά με το δικό τους αντικειμενικό κριτήριο[5]. Σε περίπτωση που τα επίδικα δημοσιεύματα επιδέχονται μιας πιο «αθώας» ερμηνείας από την πιο σοβαρή που εισηγείται ο παραπονούμενος, τότε θα προτιμηθεί η πρώτη[6]. Δήλωση ότι Ενάγοντας είναι υπό διερεύνηση δεν μπορεί εύλογα να γίνει κατανοητό ότι δηλώνει η ενοχή του[7]. Είναι διαφορετικά όταν κάποιος λέει ή υπονοεί ότι ένα άτομο είναι υπό υποψία ενοχής. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι στην πραγματικότητα ένοχος, αλλά μόνο ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι υποψίας[8]. Όπως αναφέρθηκε και στην Stern v Piper, [1997] Q.B. 123: «A man who wants to talk at large about smoke may have to pick his words very carefully if he wants to exclude the suggestion that there also a fire; but it can be done. One always gets back to the fundamental question: what is the meaning that the words convey to the ordinary man: you cannot make a rule about that. They can convey a meaning of suspicion short of guilt; but loose talk about suspicion can very easily convey the impression that it is a suspicion that is well founded.» Στην Rubber Improvement Ltd v Daily Telegraph Ltd, [1964] A.C. 234 αναφέρθηκαν τα κάτωθι από το Lord Devlin: «A statement that an inquiry is on foot may go further and may positively convey the impression that there are grounds for the inquiry, that is, that there is something to suspect. Just as a bare statement of suspicion may convey the impression that there are grounds for belief in guilt, so a bare statement of the fact of an inquiry may convey the impression that there are grounds for suspicion. I do not say that in this case it does; but I think that the words in their context and in the circumstances of publication are capable of conveying that impression.» Αναλόγως και εν προκειμένω. Ναι μεν υφίσταντο καταγγελίες εναντίον της Ενάγουσας, αλλά το επίδικο δημοσίευμα μέσω του λεκτικού του αποκάλυπτε δεδομένα που συνέτειναν σε στοιχειοθέτηση των καταγγελιών. Περαιτέρω μέσω της έρευνας της εφημερίδας αποκαλύφθηκαν και περαιτέρω στοιχεία, όπως η σχέση της Ενάγουσας με ιδιωτική εταιρεία, η εικόνα και το μέγεθος της οικίας της σε συνδυασμό με τα εισοδήματα της. Έτσι αξιολογώντας το επίδικο άρθρο ως σύνολο[9], εκείνο που προκύπτει είναι ότι δεν παρατίθενται απλώς οι καταγγελίες εναντίον της Ενάγουσας. Πέραν αυτών έγινε έρευνα, η οποία τείνει να καταδείξει ότι οι καταγγελίες είναι βάσιμες, ενώ υφίστανται και άλλα ύποπτα στοιχεία εναντίον της. Δηλαδή αν και δεν μπορεί το Δικαστήριο να υιοθετήσει την υπερβολική θεώρηση του δημοσιεύματος, στην οποία προέβη η Ενάγουσα, το επίδικο δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό για αυτήν, αφού έτεινε να καταδείξει τη βασιμότητα των εναντίον της καταγγελιών, αποδίδοντας της τουλάχιστον ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση[10]. Δεν προκύπτει στην υπό εξέταση περίπτωση υπαινιγμός (ιnnuendo) όπως τον έθεσε η Ενάγουσα, αφού είναι η συνήθης ερμηνεία των λέξεων που οδηγεί στα ως άνω συμπεράσματα και όχι εξωγενή περιστατικά που γνωρίζουν οι κοινωνοί του δημοσιεύματος[11]. Το υπό εξέταση είναι δηλαδή δημοσίευμα που δεν απαιτεί την ειδική γνώση γεγονότων, αλλά έχει νόημα το οποίο ανευρίσκεται στη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε ως σύνηθες και φυσικό[12]. II. Υπεράσπιση της αλήθειας Για να επιτύχει η υπεράσπιση της αλήθειας είναι αρκετό ο Εναγόμενος να αποδείξει ουσιωδώς την αλήθεια των ισχυρισμών του. Όπως προνοεί το άρθρο 19 (α) του Κεφαλαίου 148: «όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα περιέχει δυo ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγoρίες κατά τoυ εvάγovτα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφoυ αυτής δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε μιας κατηγoρίας, αv τo μέρoς τoυ δημoσιεύματoς πoυ δεv απoδείχτηκε ως αληθές δεv βλάπτει oυσιωδώς τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα, αφoύ ληφθεί υπόψη τo αληθές τωv υπόλoιπωv κατηγoριώv͘» Δεν χρειάζεται να αποδείξει την αλήθεια ενός εκάστου επιβλαβούς ισχυρισμού στον οποίο έχει προβεί. Είναι αρκετό εάν αποδείξει το κεντρί (sting) των ισχυρισμών του και οι ένορκοι (εδώ το Δικαστήριο) θα πρέπει να διακριβώσουν ποιο είναι το κεντρικό σημείο (sting) του δημοσιεύματος[13]. Είναι αρκετό εάν η ουσία της δυσφημιστικής δήλωσης δικαιολογείται, ακόμη δηλαδή και εάν περιέχονται κάποιες ανακρίβειες, νοουμένου ότι οι ανακριβείς λεπτομέρειες δεν επιδεινώνουν, στην ουσία, το δυσφημιστικό χαρακτήρα του δημοσιεύματος[14]. Βάρος απόδειξης του αληθούς των ισχυρισμών έχει ο Εναγόμενος που εγείρει τη σχετική υπεράσπιση[15] και τούτο δεν παραβιάζει το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, όταν εφαρμόζεται σε αστικές διαδικασίες[16]. Στην Turcu v News Group Newspapers Ltd, [2005] EWHC 799 (QB) με αναφορά σε νομολογία του ΕΔΔΑ, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «It is necessary to remember what has been said more than once in the European Court of Human Rights to the effect that journalists, in the exercise of their rights to freedom of expression, need to be permitted a degree of exaggeration even in the context of factual assertions (not only when making comments or voicing their opinions): See e.g. Bladet Tromsø & Stensaas v Norway
(1999)29 EHRR 125 at [58]-[59]; Reynolds v Times Newspapers Ltd [2002] 2AC 127 , 204.» Στρέφομαι στο επίδικο άρθρο και κάθε μια από τις αναφορές αυτού, ώστε να εξεταστεί αν είναι ουσιωδώς αληθείς, ως η ανωτέρω νομολογία ορίζει. Σε αυτό το στάδιο δεν θα εξεταστούν τα σχόλια που γίνονται στο άρθρο. Το δημοσίευμα αναφέρεται σε καταγγελίες εναντίον της Ενάγουσας, οι οποίες παραδεκτά έλαβαν χώρα. Οι εν λόγω καταγγελίες δεν είχαν εξεταστεί τον επίδικο χρόνο δημοσίευσης του άρθρου, παρά μόνο η Ενάγουσα είχε εκφέρει τη θέση της στο Διευθυντή της με δύο επιστολές, Τεκμήρια 4 και
- Από τις επιστολές προκύπτει ότι πράγματι είχε ζητηθεί από την Ενάγουσα να απαντήσει σε αυτές. Οι καταγγελίες, αν και δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, παραδεκτά είχαν κοινοποιηθεί σε μεγάλο αριθμό θεσμών και προσώπων. Από το Τεκμήριο 15, προκύπτει ότι οι καταγγελίες διερευνήθηκαν σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι επίσης παραδεκτό ότι η Ενάγουσα ανέλαβε περαιτέρω καθήκοντα, έστω και αν αυτά της ανατέθηκαν μετά την ενοποίηση, όπως και στους συναδέλφους της. Σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας, είναι αλήθεια ότι διαμένει σε σπίτι στο Στρόβολο και κατέχει εξοχικό στη Γαλάτα. Το σπίτι στο Στρόβολο δεν είναι 1500 τετραγωνικών μέτρων κτισμένο σε τρία οικόπεδα, αλλά 1468 τετραγωνικών μέτρων σε ένα οικόπεδο. Είναι προφανές ότι τούτη η διαφορά δεν αλλοιώνει την έννοια του ισχυρισμού. Παραμένει γεγονός ότι η Ενάγουσα διαμένει σε μεγάλο σε έκταση σπίτι, το οποίο με τα συνήθη μέτρα των οικοπέδων, ως η ίδια παραδέχθηκε, θα είχε έκταση πέραν των 2 οικοπέδων. Εκείνο που το δημοσίευμα ήθελε να καταδείξει είναι την πολυτέλεια του να διαμένει κάποιος σε ένα τέτοιας έκτασης σπίτι και η διαφορά στα τετραγωνικά μέτρα και την ποσότητα των οικοπέδων, δεν διαφοροποιεί την ουσία του ισχυρισμού. Το αν είναι ή όχι μια από τις ακριβότερες περιοχές της Λευκωσίας, η εν λόγω περιοχή, δεν διευκρινίστηκε, αλλά εν πάση περιπτώσει το δημοσίευμα αναφέρει σε ποια περιοχή βρίσκεται η οικία και μάλιστα προβάλλει και απεικόνιση χάρτη, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να διαγνώσει αν είναι ακριβή ή όχι η περιοχή. Ως προς τις απολαβές της Ενάγουσας, οι καθαρές μηνιαίες της απολαβές όπως καταγράφονται στο δημοσίευμα (€3599) είναι περισσότερες από αυτές που η ίδια αποκάλυψε στο Δικαστήριο (€3507), μέσω του Τεκμηρίου
- Είναι σημαντικό ότι το δημοσίευμα αναφέρεται σε καθαρές μηνιαίες απολαβές μετά τις αποκοπές και όχι σε ολικές αποδοχές όπως επέμενε να παρουσιάζει η Ενάγουσα. Ως προς τις ετήσιες αποδοχές, το επίδικο άρθρο αναφέρεται σε ποσό πριν την επιβολή έκτακτων εισφορών. Δεν διευκρινίζεται στο Τεκμήριο 2 ποιες είναι οι έκτακτες εισφορές. Εν πάση περιπτώσει το ποσό που λάμβανε η Ενάγουσα ως ετήσιες καθαρές αποδοχές τον επίδικο χρόνο ήταν €47081,38, ποσό μικρότερο από αυτό που αναφέρεται στο άρθρο. Η διαφορά δηλαδή στα ποσά είναι πολύ μικρή, χωρίς σε καμία περίπτωση να διαφοροποιείται το νόημα του άρθρου. Ότι δηλαδή τα εισοδήματα που αναφέρονται εκεί δεν θα μπορούσαν, από μόνα τους, να δικαιολογήσουν τα περιουσιακά στοιχεία Ενάγουσας. Αναφορικά με το κείμενο κάτω από τον τίτλο «Σπίτι για εμπόριο καλλυντικών», προκύπτει ότι αν και ο τίτλος είναι υπερβολικός, το περιεχόμενο αποκαλύπτει την αλήθεια. Ειδικότερα καταγράφεται στο εν λόγω κείμενο ότι βρίσκεται όχημα συγκεκριμένης εταιρείας έξω από το σπίτι της Ενάγουσας, που όπως η ίδια παραδέχθηκε είναι του, εργαζόμενου εκεί, υιού της. Αποκαλύπτεται μάλιστα η συνομιλία του συντάκτη με την εταιρεία και από το περιεχόμενο της προκύπτει ότι η Ενάγουσα δεν εργάζεται εκεί. Επομένως η ουσία των ισχυρισμών αυτών είναι αληθής. Παρά δηλαδή την παραπλανητική αναφορά του τίτλου, το περιεχόμενο του κειμένου έρχεται να διορθώσει την εντύπωση που δημιουργείται. Αποτελεί λοιπόν η προκείμενη περίπτωση όπου ισχύει το δόγμα bane and antidote[17], όπου ως έχει νομολογηθεί, η όποια δυσφημιστική αναφορά, διαβάζεται μαζί με το υπόλοιπο κείμενο, το οποίο μπορεί να την θεραπεύσει. Δεδομένης της μη αποδοχής της μαρτυρίας της Ενάγουσας και της αποδοχής της μαρτυρίας του ΜΥ 1, αλλά και δυνάμει των τεκμηρίων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι ο διάλογος Ενάγουσας και Εναγόμενου 3 αποτυπώθηκε στο επίδικο άρθρο. Τέλος αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι από την καταγγελία προκύπτει η Ενάγουσα να εκμεταλλεύεται τη θέση της για να κλείσει τα στόματα όσων την πολεμούν, όπως προαναφέρθηκε δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι σχετικές καταγγελίας. Ο συντάκτης του επίδικου άρθρου όμως, φαίνεται να τις είχε ενώπιον του, αφού σε πολλά σημεία θέτει σε εισαγωγικά τα λεγόμενα του, μεταφέροντας το λεκτικό των καταγγελιών. Πέραν της ρεβανσιστικής στάσης που επέδειξε, δηλαδή, η Ενάγουσα, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός περιεχόταν στην καταγγελία. Εν πάση όμως περιπτώσει λαμβάνοντας υπόψη το αληθές των υπόλοιπων, ο εν λόγω ισχυρισμός καθίσταται ήσσονος σημασίας και δεν βλάπτει περαιτέρω την εικόνα της Ενάγουσας, όπως προκύπτει από το σύνολο του επίδικου άρθρου. Πολλής λόγος έγινε για το πως δικαιολογείται η περιουσία της Ενάγουσας και ότι αυτή είχε δηλωθεί, για φορολογικούς σκοπούς. Τούτο αφενός είναι κάτι που θα μπορούσε να θέσει ενώπιον του Εναγόμενου 3 η Ενάγουσα όταν την κάλεσε για να δώσει τη θέση της. Η αναφορά του, έστω σε πόθεν έσχες, έδιδε την ευχέρεια στην Ενάγουσα να εξηγήσει, όπως έκανε και στο Δικαστήριο, τον τρόπο απόκτησης κάθε περιουσιακού της στοιχείου. Αφετέρου, το γεγονός της δήλωσης, για φορολογικούς σκοπούς και της αιτιολόγησης της περιουσίας της Ενάγουσας, δεν καθιστά αυτομάτως και αναληθείς του επίδικους ισχυρισμούς. Εκ των ως άνω, λοιπόν, συνάγεται ότι οι αναφορές του επίδικου δημοσιεύματος ήταν ουσιωδώς αληθείς και η υπεράσπιση της αλήθειας επιτυγχάνει. III. Η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου Η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου περιορίζεται στα θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος που καλύπτουν, μεταξύ άλλων, και τη διαγωγή δημοσίων προσώπων[18]. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαίωμα έντιμου σχολίου είναι ένα από τα βασικά δικαιώματα του ελεύθερου προφορικού και γραπτού λόγου και είναι ζωτικής σημασίας στην επικράτηση του δικαίου στο οποίο βασιζόμαστε για την προσωπική μας ελευθερία[19]. Οι σχετικές αρχές σε σχέση με την εν λόγω υπεράσπιση συγκεφαλαιώνονται στην Δρουσιώτης Μακάριος ν. Νικόλα Παπαδόπουλου [2012] 1 ΑΑΔ 102 ως εξής: «Για να αποφασισθεί όμως τούτο, αυτή η δήλωση δεν πρέπει να εξετάζεται κατά απομόνωση από το υπόλοιπο κείμενο. Όταν το σχόλιο βασίζεται σε γεγονότα που περιέχονται στη δήλωση, για να επιτύχει η υπεράσπιση πρέπει να αποδειχθεί ότι τα γεγονότα είναι αληθή. (Eteria Ellinike Ekdosis «Glafx Ltd» v. Loizia
(1984)1 C.L.R. 729). Όπου όμως δεν αποδεικνύονται όλα τα γεγονότα δεν αποτυγχάνει η υπεράσπιση αν η έκφραση γνώμης εξακολουθεί να είναι έντιμο σχόλιο με βάση τα γεγονότα εκείνα που αποδεικνύονται. Όσον αφορά την έννοια του «έντιμου» τούτο σημαίνει ότι πρέπει να είναι η έκφραση της έντιμης και ειλικρινούς γνώμης του εναγομένου, έστω και αν αυτό μεταδίδει το νόημα ότι η διαγωγή του ενάγοντα ήταν ανέντιμη, ανειλικρινής ή υποκριτική. (Slim a.o. v. Daily Telegraph Ltd and Another [1968] 1 All E.R.497).» Πρώτη προϋπόθεση για να επιτύχει η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου είναι να στηρίζεται σε ουσιωδώς αληθή γεγονότα[20], αν το δημοσίευμα αποτελείται από σχόλια και γεγονότα. Το ΕΔΔΑ τονίζει ότι ανακρίβειες επί γεγονότων μπορούν να γίνουν ανεκτές αν η δημοσίευση λαμβάνει χώρα με καλή πίστη και αφορά αμφιλεγόμενα ζητήματα[21]. Μαρτυρία για κακοβουλία μπορεί να προέρχεται από εσωτερικά δεδομένα («intrinsic evidence»), όπως είναι το ίδιο το δημοσίευμα και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται ή εξωτερικά («extrinsic evidence»), όπως είναι οι όλες περιστάσεις της δημοσίευσης, καθώς και η συμπεριφορά του εναγόμενου κατά τη διάρκεια της αντιδικίας και της εκδίκασης της υπόθεσης[22]. Εν προκειμένω συμφωνώ με τους Εναγόμενους ότι το ζήτημα που τέθηκε ήταν δημοσίου ενδιαφέροντος. Αφορούσε μια δημόσια λειτουργό και δη υπεύθυνη για υποβολή φορολογιών, η οποία είχε περιουσία που δεν συνήδε με τα εισοδήματα της τη δεδομένη στιγμή, ως της καταλογιζόταν μέσω καταγγελιών. Δημιουργούσε δηλαδή ζήτημα που η εφημερίδα είχε καθήκον να αποκαλύψει στο φορολογούμενο και να αποτελέσει έναυσμα για την εξέταση καταγγελιών εναντίον προσώπου που φέρει εξουσίες. Ακουμπούσε τη διαγωγή κρατικού λειτουργού. Σύμφωνα, δε, με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, δημόσιοι λειτουργοί, οφείλουν να έχουν διευρυμένα όρια ανοχής στην κριτική[23]. Δεν έχει αποδειχθεί κακοβουλία των Εναγόμενων. Οι Εναγόμενοι επικοινώνησαν με την Ενάγουσα, ζήτησαν τη θέση της και δεδομένης της μη συνεργασίας της προχώρησαν σε διερεύνηση. Δεν αρκέστηκαν να υιοθετήσουν απλώς τις εναντίον της Ενάγουσας καταγγελίες. Δεν έχει αποδειχθεί, ακόμα, εξωγενές κίνητρο των Εναγόμενων. Η επιβολή φορολογίας στον Εναγόμενο 2, αφενός δεν επιβλήθηκε από την Ενάγουσα και αφετέρου δεν είναι τελεσίδικη, αφού κινήθηκε διαδικασία αμφισβήτησης της. Επιπλέον η μαρτυρία του ΜΥ 1 ήταν τέτοια που εξήγησε επακριβώς το σκεπτικό συγγραφής του επίδικου άρθρου, το πως αιτιολογείται κάθε αναφορά του και σε ποια σημεία υπήρξε σχολιασμός από τον συντάκτη του Εναγόμενο 3, ενώ αποδείχθηκε το αληθές του περιεχομένου του. Παρατηρώντας τα σχόλια που εμφαίνονται στο άρθρο ο τίτλος στη σελίδα 1 «Ατεκμηρίωτο πόθεν έσχες στον Φόρο», δικαιολογείται από το περιεχόμενο του κυρίως άρθρου, αφού επ' αυτού φαίνεται περιουσία της Ενάγουσας, η οποία δεν δικαιολογείται από το μισθό της. Ο τίτλος «Αντί έρευνας, περαιτέρω αρμοδιότητες» και η δήλωση ότι οι καταγγελίες παραμένουν στα συρτάρια του Έφορου Φορολογίας για ένα χρόνο, επίσης έγκειται στην μη διερεύνηση των καταγγελιών από το Νοέμβριο του 2014, μέχρι τον επίδικο χρόνο, γεγονός καθόλα παραδεκτό. Ο τίτλος «Σπίτι για εμπόριο καλλυντικών», αν και υπερβολικός, έρχεται να καλυφθεί, να επεξηγηθεί, στο κείμενο που ακολουθεί[24]. Ο τίτλος «Σιωπή και σενάρια» και το ευρύτερο σχόλιο ότι στην απουσία εξέτασης των καταγγελιών αρμοδίως, επίσης δικαιολογείται από τη στάση της Ενάγουσας, κατά τη συνομιλία της με τον Εναγόμενο 3. Προκύπτει εκ των ως άνω ότι τα επίδικα σχόλια άπτονταν θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος, για το οποίο η Ενάγουσα οφείλει να έχει διευρυμένα όρια ανοχής στην κριτική. Δεν καταδείχθηκε κακοβουλία, αφού ο Εναγόμενος 3 επικοινώνησε μαζί της για να λάβει τη θέση της, προέβη σε έρευνα και το περιεχόμενο του άρθρου περιέχει ουσιωδώς αληθείς ισχυρισμούς. Τέλος τα όποια σχόλια ήταν εύλογο να γίνουν, δεδομένου του περιεχομένου του άρθρου και των όσων αυτό κατέγραφε. Επομένως η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου επιτυγχάνει. IV. Η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη Οι Εναγόμενοι επικαλούνται το καθήκον τους, ως δημοσιογράφοι, να δημοσιεύουν προς το κοινό ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος, ως η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη ορίζει[25]. Για να επιτύχει η εν λόγω υπεράσπιση, πέραν της απόδειξης ζητήματος δημοσίου συμφέροντος θα πρέπει η δημοσίευση να μην έχει γίνει κακόπιστα[26].Ακόμα και αν ληφθεί υπόψη το δημόσιο ενδιαφέρον στο θέμα και ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η τάση της νομολογίας είναι να μην περιορίζει χωρίς λόγο το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και του τύπου, έναντι του οποιουδήποτε ιδιωτικού συμφέροντος, εντούτοις η υποχρέωση για υπεύθυνη δημοσιογραφία και επαλήθευση των γεγονότων μετά από εύλογη έρευνα, δεν ατονεί[27]. Η παράγραφο 2 (β) του άρθρου 21 του Κεφ. 148, επιτάσσει όπως ο συντάκτης του δημοσιεύματος αν αυτό είναι αναληθές να είχε καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή του αναληθούς. Όπως έχει νομολογηθεί είναι οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης που αναδεικνύουν ποιες είναι οι ενδεδειγμένες ενέργειες που όφειλε να εκπληρώσει ο δημοσιογράφος και δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας[28]. Για δημοσίευμα που αντίγραφε μέρη πορίσματος, ως επίσημο έγγραφο, και κατέγραφε τα ακριβή αποτελέσματά του πορίσματος, αποφασίστηκε ότι ορθά δεν αποτάθηκαν οι συντάκτες στους επηρεαζόμενους για να λάβουν την άποψη τους[29]. Για δημοσίευμα που κατέγραφε γεγονότα όπως προέκυπταν από έκθεση του Κρατικού Χημείου, ήτοι κρατικού οργάνου, επίσης δεν κρίθηκε αναγκαία η αναζήτηση της άποψης των εκεί εφεσίβλητων[30]. Ανάλογη προσέγγιση έχει και το ΕΔΔΑ. Όταν δημοσιογράφοι υπηρετούν τον σκοπό της ενίσχυσης της δημόσιας συζήτησης, επί ζητημάτων δημοσίου συμφέροντος, μπορούν να στηριχθούν σε επίσημες αναφορές (official reports), χωρίς περαιτέρω έρευνα[31]. Στην υπό κρίση υπόθεση έχει αποφασιστεί ότι οι Εναγόμενοι δεν έδρασαν κακοβούλως και ότι το ζήτημα που ακουμπά το επίδικο άρθρο είναι δημοσίου ενδιαφέροντος. Οι Εναγόμενοι ως εφημερίδα, ως δημοσιογράφοι είχαν καθήκον να αποκαλύψουν τις καταγγελίες εναντίον της Ενάγουσας, ως μιας δημόσιας λειτουργού και δη που είναι επιφορτισμένη με την επιβολή φορολογιών. Η ευρύτερη κατηγορία της διαπλοκής συμφερόντων, έχει νομολογηθεί ότι αποτελεί θέμα μεγάλου δημόσιου ενδιαφέροντος[32]. Πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που προέβησαν και οι ίδιοι σε σχετική διερεύνηση, η οποία δεν κατέδειξε ότι οι καταγγελίες ήταν ανυπόστατες. Οι όποιες αναφορές του δημοσιεύματος έχουν κριθεί ως ουσιωδώς αληθείς, ενώ η μόνη αναφορά που δεν έχει αποδειχθεί ως τέτοια μετέφερε το περιεχόμενο της καταγγελίας. Ο συντάκτης του επίδικου άρθρου, θέτει στο άρθρο και το περιεχόμενο της συνομιλίας του με την Εναγόμενη, η οποία επαναλαμβάνω είχε την ευκαιρία να παραθέσει στον Εναγόμενο 3 τις δικές της απόψεις και δεν το έπραξε. Παρά δηλαδή το ότι η Ενάγουσα δεν ήταν συνεργάσιμη, οι Εναγόμενοι προέβησαν σε δική του έρευνα, δεν εφησυχάστικαν με το περιεχόμενο των καταγγελιών και αυτή την έρευνα αποκάλυψαν στον αναγνώστη. Δεν μπορεί δηλαδή να στοιχειοθετηθεί ο ισχυρισμός περί μη υπεύθυνης δημοσιογραφίας από τους Εναγόμενους, με τα ως άνω δεδομένα. Οι Εναγόμενοι, ως είχαν καθήκον αποκάλυψαν ένα ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, χωρίς κακοβουλία και αναζητώντας τις θέσεις της Ενάγουσας. Η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη επιτυγχάνει. V. Παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή της Ενάγουσας Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι η χωρίς τη συγκατάθεση της δημοσίευση της φωτογραφίας της κατοικίας της και η απεικόνιση της εν λόγω κατοικίας στο Google Maps, παραβιάζει προσωπικά της δεδομένα και το δικαίωμα της στην ιδιωτική ζωή. Είναι σαφές ότι η δημοσίευση αυτών των φωτογραφιών έγινε προς επίρρωση των όσων περιέχονται στο δημοσίευμα και αφορούν καταγγελία. Έγινε για να τεκμηριώσει, μέσω της έρευνας στην οποία προέβησαν οι Εναγόμενοι, τους ισχυρισμούς για το μέγεθος της κατοικίας της Ενάγουσας. Σε ανάλογη περίπτωση το ΕΔΔΑ στην Fressoz and Roire v. Γαλλίας, 29183/95, 21/01/1999, παρ. 54 αναφέρει τα ακόλουθα: «In essence, that Article leaves it for journalists to decide whether or not it is necessary to reproduce such documents to ensure credibility. It protects journalists' right to divulge information on issues of general interest provided that they are acting in good faith and on an accurate factual basis and provide "reliable and precise" information in accordance with the ethics of journalism (see, in particular, the Goodwin judgment cited above, p. 500, § 39; the Schwabe v. Austria judgment of 28 August 1992, Series A no. 242-B, p. 34, § 34; and, as an example of a finding to the contrary on the facts, the Prager and Oberschlick judgment cited above, p. 18, § 37).» Αναλόγως και στην υπό εξέταση περίπτωση. Οι δημοσιογράφοι έκριναν ότι προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών τους όφειλαν να δημοσιεύουν τις εν λόγω φωτογραφίες. Αυτές δεν παρουσιάζουν πρόσωπα, ούτε στιγμές αυτών, παρά μόνο την κατοικία στην οποία γίνεται αναφορά στο επίδικο άρθρο. Το ΕΔΔΑ δίδει την ευχέρεια, την ελευθερία όπως οι δημοσιογράφοι αποφασίσουν πως καλόπιστα να τεκμηριώσουν τις τοποθετήσεις τους, χωρίς να επεμβαίνει σε αυτή τους την κρίση τους ουσιωδώς. Ειδικά σε τέτοιες περιπτώσεις όπου ο όποιος περιορισμός του σχετικού δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή της Ενάγουσας, δεν ήταν εκτεταμένος. Παρουσιάστηκαν δύο μακρινές εικόνες, ώστε να δώσουν εικόνα στον αναγνώστη, για το περιεχόμενο του δημοσιεύματος. Επομένως δεν προκύπτει ο όποιος δυσανάλογος περιορισμός του δικαιώματος της Ενάγουσας στην ιδιωτική ζωή. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα υπολογιστούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση επίσης απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα υπολογιστούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή [1] Barry Wyne v. David Costaki Mavronicola [2009] 1 ΑΑΔ 1138 [2] Χριστίνα Ρασποπουλου ν. Θεοδώρα Μακρή, Ποινική Έφεση αρ.287/2015, 11/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171 [3] Α. Ι. κ.α. ν. Π. Φ. κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 283/12, 27/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:D402 [4] Γαληνιώτης Ελευθέριος ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ και Άλλης [2011] 1 ΑΑΔ 474 [5] Papadopoulos v. Kyrix Publishing Co. Ltd a.o. [1963] 2 C.L.R. 290 [6] Eκδόσεις Aρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη [2011] 1 ΑΑΔ 407 [7] Gatley on Libel and Slander, 11th Edition, par. 3-27 [8] Rubber Improvement Ltd v Daily Telegraph Ltd, [1964] A.C. 234 [9] Φιλελεύθερος Λτδ (Ο) ν. Δώρου Γεωργιάδη και Άλλων [2014] 1 ΑΑΔ 1621 [10] Άρθρο 17
(1)(β) του Κεφαλαίου 148 [11] Ο.π.π. υποσημ. 7 παρ. 3-19 [12] Jones v. Skelton [1963] 1 WLR 1362 PC [13] Grobbelaar v. News Group Newspapers Ltd and Another [2002] 4 All E.R. 732 και ο.π.π υποσημ. 6 [14] ΡΙΚ ν. Καψός [2009] 1 Β Α.Α.Δ. 1175, Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. v. Κωνσταντης Καντουνας κ.α., Πολιτική ΄Εφεση Αρ.320/2014, 328/2014, 24/6/2022 [15] Ο.π.π. υποσημ. 7 παρ. 11.3 [16] ΕΔΔΑ, McVICAR v. Ηνωμένου Βασιλείου, 46311/99, 07/05/2002 [17] Βλ. Chalmers v. Payne
(1835)2 C.M. & R. 156 και Cruise v Express Newspapers Plc, [1999] Q.B. 931 [18] Papastratis v. HadjiEfthymiou a.o. [1986] 1 C.L.R. 905 [19] Eκδόσεις Aρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη [2011] 1 ΑΑΔ 407 [20] Ο.π.π. [21] ΕΔΔΑ, Δρουσιώτης ν. Κύπρου, 42315/15, 05/07/2022, παρ. 58 και Țiriac v. Ρουμανίας, 51107/16, 30/11/2021, παρ. 96 [22] Καραβίας Θεοφάνης ν. Σταύρου Σταύρου [2012] 1 ΑΑΔ 469 [23] ΕΔΔΑ JANOWSKI v. Πολωνίας, 25716/94, 21/01/1999, παρ. 28 και 33 [24] [25] Άρθρο 21
(1)(α) του Κεφαλαίου 148, Δρουσιώτης Μακάριος ν. Νικόλα Παπαδόπουλου [2012] 1 ΑΑΔ 102 [26] Αντώνη Χατζήγιαννη v. Pitsillides Trading Co Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2014, 22/5/2023, ECLI:CY:AD:2023:A177 [27] Phileleftheros Public Co. Ltd κα ν. Ανδρέα Χριστοδούλου [2012] 1 ΑΑΔ 1763 [28] Brainvibes Ltd κ.α. v. Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 62/2014, 11/5/2021, ECLI:CY:AD:2021:A187 [29] Ο.π.π. [30] Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Thamira Food Manufactures Ltd [2012] 1(Γ) Α.Α.Δ. 2276 [31] ΕΔΔΑ Bladet Tromsø and Stensaas v. Νορβηγίας, 21980/93, 20/05/1999, παρ. 66, Verlagsgruppe Droemer Knaur Gmbh & Co. KG v. Γερμανίας 35030/13, 19/10/2017, παρ. 45 [32] Δρουσιώτης Μακάριος ν. Νικόλα Παπαδόπουλου [2012] 1 ΑΑΔ 102 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο