Γιώργου Σιαμμά ν. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «Ο ΛΟΓΟΣ» Ε.Ε. κ.α., Αρ. Αγωγής: 4343/15, 21/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 4343/15 ΜΕΤΑΞΥ: Γιώργου Σιαμμά Ενάγοντα -και-
- ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «Ο ΛΟΓΟΣ» Ε.Ε.
- Ανδρέα Θεμιστοκλέους Εναγόμενων Ημερομηνία: 21/10/2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Γ. Χριστοφίδης με κα. Χ. Μεττή Για Εναγόμενους 1: κα. Μ. Γεωργίου Για Εναγόμενο 2: κ. Γ. Διογένους ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγων αξιώνει από τους Εναγόμενους αποζημιώσεις για δυσφήμιση (αιτητικό Α), όπως και διάταγμα που να τους εμποδίζει να προβαίνουν σε εναντίον του δυσφήμιση (αιτητικό Β). Ισχυρίζεται ότι την 19/6/2015, ενόσω ο Εναγόμενος 2 ήταν φιλοξενούμενος σε πρόγραμμα των Εναγόμενων 1, τον δυσφήμισε, κακοβούλως, επηρεάζοντας δυσμενώς την υπόληψη του και υποβιβάζοντας την προσωπική του φήμη. Το περιεχόμενο της συζήτησης, άπτετο ισχυρισμών του Εναγόμενου 2 για την Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας Κύπρου (στο εξής «η ΡΑΕΚ»), της οποίας προέδρευε ο Ενάγων, μετά από ερώτηση δημοσιογράφου κατά τη διάρκεια εκπομπής των Εναγόμενων
- Αφορμή της συζήτησης υπήρξε προηγούμενη τοποθέτηση του Εναγόμενου 2, στη Βουλή των Αντιπροσώπων (στο εξής «η Βουλή»), όπου θήτευε, ως βουλευτής. Μέσω της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγων πέραν της ιδιότητας του ως Πρόεδρος της ΡΑΕΚ, αναφέρεται και στην εκπροσώπηση της Αρχής σε Ευρωπαϊκούς και διεθνής οργανισμούς, στη μόρφωση και επαγγελματική του καριέρα, καθώς και στην οικογενειακή του κατάσταση. Υποστηρίζει ότι το επίδικο δημοσίευμα τον παρουσίαζε μεταξύ άλλων, ως να είναι διεφθαρμένος, να λαμβάνει μίζες, να προέβη σε ποινικά κολάσιμες πράξεις και να καταχράστηκε τη θέση του. Απορρίπτει τις εκεί αναφορές ως εγνωσμένα ψευδείς και το ύφος των δηλώσεων του Εναγόμενου 2 ως τέτοιο που να δείχνει απερισκεψία, για τα δικαιώματα και τη φήμη του Ενάγοντα. Σε ανάλογες δυσφημιστικές δηλώσεις είχε προβεί ο Εναγόμενος 1 και σε συνεδρία της Βουλής την 18/5/2015, στις οποίες απάντησε η ΡΑΕΚ την επόμενη μέρα. Καταλογίζει στους Εναγόμενους 1 ότι δεν απέτρεψαν τον Εναγόμενο 2 από τις δυσφημιστικές αναφορές του και δεν δημοσίευσαν τη θέση της ΡΑΕΚ και του Ενάγοντα. Ως αποτέλεσμα ο Ενάγων δικογραφεί ότι τον μείωσαν, υποβίβασαν την προσωπική του φήμη, επηρέασαν δυσμενώς την υπόληψη και το καλό του όνομα, ενώ ενδέχεται να τον εκθέσουν σε γενικό μίσος και περιφρόνηση. Οι Εναγόμενοι 1 στην Υπεράσπιση τους παραδέχονται τις επαγγελματικές και οικογενειακές περιστάσεις του Ενάγοντα, όπως και ότι την επίδικη μέρα ήταν καλεσμένος ο Εναγόμενος 2, σε εκπομπή για τη συζήτηση θεμάτων επικαιρότητας. Αρνούνται ότι το επίδικο μέρος της εκπομπής ήταν δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα και αντιτείνουν ότι η συζήτηση αφορούσε ζήτημα που είχε συζητηθεί στη Βουλή και όχι τον Ενάγοντα. Δικογραφούν επίσης τις υπερασπίσεις της προνομιούχας δημοσίευσης, του έντιμου σχολίου, του απόλυτου προνομίου και το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Τα όσα λέχθηκαν ήταν στο πλαίσιο ζωντανής εκπομπής, δεν υπήρχε σκοπός να πληγεί ο Ενάγων, ο οποίος είχε δικαίωμα να παρέμβει, ενώ ουδέποτε οχλήθηκαν από τον τελευταίο για να δημοσιεύσουν τη θέση του. Ο Εναγόμενος 2 μέσω της δικής του Υπεράσπισης αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και υποστηρίζει ότι το δημοσίευμα δεν ήταν δυσφημιστικό, αν και απορρίπτει το ότι υπήρξε τέτοιο. Απορρίπτει ακόμα ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι δηλώσεις αφορούσαν τον Ενάγοντα. Αμφισβητεί την όποια ζημιά εισηγείται ο Ενάγων ότι υπέστη και εγείρει τις υπερασπίσεις της αλήθειας, του έντιμου σχολίου και του προνομίου υπό επιφύλαξη. Μέσω της Απαντήσεως του στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου 2 ο Ενάγων απορρίπτει τους εκεί ισχυρισμούς και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Η ως άνω είναι, αδρομερώς, η εικόνα των δικογράφων. Μέσω των δικογράφων των μερών, πέραν από τις ιδιότητες τους, τα επαγγέλματα και τις θέσεις που κατείχαν, δεν προκύπτει άλλο παραδεκτό γεγονός. Οι συνήγοροι του Εναγομένου 2 μέσω της αγόρευσης τους αμφισβήτησαν και την καταχώρηση του ίδιου του ψηφιακού δίσκου, όπου περιέχεται το επίδικο δημοσίευμα (Τεκμήριο 6), αλλά εν πολλοίς και το ότι αυτό έλαβε χώρα. Υποστηρίζουν αφενός ότι δεν δικογραφήθηκε ορθώς το επίδικο δημοσίευμα και αφετέρου ότι δεν τέθηκε το υπόβαθρο για την κατάθεση του ψηφιακού δίσκου. Τούτα είναι ζητήματα καίρια, τα οποία κρίνεται ωφέλιμο όπως αποφασιστούν σε αυτό το, πρώιμο, στάδιο. Σε σχέση με τη δικογράφηση, παρατηρείται ότι αυτούσια (verbatim) η συζήτηση στην επίδικη εκπομπή, το επίδικο δημοσίευμα, δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης και όχι στην οπισθογράφηση απαίτησης, του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Οι Εναγόμενοι δεν προχώρησαν με σχετική αίτηση να ζητήσουν διαγραφή του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος ή σε όποια άλλη θεραπεία που παρέχεται δικονομικά, αφήνοντας το να αποφασιστεί τελικώς, αφού έχει παρουσιαστεί το σύνολο της μαρτυρίας[1]. Στη νομολογία η απαίτηση είναι όπως το δυσφημιστικό υλικό θα πρέπει να παρατίθεται στην έκθεση απαίτησης, και όχι στην οπισθογράφηση, κατά λέξη («verbatim»)[2]. Θα πρέπει το δημοσίευμα να παρατίθεται αυτούσιο και διαδοχικά να καταγράφεται η δυσφημιστική έννοια του είτε στη συνήθη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούνται, ή, όπου υπάρχει ισχυρισμός για υπαινιγμό, να παρατίθενται σε ξεχωριστή παράγραφο με λεπτομέρειες, οι έννοιες κατά τις οποίες το κείμενο θεωρείται δυσφημιστικό για τον ενάγοντα[3]. Ανάλογη απαίτηση υφίσταται και στην αγγλική νομολογία[4], ως εξής: «If a claimant wishes to sue over defamatory allegations, and to recover compensation and other remedies in respect of them, they must be set out clearly in the particulars of claim.» Ό,τι επιτάσσει, λοιπόν, η νομολογία είναι τη δικογράφηση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος στην Έκθεση Απαίτησης και όχι στην οπισθογράφηση κλητηρίου εντάλματος. Οι συνήγοροι του Εναγόμενου 2 εγείρουν ακόμα ότι μαρτυρία που κατατέθηκε ήδη, είτε μετά από ένσταση ή χωρίς ένσταση, δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Ειδικότερα, για τον ψηφιακό δίσκο αναφέρουν ότι δεν εξηγήθηκε ο τρόπος που ετοιμάστηκε, το πως έφτασε στα χέρια του Ενάγοντα και άλλα σχετικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο του. Αρχικά θα πρέπει να καταγραφεί ότι οι συνήγοροι των Εναγομένων, μετά από εισήγηση του Δικαστηρίου, υιοθέτησαν την εξής δήλωση: «Κάθε έγγραφο που κατατίθεται, δηλώνεται από τους συνηγόρους και των δύο Εναγόμενων ότι γίνεται αποδεκτό. Όχι όμως για το περιεχόμενό του, που έχουν δικαίωμα να αντεξετάσουν και μπορούν να θέσουν σε τελικό στάδιο τις ενστάσεις τους ως προς τη μαρτυρία που περιέχεται εντός των εγγράφων, αλλά και να προσβάλουν το περιεχόμενο αυτών κατά την αντεξέτασή τους.» Επομένως δεν τίθεται ζήτημα αποδοχής της μαρτυρίας όπως το εγείρουν στις αγορεύσεις τους, αφού οι ίδιοι προέβησαν σε αυτή τη δήλωση έχοντας υπόψη τους όλα τα έγγραφα που θα κατέθετε ο Ενάγων. Το Δικαστήριο αποφασίζουν ενστάσεις για την αποδοχή μαρτυρίας κατά το στάδιο της προσαγωγής της και οφείλουν να αξιολογήσουν τη μαρτυρία που έγινε ενώπιον τους αποδεκτή[5]. Ειδικά όμως για τον ψηφιακό δίσκο, διευθετήθηκε ώστε το περιεχόμενο του να υποδειχθεί από το προσωπικό του δικαστηρίου και άλλο εξειδικευμένο πρόσωπο σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές[6]. Ο Εναγόμενος 2 και κατά την επ ακροατηρίω μαρτυρία του, σε διαφορετικές περιστάσεις παραδέχθηκε ότι έλαβε χώρα η επίδικη συζήτηση, όπως την δικογράφησε ο Ενάγων, και μάλιστα ανέλυσε τα λεγόμενα του. Συνήγορος για τον Εναγόμενο 2 αντεξέτασε τον Ενάγοντα επί των σχετικών αναφορών. Κρίνεται, λοιπόν, ότι τούτες οι δηλώσεις, διαδίκου και του συνηγόρου του, ως προς την αποδοχή της επίδικης τηλεοπτικής συζήτησης, τους δεσμεύουν[7]. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι κατά την προσπάθεια κατάθεσης του ψηφιακού δίσκου οι συνήγοροι των Εναγομένων δήλωσαν ότι έχουν δει το βίντεο και μάλιστα προέβησαν σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις ως προς την ακρίβεια της απομαγνητοφώνησης του. Αυτές οι παρατηρήσεις υιοθετήθηκαν από τους συνήγορους του Ενάγοντα και έγινε η σχετική διόρθωση στο κείμενο της γραπτής δήλωσης του τελευταίου. Έγινε παραδεκτό δηλαδή ότι έλαβε χώρα η επίδικη συζήτηση. Προσθέτω, δε, τη νομολογιακή επιταγή όπως διαζευκτικές υπερασπιστικές γραμμές, είναι μεν επιτρεπτό να περιλαμβάνονται σ' ένα δικόγραφο, πλην, όμως, αν δεν στοιχειοθετηθούν με ανάλογη μαρτυρία, καταδεικνύουν το ασαφές και αφήνουν μετέωρη σ' απόρριψη κάθε εκδοχή[8]. Η συμπερίληψη κάθε δυνατού νομικού ενδεχομένου σε ένα δικόγραφο, όχι μόνο δεν προσθέτουν ασφάλεια, αλλά, αντίθετα, αποκαλύπτουν ανασφάλεια και προκαλούν αβεβαιότητα και σύγχυση ως προς το ποιο είναι τελικά το σημαντικό και ποιο το ουσιώδες, και ασφαλώς, ως προς το πού θα πρέπει να εστιάσει την προσοχή του το δικαστήριο[9]. Προκύπτει λοιπόν, ότι η γενική άρνηση ως προς την ύπαρξη του δημοσιεύματος, όπως δικογραφήθηκε από τον Εναγόμενο 2, διαζευκτικά με άλλες ειδικές υπερασπίσεις, δεν προωθήθηκε, ούτε υποστηρίχθηκε με μαρτυρία. Τουναντίον κατά την ακροαματική διαδικασία η σχετική μαρτυρία έγινε αποδεκτή και μάλιστα αναλύθηκε. Με τα ως άνω δεδομένα, καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου ότι έλαβε χώρα η εξής συζήτηση μεταξύ της δημοσιογράφου και του Εναγόμενου 2 σε ζωντανή εκπομπή των Εναγόμενων 1: «Δημοσιογράφος: - Διάβαζα εδώ σήμερα ότι είχατε κάνει κάποιες καταγγελίες που αφορούν μίζες και αφορά στην PAEK. Περί τίνος πρόκειται; Εναγόμενος 2: - Ναι. Κοιτάξτε να δείτε. Και πήρα και απάντηση νομίζω από τον Πρόεδρο ότι είναι ντροπή μου; Κάπως έτσι; Δημοσιογράφος: - Διάβαζα εδώ έχει κάνει κάποιες δηλώσεις ο Πρόεδρος. « Επαναλαμβάνω ακόμα μια φορά την λέξη ντροπή», είπε ο κ. Σιαμμάς και απορρίπτει τις κατηγορίες τίποτε άλλο. Εναγόμενος 2: - Έχετε δει κανένα ένοχο να παραδέχεται τις κατηγορίες; Ποιανού είναι η ντροπή και ποιου θα είναι δική του η ντροπή, θα φανεί σε λίγες μέρες εκεί στη Βουλή διότι η ταπεινότητα μου μαζί με άλλους 5 βουλευτές από διάφορα πολιτικά κόμματα έχουμε αποφασίσει να εγγράψουμε το θέμα στην Επιτροπή Ελέγχου και εύχομαι και ελπίζω να γίνει η πρώτη συζήτηση πριν από τις διακοπές και όταν ολοκληρωθεί η συζήτηση να πείτε του κυρίου πως τον είπαμε. Δημοσιογράφος: - κ. Σιαμμά. Εναγόμενος 2: - Του κ. Σιαμμά τότε θα φανεί ποιου είναι ντροπή, η δική του. Δημοσιογράφος: - Περί τίνος πρόκειται; Είναι για τις άδειες που δίνονταν; Εναγόμενος 2: - Ξέρετε σε αυτόν τον τόποι σπάνια επιδιώκαμε να κάνουμε κάτι καλά και να το πετύχουμε. Λοιπόν θα περιοριστώ μέχρι εδώ γιατί δεν θέλω να υπερβώ τη γραμμή του νόμου, τα υπόλοιπα θα τα πούμε εκεί στη Βουλή, αλλά το βέβαιο είναι ότι η ντροπή δεν θα είναι δική μου. Δημοσιογράφος: - Λέει ότι το μόνο που μπορώ να πω είναι επιεικώς ντροπή με κεφαλαία γράμματα και κάλεσε και τον Πρόεδρο του Κόμματος σας τον κ. Νεοφύτου ... Εναγόμενος 2: - Τι τον κάλεσε τον κ. Νεοφύτου να πράξει ας πούμε; Δημοσιογράφος: - .. να τοποθετηθεί επισήμως για τους αστήρικτους αβάσιμους ισχυρισμούς που εκτόξευσε βουλευτής του κόμματος του, δηλαδή εσείς. Εναγόμενος 2: - Έχω συνηθίσει καμία φορά την Κυπριακή Κοινωνία οι ισχυρισμοί μου να είναι αστήρικτοι, ανεδαφικοί και έωλοι; Όταν θα ξεκινήσουμε αυτή την συζήτηση στη Βουλή τότε να είστε από μια γωνιά για να δείτε τον κ. Σιαμμά και την παρέα του. Δημοσιογράφος: - Ακόμα ένα σκάνδαλο δηλαδή έρχεται να. Εναγόμενος 2: - Θα τα πούμε στη Βουλή κα Νατάσα διότι το θράσος ορισμένων, το θράσος ορισμένων υπερβαίνει κατά πολύ το θράσος 1000 και βάλε πιθήκων δηλαδή να μας ζητούν και τα ρέστα που πάνω. Δημοσιογράφος: - Διαδικασίες που απέκλειαν τους μικρούς για να ευνοήσουν συγκεκριμένες μεγάλες ...... Εναγόμενος 2: - Εξοντωτικές διαδικασίες που ούτε σε υποσαχάρια χώρα δεν θα υπήρχαν. Δημοσιογράφος: - Μάλιστα. Κάποιοι έπαιρναν λέτε, υπάρχουν υπόνοιες; Εναγόμενος 2 : - Εσείς λέτε να το έκαμναν επιτηδευμένα για την πλάκα τους; Να το δούμε στην Βουλή. Δημοσιογράφος: - Πάμε στον κόσμο. Πόσα να αντέξει αυτός ο κόσμος, αυτός ο λαός. Σκάνδαλο δεξιά, σκάνδαλο αριστερά. Θα μιλήσουμε και για το οικονομικό σκάνδαλο. Εναγόμενος 2: - Απλά να πω μια φράση σ 'αυτό που έχετε πει. Ενόσω ο κόσμος δεν αντιλαμβάνεται ότι είναι η δύναμη της δικής του συμμετοχής, που θα περιορίσει τα σκάνδαλα και τις αυθαιρεσίες, είναι καταδικασμένος να υπόκειται καθημερινά, στο κόστος της απουσίας αποτελεσματικού δημόσιου ελέγχου, στο κόστος της ατιμωρησίας στο κόστος των αποφάσεων που πάσχουν από λαϊκισμό, ανευθυνότητα κουφότητα, και θα συνεχίσουμε και τέλος αυτός ο τόπος δεν έχει. Δηλαδή τα βάσανα αυτού του τόπου δεν έχουν τέλος. Και δεν έχουν. Δημοσιογράφος: Μάλιστα.» Με την αποδοχή του επίδικου δημοσιεύματος, καθίσταται κρίσιμη η αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή και η ερμηνεία των αναφερθέντων, ώστε να επιλυθούν τα επίδικα ζητήματα. Ως επίδικα ζητήματα, όπως αναδύονται από τα δικόγραφα είναι τα εξής: Α. Αν το δημοσίευμα αναφερόταν στον Ενάγοντα. Β. Αν ήταν το δημοσίευμα δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Γ. Αν κακοβούλως λέχθηκαν τα επίδικα από τον Εναγόμενο
- Δ. Αν ισχύει κάποια από τις υπερασπίσεις που ήγειραν οι Εναγόμενοι. Ε. Αν δημιουργήθηκε η όποια ζημιά στον Ενάγοντα και αν επιτύχει η αγωγή τι αποζημίωση δικαιούται να λάβει. Στ. Αν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος, ως το επιζητεί ο Ενάγων με την Έκθεση Απαίτησης του; Επ' ακροατηρίω κατέθεσαν ο Ενάγων και ο Εναγόμενος
- Δεν θα παραθέσω με λεπτομέρεια τα όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας, αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και τα έχω υπόψη μου. Έχω ακόμα αναγνώσει τις γραπτές αγορεύσεις των διαδίκων και πέραν των ως άνω, αναφορά σε αυτές θα γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Προχωρώ στην ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα με σκοπό να καταστεί δυνατή η εξαγωγή διαπιστώσεων αναφορικά με τα πραγματικά, καθοριστικά για το αποτέλεσμα, γεγονότα[10]. Ως είναι νομολογιακά καθιερωμένο η αξιολόγηση λαμβάνει χώρα επί σημείων που αφορούν τα επίδικα θέματα[11]. Οι αρχές της νομολογίας δεικνύουν ότι η εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας είναι παράγοντας εξαιρετικής σημασίας για την κρίση της αξιοπιστίας[12]. Παρά ταύτα το Δικαστήριο έχει ευθύνη να αξιολογήσει έκαστη μαρτυρία με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα, πειστικότητα και τη σύγκρισης της με την υπόλοιπη μαρτυρία[13]. Θα πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη ότι, δυνατόν ο αλαζόνας να είναι φιλαλήθης και ο ταπεινόφρων να ψεύδεται[14]. Ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυς συνιστά και εκδήλωση της προσωπικότητας του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές που εξωτερικεύονται, μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας, προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία. Χρειάζεται όμως προσοχή από το δικαστή γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυς να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα[15]. Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν αποστερούν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο[16]. Ο Ενάγων, (ΜΕ 1) ως μέρος της κυρίως του εξέτασης κατέθεσε γραπτή δήλωση, το Έγγραφο Α. Εκεί καταγράφει ότι ενώ είχε αρχικώς εκφράσει την πρόθεση του να αποχωρήσει από τη θέση του Προέδρο της ΡΑΕΚ, μετά τα όσα είχαν λεχθεί στη συνεδρία της Βουλής την 18/6/24, αποφάσισε να παραμείνει, ώστε να υπερασπιστεί την προσωπική και επαγγελματική του αξιοπρέπεια (Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 1 έως 3). Ο Ενάγων υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος 2 τη 18/6/2015 είχε προβεί σε δυσφημιστικές δηλώσεις για τον ίδιο και τη ΡΑΕΚ, σε συνεδρία της Ολομέλειας της Βουλής. Την επόμενη μέρα, τη 19/6/2015, ο Ενάγων, απέστειλε επιστολή στον Πρόεδρο της Βουλής, με κοινοποίηση στον αρμόδιο Υπουργό, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, το Γενικό Εισαγγελέα και το Γενικό Ελεγκτή (Τεκμήριο 7). Κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 επιστολές θεσμών και κομμάτων που τον ευχαριστούν για τη συνεργασία και τον συγχαίρουν για την προσφορά του όπως και δημοσίευμα προσώπου σε Μέσο Κοινωνικής Δικτύωσης. Κατέθεσε επίσης το βιογραφικό του σημείωμα (Τεκμήριο 4), επιστολή όπου ενημερώνεται για το διορισμό του στο Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού Συνεργασίας Ρυθμιστών Ενέργειας (ACER) (Τεκμήριο 5) και επιστολή του Υπουργού Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, ως ήταν τότε, με την οποία συγχαίρει τον Ενάγων για τον εν λόγω διορισμό του (Τεκμήριο 10). Τα ως άνω δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα. Στο Έγγραφο Α παραθέτει αυτούσιο το τι λέχθηκε στο επίδικο δημοσίευμα, όπως μεταδόθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό των Εναγόμενων 1, σε εκπομπή που φιλοξενούσε τον Εναγόμενο 2, την 19/6/2024, από τις 14:00 μέχρι τις 16:
- Ο ίδιος φρόντισε και είδε το σχετικό απόσπασμα που τον αφορά, ενώ εξασφάλισε ψηφιακό δίσκο, στον οποίο περιέχεται η εκπομπή και τον κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 6, μαζί με την απόδειξη αγοράς του από τους Εναγόμενους
- Επομένως, παρά τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις των συνηγόρων του Εναγόμενου 2, ο Ενάγων απέδειξε πως προμηθεύτηκε τον ψηφιακό δίσκο, από τα πρόσωπα που είχαν την ευθύνη της εκπομπής, τους Εναγόμενους
- Στο Τεκμήριο 6, περιέχεται ολόκληρη η εκπομπή, ενώ η επίδικη στιχομυθία, έλαβε χώρα μεταξύ των λεπτών 24:38 και 28:
- Προηγουμένως, αλλά και μετά την επίδικη συζήτηση, στην εκπομπή τηλεφωνούσαν και τοποθετούνταν πολίτες, οι οποίοι συζητούσαν με τη δημοσιογράφο και τον Εναγόμενο 2, για άλλα ζητήματα. Ο Ενάγων εξηγεί ότι ο σταθμός που λειτουργούσαν τον επίδικο χρόνο οι Εναγόμενοι 1, ήταν Παγκύπριας εμβέλειας με υψηλή τηλεθέαση. Επαναλαμβάνει, δε, τα όσα δικογραφούνται για τους λόγους που θεωρεί δυσφημιστικό το δημοσίευμα και τις ευθύνες των Εναγόμενων. Χαρακτηρίζει τα όσα επίδικα ειπώθηκαν ως απροκάλυπτη επίθεση προς την ακεραιότητα και το χαρακτήρα του, και αιτιάται ότι επηρέασαν αρνητικά και κλόνισαν το στενό οικογενειακό και επαγγελματικό του περιβάλλον. Απαντώντας σε ερώτηση κατά την κυρίως του εξέταση ανέφερε ότι εκτός από τη δική του αναστάτωση και απογοήτευση για τις εναντίον του κατηγορίες και η σύζυγος και τα παιδιά του, επίσης αναστατώθηκαν όταν το έμαθαν. Ακόμα πολλοί φίλοι και συγγενείς τον πήραν τηλέφωνο να του εκφράσουν τη συμπαράστασή τους και αρκετά άτομα του είπαν και αρνητικά σχόλια που τυχόν άκουσαν από συνεργάτες ή φίλους τους. Εκτός από τα τηλέφωνα των αδερφών του που του ανέφεραν διάφορα, κάποιος πρώην φίλος και συνάδελφος του τον πήρε τηλέφωνο για να του εκφράσει τη συμπαράστασή του, αλλά και να του πει και λόγια που άκουσε και επηρέαζαν αρνητικά την υπόληψη και τη φήμη του. Η αξιοπιστία του Ενάγοντα, ΜΕ 1, δεν πλήγηκε ποσώς κατά την αντεξέταση. Τουναντίον απαντούσε με λεπτομέρεια και ειλικρινώς σε ότι ερωτάτο, ενώ ξεκαθάριζε κάθε ζήτημα που εγειρόταν. Συγκεκριμένα, συμφώνησε κατά την αντεξέταση του από τη δικηγόρο των Εναγόμενων 1, ότι η εκπομπή ήταν ζωντανή και δεν διαφώνησε σε σχέση με την υποβολή ότι η επίδικη εκπομπή δεν είχε υψηλή τηλεθέαση. Δεν διαφώνησε επίσης με τις υποβολές ότι η επίδικη συζήτηση ήταν διάρκειας περί τα 4 λεπτά, ενώ η εκπομπή διήρκησε
- Διαφώνησε ότι η δημοσιογράφος είχε θέσει τη θέση της ΡΑΕΚ στον Εναγόμενο 2, παρά μόνο μια λέξη από την ανακοίνωση της, ενώ εξέφρασε τη θέση ότι προκαλούσε τον Εναγόμενο 2 να εκτοξεύσει κατηγορίες εναντίον του. Ακόμα, αν και ανέφερε ότι οι δηλώσεις γίνονται επισήμως από τη ΡΑΕΚ, θεωρούσε ότι είχαν ευθύνη οι Εναγόμενοι 1 να του ζητήσουν να τοποθετηθεί. Προκύπτει λοιπόν από την αντεξέταση που του έγινε από την δικηγόρο των Εναγομένων 1 ότι ο Ενάγων είχε διαφορετική άποψη για το πως θα έπρεπε να δρούσε η δημοσιογράφος. Τούτη τη θέση του ανέπτυξε στο Δικαστήριο, ενώ δεν δίστασε να παραδεχθεί θέσεις που του υποβάλλονταν και αφορούσαν τα επίδικα. Ήταν δηλαδή ειλικρινής, εκφράζοντας λελογισμένα τις θέσεις και απόψεις του, για το πως εξέλαβε ο ίδιος τη συμπεριφορά της δημοσιογράφου, αλλά και το τι θα μπορούσε να πράξει η τελευταία και οι Εναγόμενοι 1 για να ακουστεί η θέση του ιδίου και της ΡΑΕΚ. Αναφορικά με τη αντεξέταση που δέχθηκε από το δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο 2 και πάλι απαντούσε εναργώς και στα πλαίσια της λογικής. Ειδικότερα εξήγησε ότι είδε την επίδικη συζήτηση στην εκπομπή με μέθοδο που πας πίσω σε προγράμματα που ήδη έχουν προβληθεί, γιατί όταν η εκπομπή μεταδιδόταν ζωντανά, εργαζόταν. Μετά από σχετική ερώτηση απάντησε ότι ουδέποτε υπήρξαν καταγγελίες στη Βουλή για σχέση του με συγκεκριμένη εταιρεία, διότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε τέτοια σχέση. Μετά από αυτή την απάντηση του μάρτυρα, δεν υπήρξε η προσκόμιση της όποιας μαρτυρίας που να αμφισβητεί τα λεγόμενα του. Σε υποβολή ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν αναφέρεται στον ίδιο, ο Ενάγων παρέπεμψε σε συγκεκριμένες αναφορές στο όνομα του, ως «κ. Σιαμμάς», από τον ίδιο τον Εναγόμενο 2, οι οποίες άλλωστε προκύπτουν και από το κείμενο που καταγράφεται παραπάνω και αποτελεί πιστή μεταφορά των όσων επίδικων λέχθηκαν στην εκπομπή. Ο Ενάγων μάλιστα προχώρησε να σχολιάσει τα όσα του καταλογίζονταν, αναφέροντας ότι ουδέποτε κλήθηκε στην Επιτροπή Θεσμών της Βουλής, ως ο Εναγόμενος 2 ανέφερε στο επίδικο δημοσίευμα. Εξέφρασε την άποψη του ότι το να κατηγορείς κάποιον αξιωματούχο μίας ανεξάρτητης αρχής ατεκμηρίωτα, για μίζες ή ότι είναι ένοχος για μίζες, είναι κακόβουλο. Αναφερόμενος και στα λεχθέντα του Εναγόμενου 2 στη Βουλή την 18/6/2015, ο Ενάγων εξήγησε ότι εκτόξευσε κατηγορίες εναντίον της ΡΑΕΚ, ατεκμηρίωτες, γιατί όπως ισχυρίστηκε είχε ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 υποβάλει αίτηση στη ΡΑΕΚ για αδειοδότηση, η οποία απορρίφθηκε. Η θέση του δικηγόρου του Εναγόμενου 2, όπως υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ήταν ότι το σύνολο του δημοσιεύματος αποτελεί σχόλιο, θέση την οποία απέρριπτε ο Ενάγων, προφανώς χωρίς να γνωρίζει ποια είναι η νομική σημασία του σχολίου, απαντώντας ότι τα όσα λέχθηκαν ήταν ανεδαφικοί, αστήριχτοι και έωλοι ισχυρισμοί. Αναφορικά με την πληγή στη φήμη του απάντησε ότι αυτή επήλθε τόσο σε συγγενείς όσο και φίλους, καθώς και στο επαγγελματικό μου περιβάλλον, παρά τον διορισμό του στο Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού Συνεργασίας Ρυθμιστών Ενέργειας. Δήλωσε, εξ' άλλου, ότι στη Βουλή όταν πήγαινε συνέχιζαν να τον αντιμετωπίζουν με τον προσήκοντα σεβασμό. Γενικότερα ο Ενάγων δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση. Απαντούσε αιτιολογημένα και ήρεμα κάθε ερώτηση παραπέμποντας άλλοτε σε γεγονότα και τεκμήρια και άλλοτε στην άποψη του. Ήταν ειλικρινής, μεν, παραδεχόμενος ότι δεν γνώριζε συγκεκριμένες πτυχές της υπόθεσης όπως την τηλεθέαση της εκπομπής, έντονος, δε, σε σχέση με το πως εξέλαβε την πληγή στην αξιοπρέπεια του. Από την άλλη ο Εναγόμενος 2, ως ο μόνος μάρτυρας υπεράσπισης που κατέθεσε, βρισκόταν αδιάκοπα σε ένταση, ήταν ισχυρογνώμον, και υπέπεσε σε αντιφάσεις. Όπως νομολογήθηκε και αναφέρθηκε παραπάνω, είναι δυνατόν ο αλαζόνας να είναι φιλαλήθης και ο ταπεινόφρων να ψεύδεται. Στην παρούσα όμως δεν ισχύει τούτο, αφού ο Εναγόμενος 2, πέραν της αλαζονείας του υπέπεσε και σε διάφορες αντιφάσεις. Στη γραπτή του δήλωση Έγγραφο Β, ο Εναγόμενος 2 αναφέρει ότι δεν γνώριζε προσωπικά τον Ενάγων, δεν είχε ποτέ επαφή μαζί του, ούτε προσωπικές διαφορές, αν και ο τελευταίος ήταν δημόσιο πρόσωπο. Μιλά για τα χαρακτηριστικά του πολιτικού λόγου και την ανοχή που οφείλουν να επιδεικνύουν τα δημόσια πρόσωπα. Επουδενί δεν αναφέρθηκε στον Ενάγων, υποστηρίζει ο Εναγόμενος 2, ούτε είχε σκοπό να τον πλήξει. Η συζήτηση ήταν ζωντανή και απαντούσε σε ερωτήσεις της δημοσιογράφου, αφού είχε εγγράψει συγκεκριμένο θέμα στη Βουλή, για τη ΡΑΕΚ. Εξηγεί ότι φράσεις όπως τις επίδικες εκφέρονται κατά χιλιάδες, ενώ αναφέρει και εκφράσεις κατά του ιδίου. Κατέθεσε ως Τεκμήρια, επιστολή του για να συζητηθεί το θέμα του προϋπολογισμού της ΡΑΕΚ στη Βουλή (Τεκμήριο 11) και την περίληψη του θέματος στο σχετικό κατάλογο (Τεκμήριο 12). Εξήγησε ακόμα τις διεργασίες της Βουλής, αλλά και ότι ο ίδιος αποφάσισε να συζητήσει και να καταψηφίσει τον προϋπολογισμό της ΡΑΕΚ, παρά το ότι προερχόταν από την κυβέρνηση του κόμματος που υποστήριζε. Ο συγκεκριμένος Νόμος, ψηφίστηκε τελικώς από την Ολομέλεια από 33 βουλευτές που ψήφισαν υπέρ, 5 βουλευτές που ψήφισαν εναντίον και 2 αποχές, όπως υποβλήθηκε από τον κ. Χριστοφίδη στον Εναγόμενο 2 και δεν αμφισβητήθηκε. Ο Εναγόμενος 2 επέμεινε ότι οι εν τη ρύμη του λόγου αναφορές του «δεν κάνουν καμία απολύτως νύξη ή αναφορά στο όνομα του κύριου Σιαμμά». Τούτη βεβαίως είναι μια καίρια, κεφαλαιώδους σημασίας αντίφαση. Στην επίδικη συζήτηση όπως καταγράφεται πιο πάνω, ο Εναγόμενος 2 από την πρώτη του απάντηση στη δημοσιογράφο αναφέρεται στον Πρόεδρο της ΡΑΕΚ. Αφού τον κατονομάζει η δημοσιογράφος, ο Εναγόμενος 2 ερωτά αν ένοχος παραδέχεται τις εναντίον του κατηγορίες. Ολοκληρώνει την απάντηση του, ρωτώντας τη δημοσιογράφο το όνομα του Ενάγοντα, και αφού η δημοσιογράφος κατονομάζει τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 2 λέει «Του κ. Σιαμμά θα φανεί ποιου είναι η ντροπή, η δική του». Στη συνέχεια ενώ λέει ότι δεν θέλει να υπερβεί τη γραμμή του νόμου επανέρχεται και αναφέρεται εκ νέου, ονομαστικά στον Ενάγοντα, λέγοντας «Όταν θα ξεκινήσουμε αυτή τη συζήτηση στη Βουλή τότε να είστε από μια γωνιά για να δείτε τον κ. Σιαμμά και την παρέα του». Η θέση του Εναγόμενου 2, δηλαδή, ότι δεν αναφέρθηκε στον Ενάγοντα, καταρρίπτεται από το ίδιο το δημοσίευμα. Έτι δε περισσότερο αναφέρεται ειδικά και συγκεκριμένα στον Ενάγοντα, του αντιστρέφει τους χαρακτηρισμούς για ντροπή, εμμέσως τον αποκαλεί ένοχο, του καταλογίζει θράσος και προμηνύει απόδειξη των ισχυρισμών του, για μίζες και ένοχη, στην Βουλή. Όχι μόνο αναφέρθηκε στον Ενάγοντα ονομαστικά, αλλά καταφέρθηκε εναντίον του, φανερά ενοχλημένος από την ανακοίνωση της ΡΑΕΚ και την αναφορά σε ντροπή, μετά από την ομιλία του στη Βουλή την προηγούμενη μέρα. Ο Εναγόμενος 2 κατά την ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής (Τεκμήριο 13), μίλησε σχετικά με κάποιους που «θα βρεθούν πίσω από τα σίδερα της φυλακής». Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν απευθύνονταν στον Ενάγοντα. Από την άλλη όμως υποστηρίζει ότι η επίδικη συζήτηση στην εκπομπή των Εναγόμενων 1 ήταν συνέχεια της εν λόγω ομιλίας του. Ενώ δηλαδή συνδέει τα όσα είπε στη Βουλή, μεταξύ των οποίων και τις κατηγορίες για τέλεση ποινικών αδικημάτων, επιχειρεί να αποσυνδέσει το μόνο άτομο προς το οποίο απηύθηνε τις κατηγορίες του στην επίδικη εκπομπή. Με τούτο τον τρόπο προσπαθεί να αποποιηθεί τον ευθυνών του και ειδικότερα, του ότι ενέπλεξε τον Ενάγοντα ως ένοχο σε ποινικά αδικήματα, τόσο στην Ολομέλεια της Βουλής όσο και στο επίδικο δημοσίευμα. Στην επίδικη εκπομπή αναφέρθηκε, σχετικά με το ζήτημα της ΡΑΕΚ, μόνο στον Ενάγοντα, τόσο ονομαστικά όσο και υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου της ΡΑΕΚ. Έτσι το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορούσε να εξαχθεί ήταν ότι σε εκείνον αναφερόταν όταν στη Βουλή μιλούσε για κάποιους που θα καταδικάζονταν, ειδικά αν συνδεθεί η δήλωση του αυτή με την αναφορά σε ενόχους, κατά την επίδικη εκπομπή. Αξίζει να αναφερθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε η θέση του Ενάγοντα ότι ουδέποτε κλήθηκε για συζήτηση στη Βουλή ή ακόμα για να του καταλογιστούν ευθύνες, ως ο Εναγόμενος 2 είπε στο επίδικο δημοσίευμα. Επομένως οι προβλέψεις του Εναγόμενου 2, περί αποκαλύψεων που θα αποδείκνυαν τις θέσεις του εναντίον του Ενάγοντα, δεν πραγματοποιήθηκαν. Αν το θέμα, όπως ο ίδιος το ανέδειξε, ήταν τέτοιας σημαντικότητας, δε, δεν θα επηρέαζε η προεκλογική εκστρατεία ή οι όποιες διακοπές της Βουλής, από τη στιγμή που ο Εναγόμενος 2 είχε ακόμα ένα χρόνο θητείας. Κατά την αντεξέταση ο Εναγόμενος 2 είπε ότι και στην Ολομέλεια και στην εκπομπή είναι με τη ΡΑΕΚ που ασχολήθηκε, όχι με τον Ενάγοντα ή το προσωπικό της. Τούτη η θέση του αντιφάσκει με την ενώπιον μου αναντίλεκτη προσκομισθείσα μαρτυρία. Πέραν των προσωπικών αναφορών στον Ενάγοντα κατά την εκπομπή των Εναγομένων 1, ως αναφέρθηκαν πιο πάνω, και στην τοποθέτηση του στη Βουλή ο Εναγόμενος 2 κάνει αναφορά σε «βεβαρημένο εκ της μίζας κόστος» αλλά και σε βόλεμα των αγαπημένων «των μελών αυτή της περιβόητης επιτροπής που λέγεται ΡΑΕΚ». Είναι κατάδηλες, λοιπόν, οι αναφορές στα μέλη της ΡΑΕΚ, σε ευθεία αντίφαση με τη θέση που επ' ακροατηρίω εξέφρασε ο Ενάγων. Βέβαια σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης του, άλλαξε το αφήγημα του αναφέροντας ότι: «ΡΑΕΚ εννοώ το σύνολο του προσωπικού και της διοίκησης», ώστε να περισώσει της τεθείσες ενώπιον του αναφορές του, στα μέλη και το προσωπικό της ΡΑΕΚ. Εντύπωση δημιούργησε η θέση του Εναγόμενου 2 στο ερώτημα του κ. Χριστοφίδη, γιατί δεν κατήγγειλε στην Αστυνομία τους ένοχους, όπως τους χαρακτήριζε, στο επίδικο δημοσίευμα. Είπε ότι: «στη Βουλή κάθε χώρας, ξεσπούν θυελλώδεις συζητήσεις για πολλά ζητήματα, για πολλά ζητήματα, ιδιαίτερα δε για μεγάλα σκάνδαλα, που σαφώς μέσα στα σκάνδαλα αυτά υπάρχουν και ποινικές ευθύνες, σαφώς υπάρχουν, αλλά κανένας ή σε πολλά ελάχιστες περιπτώσεις απαιτούμε από τον πολιτικό που μιλά στην Ολομέλεια στης Βουλής να του πούμε «πήγαινε στην Αστυνομία να καταγγείλεις». Με κάθε σεβασμό αλλά αυτή ακριβώς είναι η ορθή οδός. Όταν ο όποιοσδήποτε πολίτης και δη πολιτικός, του οποίου η εργασία είναι συνυφασμένη με τη βελτίωση της πολιτείας που υπηρετεί, ανεύρει ότι έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα, οφείλει να το καταγγείλει. Αλλιώς επέρχεται ατιμωρησία ή δεν παραπέμπονται στη δικαιοσύνη πρόσωπα που έχουν προβεί σε επιλήψιμες συμπεριφορές, ενώ παραμένουν έπεα πτερόεντα σοβαρές καταγγελίες, όπως εκφράζονται στο βωμό της Δημοκρατίας, τη Βουλή. Πολλής λόγος έγινε για την προσωπική εμπλοκή του Εναγόμενου 2 με τη ΡΑΕΚ. Όπως ο ίδιος είχε πει στην Ολομέλεια της Βουλής και ανέλυσε εκτενώς στο Δικαστήριο, είχε προβεί μέσω εταιρείας, στην οποία εμπλεκόταν προσωπικά, σε αίτηση για δημιουργία φωτοβολταϊκού πάρκου. Αφού τους ζητήθηκε σειρά εγγράφων και πιστοποιητικών, τελικώς μέσω δαιδαλωδών διαδικασιών, τους απέρριψαν, με αποτέλεσμα να απωλέσουν χρήματα. Για την όλη ταλαιπωρία που υπέστη ο Εναγόμενος 2 καταλογίζει ευθύνη στη ΡΑΕΚ. Οι λεπτομέρειες των ως άνω δεν είναι δικογραφημένες, παρά μόνο έχει δικογραφηθεί η συζήτηση στη Βουλή της 18/6/2015, όπου ο Εναγόμενος 2 είχε αποκαλύψει το εν λόγω ζήτημα. Έτσι για τους σκοπούς της παρούσας, το μόνο κρίσιμο είναι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 είχε προσωπική εμπλοκή και ενδιαφέρον σε υπόθεση που αφορούσε τη ΡΑΕΚ, πριν εκλεγεί βουλευτής, και η θέση του ήταν ότι η ΡΑΕΚ δεν λειτούργησε ορθώς. Από τη στιγμή που τούτο γίνεται αποδεκτό από αμφότερες τις πλευρές, το Δικαστήριο με αιτιολογημένη απόφαση του δεν επέτρεψε την κατάθεση γραπτής δήλωσης προσώπου εκ μέρους της Εταιρείας που είχε αναλάβει την κατασκευή φωτοβολταικού πάρκου εκ μέρους της Εταιρείας που εμπλεκόταν ο Εναγόμενος
- Η εν λόγω μαρτυρία επιχειρούσε να υποστηρίξει τις θέσεις του Εναγόμενου 2 έναντι της ΡΑΕΚ, μια διαφορά που αφενός δεν είναι επίδικη και αφετέρου δεν δικογραφήθηκε. Ως άσχετες άλλωστε κρίνονται και οι σχετικές υποβολές του συνηγόρου του Ενάγοντα, για τη διαδικασία που τήρησε η ΡΑΕΚ. Στη νομολογία πολύ παραστατικά τα δικόγραφα περιεγράφηκαν ως οι ράγες του τραίνου που ορίζουν την πορεία της δίκης, γι' αυτό και δεν επετράπη μαρτυρία που θα εκτροχίαζε την πορεία της υπόθεσης[17], σε άσχετα ζητήματα και διαφορές. Εν πάση περιπτώσει τα όσα κατάγγελλε ο Εναγόμενος 2, στην επίδικη εκπομπή και τη Βουλή, παραδεχτά έγιναν χωρίς να είχε προβεί στην όποια σχετική έρευνα και σίγουρα χωρίς να έχει τα όποια στοιχεία εναντίον του Ενάγοντα. Όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, απευθύνθηκε στη ΡΑΕΚ και έλαβε σχετικές επιστολές τις οποίες και κατέθεσε, πλην όμως μετά τον επίδικο χρόνο και αφού ο Ενάγων είχε αποχωρήσει από Πρόεδρος της (Τεκμήριο 14). Άρα κατά τον επίδικο χρόνο ο Εναγόμενος 2 δεν είχε σχετικά στοιχεία που να δικαιολογούσαν μίζες και ενοχή για διαφθορά, πόσω μάλλον την όποια προσωπική ευθύνη του Ενάγοντα. Η συνήγορος των Εναγομένων 1 υπέβαλε στον Εναγόμενο 2 ότι δεν του έγιναν απανωτές ερωτήσεις από τη δημοσιογράφο και ότι απλώς ρωτήθηκε να αναφερθεί στις καταγγελίες που είχε κάνει αναφορικά με τη ΡΑΕΚ. Ο Εναγόμενος 2 διαφώνησε αναφέροντας ότι η δημοσιογράφος αναφέρθηκε σε μίζα και όχι ο ίδιος. Η απάντηση του βέβαια στην ερώτηση περί τίνος πρόκειται αναφορικά με τις κατηγορίες που εξαπέλυσε στη Βουλή για μίζες, ήταν καταφατική, ενώ συνέχισε για να διερωτηθεί αν υπάρχει κάποιος ένοχος που παραδέχεται τις εναντίον του κατηγορίες. Γενικότερα ο Εναγόμενος 2 ήταν ιδιαίτερα έντονος, με άκαμπτες και απόλυτες απόψεις. Με αυτό τον τρόπο οι θέσεις του, πολλές φορές καταρρίπτονταν, όπως καταδείχθηκε ανωτέρω. Δεν δίσταζε να προβαίνει και σε χαρακτηρισμούς και εκφράσεις με τις οποίες πρόσβαλλε και ειρωνευόταν τον δικηγόρο που τον αντεξέταζε όπως οι εξής: «Πρόκειται περί ανοησίες. Αν πρόκειται για υποβολή καθαρή ανοησία», «τωρά προσπαθείς να μας παντρέψεις με σιείρο» και τέλος απάντησε «περνούσα πόξω είδα φως τζιαι εμπήκα», σε ερώτηση αν ήταν προσκεκλημένος στην επίδικη εκπομπή. Αυτή η υπεροπτική στάση του, δεν υποστηριζόταν από την ανάλογη τεκμηρίωση των απόψεων του, παρά μόνο με περιαυτολογίες, πλατειασμούς και παράθεση άσχετων παραδειγμάτων. Η μαρτυρία του, περιείχε σοβαρές αντιφάσεις, συνεπώς δεν μπορούν τα όσα υποστήριξε να γίνουν αποδεκτά, ως στέρεο βάθρο γεγονότων. Προκύπτουν λοιπόν τα εξής ευρήματα: Ο Εναγόμενος 2, βουλευτής Λεμεσού τον επίδικο χρόνο, ήταν καλεσμένος σε εκπομπή των Εναγόμενων 1, όπου μεταξύ άλλων διαμείφθηκε η ως άνω καταγεγραμμένη συζήτηση, την 19/6/
- H εκπομπή διήρκησε περί τα 55 λεπτά και η επίδικη συζήτηση έλαβε χώρα από το λεπτό 24:38 μέχρι το λεπτό 28:
- Την προηγούμενη μέρα ο Εναγόμενος 2, προέβη σε σχετική ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής (Τεκμήριο 13). Στα όσα ο Εναγόμενος 2 είχε πει στη Βουλή, απάντησε η ΡΑΕΚ, μέσω του τότε Προέδρου της Ενάγοντα, με επιστολές ημερομηνίας 19/6/2015 (Τεκμήρια 1 και 7). Κατά την επίδικη συζήτηση ο Εναγόμενος 2 αναφέρεται ονομαστικά στον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος 2, όπως αποκάλυψε τόσο στο Δικαστήριο όσο και στην ομιλία του στη Βουλή είχε αιτηθεί άδειας για ανέγερση φωτοβολταικού πάρκου, κάνοντας σοβαρά έξοδα και σπαταλώντας χρόνο. Η αίτηση του απορρίφθηκε και κατά τη θέση του η ΡΑΕΚ έχει όλο το μερίδιο ευθύνης. Η οικογένεια και φίλοι του Εναγόμενοι έγιναν κοινωνοί της επίδικης συζήτησης, αναστατώθηκαν και του μετέφεραν την αμφισβήτηση της υπόληψης και φήμης του, όπως την εξέφρασαν τρίτοι. · Δίκαιη δίκη Πριν αναλυθεί η νομική βάση της αγωγής, προέχει η εξέταση της θέσεως του Εναγόμενου 2, περί παραβίασης του δικαιώματος του στη δίκαιη δίκη του. Αυτό το επιχείρημα εδράζεται σε δύο πυλώνες, τη μη αποδοχή της μαρτυρίας προσώπου από εταιρεία ενέργειας και την καθυστερημένη αποκάλυψη εγγράφων του Ενάγοντα. Ως προς το πρώτο ξεκαθαρίστηκε παραπάνω ότι το εν λόγω ζήτημα, του φωτοβολταϊκού πάρκου εταιρείας συνδεδεμένης με τον Εναγόμενο 2, δεν έχει δικογραφηθεί, έτσι δεν δύνατο το Δικαστήριο να επιτρέψει σχετική μαρτυρία. Ως προς το δεύτερο, πράγματι δεν είχε γίνει αποκάλυψη εγγράφων σε αρχικό στάδιο από τον Ενάγοντα. Πλην όμως πριν την έναρξη της ακρόασης αποκαλύφθηκαν τα έγγραφα, δόθηκε χρόνος στους Εναγόμενους να τα επιθεωρήσουν, ενώ με διευθετήσεις στις οποίες προέβη το Δικαστήριο προβλήθηκε και η επίδικη εκπομπή. H υποχρέωση για αποκάλυψη, δε, είναι συνεχής[18], ενώ δεν διαφάνηκε η καθυστέρηση στην αποκάλυψη εγγράφων να επηρέασε το όποιο δικαίωμα του Εναγόμενου
- Επομένως σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε επηρεασμός του όποιου δικαιώματος των Εναγομένων, τουναντίον τους δόθηκαν όλα τα εχέγγυα και έγινε κάθε δυνατή εξυπηρέτηση, ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματα τους. Σφαιρική λοιπόν θεώρηση της διαδικασίας δεν καταδεικνύει ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του Εναγόμενου 2 στη δίκαιη δίκη[19]. · Δυσφήμιση Το αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι κρίνεται ως πραγματικό ζήτημα αποδίδοντας στις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται τη συνηθισμένη και φυσική τους έννοια. Για την εξαγωγή του συμπεράσματος ως προς το δυσφημιστικό ή όχι του κειμένου δεν λαμβάνεται υπόψη η γνώμη του ιδίου του ενάγοντος, ή τυχόν μαρτυρία που προσφέρεται από διάφορα άτομα ως προς την ερμηνεία, νόημα ή γενική έννοια του κειμένου. Η θέση του Δικαστηρίου τεκμαίρεται ότι αποδίδει την αντίληψη του μέσου κοινού λογικού ανθρώπου[20]. Δικαστήρια που εκδικάζουν υποθέσεις χωρίς ενόρκους δεν είναι υποχρεωμένα να εκλάβουν τα δημοσιεύματα όπως οι μάρτυρες ενώπιον του τα ερμηνεύουν, αλλά με το δικό τους αντικειμενικό κριτήριο[21]. Εν πρώτοις οφείλω να αναφέρω ότι τέθηκε ενώπιον μου, μέσω του Τεκμηρίου 6, ολόκληρη η εκπομπή, στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη συζήτηση. Οι μόνες αναφορές που αφορούν τα επίδικα ζητήματα είναι αυτές που δικογράφησε ο Ενάγων και τις μετέφερε στην ένορκη του δήλωση, όπως καταγράφεται στις σελίδες 6 έως 8 πιο πάνω. Παρακολουθώντας δηλαδή κάποιος την εκπομπή στην ολότητα της, επίδικα μπορεί να κριθούν μόνο τα λεπτά 24:38 και 28:30, του Τεκμηρίου 6, αφού η υπόλοιπη εκπομπή ακουμπά άλλα θέματα. Διαφωνώ, λοιπόν, με την εισήγηση του Εναγόμενου 2, ότι το Δικαστήριο δεν έχει την ευχέρεια να αξιολογήσει σφαιρικώς το επίδικο δημοσίευμα. Κατά την επίδικη συζήτηση, η δημοσιογράφος ρωτά τον Εναγόμενο 2, περί τίνος πρόκειται αναφορικά με κάποιες καταγγελίες που αφορούν μίζες στη ΡΑΕΚ. Έτσι φαίνεται να είχε εκλάβει η ίδια την τοποθέτηση του Εναγόμενου 2 στην Ολομέλεια της Βουλής. Ο Εναγόμενος 2 απαντά καταφατικά και αμέσως αναφέρεται στην απάντηση του Ενάγοντα. Δηλαδή από την πρώτη στιγμή που εγείρει η δημοσιογράφος το ζήτημα, ο Εναγόμενος 2 στρέφει τη συζήτηση προς τον Ενάγοντα. Όταν η δημοσιογράφος του μεταφέρει τα όσα αναφέρθηκαν από τον Ενάγοντα, σε απάντηση στις τοποθετήσεις του Εναγόμενου 2 στη Βουλή, τότε είναι που ο Εναγόμενος 2 διερωτάται αν ένοχος παραδέχεται κατηγορίες. Αντιστρέφει τους χαρακτηρισμούς για ντροπή με την επισήμανση ότι όταν συζητηθεί το ζήτημα στη Βουλή, θα φανεί ότι η ντροπή θα είναι του Ενάγοντα, αναφέροντας τον ονομαστικά. Και συνεχίζει αναφερόμενος στον Ενάγοντα, λέγοντας στη δημοσιογράφο να είναι από μια γωνία να τον βλέπει με την παρέα του, όταν θα ξεκινήσει η συζήτηση στη Βουλή. Από τα ως άνω προκύπτει ότι ο Εναγόμενος αποδέχθηκε ότι εξαπέλυσε κατηγορίες για μίζες στη Βουλή και το επιβεβαιώνει με την αναφορά του σε ενόχους. Αμέσως μετά αναφέρεται στον Ενάγοντα, κατά του οποίου αντιστρέφει τον χαρακτηρισμό για ντροπή, και μάλιστα προμηνύει ότι θα καταδείξει την εναντίον του ντροπή στη Βουλή. Η έκφραση «μίζες» στην μεταφορική της έννοια είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαφθορά και ειδικότερα, με τη λήψη προσωπικού οφέλους, παράνομης, συνήθως, προμήθειας, αμοιβής κατά την διεξαγωγή συναλλαγών[22]. Όταν μάλιστα ερωτάται αν κάποιοι τα έπαιρναν, εμμέσως το επιβεβαιώνει, απαντώντας στη δημοσιογράφο ως εξής: «λέτε να το έκαναν επιτιδευμένα για την πλάκα τους;». Επιβεβαίωσε έτσι ότι υφίστατο ζήτημα παράνομων προμηθειών. Δεν τίθεται ζήτημα υπαινιγμού (ιnnuendo) όπως το έθεσε ο Εναγόμενος 2, αφού είναι η συνήθης ερμηνεία των λέξεων που οδηγεί στα ως άνω συμπεράσματα και όχι εξωγενή περιστατικά που γνωρίζουν οι κοινωνοί του δημοσιεύματος[23]. Το υπό εξέταση είναι δηλαδή δημοσίευμα που δεν απαιτεί την ειδική γνώση γεγονότων, αλλά έχει νόημα το οποίο ανευρίσκεται στη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε ως σύνηθες και φυσικό[24]. Ο Εναγόμενος 2 δηλαδή συνδέει άμεσα και ξεκάθαρα τον Ενάγοντα, με τις αναφορές του για ενόχους διαφθοράς. Και τούτο προκύπτει ξεκάθαρα, αφού είναι την επιστολή του Ενάγοντα ημ. 19/6/15 που σχολίαζε ο Εναγόμενος 2, αναφερόμενος σε ενόχους. Επαναλάμβανε, δε, ότι θα φανεί ποιου είναι η ντροπή, φανερά ενοχλημένος από την επιστολή του Ενάγοντα και τις εκεί αναφορές σε ντροπή. Επιπρόσθετα μέσα από τις απαντήσεις του στη δημοσιογράφο χαρακτηρίζει ως ένοχο τον συντάκτη της επιστολής που αναφερόταν σε ντροπή, ήτοι τον Ενάγοντα, προβλέπει συζήτηση αυτού του ζητήματος στη Βουλή, ενώ απαντά καταφατικά στη δημοσιογράφο όταν τον ρωτά αν κάποιοι τα έπαιρναν, έστω μέσω ρητορικής ερώτησης του. Καθίσταται λοιπόν σαφές από τα λεγόμενα του Εναγόμενου 2, τόσο αποδίδοντας στις λέξεις και τις φράσεις το σύνηθες νόημα τους, αλλά και από το επίδικο δημοσίευμα σφαιρικά, ότι καταλόγισε στον Ενάγοντα διαφθορά αναφέροντας ότι ήταν ένοχος για λήψη παράνομης προμήθειας, για μίζες. Κρίνεται ότι το επίδικο δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. · Υπεράσπιση της αλήθειας Για να επιτύχει η υπεράσπιση της αλήθειας είναι αρκετό ο Εναγόμενος να αποδείξει ουσιωδώς την αλήθεια των ισχυρισμών του. Δεν χρειάζεται να αποδείξει την αλήθεια ενός εκάστου επιβλαβούς ισχυρισμού στον οποίο έχει προβεί. Είναι αρκετό εάν αποδείξει το κεντρί (sting) των ισχυρισμών του και οι ένορκοι (εδώ το Δικαστήριο) θα πρέπει να διακριβώσουν ποιο είναι το κεντρικό σημείο (sting) του δημοσιεύματος[25]. Είναι αρκετό εάν η ουσία της δυσφημιστικής δήλωσης δικαιολογείται, ακόμη δηλαδή και εάν περιέχονται κάποιες ανακρίβειες, νοουμένου ότι οι ανακριβείς λεπτομέρειες δεν επιδεινώνουν, στην ουσία, το δυσφημιστικό χαρακτήρα του δημοσιεύματος[26]. Στην υπό κρίση υπόθεση καμία μαρτυρία δεν υπάρχει που έστω ακροθιγώς να υπονοεί ότι ο Ενάγοντας ήταν ένοχος διαφθοράς, λάμβανε παράνομες προμήθειες ή οτιδήποτε σχετικό. Ακόμα και αν αποδεχτώ στην ολότητα τους, τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 2, για λανθασμένες, έστω εξωφρενικές μεθόδους για αδειοδότηση, τούτο δεν αποτελεί απόδειξη των όσων ανέφερε εναντίον του Ενάγοντα. Δεν αποτελεί απόδειξη προσωπικής του ενοχής σε διαφθορά ή μίζες. Η απόσταση μεταξύ των όσων ανέφερε ο Εναγόμενος 2, τόσο στη Βουλή όσο και στο Δικαστήριο, για εξαντλητικές διαδικασίες, υπερβολικές απαιτήσεις της ΡΑΕΚ και για απώλεια χρημάτων αιτητών, απέχουν κατά παρασάγγας από του να στοιχειοθετήσουν ή έστω να δημιουργήσουν οσμή διαφθοράς από τον Ενάγοντα. Ακόμα και αν δεχόμουν τη θέση του Εναγόμενου 2, περί ανικανότητας του Ενάγοντα, αυτή δεν μπορεί να συνδεθεί με μίζες, διαφθορά ή ενοχή σε ποινικά αδικήματα. Η υπεράσπιση της αλήθειας δεν μπορεί να επιτύχει. · Απόλυτα προνομιούχα δημοσίευση Ως προς την έγερση της εν λόγω υπερασπιστικής γραμμής, στο σύγγραμμα το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, Πολύβιος Πολυβίου, Λευκωσία, 2013, αναφέρεται ότι: «Δηλώσεις μελών των νομοθετικών σωμάτων, εκτός Βουλής και εκτός του πλαισίου των κοινοβουλευτικών επιτροπών δεν καλύπτονται από απόλυτο προνόμιο, παρόλο που υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να καλύπτονται από το υπό επιφύλαξη προνόμιο[27].» Εδώ απλώς συζητήθηκε ζήτημα σε συνέχεια της ομιλίας του Εναγόμενου 2 στη Βουλή. Δεν υπήρξε ακριβοδίκαιη μεταφορά των εκεί λεγομένων του, ούτε καν αναφορά στα επιχειρήματα του, αλλά κυρίως σχολιασμός της απάντηση του Ενάγοντα στα όσα είχαν λεχθεί την προηγούμενη μέρα στη Βουλή. Επομένως αν και η δημοσίευση δεν ήταν απολύτως προνομιούχα, προχωρώ να εξετάσω την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, την οποία δικογράφησαν αμφότεροι οι Εναγόμενοι. · Η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη Οι Εναγόμενοι επικαλούνται το καθήκον τους, ως δημοσιογράφοι και πολιτικός αντίστοιχα, να δημοσιεύουν προς το κοινό ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος, ως η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη ορίζει[28]. Για να επιτύχει η εν λόγω υπεράσπιση, πέραν της απόδειξης ζητήματος δημοσίου συμφέροντος θα πρέπει η δημοσίευση να μην έχει γίνει κακόπιστα[29]. Σε σχέση με τα αναφερόμενα από τη δημοσιογράφο στην επίδικη εκπομπή των Εναγομένων 1, προκύπτει ότι τα περισσότερα από τα όσα ανέφερε ήταν λεχθέντα άλλων. Δηλαδή ξεκίνησε αναφερόμενη στην ομιλία του Εναγόμενου 2 στη Βουλή και την αναφορά σε μίζες, όπως η ίδια την εξέλαβε. Συνέχισε αναφερόμενη στην επιστολή του Ενάγοντα διαβάζοντας μέρος αυτής, το οποίο επίσης έκρινε ότι άπτετο της συζήτησης. Στη συνέχεια και αφού τοποθετείτο ο Εναγόμενος 2, αναφερόμενος σε ενόχους και ότι θα διαφανεί ποιου είναι η ντροπή όταν συζητηθεί το θέμα στη Βουλή, ρώτησε τον Εναγόμενος 2 περί τίνος πρόκειται, αναφερόμενη σε άδειες που δίνονταν, ως ο Εναγόμενος 2 είχε πει στη Βουλή. Ακολούθως μετέφερε το κάλεσμα του Ενάγοντα στον Πρόεδρο του Κόμματος που εκπροσωπούσε ο Εναγόμενος 2, για να το σχολιάσει ο τελευταίος. Τέλος προχωρεί σε συμπεράσματα, στη βάση των όσων άκουσε, ότι ευνοούνταν οι μεγάλοι και ότι διαφαίνεται σκάνδαλο, ενώ ξαναρωτά αν κάποιοι τα έπαιρναν, σε συνέχεια των αναφορών του Εναγόμενου
- Από τα ως άνω προκύπτει ότι η δημοσιογράφος ουσιαστικά ζητούσε σε μια ζωντανή συζήτηση από τον Εναγόμενο 2, να τοποθετηθεί αναφορικά με προηγούμενες δηλώσεις, δικές του και του Ενάγοντα. Τελικώς και αφού άκουσε τα όσα είπε στην επίδικη εκπομπή και τη Βουλή, προέβη σε σχόλιο. Δεν καταδείχθηκε από το λόγο ή τη συμπεριφορά της δημοσιογράφου η όποια κακοβουλία. Έθετε ενώπιον του Εναγόμενου 2 δηλώσεις και εκείνος τις σχολίαζε. Πράγματι όπως προκύπτει από την παράγραφο 2 (β) του άρθρου 21 του Κεφ. 148, θα πρέπει ο συντάκτης του δημοσιεύματος αν αυτό είναι αναληθές να είχε καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή του αναληθούς. Όπως όμως έχει νομολογηθεί είναι οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης που αναδεικνύουν ποιες είναι οι ενδεδειγμένες ενέργειες που όφειλε να εκπληρώσει ο δημοσιογράφος και δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας[30]. Για δημοσίευμα που αντίγραφε μέρη πορίσματος, ως επίσημο έγγραφο, και κατέγραφε τα ακριβή αποτελέσματά του πορίσματος, αποφασίστηκε ότι ορθά δεν αποτάθηκαν οι συντάκτες στους επηρεαζόμενους για να λάβουν την άποψη τους[31]. Για δημοσίευμα που κατέγραφε γεγονότα όπως προέκυπταν από έκθεση του Κρατικού Χημείου, ήτοι κρατικού οργάνου, επίσης δεν κρίθηκε αναγκαία η αναζήτηση της άποψης των εκεί εφεσίβλητων[32]. Ανάλογη προσέγγιση έχει και το ΕΔΔΑ. Όταν δημοσιογράφοι υπηρετούν τον σκοπό της ενίσχυσης της δημόσιας συζήτησης, επί ζητημάτων δημοσίου συμφέροντος, μπορούν να στηριχθούν σε επίσημες αναφορές (official reports), χωρίς περαιτέρω έρευνα[33]. Το ΕΔΔΑ ακόμα αναγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες δημοσιευμάτων που προκύπτουν από συνεντεύξεις, σε αντιπαραβολή με τα γραπτά κείμενα[34]. Τα όσα λοιπόν έθεσε η δημοσιογράφος στην επίδικη εκπομπή, τα έθεσε υπηρετώντας το καθήκον της προς δημοσίευση ζητήματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Η όλη συζήτηση έγινε με αφορμή καταγγελίες εναντίον δημόσιας αρχής, της ΡΑΕΚ και σε σχέση με ποινικά αδικήματα που κατάγγελλε βουλευτής. Είναι προς τούτο που ζήτησε τα σχόλια του καταγγέλλοντα, μετά από επίσημες αναφορές του στη Βουλή. Το ζήτημα που έθιξε και ουσιαστικά ενεργοποίησε η δημοσιογράφος, ήταν δημοσίου συμφέροντος και είχε καθήκον να το πράξει. Μετέφερε μάλιστα και μέρος της επιστολής του Ενάγοντα στην επίδικη συζήτηση, το οποίο σχολίασε ο Εναγόμενος
- Επομένως επιτυγχάνει η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη σε σχέση με τους Εναγόμενους
- Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, κατά τη θέση του, οι κρίσιμες αναφορές του αποτελούσαν σχόλιο. Συμφωνώ με αυτή τη θέση καθώς ο Εναγόμενος 2 δεν παρέθεσε γεγονότα αλλά σχολίαζε τα όσα έθεσε στη Βουλή και τις αναφορές του Ενάγοντα σε επιστολή του ίδιας ημερομηνίας. Γι' αυτό άλλωστε και δεν αναλύθηκε ή προωθήθηκε η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη από τον Εναγόμενο 2 στις αγορεύσεις του. Εν πάση περιπτώσει θα εξεταστεί η επίσης δικογραφημένη υπεράσπιση του, αυτή του εντίμου σχολίου. · Η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου Η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου περιορίζεται στα θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος που καλύπτουν, μεταξύ άλλων, και τη διαγωγή δημοσίων προσώπων[35]. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαίωμα έντιμου σχολίου είναι ένα από τα βασικά δικαιώματα του ελεύθερου προφορικού και γραπτού λόγου και είναι ζωτικής σημασίας στην επικράτηση του δικαίου στο οποίο βασιζόμαστε για την προσωπική μας ελευθερία[36]. Οι σχετικές αρχές σε σχέση με την εν λόγω υπεράσπιση συγκεφαλαιώνονται στην Δρουσιώτης Μακάριος ν. Νικόλα Παπαδόπουλου [2012] 1 ΑΑΔ 102 ως εξής: «Για να αποφασισθεί όμως τούτο, αυτή η δήλωση δεν πρέπει να εξετάζεται κατά απομόνωση από το υπόλοιπο κείμενο. Όταν το σχόλιο βασίζεται σε γεγονότα που περιέχονται στη δήλωση, για να επιτύχει η υπεράσπιση πρέπει να αποδειχθεί ότι τα γεγονότα είναι αληθή. (Eteria Ellinike Ekdosis «Glafx Ltd» v. Loizia
(1984)1 C.L.R. 729). Όπου όμως δεν αποδεικνύονται όλα τα γεγονότα δεν αποτυγχάνει η υπεράσπιση αν η έκφραση γνώμης εξακολουθεί να είναι έντιμο σχόλιο με βάση τα γεγονότα εκείνα που αποδεικνύονται. Όσον αφορά την έννοια του «έντιμου» τούτο σημαίνει ότι πρέπει να είναι η έκφραση της έντιμης και ειλικρινούς γνώμης του εναγομένου, έστω και αν αυτό μεταδίδει το νόημα ότι η διαγωγή του ενάγοντα ήταν ανέντιμη, ανειλικρινής ή υποκριτική. (Slim a.o. v. Daily Telegraph Ltd and Another [1968] 1 All E.R.497).» Πρώτη προϋπόθεση για να επιτύχει η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου είναι να στηρίζεται σε ουσιωδώς αληθή γεγονότα[37], αν το δημοσίευμα αποτελείται από σχόλια και γεγονότα. Το ΕΔΔΑ τονίζει ότι ανακρίβειες επί γεγονότων μπορούν να γίνουν ανεκτές αν η δημοσίευση λαμβάνει χώρα με καλή πίστη και αφορά αμφιλεγόμενα ζητήματα[38]. Μαρτυρία για κακοβουλία μπορεί να προέρχεται από εσωτερικά δεδομένα («intrinsic evidence»), όπως είναι το ίδιο το δημοσίευμα και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται ή εξωτερικά («extrinsic evidence»), όπως είναι οι όλες περιστάσεις της δημοσίευσης, καθώς και η συμπεριφορά του εναγόμενου κατά τη διάρκεια της αντιδικίας και της εκδίκασης της υπόθεσης[39]. Ακραίοι ή υπερβολικοί χαρακτηρισμοί, συνιστούν μαρτυρία περί κακοβουλίας[40]. Αν και το ζήτημα που συζητήθηκε στο επίδικο δημοσίευμα ήταν δημοσίου συμφέροντος, η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν μπορεί να επιτύχει για μια σειρά από λόγους. Ο πρώτος είναι ότι κανένα γεγονός που αναφέρεται στο επίδικο δημοσίευμα και ειδικότερα οι αναφορές σε ενόχους για διαφθορά μέσω λήψης μιζών ή ότι «κάποιοι τα έπαιρναν» δεν αποδεικνύεται με καμία ενώπιον μου μαρτυρία. Το μόνο που τέθηκε ενώπιον μου ήταν η δυστοκία ή έστω και αν γίνει αποδεχτή η θέση του Εναγόμενου 2, η ανικανότητα στην απόφαση για παροχή αδειών από τη ΡΑΕΚ. Τούτο όμως δεν συνεπάγεται και την τέλεση ποινικών αδικημάτων από τον Πρόεδρο της, τον οποίο ο Εναγόμενος 2 ενοχοποίησε στο επίδικο δημοσίευμα. Δεν τέθηκε ενώπιον μου καμία μαρτυρία που να γεννά έστω υπόνοια για την όποια εμπλοκή, πόσω μάλλον ενοχή, του Ενάγοντα σε διαφθορά, λήψη παράνομης προμήθειας ή έστω την όποια επιλήψιμη συμπεριφορά που θα του γεννούσε ντροπή αν εμφανιζόταν στη Βουλή. Επομένως οι όποιες αναφορές του Εναγόμενου 2 εναντίον του Ενάγοντα, δεν στηρίχθηκαν σε αληθές βάθρο γεγονότων. Επιπλέον από το σύνολο της μαρτυρίας προέκυψε ότι ο Εναγόμενος 2 δεν προέβη με καλή πίστη στις εν λόγω δηλώσεις. Οι δηλώσεις αυτές είχαν εκδικητικό χαρακτήρα και φαίνεται από το ίδιο το δημοσίευμα να πυροδοτήθηκαν από την επιστολή του Ενάγοντα και την αναφορά σε ντροπή, σχετικά με τις δηλώσεις του Εναγόμενου 2 στη Βουλή. Τότε είναι που ο Εναγόμενος 2 αναφέρθηκε σε ενοχή του Ενάγοντα, ντροπή του και θράσος. Υπάρχουν όμως και εξωτερικά στοιχεία που καταδεικνύουν την κακοβουλία του Εναγόμενου
- Όπως ο ίδιος αποκάλυψε είχε προσωπική πικρία, τουλάχιστον, με τη ΡΑΕΚ και τη διοίκηση της, γιατί ξόδεψε πολλά χρήματα και κατά τη θέση του αδίκως δεν εγκρίθηκε αίτηση της εταιρείας του για αδειοδότηση φωτοβολταϊκού πάρκου. Προκύπτει λοιπόν ότι ο Εναγόμενος είχε και προσωπικό, εξωγενές κίνητρο, άσχετο με την περίσταση που συζητείτο στη Βουλή για τον προϋπολογισμό της ΡΑΕΚ, το οποίο μετέφερε και στην επίδικη συζήτηση[41]. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, ήταν ιδιαίτερα επιθετικός εναντίον του δικηγόρου του Ενάγοντα, ενώ οι εκφράσεις εναντίον του ήταν τουλάχιστον υποτιμητικές και ειρωνικές. Κάποιες από αυτές τις εκφράσεις καταγράφηκαν παραπάνω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου
- Ο αιχμηρός λόγος του Εναγόμενου 2, χωρίς να είχε αποδείξεις για τα όσα έλεγε, το προσωπικό του κίνητρο και η συμπεριφορά του κατά την αντεξέταση, είναι τέτοιοι παράγοντες που αν αθροιστούν, κατά τη νομολογία, επαρκούν για να καταδείξουν κακοβουλία. Για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορεί να επιτύχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου. · Κατά Τόπο Δικαιοδοσία/De minimis Τα ζητήματα της έλλειψης κατά τόπο δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και αμελητέας ζημιάς, όπως αναπτύσσονται στην αγόρευση του Εναγόμενου 2, δεν έχουν δικογραφηθεί, αλλά εν πάση περιπτώσει είναι έκθετα σε απόρριψη. Ως προς την κατά τόπο δικαιοδοσία, από το Κλητήριο Ένταλμα προκύπτει ότι ο Ενάγων είναι κάτοικος Λευκωσίας. Ο ίδιος και η οικογένεια του είδαν την επίδικη εκπομπή, η οποία δεν προκύπτει να έλαβε χώρα σε άλλη πόλη. Όπως καταδεικνύει το Τεκμήριο 6, από τις τοποθετήσεις τηλεθεατών μέσω τηλεφώνου, προκύπτει ότι υπήρχαν τηλεθεατές από τη Λευκωσία που παρακολούθησαν την επίδικη εκπομπή. Επομένως δεν έχει καταδειχθεί ότι άλλο Δικαστήριο, πέραν του παρόντος έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης. Σε σχέση με το επιχείρημα περί αμελητέας ζημιάς, η έκταση της δημοσιότητας επηρεάζει τις αποζημιώσεις και όχι την ουσία της υπόθεσης. Στην αγγλική νομολογία έχει επικρατήσει η πρακτική απόρριψης αγωγών για δυσφήμιση, όταν σκοπείται η κατάχρηση διαδικασίας παρά η διαφύλαξη της φήμης του Ενάγοντα[42]. Εν προκειμένω όμως υπάρχει σαφής μαρτυρία για την επιρροή που είχε η επίδικη δημοσίευση στον Ενάγοντα. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του, επήλθε αναστάτωση στην οικογένεια και το ευρύτερο, φιλικό περιβάλλον του. Ενημερώθηκε από τρίτους για άτομα που τον θεωρούσαν διεφθαρμένο, ώστε να υφίσταται σοβαρή πληγή στη φήμη και υπόληψη του. Το Ανώτατο Δικαστήριο άλλωστε, στην Γιάννη Καραολή ν. ΡΙΚ κ.α., Πολιτική Έφεση ar. 418/2011, 15/2/2018, obiter παρέπεμψε στην Crossland v. Wilkinson Hardware Stores Ltd [2005] EWHC 481 Q.B.D at 57 όπου αναφέρονται τα εξής: ".... the fact that a libel or slander has been communicated only to very few publishees within an organization does not of itself give any indication of what is at stake. For example, if one employee makes an allegation of dishonesty or sexual harassment at work against a claimant, then the claimant may have very much at stake in bringing a libel action. Without vindication, that single accusation may seriously impair or destroy his or her prospects of obtaining employment in the future. In such a case, with so much at stake, the overriding objective may require the court to be very slow to find that the claim has no real prospect of success, or to exercise its power to give summary judgment." Η ζημιά που επικαλέστηκε ο Ενάγων, δεν είναι αμελητέα. Έγκειται της οικογενειακής και προσωπικής του φήμης και υπόληψης, η οποία κατά την αποδεκτή μαρτυρία του, φαίνεται να πλήγηκε σοβαρά. Στη βάση των ως άνω οι σχετικοί ισχυρισμοί του Εναγόμενου 2 δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. Δεδομένου του δυσφημιστικού δημοσιεύματος εναντίον του Ενάγοντα από τον Εναγόμενο 2, όπως κρίθηκε ανωτέρω, και του ότι δεν πέτυχε καμιά υπεράσπιση του τελευταίου, προχωρώ στην εξέταση του ζητήματος των θεραπειών που αξιώνει ο Ενάγων. · Θεραπείες Παρατηρείται ότι καμία ειδική ζημιά δεν διεκδικεί ο Ενάγων, πέραν της βλάβης στην υπόληψη του. Παρά ταύτα τεκμαίρεται ότι κάποια ζημιά προκύπτει από τη συνήθη πορεία των πραγμάτων μόνο και μόνο από την επέμβαση στο δικαίωμα της φήμης του Ενάγοντα[43]. Κρίνεται ότι υφίσταται ο μετριαστικός παράγοντας που ορίζεται στο άρθρο 23 (δ) του Κεφαλαίου 148, αυτός της πρόκλησης, αφού με επιστολή του ο Ενάγοντας αναφέρθηκε σε ντροπή αναφορικά με τις δηλώσεις του Εναγόμενου
- Ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την επιδίκαση αποζημιώσεων καθορίστηκαν από τη νομολογία ο ψυχικός πόνος και η οδύνη που προκλήθηκε στον Ενάγοντα, ώστε να επιδικαστεί εύλογα αναγκαίο ποσό για την αποζημίωση του δυσφημιζόμενου και την αποκατάσταση της φήμης του και η αποζημίωση να βρίσκει αντικειμενικό έρεισμα στον κοινωνικό χώρο[44]. Στην Kωνσταντίνου Kώστας και Άλλη ν. Aικατερίνης Kαραμεσίνη [2011] 1 ΑΑΔ 715, συνοψίστηκε η σχετική νομολογία ως εξής: « Όπως έχει λεχθεί στην Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ v. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 285, το μέτρο των αποζημιώσεων σε υποθέσεις δυσφήμισης συναρτάται με τη φύση, το χαρακτήρα, την έκταση της προσβολής της υπόληψης του ανθρώπου και τη δοκιμασία που υφίσταται ο ενάγων στα αισθήματα του λόγω των δημοσιεύσεων. Στην υπόθεση Hνωμένοι Δημοσιογράφοι Δίας Λτδ κ.ά. v. Ναθαναήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 893, επιβεβαιώθηκε ότι ο τραυματισμός της υπόληψης του πολίτη ως ανεξάρτητης και αυτοτελούς ανθρώπινης ύπαρξης επιφέρει ανάλογη αποκατάσταση υπό τύπο αποζημιώσεων.» Σχετική είναι και η Α.Ι. κ.ά. v. Π.Φ. κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ. 283/2012, ημερ. 27.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:D402, ECLI:CY:AD:2019:D402, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ως θέμα αρχής η αποζημίωση πρέπει να είναι δίκαιη και εύλογη. Δίκαιη υπό την έννοια να αποκαθιστά, ουσιαστικά, το θύμα της δυσφήμισης, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, με μέτρο αποκατάστασης το χρήμα. Να βρίσκει δε, ως εύλογη, αντικειμενικό έρεισμα στον κοινωνικό χώρο (Λουκαϊδης κ.α. ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 22). Οι παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των αποζημιώσεων συναρτώνται, μεταξύ άλλων, από τη θέση του ενάγοντα στην κοινωνία, την έκταση και μορφή του δημοσιεύματος και τη γενικότερη συμπεριφορά του εναγομένου πριν και μετά τη δυσφήμιση, τον τρόπο διεξαγωγής της Υπεράσπισης, την τυχόν απολογία, το στάδιο που αυτή δίδεται και την επανάληψη της δυσφήμισης. Ο ενάγοντας δικαιούται σε αποζημιώσεις στις περιπτώσεις γραπτής δυσφήμισης, ασχέτως αν έχει αποδείξει ή όχι πραγματική ζημιά. Η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων ακολουθεί τα τελευταία χρόνια μια σταθερά αυξητική τάση στην απόδοση αποζημιώσεων - όπως συμβαίνει και με τις αγωγές για σωματικές βλάβες - ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το αντικείμενο της δικαστικής προστασίας είναι η προσωπικότητα και η αξία του ανθρώπου (Ηνωμένοι Δημοσιογράφοι Δίας Λτδ κ.α. ν. Σταύρου Ναθαναήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 893, Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α. ν. Αλωνεύτης
(2002)1 Α.Α.Δ. 1864. Στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 285, εντοπίζεται ότι το μέτρο των αποζημιώσεων συναρτάται με τη φύση, το χαρακτήρα και την έκταση της προσβολής της υπόληψης του ανθρώπου.» Εν προκειμένω ο Ενάγων αναφερόμενος στη ζημιά που υπέστη, περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι έγιναν κοινωνοί του δημοσιεύματος η οικογένεια και οι φίλοι του. Πέραν τούτων του μεταφέρθηκε ότι τρίτοι που είδαν την επίδικη εκπομπή σχημάτισαν κακή εντύπωση για τον ίδιο. Δεν προκύπτει να επηρεάστηκε η επαγγελματική του καριέρα, καθώς υπουργοί και πολιτευτές τον διαβεβαίωσαν για την εμπιστοσύνη τους προς το πρόσωπο του μετά την επίδικη δημοσίευση (Τεκμήρια 8 και 10). Κατάφερε μάλιστα, με την υποστήριξη του αρμόδιου Υπουργείου, να διοριστεί του στο Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού Συνεργασίας Ρυθμιστών Ενέργειας (ACER), ενώ σύμφωνα με την μαρτυρία του ίδιου δεν πλήγηκε ο σεβασμός που του είχαν στη Βουλή. Στη βάση των ως άνω αν και διαφαίνεται να επηρεάστηκε η φήμη και η υπόληψη του Ενάγοντα τόσο ανάμεσα στον οικογενειακό του περίγυρο αλλά και ευρύτερα, το επίδικο δημοσίευμα δεν φαίνεται να τον έπληξε ποσώς επαγγελματικά. Οι εναντίον του κατηγορίες, όπως προκύπτουν από την επίδικη εκπομπή, ήταν μεν σοβαρές αλλά περιορίστηκαν σε μια αναφορά διάρκειας 4 περίπου λεπτών, ενώ η εκπομπή διήρκησε συνολικά
- Έτσι ο τηλεοπτικός χρόνος της δυσφήμισης του, ήταν μικρός σε σχέση με το σύνολο της εκπομπής, ενώ δεν διαφάνηκε η εκπομπή να έχει υψηλή τηλεθέαση. Αναδρομή στις πρόσφατες αποφάσεις Ανώτερων Δικαστηρίων, με τις οποίες επιδικάζονται αποζημιώσεις, καταδεικνύει ότι η έκταση της δημοσίευσης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Συγκεκριμένα στην Δρ. Τάσου Γεωργίου v. Πανικου Φιλιππου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2015, 11/9/2024 και Α.Ι. κ.ά. v. Π.Φ. κ.ά, πιο πάνω, όπου η δημοσίευση ήταν ευρεία αφού οι «επίδικες δηλώσεις έλαβαν και έκταση δημοσιότητας, καθότι αναμεταδόθηκαν σε τηλεοπτικά κανάλια και εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας» επιδικάστηκαν €40.000 και €30.000 αντίστοιχα[45]. Η Άκη Ιωάννου κ.α. ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, Πολιτική Έφεση Αρ.214/2015, 15/7/2024, διαφοροποιήθηκε από την Α.Ι. κ.ά. v. Π.Φ. κ.ά, πιο πάνω, κυρίως λόγω της μειωμένης έκτασης που έλαβε η πρώτη και έτσι επιδικάστηκαν αποζημιώσεις ύψους €5.
- Στην παρούσα δεν αποδείχθηκε ευρεία έκταση της δημοσίευσης όπως στις Γεωργίου και Α.Ι. πιο πάνω, αλλά περιορισμένη τηλεοπτική κάλυψη, διάρκειας μόλις 4 λεπτών, ανάλογη με την Άκης Ιωάννου, πιο πάνω, όπου οι επίδικες δηλώσεις προβλήθηκαν σε δελτίο ειδήσεων. Λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω, αλλά και καθοδηγούμενος από τη σχετική νομολογία, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου 2 αποζημιώσεις ύψους €5.
- Σε σχέση με το αιτητικό Β της Έκθεσης Απαίτησης δεν έχει καταδειχθεί η όποια επαναληπτικότητα της συμπεριφοράς του Εναγόμενου, που να δικαιολογεί την έκδοση του[46], ιδίως στο μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τον επίδικο χρόνο. Στη βάση των ως άνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου 2, με την οποία επιδικάζεται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 2 ποσό ύψους €5.000, για την ζημιά στη φήμη και υπόληψη που δέχθηκε εξ' αιτίας του επίδικου δυσφημιστικού δημοσιεύματος. Επιδικάζονται επίσης έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 1 αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων 1 και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή [1] Βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Κυριάκου Παπακυριάκου [2012] 1 ΑΑΔ 774 [2] Χατζηλαμπρή Ανδρέας ν. Μάριου Πετεινού [2010] 1 ΑΑΔ 1022 [3] Ελευθέριος Γαληνιώτης ν. Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ κ.ά. [2011] 1 Α.Α.Δ. 474 [4] Bunt v Tilley, [2007] 1 W.L.R. 1243 [5] Ηλιάδη και Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης, Λευκωσία 2014, σελ. 125 και 128 και Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 ΑΑΔ 512 [6] Βλ. πρακτικό ημ. 8/4/24 [7] Ό.π.π. υποσημ. 5 σελ. 280 [8] Frakapor Courier Ltd πρώην Frakapor Courrier Ltd και Άλλος ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2016)1 ΑΑΔ 1487 [9] Ο.π.π. και Γρηγορίου v. Euro Investment & Finance Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2229 [10] Barry Wyne v. David Costaki Mavronicola [2009] 1 ΑΑΔ 1138 [11] Χριστίνα Ρασποπουλου ν. Θεοδώρα Μακρή, Ποινική Έφεση αρ.287/2015, 11/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171 [12] C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου [1999] 1(Β) ΑΑΔ 1273 [13] Ομήρου ν. Δημοκρατίας [2001] 2 ΑΑΔ 506 [14] Α. Ι. κ.α. ν. Π. Φ. κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 283/12, 27/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:D402 [15] Χριστοφή Φώτης ν. Κώστα Γιάγκου Ζαχαριάδη [2002] 1 ΑΑΔ 401 [16] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας [1991] 2 Α.Α.Δ. 320 [17] Courtis a.ο. v. Iassonides [1970] 1 C.L.R. 180, Παπαπέτρου Γιαννάκης ν. Λαϊκή Φάκτορς Λτδ [2015] 1 ΑΑΔ 328 [18] Spa Marcegaglia και Άλλος ν. Του Πλοίου «Vysokogorsk» σημαίας Βανουάτου και τώρα στο λιμάνι Λεμεσού [2016] 1 ΑΑΔ 1290 [19] Βλ. ΕΔΔΑ Regner v. Τσεχίας, 35289/11, 19/09/2017 παρ.161 [20] Γαληνιώτης Ελευθέριος ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ και Άλλης [2011] 1 ΑΑΔ 474 [21] Papadopoulos v. Kyrix Publishing Co. Ltd a.o. [1963] 2 C.L.R. 290 [22] Βλ. και Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Αθήνα 2002, σελ 1101 [23] Gatley on Libel and Slander, 11th Edition, par. 3-19 [24] Jones v. Skelton [1963] 1 WLR 1362 PC [25] Eκδόσεις Aρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη [2011] 1 ΑΑΔ 407, Grobbelaar v. News Group Newspapers Ltd and Another [2002] 4 All E.R. 732 [26] ΡΙΚ ν. Καψός [2009] 1 Β Α.Α.Δ. 1175, Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. v. Κωνσταντης Καντουνας κ.α., Πολιτική ΄Εφεση Αρ.320/2014, 328/2014, 24/6/2022 [27] Βλ. και άρθρο 20
(1)(στ) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148) [28] Άρθρο 21
(1)(α) του Κεφαλαίου 148, Δρουσιώτης Μακάριος ν. Νικόλα Παπαδόπουλου [2012] 1 ΑΑΔ 102 [29] Αντώνη Χατζήγιαννη v. Pitsillides Trading Co Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2014, 22/5/2023, ECLI:CY:AD:2023:A177 [30] Brainvibes Ltd κ.α. v. Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 62/2014, 11/5/2021, ECLI:CY:AD:2021:A187 [31] Ο.π.π. [32] Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Thamira Food Manufactures Ltd [2012] 1(Γ) Α.Α.Δ. 2276 [33] ΕΔΔΑ Bladet Tromsø and Stensaas v. Νορβηγίας, 21980/93, 20/05/1999, παρ. 66, Verlagsgruppe Droemer Knaur Gmbh & Co. KG v. Γερμανίας 35030/13, 19/10/2017, παρ. 45 [34] ΕΔΔΑ, Kącki v. Πολωνίας, 10947/11, 04/07/2017, παρ. 52. [35] Papastratis v. HadjiEfthymiou a.o. [1986] 1 C.L.R. 905 [36] Eκδόσεις Aρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη [2011] 1 ΑΑΔ 407 [37] Ο.π.π. [38] ΕΔΔΑ, Δρουσιώτης ν. Κύπρου, 42315/15, 05/07/2022, παρ. 58 και Țiriac v. Ρουμανίας, 51107/16, 30/11/2021, παρ. 96 [39] Καραβίας Θεοφάνης ν. Σταύρου Σταύρου [2012] 1 ΑΑΔ 469 [40] Ο.π.π. και Κυριακίδης ν. Αριστείδου [2000] 1 Α.Α.Δ. 349 [41] Tse Wai Chun v. Cheng [2000] HKCFA 86, [2001] EMLR 31 at [57] και ο.π.π. υποσημ. 23 [42] Lait v Evening Standard Ltd [2011] 1 WLR 2973 και Jameel (Yousef) v Dow Jones Inc [2005] QB 946 [43] Ratcliffe v. Evans [1892] 2 Q.B. 524 at 528 και ο.π.π. υποσημ. 21 παρ. 28-27 [44] Λουκαΐδης Λουκής και Άλλοι ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ και Άλλοι [2003] 1 ΑΑΔ 22 [45] Στην Α.Ι. κ.ά. v. Π.Φ. κυμαίνονταν οι αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν στους Ενάγοντες από €30.000 μέχρι €40.000, αναλόγως της ζημιάς που αποδείχθηκε. [46] Βλ. κατ' αναλογία ο.π.π. υποσημ. 23 παρ. 27-10 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο