Σολωμού Ελένης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δια του ειδικού διαχειριστή Κλεόβουλου Αλεξάνδρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3293/2015, 8/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3293/2015 Μεταξύ: Σολωμού Ελένης Ενάγουσας -και-
- Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δια του ειδικού διαχειριστή Κλεόβουλου Αλεξάνδρου
- Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου
- Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Εναγόμενων Αίτηση ημ. 15/12/2023 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 8/10/2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα Αιτήτρια: κα. Κλαίδη Για Εναγόμενη Καθ' ης η αίτηση 3: κα. Θεοδώρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή της η Ενάγουσα Αιτήτρια (στο εξής «η Αιτήτρια») αξιώνει ποσό €276.000 λόγω παράβασης νόμιμων υποχρεώσεων και αντισυνταγματικών πράξεων, όπως και απόφαση ότι η επέμβαση στους λογαριασμούς της ήταν παράνομη και αντισυνταγματική. Οι επιχειρούμενες τροποποιήσεις δύναται να διαχωριστούν σε 4 μέρη. Το πρώτο, υπό στοιχείο (Α), αφορά τον τίτλο, ώστε να τεθεί η υφιστάμενη κατάσταση της Εναγόμενης
- Το δεύτερο, υπό στοιχεία (Β) και (Γ) άπτεται της τροποποίησης των αιτητικών της Έκθεσης Απαίτησης, ώστε να προστεθούν διαφορετικά αιτητικά με τα οποία να διεκδικούνται τα €276.000 και δηλωτική απόφαση. Επιχειρείται δηλαδή εισαγωγή αιτητικών που να επιδιώκει διεκδίκηση του εν λόγω ποσού, ένεκα παραβάσεων Νόμων και Κανονισμών, αλλά και αμέλειας όλων των Εναγόμενων, αλλά και δηλωτική απόφαση που να ακυρώνει τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ Αιτήτριας και Εναγόμενης
- Τρίτο μέρος αφορά την προσθήκη γεγονότων ως προς τους Εναγόμενους 1 και λεπτομερειών δόλου, αμέλειας, παράβασης νομικών καθηκόντων και υποχρεώσεων «των Εναγομένων και/ή Εναγόμενης Τράπεζας Υπ' Αρ. 1». Τέλος επιδιώκεται προσθήκη των παραγράφων 15 (γ) και 15 (δ), όπου γίνεται αναφορά σε Νόμους και Κανονισμούς και συμπεριφορά των Εναγόμενων 3 και 4, που τους παραβιάζει. Αξίζει να αναφερθεί ότι τελικώς η αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 4 αποσύρθηκε και οι Εναγόμενοι 1 δεν φέρουν ένσταση στην αίτηση για τροποποίηση. Για τους Εναγόμενους 2 η αγωγή είχε αποσυρθεί την 17/10/
- Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Εκεί αναφέρεται ότι η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε από άλλο δικηγορικό γραφείο από αυτό που την εκπροσωπεί σήμερα. Αφορά πρωτόγνωρα νομικά ζητήματα και αφού μελετήθηκε ο όγκος εγγράφων που αφορούν την υπόθεση και οι ιδιαιτερότητες της, κρίθηκε αναγκαία η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Υποστηρίζει ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία ώστε να προσδιοριστούν καταλλήλως τα επίδικα ζητήματα, αναφορικά με τις λεπτομέρειες δόλου, αμέλειας και απάτης και το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης, αναφορικά με συμβουλές που λάμβανε από τους υπαλλήλους των Εναγόμενων
- Επίσης επιχειρεί τη προσθήκη αιτητικών για δηλωτικά διατάγματα, αλλά και άλλων ουσιωδών γεγονότων, κατά τη θέση της, σχετικά με παραβάσεις νόμων. Ισχυρίζεται το απολύτως αναγκαίο της τροποποίησης, ώστε να υποστηρίξει πλήρως την απαίτηση της, το καλόπιστο και χωρίς καθυστέρηση της αίτησης, όπως και την ευχέρεια προώθησης ισχυρισμών κατά την ακρόαση, μέσω της δικογράφησης τους. Η Καθ' ης η αίτηση Εναγόμενη 3 μέσω των λόγων ένστασης της, υποστηρίζει συνοπτικά ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρείται με μεγάλη καθυστέρηση, δεν προκύπτει ικανοποιητικός λόγος για την επιτυχία της, επιχειρείται να εισαχθεί νέα βάση αγωγής εναντίον της και η επιχειρούμενη τροποποίηση θα δημιουργήσει πολλαπλότητα νομικών ζητημάτων. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της κ. Ελεάνας Γιάγκου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ης η αίτηση Εναγόμενη
- Αυτή εστιάζεται στην καθυστέρηση καταχώρησης της αίτησης, 9 έτη μετά την καταχώρηση της αγωγής, ότι τα γεγονότα που επιχειρεί να εισάξει η Αιτήτρια ήταν γνωστά πριν την καταχώρηση της αίτησης, ενώ εξειδικεύει τον ισχυρισμό της περί νέων βάσεων αγωγής. Ακόμα εισηγείται ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση επιχειρείται η προσθήκη αιτιών αγωγής που δεν συνδέονται ευθέως με τον προσδιορισμό και επίλυση της επίδικης διαφοράς. Οι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, αναφορά στις οποίες θα γίνεται όπου κριθεί σκόπιμο. Για την εξέταση της παρούσας αίτησης ανατρέχουμε στην Διαταγή 25 όπου καθορίζονται τα κριτήρια που άπτονται της τροποποίησης δικογράφου. Οι νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα συγκεφαλαιώνονται στη Λαμπη ν. Alpha Bank Limited, Πολιτική Έφεση ΑΡ.: 372/2012, 26/3/2019 ως εξής: «Σύμφωνα με τον πιο πάνω θεσμό και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (βλ. Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation,
(2013)1 (Α) Α.ΑΔ. 543). Υπάρχει πληθώρα αποφάσεων τόσον των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου επί του θέματος. Η σύγχρονη τάση, όπως προκύπτει από την νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις δικογράφων ακόμη και στην περίπτωση που αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά, που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd
(1970)1 All E.R. 754). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, για το θέμα της καθυστέρησης, ότι ως προς το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης.» Στη συνέχεια της Λάμπη, αναφέρεται ότι: «Έχει νομολογηθεί επίσης ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όπου εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426).» Σε υποθέσεις ανάλογες με την παρούσα αποφασίστηκαν τα εξής: Στη Δημητρίου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Limited Κ.Α., Πολιτική Έφεση αρ. Ε151/16, 6/7/2018, ECLI:CY:AD:2018:A338, κρίθηκε ότι: «στο επίκεντρο της αντιδικίας των διαδίκων βρίσκεται μια ιδιωτική συμφωνία, η οποία σύμφωνα με τον εφεσείοντα είναι (α) προϊόν απάτης και άλλων επιλήψιμων πράξεων της εφεσίβλητης 1 και/ή αξιωματούχων της και (β) αποτέλεσμα παραλείψεων της εφεσίβλητης 2 να ασκεί την αναμενόμενη εποπτεία σε σχέση με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από τραπεζικά ιδρύματα, καθώς και παραλείψεων κρατικών αξιωματούχων. Με τις προτεινόμενες όμως τροποποιήσεις επιδιώκεται η προσθήκη νέων επίδικων θεμάτων που δεν είναι απαραίτητα για δικαστική κρίση σ΄ ό,τι αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες ο εφεσείων συνήψε την επίδικη συμφωνία. Τους λόγους - με τους οποίους συμφωνούμαι πλήρως - τους δίδει το πρωτόδικο Δικαστήριο στο απόσπασμα που παραθέτουμε πιο πάνω. Με προφανή τον κίνδυνο, όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην περίπτωση που γίνονταν δεκτές οι προτεινόμενες τροποποιήσεις να εκτροχιαστεί η δίκη σε άσχετα με την απαίτηση του εφεσείοντα θέματα. Στοιχείο που ασφαλώς δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και ταυτόχρονα θα προκαλούσε ζημιά στους εφεσίβλητους εφόσον με τους νέους ισχυρισμούς καθίστανται (αχρείαστα) επίδικα θέματα τα όσα προτείνονται με την αναδόμηση της παρ. 17 και τις προσθήκες στις παρ. 18Β, 18Γ και 18Δ (ανωτέρω). Υπ΄ αυτά τα περιστατικά θεωρούμε ότι ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική ευχέρεια για μη έγκριση του αιτήματος του εφεσείοντα, κατάληξη που προδιαγράφει και την τύχη της έφεσης.» Στην Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ν. Ιεροδιακόνου, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε306/2016 και Ε307/2016, 6/7/2018, η πρωτόδικη κρίση ανατράπηκε με το το εξής λεκτικό: «Όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης του εφεσίβλητου, η απαίτησή του βασίζεται στο ότι οι δύο ιδιωτικές συμφωνίες δυνάμει των των οποίων αγόρασε τα αξιόγραφα ήταν προϊόν επιλήψιμων πράξεων ή παραλείψεων της Τράπεζας Κύπρου, για τις οποίες συνυπεύθυνοι είναι και οι εφεσείοντες οι οποίοι παρέλειψαν να προβούν στη λήψη εκείνων των πράξεων με αποτέλεσμα να του στερήσουν τη δυνατότητα να λάβει μέτρα προστασίας των χρημάτων που εμπιστεύτηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Αυτή είναι η ουσία της διαφοράς των διαδίκων. Με τις προτεινόμενες όμως τροποποιήσεις - στο βαθμό και κατά την έκταση που αυτές αφορούν τους εφεσείοντες - επιβαρύνεται η υπόθεση με την προσθήκη επιδίκων θεμάτων τα οποία δεν συνδέονται ευθέως με τον προσδιορισμό και επίλυση της διαφοράς. Όπως η αγορά από την Τράπεζα Κύπρου ΟΕΔ, η παροχή ΕLA στη Λαϊκή και στην Τράπεζα Κύπρου, η ποσοτική και ποιοτική επάρκεια του προσωπικού της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α. (ως ανωτέρω), που εν τέλει, εισάγουν στην υπόθεση ως επίδικα θέματα τα αίτια και αιτιατά που οδήγησαν στην κατάρρευση της κυπριακής οικονομίας το 2013 που πρόδηλα δεν είναι αναγκαία ζητήματα για επίλυση της διαφοράς.» Είναι σαφής λοιπόν η νομολογιακή κρίση ότι τούτου του είδους οι υποθέσεις, άπτονται της συμβατικής σχέση μεταξύ τράπεζας και αγοραστή αξιογράφων. Όποια περαιτέρω αναφορά σε χειρισμούς που οδήγησαν στην κατάρρευση της οικονομίας, έστω ως αιτιατά για να επέλθουν συνέπειες στην Αιτήτρια, δεν κρίθηκαν ως «αναγκαία ζητήματα για επίλυση της διαφοράς». Συνεπώς δεν δύναται το παρών Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα αναφορικά με τις υπό το στοιχείο (Ε) αιτούμενες τροποποιήσεις. Τα αιτητικά (Β) και (Γ), επιχειρούν να προσθέσουν αιτητικά στην Έκθεση Απαίτησης. Το μεν αιτητικό (Β) αναφέρεται σε αποζημιώσεις που ζητούνται δυνάμει παραβίασης συγκεκριμένου Νόμου και με το δε (Γ) επιχειρείται η προσθήκη αιτητικών αναφορικά με αμέλεια των Εναγόμενων και δηλωτική απόφαση σε σχέση με ακύρωση της συμφωνίας. Φρονώ ότι τούτα διευκρινίζουν τη διαφορά μεταξύ των μερών, σε σχέση με το αρχικό κείμενο της Έκθεσης Απάιτησης, το οποίο αναφερόταν γενικώς σε παραβάσεις νόμου. Δεν κρίνεται ότι προστίθεται νέα βάση αγωγής, μέσω αυτών, αφού απλώς διευκρινίζονται και συγκεκριμενοποιούνται τα όσα καταγράφονται στο αρχικό κείμενο της Έκθεσης Απαίτησης, υποβοηθώντας με αυτό τον τρόπο στην επίλυση των επίδικων θεμάτων, χωρίς αυτά να διευρύνονται. Ως προς το αιτητικό (Α), αυτό αφορά τον τίτλο της αγωγής και αποσαφηνίζει την ταυτότητα και την κατάσταση των Εναγομένων 1. Τέλος το αιτητικό (Δ) αν και αναφέρεται γενικώς στους Εναγόμενους, προσεκτική ανάγνωση του καταδεικνύει ότι τα όσα επιδιώκεται να προστεθούν άπτονται της συμπεριφοράς και καταλογίζουν παρανομίες και δόλο στους Εναγόμενους 1 ή υπαλλήλους τους. Με δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι 1 δεν έφεραν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, αλλά και το ότι εξειδικεύονται οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας εναντίον των Εναγομένων 1 και της μεταξύ τους συμβατική σχέσης, κρίνεται ότι υφίσταται αναγκαιότητα όπως επιτύχει το εν λόγω αιτητικό. Η όποια καθυστέρηση, δε, αν και δεδομένη και σημαντική, δεν προκύπτει ότι επηρέασε, παραβίασε ή περιόρισε το όποιο δικαίωμα των Εναγόμενων. Στη βάση των ως άνω η εκδίδεται διάταγμα ως τα αιτητικά (Α) έως (Δ) της αίτησης ημερομηνίας 15/12/2023. Δίδονται οδηγίες όπως τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την παράδοση του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος στους Εναγόμενους. Σε ότι αφορά τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 3 Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας Αιτήτριας και καθορίζονται στα €1000, καταβλητέα αμέσως. (Παπακόκκινου κ.α. v. Μakaza Construction Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. 27/14, 22/7/2021), ECLI:CY:AD:2021:A351. Η αγωγή ορίζεται για προγραμματισμό την 15/11/2024. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο