ΑΘΩΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ν. ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 83/2019, 6/4/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 83/2019 Μεταξύ: ΑΘΩΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ Ενάγοντας και ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Εναγόμενος Ημερομηνία: 6 Απριλίου, 2022 Εμφανίσεις: (Δεν υπήρξε φυσική παρουσία των ευπαίδευτων συνηγόρων - η απόφαση τους έχει αποσταλεί μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου) Για τον Ενάγοντα: κα Ρ. Μάρκου μαζί με κα Ν. Ιωάννου Για τον Εναγόμενο: κα Ν. Γεωργιάδου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου το ποσό των €850,00 δυνάμει δανείου και/ή βάσει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Παρατίθενται κατωτέρω οι εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων όπως αυτές καθορίστηκαν στα δικόγραφα. Στην Έκθεση Απαίτησης του, ο Ενάγοντας αναφέρει ότι περί την 24/7/2017, κατόπιν παράκλησης του Εναγόμενου και μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας, δάνεισε στον Εναγόμενο το ποσό των €850,
- Το ποσό δόθηκε στον Εναγόμενο με επιταγή του Ενάγοντα ημερομηνίας 24/7/2017, αρ. [ ], της ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ. Η εν λόγω επιταγή εξαργυρώθηκε από τον Εναγόμενο την 26/7/
- Όρος της προφορικής τους συμφωνίας ήταν ότι ο Εναγόμενος με το ποσό αυτό θα εξασφάλιζε τραπεζική εγγύηση για την αλλοδαπή οικιακή βοηθό [B. A.] από το Bangladesh (στο εξής «η οικιακή βοηθός») και ότι θα το επέστρεφε στον Ενάγοντα σε 12 μήνες από την ημερομηνία παραλαβής του, με νόμιμο τόκο. Με την πάροδο των 12 μηνών και ειδικότερα από τον Αύγουστο του 2018, ο Ενάγοντας ζήτησε επανειλημμένα από τον Εναγόμενο, τόσο προφορικά όσο και με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 15/11/2018 την επιστροφή του ποσού, πλην όμως, ο Εναγόμενος μέχρι και σήμερα δεν του επέστρεψε οποιοδήποτε ποσό. Στην αντίπερα όχθη, ο Εναγόμενος, με την Υπεράσπιση του, αρνείται την σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας για τον δανεισμό οποιουδήποτε ποσού και ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο Ενάγοντας παρουσίασε τον εαυτό του στον Εναγόμενο ως ιδιώτη ατζέντη που συνεργάζεται με ιδιωτικό γραφείο εξευρέσεως εργασίας στο οποίο ο Εναγόμενος αποτάθηκε για να εξεύρει αλλοδαπή κοπέλα και να την εργοδοτήσει ως οικιακή βοηθό. Ο Ενάγοντας υποσχέθηκε στον Εναγόμενο ότι θα του εξεύρει οικιακή βοηθό και προς τούτο ο Εναγόμενος έδωσε στον Ενάγοντα το ποσό των €850,00 ούτως ώστε ο Ενάγοντας να εξασφαλίσει τραπεζική εγγύηση για την οικιακή βοηθό. Ήταν απαίτηση του Ενάγοντα το ποσό να του δοθεί σε μετρητά και όχι με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Με την πάροδο του χρόνου, ο Εναγόμενος διαπίστωσε ότι ο Ενάγοντας τον παραπλάνησε αφού δεν ήταν αρμόδιος ούτε για να εξεύρει οικιακή βοηθό αλλά ούτε και για να εξασφαλίσει την απαιτούμενη τραπεζική εγγύηση. Επικοινώνησε με τον Ενάγοντα και ζήτησε τα λεφτά του πίσω και προς τούτο ο Ενάγοντας εξέδωσε επιταγή στο όνομα του Εναγόμενου. Με την απάντηση του, ο Ενάγοντας απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου και αναφέρει ότι τον Ιούλιο του 2017 βρήκε οικιακή βοηθό για τον Εναγόμενο την οποία ο Εναγόμενος εργοδότησε και ότι σε κάθε περίπτωση εξασφαλίστηκε και η τραπεζική εγγύηση. Ισχυρίζεται ότι μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής η οικιακή βοηθός εξακολουθούσε να εργάζεται για τον Εναγόμενο. Λόγω του ύψους του αξιούμενου ποσού, το οποίο δεν υπερβαίνει το ποσό των €3.000, η αγωγή εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης». Σύμφωνα δε με τις πρόνοιες της Δ.30 Κ. 5
(1)και 5
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση της εκατέρωθεν μαρτυρίας με την μορφή ενόρκων δηλώσεων. Από πλευράς Ενάγοντα καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση του ίδιου, ημερομηνίας 10/2/2021, ο δε Εναγόμενος καταχώρησε τη δική του ένορκη δήλωση την 1/6/
- Ο Ενάγοντας, στην ένορκη δήλωσή του, αναφέρει ότι κατόπιν παράκλησης του Εναγόμενου και προφορικής τους συμφωνίας, δάνεισε στον Εναγόμενο το ποσό των €850,00 με επιταγή ημερομηνίας 24/7/2017 και αρ. [ ] της ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ. Παρουσιάζει προς τούτο αντίγραφο της επιταγής ως Τεκμήριο
- Δικαιούχος της επιταγής ήταν ο Εναγόμενος ο οποίος την εξαργύρωσε την 26/7/2017, όπως φαίνεται από τον λογαριασμό που παρουσιάζει ως Τεκμήριο
- Ο λόγος για τον οποίο δάνεισε το συγκεκριμένο ποσό στον Εναγόμενο ήταν διότι ο Εναγόμενος ήθελε μεν να εργοδοτήσει οικιακή βοηθό, πλην όμως, δεν ήταν διατεθειμένος να καταβάλει ο ίδιος με δικά του χρήματα το ποσό της εγγύησης καθ' ότι, εάν η οικιακή βοηθός δεν τον ικανοποιούσε ή δεν ήταν κατάλληλη, θα έπρεπε να εγκαταλείψει την Κύπρο ή να βρει άλλον εργοδότη και μόνο τότε θα του επιστρέφονταν τα χρήματα της εγγυητικής. Ο Εναγόμενος δεν ήταν διατεθειμένος να αναλάβει τέτοια υποχρέωση με δικά του χρήματα και γι' αυτό δανείστηκε το ποσό από τον Ενάγοντα. Αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου ότι ουδέποτε συνήψαν συμφωνία. Αποτελούσε όρο της μεταξύ τους συμφωνίας ότι ο Εναγόμενος με το ποσό των €850,00 θα εξασφάλιζε τραπεζική εγγύηση για την οικιακή βοηθό και θα επέστρεφε το ποσό στον Ενάγοντα σε δώδεκα μήνες, πλέον νόμιμο τόκο. Παρουσιάζει ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίγραφα της τραπεζικής εγγύησης και της άδειας εισόδου της οικιακής βοηθού. Με την πάροδο των 12 μηνών ζήτησε επανειλημμένα, τόσο προφορικά όσο και με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 15/11/2018, την επιστροφή του ποσού. Παρουσιάζει αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ως Τεκμήριο
- Αρνείται ότι παρουσίασε τον εαυτό του στον Εναγόμενο ως ιδιώτη ατζέντη που συνεργάζόταν με ιδιωτικό γραφείο εξευρέσεως εργασίας στο οποίο ο Εναγόμενος αποτάθηκε για να εξεύρει αλλοδαπή κοπέλα και να την εργοδοτήσει ως οικιακή βοηθό και ότι υποσχέθηκε στον Εναγόμενο ότι θα του εξεύρει οικιακή βοηθό και ότι ζήτησε το ποσό των €850,00 σε μετρητά ούτως ώστε να εξασφαλίσει τραπεζική εγγύηση για την οικιακή βοηθό. Αναφέρει ότι τον Ιούλιο του 2017, εξηύρε οικιακή βοηθό για τον Εναγόμενο την οποία και ο Εναγόμενος εν τέλει εργοδότησε και ότι γνωρίζει ότι μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής ο Εναγόμενος συνέχιζε να την εργοδοτεί. Από την πλευρά του, ο Εναγόμενος, με την ένορκη δήλωση που καταχώρησε, αναφέρει ότι περί τα μέσα του 2017 αποτάθηκε σε ιδιωτικό γραφείο για να του εξεύρουν οικιακή βοηθό για να διαμένει και να φροντίζει την μητέρα του. Ο Ενάγοντας παρουσιάστηκε στον Εναγόμενο ως ιδιώτης ατζέντης που συνεργάζεται με κάποιο ιδιωτικό γραφείο εξευρέσεως εργασίας και τον έπεισε ότι μπορούσε να εξεύρει οικιακή βοηθό για την μητέρα του. Ο Ενάγοντας τον επισκέφθηκε στο σπίτι του με κάποιον άγνωστο ο οποίος του συστήθηκε ως Pavel ο οποίος του είπε ότι καταγόταν από το Νεπάλ. Τα πιο πάνω έλαβαν χώρα στην παρουσία της συζύγου και των παιδιών του Εναγόμενου. Αφού συζήτησαν για τις ανάγκες της μητέρας του Εναγόμενου, ο Ενάγοντας του είπε ότι θα βρει την κατάλληλη οικιακή βοηθό και ότι θα ετοιμάσει και θα καταθέσει όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την έκδοση άδειας παραμονής και εργασίας της οικιακής βοηθού. Περί τον Ιούλιο του 2017, ο Ενάγοντας τον ενημέρωσε ότι βρήκε οικιακή βοηθό και ότι ήταν η κατάλληλη και την εγγυόταν καθότι ήταν εξαδέλφη του Pavel. Ο Εναγόμενος πείστηκε από τις διαβεβαιώσεις αυτές του Ενάγοντα και ο Ενάγοντας του ανέφερε ότι θα προχωρούσε με την έκδοση των απαραίτητων εγγράφων. Ο Ενάγοντας ζήτησε από τον Εναγόμενο το ποσό των €850,00 σε μετρητά για να πληρωθεί η τραπεζική εγγύηση για την οικιακή βοηθό που εξηύρε, ποσό το οποίο ο Εναγόμενος του έδωσε. Αφού πέρασε αρκετός καιρός και ο Εναγόμενος διαπίστωσε ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν σε θέση αλλά ούτε και ήταν αρμόδιος να εξασφαλίσει την απαιτούμενη τραπεζική εγγύηση για την οικιακή βοηθό, όχλησε πολλές φορές τον Ενάγοντα για να του επιστρέψει τα χρήματα που του έδωσε για την εξασφάλιση της εγγυητικής. Ο Ενάγοντας τον κορόιδευε για αρκετό καιρό ότι θα του επιστρέψει το ποσό αλλά δεν το έπραττε βρίσκοντας διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες. Ο Ενάγοντας επέστρεψε το ποσό στον Εναγόμενο μόνο μετά από απειλές του τελευταίου ότι θα τον καταγγείλει στην αστυνομία εάν δεν του το επέστρεφε. Διευθετήθηκε για τον σκοπό αυτό συνάντηση στον χώρο στάθμευσης της εργασίας του Εναγόμενου όπου και ο Ενάγοντας του απολογήθηκε και του παρέδωσε την επιταγή ημερομηνίας 24/7/
- Ο Εναγόμενος θεώρησε το γεγονός λήξαν, εφόσον του επιστράφηκαν τα λεφτά. Ο Εναγόμενος, με τα χρήματα που του επέστρεψε ο Ενάγοντας, πλήρωσε την εγγυητική της οικιακής βοηθού, αφού ο Ενάγοντας ήταν αναρμόδιος να το πράξει και παρέδωσε στον Ενάγοντα αντίγραφο της εγγυητικής ενόψει του ότι ο Ενάγοντας του υποσχέθηκε ότι θα προχωρούσε με την έκδοση των υπολοίπων εγγράφων για την εργοδότηση της οικιακής βοηθού. Επισυνάπτει αντίγραφο της τραπεζικής εγγυητικής ως Τεκμήριο
- Λόγω του ότι ήταν άμεση η ανάγκη να έρθει η οικιακή βοηθός, ο Εναγόμενος παρέβλεψε τα όσα προηγήθηκαν και πείστηκε να συνεχίσει μαζί με τον Ενάγοντα μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αφού ο τελευταίος τον διαβεβαίωσε ότι θα ολοκλήρωνε τις διαδικασίες για να έρθει η οικιακή βοηθός. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ενάγοντας έχει στην κατοχή του όλα τα έγγραφα που αφορούν την οικιακή βοηθό. Περί τον Ιούλιο του 2017 η οικιακή βοηθός υπέγραψε συμβόλαιο εργοδότησης το οποίο κατατέθηκε και σφραγίστηκε δεόντως από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Επισυνάπτει προς τούτο ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο του συμβολαίου εργοδότησης και αντίγραφο της άδειας εισόδου της οικιακής βοηθού ως Τεκμήριο
- Παρόλο που ο Εναγόμενος επισήμανε στον Ενάγοντα ότι τον παραπλάνησε και ότι ψευδώς του παρουσιάστηκε ως αρμόδιος ιδιώτης ατζέντης, ο τελευταίος τον επισκέφθηκε εκ νέου στην οικία του και του παρέδωσε το τιμολόγιο με αρ. 1271 για το ποσό των €770,00 το οποίο αφορούσε τις υπηρεσίες που του παρείχε ως ιδιώτης ατζέντης. Ο Εναγόμενος κατέβαλε το εν λόγω ποσό σε μετρητά, ως ήταν η απαίτηση του Ενάγοντα. Παρουσιάζει αντίγραφο του τιμολογίου ως Τεκμήριο
- Αναφέρει περαιτέρω ότι, μετά από καιρό, πραγματοποίησε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με την εταιρεία Interamico Ltd, η οποία ήταν ο εκδότης του τιμολογίου. Από την έρευνα, προέκυψε ότι διευθυντής της ήταν ο Ενάγοντας και ότι η συγκεκριμένη εταιρεία διαγράφηκε από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών από το 2016, γεγονός το οποίο ο Ενάγοντας του απέκρυψε. Παρουσιάζει αντίγραφο της έρευνας ως Τεκμήριο
- Ούτε σχέση είχε, ούτε γνώριζε τον Ενάγοντα από προηγουμένως και συνεπώς κανένα λόγο είχε να δανειστεί από εκείνον οποιοδήποτε ποσό αλλά ούτε και ο Ενάγοντας να του δανείσει οποιοδήποτε ποσό. Η πρώτη φορά που συστήθηκαν ήταν όταν ο Ενάγοντας του παρουσιάστηκε ως ατζέντης. Αναφέρει ότι η εν λόγω οικιακή βοηθός δεν εργάζεται πλέον στην μητέρα του αφού στις 7/2/2019 υπογράφτηκε συμφωνία αποδέσμευσης, αντίγραφο της οποίας παρουσιάζει ως Τεκμήριο
- Καταληκτικά, αναφέρει ότι ουδεμία συνάντηση είχε ξανά με τον Ενάγοντα αλλά ούτε και ξαναμίλησε μαζί του μέχρι που, με μεγάλη έκπληξη του, παρέλαβε την επιστολή ημερομηνίας 15/11/2018 των δικηγόρων του Ενάγοντα. Αναφέρει, τέλος, ότι απάντησε στην εν λόγω επιστολή με δική του επιστολή ημερομηνίας 17/1/
- Σημειώνω ότι παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος αναφέρει στην δήλωση του ότι επισυνάπτει τις δύο αυτές επιστολές ως Τεκμήρια 7 και 8, εντούτοις τα εν λόγω έγγραφα δεν επισυνάπτονται στην πρωτότυπη ένορκη που βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, στην οποία, το τελευταίο επισυνημμένο και πιστοποιημένο από τον Πρωτοκολλητή τεκμήριο, είναι το Τεκμήριο 6 - αντίγραφο της συμφωνίας αποδέσμευσης της οικιακής βοηθού. Σημειώνω περαιτέρω, στο σημείο αυτό ότι, αν και αμφότεροι οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν τον ομνύοντα της άλλης πλευράς, εντούτοις ουδέποτε ζητήθηκε να γίνει κάτι τέτοιο και η ακρόαση ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Έχοντας διεξέλθει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που κατατέθηκαν αλλά και των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία, έχοντας επίσης υπόψη μου το τι συνεπάγεται για την εκδοχή του κάθε διαδίκου η μη αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της άλλης πλευράς (βλ. Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Για το θέμα αυτό παραθέτω επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην Περατικού ν Ελληνικής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 287/2013, απόφαση ημερομηνίας 16 Ιουνίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A254: «.δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας ότι πρέπει ατέγκτως να εξάγονται ή να συνάγονται (στην κάθε περίπτωση), δυσμενή συμπεράσματα (οποιασδήποτε μορφής), εξαιτίας της παράλειψης διαδίκου να αντεξετάσει. Η μη αντεξέταση μαρτύρων δεν υποδηλοί πως η μαρτυρία των μαρτύρων αυτών γίνεται άνευ ετέρου αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται. Μηδέ και απολήγει σε εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων, χωρίς αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας. Τουναντίον, το Δικαστήριο - με την κάθε υπόθεση να κρίνεται στη βάση των γεγονότων και περιστάσεων της - αναμένεται (στην κανονική πορεία των πραγμάτων), να αξιολογεί τις προβαλλόμενες εκδοχές και να καταλήγει στην κρίση του, συνυπολογίζοντας (κατά την αξιολογική βάσανο) και την όποια δυνητική επίδραση τής απουσίας αντεξέτασης, σταθμίζοντας (μεταξύ άλλων), το σύνολο των δικονομικών χειρισμών του αντεξετάζοντα, τους λόγους για τη μη αντεξέταση (στην έκταση που τούτοι μπορεί να αιτιολογήθηκαν ή και να ανακύπτουν από τα γεγονότα), τη φύση, το είδος και περιεχόμενο της μαρτυρίας τού μάρτυρα (αλλά και του μέρους εκείνου της μαρτυρίας του που δεν έτυχε αντεξέτασης), ως και πολλές άλλες μεταβλητές και γνώμονες που μπορεί (κατά περίπτωσιν), να έχουν τη δική τους αξία στην όλη δικαστική συνειρμική διεργασία και την προς τούτο ενάσκηση της παρεχόμενης διακριτικής ευχέρειας (βλ. Ρεουλλά ν Ιωάννου, ΠΕ 358/13, ημ. 17.2.21, Σκορδής ν Λάντου και Άλλων, ΠΕ 429/12, ημ. 22.4.20, ECLI:CY:AD:2020:A127, Αντωνάκης Χρ Σολομωνίδης Λτδ και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου
(2005)1(Α) ΑΑΔ 491, 496, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλων
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296, Adidas v The Jonitexo Limited
(1987)1 CLR 383, 388-389).» Η αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v David Costaki Mavronicola
(2009)1 ΑΑΔ 1138). Όπως αναφέρθηκε στην Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία.» Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν Παπαχρυσοστόμου, ως Διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1 ΑΑΔ 1360). Ως προς το πως τυχόν διάσταση μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας επηρεάζει την αξιοπιστία της προβαλλόμενης εκδοχής, παραπέμπω ενδεικτικά στην απόφαση στη Νεοφύτου ν Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25[1]. Των πιο πάνω λεχθέντων, παρατηρώ, εν προκειμένω, τα εξής. Η μαρτυρία του Ενάγοντα ήταν σαφής και συνάδει πλήρως με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Τα όσα αναφέρει στην μαρτυρία του έχουν συνοχή, είναι λογικά και υποστηρίζονται και επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα τα οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια. Αναφέρθηκε με ακρίβεια στην μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, τους όρους της, τον λόγο για τον οποίο δάνεισε στον Εναγόμενο το αξιούμενο ποσό, τον τρόπο με τον οποίο το δάνεισε και την είσπραξη του από τον Εναγόμενο με την κατάθεση της επιταγής όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2 που παρουσίασε αλλά και τις ενέργειες του ίδιου και των δικηγόρων του για την επιστροφή του με την αποστολή σχετικής επιστολής από τους τελευταίους. Γενικότερα, σε σχέση με την μαρτυρία του δεν εντοπίζονται ανακρίβειες ή οποιεσδήποτε ενδείξεις οι οποίες να θέτουν υπό αμφισβήτηση ή να αποδυναμώνουν τις θέσεις του επί των γεγονότων. Στην βάση της πιο πάνω αξιολόγησης η μαρτυρία του Ενάγοντα κρίνεται αξιόπιστη και ως τέτοια γίνεται αποδεκτή. Στρεφόμενος τώρα στην μαρτυρία του Εναγόμενου, θα συμφωνήσω καταρχάς με τη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Ενάγοντα ως προς το ότι μέρος της εκδοχής του Εναγόμενου, όπως αυτή προβλήθηκε κατά την ακρόαση, δεν καλύπτεται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του και ως εκ τούτου πρέπει να αγνοηθεί. Τούτο διότι, πουθενά στην Υπεράσπιση του δεν προβάλλει ισχυρισμούς σε σχέση με την έκδοση τιμολογίου από την εταιρεία Interamico Ltd για το ποσό των €770,00, την εξόφληση του εν λόγω τιμολογίου αλλά και για την μετέπειτα διαπίστωση του για την διαγραφή της εν λόγω εταιρείας από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών το 2016. Το ίδιο ισχύει και για την λήξη της εργοδότησης της οικιακής βοηθού τον Φεβρουάριο του 2019. Έχει προ πολλού εμπεδωθεί ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται στη δικογραφία, με σκοπό την διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου να απαντήσει στις θέσεις και τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24). Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν επεκτείνεται στην εξέταση θεμάτων πέραν από τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται από τα δικόγραφα (βλ. A.A. Pilottos Ltd v Cyprus Petroleum Refinery Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 90/2013, απόφαση ημερομηνίας 19 Οκτωβρίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A468). Ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων μέσω των δικογράφων είναι απαραίτητος προκειμένου να γίνει αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξη τους (βλ. Νεοφύτου κ.α. ν Γερακιώτη (ανωτέρω)) και μαρτυρία η οποία έχει προσκομισθεί από τον Εναγόμενο η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα αγνοείται (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422, Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Η απουσία συνεπώς του αναγκαίου αυτού υποβάθρου, που να καλύπτει τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, συνεπάγεται και ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί του θα πρέπει να αγνοηθούν. Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης μου για την προσκόμιση μαρτυρίας εκτός του πλαισίου των δικογράφων, παρατηρώ επίσης ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου στερείται συνοχής, λογικής και πειστικότητας. Εξηγώ. Ενώ ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας τον ενημέρωσε περί τον Ιούλιο του 2017 ότι είχε εξεύρει οικιακή βοηθό και του ζήτησε το ποσό των €850,00, το οποίο και ο τελευταίος αναφέρει ότι του έδωσε, ακολούθως ισχυρίζεται ότι μεσολάβησαν διάφορες οχλήσεις του προς τον Ενάγοντα και ότι πέρασε αρκετός καιρός κατά την διάρκεια του οποίου Ενάγοντας τον κορόιδευε ότι θα του τα επιστρέψει, μέχρις ότου ο τελευταίος να συμμορφθεί. Αναφέρει επίσης ότι για να του επιστρέψει τελικά το ποσό ο Ενάγοντας, με την επιταγή ημερομηνίας 24/7/2017 η οποία κατατέθηκε την 26/7/2017, χρειάστηκε να τον απειλήσει ότι θα τον κατάγγελλε στην αστυνομία. Ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του Εναγόμενου, για την πάροδο δηλαδή αρκετού χρόνου από την ημερομηνία που έδωσε το ποσό στον Ενάγοντα, τον Ιούλιο του 2017 μέχρι και την ημερομηνία της επιστροφής του στερείται πειστικότητας και λογικής ως προς τον χρόνο που διέρρευσε εφόσον η κατάθεση της επιταγής, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2, που ο Ενάγοντας παρουσίασε και το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Εναγόμενο καθ' οιονδήποτε τρόπο, έγινε εντός του ίδιου μήνα, ήτοι εντός Ιουλίου
- Παρεμβάλλω επίσης ότι ενώ ο Εναγόμενος αναφέρει ότι απάντησε στην επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερομηνίας 15/11/2018 με δική του επιστολή ημερομηνίας 17/1/2019 την οποία μάλιστα αποκαλύπτει και αναφέρει ότι την επισυνάπτει ως τεκμήριο, αυτή τελικά δεν επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση του. Συνακόλουθα ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του, περί απάντησης δηλαδή στην επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα, δεν υποστηρίχθηκε από έγγραφη μαρτυρία και παρέμεινε αόριστος. Τέλος, ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι άφησε τον Ενάγοντα να ολοκληρώσει τις διαδικασίες για την εργοδότηση της οικιακής βοηθού, παρά τα όσα είχαν προηγηθεί μεταξύ τους, στερείται λογικής και πειστικότητας. Τούτο διότι ενώ, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, οι μεταξύ τους σχέσεις είχαν φτάσει στα άκρα, με τον Εναγόμενο να φτάνει στο σημείο να απειλεί τον Ενάγοντα με καταγγελία στην αστυνομία, εντούτοις, μετά την επιστροφή του ποσού αναφέρει ότι επέλεξε, κατόπιν διαβεβαιώσεων του Ενάγοντα, να τον αφήσει να ολοκληρώσει τις σχετικές διαδικασίες. Στην βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, η μαρτυρία του Εναγόμενου και η από πλευράς του εκδοχή ως προς τα γεγονότα κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτεται, σε αντίθεση με αυτήν του Ενάγοντα η οποία κρίνεται αξιόπιστη και ως αποτέλεσμα γίνεται αποδεκτή. Καταλήγω συνεπώς ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την μεταξύ των διαδίκων διαφορά είναι όπως τα περιέγραψε ο Ενάγοντας και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα, ως ακολούθως: Κατόπιν παράκλησης του Εναγόμενου και μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας, ο Ενάγοντας, την 24/7/2017, δάνεισε στον Εναγόμενο το ποσό των €850,
- Το ποσό δόθηκε στον Εναγόμενο με επιταγή του Ενάγοντα ημερομηνίας 24/7/2017, αρ. [ ], της ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ. Η επιταγή εξαργυρώθηκε από τον Εναγόμενο την 26/7/
- Όρος της προφορικής τους συμφωνίας ήταν ότι ο Εναγόμενος με το ποσό αυτό θα εξασφάλιζε τραπεζική εγγύηση για την οικιακή βοηθό. Η εγγυητική εξασφαλίστηκε την 1/8/
- Ήταν περαιτέρω όρος της προφορικής συμφωνίας των διαδίκων ότι ο Εναγόμενος θα επέστρεφε το ποσό στον Ενάγοντα σε 12 μήνες από την ημερομηνία παραλαβής του, με νόμιμο τόκο. Μετά την πάροδο των 12 μηνών, ο Ενάγοντας ζήτησε από τον Εναγόμενο, τόσο προφορικά όσο και με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 15/11/2018 την επιστροφή του ποσού, πλην όμως, ο Εναγόμενος μέχρι και σήμερα δεν του επέστρεψε οποιοδήποτε ποσό. Το επίπεδο απόδειξης, σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Για σκοπούς επιτυχίας μιας αγωγής, απαιτείται από τον Ενάγοντα να προσκομίσει, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να έχει την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιείται το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, Λευκωσία, σελ. 196). Αποτυχία του διάδικου να αποδείξει την υπόθεση του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων συνεπάγεται και αποτυχία απόσεισης του βάρους απόδειξης που ο διάδικος φέρει, έστω και αν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από αυτή της άλλης πλευράς (βλ. Μπούλος Μαρσέλ (ανωτέρω), Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614 και Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295). Το ερώτημα που τίθεται στην προκειμένη περίπτωση είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας προσκόμισε τέτοια αποδεκτή μαρτυρία η οποία να αρκεί για να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει. Στην βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, κρίνω ότι ο Ενάγοντας, με την αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία που προσέφερε, απέσεισε το βάρος απόδειξης το οποίο φέρει, σε αντίθεση με τον Εναγόμενο, η μαρτυρία του οποίου προς υποστήριξη της Υπεράσπισης του, δεδομένων των ανωτέρω διαπιστώσεων μου, κρίθηκε αναξιόπιστη και ως τέτοια απορρίφθηκε. Καταλήγω συνεπώς ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει την υπόθεση του στον απαιτούμενο βαθμό και ότι δικαιούται στην καταβολή του ποσού των €850,00 από τον Εναγόμενο. Κατά συνέπεια η αγωγή επιτυγχάνει σε όλες της τις βάσεις. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €850,00 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι από την 14/1/2019, μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Τα πιο πάνω συνδέονται και με την ευρύτερη διαπιστωθείσα αναξιοπιστία του εφεσείοντα ενόψει και της διάστασης της ζώσας μαρτυρίας του, έναντι των δικογραφημένων ισχυρισμών του. Αδίκως ο εφεσείων βάλλει κατά της απόφασης για αυτό το ζήτημα εφόσον ορθά, κρίνεται, το πρωτόδικο Δικαστήριο εντόπισε ανακολουθία μεταξύ των δικογραφημένων ισχυρισμών της υπεράσπισης και ανταπαίτησης και της μαρτυρίας που δόθηκε ενόρκως.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο