← Κύπρος

Αναφορικά με την Αίτηση του MORDECHAI GANZ ν. Αναφορικά με την GI3 HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αιτήσεως 269/2021, 4/10/2024

Αναφορικά με την Αίτηση του MORDECHAI GANZ ν. Αναφορικά με την GI3 HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αιτήσεως 269/2021, 4/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Αιτήσεως 269/2021 Αναφορικά με την GI3 HOLDINGS LIMITED και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, και Αναφορικά με την Αίτηση του MORDECHAI GANZ, για την εκκαθάριση της ως άνω Εταιρείας Ημερομηνία: 4/10/2024 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Α. Δημητριάδης Για Kαθ' ης η Αίτηση: κα. Ν. Πελεκάνου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής, μέτοχος του 50% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Καθ' ης η αίτηση, αξιώνει την εκκαθάριση της λόγω καταπίεσης του, ως μετόχου μειοψηφίας. Με την αίτηση του αναπτύσσει τρεις λόγους προς απόδειξη της αιτήσεως, ήτοι ότι ουδέποτε τυγχάνει ενημέρωσης για τις εργασίες της Εταιρείας, τις συναλλαγές και την διαχείριση της, ενώ οι επενδύσεις της είναι αντίθετες με όσα συμφωνήθηκαν, παράνομες και δεν επιφέρουν κέρδος. Εγείρει επίσης ότι πείστηκε να χορηγήσει στην Καθ' ης η αίτηση δάνειο ύψους περί τα 4,5 εκατομμυρίων δολάρια ΗΠΑ, ενώ μέχρι και σήμερα δεν υπάρχει ακριβής πληροφόρηση σχετικά με τον τρόπο που αυτά τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν προς το συμφέρον της Εταιρείας, ούτε και πότε το εν λόγω δάνειο θα αποπληρωθεί. Τέλος αναφέρεται σε συγκεκριμένο διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση, υποστηρίζοντας ότι ενεργούσε με γνώμονα την αποκόμιση ίδιου οφέλους, σε συνθήκες σύγκρουσης συμφέροντος και καταχράστηκε την απόλυτη εμπιστοσύνη που του επέδειξε ο Αιτητής. Προς επίρρωση των θέσεων του Αιτητή, καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Φιερού, δικηγόρου στο γραφείου που εκπροσωπεί τον Αιτητή. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε η ένσταση της Καθ' ης η αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Ιωάννη Κολιανδρή, επίσης δικηγόρου. Ακολούθησε, μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων από τους πρωταγωνιστές της αντιδικίας, τον Αιτητή και τον κ. Abraham Goren (στο εξής «ο Goren»), διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση. Στην ένορκη δήλωση του κ. Φιερού, επισυνάπτονται τα έγγραφα που αφορούν την Καθ' ης η αίτηση και καταδεικνύουν τους Διευθυντές, τους μετόχους και το καταστατικό της. Γίνεται αναφορά στις φιλικές σχέσεις του Αιτητή με τον Goren και την τυφλή εμπιστοσύνη που είχε ο πρώτος στον τελευταίο με αποτέλεσμα να υπογράφει ότι του διδόταν, χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο του, αφού δεν γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Ο Αιτητής είναι έμπορας διαμαντιών και δεν είχε την όποια γνώση για την επένδυση που πρότεινε ο Goren. Συγκεκριμένα του είχε προταθεί μια επενδυτική ευκαιρία η οποία αφορούσε την αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας στην Ινδία, περί το Σεπτέμβριο του

  1. Ο Goren παρουσίασε αυτή την ευκαιρία ως μια επένδυση για την ανάπτυξη οικιστικών μονάδων σε μια έκταση περί των 100 στρεμμάτων γης στο χωριό Damal, Kanchipuram, Chennai, της Ινδίας. Ελέχθη αυτό στον Αιτητή και ο Goren παρουσίασε τον Mundayil Aboobacker Pharis ως ένα μεγιστάνα με εταιρείες στο Dubai και την Ινδία και ότι ήτο ο ιδιοκτήτης της γης που θα πωλείτο. Ο Goren εξήγησε επίσης ότι υπήρχε ενδιαφερόμενος ο οποίος ήδη αγόρασε το έργο και αυτό που χρειαζόταν ήταν ένα δάνειο για την χρηματοδότηση του. Ο Αιτητής πείστηκε να καταβάλει ένα ποσό που θα κάλυπτε το 90% της επένδυσης για να λάβει το 50% των μετοχών της Καθ' ης η αίτηση. Ο Αιτητής απέκτησε τις μετοχές της Εταιρείας την 6/12/2011, ενώ τύγχανε διαβεβαίωσης ότι ο Goren θα αναλάμβανε όλες τις πτυχές της διαπραγμάτευσης και χειρισμού της επένδυσης και ότι αυτή θα ήταν επικερδής. Ο Αιτητής εμπιστεύτηκε προς τούτο τον φίλο του τον Goren, και όταν του ζητήθηκε συνήψε μέσω άλλης εταιρείας του, της Ganz Properties Ltd, δάνειο για ποσό μέχρι $4,630,000 προς την Καθ' ης η αίτηση. Ενώ η σύβαση δανείου προνοούσε ότι το δάνειο θα εξοφλείτο εντός περιόδου πέντε ετών, ο Goren παρουσίαζε την επένδυση ως βραχείας διάρκειας και ότι η επένδυση τους θα κεφαλαιοποιείτο μετά το πέρας ενός έτους. Ο Goren είχε χορηγήσει και εκείνος δάνειο στην Καθ' ης η αίτηση, ύψους $500,
  2. Όπως ο Αιτητής υποστηρίζει, αργότερα ανακαλύφθηκε ότι η γη στην οποία θα αναγειρόταν το έργο ήτο ιδιοκτησίας εταιρειών που ήταν θυγατρικές της Seder Housing Private Limited, μία εταιρεία που είναι εγγεγραμμένη στο Chennai. Δεν έλαβε το όποιο έγγραφο αναφορικά με την επένδυση, ενώ δεν είχε ενημέρωση ως προς την εξέλιξη του έργου. Ο Goren εμπλέκετο σε μια πολύπλοκη μετοχική δομή και ενώ το έργο καθυστερούσε, τον διαβεβαίωνε ότι όλα είναι εντάξει. Το 2015, ένεκα του γεγονότος ότι ο Goren δεν απαντούσε στον Αιτητή, προσέλαβε λογιστή ο οποίος θα ερευνούσε τη συναλλαγή σχετικά. Δεν δόθηκαν ποτέ οικονομικές καταστάσεις στον Αιτητή και οι όποιες καταστάσεις δόθηκαν αργότερα φάνηκε ότι ήταν εσφαλμένες. Υποστηρίζει τελικώς ο Αιτητής ότι ο Goren σκοπό είχε να λάβει τα χρήματα και στη συνέχεια έπαψε να δρα διαφανώς ενώ οι όποιες παραστάσεις του ήταν αναληθείς. Όταν η περίοδος για την αποπληρωμή του δανείου εξέπνευσε, ο Αιτητής επικοινώνησε με τον Γραμματέα της Καθ' ης η αίτηση, κατά η περί τον Δεκέμβριο του 2016 και ζήτησε επίσημα όπως το δάνειο αποπληρωθεί. Ο Γραμματέας επικοινώνησε με τον Goren και του ζήτησε όπως προχωρήσει σε διευθετήσεις για αποπληρωμή του δανείου, ο οποίος ουδέν έπραξε προς τούτο. Έλαβαν μάλιστα, οι διευθυντές της Καθ' ης η αίτηση, $500.000 και δεν ενήργησαν προς τον σκοπό της αποπληρωμής του δανείου, κατά παράβαση των καθηκόντων πίστης τους. Ο Goren ενέπλεξε τρίτα άτομα στο σχήμα της επένδυσης, πράγμα που κατά τον Αιτητή δεικνύει πρόθεση εξαπάτησης. Αναφερόμενος ο Αιτητής σε συμφωνία αγοράς μετοχών η οποία συντάχθηκε από τον Goren και υποτίθεται θα υπηρετούσε το σκοπό πώλησης των μετοχών του Αιτητή και του Goren (τις οποίες μετοχές κατείχε η σύζυγος του) προς αποκόμιση κέρδους, είπε ότι αντιλαμβανόμενος το δόλο προσέφυγε στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου. Ο Αιτητής αποκάλυψε ότι είχε καταχωρηθεί προηγούμενα άλλη αίτηση εκκαθάρισης από την εταιρεία Ganz Properties Limited, σε σχέση με τη σύμβαση δανείου. Η Σύμβαση Δανείου συνομολογήθηκε από την Ganz Properties Ltd, η οποία είναι μία από της εταιρείες του ομίλου του Αιτητή. Το ποσό που αφορά το δάνειο αποστάληκε στην Καθ' ης η αίτηση από άλλη εταιρεία, την Moti Ganz Ltd - η οποία είναι άλλη εταιρεία που ανήκει στον όμιλο του Αιτητή. Θεωρείται, όμως, ως νομική συμβουλή που έλαβε ο Αιτητής, ως μια ενιαία οικονομική οντότητα για σκοπούς των φορολογικών αρχών του Ισραήλ. Στη βάση των ως άνω ο Αιτητής εγείρει ότι ο Αιτητής έχασε την όποια εμπιστοσύνη είχε στον Goren και ως μέτοχος κατά 50%, δεν έχει τη δυνατότητα να λάβει μέτρα προς το σκοπό: (α) Διεύθυνσης της Εταιρείας προς το συμφέρον της και κατ' επέκταση, αυτό των μετόχων της, (β) Να εντοπίσει και να προχωρήσει σε μέτρα σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας και/ή άλλες απαιτήσεις που δυνατό να διατηρεί, (γ) Να εισπράξει τυχόν οφειλόμενα χρέη και να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον των οφειλετών, (δ) Να προχωρήσει σε εξακρίβωση των ενεργειών των Διοικητικών Συμβούλων της εταιρείας σε σχέση με τις συναλλαγές τους με εμπλεκόμενα πρόσωπα και να λάβει μέτρα εναντίον τους. Ως λόγοι ένστασης από την Καθ' ης η αίτηση εγείρονται εν πολλοίς οι εξής: η έλλειψη δικαιώματος καταχώρησης της αίτησης από τον Αιτητή (locus standi), ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις επιτυχίας της αίτησης, ο Αιτητής επιδιώκει αθέμιτους σκοπούς, ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη και ότι δεν κρίνεται δίκαιο και πρέπον (just and equitable) όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί. Τους λόγους ένστασης υποστηρίζει ένορκη δήλωση του κ. Ιωάννη Κολιανδρή, δικηγόρου από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ης η αίτηση. Επί της ενόρκου δηλώσεως γίνεται αναφορά στην πρόταση του Goren προς τον Αιτητή να συνεργαστούν, ώστε να προχωρήσουν στην αγορά γης στην Ινδία, μέσω των θυγατρικών εταιρειών της Καθ΄ ης η Αίτηση, για να αναπτυχθεί και να πωληθεί με σκοπό την κερδοφορία της. Η γη έχει αγοραστεί και η θυγατρική εταιρεία της Καθ΄ ης η Αίτηση διατηρεί ακίνητη περιουσία στην Ινδία. Όλες οι διαδικασίες έγιναν νομότυπα και με συμφωνία των μερών. Ο Goren αποδέχθηκε να συνεργαστεί με τον Αιτητή, λόγω της φιλικής τους σχέσης, αλλά και λόγω πίεσης που του ασκούσε ο τελευταίος, γνωρίζοντας την κερδοφορία των επιχειρήσεων του. Απορρίπτεται ότι ο Goren είναι έμπειρος νομικός και αναφέρουν ότι Goren και Αιτητής απευθύνθηκαν σε δικηγορικό γραφείο για να τους συμβουλεύσει και ετοιμάσει σχετικές συμφωνίες. Ο Αιτητής τελικά αποφάσισε ότι δεν επιθυμεί την εμπλοκή δικηγόρων. Απορρίπτουν επίσης τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής δεν ομιλεί ή γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, παραπέμποντας στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής ήταν ενήμερος αναφορικά με τις δραστηριότητες της και την επένδυση στην Ινδία. Ζητούσε από τον Goren να τον επισκέπτεται στο γραφείο του κάθε φορά που επέστρεφε από την Ινδία και τουλάχιστον μία φορά τη βδομάδα όταν ήταν στο Ισραήλ o Goren καθόταν μαζί με τον Αιτητή και τον πατέρα του και τους ενημέρωνε για τις εξελίξεις και την πρόοδο της επένδυσης. Τους έδινε αντίγραφα από όλα τα σχετικά έγγραφα και απαντούσε σε όλες τους τις ερωτήσεις. Όταν o Goren ήταν στην Ινδία ο Αιτητής του τηλεφωνούσε πολύ συχνά για να ενημερωθεί και ο Goren πάντοτε τον ενημέρωνε. Σχετικά με το δάνειο η Καθ' ης η αίτηση αντιτείνει ότι αυτό χορηγήθηκε από τον Αιτητή, θα αποπληρωνόταν από το κέρδος της επένδυσης και αποπληρώθηκε μερικώς. Ο Αιτητής δεν δικαιούτο επιτοκίου και η αποπληρωμή του, όπως αναφέρεται στο σώμα του δανείου θα γινόταν σε 5 έτη. Επεξηγείται επακριβώς, στην ένορκη δήλωση Κολιανδρή το πως εξελίχθηκε η επένδυση, την συμφωνία με εργολάβο για ανάπτυξη της γης και τελικώς την προσπάθεια πώλησης της γης λόγω οικονομικών δυσκολιών του Αιτητή. Τότε και μόνο όταν πωλείτο η γη θα αποπληρωνόταν το δάνειο του Αιτητή. Ο Αιτητής ενημερωνόταν για τις οικονομικές καταστάσεις της Καθ' ης η αίτηση, σχετικές καταστάσεις κατατέθηκαν για το έτος 2014, ενώ για τα επόμενα έτη δεν συνεργαζόταν ο Αιτητής και γι' αυτό δεν κατατέθηκαν. Επισυνάπτεται αλληλογραφία με λογιστή του Αιτητή, ο οποίος ενημερώνεται για τα οικονομικά της Καθ' ης η αίτηση, αλλά και την εξέλιξη της επένδυσης (Τεκμήρια 2 και 5). Καμία περαιτέρω ενημέρωση δεν ζητήθηκε από τον Αιτητή. Η Καθ' ης η αίτηση εστιάζει στο ότι ο Αιτητής απέκρυψε τις διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα σε διάφορα σώματα στο Λονδίνο. Ειδικότερα εκκρεμούσε η διαιτητική διαδικασία υπ' αριθμό 173832 στο Λονδίνο, η οποία ξεκίνησε από τον Αιτητή εναντίον, μεταξύ άλλων, και του Goren. Η διαδικασία αφορούσε ισχυριζόμενη συμφωνία πώλησης μετοχών και την ειδική εκτέλεση αυτής προς ικανοποίηση της αμφισβητούμενης από την Καθ΄ ης η Αίτηση οφειλής δυνάμει ενός δανείου που της παραχωρήθηκε. Το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 31/03/2020 έκρινε ότι η ισχυριζόμενη συμφωνία πώλησης μετοχών δεν υπήρχε και η συνδεόμενη συμφωνία διαιτησίας δεν ήταν έγκυρη με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην έχει δικαιοδοσία όσο αφορά την απαίτηση του Απαιτητή σε σχέση με τη συμφωνία πώλησης μετοχών. Μετά την πιο πάνω απόφαση, ο Αιτητής και συνδεόμενα με αυτόν πρόσωπα ζήτησαν συμπληρωματική απόφαση σε σχέση με απαίτηση που παρουσιάστηκε στην ανωτέρω αναφερόμενη διαιτητική διαδικασία και ισχυρίζονταν ότι αυτή δεν περιλήφθηκε στην απόφαση. Επίσης προχώρησαν με περαιτέρω διαδικασίες στο Ανώτατο Δικαστήριο στο Λονδίνο (High Court in London) προσβάλλοντας την απόφαση ημερομηνίας 31/03/2020 ότι ήταν άδικη και με προκατάληψη. Καμία από τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν μετά την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 31/03/2020 φαίνεται να δικαιολογείται σύμφωνα με τους κανονισμούς του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (LCIA). Η πρώτη διαδικασία που κατατέθηκε εκεί, απορρίφθηκε. Ο Αιτητής καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Επ' αυτής αναφέρεται ότι η δική του συμμετοχή θα περιοριζόταν στη χρηματοδότηση του έργου ενώ ο Goren θα ήταν υπεύθυνος για τη δημιουργία της όλης δομής, της αγοράς της γης καθώς και της επίβλεψης των διεργασιών. Αναφέρει ότι δεν τον ενδιέφερε να αποκομίσει κέρδος από το δάνειο αλλά από την επένδυση, ενώ επιμένει ότι παρά τα αναγραφόμενα στο δάνειο (επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης Φιερού) αυτό θα αποπληρωνόταν στο ένα έτος και θα του απόδιδε 8% επιτόκιο. Στην πορεία αντιλήφθηκε ότι οι παραστάσεις του Goren δεν ήταν ρεαλιστικές αφού η χρηματοδότηση αγοράς γης στην Ινδία, για την οποία απαιτείται άδεια, είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα. Εξηγεί ότι ο Goren παρουσιαζόταν ως γνώστης των διαδικασιών που ήταν αναγκαίες για τη διενέργεια της επένδυσης και γι' αυτό δεν αναζήτησε νομική συμβουλή. Είχε απόλυτη εμπιστοσύνη σε αυτόν σε σημείο που δεν ζητούσε καν μεταφρασμένο το κείμενο που υπέγραφε. Μετά το 2015 και όταν ξεκίνησαν οι τράπεζες να του ζητούν στοιχεία για την επένδυση που έγινε, τότε ο Αιτητής υπέβαλε συγκεκριμένα ερωτήματα στον Goren, σχετικά με το θέμα της αποπληρωμής του δανείου ενώ του εξήγησε την πίεση που δεχόταν από τις τράπεζες. Ο Goren δεν του απάντησε συγκεκριμένα αλλά τον εμπιστεύτηκε ως καλό του φίλο. Στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, ο Αιτητής παραδέχεται ότι μιλούσε τακτικά με τον Goren για το έργο, αλλά αναφέρει ότι η ενημέρωση που του δίδετο ήταν ψευδής και δεν ήταν ολοκληρωμένη. Αναφέρεται μάλιστα στην ενημέρωση που του έδιδε ο Goren τo 2016 και μάλιστα ότι θα προχωρούσε σε πώληση της γης ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτηση, γιατί ο Αιτητής είχε ανάγκη ρευστότητας, ενώ ο Goren πίστευε στις προοπτικές εκμετάλλευσης της. Ο Αιτητής στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση κάνει αναφορά σε έκθεση που ετοιμάστηκε από τον λογιστή του το 2015, αναφορικά με το έργο. Ένα από τα ευρήματα της έκθεσης ήταν ότι αν και η Καθ' ης η Αίτηση αποτελούσε τον κύριο χρηματοδότη, δεν είχε στην ουσία τον οποιοδήποτε έλεγχο επί του έργου το οποίο ήταν κατά 99.998% ιδιοκτησίας της Parrot Grove (οντότητα η οποία ελέγχεται ή ανήκει στον Pharis). Παρά ταύτα ο Goren διαβεβαίωνε τον Αιτητή ότι ο Pharis είχε ποσοστό μόνο 5% επί του έργου. Λόγω του ότι δεν ήταν νόμιμο για αλλοδαπό να αγοράσει αγροτική γη στην Ινδία, η γη η οποία αγοράστηκε συνιστούσε ανεκμετάλλευτη αγροτική γη. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Goren δόμησε τα πάντα στην Parrot Grove, στην οποία διατηρούσε ποσοστό 99% στο όνομα του. Η γη, δε, παρέμεινε ανεκμετάλλευτη και τούτα είναι όσα δεν αποκαλύφθηκαν στον Αιτητή, ως ο ίδιος ισχυρίζεται. Ο Αιτητής κάνει αναφορά στα πρακτικά της διαδικασίας που έλαβε χώρα στο Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου, όπου κατά την άποψη του καταδείχθηκε ότι δεν υπήρχε αγοραστής για τη γη. Απορρίπτει τον ισχυρισμό της Καθ' ης η αίτηση ότι έγινε συμφωνία για πώληση της γης, ενώ αναφέρει ότι οι διαδικασίες στο Λονδίνο διαχώρισαν την πώληση μετόχων από το ζήτημα του δανείου. Καταλήγει, δε, ότι έχασε πλήρως την εμπιστοσύνη του προς τον Goren, οι διευθυντές δεν κάνουν ούτε τα βασικά και γι' αυτό είναι δίκαιο και εύλογο να εγκριθεί η αίτηση του. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχώρησε και ο Goren. Εκεί εξηγεί το σκοπό της επένδυσης, ήτοι την αρχική πρόθεση για ανέγερση κατοικιών και την αλλαγή του σχεδίου σε πώληση οικοπέδων. Απορρίπτει ότι η συνεννόηση ήταν να αποπληρωθεί το δάνειο σε 1 έτος, αν και ήλπιζαν να μπορούσαν πριν τα 5 έτη, να προβούν σε αποπληρωμή. Η συμφωνία τους με τον Αιτητή ήταν ο τελευταίος να αναλάβει την χρηματοδότηση του έργου και ο ίδιος, ο Goren, την επένδυση, την ιδέα, τη γη, τις επαφές και τη διαχείριση του έργου. Ο Goren υποστηρίζει ότι ενημέρωνε αδιάκοπα τον Αιτητή, για όλα τα ζητήματα που αφορούσαν το έργο. Τον διορισμό Ινδών δικηγόρων για τα νομικά θέματα και το διορισμό Ισραηλιτών δικηγόρων για τη μεταξύ τους συμφωνία, η οποία τελικά δεν έγινε, γιατί ο Αιτητής αποφάσισε προς τούτο. Ακόμα και για άλλα ζητήματα, ο Goren ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής ενημερωνόταν και στα αγγλικά, παρά την θέση του ότι δεν αντιλαμβάνεται τη γλώσσα. Αυτός ο ισχυρισμός του αντικρούεται, πάντα κατά τον Goren, λόγω του ότι ο Αιτητής έχει επιτυχημένες επιχειρήσεις στις ΗΠΑ και λαμβάνει μέρος σε διεθνή φόρα. Εξηγώντας την εξέλιξη του έργου ανέφερε ότι ουδέποτε σκέφτηκαν να πωλήσουν τη γη, αλλά σκοπό είχαν την λήψη αδειών για να δημιουργηθούν οικόπεδα. Είχαν συμφωνήσει μάλιστα με Εταιρεία που θα προέβαινε στις κατασκευαστικές εργασίες, διαδικασία που γνώριζε ο Αιτητής ότι ήταν χρονοβόρα. Ο Αιτητή είχε προβλήματα με τις τράπεζες και προς τούτο και ο ίδιος ο Goren είχε δώσει διαβεβαιώσεις στην τράπεζα του Αιτητή. Όταν τα προβλήματα με τις τράπεζες πλήθαιναν, τότε ξεκίνησαν να εξετάζουν προσφορές για πώληση της γης. Ακύρωσαν τη συμφωνία για ανάπτυξη, παρά το ότι θα τους επέφερε μεγαλύτερο κέρδος και συμφώνησαν με αγοραστή, ο οποίος τελικώς υπαναχώρησε. Το 1 εκατομμύριο δολάρια, δεν δόθηκαν στον Αιτητή από την πώληση αλλά γιατί ο ίδιος ζητούσε να δανειστεί χρήματα. Σχετικό τεκμήριο μάλιστα επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο Α, όπου φαίνεται η πληρωμή ποσών από την Καθ' ης η αίτηση με αποδέκτη τον Αιτητή. Ο Goren εξηγεί ότι συνεργάστηκε πλήρως με τον λογιστή που ορίστηκε από τον Αιτητή, αλλά ο λογιστής λίγο αργότερα υποκινούσε τον Αιτητή εναντίον του. Υπεραμύνεται της ποιότητας της γης που κατείχε η Καθ' ης η αίτηση, κάτι που και ο λογιστής φαίνεται να παραδέχθηκε (Τεκμήριο Β), αλλά και του χειρισμού, της εταιρικής δομής σε σχέση με το έργο. Εξήγησε πως κάθε διαδικασία την οποία έκανε ο Αιτητής στην Αγγλία απέτυχε, με τους ισχυρισμούς του να απορρίπτονται. Όσον αφορά τους ελεγμένους λογαριασμούς ο Goren ήγειρε ότι ο Αιτητής αρνείτο να υπογράψει τις καταστάσεις πραγματικών δικαιούχων και έτσι οι ελεγκτές του αποχώρησαν και δεν βρήκε άλλους για να προβούν στη σχετική υποβολή. Απορρίπτει αφενός ότι το δάνειο του ιδίου πληρώθηκε και αφετέρου ότι η Καθ' ης η αίτηση έχει χρήματα να αποπληρώσει το δάνειο του Αιτητή. Αν και ζητήθηκε από τον Αιτητή να διαπραγματευτεί μέσω του δικηγόρου του συμφωνία πώλησης, ο ίδιος δεν εμφανίστηκε στις προγραμματισμένες συναντήσεις. Τέλος αναφέρει ότι η γη πωλήθηκε, ζήτησε να προβεί σε διανομή του ποσού πώλησης, αλλά η πρόταση του απορρίφθηκε. Τα χρήματα, δε, βρίσκονται στην κατοχή ινδικής εταιρείας, θυγατρικής της Καθ' ης η αίτηση και δεν είναι βέβαιο αν μπορούν να μεταφερθούν στην Κύπρο. Όπως γίνεται αντιληπτό από την ως άνω παράθεση της ενώπιον μου μαρτυρίας, οι δύο πλευρές αναπτύσσουν διαφορετικές θεωρήσεις και οπτική, ως προς σειρά ζητημάτων που εγείρονται ενώπιον μου. Η τεκμηρίωση των θέσεων της κάθε πλευράς, ήταν ελλιπής, αν αναλογιστεί κανείς την εννοιολογική πυκνότητα των επιχειρημάτων τους. Εν πάση όμως περιπτώσει, μέσω της ενώπιον μου μαρτυρίας εξάγονται συγκεκριμένα ευρήματα ως κατωτέρω: Α. Αιτητής και Goren είχαν από χρόνια φιλική μεταξύ τους σχέση και έτσι αποφάσισαν να συμπράξουν στην Καθ' ης η αίτηση. Κύριος σκοπός ήταν η επένδυση σε ακίνητα στην Ινδία. Ο Αιτητής χρηματοδότησε, μέσω δανείου, την Καθ' ης η αίτηση και ο Goren ανέλαβε τον χειρισμό της επένδυσης, μέσω γνωριμιών και γνώσεων του. Β. Ένα από τα καίρια ζητήματα που ο Αιτητής ήγειρε ήταν ότι ο Goren ποτέ δεν τον ενημέρωσε για τις εργασίες της Εταιρείας και αφέθηκε να είναι στο σκοτάδι σχετικά με τις συναλλαγές και την διαχείριση της, ενώ προέβη σε επενδύσεις αντίθετες με αυτό που αρχικώς συμφωνήθηκε, παράνομες ή άνευ οικονομικής αξίας για την Εταιρεία (βλ. σημείο 7 (α) της Αίτησης). Στη συνέχεια (ε/δ του Αιτητή παρ. 11 (γ)) η θέση του μεταβλήθηκε αναφέροντας ο Goren τον ενημέρωνε για την πρόοδο του έργου, αλλά αυτή η ενημέρωση ήταν ψευδής. Σχετική ενημέρωση από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση σε αντιπροσώπους του Αιτητή (λογιστές), τουλάχιστον μέχρι το 2016 αποδεικνύεται στα Τεκμήρια 2 και 5 της ένορκης δήλωσης Κολιανδρή. Γ. Το δεύτερο ζήτημα που με την Αίτηση του εγείρει ο Αιτητής είναι η χορήγηση δανείου 4,5 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ από την προσωπική του περιουσία προς την Καθ' ης η αίτηση χωρίς να υπάρχει ακριβής πληροφόρηση σχετικά με τον τρόπο που αυτά τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν προς το συμφέρον της εταιρείας. Στη συνέχεια καταδείχθηκε ότι μέρος του δανείου αποπληρώθηκε (Τεκμήριο Α ε/δ Goren). Οι διάδικοι διαφώνησαν για το ποιος είχε παράσχει αυτό το δάνειο στην Καθ' ης η αίτηση, ζήτημα που λίγη σημασία έχει καθώς είναι παραδεκτό ότι ο Αιτητής εμπλέκετο στην καταβολή του ποσού αυτού, ως δανείου. Δ. Πολλής λόγος έγινε για την διαδικασία στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου και τις επακόλουθες αυτής διαδικασίες. Εκ του Τεκμηρίου Γ στην ε/δ Goren, την τελεσίδικη απόφαση του High Court of Justice, προκύπτει ότι αντικείμενο αυτής ήταν η συμφωνία πώλησης των μετοχών της Καθ' ης η αίτηση. Τούτη η διαφορά αποκαλύφθηκε από τον Αιτητή, μέσω της ενόρκου δηλώσεως Φιερού, ενώ το τι εκεί αποφασίστηκε δεν είναι ζήτημα που άπτεται της υπό εξέταση αίτησης. Ε. Τρίτος λόγος για τον οποίο ο Αιτητής αιτιάται καταπίεση μειοψηφίας είναι ότι o Goren ενεργούσε με γνώμονα την αποκόμιση ίδιου οφέλους και σε συνθήκες σύγκρουσης συμφέροντος, ενώ καταχράστηκε την απόλυτη εμπιστοσύνη που του επέδειξε ο Αιτητής. Προς τούτο κατατέθηκε πλήθος αντικρουόμενων ισχυρισμών. Παρά τα όσα ο Αιτητής εγείρει, όμως, προκύπτει ότι αφενός η γη είχε μεγάλη αξία (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση Goren) και αφετέρου ότι ο Goren ενημέρωνε τον λογιστή που διόρισε ο Αιτητής ώστε να ερευνήσει την εξέλιξη του έργου (Τεκμήρια 2 και 5 στην ένορκη δήλωση Κολιανδρή). Ακόμα οι όποιοι ισχυρισμοί περί ιδίου οφέλους του Goren παρέμειναν ατεκμηρίωτοι, ενώ ο ίδιος ανέφερε ότι πράγματι προέβη σε μια εταιρική δομή ώστε να διαχειριστεί την επένδυση. Η γη που κατείχε η Καθ' ης η αίτηση πωλήθηκε μετά από παραινέσεις του Αιτητή, ενόσω αυτός βρισκόταν σε αναζήτηση ρευστότητας. Το πρόβλημα ρευστότητας του Αιτητή έγινε παραδεκτό από τον ίδιο. Σήμερα ως ενημερώθηκε το Δικαστήριο τόσο από την ένορκη δήλωση Goren όσο και από την δικηγόρο της Καθ' ης η αίτηση κατά τις διευκρινίσεις, το ποσό που λήφθηκε από την πώληση της γης παραμένει σε θυγατρική εταιρεία στην Ινδία. Ούτε η αποπληρωμή του όποιου δανείου του Goren αποδείχθηκε με το όποιο τεκμήριο. Στ. Δεδομένη παραμένει η μη κατάθεση ελεγμένων λογαριασμών από την Καθ' ης η αίτηση, αλλά αναντίλεκτη παρέμεινε η μη συνεργασία του Αιτητή, ως προς την δήλωση πραγματικών δικαιούχων. Οι διάδικοι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τα επιχειρήματα τους, ενώ έδωσαν και σχετικές διευκρινίσεις. Κοντολογίς ο Αιτητής υποστηρίζει ότι αποτελεί μέτοχο και συνεισφορέα της Καθ' ης η αίτηση, αυτή αποτελεί οιονεί συνεταιρισμό και από την στιγμή που έχασε, λόγω των όσων υποστηρίζει ότι έλαβαν χώρα, την εμπιστοσύνη του στην μέτοχο πλειοψηφίας, η Καθ' ης η αίτηση πρέπει να εκκαθαριστεί. Υποστηρίζεται περαιτέρω ότι οι διευθυντές της Καθ' ης η αίτηση απέτυχαν να καταθέσουν λογαριασμούς, εκλείπει ο σκοπός ύπαρξης της εταιρείας και ο Αιτητής δεν ενημερώνεται δεόντως. Η Καθ' ης η αίτηση αντιτείνει ότι ο Αιτητής με ανακριβή γεγονότα προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και η αίτηση καταχωρήθηκε για αλλότριο σκοπό ήτοι την αποπληρωμή του δανείου στον Αιτητή. Περαιτέρω αναφορά στις αγορεύσεις θα γίνεται όπου κριθεί σκόπιμο. Όπως προκύπτει από το λεκτικό της Αίτησης εκείνο που αξιώνει ο Αιτητής είναι την εκκαθάριση της Καθ' ης η αίτηση λόγω καταπίεσης της μειοψηφίας. Η σχετική νομοθετική πρόνοια βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 202 του Κεφαλαίου
  3. Στην παράγραφο

(1)αυτού προνοείται ότι : «Οποιοδήποτε μέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών (περιλαμβανομένου του ιδίου), ή, σε περίπτωση που εμπίπτει στο εδάφιο
(3)του άρθρου 163, το Υπουργικό Συμβούλιο, δύναται να μεριμνήσει για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο αυτό.» Το άρθρο 211 (στ) δίδει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να διαλύσει την εταιρεία αν είναι της γνώμης ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας ή να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό. Στην Pelmako Development Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1369, διαβάζουμε ότι: «Τι συνιστά "καταπίεση" εξηγείται στην απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd. v. Meyer [1958] 3 All E.R. 66;
(1959)A.C 324. Ο όρος περιλαμβάνει συμπεριφορά η οποία ενέχει το στοιχείο της έλλειψης αξιοπιστίας (probity), ή δίκαιας μεταχείρισης (fair dealing) προς μέλη της εταιρείας σέ σχέση με τα δικαιώματά τους ως μέτοχοι. Αντίθετα, ανεπάρκεια (inefficiency) ή αμέλεια στη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας, δεν τεκμηριώνει καταπιεστική συμπεριφορά» Αναφορικά με το δικαίωμα καταχώρησης της αίτησης από τον Αιτητή και ειδικώς ως προς τον ισχυρισμό για καταπίεση του ως μέτοχος μειοψηφίας, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Ο όρος του συνεισφορέα ως ορίζεται στο άρθρο 213 ερμηνεύεται στο άρθρο 205 ως εξής: «Ο όρος "συνεισφορέας" σημαίνει κάθε πρόσωπο που είναι υπεύθυνο να συνεισφέρει στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας σε περίπτωση εκκαθάρισης της, και για τους σκοπούς κάθε διαδικασίας για να αποφασιστεί, και κάθε διαδικασίας πριν από τον τελικό ορισμό των προσώπων που λογίζονται συνεισφορείς, περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι συνεισφορέας.» Στην Mιχαήλ Xριστάκης και Άλλοι ν. Eπίσημου Παραλήπτη και Άλλου
(1999)1 ΑΑΔ 1033, όπου λέχθηκαν τα κάτωθι: «Ο όρος «συνεισφορέας» ορίζεται στο Άρθρο 205 του Κεφ. 113. Περιορίζεται σε μετόχους της εταιρείας που δεν κατέβαλαν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου.» Αν και η απόφαση αυτή αναφερόταν στον όρο του συνεισφορέα, δεν αποφάσιζε σε σχέση με το δικαίωμα μετόχου να προβεί σε αίτηση για εκκαθάριση και δη για καταπίεση του. Υιοθέτηση του ως άνω σκεπτικού σε αιτήσης εκκαθάρισης, λόγω καταπίεσης μετόχων θα οδηγούσε στον παραλογισμό του να μην μπορούν να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους οι μέτοχοι που ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους. Εν πάση περιπτώσει το εν λόγω ζήτημα είναι ξεκαθαρισμένο στην Αγγλία, με αποφάσεις επί της ουσίας. Συγκεκριμένα στο σύγγραμμα Palmer's, Company Precedents, Part 2, Winding up forms and practice, 70th edition, 1960, σελ 43 αναφέρεται ότι: «A fully paid-up shareholder is a contributory, and as such entitled to present a winding-up petition" Η εξήγηση ως προς τον κανόνα αυτό, δόθηκε στην Phoenix Oil and Transport Co (No.1), Re, [1958] Ch. 560 όπου καθιερώθηκε ότι: « "Contributory," as defined in section 213 of the Act, includes a holder of fully paid shares not because he is entitled to share in the adjustment of the rights of the contributories among themselves, but because the reference in section 213 is to every person who might in any circumstances be liable to contribute.» Η ως άνω αρχή επαναλήφθηκε σε πολλές αποφάσεις, μέχρι την πρόσφατη Hamilton v. Brown [2016] EWHC 191 (CH) όπου αναφέρθηκε ότι: «It is trite law that a "contributory" (as defined by section 79 IA ) includes a holder of fully paid shares but it is a rule that such a person must establish that he will have a "sufficient interest" in the winding up» Αναλόγως και στην Burnden Group Holdings Ltd v Hunt, [2018] EWHC 463 (Ch) κρίθηκε ότι: «Thus it seems that the holder of a fully paid share is a "contributory" who may present a petition, but must show that there is some real point in the petition before he may avail himself of his right to relief.» Εν προκειμένω αν και δεν ξεκαθαρίζεται αν είναι πληρωμένες ή όχι οι μετοχές του Αιτητή, από την ως άνω ανάλυση προκύπτει ότι έχει δικαίωμα έγερσης της υπό εξέταση αίτησης ως μέτοχος - συνεισφορέας. Σε ότι αφορά την ιδιότητα του πιστωτή δεν δικογραφήθηκαν, ούτε εγέρθηκαν ζητήματα που άπτονται αυτής της ιδιότητας του Αιτητή και μπορούν να οδηγήσουν σε εκκαθάριση της Καθ' ης η αίτηση, ως ο Νόμος ορίζει, αφού η όλη επιχειρηματολογία του Αιτητή περιστράφηκε γύρω από την καταπίεση του ως μέτοχος μειοψηφίας. Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή ότι η Καθ' ης η αίτηση αποτελεί οιονεί συνεταιρισμό. Μερικά ή όλα από τα κριτήρια που αρκούν ώστε να αποφασιστεί αν μια εταιρεία αποτελεί οιονεί συνεταιρισμό ορίστηκαν στην Ebrahimi v Westbourne Galleries Ltd, [1973] A.C. 360 ως ακολούθως: «(
  1. i)an association formed or continued on the basis of a personal relationship involving mutual confidence; (
  2. ii)an agreement, or understanding, that all, or some, of the shareholders, shall participate in the conduct of the business; (iii) restriction on the transfer of the members' interest in the company.» Εδώ είναι παραδεκτό ότι Αιτητής και Goren είχαν φιλικές σχέσεις πριν τη συνεργασία τους στην Καθ' ης η αίτηση. Είναι επίσης παραδεκτό ότι ο Αιτητής και η σύζυγος του Goren είχαν από 50% του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου της Καθ' ης η αίτηση, με τον Αιτητή να αναλαμβάνει την χρηματοδότηση της επένδυσης και τον Goren τη διαχείριση της. Μοίρασαν δηλαδή μετοχές και ρόλους, σε αυτή την εταιρεία, όπου δύο φίλοι ενεπλάκησαν. Τέλος ακόμα και στο Καταστατικό υπάρχει περιορισμός της πώλησης των μετοχών, ως αυτός ορίζεται λεπτομερώς στα άρθρα 25 έως 33. Συνεπώς ενυπάρχουν όλα τα στοιχεία που η νομολογία ορίζει, ώστε μια εταιρεία να λειτουργεί ως οιονοί συνεταιρισμός. Εξετάζοντας το αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκκαθαριστεί η Καθ' ης η αίτηση, έστω ως οιονεί συνεταιρισμός, χρήσιμη είναι η κάτωθι αναφορά της Loch v John Blackwood Ltd [1924] AC 783, όπως υιοθετήθηκε και στην πρόσφατη Turnbull, Petitioner, [2024] CSOH 37: "It is undoubtedly true that at the foundation of applications for winding up, on the 'just and equitable' rule, there must lie a justifiable lack of confidence in the conduct and management of the company's affairs . But this lack of confidence must be grounded on conduct of the directors, not in regard to their private life or affairs, but in regard to the company's business. Furthermore the lack of confidence must spring not from dissatisfaction at being outvoted on the business affairs or on what is called the domestic policy of the company. On the other hand, wherever the lack of confidence is rested on a lack of probity in the conduct of the company's affairs , then the former is justified by the latter, and it is under the statute just and equitable that the company be wound up (emphasis added)." Αναλόγως και στην Pelmaco, πιο πάνω, ορίστηκε ότι ανεπάρκεια (inefficiency) ή αμέλεια στη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας, δεν τεκμηριώνει καταπιεστική συμπεριφορά. Ακόμα στην Ebrahimi, πιο πάνω, καθιερώθηκε η αρχή των καθαρών χεριών (clean hands), όπως ακολουθήθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, όπως η Chu v Lau, [2020] 1 W.L.R. 4656. Στην πρώτη καταγράφονται τα ακόλουθα: « A petitioner who relies on the 'just and equitable' clause must come to court with clean hands, and if the breakdown in confidence between him and the other parties to the dispute appears to have been due to his misconduct he cannot insist on the company being wound up if they wish it to continue.» Στην υπό εξέταση αίτηση φρονώ ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκκαθαριστεί η Καθ' ης η αίτηση για τους εξής λόγους: Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται από τον Αιτητή είναι αυτό της μη ενημέρωσης του από τον διευθυντή Goren. Όπως καταδείχθηκε πιο πάνω ο Goren ενημέρωνε τον Αιτητή, όπως και ο ίδιος δέχθηκε με την ένορκη του δήλωση. Σε καμία δε περίπτωση δεν τεκμηριώθηκε ότι ζητήθηκε από τον Αιτητή να ενημερωθεί και δεν έλαβε τέτοια ενημέρωση. Καμία γραπτή ή άλλη απαίτηση ενημέρωσης δεν κατατέθηκε από τον Αιτητή. Τουναντίον, ο Goren υποστήριξε ότι ενημέρωνε τακτικά τον Αιτητή με συναντήσεις τους στο Ισραήλ, αλλά και γραπτώς όποτε ζητείτο (βλ. Τεκμήρια 2 και 5 της ένορκης δήλωσης Κολιανδρή). Επομένως δεν προκύπτει μη ενημέρωση του Αιτητή. Αναφορικά με τον χειρισμό του δανείου που ο Αιτητής ή έστω συνδεδεμένη με αυτόν εταιρεία κατέβαλε στην Καθ' ης η αίτηση, αφενός αποκρύφθηκε από το Δικαστήριο η μερική αποπληρωμή του δανείου (Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση Goren) και αφετέρου, τούτο αποτελεί ζήτημα χειρισμού της επένδυσης από τον Goren. Όπως προκύπτει από τη νομολογία που τέθηκε παραπάνω αμέλεια ή ακόμα και ανεπάρκεια στο χειρισμό της επένδυσης δεν τεκμηριώνει καταπιεστική συμπεριφορά. Μια επένδυση χρημάτων που δεν καρποφόρησε ως αναμένετο ή στο βάθος χρόνου που αρχικά είχε υπολογιστεί, δεν κρίνεται ότι δημιουργεί και λόγο εκκαθάρισης. Πόσο μάλλον στην υπό εξέταση υπόθεση όπου ο Goren ανέφερε ότι είναι ο Αιτητής που επέμεινε να ολοκληρώσουν την επένδυση τους στην Ινδία πωλώντας την γη που κατείχε η Καθ' ης η αίτηση. Είναι η ανάγκη του Αιτητή για ρευστότητα που οδήγησε στην πώληση της γης, παρά την επιθυμία του Goren για εκμετάλλευση της. Συνεπώς η όλη διαχείριση του ζητήματος είχε έντονο και το στοιχείο της βούλησης του Αιτητή, για σκοπούς ρευστότητας, να πωληθεί η γη και να μην αναπτυχθεί όπως ήταν το αρχικό πλάνο. Δεν μπορεί λοιπόν ο Αιτητής, ως συμμέτοχος σε αυτό το επιχειρηματικό διάβημα να επιζητεί θεραπεία, γιατί για λόγους που εξηγήθηκαν από τον Goren, η γη πωλήθηκε και τα λεφτά παραμένουν σε θυγατρική της Καθ' ης η αίτηση εταιρεία. Τούτα είναι ζητήματα που άπτονται του ευρύτερου επιχειρηματικού ρίσκου της επένδυσης, για το οποίο ο Αιτητής είχε γνώση ή έστω δεν ζήτησε να λάβει εξειδικευμένης ενημέρωσης. Μέχρι και η μη κατάθεση λογαριασμών φαίνεται να προκύπτει, έστω εν μέρει, από τη συμπεριφορά του Αιτητή, ο οποίος δεν συνεργάζεται με τους ελεγκτές της Καθ' ης η αίτηση. Είναι γνωστό στο Δικαστήριο ότι όταν οι διευθυντές και μέτοχοι εταιρείας αρνούνται να παράσχουν ή να καταθέσουν λογαριασμούς ή να αποδώσουν μερίσματα δικαιολογείται έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης (Loch, πιο πάνω). Στην υπό εξέταση όμως Αίτηση, τέτοια άρνηση δεν στοιχειοθετήθηκε. Καταδείχθηκε από την άλλη πρόθεση να επιλυθούν τα σχετικά προβλήματα από τους διευθυντές, ενώ δεν προκύπτει να υπήρξε αίτημα για απόδοση μερίσματος ή παράδοση λογαριασμών από τον Αιτητή. Έστω όμως και αν ανεύρω ότι οι διευθυντές της Καθ' ης η αίτηση παρέβησαν τα διοικητικά τους καθήκοντα (fiduciary duties), δεν καταδείχθηκε εξ αυτής της παράβασης να προκλήθηκε η όποια δυσμενής συνέπεια στον Αιτητή, ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος (Hollington's on Shareholder Rights, 9th edition, par. 7-59). Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν αποδείχθηκε από την ενώπιον μου μαρτυρία η όποια απάτη εκ μέρους του Goren. Εκείνο που αποδείχθηκε είναι η προσπάθεια του να εκμεταλλευτεί τη γη της Καθ' ης η αίτηση, προβαίνοντας σε σειρά ενεργειών, μεταξύ αυτών και η δημιουργία εταιρικής δομής. Ακόμα όμως και αν αποδειχθούν αμελείς ή ανεπαρκείς οι ενέργειες του αυτές, η αιτούμενη θεραπεία δεν μπορεί να αποδοθεί. Διαφωνώ επίσης ότι ο σκοπός της Καθ' ης η αίτηση εκλέιπει. Εν πρώτοις οι σκοποί αναφέρονται στο καταστατικό εκτενώς και δεν φαίνεται να έχουν εκλείψει. Κατά δεύτερον φαίνεται ότι είναι σε εξέλιξη μια προσπάθεια να μεταφερθούν χρήματα από θυγατρική της Καθ' ης η αίτηση, σε συνέχεια της επένδυσης σε γη στην Ινδία. Τέλος τούτος ο λόγος εκκαθάρισης ουδέποτε δικογραφήθηκε από τον Αιτητή. Στην O'Neill v Phillips, [1999] 1 W.L.R. 1092 αναφέρεται ότι: «I rather doubt whether even in partnership law a dissolution would be granted on this ground in a case in which it was still possible under the articles for the business of the partnership to be continued.» Στην Larvin v Phoenix Office Supplies Ltd, [2003] B.C.C. 11 καταγράφονται τα κάτωθι: «Lord Hoffmann's different treatment of those cases where there is a withdrawal because of a sense of loss of trust and confidence applies a fortiori to a shareholder who, even without such a sense, but for other personal reasons, simply wishes to leave and take his investment in the company with him. Where, as here, the company is small and with only a few shareholders each holding a significant proportion of the company's issued capital, a sudden demand from one of them, for essentially personal reasons, to seek to withdraw his investment could be very damaging, even potentially ruinous, to them and the company.» Τα ως άνω ισχύουν κατ΄ αναλογία και στην προκείμενη περίπτωση. Η Καθ' ης η αίτηση έχει μόλις δύο μετόχους και δραστηριοποιείται σε επένδυση που βρίσκεται σε εξέλιξη. Δεν κρίνεται λοιπόν δίκαιο και εύλογο να εκκαθαριστεί η Καθ' ης η αίτηση έστω και αν φαίνεται ο Αιτητής, να μην έχει πλέον εμπιστοσύνη στον άλλοτε φίλο και συνέταιρο του Goren. Στη βάση των ως άνω η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.