Eliades Anatolikon Leisure Resort Limited κ.α. ν. Bank of Cyprus Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 110/21, 12/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 110/21 Μεταξύ: 1. Eliades Anatolikon Leisure Resort Limited 2. Ζήνων Ηλιάδης Εναγόντων v. 1. Bank of Cyprus Public Co Ltd 2. Δημήτρη Παπαπερικλέους, υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής/Παραλήπτης των εταιρειών Eliades Anatolikon Leisure Resort Limited και S.Z. Eliades Leisure Resort Limited 3. S. Z. Eliades Leisure Resort Limited Εναγόμενων ------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 25/01/2023 για προσθήκη Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12 Νοεμβρίου, 2024. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Χριστοδούλου, για Ηρακλής Ν. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η αίτηση: κ. Μακρίδης, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτησή τους οι Ενάγοντες 1 και 2 - Αιτητές ζητούν την προσθήκη Εναγομένων, συγκεκριμένα της Άννας Σωφρονίου ως Εναγόμενης 4, του Μάριου Καλοχωρίτη ως Εναγόμενου 5 και του Ιωάννη Πέτρου ως Εναγόμενου 6. Επιπρόσθετα, ζητούν, στην περίπτωση που επιτραπεί η τροποποίηση, όπως προστεθούν οι Εναγόμενοι 4, 5 και 6 στις αναφορές μαζί με τους Εναγόμενους 1 και 2. Συγκεκριμένα, όπως προστεθούν στο Κλητήριο Ένταλμα και στα Αιτητικά Η, Θ και Ι του Κλητηρίου Εντάλματος καθώς και στο Αιτητικό Κ, όπως καταγράφεται στην αίτηση. Επίσης, επιζητούν την προσθήκη νέου Αιτητικού Μ και την αναρίθμηση του υφιστάμενου, ως ακολούθως: « Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την παύση των Εναγόμενων 4 και 6 ως Διευθυντών της Εναγόμενης 3.». Νομική βάση για την αίτηση αποτέλεσαν η Δ.9 θ.θ.4, 5, 10 και 11, Δ.12, Δ.19, Δ.25 θ.θ. 1 - 6 και 9, Δ.27, Δ.30, Δ.48 θ.θ. 1 - 4, 7 και 9, Δ.63 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, το O.16 r.10 των Αγγλικών Θεσμών, ο περί Εταιρειών Νόμος, τα άρθρα 36, 39 και 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, τα άρθρα 14, 17 -19, 22 και 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, το δίκαιο της Επιείκειας, οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και η Νομολογία. Η συγκεκριμένη αίτηση υποστηρίζεται, όσον αφορά τα γεγονότα, με ένορκη δήλωση του Ζήνωνα Ηλιάδη, Ενάγοντα 2, ενός εκ των διευθυντών της Ενάγουσας 1 και της Εναγόμενης 3 και μέτοχου της μειοψηφίας της Εναγόμενης 3. Δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης γιατί έχει θετική γνώση των γεγονότων. Ο ίδιος καταχώρησε τη συγκεκριμένη αγωγή ως μέτοχος της μειοψηφίας της Εναγόμενης 3, καθώς και εκ μέρους της Ενάγουσας 1 ως παράγωγη αγωγή από τους μετόχους της μειοψηφίας, προς όφελος της Εναγόμενης 3. Ισχυρίζεται ότι κατά τη μελέτη της δικογραφίας διαπιστώθηκε ότι ο τίτλος της αγωγής καθώς και το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα χρήζουν τροποποίησης έτσι ώστε να αποφασιστούν αποτελεσματικά και πλήρως όλα τα εγειρόμενα θέματα. Για να επιτευχθεί αυτό είναι απαραίτητη η προσθήκη της Άννας Σωφρονίου, του Μάριου Καλοχωρίτη και του Ιωάννη Πέτρου, ως Εναγόμενων 4, 5 και 6, λόγω του ότι διετέλεσαν διευθυντές της Εναγόμενης 3 κατά τον επίδικο χρόνο, ενώ η Άννα Σωφρονίου και ο Ιωάννης Πέτρου συνεχίζουν να είναι διευθυντές της μέχρι και σήμερα. Αναφέρεται στο ιστορικό των γεγονότων και καταγράφει ότι η Εναγόμενη 3, περί το 2000, αποφάσισε να δημιουργήσει το θέρετρο «Elea Resort» στην Πάφο, το οποίο θα ήταν το πρώτο Signature Golf Resort στην Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο και αναζήτησε χρηματοδότηση από την Εναγόμενη 1 για την πρώτη φάση του έργου, με την προ συνεννόηση να παρασχεθεί περαιτέρω πίστωση για τη δεύτερη φάση του έργου. Λόγω της οικονομικής και τραπεζικής κρίσης του 2013 υπήρχε καθυστέρηση στη δεύτερη φάση του έργου και όταν η Εναγόμενη 3 ξεκίνησε τις συζητήσεις με την Εναγόμενη 1, αυτή ξεκίνησε να προβάλλει διάφορες δικαιολογίες και να επιμένει στην ιδέα του DFES, δηλαδή οι μέτοχοι της Εναγόμενης 3 να παραχωρήσουν μέρος των μετοχών τους προς την Εναγόμενη 1 έναντι των υφιστάμενων δανείων έτσι που η Εναγόμενη 3 να καταστεί ελεύθερη από βάρη προκειμένου να χρηματοδοτηθεί για τη δεύτερη φάση. Η συγκεκριμένη πρόταση έγινε αποδεχτή και στα πλαίσια της Συμφωνίας DFES, ημερομηνίας 15/06/2016, η Εναγόμενη 3 πέρασε ψήφισμα για την αύξηση του ονομαστικού της κεφαλαίου, έτσι ώστε να δημιουργηθούν 3.300 μετατρέψιμες μετοχές τάξης Α, οι οποίες μεταβιβάστηκαν στην Εναγόμενη 1. Παρά το γεγονός αυτό η Εναγόμενη 1 επέμενε όπως τα ποσά που περιγράφονται στον όρο 3.1(
- e)της Συμφωνίας DFES παραμείνουν ως οφειλόμενα παρά τις παραστάσεις που είχαν προηγηθεί ότι με την Συμφωνία η Εναγόμενη 3 θα παρέμενε ελεύθερη βαρών. Μετά τη Συμφωνία η Εναγόμενη 1 είχε 75% έλεγχο στα δικαιώματα ψήφου της Εναγόμενης 3 και 70% δικαιώματα στα μερίσματά της, ενώ παράλληλα ήταν ο μεγαλύτερος πιστωτής της, δυνάμει πέντε συμφωνιών δανείου που υπογράφτηκαν τα έτη 2017 και 2018. Με την ολοκλήρωση της Συμφωνίας συστάθηκε το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 3, το οποίο αποτελείτο από πέντε Διοικητικούς Συμβούλους, οι τρεις διορισμένοι από την Εναγόμενη 1 και οι άλλοι δύο από την Ενάγουσα 1. Η Εναγόμενη 1 διόρισε αρχικά τον Ιωάννη Πέτρου και την Άννα Σωφρονίου και στις 02/10/2017 διόρισε και τον Μάριο Καλοχωρίτη, ο οποίος διετέλεσε διευθυντής της μέχρι τις 24/06/2019. Οι διορισθέντες από την Εναγόμενη 1, σύμφωνα με τον Ομνύοντα, επέδειξαν πλήρη αδιαφορία σε σχέση με τη βιωσιμότητα της Εναγόμενης 3 και κατ' επέκταση την δεύτερη φάση του έργου παρά τις εκκλήσεις του ιδίου ως διορισθέν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Με την πάροδο του χρόνου κατέστη πρόδηλο ότι οι συγκεκριμένοι τρεις, με τις ενέργειες, παραλείψεις και στάση τους, έβλαπταν την Εναγόμενη 3 εξυπηρετώντας κρυφά τα συμφέροντα της Εναγόμενης 1 ή/και προσωπικά τους συμφέροντα κατά παράβαση των καθηκόντων τους ως διευθυντές της Εναγόμενης 3. Συγκεκριμένα, οι προτεινόμενοι εναγόμενοι παραβίασαν κατάφορα τα καθήκοντά τους ως διευθυντές, ιδιαίτερα την υποχρέωσή τους για την προώθηση της επιτυχίας της Εναγόμενης 3, αφού με την συμπεριφορά τους και την αδράνειά τους ενεργούσαν αντίθετα με τα συμφέροντα της Εναγόμενης 3. Ενώ γνώριζαν ότι ήταν απαραίτητη η έναρξη και υλοποίηση της Φάσης Β του έργου για την βιωσιμότητα της Εναγόμενης 3 και την αποπληρωμή των δανείων, την εμπόδιζαν. Καταχράστηκαν τη θέση τους ως διευθυντές για να παρακωλύσουν τη σύγκληση κρίσιμων συνελεύσεων και να αποτρέψουν την λήψη αποφάσεων. Προέβαιναν σε ψευδείς παραστάσεις και κενές υποσχέσεις με απώτερο στόχο την πρόκληση καθυστέρησης στην εξασφάλιση χρηματοδότησης της Εναγόμενης 3, ενώ δόλια και αδικαιολόγητα απέρριψαν πολυσήμαντες και συμφέρουσες προτάσεις για την Εναγόμενη 3, χωρίς την προώθηση εναλλακτικής λύσης. Συνωμοτούσαν και ακολουθούσαν τις εντολές της Εναγόμενης 1 και των εκπροσώπων της σε βάρος της Εναγόμενης 3 και προωθούσαν τα συμφέροντα της Εναγόμενης 1. Διαχειρίστηκαν αμελώς την Εναγόμενη 3 με αποτέλεσμα την διακοπή της χρηματοδότησης του έργου. Παράλληλα, απέκρυψαν σημαντικές πληροφορίες που αφορούσαν την Εναγόμενη 3 από το Διοικητικό Συμβούλιο. Ο Ομνύοντας παραθέτει τα περιστατικά, που σύμφωνα με τον ίδιο, υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τον τρόπο που οι προτιθέμενοι εναγόμενοι προκάλεσαν ζημιά στην Εναγόμενη 3. Εισηγείται ότι τα συγκεκριμένα περιστατικά που περιγράφει καταδεικνύουν την ουσιαστική συμμετοχή των προτιθέμενων εναγόμενων στα υπό κρίση γεγονότα με την επίδειξη ανοχής αλλά και την εκτέλεση εντολών της Εναγόμενης 1, προς υλοποίηση του δόλιου σχεδίου της για παραγκώνιση των Εναγόντων από την Εναγόμενη 3 και το έργο και την συνεπακόλουθη οικονομική καταστροφή της Εναγόμενης 3. Δηλώνει, ο Ομνύοντας, ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα στην αρχική μη συμπερίληψη των προτεινόμενων εναγομένων στην αγωγή. Εισηγείται ότι τα αιτητικά του υφιστάμενου Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος αποκαλύπτουν, εν πάση περιπτώσει, την άμεση εμπλοκή τους. Προκύπτει ότι οι προτιθέμενοι εναγόμενοι διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στις αδικοπραξίες εναντίον της Εναγόμενης 3 και ως εκ τούτου απαιτείται η συμπερίληψη τους, έτσι ώστε να επιλυθούν αποτελεσματικά όλα τα επίδικα ζητήματα της υπό κρίση υπόθεσης. Η προσθήκη τους συνιστά, κατά τη δική του άποψη, ορθότερο δικονομικό μέτρο από την καταχώρηση ξεχωριστής αγωγής εναντίον τους. Υποστηρίζει ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και χωρίς οποιαδήποτε εσκεμμένη καθυστέρηση, ενώ η αιτούμενη τροποποίηση δεν εισάγει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι να επηρεάζουν δυσμενώς τα δικαιώματα των Εναγομένων ή να τους προκαλούν οποιαδήποτε δικονομική ή ουσιαστική ζημιά. Καταλήγει, ότι είναι σημαντικό να συμπεριληφθούν όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα έτσι ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης και να αποφασιστεί ο ρόλος του καθενός καθώς και η ευθύνη του. Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με ένσταση από την Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η αίτηση. Προτάθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ενστάσεως: Ότι η αίτηση είναι παράτυπη ή/και αντικανονική λόγω του ότι διορίστηκε ο Εναγόμενος 2 ως Παραλήπτης - Διαχειριστής της Αιτήτριας 1 - Ενάγουσας 1 και οι εξουσίες των διευθυντών της έχουν, ως εκ του συγκεκριμένου γεγονότος, ανασταλεί. Ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ή/και γεγονότα που να καταδεικνύουν ότι οι προτεινόμενοι διάδικοι είναι αναγκαίοι διάδικοι για την εκδίκαση και επίλυση των επίδικων ζητημάτων της αγωγής, ότι οι αξιούμενες θεραπείες και ισχυριζόμενες ζημιές αποτελούν αντανακλαστικές ζημιές και οι προτεινόμενοι διάδικοι δεν αποτελούν αναγκαίους διάδικους για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων, ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης και δεν δίνεται οποιαδήποτε λογικοφανής δικαιολογία ή αιτιολογία, εκ μέρους της Αιτήτριας, για τη μη προώθηση του αιτήματος νωρίτερα και ότι η δικαιολογία που δίδεται εκ μέρους της Αιτήτριας για το χρονικό στάδιο της διαδικασίας που προέκυψε η ανάγκη προσθήκης των προτεινόμενων διαδίκων, δεν είναι ικανοποιητική ή/και δεν αποτελεί επαρκή ή/και ικανοποιητική αιτιολογία για να επιτραπεί η τροποποίηση. Η ένσταση βασίζεται στη Δ.9 θ.θ. 1, 2, 3, 6, 9, 10 και 11, Δ.19, Δ.20, Δ.25 θ.θ. 1 - 6, Δ.48 θ.θ. 1 - 9, Δ.63 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, τους γενικούς κανόνες και τις αρχές της επιείκειας, τις γενικές και συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου καθώς και το περιεχόμενο του φακέλου και την σχετική Νομολογία. Και οι δύο πλευρές κατέγραψαν τις θέσεις τους σε γραπτές, υποβοηθητικές για το Δικαστήριο, αγορεύσεις. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δύο αγορεύσεων και θα κάνει αναφορά σ' αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. Σημειώνεται ότι αναγνωρίζεται και από τους δύο ευπαίδευτους συνηγόρους η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, όπως αυτή επεξηγήθηκε στην απόφαση Μepa Underwriting Management Limited και άλλων v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772, σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Διαφώνησαν στο κατά πόσο αυτή η ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί προς όφελος των Αιτητών - Εναγόντων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού εξεταστεί η νομική πτυχή της αίτησης θα πρέπει να εξεταστεί ο πρώτος λόγος ένστασης που αφορά την νομιμοποίηση των Αιτητών - Εναγόντων 1 και 2 στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, λόγω του γεγονότος ότι έχει διοριστεί Παραλήπτης - Διαχειριστής ο Εναγόμενος 2, από την Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η αίτηση και όλες οι εξουσίες των διευθυντών έχουν περιέλθει σ' αυτόν. Στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Ν. Α. Χατζηρούσου (υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης της Εταιρείας Y. LIASIDES DEVELOPERS LTD)
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1703, με παραπομπή σε αγγλικά συγγράμματα, λέχθηκε ότι ένας παραλήπτης, ο οποίος διορίζεται δυνάμει εγγράφου εκτός Δικαστηρίου θεωρείται αντιπρόσωπος («agent») των κατόχων των ομολόγων και ότι αυτός πρωτίστως επιδιώκει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πιστωτών που τον διόρισαν. Στην ίδια απόφαση αναφέρθηκε και ότι η γενικότερη αρχή είναι ότι με τον διορισμό παραλήπτη, αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. Όμως το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών της εταιρείας ενεργοποιείται όταν ο παραλήπτης αρνείται να δραστηριοποιηθεί. Η προϋπόθεση της άρνησης του παραλήπτη, όπως διατυπώθηκε στην Newhart Developments v. Co-operative Commercial Bank [1978] 2 All E.R. 896, όπου η αγωγή θα στρεφόταν κατά των κατόχων του ομολόγου, δηλαδή αυτούς που τον διόρισαν, θεμελιώνει τη θέση πως ο παραλήπτης είναι κυρίαρχος της κατάστασης. Ακόμα και ο χειρισμός αγωγής κατά των κατόχων του ομολόγου δυνάμει του οποίου διορίστηκε, εναποτίθεται σε αυτόν και οι διευθυντές έχουν ρόλο μόνο εάν αυτός αρνηθεί να προωθήσει τη σχετική αξίωση. Σχετικό είναι το ακόλουθα απόσπασμα από το Σύγγραμμα The Law Relating to Receivers, Managers and Administrators, 4η εκδ., του Picarda, όπου στην σελ.120 διαβάζονται τα ακόλουθα: « A company must also be able to sue its receiver for the improper discharge of his duties, though a derivative action by the shareholders directed to that end would not be proper. The company, at the instigation of the directors, can challenge the validity of the receiver's appointment or oppose a winding-up petition, even one launched by the debenture holder. And pending any actual exercise of the relevant power by the receiver the directors can defend a winding-up application brought in respect of the company. However, should there be any difference of opinion between the directors and the receiver as to whether a winding-up petition should be supported or resisted the views of the receiver should prevail. Finally, it should be observed that challenges to the debenture and to the appointment of a receiver under it can be mounted by the company acting by its directors but not by the directors and shareholders acting in their own right.» Στο σύγγραμμα Mayson, French & Ryan o Company Law, 1990, 19th Ed., σελ. 569-570, στο οποίο παρέπεμψε το Δικαστήριο η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών - Εναγόντων 1 και 2, διαβάζεται πως ο διορισμός παραλήπτη δεν αποστερεί τους διευθυντές της εταιρείας της εξουσίας τους να ξεκινήσουν διαδικασίες στο όνομα της εταιρείας νοουμένου ότι δεν επεμβαίνουν στο έργο του παραλήπτη να ρευστοποιήσει τα επιβαρυμένα περιουσιακά στοιχεία. Αναφέρεται ακόμα πως οι διευθυντές μπορεί να προωθήσουν διαδικασία για να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα του διορισμού του παραλήπτη, να ενστούν σε αίτηση για διάλυση της εταιρείας ή να προκαλέσουν την εταιρεία να ενάγει τον παραλήπτη για παράβαση των καθηκόντων του (βλ. Watts v. Midland Bank plc [1986] BCLC 15). Στην Πιρίλλης κ.α. ν. Κουής
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 136 στην σελίδα 148, υποδεικνύεται ότι το ζήτημα του κατά πόσο ο ενάγοντας είχε το δικαίωμα να εγείρει παράγωγη αγωγή γιατί δεν μπορούσε να ενεργοποιήσει τον εταιρικό μηχανισμό για να κινήσει την αγωγή κρίνεται τελεσίδικα κατά τη δίκη στη βάση της ολότητας της μαρτυρίας. Προκύπτει συνεπώς ότι πρόθεση της Ενάγουσας 1, ως κατόχου της μειοψηφίας των μετοχών της Εναγόμενης 3, είναι η προώθηση των συμφερόντων της ως μετόχου της Εναγόμενης 3 και όχι οτιδήποτε άλλο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, μεταξύ άλλων, με το Κλητήριο Ένταλμα αξιώνεται ακύρωση του διορισμού του Εναγόμενου 2, ως Διαχειριστή - Παραλήπτη, ως παράνομου και άκυρου. Καθοδηγούμενο το Δικαστήριο από τις νομολογιακές αρχές που έχουν παρατεθεί πιο πάνω θεωρεί ότι τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αγωγή εμπεριέχουν, στην όψη τους, σύγκρουση συμφερόντων της Εναγόμενης 1 - Καθ΄ης η αίτηση, η οποία διόρισε τον Παραλήπτη - Διαχειριστή με τα συμφέροντα των Εναγόντων, στους οποίους ανήκει το πακέτο μειοψηφίας των μετοχών της Εναγόμενης 3. Ως εκ τούτου, η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που ενεργοποιείται το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών εταιρείας στην οποία έχει διοριστεί Παραλήπτης - Διαχειριστής αφού σχετίζεται άμεσα με τις συνθήκες διορισμού του. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος ένστασης κρίνεται ανυπόστατος. Εξετάζοντας την νομική πτυχή αυτής τούτης της αίτησης, προκύπτει ότι βασίζεται στη Δ.9 θ.10, η οποία, μεταξύ άλλων, προνοεί τα ακόλουθα: « ..the Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary be joined or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the case or matter, be added.». Ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία να προβαίνει σε οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με την προσθήκη, τη διαγραφή ή την αντικατάσταση των διαδίκων, έτσι ώστε να καθιστά δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των ίδιων διαδίκων (βλ. Μepa Underwriting Management Limited και άλλων v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών (ανωτέρω)). Ο συγκεκριμένος Θεσμός επιτρέπει στο Δικαστήριο την προσθήκη διαδίκων, των οποίων η παρουσία είναι αναγκαία, έτσι ώστε να επιφέρει τέτοιες αλλαγές που οδηγούν στην αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Στην υπόθεση Βyrne and Another v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657, ο Lord Esher, M.R., πραγματευόμενος το θέμα της προσθήκης διαδίκου, ανέφερε τα ακόλουθα: « ..wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it.». Στην υπόθεση Manchester Lines Ltd and another v. Viamax Coach Industries Ltd
(1983)1 Α.Α.Δ. 178, τονίστηκε ότι δεν μπορεί να επιτραπεί η προσθήκη συνεναγομένου όταν το αποτέλεσμα της προσθήκης θα ήταν η εισαγωγή νέας αιτίας αγωγής, σε συνάρτηση με την αγωγή μεταξύ των ήδη υφιστάμενων διαδίκων. Η Δ.9 θ.11 προνοεί περαιτέρω ότι στην περίπτωση προσθήκης ή υποκατάστασης εναγόμενου, το Κλητήριο Ένταλμα θα πρέπει να τροποποιείται ανάλογα και ο ενάγοντας θα πρέπει να επιδώσει αντίγραφό του στον νέο εναγόμενο με τον ίδιο τρόπο, όπως θα διενεργείτο η επίδοση στον αρχικό εναγόμενο και η διαδικασία της αγωγής να συνεχίζεται ως αν ο νέος εναγόμενος να ήταν εναγόμενος από την αρχή της καταχώρισης της αγωγής. Θα πρέπει να υπάρχει σαφές αίτημα για συνένωση διαδίκου κατά πρώτο και μετά αίτημα για τροποποίηση δικογράφου. Σύμφωνα με τη νομολογία, η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου εξαρτάται από το κατά πόσο το πρόσωπο του οποίου ζητείται η προσθήκη κρίνεται αναγκαίος διάδικος. Η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοφόρου κ.ά v. Xαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906, Μepa Underwriting Management Limited κ.α. (ανωτέρω), Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1372). Στην υπόθεση Οδυσσέως v. Λαϊκής Τράπεζας (ανωτέρω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα. (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ. 210. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους (ανωτέρω), η απόφανση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις.». Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, ούτε και καταλήγει σε συμπεράσματα, έστω και προκαταρκτικά, ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά θέματα. Στην υπόθεση Μepa (ανωτέρω), λέχθηκε αναφορικά ότι: « η διαδικασία προσθήκης εναγομένου δεν προσφέρεται για καθοριστική επίλυση της τύχης της αγωγής σε σχέση με οποιοδήποτε από τους εναγομένους. Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος.». Στο Annual Practice 1958, σελ. 345, αναφέρεται, με παραπομπή στην υπόθεση Re Fowler, 142 L.T.J. 94, πως ακόμη και πρόσωπα τα οποία δεν είναι διάδικοι μπορούν να αιτηθούν την προσθήκη τους. Όπως καταγράφεται στην ίδια σελίδα του εν λόγω συγγράμματος, η έκδοση ή όχι διαταγής για προσθήκη διαδίκου, συμπεριλαμβανομένου εναγομένου, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο έχει ευρεία εξουσία να εκδώσει τέτοια διαταγή όπου το κρίνει αναγκαίο για να επιτύχει την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Περαιτέρω, στη σελ. 348, υπό τον τίτλο «Adding defendants», αναφέρονται οι βασικές αρχές που διέπουν την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πως πρόσωπο το οποίο είναι εμμέσως ενδιαφερόμενο («indirectly interested») δεν θα προστεθεί (Moser v. Marsden
(1892)1 Ch. 48) και πως πρόσωπο εναντίον του οποίου δεν ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία από τον ενάγοντα δεν θα προστεθεί ενάντια στη θέληση του τελευταίου (Hood-Barrs v. Frampton & Co
(1924)W.N. 287). Τέλος, στην υπόθεση Korkut ή Perihan v. Γεωργίου κ.ά. (Αρ. 1)
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. λέχθηκαν, σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα, τα ακόλουθα σχετικά: « Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.». Εφαρμόζοντας, συνεπώς, τις πρόνοιες της πιο πάνω διαταγής και τη νομολογία στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει οι Αιτητές - Ενάγοντες 1 και 2 να αποδείξουν στο Δικαστήριο ότι οι προτιθέμενοι Εναγόμενοι 4, 5 και 6 πρέπει να είναι διάδικοι ή ότι η παρουσία τους είναι αναγκαία, για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει αποτελεσματικά και ολοκληρωτικά και να επιλύσει όλα τα ερωτήματα που υπάρχουν στην υπόθεση. Προκύπτει από τα Τεκμήρια που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση ότι και οι τρείς προτεινόμενοι εναγόμενοι παρακάθονταν στις συνεδρίες του Διοικητικού Συμβουλίου κατά τον επίδικο χρόνο αφού διορίστηκαν από την Εναγομένη 1 - Καθ΄ης η αίτηση, στα πλαίσια της Συμφωνίας DFES ημερομηνίας 15/06/2018, ως Διοικητικοί Σύμβουλοι. Η εγκυρότητα της συγκεκριμένης Συμφωνίας αμφισβητείται και το ίδιο ισχύει και για τα κίνητρα των συγκεκριμένων τριών Διοικητικών Συμβούλων οι οποίοι εκπροσωπούσαν τα συμφέρονταν της Εναγόμενης 1 - Καθ΄ης η αίτηση η οποία είναι το αντισυμβαλλόμενο μέρος στην συγκεκριμένη Συμφωνία, η οποία σύμφωνα με τους Αιτητές - Ενάγοντες συνιστούσε την απαρχή των προβλημάτων της Εναγομένης
- Τα γεγονότα που οι Αιτητές - Ενάγοντες έχουν προβάλει και δεν έχουν αντικρουστεί από την Καθ΄ης η αίτηση - Εναγόμενη 1 αποκαλύπτουν ότι οι προτιθέμενοι εναγόμενοι διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων και ως εκ τούτου η παρουσία τους κατά τη δίκη καθίσταται απαραίτητη για να επιλυθούν μια για πάντα τα θέματα που προκύπτουν μεταξύ των διαδίκων. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης που εστιάζεται στην καθυστέρηση της καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι καθυστέρηση μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης. Στην Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω), λέχθηκε ότι η καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για προσθήκη διαδίκου υπήρξε αδικαιολόγητα μεγάλη και ότι ήταν ορθό το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος και η καθυστέρηση που θα προκύψει συνηγορούν υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Όμως τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης έχουν μια ιδιομορφία, η οποία οδήγησε στην ανάκληση του διορισμού του δικηγόρου των Εναγόντων 1 και 2 για τους λόγους που παρατίθενται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28/03/
- Οι νέοι δικηγόροι φαίνεται, από το περιεχόμενο του δικαστηριακού φακέλου, να διορίστηκαν στις 28/06/2022 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 25/01/
- Οι συγκεκριμένες διαπιστώσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν παρατηρείται μοιραία καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Ως εκ τούτου και αυτός ο λόγος ένστασης κρίνεται ανυπόστατος. Έχοντας υπόψη ότι δεν έχει καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης, καθώς και Υπεράσπιση, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η προσθήκη των εναγομένων 4, 5 και 6 δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε αδικία στην πλευρά της Εναγόμενης 1 - Καθ΄ης η αίτηση. Δοθέντων των πιο πάνω διαπιστώσεων, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα αιτήματα θα πρέπει να εγκριθούν. Κατ' ακολουθίαν, εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος ως οι παράγραφοι (Α), (Β), (Γ), (Δ), (Ε), (ΣΤ), (Ζ), (Η), (Θ) και (Ι) της αίτησης. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα να καταχωρηθεί 20 ημέρες μετά τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Ενόψει του αποτελέσματος της παρούσας Αίτησης, αλλά και του κανόνα ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης, όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away), τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς, επίσης, και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 1 - Καθ΄ης η αίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο