EIMC HOLDINGS LTD ν. PLATINUMSERVE LTD, Αρ. Απαίτησης: 3313/2023, 16/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ. Αρ. Απαίτησης: 3313/2023 Μεταξύ:
- EIMC HOLDINGS LTD, HE 413717
- EIMC DIAGNOSTIC CENTRES LTD, HE 428997
- EIMC LARNACA LTD, HE 441534
- EIMC LTD, HE 413483
- EIMC NICOSIA LTD, HE 443645 Ενάγουσες -και- PLATINUMSERVE LTD, HE 286557 Εναγόμενη Ημερομηνία: 16 Σεπτεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για τις Αιτήτριες/ Ενάγουσες: κα Αρότη Για την Καθ' ης η Αίτηση/ Εναγόμενη: κα Πανάου Ενδιάμεση Απόφαση (στην αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων ημερ. 8.11.2023) Εισαγωγή Μέσω της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτησης, οι Ενάγουσες - Αιτήτριες (στο εξής «οι Ενάγουσες») επιζητούν εναντίον της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής «η Εναγόμενη»), το ποσό των €53.550, στη βάση παράβασης σύμβασης και/ή αθέμιτου πλουτισμού, ως επίσης και διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την τελευταία να παραδώσει στις πρώτες «όλα τα συμβόλαια και/ή αποδείξεις και/ή γενικό καθολικό και/ή βιβλία χρεωστών και πιστωτών και/ή ισοζύγιο και/ή μισθολόγια του προσωπικού και/ή βιβλιάρια επιταγών και/ή καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών και/ή έγγραφα σχετικά με τον υπολογισμό και πληρωμή του ΦΠΑ και/ή φορολογικά δεδομένα και πληροφορίες τα οποία είναι απαραίτητα για τη συμπλήρωση των αναγκαίων δηλώσεων και όλα τα έγγραφα και/ή λογιστικά βιβλία και/ή τιμολόγια και/ή ενδιάμεσους λογαριασμούς και/ή λογαριασμούς και/ή όλα τα σχετικά με κάθε μία από τις Ενάγουσες ξεχωριστά και/ή κωδικούς εισδοχής στην υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων και/ή κωδικούς εισδοχής στην υπηρεσία Φόρου Εισοδήματος και/ή κωδικούς εισδοχής στην υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και/ή κωδικούς εισδοχής σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία για την οποία έλαβε κωδικούς η Καθ' ης η Αίτηση εκ μέρους των Εναγουσών και τα οποία παρέδωσαν οι Ενάγουσες και/ή τα οποία κατέχει η Εναγόμενη ως λογιστές και/ή ελεγκτές και/ή θεματοφύλακες». Στο πλαίσιο της παρούσας Απαίτησης, οι Ενάγουσες καταχώρισαν, στις 8.11.2023, μονομερή αίτηση, με την οποία επιζητούσαν ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα όμοιο με το διάταγμα που επιζητούν μέσω της Απαίτησης τους, μέχρι αποπεράτωσης της διαδικασίας και/ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Επίσης, επιζητούν ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη να επεμβαίνει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην ομαλή διεξαγωγή των εργασιών έκαστης εκ των Εναγουσών. Το παρόν Δικαστήριο, αφού διεξήλθε την υπό κρίση Αίτηση και όλο το μαρτυρικό υλικό που την υποστηρίζει, αποφάσισε ότι δεν αποδείχθηκε κατεπείγον ζήτημα και έδωσε οδηγίες όπως τούτη επιδοθεί στην Eναγόμενη, πράγμα που και έγινε. Ακολούθως, η Eναγόμενη καταχώρησε Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης (στο εξής «η Ένσταση»), η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της (στο εξής «ο ομνύοντας στην Ένσταση»). Επίσης, σημειώνω, ότι αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις[1], οι οποίες υποστηρίζουν αφενός την υπό κρίση Αίτηση και αφετέρου την Ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτήν. Δεν κρίνω σκόπιμο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης να παραθέσω λεπτομερώς είτε το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, είτε αυτό που υποστηρίζει την Ένσταση. Και τούτο, αφενός, γιατί μέρος των γεγονότων που περιβάλλουν τη διαφορά των διαδίκων αποτελεί κοινό τόπο, και, αφετέρου, γιατί στο πλαίσιο εκδίκασης αίτησης ως η υπό εξέταση δεν επιτρέπεται, από κανένα, η επιλογή εκδοχών ή η υποκειμενική τελική αξιολόγηση των μαρτύρων έκαστης πλευράς, αλλά η αναζήτηση του κατά πόσο ο αιτητής κατάφερε να εκπληρώσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ώστε να του αποδοθεί η επιζητούμενη προσωρινή θεραπεία. Σε αυτό το πλαίσιο, της εξέτασης αυτής, θα διαφανούν και οι αντίστοιχες θέσεις των δύο πλευρών. Πραγματικό Υπόβαθρο της υπό κρίση Αίτησης Τα πιο κάτω αναφερόμενα γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων, ως αυτό εμφαίνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση Αίτηση και την Ένσταση:
- Η Ενάγουσα 1 είναι η μητρική εταιρεία και/ή ο μέτοχος πλειοψηφίας στις Ενάγουσες 2-5, οι οποίες ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών (στο εξής «ο Όμιλος εταιρειών»). Ο εν λόγω Όμιλος εταιρειών απαρτίζεται και από άλλες εταιρείες, οι οποίες δεν αφορούν την παρούσα διαφορά.
- Η Ενάγουσα 1 είχε συσταθεί στις 9.10.2020, η Ενάγουσα 2 στις 15.12.2021, η Ενάγουσα 3 στις 12.12.2022, η Ενάγουσα 4 στις 5.10.2020 και η Ενάγουσα 5 στις 10.2.2023 (βλ. Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση).
- Η Εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στη Κύπρο και αποτελεί ελεγκτικό και/ή λογιστικό οίκο.
- Στις 24.9.2020, εκπρόσωποι του Ομίλου εταιρειών προχώρησαν και έλαβαν προσφορά/πρόταση για παροχή λογιστικών και/ή ελεγκτικών υπηρεσιών από την Εναγόμενη για τις Ενάγουσες 1 και 4, οι οποίες ήταν υπό σύσταση κατά το δεδομένο χρόνο, την οποία και αποδέχθηκαν (στο εξής «η Συμφωνία ημερ. 24.9.2020») (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση). Στη βάση δε αυτής, η Εναγόμενη θα παρείχε, προς τις Ενάγουσες 1 και 4, καθώς επίσης και σε μία άλλη εταιρεία του Ομίλου, λογιστικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και τις εξής:
(1)διατήρηση λογιστικών βιβλίων και αρχείων,
(2)υπηρεσίες διευθέτησης καταβολής μηνιαίου μισθολογίου,
(3)προετοιμασία και καταχώρηση των αναγκαίων εγγράφων για την τριμηνιαία καταβολή ΦΠΑ,
(4)προετοιμασία των εξαμηνιαίων ενδιάμεσων λογαριασμών και
(5)παροχή φορολογικών ή άλλων λογιστικών συμβουλών, για το ποσό των €2.500 πλέον ΦΠΑ, μηνιαίως, το οποίο, ακολούθως, με κοινή συναίνεση, μειώθηκε στο ποσό των €1.800 το μήνα, πλέον ΦΠΑ (βλ. Τεκμήριο 5 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση).
- Κατά ή περί την 1.1.2022 και για κάθε επόμενη, μηνιαία απαίτηση της, η Εναγόμενη, για τις υπηρεσίες που παρείχε προς τον Όμιλο εταιρειών, χρέωνε το ποσό των €5.000 πλέον ΦΠΑ[2].
- Πιο συγκεκριμένα, από την 1.11.2020 μέχρι τις 30.6.2021, η Εναγόμενη παρείχε, για το ποσό των €1.800 πλέον ΦΠΑ μηνιαίως, προς τον Όμιλο εταιρειών, τις ακόλουθες υπηρεσίες:
(1)τήρηση λογιστικών βιβλίων, περιλαμβανομένης της έκδοσης μηνιαίων τιμολογίων προς τους ιατρούς πελάτες της Ενάγουσας 4, ετοιμασία μηνιαίου μισθολογίου και ετοιμασία και καταχώρηση δηλώσεων ΦΠΑ. 7. Από την 1.7.2021 μέχρι τις 31.12.2021, η Εναγόμενη παρείχε, για το συνολικό ποσό των €4.100 πλέον ΦΠΑ, μηνιαίως, προς τον Όμιλο εταιρειών, πέραν των πιο πάνω υπηρεσιών και τις εξής υπηρεσίες:
(1)ετοιμασία εντολών τραπεζικών πληρωμών,
(2)εκτέλεση τραπεζικών εντολών,
(3)ετοιμασία και αποστολή εβδομαδιαίων αναφορών (weekly reports),
(4)ετοιμασία ανάλυσης προϋπολογισμού με πρόβλεψη ταμειακών ροών (budget analysis with cash flow forecast),
(5)ετοιμασία μηνιαίων διαχειριστικών λογαριασμών (monthly management accounts, και
(6)ετοιμασία, σε μηνιαία βάση, συγκριτικής ανάλυσης προϋπολογιζόμενων και πραγματικών αποτελεσμάτων.
- Από την 1.1.2022 μέχρι τις 6.11.2023, η Εναγόμενη παρείχε, για το ποσό των €5.000 πλέον ΦΠΑ μηνιαίως, στον Όμιλο εταιρειών, πέραν όλων των πιο πάνω υπηρεσιών και υπηρεσίες σχετικές με την υποβοήθηση του Ομίλου στην ετοιμασία του επιχειρηματικού του πλάνου και πληροφοριακού δελτίου προς εξεύρεση επενδυτών για την χρηματοδότηση του αναπτυξιακού πλάνου του. Εντούτοις, σε ότι αφορά την Ενάγουσα 3, η μηνιαία αμοιβή της Εναγόμενης καθορίστηκε, από τον Ιανουάριο του 2023, στο ποσό των €1.500 πλέον ΦΠΑ, το οποίο ποσό θα καταβαλλόταν μετά την έναρξη των δραστηριοτήτων της, ενώ από την 1.4.2023, μέχρι και την εν προκειμένω έναρξη, θα καταβαλλόταν το 50% του εν λόγω ποσού.
- Η τελευταία πληρωμή προς την Εναγόμενη, για τις όλες τις πιο πάνω υπηρεσίες που παρείχε προς τον Όμιλο εταιρειών, έγινε στις 23.5.2023 και αφορούσε το τιμολόγιο για τις υπηρεσίες που παρείχε προς τον Όμιλο εταιρειών για τον Φεβρουάριο του
- Κατά ή περί τον Μάρτιο του 2022 διορίστηκε κάποιος επ' ονόματι κ. Νικολαϊδης, ο οποίος είναι υπάλληλος της Εναγόμενης, ως ο Οικονομικός Διευθυντής του Ομίλου εταιρειών.
- Έκαστη εκ των Εναγουσών διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό σε συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα, ενώ είχε παραχωρηθεί στο διευθυντή της Εναγόμενης αποκλειστικό δικαίωμα υπογραφής των τραπεζικών λογαριασμών του Ομίλου εταιρειών, από το άνοιγμα τους μέχρι και τις 3.9.2023, ενώ για τις Ενάγουσες 1 και 4, από τον Ιανουάριο του 2022 μέχρι τις 3.9.
- Όλες δε οι πληρωμές εκ μέρους των Εναγουσών, εκτελούντο, κατόπιν έγκρισης από τους εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους τους, ενώ για πληρωμές μέχρι και του ποσού των €10.000, η σχετική έγκριση δίδετο από τον κ. Τταφούνα (ομνύοντας στην Αίτηση) κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης του από τις Ενάγουσες.
- Στις 3.9.2023 αποστάληκε εκ μέρους του Ομίλου εταιρειών σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα προς συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα (βλ. Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση), ενημερώνοντας το τελευταίο ότι το Διοικητικό Συμβούλιο έκαστης Ενάγουσας αποφάσισε όπως ο διευθυντής της Εναγόμενης αντικατασταθεί από την ιδιότητα του υπογραφέα στους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγουσών από τον κ. Τταφούνα, με άμεση ισχύ. (βλ. Τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση).
- Η Εναγόμενη ανέλαβε να ετοιμάσει τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις των Εναγουσών 1, 2 και 4 και μίας άλλης εταιρείας του Ομίλου, η οποία δεν αφορά την παρούσα διαφορά.
- Κατά ή περί τις 6.11.2023, οι υπηρεσίες της Εναγόμενης τερματίστηκαν από τις Ενάγουσες.
- Ακολούθως, ο Όμιλος εταιρειών διόρισε νέους λογιστές για να του παρέχουν λογιστικές υπηρεσίες, και οι δικηγόροι των Εναγουσών επικοινώνησαν με την Εναγόμενη και της ζήτησαν όλα τα έγγραφα και/ή βιβλία και/ή συμβόλαια και/ή λογιστικά βιβλία κτλπ, με την τελευταία να τους αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η ορθή διαδικασία είναι όπως εξοφληθούν οι οφειλές τους προς αυτήν και ακολούθως τους παραδώσει τα σχετικά έγγραφα (βλ. Τεκμήριο 18 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση). Η Ένσταση Όπως προανέφερα, η Eναγόμενη καταχώρισε Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση προβάλλοντας, συνολικά, 16 λόγους ένστασης, τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να καταγράψω αυτούσιους. Οι λόγοι ένστασης της Εναγόμενης συγκλίνουν ουσιαστικά στους εξής, όπως τούτοι αποκρυσταλλώνονται και μέσα από την αγόρευση των συνηγόρων της:
(1)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960) για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ειδικότερα, (α) δεν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση από τις Ενάγουσες εναντίον της Εναγόμενης, (β) η παρούσα Απαίτηση δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) οι Ενάγουσες δεν έχουν αποδείξει και/ή παρουσιάσει σχετική μαρτυρία αναφορικά με το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ή ότι αν τούτα δεν εκδοθούν, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή ζημιά η οποία δεν μπορεί να θεραπευτεί με χρήμα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης.
(2)Η υπό κρίση Αίτηση αποσκοπεί στην έκδοση προστακτικού διατάγματος το οποίο αποτελεί τελική θεραπεία, πράγμα ανεπίτρεπτο στο παρόν στάδιο και/ή το οποίο δεν δικαιολογείται υπό το φως των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα απαίτηση.
(3)Η υπό κρίση Αίτηση αποσκοπεί στην παράκαμψη και/ή υπερφαλάγγιση ρητών συμβατικών όρων της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, οι οποίοι προνοούν δικαίωμα επίσχεσης επί εγγράφων, αρχείων, βιβλίων και/ή λογιστικών βιβλίων και εργασίας που έγινε από την Eναγόμενη.
(4)Οι ισχυρισμοί των Εναγουσών είναι αόριστοι, ασαφείς, αντιφατικοί και ατεκμηρίωτοι και δεν στηρίζονται σε επαρκή και/ή αληθή μαρτυρία.
(5)Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και/ή με αλλότριους σκοπούς και μόνο σκοπό έχει οι Ενάγουσες να μην καταβάλουν στην Εναγόμενη τα οφειλόμενα και/ή συμφωνημένα ποσά αμοιβής της, για εργασία την οποία ήδη εκτέλεσε και/ή για τις προσφερθείσες υπηρεσίες της προς αυτές.
(6)Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Εναγόμενης και όχι υπέρ των Εναγουσών, καθώς η ζημιά που θα υποστεί η πρώτη από τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι μεγαλύτερη, εφόσον οι Ενάγουσες δεν έχουν την οικονομική ευρωστία να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Σημειώνω εδώ ότι οποιοιδήποτε λόγοι ένστασης προβάλλονται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Εναγόμενης και αφορούν το στοιχείο του κατεπείγοντος και/ή της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, τούτοι δεν θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης καθότι, όπως προανέφερα, εν τέλει, η υπό κρίση Αίτηση δεν προωθήθηκε μονομερώς, αλλά διατάχθηκε η επίδοση της, με αποτέλεσμα τούτη να καταστεί διά κλήσεως και ως τέτοια να εκδικαστεί. Ακροαματική διαδικασία Η ακροαματική διαδικασία της υπό κρίση Αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αφενός την υπό κρίση Αίτηση και αφετέρου την Ένσταση, ενώ ουδείς εκ των ομνύοντων αντεξετάστηκε[3]. Αμφότερες δε οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης. Σε αυτές, οι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις τους, με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει όπου αυτό κριθεί απαραίτητο κατωτέρω. Νομική πτυχή Όπως διαφαίνεται από τη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης, αυτή στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το οποίο παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων, η οποία (έκδοση) επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 έχει τύχει ερμηνείας και αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, βάσει του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι οι εξής: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos v Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, πέραν των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο Αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται σωρευτικά οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο, στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Είναι δε νομολογημένο ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος (σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 663 και Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 424/11, ημερομηνίας 27.3.2014, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Επομένως, το αντικείμενο εξέτασης σε αυτό το στάδιο είναι κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα (βλ. Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, απόφαση ημερ. 23.03.2017), ECLI:CY:AD:2017:A102. Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλας Αντωνιάδου Κυριάκου, Πολ. Έφεση Αρ. Ε301/2016, απόφαση ημερ. 26.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D317, λέχθηκαν τα ακόλουθα, σχετικά: «Όλα αυτά, όμως, δεν έχουν σχέση με την έννοια του «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση», που υποδηλώνει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων (Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557). Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, πρώτη έκδοση, σελ. 55: «Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right). Γι΄αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία απαγορευτικού διατάγματος.»[4] Σε ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Ενάγοντα στην αγωγή (βλ. Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (βλ. επίσης Γρηγορίου (ανωτέρω)). Η διαχρονικότητα των παραπάνω αρχών, διαφαίνεται και από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD-NEMESIS κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. E52/21, ημερ. 10.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:A79: «Η δεύτερη προϋπόθεση, εξυπακούει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, όρος που, κατά την Odysseos, έχει την έννοια ότι ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει («evidential strength of the case of the plaintiff»). Η αξιολόγηση γίνεται χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία και πολύ περισσότερο να καταλήγει σε ευρήματα επί της ουσίας. Σε αυτό το στάδιο αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας...». Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, αλλά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Σχετικές επί τούτου είναι, επίσης, οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Ισοζύγιο της ευχέρειας Όπως ανέφερα ανωτέρω, μόνο όταν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, προχωρά, στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής του εξουσίας, να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει τούτα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος τους στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Αίτηση 41/2023, απόφαση ημερ. 4.7.2023). Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρίστος Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Ltd, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20.01.2014: «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [19897] 1 W.L.R. 670)». Τέλος, σημειώνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρεία. Προς τούτο, παραπέμπω στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστατικών.» Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τη μαρτυρία του έχει τεθεί ενώπιον μου από αμφότερους τους διαδίκους, χωρίς όμως στο παρόν στάδιο να διενεργείται οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση ως προς την όποια αξιοπιστία αυτής και χωρίς το Δικαστήριο να αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς των μερών, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση των αιτούμενων ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων.
(1)Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση Στη βάση του περιεχομένου του Έντυπου Απαίτησης των Εναγουσών, διαφαίνεται ότι θεμελιακή βάση της παρούσας Απαίτησης αποτελεί η κατ' ισχυρισμόν παράβαση της μεταξύ των μερών Συμφωνίας ημερ. 24.9.2020, στη βάση του ότι η Eναγόμενη, πάντα κατά τους ισχυρισμούς των Εναγουσών, τις υπερχρέωνε και/ή χρέωνε ποσά πέραν των συμφωνημένων. Επίσης, η παρούσα Απαίτηση τους, βασίζεται στην παράδοση και/ή επιστροφή προς αυτές, μεταξύ άλλων, διάφορων εγγράφων και/ή βιβλίων και/ή λογιστικών βιβλίων και/ή κωδικών πρόσβασης στις διάφορες κρατικές υπηρεσίες, τα οποία, κατά τις ίδιες, αποτελούν περιουσία τους, την οποία η Εναγόμενη, κατ' ισχυρισμόν, κατακρατεί, χωρίς να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα. Με δεδομένο ότι η παράβαση σύμβασης αλλά και η διεκδίκηση αποζημιώσεων για τυχόν υπερχρεώσεις και/ή αθέμιτο πλουτισμό, ως επίσης και η παράνομη κατακράτηση κινητής περιουσίας, στη βάση του άρθρου 37 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αποτελούν αναγνωρίσιμες αιτίες αγωγής, και έχοντας κατά νου ότι εκείνο που αναζητείται στο πλαίσιο εξέτασης της πρώτης προϋπόθεσης είναι το κατά πόσο αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον Νόμο αιτία αγωγής, η οποία, αν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια την παροχή θεραπείας στις Ενάγουσες, κρίνω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη ουσιαστικά προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκασης για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, έχει αποδειχθεί.
(2)Ορατή πιθανότητα επιτυχίας Στο πλαίσιο εξέτασης αυτής της προϋπόθεσης, εντάσσεται η βασικότερη επιχειρηματολογία και λόγοι ένστασης της Εναγόμενης. Κρίνω σκόπιμο, στο παρόν στάδιο, επομένως, να καταγράψω, εν συντομία, τις θέσεις των δύο πλευρών. Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, σε ό, τι αφορά τη χρηματική απαίτηση των Εναγουσών, είναι η θέση τους ότι η αξίωση τους βασίζεται στο γεγονός ότι, κατά τις ίδιες, η μόνη υπάρχουσα ως έγκυρη, μεταξύ τους και της Εναγόμενης, συμφωνία παροχής υπηρεσιών είναι η Συμφωνία ημερ. 24.9.2020, βάσει της οποίας η μηνιαία χρέωση της Εναγόμενης ανερχόταν στο ποσό των €2.500 πλέον ΦΠΑ. Συνεπώς, κατά τους ισχυρισμούς των Εναγουσών, η μηνιαία χρέωση της Εναγόμενης προς αυτές, του ποσού των €5.000 πλέον ΦΠΑ, από την 1.1.2022, οδήγησε στην εκ μέρους τους αδικαιολόγητη καταβολή ποσού μεγαλύτερου από αυτό που δικαιούτο η Εναγόμενη, του οποίου και δικαιούνται σε επιστροφή. Η ενέργεια δε αυτή της Εναγόμενης να υπερχρεώνει τον Όμιλο εταιρειών συνιστά, κατά τις ίδιες, παράβαση της Συμφωνίας ημερ. 24.9.2020, ενώ ο διορισμός του κ. Νικολαϊδη στη θέση του Οικονομικού Διευθυντή του Ομίλου εταιρειών, δεν δικαιολογούσε την εν λόγω χρέωση. Επίσης, στη βάση των ισχυρισμών των Εναγουσών, η Εναγόμενη ενήργησε κατά παράβαση της εν λόγω Συμφωνίας ημερ. 24.9.2020 και για το λόγο ότι παρέλειψε να ετοιμάσει τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και/ή audit accounts, με αποτέλεσμα να μην καταχωρήσει ποτέ και για κανένα έτος τις προνοούμενες ΗΕ 32 στον Έφορο Εταιρειών για οποιαδήποτε από τις Ενάγουσες, με αποτέλεσμα ο Έφορος Εταιρειών να έχει αποστείλει επιστολή υπενθύμισης προς τις Ενάγουσες 1 και 4, ενώ όλες οι Ενάγουσες και/ή οι διευθυντές τους μένουν εκτεθειμένοι αναφορικά με τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει ο Νόμος, εφόσον αδυνατούν να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Τέλος, είναι η θέση τους ότι η Εναγόμενη ενήργησε κατά παράβαση της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας 1, ημερ. 12.12.2022, εφόσον απέστειλε την πλεονάζουσα εισφορά, εκ ποσού €38.500, που καταβλήθηκε, κατά τη διαδικασία επένδυσης στην Ενάγουσα 1, από τον μέτοχο και διευθυντή της τελευταίας κ. Michael Ringart, προς τον ίδιο, χωρίς να λάβει τη γραπτή έγκριση των δύο άλλων διευθυντών της Ενάγουσας 1, ενώ θα έπρεπε να επιστρέψει αυτή και στους υπόλοιπους 3 επενδυτές και διευθυντές της Ενάγουσας
- Σημειώνω εδώ ότι σε ό,τι αφορά τον τελευταίο ισχυρισμό των Εναγουσών, με δεδομένο ότι δεν επιζητείται οποιαδήποτε τελική θεραπεία στην παρούσα Απαίτηση, δεν θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, για σκοπούς πλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Στον αντίποδα, είναι η θέση της Εναγόμενης ότι η μηνιαία χρέωση της, ύψους €5.000 πλέον ΦΠΑ, ήταν καθ' όλα νόμιμη και έγκυρη στη βάση της Επιστολής Διορισμού ημερ. 17.1.2022 (στο εξής «η Επιστολή Διορισμού») (Τεκμήριο 6 στην Ένσταση), η οποία υπογράφηκε, στις 11.1.2022, από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και Ανώτατο Εκτελεστικό Διευθυντή του Ομίλου, κ. Michael Moshe Ringart, δυνάμει σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας 1 ημερ. 11.1.2022 (βλ. Τεκμήριο 7 στην Ένσταση) και επικυρώθηκε από τις Ενάγουσες, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας 1, στις 10.3.2022, και, ως εκ τούτου, ουδεμία υπερχρέωση υπάρχει αναφορικά με τις παραχωρηθείσες, προς τις Ενάγουσες, υπηρεσίες τους. Ως ισχυρίστηκε, από την σύναψη της Συμφωνίας ημερ. 24.9.2020, τόσο οι εταιρείες του Ομίλου, όσο και οι υπηρεσίες της Εναγόμενης προς αυτές, αλλά και ο όγκος εργασίας της Εναγόμενης, αυξήθηκε και αυτό αντικατοπτρίστηκε τόσο στο αυξημένο μέγεθος και έκταση των παρεχόμενων υπηρεσιών της προς τις Ενάγουσες, όσο και στο ποσό της συμφωνημένης αμοιβής της Εναγόμενης, στη βάση της Επιστολής Διορισμού. Είναι δε η θέση της ότι όλες οι πληρωμές στις οποίες προέβαινε ο διευθυντής της Εναγόμενης, καθ' όν χρόνο είχε δικαίωμα υπογραφής στους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγουσών, εκτελούντο, κατόπιν έγκρισης από τους εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους των Εναγουσών, ενώ για πληρωμές μέχρι και του ποσού των €10.000, η σχετική έγκριση δίδετο από τον ομνύοντα στην Αίτηση (κ. Τταφούνα) κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης των Εναγουσών. Αποτελεί, επίσης, θέση της ότι η αμοιβή της για τις παρεχόμενες της υπηρεσίες, ουδεμία σχέση είχε με το διορισμό του κ. Νικολαϊδη στη θέση του Οικονομικού Διευθυντή του Ομίλου, αλλά αφορούσε τις λοιπές υπηρεσίες που ήδη προσφέρονταν από αυτήν. Επίσης, είναι η συναφής θέση της ότι το Τεκμήριο 3 στην Αίτηση είναι λανθασμένο και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εφόσον περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, διπλές εγγραφές, με αποτέλεσμα για τους μήνες Φεβρουάριο 2022-Φεβρουάριο 2023 τα τιμολόγια της Εναγόμενης να καταχωρίζονται και να υπολογίζονται δύο φορές και, επομένως, η όποια χρηματική αξίωση των Εναγουσών εναντίον της, ακόμα κι αν υπάρχει, να είναι λανθασμένη εφόσον το αξιούμενο ποσό θα έπρεπε να ήταν μικρότερο από αυτό που αξιώνουν μέσω της Απαίτησης τους. Σε ότι αφορά την ετοιμασία των ελεγμένων οικονομικών καταστάσεων των Εναγουσών, η Εναγόμενη προβάλλει ότι, στις 3.11.2023, κατά τη γενική συνέλευση στο γραφείο της Γραμματέα της Ενάγουσας 1, η πρώτη ενημέρωσε τους παρευρισκόμενους ότι οι εν λόγω οικονομικές καταστάσεις ήταν έτοιμες, παρά το γεγονός ότι οι Ενάγουσες δεν της είχαν προσκομίσει όλα τα σχετικά έγγραφα που ζητήθηκαν και που ήταν απαραίτητα για την ετοιμασία τους. Πάντα συναφώς, προβάλλει ότι κατά την εν λόγω συνέλευση, η Εναγόμενη δήλωσε την ετοιμότητα της να υπογράψει άμεσα την έκθεση ελεγκτών, πλην όμως με επιφυλάξεις και αποποιήσεις ευθυνών, λόγω των εγγράφων που δεν της προσκομίστηκαν, πράγμα για το οποίο τοποθετήθηκε και γραπτώς με επιστολή της ημερ. 7.11.2023 (βλ. Τεκμήριο 18 στην Ένσταση). Μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης (στο εξής «ΣΕΔ Εναγουσών»), οι Ενάγουσες προτάσσουν ότι ουδέποτε ενέκριναν την υπογραφή, από τον κ. Ringart, της εν λόγω Επιστολής Διορισμού και ότι τούτη ουδέποτε περιήλθε εις γνώση τους, καθότι οι συνεδρίες του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας 1, ημερ. 11.1.2023 και 10.3.2022, ουδέποτε έλαβαν χώρα, για σκοπούς έγκρισης της υπογραφής και επικύρωσης της υπογραφής της εν λόγω Επιστολής Διορισμού, και προς υποστήριξη της θέσης αυτής, στη ΣΕΔ Εναγουσών επισυνάπτονται σχετικά τεκμήρια αναφορικά με το χρόνο κατά τον οποίο οι διευθυντές της Ενάγουσας 1 βρίσκονταν στην Κύπρο και τις προσωπικές τους ατζέντες και ημερολόγια (βλ. Τεκμήρια 4-6, ως επίσης και τα Τεκμήρια 10-13 στην ΣΕΔ Εναγουσών), όπου διαφαίνεται, κατά τις Ενάγουσες, ότι οι εν λόγω διευθυντές της δεν είχαν προγραμματισμένο οποιοδήποτε διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας 1, ενώ κάποιοι εξ αυτών είχαν άλλα προγραμματισμένα ραντεβού κατά την εν λόγω ημερομηνία και ώρα (αναφορικά με το διοικητικό συμβούλιο ημερ. 11.1.2023). Επίσης, ως προβάλλεται στην ΣΕΔ Εναγουσών, με αναφορά στο Τεκμήριο 14 (στην εν λόγω ΣΕΔ), το διοικητικό συμβούλιο ημερ. 10.3.2022 της Ενάγουσας 1, είχε ακυρωθεί κατόπιν σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος, ίδιας ημερομηνίας, του κ. Ringart, το οποίο αυτός απέστειλε προς τους υπόλοιπους διευθυντές της, και, επομένως, ούτε το εν λόγω διοικητικό συμβούλιο έλαβε χώρα. Αναφέρεται δε, ότι δυνατόν να τίθεται ζήτημα πλαστογραφίας και/ή παραποίησης των εν λόγω πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου. Από την άλλη, η Εναγόμενη, μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που καταχώρησε (στο εξής «ΣΕΔ Εναγόμενης»), εν πολλοίς, προτάσσει ότι οι Ενάγουσες και/ή ο ομνύοντας στην Αίτηση (κ. Τταφούνας) γνώριζε για την ύπαρξη της εν λόγω Επιστολής Διορισμού, ενώ τα Τεκμήρια 4-6 της ΣΕΔ Εναγουσών αποτελούν μία προσπάθεια εκ μέρους των Εναγουσών να δημιουργήσουν, εκ των υστέρων, μαρτυρία προς υποστήριξη των εν λόγω ανυπόστατων ισχυρισμών τους. Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, έχω κατά νου ότι η προϋπόθεση της ορατής πιθανότητας επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να εισέρχεται σε εξέταση και απόφανση ως προς την ουσία της διαφοράς των μερών (βλ. Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά. (πιο πάνω), και στην Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλας Αντωνιάδου Κυριάκου (πιο πάνω)). Ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν αξιολογεί την προσαχθείσα μαρτυρία και δεν προβαίνει σε ευρήματα σε σχέση με τους συγκρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων. Κάτι τέτοιο θα γίνει όταν το Δικαστήριο θα ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Ούτε βεβαίως, στο παρόν στάδιο, οι Ενάγουσες καλούνται να αποδείξουν την αξίωση τους, για την οποία κάνουν αναφορά στην παρούσα Απαίτηση τους. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802, «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». Επίσης, ως λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Πολ. Έφεση Ε135/2015, 1. ΧΧΧ Δίγκλης κ.α. v. Total Fit Ltd, απόφαση ημερ. 12.9.2018, αρκεί οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί να «χαρακτηρίζονται από λογικότητα και ποιοτική επάρκεια, στο πλαίσιο της καθοδήγησης που παρέχεται, σχετικά, στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557». Έχοντας ενώπιον μου τα πιο πάνω και χωρίς να αγνοώ το μαρτυρικό υλικό στο σύνολο του, το οποίο, επαναλαμβάνω, προσεγγίζω μόνο για σκοπούς έκδοσης των αιτούμενων προσωρινών θεραπειών, βρίσκω ότι οι Ενάγουσες έχουν ικανοποιήσει και τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας σε σχέση με τη βάση της αγωγής τους για κατ' ισχυρισμόν παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης. Οι όποιοι ισχυρισμοί προβάλλονται από την Εναγόμενη ότι η όποια απαίτηση των Εναγουσών, αν ήταν γνήσια, θα έπρεπε να ήταν για μικρότερο ποσό, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγουσες δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Απαίτησης τους, εφόσον η ύπαρξη και/ή το ύψος της αξίωσης τους, θα καθοριστεί από το Δικαστήριο αφού ακούσει την ουσία της διαφοράς των μερών. Η δε αναφορά της Εναγόμενης στην Επιστολή Διορισμού και ότι στη βάση αυτής, η χρέωση της, από την 1.1.2022, ήταν για το ποσό των €5.000 πλέον ΦΠΑ, μηνιαίως, και όχι για το ποσό των €2.500 πλέον ΦΠΑ μηνιαίως, δεν παρέμεινε χωρίς αντίλογο εκ μέρους των Εναγουσών, οι οποίες, μέσω της ΣΕΔ Εναγουσών που καταχώρησαν, αμφισβητούν την γνησιότητα της εν λόγω επιστολής, εφόσον, κατά τους ισχυρισμούς τους, ουδέποτε οι διευθυντές της Ενάγουσας 1 εξουσιοδότησαν την υπογραφή της Επιστολής Διορισμού από τον κ. Ringart ή επικύρωσαν την υπογραφή της, προβάλλοντας τη θέση ότι ουδέποτε έλαβαν χώρα οι συνεδρίες του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας 1 ημερ. 11.1.2022 και 10.3.2022, επισυνάπτοντας προς τούτο και σχετικά έγγραφα που δεικνύουν, κατά τις ίδιες ότι οι διευθυντές της Ενάγουσας 1 δεν παρευρέθηκαν σε οποιαδήποτε συνεδρία διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας 1, στις 11.1.2022, και ότι η συνεδρία ημερ. 10.3.2022 είχε ακυρωθεί από τον ίδιο τον κ. Ringart, για προσωπικούς λόγους (βλ. Τεκμήριο 14 στην ΣΕΔ Εναγουσών). Δεν παραγνωρίζω, βεβαίως, το γεγονός ότι και οι Ενάγουσες, επικαλούνται τα πρακτικά της συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας 1, ημερ. 10.3.2022, για να αναφερθούν στην επικύρωση του διορισμού του κ. Νικολαϊδη ως Οικονομικού Διευθυντή του Ομίλου. Εντούτοις, με δεδομένο ότι στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε υποκειμενικά ευρήματα αξιοπιστίας και/ή ευρήματα επί της ουσίας της Απαίτησης των Εναγουσών, κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από τις Ενάγουσες ικανοποιεί τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, ως προς την βάση της αγωγής τους για κατ' ισχυρισμόν παράβαση σύμβασης και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στρεφόμενη τώρα στην απαίτηση των Εναγουσών για έκδοση διατάγματος παράδοσης, μεταξύ άλλων, όλων των εγγράφων και/ή βιβλίων και/ή λογιστικών βιβλίων και/ή κωδικών πρόσβασης στις διάφορες κρατικές υπηρεσίες, που κατέχει η Εναγόμενη, εκ μέρους τους, το ζήτημα που πρέπει, κατ' αρχάς, να αποφασιστεί είναι κατά πόσο οι Ενάγουσες δικαιούνται σε αυτά ή κατά πόσο η Εναγόμενη έχει δικαίωμα επισχέσεως (lien) επ' αυτών. Αποτελεί βασική θέση και επιχειρηματολογία της πλευράς της Εναγόμενης ότι στη βάση του όρου 14.1 της Επιστολής Διορισμού, αυτή έχει δικαίωμα επίσχεσης (lien) επί των εν λόγω εγγράφων, μέχρι την πλήρη εξόφληση των οφειλόμενων, από τις Ενάγουσες προς αυτήν, ποσών και ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα έχει ως συνέπεια το Δικαστήριο να παρέμβει στα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών. Από την άλλη, είναι, ουσιαστικά, η θέση των Εναγουσών, ότι τα εν λόγω έγγραφα, βιβλία και/ή συμβόλαια και/ή τιμολόγια και/ή κωδικοί, εμπίπτουν στον ορισμό των «λογιστικών βιβλίων» του άρθρου 141 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και, ως εκ τούτου, η Εναγόμενη ουδέν δικαίωμα επίσχεσης έχει επ' αυτών. Το άρθρο 141 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, προνοεί τα εξής: «141.
(1)Οι σύμβουλοι μεριμνούν ώστε να τηρούνται λογιστικά βιβλία και αρχεία, τα οποία κρίνονται αναγκαία για την κατάρτιση οικονομικών καταστάσεων, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και τα οποία να επεξηγούν ορθώς όλες τις συναλλαγές και επιτρέπουν τον καθορισμό της οικονομικής θέσης της εταιρείας με εύλογη ακρίβεια σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή και περιλαμβάνουν υποστηρικτικά έγγραφα (περιλαμβανομένων συμβολαίων και τιμολογίων), τα οποία απεικονίζουν- (α) όλα τα χρηματικά ποσά, τα οποία εισπράττονται και δαπανώνται, καθώς και τα ζητήματα για τα οποία πραγματοποιείται η αντίστοιχη είσπραξη και η αντίστοιχη δαπάνη. (β) όλες τις πωλήσεις και τις αγορές και οποιεσδήποτε συναλλαγές. (γ) τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις της εταιρείας.
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1), θεωρείται ότι δεν τηρούνται κατάλληλα λογιστικά βιβλία και αρχεία, αν τα τηρούμενα βιβλία και αρχεία δεν είναι επαρκή για την παρουσίαση αληθινής και δίκαιης εικόνας των υποθέσεων της εταιρείας, όπως και την εξήγηση των συναλλαγών της.
(3)Τα λογιστικά βιβλία και αρχεία φυλάγονται για περίοδο έξι
(6)ετών μετά το τέλος του ημερολογιακού έτους, στο οποίο αναφέρονται, στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ή σε τέτοιο άλλο τόπο όπως οι διευθυντές θεώρησαν ορθό και είναι πάντοτε ανοικτά για επιθεώρηση από τους διευθυντές[5]: [.]
(4)Αν σύμβουλος εταιρείας παραλείπει να λάβει τα εύλογα μέτρα για συμμόρφωση με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, διαπράττει ποινικό αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές: Νοείται ότι σε οποιαδήποτε διαδικασία εναντίον προσώπου σχετικά με αδίκημα με βάση το άρθρο αυτό που συνίσταται σε παράλειψη λήψης εύλογων μέτρων για τη διασφάλιση συμμόρφωσης από την εταιρεία προς τις απαιτήσεις του άρθρου αυτού, αποτελεί υπεράσπιση ή απόδειξη ότι είχε εύλογη αιτία να πιστεύει και επίστευε ότι ικανό και αξιόπιστο πρόσωπο ήταν επιφορτισμένο με το καθήκον να μεριμνήσει ώστε να υπάρξει συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αυτές και ότι ήταν σε θέση να εκτελέσει εκείνο το καθήκον». Κρίνω σκόπιμο, εξ αρχής να σημειώσω ότι όλα τα έγγραφα και/ή βιβλία και/ή τιμολόγια και/ή κωδικοί και/ή λογιστικά βιβλία και/ή συμβόλαια που επιζητούνται εκ μέρους των Εναγουσών, στη βάση του αιτούμενου διατάγματος, εμπίπτουν εντός του ευρύτερου όρου «λογιστικά βιβλία» και ότι τούτα είναι απαραίτητα για την παρουσίαση της αληθινής και δίκαιης εικόνας των υποθέσεων των εταιρειών τους, αλλά και για την εξήγηση των συναλλαγών τους. Τούτο ισχύει ακόμη και αναφορικά με τους κωδικούς πρόσβασης στις διάφορες κρατικές υπηρεσίες, που επιζητούνται από τις Ενάγουσες, για τους οποίους, παρά το ότι δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε ρητή αναφορά στο άρθρο 141 του Κεφ. 113, εντούτοις, θεωρώ, ότι αποτελούν περιουσία των Εναγουσών και στοιχεία απαραίτητα για σκοπούς συλλογής των προηγούμενων φορολογικών δεδομένων και/ή δεδομένων κοινωνικών ασφαλίσεων και/ή άλλων δεδομένων των Εναγουσών που είναι απαραίτητα για σκοπούς ετοιμασίας των οικονομικών τους καταστάσεων. Στρέφομαι τώρα στο ερώτημα κατά πόσο η Εναγόμενη έχει δικαίωμα επίσχεσης επί των εν λόγω εγγράφων και/ή λογιστικών βιβλίων των Εναγουσών. Η συνήγορος των Εναγουσών έθεσε υπόψη μου την πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, Παρτέλλας, Κοιλιάρης, Σενέκκης ν Κτηματικές Εργοληπτικές Επιχειρήσεις Α. Χαχολής Λτδ, Αγωγή 739/2005, απόφαση ημερ. 13.1.2006 (Κληρίδη Κ. ΠΕΔ, όπως ήταν τότε), με την οποία αποφασίστηκε ανάλογο ζήτημα με αυτό που έχει τεθεί ενώπιον μου, με αναφορά στην Αγγλική, επί του θέματος, νομολογία και ειδικότερα τις υποθέσεις Woodworth and another v Conroy and others [1996] 1 All ER 107 και DTC (CNC) Ltd v Gary Sargeant & Co (a firm) [1996] 2 All ER 369. Από τις εν λόγω αποφάσεις, προκύπτουν οι ακόλουθες αρχές:
(1)Οι λογιστές γενικά έχουν δικαίωμα επίσχεσης επί εγγράφων πελατών τους, τα οποία απέκτησαν και κατέχουν στα πλαίσια άσκησης των επαγγελματικών τους καθηκόντων. Τα λεχθέντα του Lawton LJ, στην Woodworth (ανωτέρω), σελ. 110, είναι σχετικά: «I would adjudge that accountants in the course of doing their ordinary professional work of producing and auditing accounts, advising on financial problems, and carrying on negotiations with the Inland Revenue in relation to both taxation and rating have at least a particular lien over any books of account, files and papers which their clients delivered to them and also over any documents which have come into their possession in the course of acting as their clients' agents in the course of their ordinary professional work. Accountants may enjoy a wider lien than this; but I find it unnecessary for the purposes of this appeal to say more than I have.»
(2)Όπως επισημάνθηκε όμως στην DTC, ανωτέρω, το δικαίωμα αυτό δεν εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις, ειδικά όπου αυτό ενδεχομένως να συγκρούεται με πρόνοιες της νομοθεσίας. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην DTC, ανωτέρω, σελ. 372: «It is well established that, in general terms, accountants in the course of doing their ordinary professional work may acquire the right to exercise a particular lien over any books of account, files and papers which their clients deliver to them (see the decision of the Court of Appeal in Woodworth v Conroy, Conroy v Woodworth [1976] 1 All ER 107, [1976] QB 884). However, the right to exercise such a lien is not enforceable in all circumstances. Section 246
(2)of the Insolvency Act 1986 renders any lien unenforceable to the extent that its enforcement would deny possession of any books, papers or other records to an 'office-holder' (an administrator, liquidator or provisional liquidator of a company).»
(3)Δεν είναι δυνατή επομένως η άσκηση δικαιώματος επίσχεσης επί εγγράφων που, δυνάμει του Κεφ. 113, πρέπει να βρίσκονται στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας (βλ. DTC (ανωτέρω), σελ. 375, με αναφορά στις υποθέσεις Re Capital Fire Insurance Association
(1883)24 Ch D 408 και Re Anglo-Maltese Hydraulic Dock Co Ltd
(1885)54 LJ Ch 730 και τον τότε ισχύοντα Companies Act 1985 (όπως τροποποιήθηκε από το Companies Act 1989, ss 221-222) Σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα τα accounting records (λογιστικά βιβλία) της εταιρείας πρέπει να βρίσκονται στο εγγεγραμμένο γραφείο της.
(4)Κατ' ανάλογο τρόπο, το άρθρο 141 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, επιβάλλει ανάλογη υποχρέωση σε Κυπριακές εταιρείες. Ο Έντιμος κ. Κληρίδης (ΠΕΔ (ως ήταν τότε)) κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα: «Όπως επομένως καθαρά εξάγεται από το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου, η εναγομένη εταιρεία και κάθε εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο υποχρεούται όπως: α. Τηρεί «λογιστικά βιβλία τα οποία κρίνονται αναγκαία για την κατάρτιση οικονομικών καταστάσεων.» β. Τα λογιστικά αυτά βιβλία πρέπει να είναι «επαρκή για την παρουσίαση αληθινής και δίκαιης εικόνας των υποθέσεων της εταιρείας και την εξήγηση των συναλλαγών της.» γ. Τα λογιστικά αυτά βιβλία θα πρέπει να φυλάγονται στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και να είναι πάντα ανοικτά για επιθεώρηση από τους διευθυντές. Παράλειψη συμμόρφωσης προς τις πιο πάνω υποχρεώσεις συνιστά ποινικό αδίκημα για τους συμβούλους εταιρείας και επισύρει ποινές φυλάκισης ή προστίμου. Υπό το φως των πιο πάνω νομοθετικών υποχρεώσεων εταιρείας και με γνώμονα το σκεπτικό των προαναφερθεισών Αγγλικών αποφάσεων, κατά την κρίση μου δεν μπορεί να ασκηθεί δικαίωμα επίσχεσης (lien) από τους ενάγοντες - λογιστές ή από οποιουσδήποτε άλλους λογιστές ή δικηγόρους επί των λογιστικών βιβλίων που περιγράφονται στον νόμο και ανήκουν σε πελάτες ή πρώην πελάτες τους, όπως είναι εδώ οι εναγόμενοι. Το ερώτημα που παραμένει είναι αν τα ζητούμενα μέσω του παρεμπίπτοντος διατάγματος στην παρούσα υπόθεση βιβλία, έγγραφα κλπ. εμπίπτουν στον ορισμό των «λογιστικών εγγράφων» που είχε υπόψη του ο νομοθέτης. Όπως ορθά ερμηνεύτηκε ο όρος "accounting records" που συναντάται στην πολύ παρόμοια Αγγλική νομοθεσία στην υπόθεση DTC (ανωτέρω), το φάσμα εγγράφων που δυνητικά εμπίπτουν μέσα στην έννοια του όρου τούτου, είναι πάρα πολύ ευρύ. Τα έγγραφα τα οποία επιδιώκεται εδώ όπως επιστραφούν στους εναγομένους, περιγράφονται ως εξής: «... όλα τα τιμολόγια, συμβόλαια, αποδείξεις, γενικό καθολικό, βιβλία χρεωστών και πιστωτών, ισοζύγιο, μισθολόγια του προσωπικού και υπεργολάβων, βιβλιάρια επιταγών των τραπεζών, καταστάσεις λογαριασμού των τραπεζών, έγγραφα σχετικά με τον υπολογισμό και πληρωμή του ΦΠΑ, φορολογικά δεδομένα και πληροφορίες απαραίτητα για την συμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των μετόχων των Αιτητών και όλα τα έγγραφα που τους παρέδωσαν οι εναγόμενοι και κατέχουν οι ενάγοντες σαν λογιστές ή και ελεγκτές ή και θεματοφύλακες τους». Δεν διατηρώ καμιά αμφιβολία ότι όλα τα πιο πάνω περιγραφόμενα έγγραφα, βιβλία κλπ. είναι τέτοια ώστε να εμπίπτουν μέσα στον γενικότερο όρο των «λογιστικών βιβλίων» που τηρούνται από τους εναγομένους και ότι αυτά είναι απαραίτητα για την «παρουσίαση αληθινής και δίκαιης εικόνας των υποθέσεων της εταιρείας», όπως και για την «εξήγηση των συναλλαγών της».» Η πιο πάνω ανάλυση, αν και μη δεσμευτική, είναι καθοδηγητική και με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη, και δεν βρίσκω κανένα απολύτως λόγο να διαφοροποιηθώ, χωρίς όμως να αποφαίνομαι καθ' οιονδήποτε τρόπο, στο παρόν στάδιο, ως προς την εγκυρότητα ή μη του όρου 14.1 της Επιστολής Διορισμού, τον οποίο επικαλείται η πλευρά της Εναγόμενης. Δεν παραγνωρίζω ότι, εν προκειμένω, αποτελεί βασική θέση της Εναγόμενης, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη (εφόσον δεν αντικρούστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο μέσω της ΣΕΔ των Εναγουσών), ότι τα λογιστικά βιβλία (ως τούτα προσδιορίστηκαν ανωτέρω), βρίσκονται στην κατοχή των Εναγουσών, εφόσον είναι οι αυτές και/ή οι αντιπρόσωποι τους που τα απέστελλαν, ηλεκτρονικά, στην Εναγόμενη και, επομένως, τίποτα δεν κατακρατείται παράνομα και/ή άλλως πως, από την τελευταία. Σε ό,τι δε αφορά τους κωδικούς πρόσβασης στις διάφορες κρατικές και/ή αρμόδιες υπηρεσίες, η Εναγόμενη προτάσσει τη θέση ότι τούτοι μπορούν να αλλαχθούν από τις Ενάγουσες, πράγμα το οποίο οι τελευταίες έπραξαν αναφορικά με τους κωδικούς πρόσβασης στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ως προς δε τον τελευταίο ισχυρισμό, οι Ενάγουσες προβάλλουν, μέσω της ΣΕΔ Εναγουσών, ότι είναι δέσμιες της Εναγόμενης καθότι, χωρίς τους σχετικούς κωδικούς πρόσβασης που κατακρατεί η Εναγόμενη, δεν μπορούν να προχωρήσουν να λάβουν και/ή να καταχωρήσουν και/ή να λάβουν τα σχετικά φορολογικά και/ή άλλα έγγραφα που τις αφορούν, από τις διάφορες αρμόδιες αρχές και/ή υπηρεσίες. Αφ' ης στιγμής, τα λογιστικά βιβλία (ως ανωτέρω προσδιορίστηκαν) βρίσκονται στην κατοχή της Εναγόμενης, έστω και κατόπιν αποστολής τους από τις Ενάγουσες προς αυτήν, για σκοπούς ετοιμασίας, από την τελευταία, των οικονομικών καταστάσεων του Ομίλου εταιρειών, και, εφόσον, εν προκειμένω, αφότου έχει επέλθει η ρήξη μεταξύ των μερών, δεν έχουν κατατεθεί οι ΗΕ 32 στον Έφορο Εταιρειών, πράγμα το οποίο αποτελεί εκ του Νόμου υποχρέωση των Εναγουσών, και με δεδομένο ότι τα πιο πάνω λογιστικά βιβλία είναι απαραίτητα για σκοπούς ετοιμασίας και υποβολής των οικονομικών καταστάσεων (ΗΕ 32) των Εναγουσών, κρίνω ότι οι Ενάγουσες έχουν ικανοποιήσει και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, αναφορικά με τη βάση της αγωγής τους για κατ' ισχυρισμόν κατακράτηση της κινητής περιουσίας τους από την Εναγόμενη και/ή δικαιώματος τους για επιστροφή των λογιστικών τους βιβλίων από την Εναγόμενη. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο και παρά το ότι κάτι τέτοιο δεν επιζητείται μέσω των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων ή μέσω των τελικών θεραπειών στην παρούσα Απαίτηση, αναφέρω ότι σε ότι αφορά τις οικονομικές καταστάσεις που ετοίμασε η Εναγόμενη για τις Ενάγουσες 1 και 4 και/ή τον Όμιλο εταιρειών, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη η θέση της Εναγόμενης ότι τούτες αποτελούν εργασία και ιδιοκτησία της τελευταίας και όχι των Εναγουσών, εφόσον οι οικονομικές καταστάσεις δεν αποτελούν μέρος των λογιστικών βιβλίων των Εναγουσών, αλλά αποτελούν έγγραφα που ετοιμάστηκαν από την Εναγόμενη στη βάση αυτών (των λογιστικών βιβλίων). Επομένως, τούτες αποτελούν ιδιοκτησία της Εναγόμενης, την οποία αυτή έχει κάθε δικαίωμα να κατακρατεί μέχρις ότου πληρωθεί, από τις Ενάγουσες, για τις υπηρεσίες της αναφορικά με την ετοιμασία αυτών, πληρωμή, η οποία αν έχει ήδη γίνει ή όχι, θα αποφασιστεί στο πλαίσιο της εκδίκασης της ουσίας της παρούσας Απαίτησης.
(3)Η μη έκδοση του διατάγματος θα συνεπάγεται δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πέραν των όσων αναφέρονται στο κεφάλαιο της νομικής πτυχής ανωτέρω, κρίνεται σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν, σε περίπτωση τελικής επιτυχίας, αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Επομένως, αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και για αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει μελλοντικά πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν, αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα, θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του Εναγομένου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος. Κατ' αρχάς σημειώνω ότι τίποτα δεν έχει τεθεί μέσω του μαρτυρικού υλικού που έχουν προσκομίσει οι Ενάγουσες περί κακής οικονομικής κατάστασης της Εναγόμενης να τις αποζημιώσει σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Εκείνο που επικαλούνται οι Ενάγουσες είναι ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο εμπλοκής των διευθυντών των Εναγουσών σε ποινικές διαδικασίες και επιβολής ποινών φυλάκισης σε αυτούς, λόγω της αδυναμίας τους να συμμορφωθούν με διάταγμα του Δικαστηρίου που αναπόφευκτα θα εκδοθεί εάν δεν τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους, δυνάμει των προνοιών του Νόμου. Με δεδομένο ότι αν οι Ενάγουσες δεν συμμορφωθούν με τις εκ του Νόμου υποχρεώσεις τους, υπάρχει ο κίνδυνος να έρθουν αυτές και/ή οι διευθυντές αυτών, αντιμέτωποι με ποινικές διαδικασίες και κυρώσεις, κρίνω ότι ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, εφόσον κάτι τέτοιο θα έχει ως αποτέλεσμα να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία η οποία δεν είναι δυνατόν να υπολογισθεί σε χρήμα. Αντιθέτως, η όποια ζημία της Εναγόμενης από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δύναται να αποζημιωθεί σε χρήμα σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον η όποια απαίτηση τους από τις Ενάγουσες είναι καθαρά χρηματική και αφορά στην αμοιβή της για τις υπηρεσίες που παρείχε προς τις Ενάγουσες και κατ' ισχυρισμόν δεν πληρώθηκε από αυτές. Ισοζύγιο ευχέρειας Εν κατακλείδι, κρίνω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για σκοπούς έκδοσης του αιτούμενου, υπό στοιχείο (Α), διατάγματος. Επίσης, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το εν λόγω προσωρινό διάταγμα, και τούτο έχοντας λάβει σοβαρά υπόψη μου το γεγονός ότι οι Ενάγουσες αδυνατούν και/ή αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στην εύρυθμη λειτουργία τους και/ή στη συμμόρφωση τους με τις εκ του νόμου απορρέουσες υποχρεώσεις τους, εφόσον τα λογιστικά τους βιβλία κατέχονται από την Εναγόμενη και δεν φυλάσσονται στα εγγεγραμμένα γραφεία τους, για σκοπούς κατάρτισης και ετοιμασίας των οικονομικών τους καταστάσεων. Δεν παραγνωρίζω τον όποιο αντίλογο υπάρχει εκ μέρους της Εναγόμενης ότι έχει συμβατικό δικαίωμα επίσχεσης επί της εν λόγω κινητής περιουσίας των Εναγουσών. Εντούτοις, η πιθανότητα οι διοικητικοί σύμβουλοι των Εναγουσών και/ή οι Ενάγουσες να βρεθούν αντιμέτωποι με ποινικές κυρώσεις, αν δεν συμμορφωθούν με τις εκ του νόμου απορρέουσες υποχρεώσεις τους, ενέχει πολύ πιο σοβαρές επιπτώσεις για αυτές. Τέλος, σημειώνω εδώ ότι το αιτούμενο, υπό στοιχείο (Β), διάταγμα, δεν δύναται να εκδοθεί από το Δικαστήριο για το λόγο ότι πάσχει από αοριστία και ασάφεια, εφόσον δεν καθορίζεται σε αυτό με ποιο τρόπο δεν πρέπει η Εναγόμενη να επεμβαίνει στην ομαλή διεξαγωγή των εργασιών έκαστης εκ των Εναγουσών. Εν πάση περιπτώσει, με την έκδοση του αιτούμενου, υπό στοιχείο (Α) διατάγματος και τη συμμόρφωση της Εναγόμενης με αυτό, δεν προκύπτει η ανάγκη έκδοσης του υπό στοιχείο (Β) αιτούμενου διατάγματος, καθότι, η όποια επέμβαση, την οποία αποδίδουν οι Ενάγουσες στην Εναγόμενη, αφορά στην κατακράτηση, από την τελευταία, των λογιστικών τους βιβλίων. Ισχυρισμός ότι η αιτούμενη ενδιάμεση θεραπεία είναι ταυτόσημη με την τελική θεραπεία Για σκοπούς πληρότητας, αναφέρω ότι αποτελεί ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι το αιτούμενο υπό στοιχείο (Α) διάταγμα δεν δύναται να εκδοθεί, καθότι τούτο αποτελεί ταυτόσημη θεραπεία με το διάταγμα που επιζητούν οι Ενάγουσες στην παρούσα Απαίτηση τους, ως τελική θεραπεία. Στην υπόθεση 1. PENDERHILL HOLDINGS LIMITED κ.α. v. 1. DARYA ABRAMCHYK, κ.α.
(2014)1 ΑΑΔ 118, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Όπως παρατηρεί ορθώς και το πρωτόδικο Δικαστήριο, με παραπομπή στην Parico Aluminium Designs v. Muskita Aliminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 A.A.Δ. 2015 και Kουνούνα ν. F & A Simonos Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1361, το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται. Το ζήτημα πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων. Επίσης είναι ορθό ότι δεν χορηγείται ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, και κάτω από τον μανδύα της αίτησης για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δίκαια ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση και αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή αν θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848). Εξαρτάται πάντοτε από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.ά. (ανωτέρω))». Επομένως, το γεγονός ότι ένα επιζητούμενο προσωρινό διάταγμα αποτελεί και την τελική επιζητούμενη θεραπεία, δεν οδηγεί άνευ άλλου, στην απόρριψη της αίτησης, αν η έκδοση του κριθεί δικαιολογημένη στη βάση των συγκεκριμένων γεγονότων που περιβάλλουν μια υπόθεση, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση συμβαίνει, για τους λόγους που ανέπτυξα πιο πάνω. Κατάληξη Στη βάση των όλων όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, εκδίδεται ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της υπό κρίση Αίτησης, με τη διαφοροποίηση ότι ο χρόνος συμμόρφωσης της Εναγόμενης με αυτό καθορίζεται στις 3 ημέρες από σήμερα, αντί σε 24 ώρες, ως αναγράφεται στο εν λόγω αιτούμενο διάταγμα. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών - Αιτητριών και εναντίον της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση, το ύψος των οποίων θα καθοριστεί από το Δικαστήριο, αφότου ακουστούν οι συνήγοροι των διαδίκων επί τούτου του ζητήματος και μόνο, καθότι ουδείς εξ αυτών έχει υποβάλει κατάλογο εξόδων των αξιούμενων ποσών, πριν την ακρόαση της παρούσας Αίτησης, ως προνοεί το Μέρος 39.98 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για σκοπούς συνοπτικού υπολογισμού των εξόδων. (Υπ.)......... Ν. Πετρίδου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Αφότου δόθηκαν σχετικές οδηγίες από το Δικαστήριο κατά το στάδιο της Ακρόασης Διαδικαστικών Οδηγιών (ΑΔΟ). [2] Ως προς το λόγο και/ή την εγκυρότητα της εν λόγω χρέωσης, τα επικαλούμενα γεγονότα είναι διαφιλονικούμενα. [3] Η αίτηση αντεξέτασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Εναγόμενης, απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 7.3.2024. [4] Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και όλες όσες ακολουθούν. [5] Υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο