← Κύπρος

BRAINVIBES LIMITED ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3519/13, 20/11/2024

BRAINVIBES LIMITED ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3519/13, 20/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3519/13 Μεταξύ: BRAINVIBES LIMITED Ενάγουσας -και- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενος ------------------------------------ Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου, 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Σάββα, για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ. Τσεκούρας, για Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα με την αγωγή της αξιώνει ποσό ύψους €450.000 ως δίκαιες και εύλογες ή/και νόμιμες αποζημιώσεις για τις απώλειες της, οι οποίες προέκυψαν ως άμεσο αποτέλεσμα της απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων ημερομηνίας 25/10/2006, η οποία ακυρώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ. 31/07 στις 18/12/

  1. Αξιώνονται, επίσης, αποζημιώσεις για γενικές ή και εύλογες ζημιές που προκλήθηκαν στην Ενάγουσα λόγω της αδικαιολόγητης συμπεριφοράς των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας, οι οποίες από τον Νοέμβριο του 2006 και μετά συνέχισαν τον αποκλεισμό της Ενάγουσας από τις προσφορές του Δημοσίου, αρνούμενες να συμμορφωθούν με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παράλληλα, ζητείται η επιδίκαση παραδειγματικών ή/και τιμωρητικών αποζημιώσεων. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα δραστηριοποιείται στην εμπορία φαρμακευτικών προϊόντων και σκευασμάτων, καθώς και την παροχή συναφών προϊόντων ή/και υπηρεσιών. Συμμετέχει σε δημόσιους διαγωνισμούς συνοπτικών ή/και άλλων διαδικασιών προμηθεύοντας τις Αρμόδιες Κρατικές Υπηρεσίες και τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας με φαρμακευτικά προϊόντα ή/και συναφή προϊόντα ή/και σκευάσματα. Το 2006 η Ενάγουσα θεωρείτο από τους βασικούς προμηθευτές φαρμακευτικών προϊόντων του Δημοσίου και είχε πετύχει στην κατακύρωση δεκάδων προσφορών. Παρά το γεγονός ότι πληρούσε όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις για συμμετοχή της σε δημόσιους διαγωνισμούς, στις 25/10/2006 η Κεντρική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων αποφάσισε όπως της αποστερήσει το δικαίωμα συμμετοχής σε μελλοντικούς διαγωνισμούς του Δημοσίου που οδηγούν σε ανάθεση σύμβασης, για περίοδο δύο ετών. Η συγκεκριμένη απόφαση ήταν παράνομη και προσβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο, στις 18/12/2007, ακύρωσε τη συγκεκριμένη απόφαση στη βάση του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος. Στον χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ της απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων και της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ήτοι περί τα 2 χρόνια, η Ενάγουσα υπέστη σημαντικές ζημιές ή/και βλάβες ή/και απώλειες αφού δεν μπορούσε να υποβάλει προσφορά στο Δημόσιο, ενώ δεν της αποστέλλονταν ενημερώσεις ή/και προσκλήσεις για συμμετοχή σε διαγωνισμούς. Επιπρόσθετα, υπέστη απώλειες και ζημιές λόγω του ότι διάφορες υποβληθείσες προσφορές, παρόλο που ήταν έγκυρες και φθηνότερες από προσφορές άλλων φορέων, αποκλείστηκαν κατ' επίκληση της συγκεκριμένης παράνομης απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών. Οι απώλειες και ζημιές της Ενάγουσας ήταν η συνέπεια της συγκεκριμένης παράνομης απόφασης. Η Ενάγουσα υπέστη καταστροφικές ζημιές και τεράστια μείωση του κύκλου εργασιών και εσόδων της, οι οποίες ζημιές ανέρχονταν στο ποσό των €351.
  2. Το γεγονός ότι οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες συνέχισαν σιωπηρώς, μέχρι και τον Απρίλιο του 2013, τον αποκλεισμό της Ενάγουσας, από τους καταλόγους των ενδιαφερομένων προσώπων προς τους οποίους αποστέλλονταν προσκλήσεις συμμετοχής σε διαγωνισμούς συνοπτικών διαδικασιών του Δημοσίου, οδήγησε σε περαιτέρω ζημιά προσδοκώμενων κερδών και εσόδων. Υπήρχε μια άδικη, άνιση και εκδικητική αντιμετώπιση από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας. Η Ενάγουσα είχε νόμιμα και κανονικά υποβάλει αιτήσεις για εγγραφή ή/και λήψη άδειας κυκλοφορίας για δεκάδες φαρμακευτικά προϊόντα ή/και σκευάσματα και πληρούσε όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις, πλην όμως οι Αρμόδιες Κρατικές Υπηρεσίες απέρριπταν παράνομα ή/και άδικα ή/και αδικαιολόγητα τα αιτήματα εγγραφής ή/και ανανέωσης της εγγραφής της Ενάγουσας με τη δικαιολογία ότι δεν συντρέχουν λόγοι δημόσιας υγείας. Η Ενάγουσα, λόγω της παράνομης άρνησης των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών ή/και του Συμβουλίου Εγγραφής Φαρμάκων έχει αποστερηθεί του δικαιώματός της να ασκεί την επιχειρηματική της δραστηριότητα και έχει υποστεί τεράστια οικονομική ζημιά. Παράλληλα, η μη εγγραφή των συγκεκριμένων φαρμακευτικών προϊόντων ή/και ο σιωπηρός αποκλεισμός της Ενάγουσας από τους Δημόσιους Διαγωνισμούς, της έχει προκαλέσει απώλεια του ποσού των €100.
  3. Με επιστολές της, ημερομηνιών 21/10/2008, 22/01/2008, καθώς και με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 18/04/2008, η Ενάγουσα ζήτησε πληροφόρηση για τους λόγους που δεν τύγχανε ενημέρωσης ή πρόσκλησης στους Δημόσιους Διαγωνισμούς. Με απαντητική επιστολή ημερομηνίας 29/05/2008 έτυχε ενημέρωσης ότι από τις 02/04/2008 η Ενάγουσα ενημερωνόταν σχετικά με τις προσφορές για προμήθεια φαρμάκων μέσω συνοπτικών διαδικασιών. Στις 27/05/2013 η Ενάγουσα, μέσω των δικηγόρων της, απηύθυνε επιστολή προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας αξιώνοντας αποζημίωση, σύμφωνα με το Άρθρο 146.4 του Συντάγματος, για τις ζημιές της, πλην όμως το αίτημα απορρίφθηκε στις 11/06/
  4. Στην Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος προβάλλει προδικαστική ένσταση ότι η Ενάγουσα όφειλε να ασκήσει προσφυγή, σε σχέση με τα θέματα τα οποία εγείρει στην υπό κρίση αγωγή. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι το Τμήμα Φαρμακευτικών Υπηρεσιών στις 16/02/2006 απέστειλε επιστολή προς τον Γενικό Λογιστή, στην οποία επισυναπτόταν Έκθεση Αξιολόγησης απόδοσης του συμβασιούχου για να εξεταστεί η δυνατότητα αποκλεισμού της Ενάγουσας Εταιρείας σε σχέση με τους διαγωνισμούς που βρίσκονταν σε εξέλιξη, καθώς και σε μελλοντικούς διαγωνισμούς του Δημοσίου για τουλάχιστον δύο έτη. Ο λόγος που οδήγησε στο συγκεκριμένο διάβημα ήταν οι συνεχιζόμενες αποτυχίες της Ενάγουσας για την εκτέλεση των συμβάσεων που αναλάβανε, οι οποίες αποτυχίες δυσχέραιναν το έργο του τομέα προμηθειών, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ελλείψεις με δυσάρεστα συνεπακόλουθα σε βάρος της Δημόσιας Υγείας αλλά και κόστος για το Δημόσιο. Με επιστολή ημερομηνίας 14/03/2006, ζητήθηκε από την Ενάγουσα, εάν επιθυμεί, να υποβάλει γραπτή ένσταση εντός 21 ημερών, την οποία ένσταση τελικά υπέβαλε στις 04/04/
  5. Ακολούθησε, στις 25/10/2006, η συνεδρία της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων, στην οποία αποφασίστηκε όπως η Ενάγουσα αποκλειστεί για περίοδο 2 ετών από το δικαίωμα συμμετοχής σε προσφορές του Δημοσίου λόγω των πολλών και κατ' εξακολούθηση προβλημάτων που παρουσιάζονταν στις υλοποιήσεις των συμβάσεων από τις αποτυχίες της Ενάγουσας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Η απόφαση διαβιβάστηκε με συστημένη επιστολή, ημερομηνίας 30/10/2006, στην Ενάγουσα και ακολούθησε, στις 14/12/2006, επιστολή της Ενάγουσας προς το Γενικό Λογιστήριο στην οποία υπήρχε ισχυρισμός ότι η απόφαση για αποκλεισμό λήφθηκε καθ' υπέρβαση του Νόμου. Στην προσφυγή που ασκήθηκε εναντίον της συγκεκριμένης απόφασης το Δικαστήριο, στις 18/12/2007, αποφάσισε πως η επιβολή μιας τέτοιου είδους κύρωσης, όπως είναι η στέρηση δικαιώματος συμμετοχής σε διαγωνισμό, χρειάζεται εξειδικευμένο νομοθετικό έρεισμα. Ο Εναγόμενος, σε συμμόρφωση με την απόφαση στην Προσφυγή, στις 31/03/2008 ακύρωσε την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής και ενημέρωσε τις Αρμόδιες Αρχές ότι η Ενάγουσα θα μπορούσε να συμμετέχει πλέον σε διαγωνισμούς του Δημοσίου που οδηγούν σε ανάθεση σύμβασης. Οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, μετά την έκδοση της απόφασης, ζητούσαν προσφορές με συνοπτικές διαδικασίες μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από όλους τους οικονομικούς φορείς συμπεριλαμβανομένης και της Ενάγουσας. Στις 22/03/2010, μετά την απόφαση στην Προσφυγή Αρ. 690/08, με επιστολή της η Ενάγουσα ζήτησε από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες όπως προβούν σε επανεξέταση για την έκδοση ειδικής άδειας κυκλοφορίας συγκεκριμένου σκευάσματος. Στις 13/04/2010 οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες είχαν ενημερώσει την Ενάγουσα ότι μπορούσε να υποβάλει εκ νέου αίτηση για έκδοση ειδικής άδειας κυκλοφορίας για το συγκεκριμένο προϊόν, ενόψει του ότι υπήρχε επάρκεια αντίστοιχων φαρμακευτικών προϊόντων για το συγκεκριμένο έτος. Καταγράφεται η θέση ότι οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, με επιστολές τους, ενημέρωναν την Ενάγουσα σχετικά με τους Δημόσιους Διαγωνισμούς για προμηθευτές φαρμάκων μέσω συνοπτικών διαδικασιών. Στις 26/03/2008 η Ενάγουσα ενημερώθηκε ότι το Συμβούλιο Φαρμάκων είχε επανεξετάσει τις αιτήσεις για έκδοση ειδικών αδειών κυκλοφορίας για αριθμό φαρμακευτικών προϊόντων και είχε αποφασίσει να μην αναθεωρήσει την αρχική απόφαση, αφού δεν συνέτρεχαν λόγοι δημόσιας υγείας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13(Α) των περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμων 2001 -
  6. Στις 12/01/2010 η αναπληρωτής Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας με επιστολή της, είχε ενημερώσει την Ενάγουσα ότι αυτή τύγχανε αμερόληπτης ή/και δέουσας υπό τις περιστάσεις συμπεριφοράς. Προωθείται η θέση ότι σύμφωνα με τους όρους των εγγράφων των διαγωνισμών που προκηρύσσουν οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, προσφορές για προϊόντα που θεωρούνται φάρμακα λαμβάνονταν υπόψη υπό την προϋπόθεση ότι τα φαρμακευτικά προϊόντα είναι αδειοδοτημένα από το Συμβούλιο Φαρμάκων ή τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας, ώστε να μπορούν να κυκλοφορούν νόμιμα στην Κύπρο. Στην περίπτωση που για συγκεκριμένο είδος δεν μπορούσε να εξασφαλιστεί αδειοδοτημένο φαρμακευτικό προϊόν, τότε λαμβάνονται υπόψη προσφορές για φαρμακευτικά προϊόντα που κυκλοφορούν σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, νοουμένου ότι θα υποβληθεί μαζί με την προσφορά σχετικό πιστοποιητικό του φαρμακευτικού προϊόντος ή αντίγραφο της ισχύουσας άδειας κυκλοφορίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό χώρο. Η Ενάγουσα εξέφρασε τη δυσαρέσκεια της για τη στάση των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών και αξίωσε αποζημίωση ύψους €350.000, η οποία απορρίφθηκε με επιστολή που της διαβιβάστηκε ημερομηνίας 11/06/
  7. Από το 2008 και μετά ανατέθηκαν στην Ενάγουσα συμβάσεις, πλην όμως ο διευθυντής της Ενάγουσας δεν μετέβη για την υπογραφή της συμφωνίας ως όφειλε, με αποτέλεσμα να κηρυχθεί έκπτωτος και να κατασχεθεί η εγγύηση συμμετοχής. Παράλληλα, λόγω του ότι δεν συμμορφώθηκε με τους συμβατικούς όρους, του επιβλήθηκαν κυρώσεις. Υποστηρίζεται ότι εκεί και όπου η Ενάγουσα πληρούσε τα κριτήρια, της κατακυρωνόταν η προσφορά και ότι όφειλε να προωθήσει τον ισχυρισμό της που αφορά τη συνεχιζόμενη άρνηση της Διοίκησης να της επιτρέψει να συμμετέχει σε διαγωνισμούς, με την άσκηση Προσφυγής. Υποστηρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν υπέστη ζημιά από τον αποκλεισμό της και εν πάση περιπτώσει, ο τρόπος υπολογισμού της κατ' ισχυρισμό ζημιάς της δεν είναι ορθός γιατί η θεραπεία ανήκει στο δίκαιο της επιείκειας. Διαζευκτικά, προωθείται η θέση ότι αν ήθελε αποφασιστεί ότι ο Εναγόμενος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει την Ενάγουσα, το ύψος της αποζημίωσης είναι χαμηλότερο γιατί το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος προνοεί για δίκαιες και εύλογες αποζημιώσεις και δεν προβλέπει για την αποκόμιση κέρδους. Για να προωθήσει την υπόθεση της η Ενάγουσα κάλεσε δύο μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Διευθυντής της Κυριάκος Παττίχης, Μ.Ε.
  8. ο οποίος παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
  9. Στην γραπτή του δήλωση κατέγραψε ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δραστηριοποιείται αποκλειστικά συμμετέχοντας σε δημόσιους διαγωνισμούς, συνοπτικών και άλλων διαδικασιών του Δημοσίου, προμηθεύοντας τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες και συγκεκριμένα τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας με φαρμακευτικά και συναφή προϊόντα. Από την έναρξη των εργασιών της το 2004 μέχρι τον Οκτώβριο του 2006, που απαγορεύτηκε στην Ενάγουσα η συμμετοχή της σε διαγωνισμούς του Δημοσίου, θεωρείτο από τους βασικούς προμηθευτές φαρμακευτικών προϊόντων στον τομέα των προσφορών των συνοπτικών διαδικασιών επιτυγχάνοντας την κατακύρωση εκατοντάδων προσφορών και χτίζοντας φήμη, κύρος αλλά και αναγνωρισιμότητα. Παρά το γεγονός ότι η Ενάγουσα πληρούσε όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για συμμετοχή σε δημόσιους διαγωνισμούς και επιθυμούσε όπως υποβάλει προσφορές σε σχέση με τα συγκεκριμένα προϊόντα, στις 14/03/2006 ενημερώθηκε από το Γενικό Λογιστήριο ότι λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων, οι οποίες αφορούσαν συμβάσεις για την προμήθεια διαφόρων φαρμάκων, η Κεντρική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων είχε πρόθεση να της αποστερήσει το δικαίωμα συμμετοχής σε μελλοντικούς διαγωνισμούς του Δημοσίου για δύο χρόνια. Υποβλήθηκε ένσταση, στις 04/04/2006, κατά της συγκεκριμένης πρόθεσης της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων. Στις 25/10/2006 αποφασίστηκε η αποστέρηση του δικαιώματος συμμετοχής της Ενάγουσας σε μελλοντικούς διαγωνισμούς του Δημοσίου, που οδηγούσαν σε ανάθεση σύμβασης, για περίοδο δύο ετών. Η Ενάγουσα ενημερώθηκε, με επιστολή του Γενικού Λογιστηρίου ημερομηνίας 30/10/2006 και αποστάλθηκε επιστολή, ημερομηνίας 14/12/2006, προς το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας με την οποία ζητείτο η ανάκληση της συγκεκριμένης απόφασης. Λόγω μη ανταπόκρισης του Γενικού Λογιστηρίου καταχωρίστηκε προσφυγή στις 25/10/
  10. Με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 18/12/2007, η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων ακυρώθηκε. Όμως μεταξύ 25/10/2006 με 18/12/2007 η Ενάγουσα υπέστη σημαντικές ζημιές, βλάβες και απώλειες αφού δεν μπορούσε να υποβάλει σχετικές προσφορές, ενώ παράλληλα δεν ενημερωνόταν για προσκλήσεις για συμμετοχή σε διαγωνισμούς. Επιπρόσθετα, υπέστη περαιτέρω ζημιές και απώλειες λόγω του ότι υποβληθείσες προσφορές της, παρόλο που ήταν έγκυρες και φθηνότερες, αποκλείονταν με αναφορά στη συγκεκριμένη απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων. Εάν η Ενάγουσα δεν αποκλειόταν από τους δημόσιους διαγωνισμούς θα συνέχιζε να συμμετέχει σε αυτούς και να επιτυγχάνει την κατακύρωσή τους αποκομίζοντας αντίστοιχα κέρδη. Καταγράφει ότι λόγω της λανθασμένης απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων, η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε, η Ενάγουσα υπέστη καταστροφικές ζημιές και τεράστια μείωση του κύκλου εργασιών αλλά και των εσόδων της. Καθορίζει την αξία της μείωσης του κύκλου εργασιών της στο ποσό των €351.
  11. Παρά την ακύρωση της απόφασης για αποκλεισμό της Ενάγουσας, οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας παράνομα ή και αδικαιολόγητα δεν συμπεριλάμβαναν την Ενάγουσα στους καταλόγους των ενδιαφερόμενων προσώπων, προς τα οποία απέστελλαν τις προσκλήσεις συμμετοχής σε διαγωνισμούς συνοπτικών διαδικασιών του δημοσίου, με αποτέλεσμα να υποστεί περαιτέρω σημαντικές ζημιές και απώλειες προσδοκώμενων κερδών και εσόδων, ενώ παράλληλα αποκλείετο από τους διαγωνισμούς, στους οποίους συμμετείχε, ως έκπτωτη. Διαβίβασε επιστολές, ημερομηνίας 21/01/2008 και 22/01/2008, προς τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, καταγράφοντας ότι δεν τύγχανε ενημέρωσης ή πρόσκλησης για συμμετοχή σε συνοπτικές διαδικασίες για προμήθεια προϊόντων με κριτήριο επιλογής αναδόχου τη χαμηλότερη τιμή. Οι συγκεκριμένες επιστολές δεν απαντήθηκαν και διαβιβάστηκε νέα επιστολή ημερομηνίας 18/04/2008, η οποία απαντήθηκε στις 29/05/2008, στην οποία οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες ισχυρίστηκαν πως η Ενάγουσα λάμβανε πλήρη ενημέρωση σχετικά με προσκλήσεις για προμήθεια μέσω συνοπτικών διαδικασιών από τις 02/04/2008 και εντεύθεν. Παρά το συγκεκριμένο περιεχόμενο της επιστολής των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών αυτές συνέχισαν να μην ενημερώνουν και να μην προσκαλούν την Ενάγουσα για συμμετοχή σε δημόσιους διαγωνισμούς. Απευθύνθηκε με νέα επιστολή προς τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, ημερομηνίας 29/09/2008, με την οποία ζητείτο ενημέρωση σχετικά με τις συνοπτικές διαδικασίες προμηθειών που είχαν λάβει χώρα από 25/10/2006 μέχρι 02/04/
  12. Λήφθηκε μια γενική και αόριστη επιστολή, ημερομηνίας 10/10/2008, ως απάντηση από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες. Ακολούθησε, στις 02/12/2009, προς τον Υπουργό Υγείας, επιστολή που αφορούσε το ζήτημα της μη εγγραφής φαρμακευτικών προϊόντων, στην οποία τονίστηκε η εχθρική και μεροληπτική στάση του Συμβουλίου Εγγραφής Φαρμάκων η οποία είχε οδηγήσει στον αποκλεισμό της Ενάγουσας από δημόσιους διαγωνισμούς, χωρίς όμως την οποιανδήποτε αλλαγή στη στάση του Συμβουλίου προς την Ενάγουσα. Ζητήθηκε στη συνέχεια, από την Ενάγουσα, με επιστολή της ημερομηνίας 18/12/2007, η άρση της παράνομης συμπεριφοράς που συνίστατο στον συνεχιζόμενο σιωπηρό αποκλεισμό της Ενάγουσας, ενώ παράλληλα ζητήθηκε και επεξήγηση των λόγων για τους οποίους συνεχιζόταν ο αποκλεισμός της από τους διαγωνισμούς συνοπτικών διαδικασιών. Λήφθηκε απάντηση στις 10/04/2013 από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, στην οποία ουσιαστικά παραδέχθηκαν ότι συνέχισαν να διατηρούν τους Ενάγοντες εκτός του καταλόγου που περιείχε τους φορείς στους οποίους αποστέλλονταν τα έγγραφα των διαγωνισμών συνοπτικών διαδικασιών για τον λόγο ότι η Ενάγουσα δεν ήταν κάτοχος άδειας κυκλοφορίας για κανένα φαρμακευτικό προϊόν, αλλά ούτε και ήταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος κατόχου άδειας κυκλοφορίας. Στην ίδια επιστολή καταγράφετο ότι η Ενάγουσα είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο οικονομικών φορέων στου οποίους θα αποστέλλονταν οι προσκλήσεις συμμετοχής σε συνοπτικές διαδικασίες. Προωθείται η θέση ότι η Ενάγουσα έτυχε άδικης, άνισης και εκδικητικής αντιμετώπισης από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας γιατί ενώ υπέβαλλε νόμιμα και κανονικά αιτήσεις για εγγραφή και λήψη άδειας κυκλοφορίας για δεκάδες φαρμακευτικά προϊόντα και σκευάσματα, τα οποία πληρούσαν όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις, οι αρμόδιες κρατικές Υπηρεσίες απέρριπταν αδικαιολόγητα τα αιτήματα εγγραφής και ανανέωσης εγγραφής, με τη δικαιολογία ότι δεν συντρέχουν λόγοι δημόσιας υγείας. Σε δύο περιπτώσεις, συγκεκριμένα στις 30/09/2014, η Ενάγουσα αιτήθηκε τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος και η αίτηση της απορρίφθηκε στις 06/03/
  13. Η εγγραφή συγκεκριμένων φαρμάκων ήταν προϋπόθεση για τη νομιμοποίηση της συμμετοχής της Ενάγουσας σε σχετικούς δημόσιους διαγωνισμούς προμήθειας φαρμακευτικών προϊόντων. Αποτέλεσμα της συγκεκριμένης παράνομης και αδικαιολόγητης άρνησης των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών, να αποδεχθούν τις αιτήσεις της Ενάγουσας για εγγραφή και κυκλοφορία φαρμακευτικών προϊόντων, της αποστέρησε το δικαίωμα να ασκεί την επιχειρηματική της δραστηριότητα και να συμμετέχει σε δημόσιους διαγωνισμούς. Κάθε φορά που η Ενάγουσα υπέβαλλε αίτηση για εγγραφή κάποιου φαρμάκου, κατέβαλλε το ποσό των €205 ως παράβολο και την εποχή εκείνη είχε καταθέσει περί τις 50 αιτήσεις για εγγραφή φαρμάκων. Από τα οικονομικά στοιχεία που τηρούσε η Ενάγουσα, το διαφυγόν κέρδος αλλά και οι απώλειες εσόδων από τη μη εγγραφή των συγκεκριμένων φαρμακευτικών προϊόντων υπολογίστηκαν στο ποσό των €100.
  14. Αποστάλθηκε, στις 27/05/2013, προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας σχετική αξίωση για καταβολή αποζημίωσης σύμφωνα με το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος και το αίτημα απορρίφθηκε από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες διαβιβάζοντας προς την Ενάγουσα, επιστολή ημερομηνίας 11/06/2013, ενώ παράλληλα συνεχίστηκε ο αποκλεισμός της Ενάγουσας από την υποβολή προσφορών. Οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας δεν συμμορφώθηκαν με την απόφαση που αφορούσε την ακύρωση του αποκλεισμού της Ενάγουσας από δημόσιους διαγωνισμούς και ουδέποτε προσέφεραν οποιανδήποτε αποζημίωση. Καταγράφεται η θέση ότι η αποκατάσταση των πραγμάτων, εκ μέρους της διοίκησης, θα πρέπει να γίνει με την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 δέσμη εγγράφων που περιείχε τα φαρμακευτικά σκευάσματα που προσέφερε η Ενάγουσα μετά από κατακυρώσεις προφορών για τα έτη 2004 - 2006, ως Τεκμήριο 2 δέσμη εγγράφων που αφορούσε αλληλογραφία ανάθεσης συμβάσεων μεταξύ των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών και της Ενάγουσας από τις 04/11/2004 μέχρι 10/02/2006, ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε επιστολή του Γενικού Λογιστηρίου, ημερομηνίας 14/03/2006, με την οποία ζητούντο οι απόψεις της Ενάγουσας σε σχέση με την πρόθεση των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών να της αποστερήσει το δικαίωμα συμμετοχής σε μελλοντικούς διαγωνισμούς, ως Τεκμήριο 4 την ένσταση του τότε δικηγόρου της Ενάγουσας ημερομηνίας 04/04/2006, ως Τεκμήριο 5 απαντητική επιστολή του Γενικού Λογιστηρίου ημερομηνίας 30/10/2006, ως Τεκμήριο 6 τα πρακτικά της συνεδρίας της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων ημερομηνίας 25/10/2006, ως Τεκμήριο 7 επιστολή του τότε δικηγόρου της Ενάγουσας Ευστάθιου Ευσταθίου ημερομηνίας 14/12/2006, ως Τεκμήριο 8 την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ. 31/07 ημερ.18/12/2007, ως Τεκμήριο 9 δέσμη εγγράφων που αφορούν την Έκθεση και τις Οικονομικές Καταστάσεις της Ενάγουσας για το έτος 2004, ως Τεκμήριο 9(Α) δέσμη εγγράφων που αφορούν την Έκθεση και τις Οικονομικές Καταστάσεις της Ενάγουσας για το 2005, ως Τεκμήριο 9(Β) την Έκθεση και τις Οικονομικές Καταστάσεις της Ενάγουσας που αφορούν το έτος 2006, ως Τεκμήριο 9(Γ) την Έκθεση και τις Οικονομικές Καταστάσεις της Ενάγουσας που αφορούν το οικονομικό έτος 2007, ως Τεκμήριο 9(Δ) την Έκθεση και τις Οικονομικές Καταστάσεις της Ενάγουσας που αφορούν το έτος 2006, ως Τεκμήριο 10 μια επιστολή που συνοδεύεται με μια Έκθεση υπολογισμού ζημιών της Ενάγουσας, ως Τεκμήριο 11 δέσμη εγγράφων που αφορά προσφορές, ως Τεκμήριο 12 την απόφαση του Δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ.272/07, ως Τεκμήριο 13 επιστολή παραπόνου της Ενάγουσας ημερομηνίας 21/01/2008 προς τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, ως Τεκμήριο 14 επιστολή του τότε δικηγόρου της Ενάγουσας ημερομηνίας 18/04/2008 προς τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, ως Τεκμήριο 15 απαντητική επιστολή των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών ημερομηνίας 29/05/2008, ως Τεκμήριο 16 επιστολή του τότε δικηγόρου της Ενάγουσας προς τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες με ημερομηνία 29/09/2008, ως Τεκμήριο 16(Α) απαντητική επιστολή ημερομηνίας 10/10/2008 και ως Τεκμήριο 17 επιστολή παραπόνου του τότε δικηγόρου της Ενάγουσας με ημερομηνία 02/12/2009 προς τον Υπουργό Υγείας, ως Τεκμήριο 18 επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας με ημερομηνία 19/03/2013 προς τον Υπουργό Υγείας η οποία αφορούσε τον αποκλεισμό της Ενάγουσας από διαγωνισμούς Συνοπτικών Διαδικασιών, ως Τεκμήριο 19 επιστολή των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών ημερομηνίας 10/04/2013 στην οποία απαντάται η επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 09/03/2013, ως Τεκμήριο 20 δέσμη εγγράφων που αφορά το αίτημα ημερομηνίας 06/03/2015 για έκδοση ειδικής άδειας κυκλοφορίας, ως Τεκμήριο 21 δέσμη εγγράφων που αφορά την απάντηση του Συμβουλίου Φαρμάκων ημερομηνίας 06/03/2015, ως Τεκμήριο 22 κατάλογο φαρμάκων για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση για εγγραφή, ως Τεκμήριο 23 επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας με ημερομηνία 27/05/2013 προς τον Υπουργό Υγείας που αφορούσε την καταβολή της αποζημίωσης, ως Τεκμήριο 23(Α) απαντητική επιστολή των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών και ως Τεκμήριο 24 επιστολή της Ενάγουσας, ημερομηνίας 04/02/2014, προς τον Υπουργό Υγείας με κοινοποίηση στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ενώπιον του Δικαστηρίου εξήγησε τη διαδικασία υποβολής προσφοράς σε συνοπτικό διαγωνισμό του Δημοσίου για προϊόντα αξίας μέχρι €5.
  15. Υποστήριξε ότι λόγω των ελλείψεων που υπήρχαν σε συγκεκριμένα προϊόντα, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας του κανονικού διαγωνισμού, οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες χρησιμοποιούσαν την συνοπτική διαδικασία. Η Ενάγουσα συμμετείχε με εκατοντάδες προσφορές στους διαγωνισμούς με τεράστια επιτυχία και ήταν από τους βασικότατους προμηθευτές από το 2004 μέχρι το 2006, ήτοι μέχρι τον αποκλεισμό της από την Κεντρική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων. Όσον αφορά το δικαίωμα εγγραφής φαρμάκων υποστήριξε ότι μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχαν αρκετά εγγεγραμμένα προϊόντα και εφαρμόστηκε μια απλοποιημένη διαδικασία για την εγγραφή ενός φαρμάκου που ήταν εγγεγραμμένο σε άλλη Ευρωπαϊκή χώρα. Για τη συγκεκριμένη διαδικασία καταβάλλετο ένα πολύ χαμηλό παράβολο. Η Ενάγουσα αρχικά έγραψε αρκετά προϊόντα όμως μετά την εγγραφή των προϊόντων, οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, για να την αποτρέψουν από την εγγραφή φαρμάκων, επικαλέστηκαν ότι δεν συντρέχουν λόγοι δημόσιας υγείας. Αποτέλεσμα της συγκεκριμένης απόφασης ήταν να μην μπορεί η Ενάγουσα να δραστηριοποιηθεί αφού ήταν προϋπόθεση, για συμμετοχή σε δημόσιες προσφορές, τα προϊόντα να είναι εγγεγραμμένα. Όσον αφορά το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11 υποστήριξε ότι ο αριθμός προσφορών που καταγράφεται είναι ενδεικτικός ενός μεγαλύτερου αριθμού προσφορών. Προώθησε τη θέση ότι για το διάστημα των 14 μηνών που διήρκεσε ο αποκλεισμός της Ενάγουσας αλλά και για περίπου 3 μήνες μετά, ουδέποτε λήφθηκε απάντηση ότι η Ενάγουσα ήταν πιο ακριβή από άλλες εταιρείες. Η δικαιολογία της απόρριψης των προσφορών της Ενάγουσας ήταν γιατί ήταν έκπτωτη. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 20 και 21 εξήγησε ότι η Ενάγουσα ενεργούσε ως εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος των κατασκευαστριών εταιρειών στην κυπριακή αγορά, όμως η απάντηση των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών ήταν και πάλι αρνητική. Εξήγησε και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 22 και υποστήριξε ότι ακόμη και για προϊόντα για τα οποία δεν υπήρχε εγγεγραμμένο φάρμακο, όπως το τρίτο στον συγκεκριμένο πίνακα, πάλι η απάντηση ήταν απορριπτική. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες να προχωρούν με συνοπτικές διαδικασίες, για να μην μείνουν οι ασθενείς χωρίς φάρμακα και να τα πληρώνουν πιο ακριβά. Κατά τον ίδιο, ο συγκεκριμένος τρόπος ενέργειας συνιστούσε διασπάθιση δημόσιου χρήματος αφού δεν υπήρχε ανταγωνισμός. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι υπήρχαν δύο τρόποι συμμετοχής σε έναν διαγωνισμό υποβολής προσφοράς και η Ενάγουσα συμμετείχε και με τους δύο τρόπους με μεγάλη επιτυχία, τόσο στους μεγάλους καθώς και στους μικρούς διαγωνισμούς που ήταν με συνοπτικές διαδικασίες. Αποδέχτηκε ότι οι προσφορές με συνοπτικές διαδικασίες διεξάγονταν με πρόσκληση που αποστέλλετο σε όλες τις εταιρείες που δήλωναν συμμετοχή. Ισχυρίστηκε ότι κατά τον δεδομένο χρόνο, που η Κύπρος εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υπήρχαν ελλείψεις σε φάρμακα, οι οποίες θα έπρεπε να καλυφθούν. Παραδέχθηκε ότι η προϋπόθεση για ένταξη του οποιουδήποτε φαρμάκου στην αγορά ήταν, το 2004, να είναι εγγεγραμμένο σε άλλη Ευρωπαϊκή χώρα, δηλαδή να κατέχει Certificate of Pharmaceutical Product (CPP). Μετά το 2008 οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες απαίτησαν όπως το φάρμακο εγγράφεται και στην Κύπρο και μόνο η εγγραφή του σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ήταν αρκετή αλλά έπρεπε να υπάρχει και συγκεκριμένη άδεια κυκλοφορίας. Η Ενάγουσα είχε πετύχει την εγγραφή αρκετών φαρμάκων κατ΄εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 13Α του Νόμου. Ερωτηθείς απάντησε ότι για τα έτη 2004 μέχρι 2006 μπορούσε να συμμετέχει στους διαγωνισμούς, όταν τα προϊόντα του κατείχαν το CPP και ότι στη συνέχεια υπέβαλλαν αρκετές αιτήσεις για εγγραφή και προχώρησαν σε εγγραφή κάποιων φαρμάκων. Παραδέχθηκε ότι κατά την επίμαχη περίοδο των 14 μηνών, η Ενάγουσα συμμετείχε στην υποβολή προσφορών που αφορούσαν αρκετά εγγεγραμμένα προϊόντα. Ερωτηθείς ανέφερε ότι την περίοδο 10ον του 2006 μέχρι τον 12ον του 2007 ουδέποτε έλαβε απάντηση ότι ο λόγος που απορρίπτονταν οι προσφορές του ήταν γιατί δεν πληρούσε τις προδιαγραφές ή ότι δεν ήταν κάτοχος άδειας αλλά απορρίπτετο γιατί ήταν έκπτωτος. Προώθησε τη θέση ότι η Ενάγουσα συμμετείχε σε όλους ανεξαιρέτως τους διαγωνισμούς και για αυτό ενημερωνόταν πάντοτε ως προς το ποιος κέρδισε την προσφορά και σε ποια τιμή την είχε κερδίσει. Οπόταν γνώριζε ότι σε κάποιες περιπτώσεις η δική του ήταν πιο φθηνή και ότι αν δεν επιδεικνυόταν η συγκεκριμένη συμπεριφορά, από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, η προσφορά θα της κατακυρωνόταν. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν θα κατακυρωνόταν η προσφορά στην Ενάγουσα, ακόμη και αν ήταν πιο φθηνή, γιατί τα προϊόντα που προσέφερε δεν ήταν εγγεγραμμένα, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ένα μέρος των προσφοροδοτών που συμμετείχαν στους διαγωνισμούς δεν είχαν εγγεγραμμένα φάρμακα. Ερωτηθείς προώθησε τη θέση ότι σε σχέση με τις συνοπτικές διαδικασίες, μέχρι και το 2013 δεν αποστέλλετο οποιαδήποτε πρόσκληση στην Ενάγουσα. Όταν του υποβλήθηκε ότι στο Τεκμήριο 15 καταγράφεται η συμπερίληψη της Ενάγουσας στη λίστα, ήταν η δική του θέση ότι δεν αποστέλλετο οποιαδήποτε ενημέρωση και ότι συμπεριλήφθηκε στη λίστα από το 2013 και μετά. Υπέδειξε το Τεκμήριο 19, την επιστολή ημερομηνίας 10/04/2013, για να ενισχύσει την συγκεκριμένη θέση. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Ενάγουσα είχε κερδίσει 8 συμβάσεις, με τη διαδικασία της συνοπτικής ανάθεσης, από τον Ιούλιο του 2008 και μετά μέχρι και το 2010, προώθησε τη θέση ότι έχουν περάσει αρκετά χρόνια και απ' όσο μπορούσε να θυμηθεί ο ίδιος δεν λάμβανε προσκλήσεις σε διαδικασίες συνοπτικών προσφορών. Για να αναφέρει όμως ότι συμμετείχε, η Ενάγουσα, σε κανονικούς διαγωνισμούς αλλά όχι σε προσφορές μέσω πρόσκλησης. Υποστήριξε ότι οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες δεν είχαν διακριτική ευχέρεια σε ποιους να αποστέλλουν επιστολές εκδήλωσης ενδιαφέροντος και ότι όφειλαν να στέλνουν σε όλους. Με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16Α του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος δεν είχε ενημερώσει τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες για τα είδη των φαρμάκων που θα επιδείκνυε ενδιαφέρον και δεν το αρνήθηκε. Παραδέχθηκε ότι είχε συμμετοχή σε πολλές από αυτές τις προσκλήσεις, παρά το γεγονός ότι οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες δεν του τις διαβίβαζαν. Προώθησε τη θέση ότι σε συνοπτικές διαδικασίες οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες όφειλαν να στέλνουν προσκλήσεις σε όλους όσοι έδειχναν ενδιαφέρον και ότι δεν ίσχυε το ίδιο για τις κανονικές προσφορές, άνω των €5.000 που γίνονταν με δημοσίευση. Ερωτηθείς εξήγησε ότι η Ενάγουσα ήταν εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος διαφόρων εταιρειών φαρμάκων, για να υποβάλει αιτήσεις για αδειοδότηση των φαρμάκων τους. Επέμενε ότι πέτυχε την εγγραφή κάποιων φαρμάκων από τον Οκτώβριο του 2006 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2007 όμως, δεν μπορούσε να θυμηθεί, ποιες εγγραφές ήταν σε ισχύ. Προώθησε τη θέση ότι η στάση των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών, για άρνηση εγγραφής των φαρμάκων, συνιστούσε προσπάθεια εξόντωσης της Ενάγουσας, σε συνέχεια της απόρριψης των προσφορών λόγω έκπτωτου, αφού μετά το 2008 η μη εγγραφή φαρμάκων συνιστούσε κλείσιμο της εταιρείας. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες συμμορφώθηκαν με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κατέληξε, ότι η Ενάγουσα υπέστη πραγματική ζημιά αφού κατά τη συγκεκριμένη ουσιώδη περίοδο είχε εγγεγραμμένα προϊόντα και είχε κάθε δικαίωμα να συμμετάσχει στις προσφορές με τιμές που υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο να τις κερδίσει. Μαρτυρία για την Ενάγουσα δόθηκε και από τον Λούκα Παπαλλή, Μ.Ε.2, του οποίου οι θέσεις καταγράφηκαν σε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
  16. Στην γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι έχει άδεια ελεγκτή εταιρειών και διατηρεί το δικό του Ελεγκτικό Γραφείο από το
  17. Έχει προσωπική γνώση των γεγονότων γιατί είναι ο ελεγκτής της Ενάγουσας Εταιρείας μέχρι σήμερα. Του είχε δοθεί εντολή από την Ενάγουσα για να ετοιμάσει τις φορολογικές δηλώσεις της, τις οποίες ετοίμασε και υπέβαλε στον Έφορο Φορολογίας. Έχει ετοιμάσει και τους ελεγμένους λογαριασμούς της Ενάγουσας από το 2006 μέχρι το
  18. Ετοιμάστηκε από τον ίδιο η κατάσταση ζημιών, ήτοι το Τεκμήριο
  19. Η συγκεκριμένη κατάσταση καταγράφει και αναλύει τη ζημιά που υπέστη η Ενάγουσα λόγω της απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων, τον Οκτώβριο 2006, με την οποία η Ενάγουσα στερήθηκε του δικαιώματος συμμετοχής σε διαγωνισμούς του Δημοσίου. Οι υπολογισμοί του βασίστηκαν στις πωλήσεις της Ενάγουσας για τις χρονιές που δεν ήταν έκπτωτη, ήτοι το 2004 και το 2005, από αυτές αφαίρεσε το κόστος πωλήσεων και υπολόγισε το ποσοστό του μεικτού κέρδους κάθε έτους και στη συνέχεια εξήγαγε τον μέσο όρο των δύο ετών. Καθόρισε επίσης τον μέσο όρο του μεικτού κέρδους στα 0,279768 ανά έτος. Ο μέσος όρος του ποσού των πωλήσεων των δύο ετών καθορίστηκε στο €1.566,
  20. Κατέγραψε ότι για τα έτη 2006 μέχρι 2008 οι πωλήσεις της Ενάγουσας μειώθηκαν. Υπολόγισε το μεικτό κέρδος που θα πραγματοποιούσε η Ενάγουσα, κατά έτος από το 2006 μέχρι το 2008, σε €773.835, αν η Εταιρεία δεν αποκλειόταν από δημόσιους διαγωνισμούς. Από το συγκεκριμένο ποσό αφαίρεσε τα πραγματικά ποσά των εξόδων, που προκύπτουν από τους ελεγμένους λογαριασμούς για τα έτη 2006 μέχρι
  21. Κατέληξε, ότι η ζημιά της Ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των €351.814 ανά έτος. Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι για να καταλήξει κάποιος στο μεικτό κέρδος αφαιρούνται από τις πωλήσεις οι αγορές. Όσον αφορά το καθαρό κέρδος, υπέδειξε ότι καθορίζεται μετά την αφαίρεση όλων των εξόδων, μισθών, ρεύματος, νερού κτλ. Υποστήριξε ότι είχε υπολογίσει, στο Τεκμήριο 10, το μικτό κέρδος τα δύο προηγούμενα χρόνια πριν κηρυχθεί έκπτωτη η Ενάγουσα. Όσον αφορά τα έτη 2006 μέχρι 2008 εξήγησε ότι είχε καταλήξει στο ποσό των €773.835 γιατί συνιστούσε τον μέσο όρο των πωλήσεων των δύο ετών, το 2004 ήταν €1.837.003 και το 2005 ήταν €1.295.265 και έβγαλε τον μέσο όρο, ήτοι στο ποσό των €1.566.134, για να καταλήξει στο ποσό των €774.
  22. Ερωτηθείς ανέφερε ότι βασίστηκε, για τη λήψη πληροφοριών, στα έτη 2004 και 2005 και εξέλαβε ως δεδομένο ότι η Ενάγουσα θα ακολουθούσε την ίδια πορεία. Παραδέχτηκε ότι ο ίδιος μόνο σε εκτίμηση της ζημιάς μπορούσε να προβεί, όμως με βάση τα δεδομένα της Ενάγουσας, συνιστά την πραγματική ζημιά που κατά τη δική του άποψη είχε υποστεί από τον αποκλεισμό της. Για τον Εναγόμενο μαρτυρία δόθηκε από την Έλενα Παναγιωτοπούλου, Μ.Υ.1, Διευθύντρια των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών. Παρέθεσε τις θέσεις της σε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
  23. Στην γραπτή της δήλωση παραθέτει τα προσόντα της και δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα ως εκ της θέσης της αλλά και από το περιεχόμενο των φακέλων. Προωθεί τη θέση ότι η Ενάγουσα δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, αφού δεν τέθηκε μαρτυρία για πραγματική ζημιά ή και άμεση ζημιά από την ακυρωθείσα απόφαση. Εξηγεί ότι μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το 2004, παρουσιάστηκαν προβλήματα προμήθειας φαρμάκων λόγω της ανάγκης για συμμόρφωση με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο. Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, ενόψει και της αυστηρότητας της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας που διέπει τα φάρμακα, επιτράπηκε η κατ΄εξαίρεση προμήθεια μη αδειοδοτημένων φαρμάκων για 2 χρόνια. Η Ενάγουσα Εταιρεία ξεκίνησε να δραστηριοποιείται το 2004, λαμβάνοντας μέρος σε προκηρυγμένους διαγωνισμούς για μη αδειοδοτημένα φάρμακα. Την περίοδο χάριτος, ως προς τη συμμόρφωση με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, για την προμήθεια φαρμακευτικών προϊόντων ήταν αρκετό να προσκομίζεται μόνο ένα πιστοποιητικό κυκλοφορίας ενός φαρμακευτικού σκευάσματος σε μια άλλη Ευρωπαϊκή χώρα, χωρίς να επιβάλλεται νομοθετικά η αδειοδότησή του. Μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος, ήτοι στις 11/08/2006, πριν την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων, οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες είχαν προβεί σε προσθήκη ειδικού όρου στα έγγραφα όλων των διαγωνισμών με τον οποίο ενημέρωναν ότι η προμήθεια αφορά μόνο αδειοδοτημένα φάρμακα και ότι μόνο όπου η προμήθεια αδειοδοτημένων φαρμακευτικών προϊόντων ήταν αδύνατη θα λαμβάνονταν υπόψη μη αδειοδοτημένα φαρμακευτικά προϊόντα. Ο συγκεκριμένος όρος βρίσκεται σε ισχύ μέχρι σήμερα και συμπεριλαμβάνεται στα έγγραφα προσφορών. Κατά το έτος 2011 ο δικηγόρος της Ενάγουσας διαβίβασε επιστολές ζητώντας τους λόγους απόρριψης των προσφορών του πελάτη του σε τρείς περιπτώσεις κατά το έτος 2007, ζητώντας παράλληλα αποζημίωση. Σε απάντηση των επιστολών, οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες ανέφεραν τον αποκλεισμό της Ενάγουσας καθώς επίσης και τη διαπίστωση ότι δεν πληρούσε τον όρο αναφορικά με την παροχή αδειοδοτημένων φαρμάκων γιατί τα φάρμακα που προσέφερε δεν ήταν αδειοδοτημένα. Διευκρινίστηκε ότι, για τα συγκεκριμένα φάρμακα, είχαν υποβληθεί προσφορές από φορείς που παρείχαν αδειοδοτημένα φαρμακευτικά προϊόντα. Κατέγραψε ότι, ακόμη και αν δεν υπήρχε ο αποκλεισμός, η προσφορά της Ενάγουσας δεν θα λαμβάνετο υπόψη γιατί ήταν εκτός των όρων του διαγωνισμού. Προώθησε τη θέση ότι η Ενάγουσα γνώριζε τον όρο που αφορούσε τα αδειοδοτημένα φάρμακα και ότι κατά την επίδικη περίοδο η Ενάγουσα δεν ήταν κάτοχος άδειας κυκλοφορίας για κανένα φαρμακευτικό προϊόν και ούτε ήταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος κατόχου άδειας κυκλοφορίας και ως εκ τούτου ήταν εκτός των όρων όλων των διαγωνισμών. Κατά τη δική της άποψη, ακόμη και αν δεν είχε αποκλειστεί, κατά την επίδικη περίοδο οι προσφορές της δεν θα λαμβάνονταν υπόψη λόγω του ότι ήταν εκτός των όρων των διαγωνισμών, συμπεριλαμβανομένων και των συνοπτικών διαδικασιών. Υποστήριξε ότι κανένας δεν διασφαλίζει ότι η Ενάγουσα θα προσέφερε πάντα τη χαμηλότερη τιμή και ότι θα κέρδιζε όλες τις προσφορές. Η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 25 δέσμη επιστολών ημερομ. 23/1/2011 και 07/12/2011 των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών προς τον τότε δικηγόρο της Ενάγουσας, στις οποίες καταγράφεται ο λόγος αποκλεισμού των προσφορών της Ενάγουσας, ως Τεκμήριο 26 δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων με τα οποία ενημερώνονταν οι εταιρείες για την ύπαρξη δημόσιων προσφορών για την προμήθεια φαρμάκων από το 2008 μέχρι και το 2015 στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η Ενάγουσα και ως Τεκμήριο 27 επιστολή του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας ημερομ. 31/03/2008, με την οποία ενημερώθηκαν οι αρμόδιες αρχές ότι η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, με την οποία η Ενάγουσα είχε στερηθεί του δικαιώματος συμμετοχής της σε μελλοντικούς διαγωνισμούς του δημοσίου, είχε ακυρωθεί. Ερωτηθείσα εξήγησε ότι με βάση τον περί Φαρμάκων Νόμο υπεύθυνος για την αδειοδότηση οποιουδήποτε φαρμακευτικού σκευάσματος είναι το Συμβούλιο Φαρμάκων, το οποίο είναι ανεξάρτητο από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες και αποτελείται από 11 μέλη. Πρόεδρός του είναι η Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας και μέλη του οι Διευθυντές των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών και του Γενικού Χημείου, δύο εκπρόσωποι του Παγκύπριου Φαρμακευτικού Συλλόγου, δύο εκπρόσωποι του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου, δύο ιατροί του Δημοσίου, ένας λοιμοξιολόγος, ένας ειδικός παθολόγος και δύο φαρμακοποιοί του Δημοσίου. Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 22 ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να το αναγνωρίσει ούτε και να επιβεβαιώσει κατά πόσο το περιεχόμενο του είναι ακριβές. Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι υπάρχουν πολλά είδη δημόσιων διαγωνισμών. Μεταξύ αυτών είναι η διαδικασία για προσφορές κάτω από €5.000, οι διαδικασίες διαπραγμάτευσης και η ανοικτή διαδικασία για προσφορές άνω των €5.000 η οποία δημοσιεύεται στο e-Procurement. Εξήγησε ότι υπάρχουν συνοπτικές διαδικασίες για τις οποίες ο ίδιος ο Νόμος καθορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθεί η Αναθέτουσα Αρχή. Όσον αφορά τις διαδικασίες διαπραγμάτευσης εξήγησε ότι, σύμφωνα με το Νόμο, μπορεί να γίνει απευθείας διαπραγμάτευση με ένα προσφοροδότη. Όσον αφορά την ανοικτή διαδικασία προώθησε τη θέση ότι δημοσιεύεται στο e-Procurement. Υποστήριξε ότι η Ενάγουσα, την περίοδο 2004 - 2006, συμμετείχε σε διαγωνισμούς όταν δεν ζητούντο αδειοδοτημένα φαρμακευτικά προϊόντα. Εξήγησε ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δεν ήταν κάτοχος άδειας κυκλοφορίας για κανένα φαρμακευτικό προϊόν στην Κυπριακή Δημοκρατία ούτε τότε, ούτε και τώρα. Υποστήριξε ότι το 2004, που είχε δημιουργηθεί η Ενάγουσα, δεν υπήρχαν αδειοδοτημένα φάρμακα από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων στην Κυπριακή Δημοκρατία και ως εκ τούτου, λόγω ανάγκης, το Δημόσιο, μετά από άδεια από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποδεχόταν την εισαγωγή φαρμάκων μόνο με πιστοποιητικό κυκλοφορίας του συγκεκριμένου φαρμάκου σε οποιαδήποτε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γι' αυτό και η Ενάγουσα μπορούσε να προσφέρει τα φαρμακευτικά προϊόντα της. Ερωτηθείσα αναφορικά με τα κέρδη της Ενάγουσας, προώθησε τη θέση ότι υπήρχε εκμετάλλευση του συστήματος τον καιρό που δεν υπήρχαν αδειοδοτημένα φαρμακευτικά προϊόντα και γι΄ αυτό προστέθηκε στις προσφορές ο όρος 6, όπου στην παράγραφο 2 του συγκεκριμένου όρου καταγράφεται ότι μόνο στην περίπτωση που δεν προσφέρεται αδειοδοτημένο φαρμακευτικό προϊόν λαμβάνεται υπόψη η προσφορά μη αδειοδοτημένου φαρμακευτικού προϊόντος, υπό την προϋπόθεση ότι έχει προσκομιστεί πιστοποιητικό κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξήγησε περαιτέρω ότι είχε παραχωρηθεί, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, περίοδος χάριτος 2 ετών και οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες συμμορφώθηκαν, με αποτέλεσμα το 2006 να υπάρχει πληθώρα φαρμάκων. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι μέχρι και σήμερα υφίσταται ο συγκεκριμένος όρος, έτσι ώστε στην περίπτωση που ένα φάρμακο, το οποίο μπορεί να σώσει μια ζωή, δεν είναι αδειοδοτημένο, να μπορεί να αγοραστεί από το Κράτος. Υποστήριξε ότι η Ενάγουσα δεν θα μπορούσε να κερδίσει οποιαδήποτε προσφορά γιατί υπήρχαν αδειοδοτημένα φάρμακα στις συγκεκριμένες τρείς

(3)προσφορές που συμμετείχε. Προώθησε τη θέση ότι σε καμιά από αυτές δεν πληρούσε τον όρο 6 γιατί υπήρχαν άλλα αδειοδοτημένα φαρμακευτικά προϊόντα. Επέμενε στη θέση της ότι η Ενάγουσα δεν αποκλείστηκε από τους δημόσιους διαγωνισμούς και ότι προμήθευε κάποια φάρμακα, στις περιπτώσεις εκείνες που δεν υπήρχαν αδειοδοτημένα φαρμακευτικά προϊόντα και υπό την προϋπόθεση ότι ήταν η φθηνότερη στην αγορά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η Ενάγουσα ήταν οποτεδήποτε κάτοχος αδειοδοτημένων φαρμάκων. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι το Γενικό Χημείο του Κράτους εξετάζοντας τις προσφορές διαπίστωνε ότι η Ενάγουσα δεν πληρούσε την πιο σημαντική προϋπόθεση, που ήταν η αδειοδότηση των φαρμακευτικών σκευασμάτων. Επεσήμανε ότι η αδειοδότηση είναι πολύ σημαντική για ένα φάρμακο, γιατί εξασφαλίζει την ποιότητα του φαρμάκου που κυκλοφορεί. Υπεύθυνος για την αδειοδότηση είναι το Συμβούλιο Φαρμάκων, το οποίο δεν κάνει καμία έκπτωση. Προώθησε τη θέση ότι εάν η Ενάγουσα ήθελε να τροφοδοτεί την Κυπριακή Δημοκρατία με φάρμακα, θα μπορούσε να ακολουθήσει τις διαδικασίες που προβλέπει ο περί Φαρμάκων Νόμος, ήτοι να εγγράψει τα φάρμακά της με κανονικές άδειες κυκλοφορίας, οι οποίες είναι πολυέξοδες και να υποβάλλει προσφορές στο Δημόσιο συμμορφούμενη με τον Νόμο. Διευκρίνισε, ότι ένα αδειοδοτημένο φαρμακευτικό προϊόν είναι και πιο ακριβό από το μη αδειοδοτημένο αφού, για να εγγραφεί, απαιτεί μελέτες παρακολούθησης της ποιότητας, ασφάλεια, αποτελεσματικότητα, ειδικές φυλάξεις μεταφοράς, χειρισμού και ευαισθησίας. Καθοριστικός παράγοντας είναι η ασφάλεια του Κύπριου πολίτη στην ποιότητα φαρμάκων που λαμβάνει. Επέμενε στη θέση της ότι η Ενάγουσα ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για λήψη κανονικής άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικού σκευάσματος. Υποστήριξε ότι ακόμη και οι αιτήσεις της Ενάγουσας, για παραχώρηση ειδικής άδειας, απορρίφθηκαν από το Συμβούλιο Φαρμάκων. Επέμενε στη θέση της ότι ο λόγος που η Ενάγουσα δεν λάμβανε προσφορές δεν αφορούσε τον αποκλεισμό της αλλά το γεγονός ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για την κατακύρωση της προσφοράς. Προώθησε, τέλος, τη θέση ότι, ως προκύπτει από τα έγγραφα της Υπηρεσίας της, οι προσφορές αποστέλλονταν στην Ενάγουσα στην ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση που η ίδια έχει παραχωρήσει και ήταν η ίδια διεύθυνση που αποστέλλονταν οι προσφορές από το 2004. Κατά τη δική της άποψη η Ενάγουσα επωφελήθηκε τα δύο χρόνια που δόθηκε η περίοδος χάριτος και μετά αποκλείστηκε από την Κεντρική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων, λόγω του ότι άλλαξε ο όρος, εντάχθηκε ο όρος 6 στα έγγραφα προσφορών και δόθηκε πλεονέκτημα στα αδειοδοτημένα φαρμακευτικά προϊόντα. Οπόταν ακόμα και στην περίπτωση που δεν υπήρχε η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής και πάλι η Ενάγουσα δεν θα κέρδιζε οποιαδήποτε προσφορά γιατί δεν είχε ούτε ένα αδειοδοτημένο φαρμακευτικό προϊόν. Κατά την επανεξέταση, υποστήριξε ότι είχε ελέγξει το σύστημα των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών και δεν είχε βρει ότι η Ενάγουσα ήταν κάτοχος άδειας οποιουδήποτε φαρμακευτικού προϊόντος. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δύο πλευρές διαβίβασαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις στις οποίες προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας Εταιρείας υποστήριξε ότι οι ζημιές, όπως επεξηγήθηκαν από τον Μ.Ε.2, ήταν το άμεσο αποτέλεσμα του αποκλεισμού της Ενάγουσας από τους δημόσιους διαγωνισμούς. Προώθησε τη θέση ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θεωρήσει τις συγκεκριμένες ζημιές ως άμεσες, έχει την εξουσία να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση, στη βάση του διαφυγόντος κέρδους που θα είχε η Ενάγουσα στην περίπτωση που είχε δικαίωμα να συμμετέχει σε δημόσιους διαγωνισμούς. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου στη δική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι ακόμη και να μην υπήρχε η απαγόρευση, η Ενάγουσα δεν θα μπορούσε να υποβάλει προσφορές γιατί δεν διέθετε αδειοδοτημένα φάρμακα και ότι ο λόγος που μπορούσε να υποβάλει προσφορές πριν το 2006 ήταν γιατί από το 2004, που δραστηριοποιήθηκε, μέχρι το 2006 υπήρχε η χαλάρωση από την Ευρωπαϊκή Ένωση σε σχέση με την προμήθεια μη αδειοδοτημένων φαρμάκων. Αναφορικά με την κατ΄ισχυρισμό ζημιά της Ενάγουσας ήταν η δική του θέση ότι ο Μ.Ε.2 βασίστηκε σε υποθετικά σενάρια και δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι τα φάρμακα έπρεπε να είναι αδειοδοτημένα μετά το 2006 για να μπορούν να διοχετευτούν στο Δημόσιο. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του όλες τις εισηγήσεις των δύο εμπλεκόμενων μερών και θα αναφερθεί περαιτέρω σ' αυτές όπου κρίνει τούτο απαραίτητο. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, έκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί, σε γενικές γραμμές, στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166, C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1273). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν. Αρχίζοντας από τη μαρτυρία που κλήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας, ο Διευθυντής της, Μ.Ε.1, δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος κατέθεσε το Τεκμήριο 2, το οποίο αφορά τις συμβάσεις που είχαν κατακυρωθεί στην Ενάγουσα, παρέλειψε να αναφέρει ότι στις πλείστες περιπτώσεις υπέβαλλε προσφορά χωρίς ο ίδιος να μπορεί να ανταποκριθεί σ΄αυτή τούτη την προμήθεια των φαρμακευτικών προϊόντων. Από τις δέκα
(10)συμβάσεις που του είχαν ανατεθεί αδυνατούσε να προμηθεύσει τα φάρμακα σε επτά
(7)από αυτές, ως ο ίδιος κατέγραψε και υπόγραψε επί των εντύπων κατακύρωσης. Δεν ανέφερε οτιδήποτε για την εισαγωγή του όρου 6 στις συμβάσεις για την προμήθεια φαρμακευτικών προϊόντων, δύο μήνες πριν την απόφαση για απαγόρευση της συμμετοχής της Ενάγουσας εταιρείας σε δημόσιους διαγωνισμούς, στις 11/08/2006, που επέβαλλε την προσφορά φαρμακευτικών προϊόντων τα οποία κατείχαν άδεια κυκλοφορίας. Επέλεξε να αποκρύψει το συγκεκριμένο γεγονός. Επίσης, προσπάθησε να συγχύσει το Δικαστήριο αναφέροντας ότι υπέβαλλε αιτήσεις για εγγραφή και λήψη άδειας κυκλοφορίας για δεκάδες φάρμακα οι οποίες απορρίφθηκαν, καταθέτοντας το Τεκμήριο
  1. Όμως οι απορρίψεις αυτές συνιστούν ξεχωριστή απόφαση της διοίκησης, η οποία δεν σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με την απαγόρευση συμμετοχής σε δημόσιους διαγωνισμούς η οποία σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας της προκάλεσε ζημιές. Υποστήριξε αναληθώς ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δεν συμπεριλαμβανόταν στους καταλόγους των ενδιαφερομένων προσώπων προς τα οποία αποστέλλονταν οι προσκλήσεις συμμετοχής σε Διαγωνισμούς Συνοπτικών Διαδικασιών του Δημοσίου. Η θέση του καταρρίφθηκε από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 26 από το οποίο προκύπτει ότι από τον Φεβρουάριο 2008 του αποστέλλονταν ενημερώσεις με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του ότι τελικά υπέβαλλε προσφορές μετά την ανάκληση της Κεντρικής Επιτροπής. Επίσης, δεν προσκόμισε την επιστολή ημερομηνίας 09/03/2013, της οποίας το περιεχόμενο απαντήθηκε από την επιστολή Τεκμήριο 19, αφήνοντας το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες δεν απαντούσαν τις επιστολές της Ενάγουσας. Είπε ψέματα ότι δεν καλείτο να συμμετάσχει σε προσφορές μέχρι το 2013, ενώ από το Τεκμήριο 29 διαφάνηκε ότι από τις αρχές του 2008 ενημερωνόταν για τις προσφορές από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες. Δημιούργησε σύγχυση αναμειγνύοντας την απόφαση για αποκλεισμό της Ενάγουσας από τους διαγωνισμούς με την άρνηση του Συμβουλίου Φαρμάκων να παραχωρήσει άδειες σε φαρμακευτικά προϊόντα της Ενάγουσας. Προσπάθησε δύο διαφορετικές αποφάσεις της Διοίκησης να τις περιπλέξει. Ενώ, παράλληλα, προσπάθησε να παραπλανήσει αναφέροντας ότι έγκυρες προσφορές του αποκλείστηκαν, χωρίς να προσκομίζει οποιαδήποτε πραγματική μαρτυρία, ήτοι οποιαδήποτε απορριπτική απόφαση. Οι συγκεκριμένες ηθελημένες παραλείψεις στη μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν μπορούν να παραγνωριστούν. Αποκαλύπτουν ότι δεν ήταν ειλικρινής και οδηγούν το Δικαστήριο στο να αποδεχθεί μόνο το μέρος της μαρτυρίας του που συμφωνεί με τη μαρτυρία της Μ.Υ.
  2. Ο Μ.Ε.2, λογιστής στο επάγγελμα, προσπάθησε να βοηθήσει την Ενάγουσα, η οποία είναι πελάτισσά του για χρόνια. Είπε την αλήθεια όσον αφορά τους αριθμούς, πλην όμως παραδέχθηκε ότι δεν έλαβε υπόψη σημαντικές παραμέτρους όταν καταλόγιζε την ζημιά της Ενάγουσας στο Κράτος. Υπήρχαν κενά στην ενημέρωση του, αναφορικά με το κατά πόσο η Ενάγουσα θα μπορούσε να συμμετάσχει στις προσφορές λόγω της ύπαρξης του όρου 6, που καθιστούν την έρευνα του πλημμελή. Δεν μπορούν, για αυτό το λόγο, να γίνουν αποδεκτά τα συμπεράσματά του για τις απώλειες της Ενάγουσας. Η Μ.Υ.1 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο την οποία τεκμηρίωσε με αναφορά στα έγγραφα που κατέθεσε. Δεν δίστασε να αναφέρει ότι την περίοδο 2004 με 2006 η Ενάγουσα συμμετείχε σε αριθμό διαγωνισμών και εξήγησε ότι ο λόγος ήταν γιατί την συγκεκριμένη περίοδο δεν ζητείτο η προμήθεια αδειοδοτημένων φαρμακευτικών προϊόντων. Δεν αμφισβητήθηκε η θέση της ότι λόγω της ένταξης του όρου 6 στα έγγραφα των προσφορών, από τον Αύγουστο 2006 και μετά, η Ενάγουσα δεν μπορούσε να είναι υποψήφια σε μεγάλο αριθμό προσφορών, γιατί δεν διέθετε αδειοδοτημένα φαρμακευτικά σκευάσματα. Επεξήγησε με λεπτομέρεια τον όρο 6 και δεν δίστασε να αναφέρει ότι όπου δεν προσφέρονταν αδειοδοτημένα φάρμακα τότε οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες προχωρούσαν με κατακύρωση μη αδειοδοτημένων φαρμάκων. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε η θέση της ότι η Ενάγουσα δεν ήταν κάτοχος άδειας κυκλοφορίας οποιουδήποτε φαρμακευτικού προϊόντος. Εξήγησε επίσης ότι υπεύθυνο, για την αδειοδότηση φαρμάκων, είναι το Συμβούλιο Φαρμάκων, το οποίο αποτελείται από έντεκα μέλη και είναι ανεξάρτητο από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες. Ήταν ειλικρινής και δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να ψευσθεί στο Δικαστήριο. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, το Δικαστήριο καταλήγει ότι είναι κοινώς αποδεκτό από τις δύο πλευρές, ότι η Ενάγουσα δραστηριοποιείται στον τομέα της προμήθειας φαρμακευτικών προϊόντων από το 2004 και ότι την περίοδο 2004 με 2006 προμήθευε τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες με φαρμακευτικά προϊόντα. Τον Αύγουστο του 2006, μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για να αποφευχθεί η έλλειψη φαρμάκων είχε εισαχθεί στους όρους των εγγράφων προσφορών για την προμήθεια φαρμάκων ο όρος 6, ο οποίος απαιτούσε την προσφορά φαρμάκων για τα οποία υπήρχε άδεια κυκλοφορίας και μόνο όπου δεν υπήρχαν αδειοδοτημένα φάρμακα επιτρεπόταν η προμήθεια μη αδειοδοτημένων φαρμάκων. Τον Οκτώβριο 2006 είχε ληφθεί απόφαση αποκλεισμού της Ενάγουσας Εταιρείας από τη συμμετοχή της σε δημόσιους διαγωνισμούς, η οποία ακυρώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου τον Δεκέμβριο
  3. Οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες επανένταξαν, τον Φεβρουάριο 2008, την Ενάγουσα στους καταλόγους των ενδιαφερομένων προσώπων προς τους οποίους αποστέλλονται προσκλήσεις συμμετοχής σε Διαγωνισμούς Συνοπτικών Διαδικασιών του Δημοσίου. Η Ενάγουσα Εταιρεία, λόγω του ότι δεν ήταν ποτέ κάτοχος άδειας κυκλοφορίας αδειοδοτημένων φαρμάκων, προφανώς αντιμετώπιζε πρόβλημα συμμόρφωσης με τον όρο 6 των εντύπων προσφοράς, μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οπόταν δεν μπορούσε να υποβάλει όσες προσφορές υπέβαλε το 2004, όταν ξεκίνησε την ενασχόλησή της με την παροχή φαρμάκων λόγω του ότι δεν κατείχε άδειες κυκλοφορίας για τα φάρμακα που προωθούσε και ως αποτέλεσμα είχε μείωση εισοδημάτων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η απαίτηση της Ενάγουσας Εταιρείας βασίζεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/12/2007 στην Προσφυγή Αρ.31/2007, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων, ημερ. 25/10/2006, για αποκλεισμό της Ενάγουσας από την συμμετοχή της σε δημόσιους διαγωνισμούς για δύο χρόνια. Ως προκύπτει από το κείμενο της δικαστικής απόφασης, Τεκμήριο 8, η απόφαση ακυρώθηκε γιατί δεν υπήρχε στο Νόμο 112(Ι)/02 οποιαδήποτε διάταξη που να παρέχει εξουσιοδότηση για την επιβολή της κύρωσης του αποκλεισμού σε διαγωνισμό και ο Καν.25 της Κ.Δ.Π.115/04, δυνάμει του οποίου είχε ληφθεί η απόφαση, ήταν ultra vires του Ν.112(Ι)/
  4. Το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: « Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφ΄ όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ού πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσης καθοριζόμενη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη.». Στην υπόθεση Uros Stojicic κ.ά ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2016)1 Α.Α.Δ. 1795, συνοψίστηκαν οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να στοιχειοθετούνται για την παροχή αποζημιώσεων υπό το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος. Διαβάζονται τα ακόλουθα: « Προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημία, η οποία θεμελιώνει το παράνομο της πράξης (Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420). Περαιτέρω, θα πρέπει να απευθυνθεί αξίωση προς τη διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματος και συμμόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση και εάν αυτή δεν ικανοποιηθεί, τότε μόνο μπορεί να καταχωρηθεί αγωγή. Η δε ζημιά θα πρέπει να προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή να προέκυψε ως άμεση συνέπεια της (Μαυρονίχης ν. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612 και Μαρκίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424.)». Σύμφωνα με τη νομολογία, οι προϋποθέσεις για να καταχωρηθεί αγωγή με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος είναι οι ακόλουθες: (α) εξασφάλιση ακυρωτικής απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο (β) αίτημα από τον αιτητή που εξασφάλισε την εν λόγω απόφαση προς τη Διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματός του, και (γ) απόρριψη του αιτήματος ή παράλειψη του αρμοδίου τμήματος να το εξετάσει (βλ. μεταξύ άλλων Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 983, Rosary Gardens Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 230, Φιλιαστίδης ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(2014)1 Α.Α.Δ. 2137 και Αναστασία Πήττα κ.α. ν Δήμου Στροβόλου
(2015)1 Α.Α.Δ. 867. Προκύπτει από τα Τεκμήρια που έχουν προσκομιστεί στη διαδικασία ότι όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται αφού (α) υπήρχε ακυρωτική απόφαση, (β) υποβλήθηκε η αξίωση για ικανοποίηση του αιτήματος πρώτα προς το αρμόδιο τμήμα και (γ) το αίτημα απορρίφθηκε. Όμως, διαφαίνεται, επίσης, από το Τεκμήριο 29 ότι από τις αρχές του 2008 η Ενάγουσα εταιρεία καλείτο να συμμετέχει στις προσφορές. Υπάρχει και η παραδοχή του Μ.Ε.1 ότι πράγματι συμμετείχε σε προσφορές. Οπόταν, υπήρξε άμεση συμμόρφωση του Τμήματος με την απόφαση του Δικαστηρίου. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί στη συνέχεια είναι κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούται στην απόδοση αποζημιώσεων και αν το ερώτημα απαντηθεί καταφατικά, σε τι ποσό. Σύμφωνα με τη νομολογία τίθεται ζήτημα αποζημίωσης μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της. Στην υπόθεση Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420 στη σελ. 425, αναφέρεται ότι: « Όπως το κείμενο του Άρθρου 146.6 υποδηλώνει και η νομολογία βεβαιώνει, προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημία. Το πολιτικό δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης. Η έκνομη λειτουργία της Διοίκησης τεκμηριώνεται από την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο οποίο εναποτίθεται αποκλειστική δικαιοδοσία δικαστικής αναθεώρησης των διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων. Η πρώτη προϋπόθεση για την επίκληση του Άρθρου 146.6 είναι η ακύρωση της διοικητικής πράξης. Με την ακύρωση θεμελιώνεται το παράνομο της πράξης. Γεννάται δικαίωμα για αποζημίωση εφόσον η απαίτηση δεν ικανοποιηθεί από το δημόσιο όργανο, αρχή ή πρόσωπο που φέρει την ευθύνη για την ακυρωθείσα πράξη. Το μέτρο της αποζημίωσης, όπως καθορίζεται στο άρθρο 146.6, είναι η "... δικαία και εύλογος αποζημίωσις". Το μέσο για την αποζημίωση είναι "η δικαία και εύλογος θεραπεία ήν το δικαστήριο έχει την εξουσία να παράσχει". Το μέτρο της αποζημίωσης είναι διάφορο από εκείνο του αγγλικού κοινού δικαίου που έχει ως λόγο την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντα (restitutio ab integrum). Ο όρος "δικαία και εύλογος αποζημίωσις" στο πλαίσιο του άρθρου 146 ταυτίζει την αποζημίωση με το δίκαιο του αιτήματος στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ διοικούμενου και Διοίκησης ώστε η υπαιτιότητα των μερών για την πρόκληση της ζημίας να καθίσταται ζωτικής σημασίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης. [Phedias Kyriakides v. Republic, 1 R.S.C.C. 66, Pantelis Petrides v. The Greek Communal Chamber and Another
(1965)1 CLR. 39, Attorney General v. Andreas A. Markoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242, Marcou and Another v. Republic
(1968)3 C.L.R. 166, Costas Tsakistos v. Attorney - General
(1969)1 C.L.R. 355, Hapeshis v. Republic
(1979)3 CLR. 550, Christophides v. Attorney - General
(1981)1 C.L.R. 80, Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462, Kampis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Διευθυντή Τμήματος Δασών και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, και Εγγλεζάκη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 Α.Α.Δ. 697].». Στην υπόθεση Εγγλεζάκη κ.α v. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1 Α.Α.Δ. 697 τονίστηκε ότι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε αγωγή που βασίζεται στο Άρθρο 146.6 του Συντάγματος είναι «..αν, μετά την επανόρθωση και αποκατάσταση της νόμιμης τάξης πραγμάτων, ο Ενάγων υπέστη οποιαδήποτε ζημιά». Η Ενάγουσα αξιώνει τρία κονδύλια αποζημιώσεων, ειδικές αποζημιώσεις ύψους €351.000, διαφυγόντα κέρδη ύψους €100.000 και παραδειγματικές ή και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Το πρώτο κονδύλι αφορά ουσιαστικά στη μείωση του εισοδήματός της για την περίοδο 2006 μέχρι και 2008 και το δεύτερο απώλεια κερδών. Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης Δημοκρατία v. Success Advertising Co Ltd
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 153. Περιέχει διαφωτιστική σύνοψη της νομολογίας και των νομικών αρχών. Αξίζει να σημειωθεί η ακόλουθη αναφορά: « Το Άρθρο 146.6 δημιουργεί ένα σημαντικό συνταγματικό αστικό δικαίωμα για το οποίο έχει αρμοδιότητα το Επαρχιακό Δικαστήριο. Η βάση της αγωγής για αποζημίωση δεν συναρτάται με την παραβίαση αστικού δικαιώματος, αλλά με την ακύρωση πράξης ή παράλειψης της διοίκησης που εκδίδεται ή σημειώνεται στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Η διευκρίνιση αυτή κρίθηκε σημαντική καθώς και προσδιοριστική του πλαισίου μέσα στο οποίο καθορίζονται οι αποζημιώσεις βλ. Charilaos Frangoulides v. The Republic
(1982)1 C.L.R. 462 και Αγρόκτημα Λανίτη και Άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα και Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 255.». (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Οι αρχές επαναδιατυπώθηκαν πρόσφατα στην Ευτυχία Κυπριανού ν. Γενικού Εισαγγελέα Πολ. Εφ.6/15 και 17/15 ημερ.13/09/2023, στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: « Υπολογίζοντας την αποζημίωση που η Εφεσείουσα δικαιούτο, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο υπογράμμισε ότι για να είναι δίκαια και εύλογη δεν πρέπει να καθορισθεί αυθαίρετα αλλά στη βάση κάποιων παραμέτρων, χωρίς, ωστόσο, να υφίσταται εφαρμόσιμος μαθηματικός τύπος. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 342 το μέτρο της αποζημίωσης, που θέτει η παράγραφος 6 του Άρθρου 146, είναι «δικαία και εύλογος αποζημίωσις», έννοια συνυφασμένη με το δίκαιο του πράγματος στην ευρύτερή του διάσταση, ταυτισμένη με τη δικαιοσύνη. Στην υπόθεση Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Θεοδωρίδης
(1993)1 Α.Α.Δ. 420, επισημάνθηκε ότι το μέτρο της «δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης» είναι διάφορο από εκείνο του Αγγλικού κοινού δικαίου που έχει ως λόγο την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντος (restitutio ab integrum). Aυτό, εξάλλου, συνάδει και με τη φύση της επίδικης θεραπείας, η οποία έχει ως νομιμοποιητική βάση το «δίκαιο και εύλογο» της αποζημίωσης και, ως εκ τούτου, παραπέμπει στις αρχές της Επιείκειας. Όπως υπογραμμίσθηκε στην υπόθεση Νίκολας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 983, «εισάγεται, όπως διαπιστώνεται, η κατά το δίκαιο της επιείκειας αποζημίωση, έννοια συνυφασμένη με τη συναποτίμηση κάθε παράγοντα που σχετίζεται με το τι είναι δίκαιο». Ενόψει τούτου, εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει το ύψος της ώστε να δώσει περιεχόμενο στο δίκαιο του αιτήματος του διοικούμενου για τις ζημιές που υπέστη ως αποτέλεσμα της μεμπτής πράξης της διοίκησης (βλ. Αναστασία Πήττα κ.ά. v. Δήμου Στροβόλου
(2015)1 Α.Α.Δ. 867). ......................................... ......................................... Εν πάση περιπτώσει, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά επεσήμανε ότι η έννοια της δίκαιης ικανοποίησης, «just satisfaction» που το Άρθρο 41 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών[4] προνοεί για παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, δεν είναι απόμακρη της δίκαιης και εύλογης θεραπείας κατά το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος. Και τούτο γιατί στον καθορισμό της δίκαιης ικανοποίησης το ΕΔΑΔ λαμβάνει υπόψη τόσο την υλική βλάβη, ήτοι τη χρηματική ζημιά (Pecuniary damage) όσο και την ηθική βλάβη, ήτοι τη μη χρηματική ζημιά (Non-pecuniary damage) η οποία μπορεί να αφορά αποζημίωση αναφορικά με αισθήματα αδικίας, πικρίας, άγχους κτλ. που ο αιτητής υπέφερε.». Οπόταν το ερώτημα που τίθεται είναι αν συνιστά το ποσό που αξιώνεται άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας απόφασης. Δέον να υπενθυμιστεί ότι κατά την περίοδο 2006 μέχρι 2008 μη αδειοδοτημένα φάρμακα αγοράζονταν από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες μόνο στην περίπτωση που δεν προσφέρονταν αδειούχα φάρμακα. Το γεγονός αυτό είναι παραδεκτό από την Ενάγουσα Εταιρεία όπως είναι παραδεκτό και το γεγονός ότι δεν διέθετε αδειούχα φάρμακα. Οπόταν, με αυτά τα δεδομένα, είναι αβέβαιο κατά πόσο θα κέρδιζε οποιαδήποτε προσφορά κατά τα έτη 2006 με
  1. Η πιθανολόγηση εκφεύγει της δικαιοδοσίας τούτου του Δικαστηρίου. Ως ο ίδιος ο Μ.Υ.2 ανέφερε, δεν έλαβε υπόψη του, στον υπολογισμό της ζημιάς της Ενάγουσας, τον όρο 6 που υπήρχε καταγραμμένος στους όρους των προσφορών από τον Αύγουστο
  2. Ούτε έλαβε υπόψη του ότι το 2004 και 2005 δεν υπήρχε αυτός ο όρος, ο οποίος ουσιαστικά προέκυψε λόγω της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνεπακόλουθα, δεν μπορεί να διαπιστωθεί με σιγουριά ότι η μείωση στα εισοδήματα της Ενάγουσας ήταν το αποτέλεσμα του αποκλεισμού της για το έτος 2006 με 2007, αφού η απόφαση αποκλεισμού λήφθηκε στις 25/10/2006 και ακυρώθηκε στις 18/12/
  3. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που η ίδια η πλευρά της Ενάγουσας Εταιρείας προσκόμισε προς απόδειξη των ισχυρισμών της. Συγκεκριμένα, από τη Δέσμη Εγγράφων, Τεκμήριο 2, διαπιστώνεται ότι το 2004, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου προσφορά είχε κατακυρωθεί στην Ενάγουσα, η ίδια δεν μπορούσε να ανταποκριθεί γιατί η κατασκευάστρια εταιρεία δεν της προμήθευε το προϊόν, ως κατέγραψε ο Μ.Ε.1 στην επιστολή ημερομηνίας 04/11/2004 η οποία αφορούσε την ανατεθείσα, στην Ενάγουσα, προσφορά για το φαρμακευτικό προϊόν Orphenadrine Citrate 100mg. Το ίδιο έγινε και σε σχέση με την προμήθεια των φαρμακευτικών προϊόντων Dehydrobenzperidol 2,5mg/ml και Thioridazine Hydrochloride 100mg, ως προκύπτει από τα όσα καταγράφονται στις επιστολές ημερομηνίας 21/07/
  4. Από τις 10 προσφορές που είχαν ανατεθεί στην Ενάγουσα το 2004, στις 7 από αυτές δεν μπορούσε να ανταποκριθεί, ως καταγράφεται και υπογράφεται από τον ίδιο τον Μ.Ε.1 στα ίδια τα έγγραφα. Καθοδηγούμενο το Δικαστήριο από τις πιο πάνω διαπιστώσεις δεν μπορεί να συμφωνήσει ότι το ποσό στο οποίο κατέληξε ο Μ.Ε.2, ως απώλεια που προέκυψε από τον αποκλεισμό της Ενάγουσας από την υποβολή προσφορών, είναι απόρροια της συγκεκριμένης απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων. Γι' αυτό το λόγο δεν μπορεί να αποδοθεί οποιοδήποτε ποσό ως ειδικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά την αξίωση για διαφυγόν κέρδος, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στην Savvas & Leonidas Motors Ltd ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2012)1 Α.Α.Δ. 795, όπου αξιώθηκε αποζημίωση ως διαφυγόν κέρδος. Αναφέρονται τα ακόλουθα: « Δεν ήταν αρκετό να γίνει απλώς αναφορά στις ζημιές που είχε η εφεσείουσα για τα εν λόγω φορολογικά έτη χωρίς να φανεί ότι η αιτία για αυτές τις ζημιές ήταν οι αποφάσεις αντικείμενο των πιο πάνω προσφυγών. Πέραν της διατύπωσης της ζημιάς, στα παραδεκτά γεγονότα, δεν γίνεται παραδοχή ότι αυτές ήσαν το άμεσο αποτέλεσμα των ακυρωθεισών αποφάσεων». Η κατ΄ισχυρισμό απώλεια του όποιου διαφυγόντος κέρδους της Ενάγουσας Εταιρείας δεν είναι άμεσο αποτέλεσμα της ακυρωτικής απόφασης. Δεν εκπορεύεται από αυτή την ακυρωτική απόφαση, αλλά αποτελεί προϊόν αβέβαιης πιθανολόγησης και εικασίας αφού τον Αύγουστο 2006 είχε εισαχθεί ο όρος 6 στα έγγραφα προσφορών με τον οποία επιβάλλετο η προμήθεια αδειούχων φαρμάκων, που η Ενάγουσα δεν διέθετε σύμφωνα με παραδοχή και του ίδιου του Διευθυντή της. Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι σε καμία απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν αποδίδει τέτοιου είδους αποζημίωση (βλ. Μαυρονύχης ν. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως Κύπρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 612 και Νικόλας ν. Δημοκρατίας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 983). Ακόμη κι αν γινόταν αποδεκτό ότι η Ενάγουσα υπέστη την ισχυριζόμενη ζημιά ή διαφυγόν κέρδος, δεν θα νομιμοποιείτο σε ολική υλική αποκατάσταση αλλά στη δίκαιη και εύλογη αποζημίωση που προβλέπεται από το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, βέβαια σύμφωνα με τη νομολογία αφού πρώτα διαπιστωνόταν το ύψος της υλικής ζημιάς. Στην παράγραφο Γ του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης αξιώνονται παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Στην Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836 στη σελίδα 1846, αναφέρεται πως επιτρέπεται η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Το ύψος των παραδειγματικών αποζημιώσεων επηρεάζεται από το ύψος των συνήθων αποζημιώσεων. Όταν το ποσό των αποζημιώσεων είναι ανεπαρκές για να τιμωρήσει τον εναγόμενο για την αποτρόπαια συμπεριφορά του, τότε μπορεί να επιδικαστεί κάποιο μεγαλύτερο ποσό ώστε το Δικαστήριο να σημειώσει την απαρέσκεια του και για να τον αποτρέψει από του να επαναλάβει τέτοια συμπεριφορά. Η διαφορά των συνήθων αποζημιώσεων και των τιμωρητικών είναι ότι κατά τον καθορισμό των πρώτων εξετάζεται πόσα έπρεπε να λάβει ο ενάγοντας ενώ κατά τον καθορισμό των τελευταίων εξετάζεται πόσα πρέπει να πληρώσει ο εναγόμενος. Αποδείχθηκε τόσο από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και από τα Τεκμήρια που προσκομίστηκαν ότι δεν επιδείχθηκε από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες αξιόμεμπτη συμπεριφορά του είδους που θα δικαιολογούσε τις οποιεσδήποτε τιμωρητικές αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο, για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησε να εξηγήσει, καταλήγει ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δεν δικαιούται σε ειδικές αποζημιώσεις ή διαφυγόν κέρδος καθ΄ ότι τα ποσά αυτά δεν είναι η άμεση επίπτωση της πράξης που ακυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο. Ως εκ της πιο πάνω κατάληξης, η Αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εις βάρος της Ενάγουσας εταιρείας. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.