WAFRA CAPITAL PARTNERS, L.P. ν. S.A.R.E. Public Company Ltd (υπό Διαχείριση) δια του Παραλήπτη - Διαχειριστή Αυγουστίνου Παπαθωμά κ.α., Αρ. Αγωγής: 2070/20, 29/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2070/20 Μεταξύ: WAFRA CAPITAL PARTNERS, L.P. Εναγόντων v.
- S.A.R.E. Public Company Ltd (υπό Διαχείριση) δια του Παραλήπτη - Διαχειριστή Αυγουστίνου Παπαθωμά
- Altico Capital India Limited
- KKR India Asset Finance Limited
- S.A.R.E. (Cyprus) SPV (No. 4) Limited
- S.A.R.E. (Cyprus) SPV (No. 11) Limited
- S.A.R.E. (Cyprus) Limited
- Anuj Gupta
- South Asian Asset Management Limited
- South Asian Asset Management (Cyprus) Limited
- Henry Gabay
- Duet Private Equity Limited
- Michael Henry O' Sullivan Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 03/03/2023 από τον Εναγόμενο 12 για παραμερισμό και ή ακύρωση του διατάγματος για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και του κλητηρίου εντάλματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29 Νοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενο 12 - Αιτητή: κ. Α. Μιχαηλίδης, για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση: κα Δ. Χριστοδούλου, για Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση Αίτηση ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής ζητά την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: (A) Παραμερισμού ή και ακύρωσης του διατάγματος ημερ. 08/07/2022 με το οποίο δόθηκε άδεια για την επίδοση της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας και (B) Παραμερισμού ή και ακύρωσης του διατάγματος ημερ. 08/07/2022 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, στον Εναγόμενο 12 στο Ηνωμένο Βασίλειο, της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, της αίτησης ημερ. 21/11/2021 και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 03/12/2021, της Έκθεσης Απαίτησης καθώς και άλλων εγγράφων. Παράλληλα, ζητά διάταγμα το οποίο να αναγνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής επίδοση έγινε, στον βαθμό που αφορά τον Εναγόμενο 12, είναι άκυρη. Επίσης, ζητά και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός και ή ακύρωση και ή διαγραφή και ή η απόρριψη της αγωγής. Η νομική βάση της αίτησης είναι ταυτόσημη με αυτήν της ένστασης και βασίζονται σε πληθώρα νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, τόσο εγχώριων αλλά και Ευρωπαϊκών. Συγκεκριμένα, γίνεται επίκληση των άρθρων 1 - 8, 24 - 35, 36 - 57, 62 και 63 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου Ε.Ε. 1215/2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, στα άρθρα 1 - 4, 10 - 12, 15, 16, 22, 23 και 24 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για το Εφαρμοστέο Δίκαιο στις Εξωσυμβατικές Ενοχές (Ρώμη ΙΙ) του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 864/2007, του Άρθρου 169.3 του Συντάγματος, της Σύμβασης της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις του 1962 και τον κυρωτικό νόμο Ν.40/1982, των άρθρων 3 και 9
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των άρθρων 21, 29 και 30 του περί Δικαστηρίων Νόμου, των Δ.2 θ.θ. 2 και 3, Δ.5 θ.θ. 9 και 10, Δ.5Α, Δ.6 θ.θ. 1 - 9, Δ.16 θ.θ. 1 και 9, Δ.27 θ.3, Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1- 4, 6 - 9, 11 - 13, Δ.51 θ.θ. 1 - 9 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στις αρχές του Κοινοδικαίου και της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του Νικόλα Κρασέ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο 12 ‑ Αιτητή, ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Εξηγεί τον λόγο που ορκίζεται ο ίδιος και καταγράφει ότι ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, συγκεκριμένα του Ηνωμένου Βασιλείου και λόγω των συνεχιζόμενων επαγγελματικών υποχρεώσεων του αδυνατεί να μεταβεί στην Κύπρο για να ορκιστεί. Αναφέρεται στις διαδικασίες που έχουν εγερθεί στην Νέα Υόρκη και την Ινδία και παρόλο που δέχεται ότι ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής δεν είναι διάδικος στις συγκεκριμένες διαδικασίες, προωθεί τη θέση ότι είναι άμεσα σχετικές με την υπό κρίση υπόθεση. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, κανένας εκ των Εναγόμενων 7, 10 και 12 δεν ήταν σε οποιονδήποτε χρόνο διευθυντής ή αξιωματούχος της Εναγόμενης 1. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι λόγω του γεγονότος ότι τα κατ' ισχυρισμό αστικά αδικήματα δεν έχουν λάβει χώρα στην Κύπρο, καθώς και του γεγονότος ότι ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στο Ομόλογο ή στην Συμφωνία Ενεχυρίασης, δεν μπορεί να υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1, 4, 5 6 και 9 είναι ημεδαποί δεν διαφοροποιεί τα πράγματα αφού η βάση της αγωγής σχετίζεται με την σύναψη συμφωνίας δανείου με εταιρείες που εδρεύουν στην Ινδία. Προωθεί τη θέση ότι η καταχώριση της αγωγής συνιστά άγρα Δικαστηρίου, αφού οι ημεδαπές εταιρείες έχουν προστεθεί ως διάδικοι έτσι ώστε να δημιουργηθεί σύνδεση με την Κύπρο και να θεμελιωθεί φαινομενικά η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Καταλήγει, ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση είναι ένοχη παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων αφού όταν αποτάθηκε μονομερώς στο Δικαστήριο στις 04/07/2022, δεν αποκάλυψε ότι κανένας από τους Εναγόμενους 7, 10 και 12 δεν ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο διοικητικός σύμβουλος της Εναγόμενης 1, ότι υπήρχε σε εξέλιξη αγωγή στην Ινδία καταχωρημένη από την Εναγόμενη 1, ούτε αποκάλυψε τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από την Ενάγουσα και από την Εναγόμενη 1 στην αγωγή στην Νέα Υόρκη και στην Ινδία, καθώς και ότι δεν υπάρχει ουσιαστική αξίωση εναντίον οποιασδήποτε από τις ημεδαπές Εναγόμενες Εταιρείες. Εισηγείται, ότι υπάρχουν καταλληλότερα αλλοδαπά Δικαστήρια (forum conveniens) για να εκδικάσουν τη διαφορά μεταξύ των μερών και ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Η συγκεκριμένη αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης από την Ενάγουσα ‑ Καθ' ης η Αίτηση στην οποία καταγράφηκαν δεκατρείς
(13)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής λόγω του ότι οι Εναγόμενες 1, 4, 5, 6 και 9 είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κυπριακή Δημοκρατία αλλά και λόγω των προνοιών του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωκοινοβουλίου, οι πρόνοιες του οποίου εφαρμόζονται στα γεγονότα της υπόθεσης. Ότι με τους νέους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την αρχή του πρωταρχικού σκοπού, η αγωγή θα πρέπει να προωθηθεί κανονικά για την εξοικονόμηση εξόδων και χρόνου του Δικαστηρίου. Ότι η ύπαρξη της διαδικασίας στην Νέα Υόρκη δεν αποτελεί κώλυμα για επίκληση της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων γιατί η απόφαση εκδόθηκε μονομερώς λόγω παράλειψης της Εναγόμενης 1 να εμφανιστεί και δεν μπορεί να εκτελεστεί. Ότι η διαδικασία στην Ινδία δεν έχει καταχωριστεί από την Ενάγουσα, αλλά από τον Παραλήπτη -Διαχειριστή της Εναγόμενης
- Ότι ο Εναγόμενος 12 ‑ Αιτητής δεν είναι καν μέρος στην αγωγή που εκκρεμεί στην Ινδία ή σε αυτήν που είχε εγερθεί στην Νέα Υόρκη. Ότι ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος ημερομηνίας 08/07/2022, δυνάμει το οποίου επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Ότι η επίδοση των εγγράφων στον Εναγόμενο 12 ‑ Αιτητή ήταν καθόλα νόμιμη και/ή νομότυπη και διενεργήθηκε σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ότι η Ενάγουσα αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα ή και τα στοιχεία που ήταν αναγκαία για καθορισμό της αίτησης ημερομηνίας 04/07/
- Ότι η Ενάγουσα αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα απαραίτητα και αναγκαία στοιχεία για έκδοση των διαταγμάτων. Ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγκρισης της αίτησης. Ότι ο Αιτητής έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων λόγω της καθυστέρησης στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, κακόβουλη ή και επιπόλαια και ενοχλητική και ότι δεν είναι δίκαιο ούτε εύλογο να εκδοθούν τα διατάγματα. Τα γεγονότα προς υποστήριξη της Ένστασης καταγράφονται σε ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Ορφανού, δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπεί την Ενάγουσα ‑ Καθ' ης η Αίτηση. Η Ομνύουσα δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα και ότι έχει εξουσιοδοτηθεί στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Είναι η θέση της ότι στις 05/08/2020 η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε την αγωγή και στις 04/07/2022 είχε προωθηθεί η αίτηση για παραχώρηση άδειας επίδοσης της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και άλλων δικογράφων στους Εναγόμενους 2, 3, 7, 8, 10, 11 και 12 εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Εκδόθηκε διάταγμα, στις 08/07/2022 και μετά που μεταφράστηκαν τα συγκεκριμένα έγγραφα δόθηκαν για επίδοση στις 11/10/2022 στην Αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, Υπηρεσία Διαβίβασης του Ηνωμένου Βασιλείου, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τη Σύμβαση της Χάγης. Η επίδοση στον Αιτητή ‑ Εναγόμενο 12 επιτεύχθηκε στις 17/11/2022 και στις 11/01/2023 καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης υπό Διαμαρτυρία. Κατά τη δική της άποψη η αγωγή δεν αποτελεί άγρα Δικαστηρίου γιατί η διαδικασία στην Ινδία δεν έχει καταχωριστεί από την Ενάγουσα, η οποία δεν διεκδικεί οποιαδήποτε θεραπεία στα πλαίσια εκείνης της αγωγής. Όσον αφορά δε τη διαδικασία στη Νέα Υόρκη υποστηρίζει ότι δεν αποτελεί εμπόδιο στην ύπαρξη δικαιοδοσίας από τα Κυπριακά Δικαστήρια γιατί η απόφαση είχε εκδοθεί μονομερώς λόγω παράλειψης της Εναγόμενης 1 να εμφανιστεί, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι σε εκείνην την αγωγή εμπλέκονταν, ως διάδικοι, μόνο η Ενάγουσα και η Eναγόμενη
- Ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής δεν είναι διάδικος ούτε στη διαδικασία των Δικαστηρίων της Ινδίας, αλλά ούτε και σ' αυτήν των Δικαστηρίων της Νέας Υόρκης. Ισχυρίζεται, ότι η αγωγή ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων είναι απαραίτητη για την απονομή δικαιοσύνης στην Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση, η οποία έχει υποστεί ζημιά εκατομμυρίων δολαρίων από τις συντονισμένες ενέργειες των Εναγόμενων. Προωθεί την άποψη ότι ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής είχε ανάμειξη στα γεγονότα αφού διατελούσε διευθυντής των Κυπριακών θυγατρικών της Εναγόμενης 1 και ήταν στενός συνεργάτης του Εναγόμενου 7, του οποίου τα συμφέροντα εκπροσωπούσε στον Όμιλο S.A.R.E. Η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση συνήψε τις επίδικες συμφωνίες με την Εναγόμενη 1 που είναι η μητρική εταιρεία του Ομίλου S.A.R.E και υπέγραψε τις συγκεκριμένες συμφωνίες και εκ μέρους των θυγατρικών της. Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση δύναται να ανακτήσει αποζημιώσεις για αστικά αδικήματα που διαπράχθηκαν εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων δεδομένου ότι οι Εναγόμενοι θα είχαν αστική ευθύνη, σύμφωνα με το δίκαιο της Κύπρου, όσο και του δικαίου της Ινδίας, με εξαίρεση την περίπτωση που η εφαρμογή του κανόνα θα οδηγούσε σε άδικη απόφαση. Είναι η θέση της ότι δεν παρατέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία μέσω της μαρτυρίας που να καταδεικνύουν ότι η Ενάγουσα κωλύεται να προωθεί την υπό κρίση αγωγή. Απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση απέκρυψε στοιχεία κατά την έκδοση του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και προωθεί τη θέση ότι, η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση, εξήγησε λεπτομερώς τον ρόλο του κάθε Εναγόμενου και τον σκοπό για τον οποίο συμπεριλήφθηκε στη συγκεκριμένη αγωγή, τόσο στην Έκθεση Απαίτησης καθώς και στην ένορκη δήλωση που υποστήριξε τη διαδικασία επίδοσης. Ο λόγος που δεν αποκαλύφθηκε η έγερση της αγωγής στην Ινδία ήταν γιατί δεν υπάρχει οποιαδήποτε συνάφεια στα γεγονότα εκείνης της διαδικασίας με την παρούσα αγωγή. Η αγωγή της Νέας Υόρκης αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην ένορκη δήλωση που υποστήριξε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σε σχέση με τις ημεδαπές Εναγόμενες Εταιρίες ισχυρίζεται ότι δεσμεύονται από τις Συμφωνίες που υπέγραψε η Εναγόμενη
- Προωθεί τη θέση ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια κέκτηνται δικαιοδοσίας γιατί οι Εναγόμενες 1, 4, 5, 6 και 9 είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κυπριακή Δημοκρατία και γιατί το Ομόλογο ημερομηνίας 28/04/2011, όπως τροποποιήθηκε την 01/02/2016, μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, περιλαμβάνει όρους που καθορίζουν το Κυπριακό δίκαιο ως το εφαρμοστέο δίκαιο και δίδουν στα Κυπριακά Δικαστήρια αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης. Επίσης, η Εναγόμενη 1, με την Συμφωνία Ενεχυρίασης Μετοχών και Εκχώρησης ημερομηνίας 28/04/2011, συμφώνησε ότι η συμφωνία θα διέπεται και θα ερμηνεύεται σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο. Υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τη Δ.27 θ.3, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για απόρριψη αγωγής ασκείται μόνο όταν η αιτία της αγωγής είναι έκδηλα και αναντίλεκτα ελαττωματική και ανυπόστατη ή και όταν η αγωγή είναι επιπόλαια ή ενοχλητική ή και όπου η πιθανότητα επιτυχίας είναι απομακρυσμένη. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση στοιχειοθέτησε εκ πρώτης όψεως καλό αγώγιμο δικαίωμα και συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των Εναγόμενων, καθώς και την ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Καταχωρίστηκε, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Ορφανού, εκ μέρους της Ενάγουσας - Καθ΄ης η αίτηση. Καταγράφεται, στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ότι η αγωγή που καταχωρίστηκε στην Ινδία έχει αποσυρθεί εναντίον όλων των Εναγομένων, μεταξύ αυτών ήταν και οι Εναγόμενες 2, 3, 4, 5 και 6 στην παρούσα αγωγή. Επίσης, καταγράφεται ότι η υπό κρίση αγωγή αποσύρθηκε εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 στις 13/12/
- Εισηγείται, η Ομνύουσα, ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα καταρρίπτουν ένα από τους βασικούς λόγους που προωθούνται από τον Εναγόμενο 12 - Αιτητή στην αίτησή του, για ακύρωση των διαδικασιών. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την καταχώρηση εμπεριστατωμένων και πολύ υποβοηθητικών αγορεύσεων και από τις δύο πλευρές, το περιεχόμενο των οποίων είναι υπόψη του Δικαστηρίου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου 12 - Αιτητή υποστηρίζει ότι οι κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραξίες ή και αστικά αδικήματα εδράζονται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα εκτός Κύπρου, κυρίως στην Ινδία. Εισηγείται ότι το γεγονός της απόσυρσης της αγωγής στην Ινδία δεν αναιρεί το γεγονός ότι μόνο τα Ινδικά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την απαίτηση της Ενάγουσας. Προωθεί τη θέση ότι όταν συνενώνονται πέραν του ενός εναγόμενου σε μια αγωγή με διεθνή χαρακτήρα απαιτείται έλεγχος του Δικαστηρίου, κατά πόσο υπάρχει βάσιμη αξίωση, σε σχέση με κάθε ένα εκ των εναγόμενων ξεχωριστά. Κατά τη δική του άποψη δεν προσκομίστηκε από την Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι τα αστικά αδικήματα διαπράχθηκαν στην Κύπρο αφού η επικλειθείσα συνωμοσία διαπράχθηκε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που προωθούνται από την Ενάγουσα, από τρία πρόσωπα που διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο και δύο εταιρείες που εδρεύουν στην Ινδία. Όσον αφορά την επίκληση της ρήτρας δικαιοδοσίας είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου 12 - Αιτητή ότι ο ίδιος δεν ήταν μέρος στο Ομόλογο ή στην Συμφωνία Ενεχυρίασης και δεν συμφώνησε να υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Είναι η θέση του ότι σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης δεν υπάρχει ισχυρισμός για τη συμμετοχή, στην κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραξία, των ημεδαπών εταιρειών έτσι ώστε να εμπίπτει εντός των προνοιών της Δ.6 θ.1(f), ιδιαίτερα ενόψει του ότι η αξίωση εναντίον των Εναγόμενων 2, 3, 7, 10 και 12 βασίζεται σε αστικά αδικήματα που διαπράχθηκαν στην αλλοδαπή. Προωθεί τη θέση ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία, κατά το στάδιο που εξέδιδε το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ότι ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής ήταν καθ΄ οιονδήποτε χρόνο κάτοικος Κύπρου ή ότι προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες στην Κύπρο ή από την Κύπρο ή ότι έχουν διαπραχθεί οποιαδήποτε αστικά αδικήματα στην Κύπρο. Παραπέμπει στο διάταγμα του Ινδικού Δικαστηρίου ημερ. 08/01/2024, για να καταδείξει ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση έχει αποδεχθεί ότι η αγωγή κατέστη αχρείαστη αναφορικά με τους Εναγόμενους 4, 5 και 6 αφού οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας - Καθ΄ης η αίτηση, στην υπό κρίση αγωγή, περιστρέφονται γύρω από τη συμφωνία για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων από τις Εναγόμενες 2 και 3 σε θυγατρική της Εναγόμενης 1 και συνακόλουθα η αγωγή εναντίον των Κυπριακών εταιρειών είναι άνευ οποιασδήποτε ουσίας. Αναφέρεται στην απόκρυψη γεγονότων και καταλήγει ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση δεν έχει αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής εναντίον του Εναγόμενου 12 - Αιτητή. Στην αντίπερα όχθη η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας - Καθ΄ης η αίτηση προωθεί τη θέση ότι οι Εναγόμενες 1, 4, 5, 6 και 9 είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κυπριακή Δημοκρατία, ότι οι πλείστες συμφωνίες που αφορούν την υπό κρίση αγωγή έχουν υπογραφτεί μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 εκ μέρους των θυγατρικών της και ως εκ τούτου τα κυπριακά Δικαστήρια αντλούν δικαιοδοσία στη βάση της κατοικίας ή της έδρας των Εναγόμενων αφού εφαρμόζεται το άρθρο 21
(1)του Ν.14/60 και το άρθρο 8
(1)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 ημερ.12/12/2012. Επιπρόσθετα, παραπέμπει στο γεγονός ότι οι συμφωνίες μεταξύ των μερών περιέχουν ρήτρες δικαιοδοσίας στα Κυπριακά Δικαστήρια. Παραπέμπει στο άρθρο 25 του Κανονισμού 1215/12 και στο Άρθρο 5 της Σύμβασης της Χάγης. Κατά τη δική της άποψη η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 επέλεξαν το εφαρμοστέο δίκαιο και τη δικαιοδοσία και η συγκεκριμένη επιλογή είναι έγκυρη και ισχύουσα και εφαρμόζεται για σκοπούς της υπό κρίση αγωγής αφού η Εναγόμενη 1 είναι αναγκαίος διάδικος. Υποστήριξε ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση δεν προώθησε οποιαδήποτε διαδικασία εναντίον του Εναγόμενου 12 - Αιτητή στην Ινδία, η οποία διαδικασία, εν πάση περιπτώσει, αποσύρθηκε. Όσον αφορά τη διαδικασία στην Νέα Υόρκη υποστηρίζει ότι δεν αποτελεί εμπόδιο γιατί η απόφαση εκεί εκδόθηκε μονομερώς λόγω παράλειψης της Εναγόμενης 1 να εμφανιστεί και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εκτελεστεί ή να εγγραφεί η συγκεκριμένη απόφαση. Επεξηγεί ότι τα επίδικα θέματα στην αγωγή στην Νέα Υόρκη ήταν διαφορετικά, αφού εκεί αξιώνονταν μόνο αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνιών εναντίον της Εναγόμενης 1 ενώ στην υπό κρίση αγωγή αξιώνονται γενικές και άλλες αποζημιώσεις εναντίον των υπολοίπων εμπλεκομένων μερών που σχετίζονται με την μεταξύ τους συνομωσία σε βάρος της Ενάγουσας. Προωθεί τη θέση ότι η καταχώρηση της αγωγής ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων είναι απαραίτητη για την απονομή της δικαιοσύνης και παραπέμπει στο άρθρο 34 του Κανονισμού 1215/2012. Εισηγείται ότι η Κύπρος αποτελεί το καταλληλότερο διαθέσιμο φόρουμ για εκδίκαση της διαφοράς λαμβάνοντας υπόψη την τοποθεσία του μαρτυρικού υλικού και των μαρτύρων, του εφαρμοστέου δικαίου και την δυνατότητα διεθνούς εκτέλεσης ή και εφαρμογής αποφάσεων. Παρέπεμψε στην Spiliada Maritime Corpn v. Cansulex Ltd [1978] AC 460 καθώς και σε κυπριακή νομολογία. Υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής δεν έχει ικανοποιήσει το μέτρο απόδειξης που είναι αναγκαίο γιατί δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η Κύπρος δεν είναι το καταλληλότερο φόρουμ. Προωθεί τη θέση ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση δύναται να ενάγει στην Κύπρο για ανάκτηση αποζημιώσεων για τα αστικά αδικήματα που διαπράχθηκαν εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, δεδομένου ότι οι Εναγόμενοι θα είχαν αστική ευθύνη βάσει τόσο του δικαίου της Κύπρου όσο και του δικαίου της χώρας όπου διαπράχθηκαν τα αστικά αδικήματα, ήτοι δυνάμει του κανόνα «double actionability». Κατά τη δική της άποψη δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση οποιουδήποτε εκ των ζητούμενων διαταγμάτων αφού η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αγωγής ασκείται μόνο όταν η αιτία της αγωγής είναι έκδηλα και αναντίλεκτα ελαττωματική και ανυπόστατη, κάτι που δεν ισχύει στην υπό κρίση υπόθεση. Όσον αφορά το διάταγμα επίδοσης εισηγείται ότι ορθά εκδόθηκε αφού ικανοποιήθηκαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις. Υποστηρίζει ότι δεν αποκρύφθηκε οποιοδήποτε ουσιώδες γεγονός, αφού ο ρόλος του κάθε Εναγόμενου επεξηγήθηκε, καθώς και ο λόγος που συμπεριλήφθηκε στην αγωγή. Όσον αφορά την αγωγή στην Ινδία είχε εγερθεί από την Εναγόμενη 1 και η Ενάγουσα είχε συμπεριληφθεί ως Εναγόμενη, ενώ οι ισχυρισμοί που προωθούνταν δεν έχουν οποιαδήποτε συνάφεια με τους ισχυρισμούς που απασχολούν στην παρούσα αγωγή έτσι ώστε να επιβάλλεται η αποκάλυψή τους. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 12 - Αιτητή ότι η Δ.6 θ.1(
- f)δεν τυγχάνει εφαρμογής σε σχέση με τον ίδιο, είναι η θέση της ότι η παράλειψη αναφοράς του θεσμού 1(
- c)συνιστά καλόπιστο λάθος και ότι στη νομική βάση της αίτησης συμπεριλαμβάνονται και άλλοι νόμοι και κανονισμοί και, εν πάση περιπτώσει, η όποια δικονομική παρατυπία είναι θεραπεύσιμη σύμφωνα με την Δ.64. Καταλήγει, ότι η αγωγή ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων είναι απαραίτητη για την απονομή της δικαιοσύνης στην Ενάγουσα, η οποία έχει υποστεί ζημιά εκατομμυρίων δολαρίων από τις ενέργειες των Εναγόμενων, συμπεριλαμβανομένου και του Εναγόμενου 12 - Αιτητή. Το Δικαστήριο έχει κατά νου τις εκφρασθείσες απόψεις και των δύο πλευρών και θα αναφερθεί σ' αυτές όπου κρίνει τούτο απαραίτητο. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα είναι τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα στις 28/04/2011 αγόρασε ομόλογα αξίας $50 εκ., τα Ομόλογα WAFRA, από την Εναγόμενη 1 η οποία έχει θυγατρικές εταιρείες στην Κύπρο, τις Εναγόμενες 4, 5, 6 και 9. Ο Εναγόμενος 7 είναι διευθυντής των Εναγόμενων 4 και 5 και διευθύνων σύμβουλος της Εναγόμενης 8, ενώ είναι και ο κύριος μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος της Εναγόμενης 11, της οποίας κύριος μέτοχος είναι η Εναγόμενη 10. Η αξίωση της Ενάγουσας αφορά τις ενέργειες της Εναγόμενης 1 και την κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση της Κύριας Συμφωνίας καθώς και του Ομολόγου Εξασφάλισης που είχε παραχωρηθεί ως εγγύηση για την τήρηση των συμφωνηθέντων μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1. Η αξίωση εναντίον του Εναγόμενου 12 αφορά το γεγονός ότι ενώ γνώριζε για την ύπαρξη της Κυρίως Συμφωνίας, του Ομολόγου και της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, ως εκ της θέσης του και εκπροσωπώντας τα συμφέροντα του Εναγομένου 7, ο οποίος είχε τον πραγματικό έλεγχο των Εναγόμενων 1 - 6, 9 και 11, συνωμότησε με τους Εναγόμενους 7 και 10 για την κατάρτιση συμφωνίας δανείου, το 2018, με τις Εναγόμενες 2 και 3 για παραχώρηση του ποσού των €13 εκ. Ως εξασφάλιση του δανείου η Εναγόμενη 1 καθώς και οι Εναγόμενες 4, 5 και 6 επιβάρυναν διάφορα περιουσιακά στοιχεία του Ομίλου παραβιάζοντας την Κύρια Συμφωνία, τους όρους των Ομολόγων WAFRA και την Συμφωνία Ενεχυρίασης. Αυτή η κατ΄ ισχυρισμό δόλια συμπεριφορά του Εναγόμενου 12 συνιστά αστικό αδίκημα, σύμφωνα με την Ενάγουσα και για αυτό ξεκίνησε η περί ου ο λόγος διαδικασία. Η αγωγή καταχωρίστηκε στην Κύπρο λόγω του ότι στην Κύρια Συμφωνία, στο Ομόλογο και στην Συμφωνία Ενεχυρίασης περιέχεται ρήτρα για εφαρμογή του Κυπριακού Δικαίου. Ο Εναγόμενος 12 προωθεί τη θέση ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την αξίωση της Ενάγουσας γιατί τα γεγονότα που επικαλείται η Ενάγουσα Εταιρεία για να στοιχειοθετήσει το αστικό αδίκημα της πρόκλησης παράβασης σύμβασης, της συνομωσίας για πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα με παράνομα μέσα, καθώς και τα άλλα αστικά αδικήματα, έχουν διαδραματιστεί κυρίως στην Ινδία. Γι' αυτό και καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητείται η ακύρωση των διαταγμάτων ημερομηνίας 08/07/2022, με τα οποία επιτράπηκε η επίδοση των εγγράφων που αφορούν την αγωγή, στον Εναγόμενο 12. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.2 θ.2 προνοεί ότι κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου μπορεί να σφραγιστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Το θέμα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας διέπεται από τη Δ.6, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δύναται να δώσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης αυτού εκτός δικαιοδοσίας νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι πρόνοιες των θ.1 και 4. Η Δ.2 καθώς και η Δ.6 αποτελούν μέρος της νομικής βάσης της υπό εξέταση Αίτησης. Η προβλεπόμενη από τους διαδικαστικούς κανονισμούς άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δεν συνιστά ασφαλώς τυπική διαδικασία (βλ. Ans Secretaries Ltd v. Orianda Manegement FZ LLC κ.α.
(2014)1 Α.Α.Δ. 1348). Μέσω της, ουσιαστικά διευρύνεται η τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, αφού το τελευταίο καθιστά τον εαυτό του κατάλληλο να εκδικάσει την υπόθεση στην οποία συνυπάρχουν αλλοδαποί εναγόμενοι που διαμένουν στο εξωτερικό. Ο ενάγοντας θα πρέπει να έχει καλή υπόθεση εις βάρος του εναγόμενου που βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας, πείθοντας ότι ο εναγόμενος αυτός είναι κατάλληλος ή αναγκαίος. Σε σχέση με τον τρόπο που το Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει και να εξετάζει αιτήσεις αυτού του είδους, στην υπόθεση Zachar. & Pant. Enter. Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1(A) Α.Α.Δ. 447, υποδείχθηκε ότι: « Δεν θα ήταν ανωφελές να παρατηρήσουμε περαιτέρω ότι αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας θα πρέπει να εξετάζονται με σχολαστική προσοχή, όπως απαιτείται στα πλαίσια του άρθρου 3 και της Δ.6, ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις. Όπως τονίσθηκε και στη Demstar, ανωτέρω, η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας, και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς, η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν.». Έχοντας κατά νου τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα εξεταστούν οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 12 - Αιτητή, ως αυτοί αποκαλύπτονται στην Αίτησή του. Επικεντρώνονται στην έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, στο γεγονός ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η Δ.61(f) και στο ότι η έγερση της αγωγής στην Κύπρο συνιστά άγρα Δικαστηρίου. Έλλειψη Δικαιοδοσίας Ως πρώτος λόγος αποδοχής της αίτησης προβάλλεται η έλλειψη δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται από τον Εναγόμενο 12 - Αιτητή ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν στην Ινδία, ότι ο ίδιος δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη ρήτρα δικαιοδοσίας και ότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να εντάσσει τα γεγονότα εντός της Δ.6 θ.1(f). Στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης περιλαμβάνεται η Δ.16 θ.9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία παρέχει ειδική εξουσία στο Δικαστήριο για να παραμερίσει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ή να ακυρώσει το διάταγμα για τέτοια επίδοση. Σχετική είναι η υπόθεση S.P.P. Projects Limited v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Το θέμα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας διέπεται από τη Δ.6, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δύναται να δώσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης αυτού εκτός δικαιοδοσίας νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι πρόνοιες των θ.1 και
- Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας είναι πλούσια. Εκείνο το οποίο πρέπει να καταδειχθεί είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης. Σχετική είναι η υπόθεση Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) A.A.Δ. 995. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Sekavin S.A. v. Ship Platon CΗ
(1987)1 C.L.R. 297: « ..the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie case or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favour of the proponent of service outside jurisdiction. ». Στην πρόσφατη απόφαση ICC CHEMICAL CORPORATION ν. POLYPACK LLC Πολ. Εφ. Ε154/2017 ημερ. 13/11/2023, διαβάζονται τα ακόλουθα: « ...άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δίδεται με βάση τη Δ.6 θ.1 και 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών νοουμένου ότι η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει εντός μιας εκ των προϋποθέσεων του θ.1(a)-(
- h)και το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων έχει εκ πρώτη όψεως καλή αιτία αγωγής και ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.». Στην Δ.6 θ.1 καθορίζονται οι κατηγορίες υποθέσεων για τις οποίες παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την επίδοση κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, όπως έχει προαναφερθεί. Επιπλέον, στην Δ.6 θ.4 αναφέρεται ότι ο αιτητής πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία με ένορκη δήλωση που να το ικανοποιεί ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας βασίστηκε στην Δ.6 θ.1(f), ήτοι ότι το αστικό αδίκημα διαπράχθηκε στην Κύπρο. Ως προωθήθηκαν τα γεγονότα που την πλαισιώνουν προκύπτει ότι οι Εναγόμενες 4, 5, 6 και 9 είναι αναγκαίοι διάδικοι στη διαδικασία αφού σύμφωνα με τους καταγραφέντες ισχυρισμούς χρησιμοποιήθηκαν από τον Εναγόμενο 7 με την συνεννόηση και συνεργασία του Εναγόμενου 12 - Αιτητή στη διάπραξη των αστικών αδικημάτων. Ως εκ τούτου εφαρμόζεται η Δ.6 θ.1(
- h)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία δεν καταγράφεται στην νομική βάση της αίτησης ημερ. 04/07/2022. Όμως, σύμφωνα με τη νομολογία ως εξελίχθηκε σε σχέση με την Δ.64, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσο θα κατατάξει την οποιαδήποτε παρατυπία θεραπεύσιμη (βλ. μεταξύ άλλων Παπακόκκινου ν. MAKAZA CONSTRUCTION LIMITED Πολ. Εφ. 27/14 ημερ. 22/07/2021 και Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366, στις οποίες υιοθετήθηκαν οι αρχές της Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965). Στην κρινόμενη περίπτωση, δεν πρόκειται για ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη, ούτε για παραβίαση βασικών νομικών αρχών, αφού ο ισχυρισμός που προβάλλεται είναι ότι ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής χρησιμοποίησε τις Κυπριακές εταιρείες, ως συνεργάτης του Εναγόμενου 7 που είναι ο κύριος μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος τους, για την εφαρμογή του σχεδίου συνωμοσίας σε βάρος της Ενάγουσας - Καθ΄ης η αίτηση. Δεν φαίνεται να προωθήθηκε ισχυρισμός ότι, από την συγκεκριμένη παράλειψη, ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής υπέστη δυσμενή επηρεασμό. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί την συγκεκριμένη παράλειψη ως απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη με την έκδοση σχετικού διατάγματος άρσης της παρατυπίας, το οποίο και εκδίδεται, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με την υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου (ανωτέρω). Προκύπτει ότι στην παρούσα γίνεται επίκληση αγώγιμου δικαιώματος το οποίο πηγάζει από δόλια συμπεριφορά του Εναγόμενου 12 - Αιτητή και συγκεκριμένα ότι εν γνώσει του επέτρεψε την παραβίαση της Συμφωνίας Αναχρηματοδότησης και του Ομολόγου Εξασφάλισης. Οι συγκεκριμένες Συμφωνίες είχαν συναφθεί μεταξύ της Ενάγουσας - Καθ΄ης η αίτηση και της Εναγόμενης 1, η οποία συνιστά μέλος του Ομίλου εταιρειών S.A.R.E. των οποίων ο Εναγόμενος 7 είναι ιδρυτής. Δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής εκπροσωπούσε τα συμφέροντα του Εναγομένου 7 αφού ήταν ο Διευθυντής των θυγατρικών εταιρειών του Ομίλου S.A.R.E.. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι είναι ο ενάγων που καθορίζει τη βάση της αξίωσής του και όχι ο εναγόμενος και στην υπό κρίση περίπτωση η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση καθόρισε, ως έναυσμα για την καταχώριση της αγωγής, τη συνωμοσία μεταξύ των Εναγόμενων 7 και 12 για παραβίαση των όρων της προαναφερθέντων Συμφωνιών. Σύμφωνα και με το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Powertools Electro SRL v. Black & Decker (Ελλάς) Α. Ε.
(2013)1 Α.Α.Δ. 2182: « Η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (Sartas Importers-Distributors Ltd v. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) 1446 και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) Α.Α.Δ. 1160). Όπως αναφέρεται στη Safarino Shoes Industry & Trading Co Ltd v. Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ 1059, 1063: «τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία» (βλ. μεταξύ άλλων Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 ΑΑΔ 24, Homeros Th. Courtis a.ο. v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R 134. Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "Sevegep" Ltd v. United Sea Transport Ltd a.ο.
(1989)1 Α.Α.Δ. 729). Πρωταρχικό λοιπόν καθήκον του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τις αρχές που τάσσει η νομολογία να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κριθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, να προχωρήσει περαιτέρω στην εξέταση της υπόθεσης.». Στο πλαίσιο αιτήσεων παραμερισμού της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας το βάρος εξακολουθεί να παραμένει στους ώμους του ενάγοντος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση (βλ. μεταξύ άλλων GCC Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1584). Κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd (ανωτέρω), Demstar United v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση S.P.P. Project Ltd v. Integral Equipment Sarl (ανωτέρω) λέχθηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για να διαταχθεί επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι η κατάδειξη ύπαρξης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: « Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος .» Το υπόβαθρο γεγονότων στο οποίο στηριζόταν η μονομερής αίτηση ημ. 04/07/2022 περιλαμβάνεται, στη συνημμένη σε αυτή, ένορκη δήλωση της Μ.Ε.Π. Τόσο στη γενική αίτηση για σφράγιση του κλητηρίου όσον και στη μονομερή αίτηση για επίδοση στο εξωτερικό, εξετάστηκαν τα ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή, όπως αυτά καθορίζονται στην Σύμβαση της Χάγης αλλά και στη Δ.6 θ.
- Η Ενάγουσα επικαλέστηκε επίσης, μεταξύ άλλων, την ρήτρα δικαιοδοσίας. Η σημασία της πρόνοιας ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας προκύπτει τόσο από τη νομολογία αλλά και με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης και τα όσα αναφέρονται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1215/12 και συγκεκριμένα το άρθρο 25 αυτού το οποίο έχει ερμηνευτεί αυστηρά, ήτοι ότι η ρήτρα δικαιοδοσίας εφαρμόζεται μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, νοουμένου ότι και τα δύο μέρη έχουν δώσει τη ρητή συναίνεσή τους σε αυτήν. Σχετικές είναι οι αποφάσεις στις υποθέσεις Φρήσλαντ Ελλάς ΑΕΒΕ ν. Clappas Trading House Ltd
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1200, El Sayegh ν. Credit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836 και Renat Fatkhullin v. IPTP Limited Πολ. Εφ. Ε104/17 ημερ. 08/12/2023 στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα σημαντικά: « Όπως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Φρήσλαντ Ελλάς ΑΕΒΕ ν. Clappas Trading House
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1200 Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου Lipa
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1220 και G. P. Michaelides & Sons Ltd v. Transmarcom M.V. κ.ά.
(2000)1(B) Α.Α.Δ. 863, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας δυνάμει της οποίας καθορίζεται ρήτρα δικαιοδοσίας, αυτή έχει ισχύ και κατά κανόνα εφαρμόζεται, εκτός εάν ο ενάγων αποδείξει ότι συντρέχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι οι οποίοι καθιστούν δικαιολογημένη τη μη εφαρμογή της και κρίνεται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια αποτελούν την πιο κατάλληλη και βολική δικαιοδοσία (forum conveniens). Η απόφαση εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης. Στην υπόθεση Display Arts Ltd v. Companie Maritime D' Affretement
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 151, τονίστηκε η δυσκολία με την οποία τα Δικαστήρια αποφασίζουν να παρακάμψουν τη συμφωνία των μερών και να εκδικάσουν την υπόθεση σε άλλη δικαιοδοσία. Με παραπομπή στην αγγλική υπόθεση The Eleftheria [1969] 2 All Ε. R. 641, το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψιν στο ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «
(1)Όπου οι ενάγοντες έχουν εγείρει αγωγή στα Κυπριακά δικαστήρια κατ' αθέτηση συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς σε αλλοδαπό δικαστήριο και οι εναγόμενοι έχουν υποβάλει, όπως στην παρούσα περίπτωση, αίτηση για αναστολή της διαδικασίας, το Κυπριακό δικαστήριο με την προϋπόθεση ότι η αξίωση άλλως ευρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του, δεν είναι υποχρεωμένο να παράσχει την αναστολή, αλλά έχει διακριτική ευχέρεια να πράξει αναλόγως.
(2)Η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να εξασκείται υπέρ της παροχής της αναστολής, εκτός εάν αποδειχθεί σοβαρός λόγος περί του αντιθέτου.
(3)Το βάρος απόδειξης του σοβαρού αυτού λόγου κείται επί των ώμων των εναγόντων.
(4)Κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπ' όψη όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Συγκεκριμένα πρέπει να εξετάσει: (α) Σε ποια χώρα βρίσκεται η μαρτυρία για απόδειξη των διαφόρων θεμάτων που εγείρονται ή πού είναι πιο εύκολα διαθέσιμη μια τέτοια μαρτυρία και την επίδραση που θα έχει πάνω στην άνεση των ενδιαφερομένων και τη δικαστική δαπάνη η σύγκριση μεταξύ του Κυπριακού και του ξένου δικαστηρίου, (β) κατά πόσο εφαρμοστέος τυγχάνει ο νόμος του ξένου δικαστηρίου και αν εφαρμόζεται κατά πόσο διαφέρει από τον ημεδαπό νόμο σε οποιαδήποτε ουσιαστικά σημεία, (γ) με ποια χώρα τα μέρη είναι συνδεδεμένα και πόσο στενά, (δ) κατά πόσο οι εναγόμενοι γνήσια επιθυμούν να δικαστούν στη ξένη χώρα ή αν επιδιώκουν μόνο δικονομικά πλεονεκτήματα, (ε) κατά πόσο οι ενάγοντες θα επηρεαστούν αν από το ότι θα έχουν να εγείρουν την αγωγή στο αλλοδαπό δικαστήριο γιατί (ί) θα στερηθούν της εξασφάλισης της αξίωσης τους, (ii) θα είναι ανίκανοι να επιβάλουν οποιαδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εξασφαλίσουν, (iii) θα βρεθούν ενώπιον παραγραφής που δεν εφαρμόζεται στην Κύπρο, ή (ίν) ότι είναι πιθανόν να μην τύχουν δίκαιης δίκης για πολιτικούς, φυλετικούς, θρησκευτικούς ή άλλους λόγους.» Τα ίδια κριτήρια επαναλήφθηκαν στις υποθέσεις Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ v. Του Πλοίου "Elegance"
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 981 και MD Shipmanagement Ltd v. Του Πλοίου "Londa" κ.ά.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1469.». Προκύπτει ότι στο Ομόλογο Εξασφαλίσεων που δόθηκε από την Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα περιέχεται ρήτρα δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, όροι 28 και 29.1 ως τροποποιήθηκαν με την Συμφωνία ημερ. 28/04/2011, Τεκμήριο 4 στην Ένσταση και το ίδιο ισχύει και για την Συμφωνία Αναχρηματοδότησης ημερ.01/02/2016, όρος 14 του Τεκμηρίου 5 στην Ένσταση. Συγκεκριμένα οι όροι 28 και 29 του Τεκμηρίου 4, ως τροποποιήθηκαν, διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: «
- GOVERNING LAW The governing law of this Deed shall be the law of the Republic of Cyprus and any document relating to this Deed shall be governed by and construed in accordance with the laws of the Republic of Cyprus. » Ο όρος 29.1 διαλαμβάνει: « 29.1 JURISDICTION The courts of the Republic of Cyprus shall have exclusive jurisdiction to hear and determine any suit, action or proceeding, and to settle any disputes in connection with any document relating to this Deed ...» Το βάρος να προβάλει ισχυρούς λόγους για την εφαρμογή της αποκλειστικής ρήτρας δικαιοδοσίας βρισκόταν στους ώμους της Ενάγουσας - Καθ΄ης η αίτηση, η οποία όφειλε να παρουσιάσει μαρτυρία που να καταδείκνυε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι πιο κατάλληλα να εκδικάσουν την επίδικη διαφορά μεταξύ των μερών, γεγονός το οποίο έπραξε αφού κατέδειξε πως ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής εμπλέκεται, μέσω της δόλιας συμπεριφοράς του και λόγω των παράνομων ενεργειών του, αφού ήταν ο Διευθυντής των Κυπριακών θυγατρικών της Εναγόμενης 1 κατά τον επίδικο χρόνο, καθώς και συνεργάτης του Εναγόμενου
- Οι θέσεις της Ενάγουσας παρέμειναν αναντίλεκτες αφού το μόνο που προτάθηκε από τον Εναγόμενο 12 -Αιτητή είναι ότι δεν ήταν καθοιονδήποτε χρόνο διευθυντής ή αξιωματούχος της Εναγομένης 1 και ότι δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στο Ομόλογο ή την Συμφωνία Ενεχυρίασης και ως εκ τούτου, δεν συμφώνησε να υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία για να καταρρίψει τους ισχυρισμούς ότι συνέβαλε στο να παραβιάσει η Εναγόμενη 1 τις Συμφωνίες και ότι ο ίδιος συνωμότησε με τον Εναγόμενο 7 ο οποίος προέβη προς την Ενάγουσα σε παραστάσεις οι οποίες ήταν ψευδείς και αναληθείς. Η βάση της αγωγής, ήτοι η συνωμοσία για πρόκληση οικονομικής ζημιάς στην Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση και ο δόλος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκφεύγουν της προαναφερθείσας ρήτρας δικαιοδοσίας εφόσον συνδέονται με τις συγκεκριμένες δύο Συμφωνίες. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Fiona Trust & Holding Corp v. Privalov [2007] UKHL
- Το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν έχει σημασία πού καταρτίστηκαν οι συμβάσεις ή αν η παράβασή τους και τα κατ' ισχυρισμό συναφή με αυτές αστικά αδικήματα, διαπράχθηκαν στην Ινδία ή αλλού. Γεγονός παραμένει ότι οι συμβαλλόμενοι είχαν, δυνάμει του άρθρου 25 του Ε.Κ. 1215/12, δικαίωμα να καθορίσουν ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας όπως και έπραξαν. Δεν τίθεται, ως εκ τούτου, θέμα ως προς την αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή αφού ισχύει επί του προκειμένου η συμφωνηθείσα ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σύμφωνα με το ξεκάθαρο λεκτικό του άρθρου 25 του Ε.Κ. 1215/12, αν οι διάδικοι συμφώνησαν ότι οι διαφορές τους θα εκδικαστούν από τα Κυπριακά Δικαστήρια, τότε τα συγκεκριμένα Δικαστήρια αποκτούν διεθνή δικαιοδοσία, η οποία είναι αποκλειστική. Συνεπώς, η νομολογιακή αρχή ότι το Δικαστήριο εφαρμόζει, κατά κανόνα, τη συμφωνία των διαδίκων για παραπομπή της διαφοράς σε αλλοδαπό Δικαστήριο εκτός αν καταδειχθούν από τον διάδικο που επικαλείται τη δικαιοδοσία ισχυροί λόγοι που να δικαιολογούν το αντίθετο, μετατρέπεται σε κανόνα χωρίς εξαιρέσεις και τα Κυπριακά Δικαστήρια κέκτηνται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της υπόθεσης. Αυτό που απομένει να εξεταστεί, είναι η θέση του Εναγόμενου 12 - Αιτητή ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, επειδή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στις επίδικες συμφωνίες. Πριν όμως εξεταστεί ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ότι δεν αποκαλύπτεται από την Ενάγουσα αγώγιμο δικαίωμα, επιβάλλεται να εξεταστεί η θέση ότι για τα ίδια γεγονότα έχουν εγερθεί διαδικασίες στην Νέα Υόρκη και στην Ινδία. Απαιτείται η εξέταση των γεγονότων στα οποία στηριζόταν η μονομερής αίτηση ημερ. 04/07/2022, όπως αυτά παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση της ΜΕΠ της ίδιας ημερομηνίας. Προκύπτει ότι στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά στην αγωγή που η Ενάγουσα είχε καταχωρήσει, το 2019, εναντίον της Εναγόμενης 1 στην Νέα Υόρκη και στην οποία είχε εκδοθεί απόφαση, λόγω παράλειψης της Εναγόμενης 1 να εμφανιστεί, για το ποσό των $60 εκ. πλέον τόκους, παράγραφος
- Όσον αφορά τον Εναγόμενο 12 - Αιτητή προκύπτει ότι η Ομνύουσα στην ένορκη δήλωση ημερ. 04/07/2022 για να επιτύχει την έκδοση του εκκαλούμενου διατάγματος είχε ισχυριστεί ότι ο Εναγόμενος 12 συνεργαζόταν με τον Εναγόμενο 7 καθώς και με τις Εναγόμενες 1, 4, 5, 6 και 8 και γνώριζαν ότι η σύναψη της Συμφωνίας Δανείου 2018 συνιστούσε παράβαση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 έναντι της Ενάγουσας. Επίσης, γνώριζαν ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να παραχωρήσει δάνεια στην Εναγόμενη 8 πλην των εσόδων από τα Ομόλογα WAFRA. Αυτοί οι ισχυρισμοί δεν ανατράπηκαν. Όσον αφορά τη διαδικασία στην Νέα Υόρκη σημειώνεται ότι το Τεκμήριο Α, που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, συνιστά το δικόγραφο που προωθήθηκε στη διαδικασία της Νέας Υόρκης και στις παραγράφους 7 και 8 του συγκεκριμένου εγγράφου αναγνωρίζεται το δικαίωμα της Ενάγουσας να εγείρει παράλληλες νομικές διαδικασίες στην Κύπρο. Σε εκείνη τη διαδικασία ζητήθηκε ειδική εκτέλεση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 ως προκύπτουν από τις δύο Συμφωνίες και εκδόθηκε απόφαση στην απουσία της Εναγόμενης 1, όμως η συγκεκριμένη απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί αφού δεν μπορεί να εγγραφεί. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής δεν ήταν μέρος της διαδικασίας της Νέας Υόρκης. Η παρούσα αγωγή αφορά αξιώσεις για αποζημιώσεις για ζημιά που προκλήθηκε, στην Ενάγουσα, λόγω της διάπραξης αστικών αδικημάτων από τους Εναγόμενους 4 μέχρι 12 εναντίον της. Το συγκεκριμένο γεγονός αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο, παράγραφος 27 της ένορκης δήλωσης της ΜΕΠ ημερ. 04/07/2022 κατά την έκδοση των διαταγμάτων ημερ. 08/07/
- Όσον αφορά τη διαδικασία στην Ινδία, εκτός από το γεγονός ότι έχει αποσυρθεί, θα πρέπει να λεχθεί ότι σε εκείνη τη διαδικασία η Εναγόμενη 1 ζητούσε, μεταξύ άλλων, την ακύρωση των εξασφαλίσεων που είχαν παραχωρηθεί σε τρίτες εταιρείες καθώς και στην Ενάγουσα. Συνακόλουθα, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι συγκεκριμένες διαδικασίες αφορούν σε διαφορετικές αξιώσεις, διαφορετικά αγώγιμα δικαιώματα από την υπό εξέταση αγωγή και εμπλέκονται σε αυτές διαφορετικά μέρη οπόταν δεν επηρεάζουν την υπό εξέταση διαδικασία. Απόκρυψη Γεγονότων Ο βασικός ισχυρισμός του Εναγόμενου 12 - Αιτητή, μέσω της ένορκης δήλωσης του ΝΚ στην υπό κρίση αίτηση, είναι πως στην ένορκη δήλωση της ΜΕΠ, η οποία συνοδεύει τη μονομερή αίτηση ημερ. 04/07/2022 για διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, η Ενάγουσα δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα και παραπλάνησε το Δικαστήριο. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις και δη σε αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αναφέρεται στην υπόθεση Demstar United v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά. (ανωτέρω), από την οποία το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: « Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. [Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba ν. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu All Altobeiqui v. Μ/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1978)1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concert I Express Liners and Others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030.] Στη Zachariades v. Liveras and Others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger ν. Guinness, Mahom & Co. [1939] 4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μή αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) και Άλλου,
(1990)1 Α.Α.Δ. 219· και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co. και Άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 490 η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρησή της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω.) Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria [1984] 1 All E.R. 1126 (C.A.). The Hagen [1908] P. 189. Boyce v. Gill [1981] 64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elcombe [1988] 1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.». Ωστόσο, ως εξηγήθηκε στην υπόθεση Brink΄s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, δεν συνιστά παραπλάνηση του Δικαστηρίου κάθε παράλειψη. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων, εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, τα οποία θα βάρυναν στη σκέψη του τελευταίου όταν εξέταζε την μονομερή αίτηση. Επί τούτου, χρήσιμη είναι η παραπομπή στην επισήμανση-υπόδειξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α ν. Adeona Holdings Ltd
(2015)1 Α.Α.Δ. 386, όπου, αφού επιβεβαιώνεται η αναγκαιότητα για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, σημειώνεται ότι δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Όπως υποδεικνύεται στην εν λόγω απόφαση: « Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία (δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. ...θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας». Το γεγονός ότι δεν έγινε αναφορά, στην αρχική ένορκη δήλωση της ΜΕΠ, στη διαδικασία στην Ινδία, δεν θα διαφοροποιούσε τα δεδομένα, χωρίς βέβαια το παρόν Δικαστήριο να ενεργεί ως εφετείο στην απόφαση ημερ. 08/07/2022, αφού ως έχει προλεχθεί σε εκείνη τη διαδικασία η Εναγόμενη 1 ζητούσε, μεταξύ άλλων, την ακύρωση των εξασφαλίσεων που είχαν παραχωρηθεί σε τρίτες εταιρείες καθώς και στην Ενάγουσα. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως αυτή η παράλειψη, από μόνη της, αποβαίνει καταλυτική ως προς την υποχρέωση αποκάλυψης εκ μέρους της Ενάγουσας. Και τούτο καθότι η υποχρέωση αφορά στα ουσιώδη εκείνα στοιχεία τα οποία επιδρούν στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης. Ως εκ τούτου, η παράλειψη αποκάλυψης της διαδικασίας στην Ινδία δεν οδηγεί σε συμπέρασμα απόκρυψης ουσιώδους στοιχείου και ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου επί τούτου για σκοπούς τόσο της αίτησης για σφράγιση όσο και για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Συνακόλουθα, οι θέσεις του Εναγόμενου 12 - Αιτητή είναι ανυπόστατες. Αγώγιμο Δικαίωμα Αμφισβητείται επίσης και το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας και συγκεκριμένα ότι εμπίπτει σε αυτά που καθορίζονται στην Δ.6 θ.1. Αυτό που επικαλείται ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής είναι ότι δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις της Δ.6 θ.1(f) γιατί τα κατ' ισχυρισμό αστικά αδικήματα δεν έχουν διαπραχθεί στην Κύπρο. Η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση με την ένορκη δήλωση που προσκόμισε, προκειμένου να πετύχει μονομερώς τα υπό κρίση διατάγματα επίδοσης, αναφέρεται αναλυτικά στις αιτίες αγωγής επί των οποίων στηρίζει την απαίτηση της. Καταγράφεται επίσης ότι ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής συνωμότησε με τους Εναγόμενους 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8 προκειμένου να παραβιαστεί βασικός όρος της Κύριας Συμφωνίας, των όρων των Ομολόγων WAFRA και της Συμφωνίας Ενεχυρίασης που τους υποχρέωνε να μην επιβαρύνουν τα περιουσιακά στοιχεία του Ομίλου προς όφελος οποιουδήποτε, όρος 12 της Κύριας Συμφωνίας. Προωθείται παράλληλα η θέση ότι ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής γνώριζε ότι η σύναψη της συμφωνίας δανειοδότησης της Εναγόμενης 1 και της επιβάρυνσης περιουσιακών της στοιχείων συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση των Συμφωνιών με την Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση και για αυτό ευθύνεται από κοινού με τους υπόλοιπους Εναγόμενους για την παράβαση της. Το σκεπτικό της S.P.P. Project Ltd v. Integral Equipment Sarl (ανωτέρω) υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Nozaki & Co Ltd κ.ά. v. Σιουκιούρογλου & Υιοί Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1689, στην οποία αναφέρθηκε πως «το ερώτημα που ανακύπτει στην υπό συζήτηση αίτηση είναι αν η εφεσίβλητη έχει δείξει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής, και συνδρομή βεβαίως των προϋποθέσεων της Δ.6 θ.1 για να επιτραπεί η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου στο εξωτερικό». Η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση παρέθεσε με σαφήνεια καθορισμένα και λεπτομερή γεγονότα στην ένορκη δήλωση της ΜΕΠ η οποία συνόδευε την αίτηση, τα οποία επαναλήφθηκαν και στην Έκθεση Απαίτησης παράγραφοι 49, 50, 57, 58, 59 και 60, τα οποία ιδωμένα αντικειμενικά, χωρίς να λησμονείται το αναφαίρετο δικαίωμα του Εναγόμενου 12 - Αιτητή να προτάσσει εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις όσον αφορά τους ισχυρισμούς για συνωμοσία, ικανοποιούν την προϋπόθεση της ύπαρξης στοιχείων που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τον ισχυρισμό της Ενάγουσας - Καθ΄ης η αίτηση για την ύπαρξη συνομωσίας και άλλων τινών από μέρους του Εναγόμενου 12 - Αιτητή σε συνεννόηση με τον Εναγόμενο
- Είναι προφανές από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η κατ' ισχυρισμό συνωμοσία καθώς και οι έτερες πράξεις έχουν, σύμφωνα με την Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση, διαπραχθεί τόσο στο εξωτερικό όσον και στην Κύπρο. Υπενθυμίζεται ότι προσάπτεται από την Ενάγουσα «δόλια συμπεριφορά» εκ μέρους των κυπριακών Εναγόμενων εταιρειών ενόψει της συνωμοσίας του Εναγόμενου 12 - Αιτητή με τον Εναγόμενο 7, η οποία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα γεγονότα αφού οδήγησε στην επιβάρυνση ή και στην συμφωνία όπως επιβαρυνθούν, προς όφελος των Δανειστών, διάφορα περιουσιακά στοιχεία του Ομίλου S.A.R.E. Έχοντας δε ως δεδομένο ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση προωθεί ουσιαστικές αξιώσεις για αδικοπραξίες εναντίον και των κυπριακών Εναγομένων εταιρειών, το Δικαστήριο θεωρεί ότι από το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του οι αξιώσεις για τις ίδιες αδικοπραξίες εναντίον και των αλλοδαπών εναγομένων, έχουν τέτοια συνάφεια ούτως ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν δυνάμει του άρθρου 8 του Κανονισμού 1215/
- Δεν είναι, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, η παρούσα διαδικασία το κατάλληλο στάδιο για να αποφανθεί κατά πόσον οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Ενάγουσας ανταποκρίνονται ή όχι στην πραγματικότητα. Αυτό το θέμα θα εξεταστεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει το σύνολο της μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του. Για σκοπούς όμως επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην αλλοδαπή διαπιστώνεται ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί ικανοποιούν την απαίτηση της Δ.6 θ.4 και της σχετικής νομολογίας για αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Εναγομένου 12 - Αιτητή. Υπενθυμίζεται ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της πρόκλησης (inducement) από τον Εναγόμενο 12 - Αιτητή της Εναγόμενης 1 να παραβιάσει τις Συμβάσεις με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενες 4, 5 και 6 είχαν υπογράψει συμφωνίες με τις οποίες ανέλαβαν να ενεχυριάσουν προς όφελος των Δανειστών μετοχές που κατείχαν σε εταιρείες μέλη του Ομίλου S.A.R.E. Ισχύει, ως εκ τούτου, για αυτές τις βάσεις αγωγής, η ρήτρα δικαιοδοσίας που καθορίζει ότι όλες οι διαφορές που πηγάζουν από την Σύμβαση θα εκδικαστούν από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Οι όροι των Συμφωνιών και η ρητή επιλογή των ιδίων των μερών φαίνεται να προσδίδουν δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια για την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς, σύμφωνα και με τις πρόνοιες του άρθρου 25 του ΕΚ 1215/12, με βάση τις οποίες σε περίπτωση συμφωνίας μεταξύ των μερών για εκδίκαση της διαφοράς τους σε συγκεκριμένη δικαιοδοσία, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, το Δικαστήριο του εν λόγω κράτους αποκτά διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΕ) 1215/12 αλλά και της ρήτρας δικαιοδοσίας. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν συνιστούν forum conveniens, η πλευρά του Εναγόμενου 12 - Αιτητή δεν προώθησε τη συγκεκριμένη θέση με οποιαδήποτε στοιχεία. Παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση ότι τόσο οι μάρτυρες, καθώς και όλα τα στοιχεία ή το μεγαλύτερο μέρος των στοιχείων προς απόδειξη των θέσεων της βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία. Προτάθηκε ως λόγος ένστασης ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 12 - Αιτητής υπέδειξε καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίσης αίτησης. Το Σημείωμα Εμφάνισης υπό διαμαρτυρία καταχωρίστηκε στις 11/01/2023 και η αίτηση για ακύρωση στις 03/03/
- Δεν παρατηρείται καθυστέρηση στις ενέργειες του Εναγόμενου 12 - Αιτητή. Σε ό,τι αφορά το αίτημα για απόρριψη, παραμερισμό ή και αναστολή της αγωγής, σύμφωνα με την Δ.27 θ.3, το Δικαστήριο έχει την άποψη πως τίποτε δεν δεικνύει ότι η αξίωση δεν αποκαλύπτει εύλογη βάση αγωγής ή σταχυολογεί την αγωγή ως αχρείαστη και ενοχλητική (βλ. μεταξύ άλλων Kozinskaya River Limited v KLCC Holdings Limited Πολ. Εφ. 43/13, ημερ. 23/03/2017, Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1(Α) ΑΑΔ 21, 26). Ακριβώς το αντίθετο. Ενόψει όλων των πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή λόγω ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας στην Κυρίως Σύμβαση καθώς και στην Ομόλογο Επιβάρυνσης. Η συγκεκριμένη κατάληξη ενισχύεται από τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12, καθώς και του γεγονότος ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση έχει αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, δυνάμει της Δ.6 θ.4, εκ πρώτης όψεως υπόθεση και καλή αιτία αγωγής εναντίον του Εναγόμενου 12 - Αιτητή. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 12 - Αιτητή, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι άμεσα καταβλητέα. (Υπ.) ................ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο