← Κύπρος

CHRYSLALIS HOLDINGS LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 949/2021, 11/11/2024

CHRYSLALIS HOLDINGS LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 949/2021, 11/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Αρ. Αγωγής: 949/2021 Μεταξύ: CHRYSLALIS HOLDINGS LTD Ενάγουσα και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενη 11 Νοεμβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Μεττή για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Νικολάου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση της Εναγόμενης/Αιτήτριας ημερομηνίας 21.6.2022 για προδικαστική εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρονται στην Υπεράσπιση Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, το 2012 διέθετε καταθέσεις συνολικού ύψους περί τα €20.000.000 στην Λαϊκή Τράπεζα. Θεωρούσε ότι η Λαϊκή Τράπεζα δεν της προσέφερε ικανοποιητικό καταθετικό επιτόκιο και επιδίωκε να εκμεταλλευτεί ευκαιρίες με μεγαλύτερες αποδόσεις. Ισχυρίζεται ότι στις 20.7.2012 είχε δώσει οδηγίες για μεταφορά μέρους του εν λόγω ποσού σε λογαριασμό της σε άλλη τράπεζα του εξωτερικού αλλά η Λαϊκή Τράπεζα αμέλησε να εκτελέσει τις οδηγίες της. Η πρόθεση της Ενάγουσας ήταν, με τη μεταφορά, να επενδύσει τα χρήματα με προοπτική μεγαλύτερου κέρδους. Ενώ τα χρήματα της παρέμεναν κατατεθειμένα στη Λαϊκή Τράπεζα, στις 26.7.2012 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διάταγμα παγοποίησης του λογαριασμού της, κατόπιν σχετικής αίτησης της ΜΟΚΑΣ (στο εξής το «Διάταγμα Παγοποίησης»). Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εάν η Λαϊκή Τράπεζα είχε εκτελέσει τις οδηγίες της στις 20.7.2012, τα χρήματα της θα είχαν μεταφερθεί στο εξωτερικό πριν την έκδοση του Διατάγματος Παγοποίησης. Αντ΄ αυτού παρέμειναν δεσμευμένα στην Λαϊκή Τράπεζα. Εν τω μεταξύ, στα πλαίσια των μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας που λήφθηκαν το 2013, ο λογαριασμός στον οποίο ήταν κατατεθειμένα τα χρήματα της Ενάγουσας μεταφέρθηκε στην νυν Εναγόμενη, Τράπεζα Κύπρου. Ένεκα του Διατάγματος Παγοποίησης, τα χρήματα μεταφέρθηκαν χωρίς να υποστούν «κούρεμα». Έκτοτε, και ενώ το Διάταγμα Παγοποίησης ήταν σε ισχύ, κατά καιρούς η Ενάγουσα ζητούσε όπως το δεσμευμένο ποσό μεταφερθεί σε έντοκο λογαριασμό, χωρίς να εισακουστεί. Τα χρήματα παρέμειναν δεσμευμένα ένεκα του Διατάγματος Παγοποίησης μέχρι τον Νοέμβριο 2020 οπόταν το Διάταγμα τερματίστηκε και τα χρήματα αποδεσμεύτηκαν. Με την αποδέσμευση, η Ενάγουσα μετέφερε τα χρήματα σε λογαριασμούς της σε άλλες τράπεζες. Με την αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για τόκους που ισχυρίζεται ότι έχει απωλέσει το χρονικό διάστημα από το 2012-2020 ή και διαφυγόντα κέρδη από επενδύσεις τις οποίες θα μπορούσε να είχε διενεργήσει εάν οι οδηγίες που είχε δώσει στην Λαϊκή Τράπεζα στις 20.7.2012 είχαν εκτελεστεί και είχε στη διάθεση της τα χρήματα. Επικαλείται αμελή, αντιεπαγγελματική και κακόπιστη συμπεριφορά καθώς και παράβαση καθήκοντος πίστης (fiduciary duty) από μέρους της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη, στην Υπεράσπιση που καταχώρησε, αρνείται ότι υπήρξε αμέλεια στη μη εκτέλεση της εντολής για μεταφορά των χρημάτων που δόθηκε στις 20.7.

  1. Ισχυρίζεται ότι ο λόγος που η Λαϊκή Τράπεζα δεν εκτέλεσε τις οδηγίες που είχαν δοθεί τότε για μεταφορά μέρους των χρημάτων ήταν διότι είχε προηγηθεί αναφορά στη ΜΟΚΑΣ για ύποπτες συναλλαγές και η ΜΟΚΑΣ είχε δώσει οδηγίες να μη διενεργηθεί η πληρωμή. Ακολούθως εκδόθηκε το Διάταγμα Παγοποίησης που δεν επέτρεπε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με τα χρήματα. Η Εναγόμενη εγείρει στην Υπεράσπιση της και προδικαστική ένσταση. Υποστηρίζει ότι οι αξιώσεις της Ενάγουσας βασίζονται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, αφορούν γεγονότα που συντελέστηκαν το 2012 και, συνεπώς, το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί. Στην Απάντηση της, η Ενάγουσα αρνείται τον ισχυρισμό για παραγραφή. Υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη είχε ενεργήσει δόλια και απέκρυψε γεγονότα. Ένεκα αυτού, είναι η θέση της ότι ο χρόνος παραγραφής ξεκινά το 2020 όταν αποδεσμεύτηκαν τα χρήματα της. Μετά την ολοκλήρωση της ανταλλαγής των δικογράφων και την έκδοση κλήσης οδηγιών, η Εναγόμενη καταχώρησε την παρούσα Αίτηση ημερομηνίας 21.6.2022 με την οποία ζητά όπως προδικαστεί η προδικαστική της ένσταση. Η Ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση εκείνη στις 27.9.
  2. Πριν προχωρήσω, σημειώνω ότι έχω μελετήσει το περιεχόμενο της Αίτησης και ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει καθώς και της ένστασης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει αλλά και τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων και τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Η ουσιαστική δικονομική βάση της αίτησης των Εναγομένων είναι η Δ.27 Θ1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στη μορφή που ισχύουν για την παρούσα αγωγή), που προνοεί τα ακόλουθα: «
  3. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  4. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.» Σύμφωνα με την καθοδήγηση από τη νομολογία, προδικαστική εκδίκαση ενδείκνυται όπου τα γεγονότα, όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα, δίνουν πλήρη εικόνα ή όπου οι προδικαστικές ενστάσεις θα αποφασιστούν στη βάση αδιαμφισβήτητων ή παραδεκτών γεγονότων[1]. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Χ' Οικονόμου ν Ελληνικής Τραπέζης Λτδ

(1992)1 Α.Α.Δ. 949: «Η έκδοση [διαταγής για προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων] γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Έχω παραθέσει πιο πάνω την προδικαστική ένσταση που έχει εγερθεί. Σύμφωνα με τους κανόνες ορθής δικογράφησης, το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλείται η Ενάγουσα καθώς και οι ισχυρισμοί στους οποίους αυτό εδράζεται πρέπει να περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης. Στην προκείμενη περίπτωση μέσω της Υπεράσπισης διαφαίνεται ότι υπάρχει κοινό έδαφος σε σχέση με κάποια από τα γεγονότα μεταξύ των δύο πλευρών που σχετίζονται με την προδικαστική ένσταση που εγείρεται. Παράλληλα, το κοινό αυτό έδαφος προκύπτει και από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την παρούσα Αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα. Θεωρώ ότι τα προαναφερόμενα δημιουργούν το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο ώστε να είναι δυνατή η προδικαστική εκδίκαση των ενστάσεων που εγείρει η Εναγόμενη/Αιτήτρια. Επιπρόσθετα, η απόφαση επί της προδικαστικής ένστασης ενδεχομένως να είναι καθοριστική για την πορεία της αγωγής. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι είναι ορθό όπως προδικαστεί η προδικαστική ένσταση της παραγράφου 1 και 2 της Υπεράσπισης. Η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α αυτής. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, κρίνω ορθό να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εκδίκασης των προδικαστικών ενστάσεων και εκδίδεται αντίστοιχη διαταγή. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετικές οι Anastasia C. Hambou v Andrea Thoma
(1987)1 CLR 370, Malactos v Armefti
(1984)1 CLR 548, Ιωάννη Νικόλα Χ'Οικονόμου ν Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, Βαλανίδης ν Πανεπιστημίου Κύπρου
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 288 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.