ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΕΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5478/2015, 31/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 5478/2015 Μεταξύ: ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ Ενάγουσα -και- ΝΙΚΟΛΕΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Εναγόμενη Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2024. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Κωνσταντίνου για Ν. Ροτσίδη & Σια ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: κα Ε. Ανδρέα για Γ. Καϊμακλιώτης & Σια ΔΕΠΕ και κα Μ. Κωνσταντίνου για Ε. Χατζηευτυχίου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει, εναντίον της Εναγόμενης, γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις, για ζημίες τις οποίες υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που έγινε στις 18.10.2015 (στο εξής «το επίδικο ατύχημα») μεταξύ του οχήματος στο οποίο η Ενάγουσα επέβαινε ως συνοδηγός (στο εξής «το πρώτο όχημα») και του οχήματος της Εναγόμενης (στο εξής «το δεύτερο όχημα»). Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα Στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, ως τούτα προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, της μαρτυρίας που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία και δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schoοls Co. Ltd v. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527), ως επίσης και των σχετικών τοποθετήσεων των συνηγόρων των διαδίκων, τα πιο κάτω προκύπτουν ως κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Κατά πάντα ουσιώδη, για τη παρούσα αγωγή, χρόνο, η Ενάγουσα ήταν 25 ετών, ήταν υγιής και εργαζόταν ως ωρομίσθιο προσωπικό, στη θέση φύλακα ασφαλείας[1] (από την 1.4.2014 μέχρι και τις 30.9.2016) στην εταιρεία K.A. Aeronautilus FM Ltd (στο εξής «Aeronautilus») (βλ. Τεκμήριο 22)[2]. Ο μηνιαίος μισθός της Ενάγουσας δεν ήταν σταθερός, ένεκα του ότι ήταν ωρομίσθιο προσωπικό, εξού και η αναλυτική κατάσταση των ασφαλιστέων αποδοχών της, για το έτος 2015 (βλ. Τεκμήριο 17), παρουσιάζει διαφορετικές απολαβές για έκαστο μήνα. Στις 18.10.2015, περί ώρα 16:15, η Ενάγουσα ήταν συνοδηγός στο πρώτο όχημα, που οδηγούσε ο τότε φίλος της και νυν σύζυγος της, στον αυτοκινητόδρομο Τροόδους - Λευκωσίας, παρά την «Κορωνιά», στο έδαφος Κουτραφά, με κατεύθυνση τη Λευκωσία (στο εξής «ο αυτοκινητόδρομος»). Κατά τον ίδιο χρόνο, η Εναγόμενη οδηγούσε το δεύτερο όχημα στον αυτοκινητόδρομο, έχοντας την ίδια κατεύθυνση με το πρώτο όχημα (προς Λευκωσία). Το συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητόδρομου αποτελείτο από μία μεγάλη ευθεία, στην οποία τα οχήματα είχαν καλή ορατότητα, τόσο μπροστά όσο και πίσω τους, σε αρκετή απόσταση[3]. Επίσης, κατά τον επίδικο χρόνο, το οδόστρωμα ήταν στεγνό και η ορατότητα των οδηγών καθαρή. Πέραν τούτου, ο αυτοκινητόδρομος ήταν διπλής κατεύθυνσης, με τη μία λωρίδα (την αριστερή) να έχει κατεύθυνση τη Λευκωσία, ενώ την άλλη (την δεξιά) να έχει κατεύθυνση το Τρόοδος, και, επιπλέον, στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητόδρομου ήταν επιτρεπτή η προσπέραση, εφόσον υπήρχε διακεκομμένη άσπρη γραμμή που χώριζε τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας[4]. Σε κάποια στιγμή, το πρώτο και το δεύτερο όχημα συγκρούστηκαν πλευρικά (το μεν πρώτο όχημα στην αριστερή πλαϊνή πλευρά του και το δε δεύτερο όχημα στην δεξιά πλευρά του), εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας[5]. Ο Μ.Ε. 2, ο οποίος βρισκόταν σε περιπολία στον αυτοκινητόδρομο, κατά τον επίδικο χρόνο, πέρασε από το σημείο της σύγκρουσης των δύο επίδικων οχημάτων και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα αναφορικά με το επίδικο ατύχημα (βλ. το σχεδιάγραμμα που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 1) (στο εξής «το Σχεδιάγραμμα»). Είναι, επίσης, κοινώς αποδεκτό ότι ο Μ.Ε. 2 δεν ήταν ο εξεταστής του επίδικου ατυχήματος και ότι τη διερεύνηση τούτου είχε αναλάβει ο Αστυνομικός Σταθμός Περιστερώνας και δη η Αστυφύλακας 858, και ότι εκείνο που έπραξε ο ίδιος ήταν μόνο να ετοιμάσει το Σχεδιάγραμμα. Τη σκηνή του επίδικου ατυχήματος, επίσης, επισκέφθηκε λειτουργός της ασφάλειας του οδηγού του πρώτου οχήματος, ο οποίος ετοίμασε το έντυπο Φιλικής Δήλωσης Τροχαίου Ατυχήματος, το οποίο υπογράφηκε από τον οδηγό του πρώτου οχήματος (βλ. Τεκμήριο 2), ενώ ο εν λόγω λειτουργός έβγαλε και τις φωτογραφίες της δέσμης του Τεκμηρίου 3. Μετά το επίδικο ατύχημα, η Ενάγουσα, μεταφέρθηκε, με ασθενοφόρο, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου υπεβλήθη σε διάφορες ιατρικές εξετάσεις (μεταξύ άλλων και ακτινογραφίες), οι οποίες έδειξαν θλάση μαλακών μορίων του αυχένα, χωρίς κάταγμα, με το γιατρό των Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείο Λευκωσίας να της συστήνει αναρρωτική άδεια για τη χρονική περίοδο από τις 19.10.2015 έως τις 21.10.2015 (βλ. Τεκμήριο 4)[6]. Κατά τον Νοέμβριο του 2015, ο εργοδότης της Ενάγουσας, δήλωσε μηδενικό μισθό για αυτήν, εξού και δεν της καταβλήθηκαν κοινωνικές ασφαλίσεις για τον εν λόγω μήνα (βλ. Τεκμήριο 17). Η Ενάγουσα, για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής, κατέβαλε το ποσό των €85,43 (Τεκμήριο 15), για να λάβει την Αστυνομική Έκθεση (Τεκμήριο 1) αναφορικά με το επίδικο ατύχημα. Τα πιο πάνω αποτελούν, πλέον, ευρήματα του Δικαστηρίου από αυτό το στάδιο. Οι εκδοχές των μερών Προτού προχωρήσω να παραθέσω την ενώπιον μου μαρτυρία, κρίνω ορθό, στο σημείο αυτό, να καταγράψω, με εντελώς συνοπτικό τρόπο, τις εκδοχές των διαδίκων. Η εκδοχή της Ενάγουσας Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια και/ή στην παράβαση καθήκοντος επιμέλειας της Εναγόμενης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, πριν την επίδικη σύγκρουση το πρώτο όχημα, βρισκόταν πίσω από το δεύτερο όχημα, έχοντας, αμφότερα, την πιο πάνω πορεία και κατεύθυνση (προς Λευκωσία). Ισχυρίστηκε ότι πρόθεση ήταν όπως το πρώτο όχημα προσπεράσει το δεύτερο, και προς τούτο, προτού εισέλθει στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου, ο οδηγός του πρώτου οχήματος έθεσε το σχετικό δείκτη του σε λειτουργία. Είναι, περαιτέρω η θέση της ότι ενώ το πρώτο όχημα βρισκόταν δίπλα από τη δεξιά πλευρά του δεύτερου οχήματος, κατά την προσπέραση, η Εναγόμενη κινήθηκε προς τα δεξιά, με σκοπό να προσπεράσει προπορευόμενο της όχημα, χωρίς να ελέγξει επαρκώς τον αυτοκινητόδρομο και χωρίς να αντιληφθεί την εκεί παρουσία του πρώτου οχήματος, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί επ' αυτού και να επέλθει το επίδικο ατύχημα. Ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη παρέλειψε να ελέγξει επαρκώς τον αυτοκινητόδρομο προτού κινηθεί δεξιά, αγνοώντας την παρουσία του πρώτου οχήματος, το οποίο βρισκόταν ήδη στα δεξιά του, στον αυτοκινητόδρομο, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί και να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του. Επιπρόσθετα, ήταν η θέση της ότι ένεκα της επίδικης σύγκρουσης, το πρώτο όχημα, αφότου κινήθηκε, με ελιγμούς στον αυτοκινητόδρομο, προσέκρουσε στο κιγκλίδωμα που βρίσκεται στα δεξιά του αυτοκινητόδρομου και, ακολούθως, σταμάτησε στο παγκέτο στα αριστερά. Είναι η συναφής της θέση ότι, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, η ίδια έχει υποστεί σωματικές ζημίες, πόνο και ταλαιπωρία, τις οποίες καταγράφει ως εξής:
(1)θλάση/ διάστρεμμα μαλακών μορίων αυχένα,
(2)κάκωση στροφικού πετάλου αριστερού ώμου,
(3)έντονη κεφαλαλγία και πονοκεφάλους,
(4)περιορισμός κινήσεων και δυσκαμψία αυχένα,
(5)έντονο άλγος και δυσκαμψία αριστερού ώμου,
(6)δυσκολία στον ύπνο λόγω αυχενικού πόνου,
(7)εύκολη κούραση,
(8)ζαλάδες και
(9)δυσκολία συγκέντρωσης. Είναι, επίσης, η θέση της ότι επειδή η κατάσταση της υγείας της δεν βελτιωνόταν, στις 21.10.2015, αποφάσισε να επισκεφθεί τον Δρ. Χριστοφόρου (Μ.Ε 3), ορθοπεδικό χειρούργο, ο οποίος διαπίστωσε ότι αυτή υπέστη διάστρεμμα αυχένα και κάκωση αριστερού ώμου και της συνέστησε αναρρωτική άδεια, για την περίοδο 22.10.2015 - 15.11.2015, φαρμακευτική αγωγή, χρήση αυχενικού κολλάρου και φυσιοθεραπείες. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι παρά το γεγονός ότι η ίδια ακολούθησε τις συστάσεις του γιατρού της, εντούτοις δεν έβλεπε καμία βελτίωση στην υγεία της, ένιωθε συνεχή ζάλη και είχε φρικτούς πονοκεφάλους, με αποτέλεσμα να επισκεφθεί εκ νέου τον Δρ. Χριστοφόρου, ο οποίος της συνέστησε περαιτέρω αναρρωτική άδεια από τις 16.11.2015 μέχρι τις 30.11.2015, όπως και περαιτέρω φυσιοθεραπείες. Τέλος, ισχυρίζεται ότι συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, αυτή υπέστη ειδικές ζημίες ύψους €1.563,43, τις οποίες και διεκδικεί. Η εκδοχή της Εναγόμενης Είναι η θέση της Εναγόμενης ότι το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη συνεπεία της αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του οδηγού του πρώτου οχήματος. Συγκεκριμένα, είναι η θέση της ότι ο οδηγός του πρώτου οχήματος οδηγούσε αμελώς, με υπερβολική, υπό τις περιστάσεις, ταχύτητα, ανακόπτοντας την πορεία του δεύτερου οχήματος, με αποτέλεσμα η ίδια να μην έχει τη δυνατότητα να το αντιληφθεί εγκαίρως για να το αποφύγει (αφού, όταν επιχείρησε την προς δεξιά κίνηση του δεύτερου οχήματος, το πρώτο όχημα δεν ήταν ορατό στο σχετικό έλεγχο που διενήργησε μέσω των καθρεφτακίων της), και, ως εκ τούτου, να επέλθει η σύγκρουση. Είναι, τέλος, η θέση της ότι η σύγκρουση ήταν τέτοια που δεν δικαιολογούσε κανένα τραυματισμό, γεγονός που φαίνεται και από τις ζημιές στα επίδικα οχήματα και, επομένως, οι κατ' ισχυρισμόν τραυματισμοί και σωματικές βλάβες της Ενάγουσας είναι υπερβολικές και εξωπραγματικές. Αμφισβητούμενα γεγονότα Στη βάση των πιο πάνω, κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, τα μόνα που παραμένουν ως επίδικα, υπό αμφισβήτηση, ζητήματα προς εξέταση, επί πραγματικών γεγονότων, είναι (α) ο τρόπος που κινήθηκαν τα επίδικα οχήματα αμέσως πριν και αφότου εισήλθαν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας μέχρι και τη σύγκρουση, (β) κατά πόσο το πρώτο όχημα κινείτο με υπερβολική ταχύτητα κατά τον επίδικο χρόνο, και (γ) ποιες είναι οι ζημιές που υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Ακροαματική Διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας αγωγής, παρουσιάστηκαν συνολικά 7 μάρτυρες. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η ίδια η Ενάγουσα (Μ.Ε. 1), ο Αστυφύλακας 1874 - Σ. Σαπαρίλας (Μ.Ε.2), ο Δρ. Χ. Χριστοφόρου (Μ.Ε. 3), ο οποίος είναι ορθοπεδικός, ο κ. Ν. Σωκράτους (Μ.Ε. 4), ο οποίος είναι Ανώτερος Ασφαλιστικός Λειτουργός, Προϊστάμενος του Κλάδου Επιθεωρήσεων και Ποινικών Διώξεων των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο κ. Λ. Αρχοντίδης (Μ.Ε. 5), ο οποίος εργάζεται στην εταιρεία Globe Williams Facility Management, και ο κ. Α. Κέντελης (Μ.Ε. 6), ο οποίος είναι φυσιοθεραπευτής, ενώ εκ μέρους της Εναγόμενης, κατέθεσε η ίδια (Μ.Υ. 1). Τέλος, σημειώνω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν συνολικά 23 Τεκμήρια. Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, κατωτέρω. Μαρτυρία Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον, κάτι τέτοιο, θεωρώ, δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Αναφορά στα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας θα γίνει, για σκοπούς αξιολόγησης της, λαμβανομένου υπόψη των ανωτέρω επίδικων ζητημάτων (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. ν. Α. Ʃταθιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Προχωρώ τώρα, να σκιαγραφήσω τη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στη βάση των όσων ζητημάτων παρέμειναν υπό αμφισβήτηση. Μ.Ε. 1 - Ενάγουσα Η Ενάγουσα κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της το Έγγραφο Α. Επί της ουσίας, προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή της. Ήταν η θέση της ότι η απόσταση μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου οχήματος, προτού το πρώτο εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου, δεν ήταν μεγάλη και ότι τούτη ήταν περίπου όσο ένα αυτοκίνητο. Ήταν η συναφής της θέση ότι είχε δει ότι το πρώτο όχημα, κατά το χρόνο που βρισκόταν εντός της δεύτερης λωρίδας κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου, είχε ταχύτητα περί τα 80km την ώρα και ότι τούτο ήταν εντός του ορίου ταχύτητας στο συγκεκριμένο δρόμο. Ανέφερε, επίσης, ότι μετά τη σύγκρουση, το δεύτερο όχημα, δεν σταμάτησε και προχώρησε ευθεία στον αυτοκινητόδρομο και, μετέπειτα, επέστρεψε στη σκηνή του επίδικου ατυχήματος, αφότου κάποιοι φίλοι της (της Ενάγουσας), οι οποίοι επέβαιναν σε άλλο όχημα, το ακολούθησαν με το δικό τους αυτοκίνητο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, αμέσως μετά το επίδικο ατύχημα και αφότου κατέβηκε από το πρώτο όχημα, η ίδια αισθανόταν να πονά παντού και ήταν τρομοκρατημένη και υπό καθεστώς πανικού. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι κατά την μεταφορά της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ήταν ζαλισμένη, αποπροσανατολισμένη και σε κατάσταση σοκ. Επειδή, ως ανέφερε, η κατάσταση της υγείας της χειροτέρευε, και συγκεκριμένα υπέφερε από πονοκέφαλο, έντονες ζαλάδες, οξύ πόνο στον αυχένα και πόνο στον αριστερό της ώμο, επισκέφθηκε τον Μ.Ε. 3, ο οποίος διαπίστωσε ότι είχε υποστεί διάστρεμμα αυχένα και κάκωση αριστερού ώμου. Προς τούτο, κατέθεσε το Τεκμήριο 14 (βεβαίωση του Μ.Ε. 3). Κατέθεσε, επίσης, το Τεκμήριο 5 - το οποίο αποτελεί την άδεια ασθενείας που της συνέστησε ο Μ.Ε. 3, για την περίοδο από 22.10.2015 - 15.11.2015, το Τεκμήριο 6 - τη συνταγογράφηση της φαρμακευτικής αγωγής που ο ΜΕ 3 της συνέστησε, το Τεκμήριο 7 - το οποίο αποτελεί την απόδειξη πληρωμής της εν λόγω φαρμακευτικής αγωγής (εκ ποσού €43,12), ως επίσης και το Τεκμήριο 8 - το οποίο αποτελεί το παραπεμπτικό για τις φυσιοθεραπείες που της συνέστησε ο Μ.Ε.
- Ανέφερε ότι παρά το γεγονός ότι ακολούθησε τα όσα της συνέστησε ο Μ.Ε. 3, εντούτοις δεν παρουσίαζε βελτίωση η κατάσταση της υγείας της, αφού η ίδια αισθανόταν συνεχή ζάλη και είχε φρικτούς πονοκεφάλους, έχανε την ισορροπία της και προσπαθούσε να πιαστεί από κάπου για να μην πέσει στο έδαφος, ενώ ούτε ο πόνος στον αυχένα και στον ώμο της υποχωρούσαν. Εξού, και ως ανέφερε, επικοινώνησε με τον Μ.Ε. 3, ο οποίος της συνέστησε να προβεί σε μαγνητική τομογραφία (MRI) του αυχένα, για περαιτέρω διερεύνηση της κατάστασης της (βλ. Τεκμήριο 9). Ισχυρίστηκε ότι ένεκα του ότι από μικρή ηλικία πάσχει από κλειστοφοβία, δεν προχώρησε στην εξέταση MRI, καθότι, αν προέβαινε σε αυτήν, θα πάθαινε κρίση πανικού. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι ένεκα του ότι δεν παρουσίαζε βελτίωση η κατάσταση της υγείας της, επισκέφθηκε, εκ νέου, στις 16.11.2015, τον Μ.Ε. 3, ο οποίος της συνέστησε αποχή από την εργασία της μέχρι και τις 30.11.2015 και κατέθεσε προς τούτο το Τεκμήριο
- Ήταν η συναφής της θέση ότι επειδή η κατάσταση της υγείας της δεν βελτιωνόταν και είχε ανάγκη να επιστρέψει στην εργασία της, στις 24.11.2015, επισκέφθηκε ξανά τον Μ.Ε. 3, ο οποίος την παρέπεμψε να προβεί σε ακτινογραφία του αυχένα, την οποία η ίδια προχώρησε και έκανε και κατέβαλε για αυτό το ποσό των €50 (βλ. Τεκμήριο 11). Ακολούθως, ως ισχυρίστηκε, ο ΜΕ 3 της συνέστησε να προβεί σε περαιτέρω φυσιοθεραπείες (βλ. Τεκμήριο 12). Ήταν η θέση της ότι για όλες τις φυσιοθεραπείες, στις οποίες προέβη στον ΜΕ 6, κατέβαλε το συνολικό ποσό των €200 και κατέθεσε προς τούτο το Τεκμήριο
- Ήταν η θέση της ότι οι πρώτες 4 εβδομάδες μετά το επίδικο ατύχημα ήταν πολύ δύσκολες για την ίδια, εφόσον ήταν συνεχώς περιορισμένη στο σπίτι, χρησιμοποιούσε αυχενικό κολάρο και το μόνο που έκανε ήταν να ξαπλώνει ή να κάθεται σε κάποια θέση/στάση που τη βόλευε (ένεκα της κατάστασης της), να πηγαίνει στο γιατρό και να κάνει τις φυσιοθεραπείες που της συνέστησαν, ενώ, συνεχώς, υπέφερε από έντονες ζαλάδες και πονοκεφάλους. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ο πόνος στον αυχένα και τον αριστερό της ώμο ήταν συνεχής και πολύ ενοχλητικός, ενώ τις νύκτες δεν μπορούσε να κοιμηθεί από αυτόν και ξυπνούσε από εφιάλτες. Ένεκα δε αυτής της κατάστασης, ανέφερε ότι κουραζόταν εύκολα και δεν μπορούσε να εκτελέσει τις καθημερινές δουλειές του σπιτιού της, ενώ της ήταν αδύνατο να σηκώσει έστω και κάποιο ελαφρύ αντικείμενο, ή να βρίσκεται στον υπολογιστή ή την τηλεόραση για αρκετή ώρα, εφόσον ο πόνος επιδεινωνόταν, ενώ αδυνατούσε να οδηγήσει, εξού και στο γιατρό της και στις φυσιοθεραπείες την μετέφεραν και την βοηθούσαν φιλικά και συγγενικά της πρόσωπα. Ήταν η συναφής της θέση ότι η κοινωνική της ζωή επηρεάστηκε αρνητικά, αφού η ίδια ήταν εξαρτημένη από τρίτα άτομα, δεν μπορούσε να διασκεδάσει αφού με κάθε κίνηση ο αυχένας της την πονούσε, ενώ για αρκετό χρονικό διάστημα στερήθηκε δραστηριότητες που απολάμβανε προηγουμένως, όπως το τροχάδι και την ποδηλασία. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι μέχρι σήμερα, κατά την αλλαγή του καιρού ή όταν κουραστεί, αισθάνεται ήπιο πόνο στον αυχένα και στον αριστερό ώμο, ενώ στις περιπτώσεις που ο πόνος επιμένει και είναι έντονος, λαμβάνει παυσίπονα. Ήταν, περαιτέρω, η θέση της ότι μέχρι και σήμερα όταν είναι επιβάτης στο όχημα κάποιου τρίτου είναι ανήσυχη και έχει φόβο μήπως και τους κτυπήσουν. Τέλος, σε ότι αφορά την απώλεια απολαβών που αξιώνει, εκ ποσού €1.185, για την περίοδο 16.10.2015 - 30.11.2015 που βρισκόταν με άδεια ασθενείας, ανέφερε ότι η μισθοδοσία της δεν ήταν σταθερή, καθότι εργαζόταν 5-6 φορές την εβδομάδα, εξού και ο μικτός της μισθός κυμαινόταν στο ποσό των €800-850 μηνιαίως (βλ. Τεκμήριο 16). Ήταν η συναφής της θέση ότι, ένεκα τούτου, υπολόγισε τις απολαβές της, κατά προσέγγιση, βασιζόμενη στο μέσο όρο των καθαρών απολαβών της για το έτος 2015, το οποίο ήταν στα €790 το μήνα και κατέθεσε προς τούτο τα Τεκμήρια 18-21, στη βάση των οποίων και υπολόγισε το πιο πάνω ποσό των €
- Μ.Ε. 2 Ο μάρτυρας αυτός, κατά τον επίδικο χρόνο, υπηρετούσε στην τροχαία Μόρφου. Υπηρετεί στην Αστυνομία εδώ και 20 χρόνια, εκ των οποίων τα 10 εξέταζε τροχαία ατυχήματα στον Αστυνομικό Σταθμό Κακοπετριάς, ενώ έχει τύχει εκπαίδευσης ως εμπειρογνώμονας για τροχαία ατυχήματα και δη θανατηφόρα στην Ακαδημία της Αστυνομίας και, ως ανέφερε, τα τελευταία περίπου 7-8 χρόνια, υπηρετεί στην τροχαία όπου και ενεργεί ως εξεταστής θανατηφόρων ατυχημάτων. Ως ανέφερε, κατά τον επίδικο χρόνο, βρισκόταν σε περιπολία στον αυτοκινητόδρομο, όταν αντιλήφθηκε το επίδικο ατύχημα όπου και σταμάτησε. Ανέφερε, συναφώς, ότι ένεκα του γεγονότος ότι υπήρχαν τραυματίες στη σκηνή, ο ίδιος ειδοποίησε αμέσως ασθενοφόρο, ενώ ειδοποίησε και τον Αστυνομικό Σταθμό Περιστερώνας, ο οποίος ήταν και ο υπεύθυνος σταθμός για τη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. Ήταν δε η θέση του ότι ο ίδιος δεν ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και ότι η μοναδική του σχέση με το επίδικο ατύχημα ήταν η ετοιμασία του σχεδιαγράμματος, το οποίο ετοίμασε επιτόπου στη σκηνή του επίδικου ατυχήματος. Ανέφερε τα εξής σε σχέση με το εν λόγω σχεδιάγραμμα: (α) ότι το σημείο «Χ», είναι το σημείο σύγκρουσης των δύο επίδικων οχημάτων, (β) ότι σε αυτό (το σχεδιάγραμμα) καταγράφεται η τελική θέση του πρώτου οχήματος, (γ) ότι η ένδειξη «Γ» και «Γ1» στο πρώτο όχημα, δεικνύει την πλευρά του συνοδηγού και, τέλος, (δ) ότι το τρίγωνο που φαίνεται στο πρώτο όχημα στο σχεδιάγραμμα, δεικνύει το μπροστινό μέρος του εν λόγω οχήματος. Συναφώς, ανέφερε ότι ο λόγος που δεν κατέγραψε την τελική θέση του δεύτερου οχήματος ήταν επειδή τούτο δεν ήταν στη σκηνή του επίδικου ατυχήματος, όταν ο ίδιος κατέφθασε εκεί, και είχε μετακινηθεί. Ήταν, επίσης, η θέση του ότι ήταν οι οδηγοί των δύο επίδικων οχημάτων που του είχαν αναφέρει ποια ήταν η πορεία τους κατά τον επίδικο χρόνο του ατυχήματος, την οποία ο ίδιος κατέγραψε στο σχεδιάγραμμα. Ήταν δε η συναφής του θέση ότι όταν ολοκλήρωσε το σχεδιάγραμμα, υπέδειξε και εξήγησε αυτό στους οδηγούς των δύο επίδικων οχημάτων, οι οποίοι ήταν παρόντες και συμφώνησαν με αυτό και, ακολούθως, το υπέγραψαν στην παρουσία του κάτω από τους αριθμούς των οχημάτων τους (δεικνύοντας το κάτω μέρος του σχεδιαγράμματος του Τεκμηρίου 1 (στα δεξιά και αριστερά της σφραγίδας)). Ακολούθως, ως ανέφερε, ενημέρωσε για τα πιο πάνω τον Αστυνομικό Σταθμό Περιστερώνας, ο οποίος και ανέλαβε τη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. Μολονότι κατά την κυρίως εξέταση του, στη βάση υπόθεσης, εξέφρασε τη θέση ότι το πρώτο όχημα κινείτο μ σχετικά χαμηλή ταχύτητα, κατά την αντεξέταση του, στην ουσία, αποδέκτηκε ότι η εν λόγω θέση του δεν είναι ασφαλής αφού δεν εφάρμοσε την αναγνωρισμένη και ασφαλή μέθοδο υπολογισμού της ταχύτητας του εν λόγω οχήματος. Μ.Ε. 3 Ο μάρτυρας αυτός αναγνώρισε τα Τεκμήρια 5, 6, 8, 9, 10, 11, 12 και 14, τα οποία ο ίδιος εξέδωσε. Ανέφερε ότι, στις 21.10.2015, εξέτασε την Ενάγουσα, η οποία τον επισκέφτηκε παραπονούμενη για έντονο πόνο στον αυχένα, ζάλη, δυσκαμψία του αυχένα και έντονο πόνο στον αριστερό ώμο, με αδυναμία κινήσεων του ώμου (βλ. Τεκμήριο 14). Ανέφερε, επίσης, ότι η Ενάγουσα όταν τον επισκέφθηκε δεν μπορούσε να κάνει ολόκληρη την κίνηση ανύψωσης της στροφής του αριστερού ώμου. Ήταν η θέση του ότι ένεκα τούτων, ο ίδιος έκρινε σκόπιμο να της συνταγογραφήσει αντιφλεγμονώδη θεραπεία και να της συστήσει φυσιοθεραπείες και αναρρωτική άδεια (βλ. Τεκμήρια 5, 6, 8 και 14). Επίσης, ως ανέφερε, της συνέστησε να προβεί σε μαγνητική τομογραφία (MRI) αυχένα (βλ. Τεκμήριο 9), ένεκα του ότι αυτή παραπονείτο ότι είχε έντονα ενοχλήματα, στην εν λόγω περιοχή, τα οποία δεν υποχωρούσαν. Αναγνώρισε, περαιτέρω, το Τεκμήριο 11, ως την αναρρωτική άδεια που συνέστησε στην Ενάγουσα, για την περίοδο από τις 16.11.2015 έως τις 30.11.2015, λόγω θλάσης και διαστρέμματος αυχένα, ως επίσης και κάκωσης ώμου από τροχαίο ατύχημα. Ισχυρίστηκε ότι ένεκα του ότι η Ενάγουσα του είχε αναφέρει ότι είχε κλειστοφοβία και δεν μπορούσε να προβεί στην εξέταση MRI αυχένα, την οποία της συνέστησε, ο ίδιος την παρέπεμψε να προβεί σε ακτινογραφία αυχένα για να εξετάσει πως ανταποκρίνετο ο αυχένας της (βλ. Τεκμήριο 11). Ήταν δε η θέση του ότι λόγω του ότι η Ενάγουσα εξακολουθούσε να έχει ενοχλήσεις και δυσκαμψία στην αυχενική περιοχή, ο ίδιος, στις 25.11.2015, της συνέστησε να συνεχίσει με φυσιοθεραπείες (Τεκμήριο 12). Ερωτηθείς ως προς το γεγονός ότι η Ενάγουσα αναφέρει ότι, μετά από έντονη κούραση και κυρίως με την αλλαγή του καιρού, αισθάνεται, μέχρι και σήμερα, κάποιες φορές, ενοχλήσεις, ο ίδιος ανέφερε ότι, πολύ συχνά, οι ασθενείς που έχουν υποστεί τραυματισμούς στον αυχένα παραπονιούνται για ενοχλήσεις στην περιοχή, ιδίως μετά από έντονη δραστηριότητα και κατά την αλλαγή του καιρού. Πέραν των ανωτέρω, ερωτηθείς να εξηγήσει τις έννοιες της «θλάσης» και «διαστρέμματος» αυχένα, ανέφερε ότι η θλάση του αυχένα είναι όταν υπάρχει κάκωση των μαλακών μορίων της περιοχής, ενώ διάστρεμμα του αυχένα είναι η κάκωση των αρθρώσεων. Ήταν, η συναφής του θέση ότι τέτοιου είδους τραυματισμοί προέρχονται μετά από απότομη σύγκρουση ή χτύπημα και γίνονται ένεκα της απότομης κίνησης του αυχένα προς τα μπροστά και, ακολούθως, προς τα πίσω, δημιουργώντας κάκωση (whiplash injury). Ανέφερε ότι η Ενάγουσα είχε υποστεί τους εν λόγω τραυματισμούς καθότι παρουσίαζε ευθειασμό του αυχένα, ο οποίος δημιουργείται όταν οι αρθρώσεις του αυχένα δημιουργούν οίδημα, με αποτέλεσμα η φυσιολογική λόρδωση που έχει ο αυχένας να καταργείται λόγω του τραυματισμού. Ήταν, επίσης, η θέση του ότι τα συμπτώματα της θλάσης και του διαστρέμματος του αυχένα εκδηλώνονται σταδιακά, ήτοι, μετά το κτύπημα, αρχικά με πόνο, ο οποίος, μετά από μία με δύο μέρες, κορυφώνεται. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι η διάγνωση των πιο πάνω τραυματισμών γίνεται με την διενέργεια ακτινογραφίας και με κλινική εξέταση, κατά την οποία εξετάζεται το πως συμπεριφέρεται ο αυχένας του ασθενούς σε διάφορες κινήσεις που του ζητείται να κάνει. Σε ότι αφορά την Ενάγουσα, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι όταν αυτή τον επισκέφθηκε, ο ίδιος την εξέτασε κλινικά, δηλαδή εξέτασε τον αυχένα της και την υπέβαλε σε διάφορες παθητικές και ενεργητικές κινήσεις, όπως στροφές, κάμψη και έκταση, κατά τις οποίες η Ενάγουσα παρουσίαζε περιορισμό και έντονο πόνο. Ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είδε τις ακτινογραφίες τις οποίες η Ενάγουσα έκανε στο Γενικό Νοσοκομείο, επειδή η ίδια δεν του τις προσκόμισε. Σε ότι δε αφορά την ακτινογραφία την οποία ο ίδιος της συνέστησε να κάνει, ανέφερε ότι δεν την έχει ο ίδιος, εφόσον τούτη ανήκει στην Ενάγουσα, ενώ, επίσης, ανέφερε ότι ο ίδιος έχει τη γνωμάτευση του ακτινολόγου, την οποία και θα πρέπει να ψάξει στα αρχεία του, ενώ δεν θυμόταν τι κατέγραφε η εν λόγω ακτινογραφία και/ή η γνωμάτευση, αλλά και ότι αφότου την είδε ο ίδιος κατέγραψε τη διάγνωση του στα παραπεμπτικά που εξέδωσε στην Ενάγουσα. Ως προς τον χρόνο ανάρρωσης ενός ασθενούς που παρουσιάζει τους πιο πάνω τραυματισμούς, ήταν η θέση του ότι αυτός είναι σχετικός και εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως την ποιότητα του τραυματισμού και τον πόνο που ο κάθε ασθενής αισθάνεται. Σε ότι αφορά συγκεκριμένα την Ενάγουσα, ανέφερε ότι αυτή είχε έντονα ενοχλήματα, εξού και ο ίδιος της συνέστησε να προβεί σε MRI αυχένα. Επίσης, ανέφερε ότι τέτοιοι τραυματισμοί μπορούν να ξεπεραστούν πιο εύκολα με φυσιοθεραπείες, ξεκούραση και την ανάλογη φαρμακευτική αγωγή, αλλά μπορούν να αφήσουν και κατάλοιπα. Τέλος, ανέφερε ότι μετά τις 25.11.2015, η Ενάγουσα δεν τον έχει επισκεφθεί ξανά. Μ.Ε. 4 Η μαρτυρία του Μ.Ε. 4 συμπεριλαμβάνεται στα ανωτέρω κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα και, συνεπώς, δεν θα την επαναλάβω. Αρκούμαι απλά να αναφέρω ότι ο μάρτυρας αυτός, κατέθεσε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 22, το οποίο αποτελεί τον κατάλογο εργοδοτών της Ενάγουσας και τις ημερομηνίες εργοδότησης της σε αυτούς. Επίσης, επιβεβαίωσε ότι το Τεκμήριο 17, αποτελεί την αναλυτική κατάσταση αποδοχών της Ενάγουσας για το έτος 2015 και υιοθέτησε το περιεχόμενο του. Μ.Ε. 5 Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι εργάζεται στην εταιρεία Globe Williams Facility Management και κατέχει τη θέση Διευθυντή χώρας τόσο στην πιο πάνω εταιρεία όσο και στην K.A. Argonautilus FM Land. Ήταν η θέση του ότι η επιστολή - Τεκμήριο 16 - η οποία αναγράφει τις αποδοχές της Ενάγουσας, εκ παραδρομής τυπώθηκε σε επιστολόχαρτο της Globe Williams FM Ltd και όχι της Argonautilus, όπου αυτή εργοδοτείτο. Ήταν η, συναφής του, θέση ότι η σχέση των δύο εταιρειών είναι πολύ στενή και ανήκουν, ουσιαστικά, και οι δύο στον ίδιο όμιλο. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια 18-21 ως τα αντίγραφα μισθοδοσίας της Ενάγουσας τα οποία εκδόθηκαν από τον εργοδότη της, ήτοι την Argonautilus. Ανέφερε ότι από έρευνα που διεξήγαγε ο ίδιος στα μητρώα των εν λόγω εταιρειών, επιβεβαίωσε ότι σε γενικές γραμμές τα εισοδήματα της Ενάγουσας ήταν αυτά που αναγράφονται στο Τεκμήριο
- Ανέφερε ότι ο μισθός της Ενάγουσας δεν ήταν σταθερός και ότι τούτος κυμαινόταν μεταξύ €800-€850, καθότι ήταν ωρομίσθιο προσωπικό. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα δεν εργάστηκε κατά τον Νοέμβριο του 2015, εφόσον δεν της καταβλήθηκαν οποιεσδήποτε κοινωνικές ασφαλίσεις και ήταν άνευ απολαβών και ότι επέστρεψε στην εργασία της τον Δεκέμβριο του
- Μ.Ε. 6 Ο μάρτυρας αυτός είναι 23 χρόνια φυσιοθεραπευτής και έχει δικό του φυσιοθεραπευτήριο. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 13 ως την απόδειξη είσπραξης που αυτός εξέδωσε, για το ποσό των €200 αναφορικά με τις 10 φυσιοθεραπείες που η Ενάγουσα ακολούθησε κοντά του, ως επίσης και την υπογραφή του επ' αυτής. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν θυμόταν επακριβώς τι θεραπεία έκανε στην Ενάγουσα σε εκείνες τις 10 φυσιοθεραπείες και ότι το μόνο που θυμόταν ήταν ότι αυτή είχε ένα τροχαίο ατύχημα και ότι ακολούθησε τις εν λόγω 10 φυσιοθεραπείες του Τεκμηρίου 13 κοντά του. Ανέφερε, τέλος, ότι ο αριθμός των φυσιοθεραπειών που ακολούθησε η Ενάγουσα δεν ήταν υπερβολικός για τους τραυματισμούς της και ότι έγιναν οι φυσιοθεραπείες που συνέστησε ο γιατρός της (ο Μ.Ε. 3). Εναγόμενη - Μ.Υ. 1 Η Εναγόμενη κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της το Έγγραφο Β. Επί της ουσίας, προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή της. Ανέφερε ότι τα τελευταία 30 χρόνια που η ίδια οδηγεί δεν είχε ποτέ οποιοδήποτε ατύχημα, πλην του επίδικου. Ήταν δε η θέση της ότι, ένεκα της εργασίας της, εκπαιδεύτηκε αναφορικά με την οδήγηση, καθότι το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς της έχει να κάνει με την ευθύνη της για την ασφάλεια και υγεία των οδηγών της εταιρείας όπου εργάζεται, την εκπαίδευση τους και ό,τι σχετίζεται με τη συντήρηση των οχημάτων τους και τους ελέγχους αυτών. Συναφώς, όμως, ανέφερε ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας σε σχέση με την οδήγηση. Σε ότι αφορά το επίδικο ατύχημα, η ίδια ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το δεύτερο όχημα στον αυτοκινητόδρομο, εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας και ότι, αφότου κοίταξε από το κεντρικό καθρεφτάκι του δεύτερου οχήματος, αλλά και αυτό του οδηγού και είδε ότι δεν είχε κάποιο αυτοκίνητο πίσω της, επιχείρησε, δεικνύοντας με το δεξί φωτεινό δείκτη, να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου για να προσπεράσει προπορευόμενο της όχημα. Ανέφερε ότι, ως διαφάνηκε στη συνέχεια, το πρώτο όχημα κινείτο με υπερβολική ταχύτητα, με αποτέλεσμα η ίδια να μην έχει τη δυνατότητα να το αντιληφθεί εγκαίρως για να το αποφύγει, με αποτέλεσμα το πρώτο όχημα να ανακόψει την πορεία του δεύτερου οχήματος και να επέλθει η επίδικη σύγκρουση. Ήταν δε η θέση της ότι η επίδικη σύγκρουση ήταν τέτοια που δεν δικαιολογούσε οποιοδήποτε τραυματισμό, γεγονός που φαίνεται και από τις ζημίες στα εμπλεκόμενα οχήματα και, ως εκ τούτου, είναι η συναφής της θέση ότι οι όποιοι ισχυρισμοί της Ενάγουσας για τραυματισμούς και σωματικές βλάβες είναι υπερβολικοί και εξωπραγματικοί, στηρίζοντας τούτο, επίσης, στο γεγονός ότι μετά τη σύγκρουση και αφότου ήρθε το ασθενοφόρο, ρώτησε κάποιον που ήταν στη σκηνή και της ανέφερε ότι η Ενάγουσα ήταν καλά και ότι ήταν απλά σοκαρισμένη. Τέλος, ανέφερε ότι η ίδια από την πρώτη στιγμή που ο ΜΕ 2 επισκέφθηκε τη σκηνή, του είχε αναφέρει τα γεγονότα ως τούτα είχαν συμβεί και ζήτησε να σημειωθούν αναλόγως στο Σχεδιάγραμμα, χωρίς όμως, ως διαφάνηκε στην πορεία, τούτο να γίνει. Ανέφερε, επίσης, ότι ο ΜΕ 2 όταν της έδωσε το Σχεδιάγραμμα, δεν της εξήγησε το οτιδήποτε αναφορικά με αυτό και απλά της υπέδειξε που να το υπογράψει. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου, ώστε να είμαι σε θέση να αξιολογήσω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια επί του θέματος νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχει, μεταξύ άλλων, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων κατά τη μαρτυρία του, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων του, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχε να αντιληφθεί τα διαδραματισθέντα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο (βλ. μεταξύ άλλων C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», 2η έκδοση, των Ηλιάδη και Σάντη (σελ.135): «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δυο πλευρές (Σκορδέλλη και Άλλων v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.616, Φώτσιου v Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172), με αναφορά και στη δικογραφία (S Pavlou & Sons Constructions Ltd και Άλλου v. Θεοδώρου, ΠΕ 199/10, ημ. 6.7.15). [.] Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 254). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία [.].». Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες, δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 329), αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν, υπό την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και/ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Τυμπιώτης v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612). Επίσης, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητά της, είτε μέρος αυτής (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266). Όσον τώρα αφορά στη προσέγγιση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, στην υπόθεση Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361». Στην υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο ανέφερε, τα ακόλουθα, αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, με την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα να μην παραγνωρίζεται, αλλά και αυτή να λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovce v. Yeomans
(1981)2 All Ε.R. 21. Σημειώνω εδώ ότι οι Μ.Ε. 2, 3 και 6, προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο ως μάρτυρες γεγονότων, όσο και ως μάρτυρες γνώμης. Αναφέρω, επίσης, ότι η πλευρά της Εναγόμενης, δεν αμφισβήτησε τα προσόντα ουδενός εκ των πιο πάνω μαρτύρων, ούτε την εμπειρία τους στον τομέα της εξειδίκευσής τους, με βάση τα νομολογημένα κριτήρια (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 934). Συνεπώς, δεν παρέχεται έρεισμα στο Δικαστήριο να θέσει υπό αξιολόγηση το κατά πόσο τούτοι εμπίπτουν στη νομολογιακή έννοια του «εμπειρογνώμονα», ο καθένας βέβαια στον κλάδο και/ή τομέα στον οποίο ειδικεύεται. Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, και αφού παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες, κατά τη στιγμή που παρέθεσαν την μαρτυρία τους, προφορική και έγγραφη, ενώπιον μου, την οποία αντιπαρέβαλα και εξέτασα ως σύνολο, σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, προχωρώ στην πιο κάτω αξιολόγηση. Ενάγουσα Σε γενικές γραμμές, η Ενάγουσα μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ενώπιον του Δικαστηρίου προσήλθε για να αναφέρει τα γεγονότα όπως η ίδια τα βίωσε κατά τον επίδικο χρόνο. Ήταν δε σταθερή στις τοποθετήσεις της κατά την αντεξέταση της, ενώ η μαρτυρία της δεν παρουσιάζει τέτοιες αντιφάσεις, σε βαθμό που τούτες θα μπορούσαν να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας της είναι το γεγονός ότι, κατά την αντεξέταση της, η ίδια παραδέκτηκε ότι μετά την ολοκλήρωση των φυσιοθεραπειών που ακολούθησε στον ΜΕ 6, η κατάσταση της βελτιώθηκε και ήταν πολύ καλύτερη, και, ως εκ τούτου, δεν ξαναπήγε για φυσιοθεραπεία. Επίσης, χαρακτηριστικό της ειλικρίνειας της είναι και το γεγονός ότι, αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι επέστρεψε στην εργασία της πριν τη λήξη της άδειας ασθενείας που της χορήγησε ο ΜΕ 3 (η οποία έληγε στις 30.11.2015), και δη ότι επέστρεψε στα καθήκοντα της περί τις 25-26 Νοεμβρίου
- Εξήγησε δε με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι παρά το γεγονός ότι στην εργασία της είχε επιστρέψει κάποιες μέρες ενωρίτερα, στις καθημερινές της συνήθειες και δραστηριότητες η επανένταξη της ήταν σταδιακή, με την ειλικρίνεια της να διαφαίνεται και από το γεγονός ότι ανέφερε ότι ο λόγος που σήμερα δεν συνεχίζει δραστηριότητες, όπως το τρέξιμο και την ποδηλασία, είναι λόγω της δουλειάς της και όχι ένεκα του επίδικου ατυχήματος. Πέραν των ανωτέρω, παρά της έντονης αντεξέτασης που έτυχε αναφορικά με την ταχύτητα την οποία είχε το πρώτο όχημα πριν την επίδικη σύγκρουση, η Ενάγουσα παρέμεινε σταθερή στις απαντήσεις της και δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ήταν δε ιδιαίτερα σαφής ότι η ίδια είχε δει[7] ότι η ταχύτητα του πρώτου οχήματος, όταν τούτο βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου, ήταν στα 80km την ώρα, δίδοντας επαρκείς εξηγήσεις προς τούτο και δη ότι ο λόγος που πρόσεξε την ταχύτητα είναι επειδή έχει φοβία με τα οχήματα που τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα. Εν πάση περιπτώσει, η θέση της αυτή και δη ότι είχε δει την ταχύτητα του πρώτου οχήματος, κατά το χρόνο που αυτό βρισκόταν εντός της δεξιάς λωρίδας του αυτοκινητόδρομου, ουδόλως αμφισβητήθηκε από πλευράς της Εναγόμενης, εφόσον σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της, δεν της υποβλήθηκε η θέση ότι δεν είχε δει την εν λόγω ταχύτητα. Το μέρος της μαρτυρίας της, το οποίο δεν μπορώ να αποδεκτώ, είναι αυτό που θέλει μέρος της συμπτωματολογίας που παρουσίασε μετά το επίδικο ατύχημα να αποτελεί η έντονη κεφαλαλγία και η δυσκολία συγκέντρωσης, καθότι τούτα δεν απαντούνται στα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά, ούτε και αναφέρθηκε οτιδήποτε σχετικό από τον ΜΕ
- Από δε το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών και σχετικών εγγράφων (βλ. Τεκμήρια 5, 8, 9, 10, 12 και 14) που εξέδωσε ο ΜΕ 3, προκύπτει ότι η Ενάγουσα ανέφερε σε αυτόν τα συμπτώματα που παρουσίαζε, τα οποία και κατέγραψε σε αυτά. Με την κρίση μου αυτή, δεν καταλήγω ότι η Ενάγουσα ψεύσθηκε ως προς το ότι αντιμετώπισε, κατά τον εν λόγω χρόνο τέτοια συμπτώματα, παρά μόνο ότι τούτη δεν κατάφερε να συσχετίσει τούτα με το επίδικο ατύχημα. Εξού και η κρίση μου είναι ότι αυτό που δεν αποδεικνύεται από τη μαρτυρία της είναι ότι τα, εν προκειμένω, συμπτώματα, ήταν το αποτέλεσμα του επίδικου ατυχήματος. Στη βάση όλων των ανωτέρω, πλην των όσων ρητώς δεν αποδέκτηκα, την λοιπή μαρτυρία της Ενάγουσας την αποδέχομαι ως αξιόπιστη και στη βάση αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Μ.Ε. 2 Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Οι θέσεις που προώθησε ήταν σαφείς, εμπεριστατωμένες και πλήρως σχετικές με τα επίδικα ζητήματα. Η δε μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και ευκρίνεια. Σημειώνω ότι μέσω της μαρτυρίας του έδωσε όλα τα απαραίτητα εχέγγυα και επιστημονικά κριτήρια που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα ευρήματα σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Επίσης, η μαρτυρία του συνάδει και με το περιεχόμενο της ενώπιον μου έγγραφης μαρτυρίας. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας του μάρτυρα αυτού, είναι το γεγονός ότι ο ίδιος ερωτηθείς αν μπορεί να εκφέρει άποψη ως προς το ποιος ευθύνεται για το επίδικο ατύχημα, επανέλαβε ότι δεν ήταν ο εξεταστής του επίδικου ατυχήματος και ότι ήταν μόνο το πρόσωπο που ετοίμασε το Σχεδιάγραμμα. Άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο είναι ενδεικτικό της ειλικρίνειας του, είναι το γεγονός ότι εξήγησε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν κατέγραψε το όριο ταχύτητας στο Σχεδιάγραμμα είναι επειδή τα όρια ταχύτητας καταγράφονται μόνο στα συμμετρικά σχεδιαγράμματα που γίνονται βάσει κλίμακας, κάτι το οποίο δεν αποτελεί το Σχεδιάγραμμα του Τεκμηρίου
- Συνεπεία της αποδοχής του ιδίου ότι η όποια εκτίμηση του ως προς την ταχύτητα που τηρούσε το πρώτο όχημα δεν ήταν ασφαλής, για τους λόγους που εξήγησα κατά την παράθεση της μαρτυρίας του, η σχετική εκτίμηση του (αναφορικά με την ταχύτητα του πρώτου οχήματος) δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πέραν όμως των ανωτέρω, σημειώνω εδώ, σημαντικά τα εξής. Με δεδομένο ότι η ικανότητα του ΜΕ 2 να ετοιμάζει σχέδια της σκηνής ενός ατυχήματος, καθώς επίσης και η εμπειρία του σε σχέση με τη διερεύνηση ατυχημάτων δεν αμφισβητήθηκαν, το Σχεδιάγραμμα που αυτός ετοίμασε αποτελεί πραγματική μαρτυρία, με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων, καθώς επίσης, και ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, το Σχεδιάγραμμα αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το ατύχημα (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388.). Επομένως, αποδέχομαι το Σχεδιάγραμμα και των όσων σε αυτό καταγράφονται, όπως, μεταξύ άλλων, το σημείο σύγκρουσης «Χ», ως επίσης και τις μετρήσεις στις οποίες ο ΜΕ 2 προέβη στη σκηνή του επίδικου ατυχήματος και κατέγραψε σε αυτό (το Σχεδιάγραμμα), εφόσον, όταν ο μάρτυρας αυτός ερωτήθηκε επί συγκεκριμένων τέτοιων μετρήσεων, αναφέρθηκε σε αυτές, χωρίς να αμφισβητηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο για τούτες από πλευράς της Εναγόμενης. Κατά συνέπεια, το Σχεδιάγραμμα, αποτελεί ενώπιον μου πραγματική μαρτυρία στη βάση της οποίας μπορώ να κρίνω και να εξετάσω την αξιοπιστία των μαρτύρων. Στη βάση όλων των ανωτέρω, πλην της αναφοράς του ΜΕ 2 ως προς την ταχύτητα με την οποία κινείτο το πρώτο όχημα, τη λοιπή μαρτυρία του Μ.Ε. 2 την αποδέχομαι και στη βάση αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Μ.Ε. 3 Ο εν λόγω μάρτυρας μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Οι θέσεις που προώθησε ήταν σαφείς, εμπεριστατωμένες και πλήρως σχετικές με τα επίδικα ζητήματα. Η δε μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και ευκρίνεια. Παρά της αντεξέτασης που έτυχε από πλευράς της συνηγόρου της Εναγόμενης, ο μάρτυρας με σαφή, παραστατικό, επεξηγηματικό και αρκούντως διαφωτιστικό τρόπο, εξήγησε το κάθε τι αναφορικά με τους τραυματισμούς της Ενάγουσας, χωρίς η επί τούτου μαρτυρία του να παρουσιάζει οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις ή τέτοιας μορφής αδυναμίες που να κλονίζουν την αξιοπιστία του. Τουναντίον, μέσω της μαρτυρίας του έδωσε όλα τα εχέγγυα και επιστημονικά κριτήρια που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα ευρήματα σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Ως εκ τούτου, τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολο της και στη βάση αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Μ.Ε. 4 Η μαρτυρία του ΜΕ 4, ουσιαστικά, δεν αμφισβητήθηκε, εξού και αυτή καταγράφεται στα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Οι όποιες ερωτήσεις τέθηκαν στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του ήταν μόνο διευκρινιστικές σε ότι αφορά το κατά πόσο είναι απαραίτητο να δίδεται κάποιο δικαιολογητικό στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως προς το λόγο που ένας εργοδότης δεν καταβάλλει κοινωνικές ασφαλίσεις για εργοδοτούμενο του, για κάποιο συγκεκριμένο μήνα, με τον ΜΕ 4 να αναφέρει ότι αν δεν υπάρχει παράπονο από τον εργοδοτούμενο, δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητήσουν τη δήλωση του εργοδότη. Περαιτέρω, ενδεικτικό της ειλικρίνειας του μάρτυρα αυτού είναι και το γεγονός ότι ερωτηθείς αν είναι σε θέση να γνωρίζει ότι η Ενάγουσα δεν εργάστηκε κατά το μήνα Νοέμβριο του 2015, απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τούτο. Επομένως, τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού την αποδέχομαι στο σύνολο της και στη βάση αυτής, έχω ήδη προβεί σε ανάλογα ευρήματα ανωτέρω. Μ.Ε. 5 Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, επί της ουσίας της, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της Εναγόμενης, παρά μόνο τέθηκαν σε αυτόν διευκρινιστικές ερωτήσεις ως προς τα καθήκοντα της Ενάγουσας στην εταιρεία που αυτή εργαζόταν και ως προς τις παραμέτρους που καθόριζαν τη μισθοδοσία της κάθε μήνα. Μολονότι ο ΜΕ 5 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση, υπό την έννοια ότι δεν έχω κανένα λόγο να πιστεύω ότι ήρθε στο Δικαστήριο να ψευσθεί, εντούτοις, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, η μαρτυρία του, δεν κρίνεται βοηθητική ως προς την κρίση αναφορικά με το πότε η Ενάγουσα επέστρεψε στην εργασία της και έλαβε μισθό σε σχέση με αυτή. Η όποια σχετική αναφορά του ΜΕ 5 βασίστηκε στο Τεκμήριο 17, σύμφωνα με το οποίο δεν φαίνεται να καταβλήθηκαν κοινωνικές ασφαλίσεις για το μήνα Νοέμβριο του
- Τούτο, ωστόσο, δεν είναι βοηθητικό για να καταλήξω ως προς το πότε επέστρεψε στην εργασία της και αν πήρε αντιμισθία σε σχέση με την εργασία της αυτή. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν ήταν σε θέση εκ μνήμης να ενθυμείται τα συγκεκριμένα περιστατικά ούτε και δήλωσε οτιδήποτε για να υποστηρίξει τη θέση του ότι η Ενάγουσα επέστρεψε το Δεκέμβριο του 2015 στην εργασία της. Μοναδική βάση για τη σχετική του τοποθέτηση ήταν το Τεκμήριο
- Επί τούτου, και εναντίον των συμφερόντων της Ενάγουσας, η ίδια δήλωσε ότι επέστρεψε στην εργασία της περί τις 25-26 Νοεμβρίου του 2015 και δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι δεν πληρώθηκε για οποιαδήποτε μέρα εργάστηκε στον εργοδότη της. Το κατά πόσο, στο τέλος της ημέρας, είτε η Ενάγουσα είτε ενδεχομένως και ο εργοδότης της θα έπρεπε να καταβάλουν εισφορές στις κοινωνικές ασφαλίσεις για τις λίγες μέρες που αυτή εργάστηκε για το μήνα Νοέμβριο του 2015 και δεν το έπραξαν, είναι αδιάφορο για σκοπούς κρίσης της παρούσας υπόθεσης. Κατά συνέπεια, επί της σχετικής μαρτυρίας του ΜΕ 5, δεν μπορώ να προβώ σε ασφαλή ευρήματα, εξού και αποδέχομαι επί τούτου τη σχετική μαρτυρία της Ενάγουσας. Ως εκ τούτου, πλην των όσων δεν αποδέκτηκα ρητώς ανωτέρω, τη λοιπή μαρτυρία του Μ.Ε. 5 την αποδέχομαι στο σύνολό της και στη βάση αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα ανωτέρω. Μ.Ε. 6 Ο ΜΕ 6 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, υπό την έννοια ότι ελλείπουν από τη μαρτυρία του αντιφατικές τοποθετήσεις ή διαθλάσεις ή ασυνέπειες ή οποιασδήποτε άλλης μορφής αδυναμίες, τέτοιας εμβέλειας που να μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση περί κρίσης κλονισμού της αξιοπιστίας του. Δεν μου διαφεύγει, κάτι που προτάσσει και η Εναγόμενη, ότι ο μάρτυρας αυτός, σε μεγάλο βαθμό, δεν θυμόταν τις περιστάσεις υπό τις οποίες η Ενάγουσα τον επισκέφθηκε και υπό τις οποίες ο ίδιος διενήργησε τις φυσιοθεραπείες. Εντούτοις, στο βαθμό που με τη μαρτυρία του επιβεβαίωσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο η Ενάγουσα έκανε 10 φυσιοθεραπείες κοντά του, για τις οποίες του κατέβαλε το συνολικό ποσό των €200, τούτη μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού συνάδει και με την ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη μαρτυρία, ενώ ο ίδιος ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 13 και την υπογραφή του επ' αυτού. Ήταν δε επεξηγηματικός αναφορικά με το γεγονός ότι αν ήταν σύνθετος ο τραυματισμός του αυχένα, οι φυσιοθεραπείες που θα χρειάζετο η Ενάγουσα, στη βάση της εμπειρίας του, θα ήταν περισσότερες, ενώ, επίσης, εξήγησε με σαφήνεια ότι οι εν λόγω 10 φυσιοθεραπείες που ακολούθησε η Ενάγουσα δεν ήταν αχρείαστες ή υπερβολικές και ότι τις διενήργησε αφού συστήθηκαν από το γιατρό της, ο οποίος γνώριζε την κατάσταση της. Επίσης, το γεγονός ότι η Ενάγουσα κατέβαλε σε αυτόν το συγκεκριμένο ποσό ως αντιπαροχή για το συγκεκριμένο αριθμό φυσιοθεραπειών που της έκανε, δεν αμφισβητήθηκε είτε μέσω της αντεξέτασης της Ενάγουσας είτε μέσω αυτής του ΜΕ
- Στη βάση όλων των ανωτέρω, τη μαρτυρία του Μ.Ε. 6 σε ότι αφορά τον αριθμό φυσιοθεραπειών που ακολούθησε η Ενάγουσα κοντά του, ως επίσης και αναφορικά με το ποσό που αυτή κατέβαλε για αυτές, αλλά και την αναγκαιότητα διενέργειας τους, την αποδέχομαι και στη βάση αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Εναγόμενη Η μάρτυρας αυτή δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Η μαρτυρία της βρίθει αντιφάσεων, ενώ σε σημεία της συγκρούεται με την κοινώς αποδεκτή μαρτυρία αλλά και την κοινή λογική και την λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Προς επίρρωση της πιο πάνω κρίσης μου, αναφέρω, ενδεικτικά, τα ακόλουθα. Κατ' αρχάς, ενώ η αρχική θέση της Εναγόμενης θέλει μετά βεβαιότητας τον οδηγό του πρώτου οχήματος να οδηγεί με μεγάλη και υπερβολική ταχύτητα, με αποτέλεσμα η ίδια να μην έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί το πρώτο όχημα εγκαίρως, ακολούθως, κατά την αντεξέταση της, αυτή η απόλυτη βεβαιότητα της μετεβλήθη και ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ο οδηγός του πρώτου οχήματος δεν υπερέβηκε το όριο ταχύτητας στον συγκεκριμένο δρόμο, αναφέροντας, επίσης, ότι ο λόγος που θεωρεί ότι έτρεχε υπερβολικά είναι γιατί, εάν δεν έτρεχε, θα τον έβλεπε από τα καθρεφτάκια του αυτοκινήτου της. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά του Δικαστηρίου: «Ε. Σου υποβάλλω επίσης ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου KWU 803 δεν υπερέβηκε σε καμία περίπτωση το όριο ταχύτητας του δρόμου. Α. Δεν νομίζω, αλλά δεν γνωρίζω κιόλας[8]. Ε. Επειδή στην έκθεση είπες ότι έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα, τώρα μας δίνεις κάποιες διαφορετικές απαντήσεις. Α. Όχι, η απάντηση μου είναι η ίδια εάν δεν έτρεχε υπερβολικά θα τον έβλεπα στα καθρεφτάκια που ήταν σε κλάσματα δευτερολέπτων που βρέθηκε κοντά μου». Σε άλλο δε σημείο της μαρτυρίας της, χαρακτήρισε τον οδηγό του πρώτου οχήματος ως τον «Σιούμαχερ», κάτι που δεν συνάδει με την προηγούμενη απάντηση της ότι δεν γνωρίζει αν αυτός δεν υπερέβη το όριο ταχύτητας. Άλλη αντίφαση στη μαρτυρία της είναι το γεγονός ότι ενώ η αρχική της εκδοχή, θέλει τη σύγκρουση να επέρχεται τη στιγμή που επιχειρεί να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου για να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα της, κατά την αντεξέταση της, ισχυρίστηκε ότι όταν της κτύπησε το πρώτο όχημα, αυτή ήταν ήδη στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου[9] και επιχειρούσε το προσπέρασμα. Εν πάση περιπτώσει, η τελευταία αυτή θέση της, δεν συνάδει με την κοινή λογική, αλλά και με την ενώπιον μου πραγματική μαρτυρία. Και εξηγώ. Εν πρώτοις, η εκδοχή που να θέλει την ίδια στιγμή 3 οχήματα[10] να οδηγούν το ένα δίπλα από το άλλο, με ίδια κατεύθυνση, εγέρθηκε για πρώτη φορά από την Εναγόμενη κατά το στάδιο της αντεξέτασης της. Κατά δεύτερο, ως προκύπτει από την πραγματική ενώπιον μου μαρτυρία, το πλάτος του δρόμου ήταν 5 μέτρα και 70 εκατοστά (βλ. Σχεδιάγραμμα). Μολονότι δεν έχω μαρτυρία ενώπιον μου ως προς το πλάτος έκαστου οχήματος, είναι με ασφάλεια που καταλήγω, στη βάση της κοινής λογικής και μόνο, ότι η, εν προκειμένω, θέση της Εναγόμενης δεν συνάδει με την κοινή λογική, δεδομένης και της ανυπαρξίας οποιασδήποτε άλλης θέσης που να θέλει το πρώτο όχημα ή έστω μέρος αυτού, κατά το χρόνο της σύγκρουσης, να οδηγείται έξω από το ασφάλτινο οδόστρωμα. Εν πάση περιπτώσει, το σημείο σύγκρουσης (το σημείο «Χ») επί του Σχεδιαγράμματος παρουσιάζεται να βρίσκεται σε μια απόσταση 3 μέτρα και 40 εκατοστά από την αριστερή πλευρά της αριστερής λωρίδας του αυτοκινητόδρομου, ως η πορεία των ενεχόμενων οχημάτων, και δη να βρίσκεται λίγα εκατοστά εντός της δεξιάς λωρίδας. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι παρά την αναφορά της Εναγόμενης ότι δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο του Σχεδιαγράμματος και ότι δεν συμφώνησε με αυτό, εντούτοις, ως υποδείχθηκε ήδη κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ 2, ο μάρτυρας αυτός δήλωσε τη συμφωνία των ενεχόμενων οδηγών με το περιεχόμενο του Σχεδιαγράμματος και δεν αμφισβητήθηκε η θέση του αυτή, ούτε και του υποβλήθηκε οτιδήποτε διαφορετικό. Εξού και στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ 2 αποδέχθηκα το συγκεκριμένο Σχεδιάγραμμα ως πραγματική ενώπιον μου μαρτυρία. Επανερχόμενη στην αξιολόγηση της Εναγόμενης, η εκδοχή της που θέλει το πρώτο όχημα να συγκρούεται επί του δευτέρου, σε στιγμή που το δεύτερο βρισκόταν ήδη εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με το περιεχόμενο του Σχεδιαγράμματος της σκηνής, δεδομένου ότι το σημείο σύγκρουσης (Χ) βρίσκεται μόλις κάποια εκατοστά από τη διακεκομμένη άσπρη γραμμή που χωρίζει τις δύο κατευθύνσεις κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου. Επίσης, δεδομένης της μη αντεξέτασης του ΜΕ 2 και/ή καλύτερα της μη αμφισβήτησης της θέσης του ότι προτού υπογράψουν οι ενεχόμενοι οδηγοί το Σχεδιάγραμμα, τούτος τους επεξήγησε με λεπτομέρεια τα όσα εκεί καταγράφονται, δεν μπορώ να αποδεκτώ τη θέση της Εναγόμενης ότι δεν συμφώνησε με αυτό και ότι το περιεχόμενο του δεν αντικατοπτρίζει τα όσα η ίδια ισχυρίστηκε σε αυτόν, κατά τον επίδικο χρόνο. Στην υπόθεση Frederickou Schoοls Co. Ltd v. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527, αναφέρθηκαν τα εξής: «Yπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.»[11]. Το Δικαστήριο, επομένως, δεν θα λάβει υπόψη του μαρτυρία που τίθεται από μάρτυρα προς αμφισβήτηση θέσης που υποβλήθηκε από προηγούμενο μάρτυρα της άλλης πλευράς, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε σχετικώς. Να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι, κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ 2 ερωτήθηκε 2 -3 φορές για το κατά πόσο εξήγησε το Σχεδιάγραμμα στην Εναγόμενη και ο μάρτυρας απαντούσε θετικά και ουδέποτε του υποβλήθηκε η θέση ότι ουδέποτε δεν εξήγησε τούτο σε αυτήν ή ότι η Εναγόμενη δεν συμφώνησε με το περιεχόμενο του. Στην ουσία, η θέση του ότι, επεξηγήθηκαν όλα όσα καταγράφονται στο Σχεδιάγραμμα στους οδηγούς των επίδικων οχημάτων και ότι, αφού τους επεξηγήθηκαν, αυτοί τα υπέγραψαν ως ορθά, παρέμεινε στην ουσία αδιαμφισβήτητη. Πρώτη φορά επιχειρήθηκε διάψευση ή αμφισβήτηση του περιεχομένου αυτού (Σχεδιαγράμματος) μέσω της μαρτυρίας της Εναγόμενης, που για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, δεν μπορώ να την αποδεκτώ. Εν πάση περιπτώσει, τη θέση της που θέλει τον ΜΕ 2 να της υποδεικνύει μόνο που να υπογράψει το Σχεδιάγραμμα, χωρίς να της το εξηγεί και χωρίς τούτο να περιλαμβάνει τα όσα η ίδια του ανέφερε και του ζήτησε να καταγραφούν, δεν μπορώ να την αποδεκτώ και για το λόγο ότι τούτη δεν συνάδει με την κοινή λογική. Και εξηγώ. Αν όντως η Εναγόμενη είχε αναφέρει στον ΜΕ 2 διαφορετικά τα γεγονότα σε σχέση με το επίδικο ατύχημα από τον τρόπο που αυτά αποτυπώνονται στο Σχεδιάγραμμα, η λογική και μόνο θέλει την ίδια όταν πήρε το εν λόγω Σχεδιάγραμμα στα χέρια της, με σκοπό να το υπογράψει, και δεν είδε τούτα να αποτυπώνονται και/ή να περιλαμβάνονται σε αυτό, να το αναφέρει στο ΜΕ 2 και αν δεν συμφωνούσε με το περιεχόμενο του εν λόγω Σχεδιαγράμματος, να μην υπέγραφε τούτο. Πέραν των ανωτέρω, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η μνήμη της Εναγόμενης τη βοηθούσε μόνο σε συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας της και όχι σε άλλα. Και εξηγώ. Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση της αν μετά τη σύγκρουση αυτή συνέχισε να οδηγεί το δεύτερο όχημα ως η πορεία της, δεν θυμόταν να απαντήσει και ανέφερε ότι σταμάτησε το εν λόγω όχημα, μόλις μπόρεσε, χωρίς να θυμάται λεπτομέρειες για τούτο, ούτε πόσα μέτρα μακριά σταμάτησε. Ακολούθως, ανέφερε ότι η ίδια, στη σκηνή του επίδικου ατυχήματος, επέστρεψε με τα πόδια (χωρίς να θυμάται καθαρά), θέση η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν συνάδει με την ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματική μαρτυρία και δη με το περιεχόμενο της φωτογραφίας Τεκμήριο 3
(7), το οποίο δεικνύει το δεύτερο όχημα σταθμευμένο στην αντίθετη φορά της κατεύθυνσης που οδηγούσε αρχικά, πράγμα που υποδεικνύει ότι η Εναγόμενη, μετά τη σύγκρουση, συνέχισε να οδηγεί, προχώρησε πιο κάτω στον αυτοκινητόδρομο και, ακολούθως, έκανε επαναστροφή και επέστρεψε στη σκηνή του επίδικου ατυχήματος (βλ. το σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, 2η έκδοση, «Το Δίκαιο της Απόδειξης», στη σελ. 337, όπου αναφέρεται ότι μια φωτογραφία μπορεί να κατατεθεί ως πραγματική μαρτυρία για οποιοδήποτε σκοπό). Στη βάση της εντύπωσης που αποκόμισα από την Εναγόμενη, και για τους λόγους που εξήγησα ήδη ανωτέρω ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας της, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τούτη δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο όταν ανέφερε ότι προτού επιχειρήσει την προς δεξιά κατεύθυνση του δεύτερου οχήματος εξέτασε από τα καθρεφτάκια της αν ερχόταν ή υπήρχε οποιοδήποτε όχημα πίσω ή δίπλα της. Η θέση της αυτή, εν πάση περιπτώσει, συγκρούεται με την κοινή λογική. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ 2 και την κοινώς αποδεκτή μαρτυρία, πρόκειται για έναν ευθύ δρόμο, ο οποίος επιτρέπει ορατότητα ένθεν κι ένθεν, αν απλά κάποιος που οδηγεί προς την μία κατεύθυνση και επιδιώκει να δει την κίνηση από τη πίσω του μεριά χρησιμοποιήσει τα καθρεφτάκια του οχήματος του. Στην προκειμένη περίπτωση, με δεδομένη ήδη τη θέση που αναφέρθηκα ανωτέρω ως προς το αν ή όχι το πρώτο όχημα κινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, θέση που μετέβαλε και η ίδια η Εναγόμενη, χωρίς να μπορώ να προβώ με ασφάλεια ως προς την ακριβή ταχύτητα που τηρούσε το πρώτο όχημα, αν τυχόν η Εναγόμενη εξέταζε τα καθρεφτάκια της, ως ανέφερε, προτού επιδιώξει την προς δεξιά κλίση της, θα έβλεπε το πρώτο όχημα είτε παραπλεύρως της είτε σε αρκετό σημείο πίσω. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία, εν απουσία εμποδίου ορατότητας προς τα πίσω, ότι η Εναγόμενη επιχείρησε να εισέλθει προς τα δεξιά, χωρίς προηγουμένως να εξετάσει τα καθρεφτάκια της. Δεν στέκει στην κοινή λογική η θέση της ότι είδε από τα καθρεφτάκια της, δεν αντιλήφθηκε οποιοδήποτε όχημα και έως ότου απλά κινηθεί προς τα δεξιά, σε σημείο που να διανύσει ελάχιστα εκατοστά, ως από το σημείο «Χ» υποδεικνύεται, το πρώτο όχημα βρέθηκε παρά το πλευρό της και συγκρούστηκε με αυτό. Συνεπώς, στη βάση όλων των ανωτέρω, τη μαρτυρία της Εναγόμενης δεν μπορώ να την αποδεκτώ ως αξιόπιστη και, ως εκ τούτου, την απορρίπτω. Τελικά ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια και στα, επιπρόσθετα, των αρχικών, εξής ευρήματα: Κατά τον επίδικο χρόνο και προτού ο οδηγός του πρώτου οχήματος εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου, το πρώτο όχημα βρισκόταν σε κάποια απόσταση πίσω από το δεύτερο όχημα, ακολουθώντας την ίδια πορεία με το τελευταίο. Σε κάποια στιγμή, ο οδηγός του πρώτου οχήματος, έδειξε με το δεξί φωτεινό του δείκτη, ότι θα εισερχόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας για σκοπούς προσπέρασης του δεύτερου οχήματος και, ακολούθως, εισήλθε εντός αυτής. Ενώ το πρώτο όχημα βρισκόταν ήδη στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου και δίπλα από τη δεξιά πλευρά του δεύτερου οχήματος, με σκοπό να το προσπεράσει, το δεύτερο όχημα εισήλθε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου, χωρίς να ελέγξει επαρκώς το δρόμο και, στο σημείο «Χ» που υποδείχθηκε επί του Σχεδιαγράμματος, συγκρούστηκε επί του πρώτου οχήματος, ανακόπτοντας τη πορεία του. Η σύγκρουση ήταν πλευρική και δη στην αριστερή πλευρά του πρώτου οχήματος, στην πόρτα του συνοδηγού και στα δεξιά του δεύτερου οχήματος. Ένεκα της επίδικης σύγκρουσης, το πρώτο όχημα κινήθηκε δεξιότερα και έκανε ελιγμούς, κτυπώντας στο δεξί κυγκλίδωμα και ακολούθως σταμάτησε στο αριστερό παγκέτο του αυτοκινητόδρομου, ενώ το δεύτερο όχημα προχώρησε ευθεία, όπου και πιο κάτω το σταμάτησαν φίλοι της Ενάγουσας και, ακολούθως, επέστρεψε πίσω στη σκηνή του επίδικου ατυχήματος. Ο ΜΕ 2, ετοίμασε το Σχεδιάγραμμα, στη βάση των όσων του ανέφεραν οι οδηγοί των δύο επίδικων οχημάτων (οι οποίοι ήταν παρόντες), το οποίο, ακολούθως, τους εξήγησε λεπτομερώς και το υπέγραψαν, στην παρουσία του, αποδεχόμενοι τα όσα εκεί καταγράφονται. Η Ενάγουσα συνεπεία του επίδικου ατυχήματος υπέστη θλάση μαλακών μορίων και διάστρεμμα του αυχένα (ευθειασμό του αυχένα) και παρουσίαζε έντονο πόνο στον αυχένα, ζάλη, δυσκαμψία του αυχένα και έντονο πόνο στον αριστερό ώμο με αδυναμία κινήσεων του αριστερού ώμου. Ένεκα των τραυματισμών της, συνεστήθη στην Ενάγουσα αναρρωτική άδεια και αποχή από την εργασία της για την περίοδο από τις 19.10.2015 μέχρι τις 30.11.2015. Επίσης, ένεκα των τραυματισμών της, ο πόνος στον αυχένα και στον ώμο της, της δημιουργούσαν δυσκολίες στον ύπνο, ενώ δεν μπορούσε να εκτελεί τις καθημερινές δουλειές του σπιτιού της ή να κάθεται για ώρα στον υπολογιστή ή την τηλεόραση, αλλά ούτε μπορούσε να σηκώσει έστω και κάποιο ελαφρύ αντικείμενο. Προς αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της και των σωματικών βλαβών που η Ενάγουσα υπέστη, αυτή προέβη σε 10 φυσιοθεραπείες, που τις συνέστησε ο ΜΕ 3, στον ΜΕ 6, για τις οποίες κατέβαλε το συνολικό ποσό των €200 (βλ. Τεκμήριο 13), χρησιμοποιούσε αυχενικό κολλάρο για τουλάχιστον 4 εβδομάδες και λάμβανε αντιφλεγμονώδη φαρμακευτική αγωγή. Μετά την ολοκλήρωση των πιο πάνω φυσιοθεραπειών στον ΜΕ 6, η Ενάγουσα αισθανόταν καλύτερα και η κατάσταση της υγείας της ήταν βελτιωμένη, με αποτέλεσμα να μην ξαναεπισκεφθεί φυσιοθεραπευτή. Εντούτοις, μέχρι και σήμερα, κατά την αλλαγή του καιρού ή όταν κουραστεί, αισθάνεται ήπιο πόνο στον αυχένα και στον αριστερό της ώμο, τον οποίο αντιμετωπίζει με τη λήψη παυσίπονων όταν ο πόνος είναι πιο έντονος. Η Ενάγουσα επέστρεψε στην εργασία της πριν την λήξη της αναρρωτικής της άδειας, και δη στις 25-26 Νοεμβρίου 2015. Τέλος, ο μέσος όρος των καθαρών μηνιαίων απολαβών της Ενάγουσας, κατά τον επίδικο χρόνο, συνοπολογίζοντας τα Τεκμήρια 18-21, ανέρχετο στο ποσό των €790 μηνιαίως. Νομική πτυχή και υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης σε αυτήν Το θέμα της ευθύνης πρόκλησης του ατυχήματος Αναφορικά με το θέμα της ευθύνης, είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η αμέλεια είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται βάσει των συνθηκών και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης (βλ. Patsalides v. Yiapani
(1969)1 CLR 84 και Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 CLR 215). Στα πλαίσια εκδίκασης μιας τέτοιας υπόθεσης, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει αν έχει αποδειχθεί αμέλεια εκ μέρους του εναγόμενου και εάν η απάντηση είναι καταφατική, τότε, θα πρέπει να εξετάσει εάν ο ενάγοντας έχει συντρέχουσα αμέλεια, και σε μια τέτοια περίπτωση, ακολούθως, να καθορίσει τα εκατέρωθεν ποσοστά ευθύνης (βλ. Φοίβος Μαυρίδης v. Rima J. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013). Αποτελεί θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή ότι, η αμέλεια, ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387), ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος, ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Όπως, μάλιστα, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση, ημερομηνίας 16.12.2019, στην Πολιτική Έφεση αρ. 38/2015, Χαραλάμπους ν. McGill, το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται και επιδεικνύεται σε κάθε πρόσωπο που, κατά λογική πρόβλεψη, δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις ενός οδηγού. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, με μέτρο τον μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό και η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378). Με αναφορά στην υπόθεση Γεώργιου Μάρκου ν. Παναγιώτη Μιχαήλ, Πολιτική Έφεση αρ. 246/12, απόφαση ημερομηνίας 27.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A310, υπογραμμίστηκε ότι η αμέλεια, ως νομική έννοια, εξαντλείται, στην πράξη, στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Ούτε είναι μετρήσιμη με απολύτους μαθηματικούς υπολογισμούς, παραμένουσα ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών του ατυχήματος στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Ο οδηγός, έχοντας υπόψη το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας, έχει την υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματός του, όπως αναμένεται από ένα μέσο συνετό οδηγό. Από την άλλη, οι άλλοι χρήστες του δρόμου, είτε οδηγοί, είτε πεζοί, υπέχουν συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνουν μέτρα αυτοπροστασίας. Η συντρέχουσα αμέλεια, δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας (βλ. Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ v. Mohammad Al Sharif
(2012)1 ΑΑΔ 28). Εξετάζοντας το θέμα της ευθύνης πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, κρίνω ορθό να επισημάνω τα εξής. Στο σημείο του αυτοκινητόδρομου όπου έγινε το επίδικο ατύχημα, επιτρεπόταν η προσπέραση και οι οδηγοί είχαν ορατότητα ένθεν κι ένθεν σε αρκετή απόσταση αν χρησιμοποιούσαν τα καθρεφτάκια τους. Εξετάζοντας τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι υπεύθυνη για το επίδικο ατύχημα είναι η οδηγός του δεύτερου οχήματος (η Εναγόμενη), η οποία εισήλθε, αιφνιδίως, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου, χωρίς να ελέγξει και/ή να ελέγξει επαρκώς και με επιμέλεια το δρόμο ως προς την ακολουθητέα αυτής τροχαία κίνηση, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί σε κανένα σημείο, την εκεί, στο οδικό δίκτυο, παρουσία του πρώτου οχήματος είτε κατά το χρόνο που την ακολουθούσε είτε κατά το χρόνο που προσπαθούσε να την προσπεράσει. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν το δεύτερο όχημα να συγκρουστεί και να ανακόψει την πορεία του πρώτου οχήματος και να προκληθεί το επίδικο ατύχημα. Αποτελεί επομένως κρίση μου ότι η γενεσιουργός αιτία του επίδικου ατυχήματος ήταν η αμελής οδήγηση της Εναγόμενης, η οποία εισερχόμενη εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται πιο πάνω, συγκρούστηκε με το πρώτο όχημα, ενώ ο οδηγός του πρώτου οχήματος είχε κάθε δικαίωμα για να προβεί σε προσπέραση του δεύτερου οχήματος στο εν λόγω μέρος του αυτοκινητόδρομου. Επομένως, στο πλαίσιο εξέτασης ενδεχόμενης συντρέχουσας αμέλειας του πρώτου οχήματος, κατά την κρίση μου, δεν μπορεί να του αποδοθεί τέτοια αμέλεια, καθότι δεν προκύπτει να έχει παραλείψει να λάβει μέτρα προφύλαξης έναντι του ενδεχόμενου η Εναγόμενη, αιφνιδίως, να εισερχόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου, χωρίς να ελέγξει επαρκώς τον αυτοκινητόδρομο. Το καθήκον για επιμελή οδήγηση, δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Άλλωστε, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τίποτε δεν προδίκαζε την αλλαγή στη λωρίδα κυκλοφορίας της οδηγού του δεύτερου οχήματος στον αυτοκινητόδρομο και, ως εκ τούτου, υπό τις περιστάσεις, δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί στον οδηγό του πρώτου οχήματος ευθύνη για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη. Αντίθετα, στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης, δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσε να κάνει ο οδηγός του πρώτου οχήματος για να αποφύγει το δυστύχημα. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο ατύχημα φέρει η Εναγόμενη. Αποζημιώσεις Γενικές Αποζημιώσεις Σε ότι αφορά τις γενικές αποζημιώσεις, οι αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά σε αυτές. Αρκεί να λεχθεί ότι ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων που επιδικάζονται προς όφελος θύματος αστικού αδικήματος είναι η, κατά το δυνατόν, αποκατάσταση του στη θέση που θα βρισκόταν πριν διαπραχθεί το εν λόγω αστικό αδίκημα και να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά του, χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα (βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 CLR 789). H νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας, και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση του ανθρώπου (βλ. Μαυροπετρή ν. Γεωργίου
(1995)1 ΑΑΔ 66, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 Α.Α.Δ. 498, Παναγή κ.ά. ν. Κακόψιτου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 839). Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο, υπό την έννοια της αρχής του stare decisis, αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Είναι δεκτό, επίσης, πως πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος (βλ. Ιακώβου v. Ι. Παπαδάκη κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 2079, Τζιβανίδης v. Μιχαηλίδη
(2008)1 ΑΑΔ 218 και Karkallis v. Galatariotis & Sons
(1980)1 CLR 265). Αποτελεί επίσης σταθερή αρχή πως οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές. Η αποζημίωση δεν έχει σκοπό την τιμωρία, αλλά την αποκατάσταση του θύματος του αστικού αδικήματος στη θέση στην οποία εύλογα θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα βρισκόταν αν δεν τραυματιζόταν (βλ. Μιχαήλ v. Συκοπετρίτης Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 1049 και Μαυροπετρή (ανωτέρω)). Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Ενάγουσα εισηγήθηκε, με αναφορά σε αποφάσεις, ότι το ποσό των €7.000 είναι λογικό ως γενικές αποζημιώσεις για τους τραυματισμούς της Ενάγουσας. Μελέτησα με προσοχή τα στοιχεία αριθμού υποθέσεων στις οποίες καθορίστηκαν ποσά γενικών αποζημιώσεων για παρόμοιους τραυματισμούς και τα σύγκρινα με αυτά της υπό κρίση περίπτωσης. Άντλησα καθοδήγηση από αριθμό αποφάσεων στις οποίες υπάρχει αναλογία με τη συγκεκριμένη υπόθεση, στο είδος των τραυμάτων και στα επακόλουθα, προβαίνοντας, βέβαια, στις αναγκαίες προσαρμογές και λαμβάνοντας υπόψη ότι η κάθε υπόθεση έχει τις ιδιαιτερότητες της και ότι είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξουν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς γεγονότα και στοιχεία. Στην υπόθεση Αδαμίδης ν. Χατζηνικολάου, Πολιτική Έφεση αρ. 139/2005, απόφαση ημερ. 25.9.2007, επιδικάστηκε το ποσό των £6.000 επί πλήρους ευθύνης, αλλά, πέρα από το «διάστρεμμα του αυχένα και τον επώδυνο περιορισμό των κινήσεων του αυχένα», υπήρξε και «τραυματισμός στο πρόσωπο, ο οποίος δημιούργησε εκχυμώσεις στον αριστερό οφθαλμό και αιμάτωμα της κάτω ρινικής κόγχης, εκδορές και θλάση των μαλακών μορίων του αριστερού ώμου, αγκώνων και αντιβραχίονα, με μόνιμα κατάλοιπα μία μικρή εμφανή ουλή στο μέτωπο και μία πολύ μικρή στο φρύδι.» Ο εφεσείων - ενάγων ήταν ηλικίας 17 ετών κατά το χρόνο που τραυματίστηκε. Στην υπόθεση Κεζαρίδης ν. Κωνσταντίνου, Πολιτική Έφεση αρ. 12058, απόφαση ημερ. 21.12.2007, ο εφεσίβλητος είχε υποστεί σοβαρό διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κακώσεις στην κεφαλή και εγκεφαλική διάσειση. Του χορηγήθηκε αυχενικό κολλάρο και αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και σε μαγνητική τομογραφία του αυχένα, χωρίς οποιαδήποτε παθολογική ένδειξη. Παραπονείτο για έντονους πονοκεφάλους, αδυναμία συγκέντρωσης, έντονο πόνο και δυσκαμψία του αυχένα, με πόνο και μούδιασμα στα άνω άκρα. Οι ακτινογραφίες της αυχενικής μοίρας έδειξαν ευθειασμό της σπονδυλικής στήλης και σπονδυλοαρθριτικές αλλοιώσεις στους Α5 και Α6 σπονδύλους. Οι πόνοι στον αυχένα και την κεφαλή συνεχίστηκαν για 14 μήνες μετά το δυστύχημα και για όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο εφεσίβλητος ήταν αναγκασμένος να φορεί κολάρο. Αν και το Εφετείο δεν μείωσε το επιδικασθέν ποσό των £6.000, εντούτοις παρατήρησε ότι αυτό το ποσό ήταν πολύ κοντά στο ανώτατο όριο της αποζημίωσης που θα μπορούσε δικαίως να επιδικαστεί υπέρ του εφεσίβλητου. Στη Νεοκλέους ν. Worley
(2001)1 Α.Α.Δ 652, ο εφεσείων που ήταν 53 χρόνων κατά το ατύχημα, υπέστη βαρύ διάστρεμμα του αυχένα που περικλείει κακώσεις των μαλακών μορίων. Αρχικά διαγνώσθηκε μυϊκός σπασμός, ελάττωση κινητικότητας του αυχένα κατά 50% και πόνο κατά τις κινήσεις. Διαπιστώθηκαν επίσης ελαφρές οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις οι οποίες προϋπήρχαν του τραυματισμού. Τέσσερα χρόνια μετά το ατύχημα διαπιστώθηκε επιδείνωση των οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων σε βαθμό δυσανάλογο από ότι φυσιολογικά αναμένετο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του γιατρού του εφεσείοντος, η οποία έγινε αποδεκτή, ο τραυματισμός του εφεσείοντος στο ατύχημα επιδείνωσε την κατάσταση του όσον αφορούσε τις οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχτηκε την έφεση και αύξησε το επιδικασθέν ποσό από £2.000 σε £3.500 επί πλήρους ευθύνης. Στην υπόθεση Στέλιος Δημητρίου v. Μαρίνας Ιωάννου κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 274, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων ύψους ΛΚ 4.000 για τα ψυχικά τραύματα που υπέστη ο εφεσείων. Εκεί, ο εφεσείων, ηλικίας 60 ετών, υπέστη νευρικό κλονισμό όταν βίωσε μια άσχημη εμπειρία μετά από τροχαίο θανατηφόρο ατύχημα. Το ψυχικό τραύμα εκδηλώθηκε με πονοκεφάλους, ζάλη, τάση για εμετό, αδυναμία συγκέντρωσης, ευερεθιστικότητα, διαταραχές στον ύπνο που συνοδευόταν με εφιάλτες, κυρίως με σκηνές από το δυστύχημα, κατάθλιψη, άγχος και έντονες φοβίες στην τροχαία κίνηση και οδήγηση. Όπως γίνεται αντιληπτό οι πιο πάνω υποθέσεις, αφορούν τραυματισμούς που, σε κάποιο βαθμό, ομοιάζουν με την παρούσα περίπτωση, χωρίς να μου διαφεύγει ότι σε κάποιες εξ' αυτών προκλήθηκαν και σωματικές βλάβες που δεν παρατηρούνται στην παρούσα περίπτωση και/ή ότι σε κάποιες εξ αυτών οι σωματικές βλάβες ήταν πολύ πιο σοβαρές από την παρούσα υπόθεση. Δεν μου διαφεύγει, βέβαια, σε καμία περίπτωση ότι αφενός οι πιο πάνω αποφάσεις εξεδόθησαν τα έτη 2001-2007, και αφετέρου ότι τα τελευταία χρόνια διαπιστώνεται μια τάση για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικαζόταν στο παρελθόν. Οι παράγοντες, κατ' εμένα, που υπέχουν σημασίας για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων, είναι ο πόνος και ταλαιπωρία την οποία υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, τα όποια τυχόν κατάλοιπα έχουν μείνει ως αποτέλεσμα των συγκεκριμένων τραυματισμών, το κατά πόσο πρόκειται για μόνιμες βλάβες, ενώ, στα πλαίσια της ταλαιπωρίας, θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η οποιαδήποτε επίδραση των επίδικων τραυμάτων στην καθημερινότητα της Ενάγουσας. Στα πιο πάνω, συνυπολογίζεται και η οποιαδήποτε, από πλευράς της Ενάγουσας, τυχόν αδράνεια ή παράλειψη να μειώσει την οποιαδήποτε ζημία της. Έχει νομολογηθεί ότι ο ενάγων οφείλει να μετριάσει τις ζημιές του, ακολουθώντας τις κατάλληλες θεραπευτικές μεθόδους που του εισηγούνται οι γιατροί που τον παρακολουθούν (βλ. Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastic Industry Ltd)
(2005)1 Α.Α.Δ. 556, Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 384. Έχω υπόψη τα όσα καταγράφηκαν στα ευρήματα μου ανωτέρω, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω και ότι η Ενάγουσα έχει υποστεί τις σωματικές ζημιές και τραυματισμούς που αναφέρθηκαν ανωτέρω, οι οποίες, έστω και σε πολύ μικρότερο βαθμό συνεχίζουν να την ταλαιπωρούν, κατά την αλλαγή του καιρού ή όταν αυτή κουραστεί. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη μου ότι η Ενάγουσα, είχε έντονους πόνους στον αυχένα και τον αριστερό ώμο μετά το επίδικο ατύχημα και ότι για τουλάχιστον 4 εβδομάδες έκανε χρήση αυχενικού κολλάρου και λάμβανε αντιφλεγμονώδη θεραπεία. Έχω, επίσης, υπόψη ότι, η Ενάγουσα, μετά την ολοκλήρωση των 10 φυσιοθεραπειών που ακολούθησε, δεν αναζήτησε ξανά βοήθεια επαγγελματία φυσιοθεραπευτή για να αντιμετωπίσει τους όποιους, κατά καιρούς, ήπιους πόνους αντιμετωπίζει. Έχοντας κατά νου όλη την προαναφερθείσα νομολογία, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιδικαστεί υπέρ της Ενάγουσας, το ποσό των €4.500 για τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη και συνεχίζει να υπόκειται η Ενάγουσα, έστω σε κάποιο, κατά πολύ μικρότερο, βαθμό, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Ειδικές Αποζημιώσεις Nομολογιακά έχει καθιερωθεί ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται με κάθε λεπτομέρεια στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται αυστηρά από τον Ενάγοντα με την προσκόμιση της κατάλληλης αποδεκτής μαρτυρίας και τις οποίες πρέπει να αποδεικνύει με σαφήνεια και συγκεκριμένα στοιχεία (βλ. υποθέσεις Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 298, Ηρακλέους ν. Πίτρος
(1994)1 ΑΑΔ 299 και Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 ΑΑΔ. 1157, Νεοκλής Αντωνιάδης ν. Μιχάλης Σταύρου
(1998)1 ΑΑΔ 1171). Οι ειδικές αποζημιώσεις που διεκδικεί η Ενάγουσα ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €1.568,
- Σε ότι αφορά το ποσό των €378,43[12], σχετικά είναι τα Τεκμήρια 7, 11, 13 και 15, με τα Τεκμήρια 7, 11 και 13 να υιοθετήθηκαν πλήρως από τους συντάξαντες τους, οι οποίοι ουδόλως αμφισβητήθηκαν για το περιεχόμενο τούτων κατά την αντεξέταση τους από την πλευρά της Εναγόμενης, ενώ σε ότι αφορά το Τεκμήριο 15 ουδεμία αντεξέταση έγινε σε σχέση με το περιεχόμενο του και, επομένως, αποτελεί μέρος των κοινώς αποδεκτών γεγονότων. Σημειώνω δε ότι παρά τα όσα οι συνήγοροι της Εναγόμενης προτάσσουν στην αγόρευση τους σε σχέση με το ποσό του Τεκμηρίου 13, με δεδομένο ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι η Ενάγουσα κατέβαλε και ότι ο ΜΕ 6 εισέπραξε το εν λόγω ποσό, δεν παρέχεται έρεισμα αμφισβήτησης του Τεκμηρίου
- Κρίνω δε ότι οι υπηρεσίες για τις οποίες έγιναν οι συγκεκριμένες χρεώσεις και καταβλήθηκαν τα συγκεκριμένα ποσά, ήταν αναγκαίες, υπό τις περιστάσεις, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε η Ενάγουσα, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, αλλά και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας (Τεκμήριο 15). Επομένως, κρίνω ότι η Ενάγουσα απέδειξε, ως η νομολογία επιτάσσει, τις ειδικές αποζημιώσεις που διεκδικεί για το ποσό των €378,
- Στρέφομαι τώρα στο ποσό που διεκδικεί η Ενάγουσα ως ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια μισθών για την περίοδο από τις 19.10.2015 μέχρι και την 30.11.
- Εξ αρχής σημειώνω ότι η Ενάγουσα, για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, δεν κατάφερε να αποδείξει ότι δικαιούται στο αναγραφόμενο στο δικόγραφο της ποσό. Επί τούτου να σημειώσω ότι, ως εκεί καταγράφεται, ζητεί το χρηματικό ποσό των €2.000 και ότι αυτό αφορά σε απώλειες μισθών για το χρονικό διάστημα από 16.10.2015 έως 30.11.
- Ωστόσο, ως αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών, αλλά και εύρημα του Δικαστηρίου, το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη στις 18.10.
- Επίσης, στη βάση της ίδιας της μαρτυρίας της Ενάγουσας, την οποία και αποδέκτηκα, η ίδια επέστρεψε στην εργασία της περί τις 25-26 Νοεμβρίου 2015 και όχι στις 30.11.2015 που στο δικόγραφο της καταγράφεται. Τέλος, με βάση τη δική της σχετική μαρτυρία που παρουσίασε, την οποία και αποδέκτηκα, οι μηνιαίες καθαρές της απολαβές ανέρχονται κατά μέσο όρο περί τα €
- Με τα πιο πάνω, έχω δικαιολογήσει κατά τη γνώμη μου την ήδη εκφρασθείσα κρίση μου ότι δεν μπορεί να αποδοθεί συγκεκριμένη θεραπεία, ως αυτή επιζητείται. Μπορώ ωστόσο να αποδώσω και, ως εκ τούτου, κρίνω και αποδίδω στην Ενάγουσα, ειδικές αποζημιώσεις για το χρονικό διάστημα από 19.10.2015 που ξεκίνησε η άδεια ασθενείας της μέχρι και τις 25.11.2015 που η Ενάγουσα επέστρεψε στην εργασία της. Για να καταλήξω στο ποσό που δικαιούται, προβαίνω στην εξής απλή μαθηματική πράξη: για τις 30 μέρες που λογίζονται ως μήνας, δέχομαι ότι η Ενάγουσα δικαιούται €790, ενώ για τις υπόλοιπες 6 μέρες (από 20.11.2015 - 25.11.2015), δέχομαι ότι η Ενάγουσα δικαιούται το ποσό των €158 (€790 : 30 (ημέρες) = €26,33 και €26,33 Χ 6 μέρες = €158). Επομένως, η Ενάγουσα για την περίοδο που απουσίαζε με άδεια ασθενείας, κρίνω ότι δικαιούται το συνολικό ποσό των €
- Τόκος Παραμένει τέλος, το θέμα του τόκου. Είναι γνωστό ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια σε σχέση με το θέμα του τόκου. Σχετικό είναι το άρθρο 58 (Α) του Κεφ. 148 και το άρθρο 33 του Ν. 14/
- Υπάρχει δε επί του θέματος πλούσια νομολογία. Ενδεικτικά αναφέρω τις αποφάσεις στις υποθέσεις Φοινικαρίδης κ.ά. v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475) και Θεοφάνους v. Κουρουκλά
(2006)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπό εξέταση περίπτωση, το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη στις 18.10.2015 και η Ενάγουσα καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 10.11.
- Συνεπώς, κρίνω ότι στο ποσό των γενικών αποζημιώσεων, η Ενάγουσα δικαιούται τόκο από την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος και δη από τις 18.10.2015, έχοντας υπόψη ότι ακολούθως η Ενάγουσα ενήργησε με τη δέουσα σπουδή, αφού εντός περίπου 1 μηνός προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής εναντίον της. Σε ότι δε αφορά τα ποσά των ειδικών αποζημιώσεων, κρίνω ότι η Ενάγουσα δικαιούται τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αρχικής Έκθεσης Απαίτησης (31.10.2017), όταν ήταν ήδη αποκρυσταλλωμένες τούτες οι ζημιές, αφού η Ενάγουσα είχε ήδη καταβάλει τα σχετικά ποσά (βλ. Fysco -ν- Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014). Κατάληξη Στη βάση των όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος φέρει η οδηγός του δεύτερου οχήματος, ήτοι η Εναγόμενη. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €4.500 ως γενικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από τις 18.10.2015 μέχρι εξόφλησης. Επιπρόσθετα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €1.326,43 ως ειδικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο από τις 31.10.2017 μέχρι εξόφλησης. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανέναν λόγο για να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα και, ως εκ τούτου, επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............. Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. μαρτυρία Μ.Ε.
- [2] Βλ. μαρτυρία Μ.Ε.
- [3] Βλ. μαρτυρία Μ.Ε.
- [4] Βλ. μαρτυρία Μ.Ε.
- [5] Ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος και το ποιος φέρει την ευθύνη για αυτό, παραμένουν ζητήματα διαφιλονικούμενα. [6] Ως προς τη λοιπή αναρρωτική άδεια που ισχυρίζεται η Ενάγουσα, παραμένει ζήτημα διαφιλονικούμενο. [7] Υπογράμμιση δική μου. [8] Υπογράμμιση του Δικαστηρίου. [9] Βλ. πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 4.4.2023, σελ. 8, γραμμές 20-
- [10] Το πρώτο όχημα, το δεύτερο όχημα και το όχημα που προπορευόταν αυτό του δεύτερου οχήματος το οποίο το τελευταίο προσπαθούσε να προσπεράσει. [11] Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. [12] Βλ. παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο