← Κύπρος

Δρ. Αντρέας Γ. Γεωργίου ν. Εκδόσεις «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 7495/13, 7/11/2024

Δρ. Αντρέας Γ. Γεωργίου ν. Εκδόσεις «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 7495/13, 7/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7495/13 Μεταξύ: Δρ. Αντρέας Γ. Γεωργίου Ενάγοντας -και-

  1. Εκδόσεις «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΤΔ
  2. Σωτήρης Παρούτης Εναγόμενοι --------------------------- Ημερομηνία: 07 Νοεμβρίου, 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Σ. Αγγελίδης για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2: κα Γεωργίου για Κάλια Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή του ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για δυσφήμιση ή/και κακόβουλη ψευδολογία ή/και λίβελο σε σχέση με κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πολίτης» την 01/10/
  3. Παράλληλα, ζητά διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους να μεταδίδουν ή διανέμουν ή αναδημοσιεύουν το συγκεκριμένο δημοσίευμα. Αξιώνει και τιμωρητικές αποζημιώσεις για λίβελο ή/και συκοφαντική δυσφήμιση. Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας είναι ιατρός, οικογενειάρχης και πρόσωπο ευρύτατα γνωστό στην κυπριακή κοινωνία και στον ιατρικό κόσμο για το ηθικό επίπεδο, την αξιοπρέπεια, την εντιμότητα, τις γνώσεις και την προσφορά του, ιδιαίτερα στον τομέα της υγείας και χαίρει μεγάλης εκτίμησης και υπόληψης. Η Εναγόμενη 1 εκδίδει την εφημερίδα «Πολίτης», η οποία κυκλοφορεί ευρέως ανά το Παγκύπριο με χιλιάδες φύλλα ημερησίως, ενώ παράλληλα κυκλοφορεί και στο εξωτερικό και στο διαδίκτυο σε ηλεκτρονική μορφή. Ο Εναγόμενος 2 είναι εκ των διευθυντών της Εναγόμενης 1 και εκ των αρχισυντακτών της. Προωθείται η θέση ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ψευδώς και κακόβουλα έγραψαν ή/και εκτύπωσαν ή/και δημοσίευσαν ή/και κυκλοφόρησαν ή/και προκάλεσαν ή/και επέτρεψαν ή/και ανέχθηκαν τη συγγραφή ή/και εκτύπωση του δημοσιεύματος που κυκλοφόρησε Παγκύπρια την 01/10/2013 στην ενότητα «Κοινωνία» με τον τίτλο «Οι έρευνες για το θεαθήναι ‑ αμέλησε ο Αντρέας Γεωργίου να σφίξει προσφοροδότη». Το συγκεκριμένο κείμενο είναι στην ολότητά του δυσφημιστικό ή/και αναληθές ή/και ανακριβές. Από το συγκεκριμένο κείμενο ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιές από τη δυσφήμιση ή/και κακόβουλη επιζήμια ψευδολογία ή/και τις αναλήθειες ή/και τις φαντασιώσεις ή/και τον λίβελο ο οποίος αφορά τον ίδιο. Το συγκεκριμένο δημοσίευμα, με υπαινιγμούς και αναλήθειες οι οποίες αφορούσαν τον Ενάγοντα, έγινε κακεντρεχώς ή/και με κακή πίστη των Εναγόμενων και σκοπό είχε να βλάψει ή/και εξευτελίσει ή/και καταρρακώσει το κύρος και την προσωπικότητά του ή/και να του αποδώσει ποινικά κολάσιμη πράξη ή/και να επηρεάσει τα δικαιώματα ή/και το ήθος ή/και την επαγγελματική υπόληψη ή/και αξιοπρέπεια ή/και αξιοπιστία ή/και την προσφορά του ως Αναπληρωτή Διευθυντή των Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας. Διαζευκτικά, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 στο κείμενό τους υπονοούσαν ότι ο ίδιος χρησιμοποίησε κατ' εξακολούθηση τη θέση του ώστε να καταπατά εσκεμμένα Θεσμούς και Νόμους και να ενεργεί ενάντια στο δημόσιο συμφέρον, ότι χρησιμοποιούσε αθέμιτα και αλλότρια ή και ανέντιμα τη θέση του στο Υπουργείο Υγείας ή/και ότι εσκεμμένα εκτέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντά του για να ευνοήσει τον επιτυχόντα προσφοροδότη ή/και ότι προκάλεσε ή/και επιδίωξε την καθυστέρηση της διοικητικής έρευνας που είχε διαταχθεί προ διετίας ή/και ότι ευθύνεται προσωπικά για το γεγονός ότι η διοικητική έρευνα που είχε διαταχθεί είχε μπει στα συρτάρια ή/και ότι με πρόθεση ή/και για προσπορισμό προσωπικού ή/και οικονομικού οφέλους κατά την υπογραφή της σύμβασης δεν ζήτησε από την ανάδοχο Εταιρεία βεβαίωση από το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων ότι δεν είχε οποιεσδήποτε φορολογικές υποχρεώσεις ή/και ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του ως αναπληρωτής Διευθυντής Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας έκανε κακή διαχείριση των υποθέσεων του Τμήματος, ότι υπήρξε αμελής και ανεύθυνος κατά τη διεκπεραίωση των καθηκόντων του, ότι δαπάνησε ή/και επέτρεψε να δαπανηθούν εν γνώσει του υπέρογκα ποσά του δημόσιου, ότι αυτοβούλως επέτρεψε ή/και ενέκρινε ή/και εξουσιοδότησε ή/και προκάλεσε τη σύναψη της σύμβασης για τον συγκεκριμένο προσφοροδότη, ότι έδωσε εντολές για την υπογραφή της συγκεκριμένης σύμβασης για αλλότριο και μη νόμιμο σκοπό και ότι ήταν ανάξιος ή/και ανεπαρκής ή/και μεροληπτικός ή/και ακατάλληλος για να κατέχει τη θέση του αναπληρωτή Διευθυντή των Ιατρικών Υπηρεσιών. Καταγράφονται λεπτομέρειες, είναι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα, σε σχέση με το τι αποδίδει το συγκεκριμένο δημοσίευμα στον ίδιο. Συγκεκριμένα του αποδίδει ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση, ήτοι αμελή εκτέλεση των καθηκόντων του και τείνει να βλάψει ή/και να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψή του ως αναπληρωτή Διευθυντή Ιατρικών Υπηρεσιών αλλά και ως ιατρού και ως μέλους της κοινωνίας, αφού τον χαρακτηρίζει ως άτομο που ενεργεί υπεράνω των Νόμων και των Θεσμών και που τοποθετεί το προσωπικό του συμφέρον και την ιδιότητά του για να καταπατά τον Νόμο. Τον παρουσιάζει ως άτομο που δρα ύποπτα και/ή μυστικά και/ή με ύποπτες και/ή μυστικές και/ή με αδιαφανείς συναλλαγές αποκτά οφέλη σε βάρος του κράτους. Ο ίδιος αναφέρει ότι το συγκεκριμένο δημοσίευμα ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή του Ενάγοντα από το ευρύ κοινό, τους υφισταμένους του και εν γένει την Υπηρεσία στην οποία ανήκει. Ότι στηρίζεται σε γεγονότα που δεν είναι αληθή και/ή είναι ψευδή ή/και ότι δεν συνιστά έντιμο σχόλιο ή/και δεν είναι προνομιούχο ως στηριζόμενο επί αναληθών γεγονότων τα οποία οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι ήταν αναληθή ή/και μπορούσαν με εύλογη φροντίδα να διακριβώσουν ότι είναι αναληθή ή/και γενόμενα με κακή πίστη ή/και με σκοπό βλάβης της υπόληψης και της τιμής του Ενάγοντα κατά τρόπο που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, ούτε και ήταν αναγκαίος για την πληροφόρηση του κοινού ή/και δεν ήταν εντός των επιτρεπτών ορίων της ελευθερίας του λόγου ή/και του καθήκοντος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης για ενημέρωση του κοινού ή/και για την προστασία οποιουδήποτε ή/και του κοινού συμφέροντος. Ότι δημοσιεύτηκε εσκεμμένα και με κακόβουλη πρόθεση ή/και με σκοπό να βλάψει τον Ενάγοντα ή/και εν γνώση της αναλήθειας των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται ή/και χωρίς να καταβληθεί εύλογη επιμέλεια για την διακρίβωση των αληθών γεγονότων. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 με τη δημοσίευση του συγκεκριμένου άρθρου παρουσίασαν στο ευρύ κοινό, υπό μορφή δηλώσεων του Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας, ψευδείς ή/και παραπλανητικές πληροφορίες περί εσκεμμένης δήθεν δράσης του Ενάγοντα κακόβουλα και με σκοπό να πλήξουν το πρόσωπό του, την προσωπικότητά του, το ήθος του και τις αρχές του. Προκλήθηκε στον ίδιο, από το δημοσίευμα, σοβαρή ζημιά και βλάβη στην ιδιωτική ή/και κοινωνική ή/και επαγγελματική ή/και δημόσια ζωή του και τον εξέθεσε σε δημόσιο χλευασμό, ανυποληψία, αμφισβήτηση του κύρους του και περιφρόνηση. Λόγω του ότι, από τις 23/09/2013 ‑ 09/10/2013 εκκρεμούσε ο διορισμός αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας, η ημερομηνία δημοσίευσης του συγκεκριμένου κειμένου σκοπούσε στο να επηρεάσει δυσμενώς την απόφαση της Αρμόδιας Αρχής και να βλάψει την επαγγελματική του καριέρα ή/και να επηρεάσει την απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα για την πορεία της διοικητικής ή/και της πειθαρχικής έρευνας. Ο Ενάγοντας ζητά όπως του αποδοθεί αποζημίωση για τις ζημιές που προέκυψαν στον ίδιο από τη συκοφάντηση, τη λοιδορία, τον τραυματισμό της υπόληψής του, τη δυσφήμιση και τον χλευασμό. Παράλληλα, διεκδικεί αποζημιώσεις για την παράβαση των ατομικών θεμελιακών δικαιωμάτων και ελευθεριών του, καθώς και για την προσβολή που υπέστη στον επαγγελματικό τομέα και στον προσωπικό τομέα και συγκεκριμένα για την ταλαιπωρία και οδύνη που υπέστη εξαιτίας του δημοσιεύματος των Εναγόμενων, αφού το συγκεκριμένο δημοσίευμα του προκάλεσε απώλεια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας και αμαύρωσε την προσωπική του φήμη. Διεκδικεί, εκτός από τις γενικές αποζημιώσεις, ειδικές αποζημιώσεις ύψους €15.000 λόγω της απώλειας όλων των αποδοχών και επιδομάτων της θέσης και της υποβάθμισης της υπηρεσιακής του κατάστασης σε κατώτερη θέση. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην Υπεράσπισή τους παραδέχονται τη δημοσίευση του συγκεκριμένου άρθρου στην εφημερίδα «Πολίτης» την 01/10/2013, αρνούνται όμως ότι συνέταξαν ή/και εκτύπωσαν ή/και δημοσίευσαν ή/και κυκλοφόρησαν ή/και προκάλεσαν ή/και επέτρεψαν τη δημοσίευση ή/και κυκλοφορία οποιουδήποτε κειμένου το οποίο ήταν δυσφημιστικό προς τον οποιονδήποτε. Προωθούν τη θέση ότι το συγκεκριμένο κείμενο συνιστά απόσπασμα μεγαλύτερου άρθρου ή/και δημοσιεύματος. Εισηγούνται ότι δεν καταγράφονται αναλυτικά ή/και επαρκώς τα νοήματα που σύμφωνα με τον Ενάγοντα φέρει το δημοσίευμα, στην φυσική και συνήθη ερμηνεία του. Ισχυρίζονται ότι το εν λόγω δημοσίευμα δεν αφήνει οποιοδήποτε υπονοούμενο, ενώ παράλληλα εισηγούνται ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα είναι συνταγμένοι ελλιπώς και δεν δίδουν επαρκείς ή/και καθόλου λεπτομέρειες σχετικά με το αληθινό ή νομικό υπονοούμενο που το συγκεκριμένο δημοσίευμα ενέχει. Επιπρόσθετα, αρνούνται ότι το συγκεκριμένο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα ή/και ότι συνιστά επιζήμια ψευδολογία και ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει ζήτημα δυσφήμισής του. Κατά συνέπεια, αρνούνται ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε οποιεσδήποτε θεραπείες και ισχυρίζονται ότι οι απαιτήσεις για ειδικές αποζημιώσεις, τιμωρητικές αποζημιώσεις, αποζημιώσεις για επιζήμια ψευδολογία και παραβίαση του δικαιώματος της προσωπικότητας ή των άλλων θεμελιακών δικαιωμάτων του Ενάγοντα δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν. Προωθείται η θέση ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν προβεί σε οποιανδήποτε παράνομη ενέργεια έναντι του Ενάγοντα ή ότι το συγκεκριμένο δημοσίευμα συνιστούσε λίβελο σε βάρος του και αρνούνται να αποκαταστήσουν τον Ενάγοντα ή να τον αποζημιώσουν. Στην περίπτωση που διαφανεί ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, προωθούν τον ισχυρισμό ότι ολόκληρο το κείμενο, ως αυτό μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τον κύπριο πολίτη, αφήνει την εντύπωση ή/και νόημα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε ολοκληρωθεί διοικητική έρευνα η οποία αφορούσε σύμβαση του Υπουργείου Υγείας με την ανάδοχο εταιρεία, η οποία σύμβαση κατά την υπογραφή της, τον Αύγουστο του 2010, δεν συνοδεύτηκε από τη ζητούμενη βεβαίωση από το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων που να αφορά τις οποιεσδήποτε φορολογικές υποχρεώσεις του αναδόχου. Τη σύμβαση, εκ μέρους του Υπουργείου, την είχε υπογράψει ο Ενάγοντας ο οποίος αμέλησε να ζητήσει το συγκεκριμένο πιστοποιητικό από τον επιτυχόντα προσφοροδότη και αποδέχθηκε καλόπιστα την προφορική δέσμευση του ότι θα καταθέσει το συγκεκριμένο πιστοποιητικό σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Υπουργείο Υγείας, τον Φλεβάρη του 2011, είχε αποταθεί προς τη Νομική Υπηρεσία για να ληφθούν μέτρα εναντίον του αναδόχου αλλά, λόγω του ότι ο ανάδοχος δεν είχε υποβάλει το συγκεκριμένο πιστοποιητικό, αυτά τα μέτρα δεν μπορούσαν να ληφθούν. Επιπρόσθετα, το άρθρο εξέφραζε την άποψη ότι θα έπρεπε να διενεργηθεί έρευνα και να αποδοθούν ευθύνες στους λειτουργούς που ενέκριναν την υπογραφή της σύμβασης, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν υποβληθεί όλα τα απαιτούμενα έγγραφα. Η έρευνα διατάχθηκε τον Μάιο του 2011 και ανατέθηκε στον Βοηθό Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας, ο οποίος την ολοκλήρωσε μετά παρέλευση 26 μηνών. Το Πόρισμα της έρευνας καταγράφει κάποιες εκδοχές για τον λόγο που δεν είχε ζητηθεί από την ανάδοχο εταιρεία το συγκεκριμένο πιστοποιητικό και εισηγείται ότι ο Ενάγοντας είχε επιδείξει κάποια αμέλεια αφού είχε αποδεχθεί ένα πιστοποιητικό το οποίο δεν ήταν αυτό που απαιτείτο. Διαζευκτικά, οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι το δημοσίευμα συνιστούσε εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος ή/και έγινε καλόπιστα. Συγκεκριμένα, ο συντάχτης του εξέφρασε την άποψη ότι ο όλος χειρισμός του Τμήματος, εκ μέρους του Υπουργείου Υγείας, ήγειρε ερωτηματικά καθώς και ο χρόνος που χρειάστηκε η διοικητική έρευνα για να ολοκληρωθεί, ήτοι 26 μήνες. Ερωτηματικά γεννά επίσης το γεγονός ότι, μετά την ολοκλήρωση της έρευνας δεν λήφθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια ή διαδικασία εναντίον των λειτουργών στους οποίους καταλογίζονται ευθύνες, ότι το πόρισμα δεν καταλήγει σε απόδοση ουσιαστικών ευθυνών, ότι τα συμπεράσματά του είναι ασαφή αλλά και το γεγονός ότι αφήνει σκιά κατά του Ενάγοντα για τον τρόπο που ενήργησε κατά την υπογραφή της σύμβασης, ενώ παράλληλα δίδεται η εντύπωση ότι ολόκληρη η διαδικασία της έρευνας, από τον χρόνο που διήρκησε μέχρι το αποτέλεσμά της και το λεκτικό του Πορίσματος, έγινε απλώς για τα μάτια του κόσμου χωρίς να καταλήγει σε οποιοδήποτε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το εν λόγω δημοσίευμα είναι προνομιούχο και ότι έγινε καλόπιστα αφού επέδειξαν κάθε επιμέλεια για τη λήψη, διασταύρωση και επαλήθευση των δημοσιευθέντων και ότι υπό τις περιστάσεις είχαν ηθικό ή/και κοινωνικό καθήκον να το δημοσιεύσουν προς το αναγνωστικό κοινό και προς τους φορολογούμενους πολίτες. Τέλος, προωθείται ότι η δημοσίευση έγινε στα πλαίσια του καθήκοντος πληροφόρησης του κοινού και του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και τις Διεθνείς Συμβάσεις. Ο Ενάγοντας έδωσε μαρτυρία προς προώθηση των θέσεων του. Τις κατέγραψε σε μια εκτενή γραπτή δήλωση, η οποία εκτείνεται σε 69 σελίδες, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Στην γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι κατά τον επίδικο χρόνο ασκούσε καθήκοντα ως Αναπληρωτής Διευθυντής Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας του Υπουργείου Υγείας. Παραθέτει τα προσόντα του και δηλώνει ότι το 1978 είχε προσληφθεί ως Ιατρικός Λειτουργός στις Ιατρικές Υπηρεσίες και Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας και έκτοτε υπηρέτησε στις διάφορες βαθμίδες των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας ενώ υπηρέτησε και ως Αναπληρωτής Διευθυντής του Υπουργείου από 06/02/2012 ‑ 21/02/2012 και από 22/06/2012 ‑ 08/04/
  4. Συντάχτης του επίδικου δημοσιεύματος είναι ο Εναγόμενος 2, εκ των αρχισυντακτών της Εναγόμενης 1 και ο τίτλος του, από μόνος του, είναι δυσφημιστικός. Καταγράφει ότι ολόκληρο το επίδικο δημοσίευμα, το οποίο προβάλλεται στη σελίδα 25 της εφημερίδας που δημοσιεύτηκε την 01/10/2013, αναφέρεται ονομαστικά στο πρόσωπό του και εκτείνεται σε μεγάλη έκταση της σελίδας
  5. Επίσης η φωτογραφία που υπάρχει στην ίδια σελίδα απεικονίζει χρήματα και στηθοσκόπιο. Κατά τη δική του άποψη τα συγκεκριμένα δεδομένα βλάπτουν ουσιωδώς την υπόληψή του και κατ' επέκταση την επαγγελματική, κοινωνική και προσωπική του ζωή, αφού πείθουν τον αναγνώστη να πιστέψει ότι το πρόσωπο που χρηματίστηκε ήταν ιατρός. Επιπρόσθετα, καταγράφεται το δικό του ονοματεπώνυμο τέσσερεις

(4)φορές στο συγκεκριμένο δημοσίευμα μαζί με τη θέση που κατείχε κατά τον δεδομένο χρόνο. Συνδυασμός των δεδομένων αυτών πείθει τον αναγνώστη ότι ο Ενάγοντας χρηματίστηκε, γεγονός που είναι αναληθές. Υποστηρίζει ότι στο Πόρισμα του Βοηθού Γενικού Ελεγκτή δεν καταγράφεται οποιαδήποτε αναφορά με την οποία να του προσάπτεται οποιαδήποτε κατηγορία ότι έχει χρηματιστεί γι' αυτό και οι Εναγόμενοι 1 και 2, ενεργώντας κακόβουλα ή/και κακόπιστα, δημοσίευσαν την εν λόγω φωτογραφία για να πείσουν τον αναγνώστη να πιστέψει την αναληθή κατηγορία ότι ο ίδιος είχε χρηματιστεί. Υποστηρίζει ότι κατά τον χρόνο δημοσίευσης του κειμένου ο ίδιος δεν γνώριζε για την ύπαρξη του Πορίσματος, όμως γνώριζε ότι τέτοιου είδους πορίσματα είναι διαβαθμισμένα και προσωπικά δεν είχε εξουσιοδότηση για χειρισμό ή μεταφορά τέτοιου είδους εγγράφων με την διαβάθμιση «ΑΠΠΟΡΡΗΤΟ/ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟ». Ο μόνος νόμιμος τρόπος, με τον οποίο θα μπορούσε να λάβει γνώση των διαβαθμισμένων εγγράφων, ήταν με την επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 11/10/2013, στον τότε Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, με κοινοποίηση στον Υπουργό Υγείας και τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Το Υπουργείο Υγείας δεν απάντησε τη συγκεκριμένη επιστολή, κατά πόσο υπήρχαν τα συγκεκριμένα διαβαθμισμένα έγγραφα, οπόταν ο ίδιος δεν μπορούσε να λάβει γνώση του περιεχομένου τους. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να ζητήσει επανόρθωση του δημοσιεύματος, αφού δεν είχε εκ των προτέρων λάβει νόμιμα γνώση του κειμένου του Πορίσματος της διοικητικής έρευνας ώστε να το συγκρίνει και διασταυρώσει με το κείμενο του επίδικου δημοσιεύματος. Τα συγκεκριμένα έγγραφα διαβιβάστηκαν από τον δικηγόρο των Εναγόμενων 1 και 2 στον δικό του δικηγόρο στις 28/04/
  1. Αποκαλύφθηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2, στο επίδικο δημοσίευμα, είχαν δημοσιεύσει το περιεχόμενο διαβαθμισμένων εγγράφων. Το ερώτημα ήταν κατά πόσο είχαν γίνει οποιεσδήποτε ενέργειες από την Αρμόδια Αρχή για να εξεταστεί κατά πόσο η διάδοση και διαρροή διαβαθμισμένων πληροφοριών, εγγράφων και υλικού είχε γίνει κατά παράβαση των περί των Κανονισμών Ασφάλειας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών, Εγγράφων και Υλικού και για Συναφή Θέματα Νόμων του 2002 ‑ 2008 και των Κανονισμών ή Διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει αυτών. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι διαβάζοντας το Πόρισμα του Βοηθού Γενικού Ελεγκτή, από το οποίο ο Εναγόμενος 2 είχε αντλήσει τις πληροφορίες του για να συντάξει το κείμενο, αποκαλύπτεται ότι τα αληθινά γεγονότα είναι ότι ο ανάδοχος είχε υποβάλει δήλωση πιστοποίησης προσωπικής κατάστασης. Ο Εναγόμενος 2 γνώριζε από το περιεχόμενο του Πορίσματος, το οποίο είχε ενώπιόν του, ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα, όμως επέλεξε να δημοσιεύσει αναληθείς ισχυρισμούς που έρχονται σε αντίφαση με το περιεχόμενο του Πορίσματος και συγκεκριμένα ότι δεν είχε υποβληθεί η συγκεκριμένη δήλωση. Καταγράφει ως αναληθή τον ισχυρισμό, στο κείμενο «Από τι στιγμή που δεν υποβλήθηκε τέτοια δήλωση (σ.σ. ή δεν ζητήθηκε η υποβολή της δεν .).». Ο συγκεκριμένος αναληθής ισχυρισμός στρέφεται εναντίον του και έβλαψε ουσιωδώς την υπόληψή του, διότι άφηνε να νοηθεί ότι ο ίδιος αμέλησε, ήτοι δεν «έσφιξε» τον προσφοροδότη, έτσι ώστε να υποβάλει τη δήλωση πιστοποίησης προσωπικής κατάστασης με την οποία αποδεικνυόταν ότι εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Σε σχέση με τη φωτογραφία που συνοδεύει το δημοσίευμα, η οποία απεικονίζει χρήματα και στηθοσκόπιο, εάν αυτή ιδωθεί μαζί με τον τίτλο του δημοσιεύματος κατά τη δική του άποψη οδηγεί σε επηρεασμό της υπόληψης του και κατ' επέκταση της επαγγελματικής, κοινωνικής και προσωπικής του ζωής αφού πείθουν τον αναγνώστη να πιστέψει ότι ο ίδιος, ως αναπληρωτής Διευθυντής Ιατρικών Υπηρεσιών, αμέλησε να «σφίξει» τον προσφοροδότη και είχε χρηματιστεί, γεγονός που είναι αναληθές. Καταγράφει ότι ο ίδιος είχε επισυνάψει στην επιστολή του ημερομηνίας 01/08/2012 προς τον τότε Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας, τη δήλωση πιστοποίησης προσωπικής κατάστασης της αναδόχου εταιρείας. Προώθησε τη θέση ότι ο Εναγόμενος 2 γνώριζε το γεγονός αυτό, πλην όμως δεν θα μπορούσε να δημοσιεύσει το συγκεκριμένο κείμενο αν δεν κατάγραφε τον αναληθή ισχυρισμό, αφού γνώριζε ότι η προσθήκη του αναληθούς ισχυρισμού ήταν προϋπόθεση για να δικαιολογηθεί το κείμενο του συγκεκριμένου δημοσιεύματος. Υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν μπορούν να προβάλουν την υπεράσπιση ότι το δημοσίευμα ήταν αληθές γιατί μέρος του δημοσιεύματος γνώριζαν ότι ήταν αναληθές. Επίσης δεν μπορούν να προωθούν τη θέση ότι το δημοσίευμα συνιστά εύλογο σχόλιο που αφορά θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος ή/και συμφέροντος, διότι η δημοσίευση δεν έγινε καλή τη πίστει. Το γεγονός ότι δεν έγινε καλή τη πίστει αποκαλύπτεται από το δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν ενώπιόν τους το γραπτό κείμενο του Πορίσματος του Βοηθού Γενικού Λογιστή από το οποίο μπορούσαν με ευκολία να ανακαλύψουν ότι οι ισχυρισμοί τους είναι αναληθείς και ότι δεν εμπεριέχονταν στο κείμενο. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι το δημοσίευμα ήταν αναληθές και οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν πίστευαν αυτό ως αληθές ή ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 προέβησαν στη δημοσίευση του κειμένου χωρίς να καταβάλουν εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή αναληθούς αυτού ή ότι προβαίνοντας στη δημοσίευση ενήργησαν με σκοπό να βλάψουν τον ίδιο σε μεγάλο βαθμό ή/και να τον βλάψουν κατά τρόπο που ξεπερνά το εύλογα αναγκαίο προς εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος ή για την προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος ή συμφέροντος σε σχέση με το οποίο αξιώνουν προνόμιο. Ισχυρίζεται ότι η επιλογή των λέξεων, από τον Εναγόμενο 2, είναι τέτοια που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ίδιος ενήργησε με τρόπο μεμπτό. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος 2 παρέλειψε να καταγράψει τη δική του θέση η οποία εμπεριέχεται στο Πόρισμα του τότε Βοηθού Γενικού Ελεγκτή, το οποίο ο Εναγόμενος 2 είχε ενώπιόν του. Ο λόγος που παρέλειψε την καταγραφή της δικής του θέσης ήταν για να μην αποκαλύψει στον αναγνώστη του δημοσιεύματος τις ημερομηνίες και το περιεχόμενο επιστολών που ο ίδιος είχε απευθύνει προς τον τότε Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας, στα πλαίσια της διεξαγόμενης έρευνας, καθώς και επιστολής του Ιανουαρίου του 2011 προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 αλλοίωσαν το κείμενο του Πορίσματος και πρόσθεσαν λέξεις όπως το ρήμα «κατέληξε», το οποίο δεν εμπεριέχεται στο Πόρισμα του τότε Βοηθού Γενικού Ελεγκτή, για να πείσουν τον αναγνώστη του δημοσιεύματος να πιστέψει ότι αυτή ήταν η κατάληξη της Νομικής Υπηρεσίας σε σχέση με τη συγκεκριμένη έρευνα. Όλα αυτά, είναι ο ισχυρισμός του, έχουν βλάψει ουσιωδώς την υπόληψή του και αφήνουν να νοηθεί ότι ο ίδιος επέδειξε αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 παρέλειψε να αναφέρει τη δεύτερη εκδοχή των γεγονότων, τη δική του εκδοχή, όπως αυτή είχε εκφραστεί γραπτώς, την οποία είχε ενώπιόν του στη σελίδα 3 του Πορίσματος του τότε Βοηθού Γενικού Ελεγκτή. Η επιλογή του συντάκτη να μην περιλάβει στο δημοσίευμα τη δική του θέση καταδεικνύει τη μεροληψία του, ενώ παράλληλα φρόντισε να αναφέρει τη θέση του τότε προϊστάμενου του Τομέα Έργων Ανάπτυξης Προμηθειών και Ιατροτεχνολογικού Εξοπλισμού, ο οποίος δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της σύμβασης. Είναι η θέση του ότι η όποια παράλειψη του συντάκτη του συγκεκριμένου δημοσιεύματος δεν οφείλεται σε καλόπιστο λάθος, γιατί η κατάληξη του τότε βοηθού Γενικού Ελεγκτή επισημαίνει ξεκάθαρα ότι ο ίδιος, ήτοι ο Ενάγοντας, είχε ξεγελαστεί στο ότι υποβλήθηκε το πιστοποιητικό. Εμμένει στη θέση του ότι η παράλειψη του Εναγόμενου 2 να αναφέρει τη δική του θέση στο επίδικο δημοσίευμα οδηγεί τον αναγνώστη να πιστέψει την αναληθή κατηγορία σε βάρος του. Καταγράφει τις προτάσεις του δημοσιεύματος, οι οποίες κατά τον ίδιο αλλοιώθηκαν και τις αντιπαραβάλλει με το κείμενο του Πορίσματος για να καταδείξει την αναλήθεια του δημοσιεύματος. Υποστηρίζει, ο Ενάγοντας, ότι το συγκεκριμένο δημοσίευμα επενέργησε καταληκτικά με αποτέλεσμα η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, στις 09/04/2014, να τερματίσει τον αναπληρωματικό διορισμό του ως Διευθυντή Ιατρικών Υπηρεσιών, παρά το γεγονός ότι τον είχε διορίσει από 22/08/2012 μέχρι την κανονική πλήρωση της θέσης. Ο ίδιος είχε υποστεί ζημιά λόγω του εσωτερικού τραυματισμού του και για αυτή την ψυχική ζημιά ζητά όπως του δοθούν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, αφού έκτοτε υποφέρει από αγχώδη κατάθλιψη. Από την ημέρα της δημοσίευσης η διάθεση του έγινε καταθλιπτική και έχει χάσει το ενδιαφέρον για ό,τι τον ευχαριστούσε προηγουμένως, ενώ για πολλές νύχτες παρέμεινε άυπνος υποφέροντας από άγχος, σκέψεις αυτοκαταστροφής, αδικαιολόγητα αισθήματα ενοχής, δυσκολία στη συγκέντρωση και τη μνήμη, ενώ τον διακατέχουν και άλλα δυσάρεστα συναισθήματα. Είναι βέβαιος ότι το συγκεκριμένο δημοσίευμα δημοσιεύτηκε εσκεμμένα ή/και κακόβουλα ή/και με πρόθεση ή/και με απώτερο στόχο να τον καταδικάσει και να επηρεάσει δυσμενώς την απόφαση της Αρμόδιας Αρχής ή/και του Γενικού Εισαγγελέα για την πορεία της διοικητικής ή/και πειθαρχικής ή/και ποινικής έρευνας. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 τον είχαν στοχοποιήσει επιλεκτικά με αποτέλεσμα τον τερματισμό του αναπληρωματικού διορισμού του και τη δημιουργία αγχώδους κατάθλιψης η οποία τον οδήγησε, στις 03/10/2014, να υποβάλει αίτημα για οικειοθελή πρόωρη αφυπηρέτηση και αφυπηρέτησε στις 03/12/2014 από τη θέση Πρώτου Ιατρικού Λειτουργού ενώ θα μπορούσε να παραμείνει στην Υπηρεσία μέχρι τον Σεπτέμβριο του
  2. Καθορίζει το ποσό της συνολικής ειδικής ζημιάς του στο ποσό των €15.086,21, το οποίο ποσό υπολόγισε με βάση τις καταστάσεις μισθοδοσίας του και τις λεπτομέρειες πληρωμής που ήταν σε ισχύ κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του ως Αναπληρωτής Διευθυντής Ιατρικών Υπηρεσιών. Δηλαδή, το γεγονός ότι τερματίστηκε η συνέχιση της υπηρεσίας του στη θέση Αναπληρωτή Διευθυντή Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας, του προκάλεσε ζημιές ύψους €15.086,
  3. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 το επίδικο δημοσίευμα από τη σελίδα 25 της εφημερίδας «Πολίτης» ημερομηνίας 01/10/2013, ως Τεκμήριο 2 δέσμη επιστολών του δικηγόρου του προς τον Γενικό Εισαγγελέα και τον Υπουργό Υγείας, ως Τεκμήριο 3 την επιστολή ημερομηνίας 01/08/2012 με τα επισυνημμένα που ο ίδιος απηύθυνε στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας, ως Τεκμήριο 4 επιστολή του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας ημερομηνίας 11/04/2012 προς τον Ενάγοντα μαζί με επισυνημμένα έγγραφα, ως Τεκμήριο 5 επιστολή του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας ημερομηνίας 01/08/2013 προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας με επισυνημμένα έγγραφα, ως Τεκμήριο 6 επιστολή της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ημερομηνίας 09/04/2014 προς τον Ενάγοντα, ως Τεκμήριο 7 επιστολή της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ημερομηνίας 08/08/2012 προς τον Ενάγοντα, ως Τεκμήριο 8 δέσμη πιστοποιητικών ασθενείας του Ενάγοντα, ως Τεκμήριο 9 επιστολή της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας προς τον Ενάγοντα ημερομηνίας 29/10/2014 και ως Τεκμήριο 10 δέσμη τριών εγγράφων του Γενικού Λογιστηρίου που αφορά τα εμβάσματα πληρωμής προς τον Ενάγοντα και τη μισθοδοσία του Δεκεμβρίου
  4. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι το περιεχόμενο της φωτογραφίας που συνοδεύει το δημοσίευμα έχει δικογραφηθεί. Προώθησε τη θέση ότι λόγω του ότι το Πόρισμα ήταν διαβαθμισμένο έγγραφο ο ίδιος δεν μπορούσε να το έχει στην κατοχή του για να μπορέσει να το προωθήσει στους Εναγόμενους 1 και 2 έτσι ώστε να προβούν σε διόρθωση και ότι ο ίδιος έπρεπε να εξασφαλίσει εξουσιοδότηση για να λάβει αντίγραφο του Πορίσματος. Ισχυρίστηκε ότι, χωρίς το Πόρισμα, δεν θα μπορούσε να εντοπίσει τις επίδικες λέξεις ή φράσεις για τις οποίες θα ζητούσε διαφοροποίηση. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι το δημοσίευμα ημερομηνίας 01/10/2013 βασιζόταν στο Πόρισμα και ότι το έμαθε στις 28/04/
  5. Επέμενε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να ζητήσει από την Εναγόμενη 1 το Πόρισμα γιατί συνιστούσε διαβαθμισμένο έγγραφο. Όταν του υποβλήθηκε ότι εμποδίζεται να δηλώνει ότι το Πόρισμα δεν είναι γνήσιο πρώτον, γιατί ο ίδιος το κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 και δεύτερον, γιατί χρησιμοποίησε εν εκτάσει το περιεχόμενό του για να το συγκρίνει με το δημοσίευμα, ο ίδιος παραδέχθηκε ότι το δημοσίευμα στηρίζεται στο Πόρισμα του Ερευνώντος Λειτουργού και εξέφρασε παράπονο εναντίον της Διοίκησης που δεν του απάντησε στις επιστολές του. Επέμενε στη θέση του ότι είχε δικαίωμα να θέσει προς εξέταση το θέμα της φωτογραφίας που συνόδευε το δημοσίευμα, αφού στη φωτογραφία υπάρχει ένα ακουστικό και χρήματα και όποιος το δει θα σκεφτεί ένα γιατρό ο οποίος χρηματίστηκε. Ερωτηθείς ανέφερε ότι στο Πόρισμα καταγράφεται η δική του εκδοχή, ως δεύτερη εκδοχή, όμως στο επίδικο δημοσίευμα παραγνωρίζεται παρά το γεγονός ότι στο Πόρισμα, η δική του θέση, εκτείνεται σε μια ολόκληρη σελίδα. Προώθησε τη θέση ότι το δημοσίευμα δεν πληροφόρησε σωστά τον αναγνώστη αναφορικά με το τι περιείχε το Πόρισμα. Κατά τη δική του άποψη οι Εναγόμενοι 1 και 2 δημοσίευσαν επιλεκτικά και αλλοιωμένα το περιεχόμενο του Πορίσματος και άφησαν πίσω σημαντικότατα ευρήματα. Σε ερώτηση που του τέθηκε παραδέχθηκε ότι ο Ερευνών Λειτουργός είχε απορρίψει την δική του εκδοχή όμως επέμενε στη θέση του ότι η παράλειψη αναφοράς στην δική του εκδοχή ήταν εσκεμμένη και ότι υπήρχε κακοβουλία στη δημοσίευση του συγκεκριμένου δημοσιεύματος. Υποστήριξε ότι με τον τίτλο αφήνεται η εντύπωση ότι του έκανε χατίρι η Διοίκηση και άφησε στα συρτάρια το Πόρισμα. Ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι είχαν τη δυνατότητα να καταγράψουν ακριβώς τι αναγράφεται στο Πόρισμα αλλά, αντί αυτού, αφαίρεσαν επιλεκτικά λέξεις και τμήματα του Πορίσματος τα οποία ήταν σε βάρος των θέσεων τους και έδιδαν άλλο νόημα στο κείμενο. Υποστήριξε ότι δεν έγινε αναφορά στην κατάληξη του Πορίσματος και στο συμπέρασμα του Ερευνώντος Λειτουργού ότι ο ίδιος ξεγελάστηκε. Προώθησε τη θέση ότι οι Εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να γράψουν το τελικό συμπέρασμα του Ερευνώντος Λειτουργού. Παραδέχθηκε ότι οι Εναγόμενοι ποτέ προηγουμένως δεν είχαν ασχοληθεί με τον ίδιο και ότι μετά το επίδικο δημοσίευμα δεν ασχολήθηκαν ξανά μαζί του, καθώς επίσης πως δεν γνώριζε οποιονδήποτε στην εφημερίδα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι υποφέρει από αγχώδη κατάθλιψη, όταν του υποβλήθηκε ότι είναι υπερβολικός, ο ίδιος παρέπεμψε στις άδειες ασθενείας που κατέθεσε ως Τεκμήριο
  6. Προώθησε τον ισχυρισμό ότι το συγκεκριμένο δημοσίευμα δημιούργησε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα εναντίον του μεταξύ των συναδέλφων του στο Υπουργείο, καθώς και με τον Υπουργό και καταλάβαινε ότι δεν ήταν αρεστός. Υποστήριξε ότι η επιλογή της ημερομηνίας δημοσίευσης του συγκεκριμένου άρθρου βοήθησε στο να διοριστούν άλλοι στη θέση Γενικού Διευθυντή, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν δυνατός υποψήφιος. Κατέληξε ότι η δημοσίευση του συγκεκριμένου άρθρου του προκάλεσε ζημιά αφού είχε γίνει την περίοδο που η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας θα λάμβανε απόφαση σε σχέση με τους διορισμούς. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν υπέστη τα όσα επικαλείται, ήτοι για την κατ' ισχυρισμό επίδραση του δημοσιεύματος στην ψυχική του υγεία, ήταν η δική του θέση ότι το δημοσίευμα είχε άμεση σχέση αφού ακριβώς μετά που τερματίστηκε ο αναπληρωματικός διορισμός του στη θέση του Διευθυντή, ο ίδιος κατέφυγε στις Ψυχιατρικές Υπηρεσίες του Νοσοκομείου γιατί τα συμπτώματα παρουσιάστηκαν πολύ γρήγορα. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε ακολουθήσει οποιαδήποτε πειθαρχική ή ποινική διαδικασία μετά από το Πόρισμα του Ερευνώντος Λειτουργού, όμως προώθησε τη θέση ότι το δημοσίευμα προκαλούσε τη Διοίκηση να ξεκινήσει τις συγκεκριμένες διαδικασίες. Υποστήριξε εμφαντικά ότι είχε ζημιωθεί με τα ποσά που καταγράφει στην γραπτή του δήλωση γιατί αν δεν δημοσιευόταν το συγκεκριμένο άρθρο ο ίδιος δεν θα έφευγε από Αναπληρωτής Διευθυντής Ιατρικών Υπηρεσιών. Για τους Εναγόμενους 1 και 2, μαρτυρία δόθηκε από τον Διονύση Διονυσίου, ο οποίος είναι Διευθυντής της εφημερίδας «Πολίτης» και είναι εξουσιοδοτημένος, από τους Εναγόμενους, όπως προωθήσει τα συμφέροντά τους. Συντάκτης του δημοσιεύματος ημερομηνίας 01/10/2013 ήταν ο Εναγόμενος 2, ο οποίος δεν εργάζεται πλέον στην εφημερίδα «Πολίτης». Κατέγραψε τις θέσεις του σε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο 2 στη διαδικασία. Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι ο Εναγόμενος 2 κατά την σύνταξη του συγκεκριμένου δημοσιεύματος στηρίχθηκε στο Πόρισμα της διοικητικής έρευνας του Αντρέα Ζαχαριάδη και το συγκεκριμένο συνιστά μια σύνοψη των γεγονότων και των ευρημάτων του Ερευνώντος Λειτουργού. Καταγράφει ότι στο δημοσίευμα περιέχονται τα σχόλια του συντάκτη για την επίδικη έρευνα και εξηγεί ότι ξεκινώντας από τον τίτλο του, ο συντάκτης σχολιάζει ολόκληρη τη διαδικασία έρευνας, τον χρόνο που διήρκησε και το αποτέλεσμά της. Ο τρόπος που η ηγεσία του Υπουργείου Υγείας χειρίστηκε το συγκεκριμένο ζήτημα και το γεγονός ότι χρειάστηκαν συνολικά 26 μήνες για να ολοκληρωθεί η έρευνα, χωρίς στη συνέχεια να ληφθεί οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με το αποτέλεσμα, καθώς και τα συμπεράσματα του Ερευνώντος Λειτουργού, συνιστούν σχόλιο και άποψη του συντάκτη. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί, δηλαδή ότι είναι σχόλιο, για την εκφρασθείσα θέση ότι το Πόρισμα είναι ασαφές και ότι η συγκεκριμένη έρευνα εμπίπτει στις έρευνες που καθυστέρησαν στην ολοκλήρωσή τους. Προωθεί τη θέση ότι δεν υπήρχε κακοβουλία εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2, ούτε κίνητρο για αλλοίωση ή διαστρέβλωση του Πορίσματος του λειτουργού. Υποστήριξε ότι το επίδικο άρθρο δημοσιεύθηκε με σκοπό να ενημερωθεί η κοινή γνώμη και όχι για να καταδικάσει τον Ενάγοντα ή για να επηρεάσει δυσμενώς οποιαδήποτε Διοικητική Αρχή. Για να προχωρήσει ο συγγραφέας του άρθρου στη σύνταξή του, είχε στα χέρια του το Πόρισμα της διοικητικής έρευνας του Ερευνώντος Λειτουργού, στην οποία καταγράφονται όλα τα σχετικά με την υπόθεση γεγονότα. Επειδή διενεργήθηκε έρευνα από τον Ερευνώντα Λειτουργό, δεν είχε λόγο ο συντάκτης του άρθρου να διασταυρώσει ή να εξακριβώσει οποιοδήποτε γεγονός με τον Ενάγοντα. Σημειώνει ότι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα, ότι οι Εναγόμενοι δημοσίευσαν έγγραφα διαβαθμισμένα ως απόρρητα έγγραφα κατά παράβαση της νομοθεσίας, δεν αφορά τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης και εν πάση περίπτωση, ο Ενάγοντας προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία. Εξήγησε ότι, έχοντας η Εφημερίδα στα χέρια της το συγκεκριμένο Πόρισμα, πριν να προχωρήσει σε οποιαδήποτε δημοσίευση όφειλε να βεβαιωθεί για την αξιοπιστία της πηγής του. Ο ίδιος είχε συζητήσει με τον συντάκτη του άρθρου και είχαν κοινή άποψη ότι προερχόταν από αξιόπιστη πηγή και το περιεχόμενό του δεν θα μπορούσε να ήταν ψευδές ή αλλοιωμένο. Ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο δημοσίευμα δεν διαψεύσθηκε από το Υπουργείο Υγείας αλλά ούτε και από τον συντάκτη του Πορίσματος. Οι ίδιοι οι Εναγόμενοι θεώρησαν το θέμα ως θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος γιατί αφορούσε σύμβαση του δημοσίου και τα γεγονότα εξελίχθηκαν με τέτοιο τρόπο που έπρεπε να ενημερωθεί η κοινή γνώμη. Υποστήριξε ότι ο δημοσιογράφος εξέφρασε τη γνώμη του ελεύθερα και αυτό δεν μπορεί να εκληφθεί ως δυσφήμηση ή ως στοχοποίηση. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι η Εφημερίδα «Πολίτης», στην οποία δημοσιεύθηκε το άρθρο, είναι ευρείας κυκλοφορίας και ότι δημοσιεύεται και σε ηλεκτρονική μορφή, καθώς επίσης και ότι είναι προσβάσιμη σε χιλιάδες αναγνώστες. Ερωτηθείς αναγνώρισε ότι υπήρχε τίτλος στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας, ο οποίος παρέπεμπε στη σελίδα 25, όμως προώθησε τη θέση ότι χρειάζεται προσπάθεια για να εντοπίσει κάποιος το μονόστηλο τιτλάκι στην πρώτη σελίδα το οποίο αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο. Επίσης, προώθησε τη θέση ότι το συγκεκριμένο τιτλάκι δεν σχετίζεται με τον Ενάγοντα αφού τιτλοφορήθηκε «Έρευνες για το θεαθήναι». Ήταν η δική του θέση ότι ο συγκεκριμένος τίτλος αφορά τον συντάκτη μιας Έκθεσης και η κριτική εστιάζεται στον συντάκτη της συγκεκριμένης Έκθεσης. Ερωτηθείς ανέφερε ότι οι αναγνώστες που διαβάζουν μια εφημερίδα συνήθως ενδιαφέρονται για τα παρά-πολιτικά, τα οποία εμπεριέχονται στις εσωτερικές σελίδες της εφημερίδας, τα οποία ουδέποτε εξαγγέλλονται στην πρώτη σελίδα. Όταν του υποβλήθηκε ότι το έγγραφο από το οποίο δημοσιεύθηκε απόσπασμα ήταν εμπιστευτικό, ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν απόρρητο αλλά ακόμα και έτσι να ήταν, για μια εφημερίδα, αυτό που πρέπει να εξακριβώνεται είναι πρώτον, αν το συγκεκριμένο έγγραφο είναι έγκυρο και δεύτερον, αν η δημοσίευση του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Υποστήριξε ότι οι κανονισμοί εντός της Δημόσιας Υπηρεσίας δεν αφορούν τα Μ.Μ.Ε. Από τη στιγμή που το συγκεκριμένο έγγραφο αφορούσε αμέλεια, παρατυπία και κακή διαχείριση χρημάτων τα οποία καταβάλλονται από τους φορολογούμενους, η εφημερίδα είχε κάθε δικαίωμα να το παραλάβει, να το εξετάσει και να το δημοσιεύσει. Σε ερώτηση που του τέθηκε πρόβαλε τη θέση ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε η γνησιότητα του συγκεκριμένου εγγράφου, δηλαδή του Πορίσματος. Αμφισβητήθηκε, σε κάποιο βαθμό, η ερμηνεία ή και κάποια σχόλια του συντάκτη αλλά ποτέ η αυθεντικότητά του. Εξήγησε ότι η εφημερίδα είχε στα χέρια της αυτούσιο το έγγραφο, στην προσπάθειά της να στηρίξει τα όσα κατέγραφε. Υποστήριξε ότι διαβάζοντας το δημοσίευμα διαπιστώνεται ότι εμπεριέχει και τις θέσεις του Ενάγοντα αφού, στο Πόρισμα, ο Ερευνών Λειτουργός κατέγραψε τις θέσεις του. Ακριβώς, λόγω του ότι καταγράφηκαν οι θέσεις του Ενάγοντα, ο Ερευνών Λειτουργός προχώρησε και κατέγραψε τρία σενάρια αξιολόγησης του συμβάντος που διερευνούσε και επέλεξε να μην υιοθετήσει το δεύτερο σενάριο. Εξέφρασε απορία γιατί ο Ενάγοντας δεν προχωρεί σε καταχώριση υπόθεσης εναντίον του Ερευνώντα Λειτουργού, εάν θεωρεί ότι αυτός κατέγραψε τις θέσεις του λανθασμένα ή αν θεωρεί ότι κατέγραψε γεγονότα που δεν υφίστανται. Κατά τη δική του άποψη ο Ενάγοντας ήταν μέρος του Πορίσματος, αφού κλήθηκε και έδωσε τις θέσεις του, άρα γνώριζε ότι συντασσόταν το συγκεκριμένο Πόρισμα από τον Ερευνώντα Λειτουργό. Υποστήριξε ότι η εφημερίδα είχε στα χέρια της ένα Πόρισμα το οποίο ήταν πλήρες, είχε μέσα όλες τις τοποθετήσεις και λάμβανε υπόψη όλα τα έγγραφα και τις καταθέσεις. Δεν χρειαζόταν εκ μέρους της οποιαδήποτε περεταίρω έρευνα, ιδιαίτερα από τη στιγμή που δεν διαψεύσθηκε το περιεχομένου του Πορίσματος. Επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι το συγκεκριμένο δημοσίευμα συνιστούσε σύνοψη του Πορίσματος του Ερευνώντος Λειτουργού, στο οποίο Πόρισμα η εκδοχή του Ενάγοντα είχε απορριφθεί ως εκτός τόπου και χρόνου και ως ατεκμηρίωτη. Όσον αφορά την ουσία του Πορίσματος, εξήγησε ότι η εταιρεία Βούρος ήταν υποχρεωμένη να καταθέσει τη συγκεκριμένη βεβαίωση, η οποία τελικά δεν υπήρχε στους φακέλους που εξετάστηκαν. Αυτό συνιστούσε αμέλεια, αφού τη συγκεκριμένη μέρα που η Εταιρεία θα υπέγραφε τα συμβόλαια, δεν ήταν ξεκαθαρισμένη από τον φόρο εισοδήματος. Επανέλαβε τη θέση του ότι ο συντάκτης του άρθρου κατέγραψε με ακρίβεια το τι περιέγραφε το Πόρισμα, το οποίο Πόρισμα στο τέλος καταγράφει ότι τη συγκεκριμένη μέρα, που υπογράφηκε το συγκεκριμένο συμβόλαιο, η εταιρεία Βούρος δεν ήταν καλυμμένη σε σχέση με το κριτήριο που απαιτείτο για να υποβάλει την προσφορά, δηλαδή να είναι εντάξει με τις φορολογικές της υποχρεώσεις. Όσον αφορά τη φωτογραφία που συνόδευε το δημοσίευμα, η οποία απεικόνιζε ένα ιατρικό στηθοσκόπιο μαζί με χρήματα, κατά τη δική του άποψη οδηγούσε τον αναγνώστη στο να σκεφτεί ότι το δημοσίευμα αφορούσε θέμα ιατρικό, ιατρική προσφορά. Προώθησε τη θέση ότι η συγκεκριμένη φωτογραφία δεν στόχευε σε οτιδήποτε και ούτε μπορούσε να ερμηνευθεί με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Όσον αφορά τον τίτλο, ισχυρίστηκε ότι στοχεύει τον Ερευνώντα Λειτουργό, ο οποίος χρειάστηκε 26 μήνες για να ξεκινήσει και να ολοκληρώσει μια έρευνα η οποία ήταν πολύ απλή και αφορούσε το να διαπιστώσει αν είχε κατατεθεί από το Τμήμα Φορολογίας ένα έγγραφο. Είχε ενώπιον του, ο Ερευνών Λειτουργός, μαρτυρίες από δύο πρόσωπα ότι το συγκεκριμένο χαρτί δεν είχε κατατεθεί, αυτά ήταν τα δεδομένα. Προώθησε τη θέση ότι πρόσωπο που διαβάζει το συγκεκριμένο άρθρο μπορεί να καταλάβει ή να υποψιαστεί ότι ο Ερευνών Λειτουργός έκανε μια συγκεκριμένη έρευνα η οποία τελικά δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί. Σε σχέση με την φράση «.αμέλησε ο Αντρέας Γεωργίου να σφίξει προσφοριοδότη» ανέφερε ότι την χρησιμοποιεί ο ίδιος ο Ερευνών Λειτουργός στο Πόρισμα και ο δημοσιογράφος την καταγράφει με ακρίβεια. Εξήγησε ότι ο λόγος που η λέξη «σφίξει» είχε μπει σε εισαγωγικά είναι γιατί χρησιμοποιείτο μεταφορικά στο κείμενο. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η γενική εικόνα που αποδίδεται και παρουσιάζεται στο συγκεκριμένο Πόρισμα αποδίδει κάποιες ευθύνες στον Ενάγοντα αφού αποκαλύφθηκαν προβλήματα και μάλιστα σοβαρά, στην κατακύρωση της συγκεκριμένης προσφοράς, τα οποία προβλήματα κατέληξαν στα συρτάρια. Το Πόρισμα ενώ κατέληγε σε γενική τοποθέτηση περί αμέλειας, τελικά η Διοίκηση δεν προχώρησε στη λήψη οποιωνδήποτε περαιτέρω μέτρων. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η εφημερίδα δεν προέβη σε οποιαδήποτε αλλοίωση στο συγκεκριμένο Πόρισμα ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο. Σκοπός της δημοσίευσης του περιεχομένου του Πορίσματος ήταν για να γνωρίζει ο κόσμος το αντικείμενο της έρευνας και την κατάληξη. Στο επίκεντρο της έρευνας του Ερευνώντα Λειτουργού ήταν ο Ενάγοντας, όμως τελικά η εφημερίδα επικέντρωσε την προσοχή της στον Ερευνώντα Λειτουργό που χρειάστηκε τόσο χρόνο για ολοκλήρωση της έρευνας του. Κατατέθηκε, εκ συμφώνου, ως Τεκμήριο 11 βεβαίωση της εταιρείας Hellenic Distribution Agency (Cyprus) σε σχέση με την κυκλοφορία της εφημερίδας την συγκεκριμένα μέρα της δημοσίευσης του επίδικου άρθρου. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι διαβίβασαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες και εκτεταμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες μερίμνησαν να καταγράψουν λεπτομερώς τις θέσεις τους και τη νομολογία που διέπει το θέμα του λιβέλλου και της δυσφήμισης. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του τις θέσεις και των δύο πλευρών και θα αναφερθεί σ΄ αυτές όπου κρίνει τούτο απαραίτητο. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας σε τέτοιου είδους υποθέσεις διαφοροποιείται αφού η απόφαση του Δικαστηρίου δεν καθορίζεται από το κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι πειστικός ή όχι, αλλά από το περιεχόμενο του κατ΄ισχυρισμό δυσφημιστικού δημοσιεύματος και από πώς αυτό γίνεται αντιληπτό από τον μέσο λογικό άνθρωπο. Εκείνο το οποίο το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί είναι κατά πόσο το εν λόγω δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό στο πρόσωπο του Ενάγοντα. Σύμφωνα με τη νομολογία, το κατά πόσο ένα κείμενο, στην προκειμένη η δημοσίευση του άρθρου με τίτλο «Έρευνες για το θεαθήναι» στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» την 01/10/2013, είναι δυσφημιστικό, είναι ζήτημα πραγματικό και εξετάζεται αντικειμενικά και όχι λαμβάνοντας υπόψη την υποκειμενική κρίση και άποψη των μαρτύρων ή πώς οι ίδιοι το εξέλαβαν. Αυτό εφαρμόζεται τόσο για τον Ενάγοντα όσο και για τους Εναγόμενους 1 και 2 οι οποίοι έθεσαν, με την μαρτυρία τους, τη δική τους θέση όσον αφορά την ερμηνεία του δημοσιεύματος. Το Δικαστήριο είναι εκείνο που θα καθορίσει, εφαρμόζοντας τα καθιερωμένα κριτήρια, κατά πόσο οι επίδικες αναφορές έχουν δυσφημιστικό περιεχόμενο, λαμβάνοντας υπόψη του την λογική του μέσου λογικού ανθρώπου, ο οποίος δεν είναι ούτε αμελής, ούτε υπερβολικά καχύποπτος και ο οποίος έχει διαβάσει το περιεχόμενο στην ολότητά του. Εξετάζεται επίσης αντικειμενικά και το κατά πόσο, ελλείψει αναφοράς στο όνομα ή ιδιότητα του Ενάγοντα, εάν ένας τρίτος πολίτης εξέλαβε τις αναφορές ως να αφορούν τον Ενάγοντα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Έκθεση Απαίτησης έχει παρατεθεί το ακόλουθο απόσπασμα από το επίδικο άρθρο ως το λιβελλογράφημα: « Θα μπορούσε κάποιος να καταλήξει με το κλασικό του παραμυθιού «..και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα». Πλην όμως στην προκειμένη έχουμε άλλη μια «έρευνα», η οποία πέραν από το ότι προκλητικά καθυστερεί να ολοκληρωθεί, δεν εντοπίζονται ουσιαστικές ευθύνες. Συνεπώς, παραμένει η σκιά σε βάρος του αναπληρωτή Διευθυντή Ιατρικών Υπηρεσιών, δρα Ανδρέα Γεωργίου, ότι είτε παρέλειψε εσκεμμένα να ζητήσει το απαραίτητο πιστοποιητικό ή αρκέστηκε στις προφορικές διαβεβαιώσεις του αναδόχου ότι θα το καταθέσει μεταγενέστερα, κάτι το οποίο δεν έπραξε.». Ως προς τον τρόπο της ορθής δικογράφησης στην υπόθεση Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 479, στη σελίδα 491, αναφέρονται τα ακόλουθα: « Τέλος, υπό τύπο σχολίου και γενικότερης καθοδήγησης, λόγω του ότι παρατηρείται γενικώς μια λανθασμένη δικογραφική καταγραφή στις αξιώσεις και τις υπερασπίσεις σε υποθέσεις δυσφήμισης, πρέπει να λεχθεί ότι όσον αφορά την αγωγή θα πρέπει το δημοσίευμα να παρατίθεται αυτούσιο και διαδοχικά να καταγράφεται η δυσφημιστική έννοια του είτε στη συνήθη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούνται, ή, όπου υπάρχει ισχυρισμός για υπαινιγμό, να παρατίθενται σε ξεχωριστή παράγραφο με λεπτομέρειες, οι έννοιες κατά τις οποίες το κείμενο θεωρείται δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Ακόμη να καταγράφονται εκείνα τα εξωγενή γεγονότα που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το δημοσίευμα αναφέρεται στον ενάγοντα (Gatley on Libel and Slander 6η έκδ. σελ. 442)». Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 9η έκδ., σελ. 652 διαβάζονται τα ακόλουθα: « In a libel the words used are the material facts and must therefore be set out verbatim in the statement of claim, preferably in the form of a quotation: It is not enough to describe their substance, purport or effect. The law requires the very words of the libel to be set out in the declaration, in order that the court may judge whether they constitute a ground of action. The rigors of this rule may be slightly relaxed when the matter complained of is part of a television, film or other radio - visual presentation where ...the material is not easily susceptible to a detailed description of its defamatory aspects.». Στην υπόθεση Χατζηλαμπρή Ανδρέας ν. Μάριου Πετεινού
(2010)1 ΑΑΔ 1022, λέχθηκε ότι: « Λόγω της φύσης του αγώγιμου δικαιώματος, κατά τη δικογράφηση της κατ' ισχυρισμόν δυσφήμισης, είναι όντως επάναγκες όπως χρησιμοποιούνται οι ακριβείς λέξεις που συνιστούν τη δυσφήμιση καθώς και το όνομα ή τουλάχιστον η περιγραφή του κάθε ατόμου στο οποίο δημοσιεύτηκε ο λίβελος. Επίσης θα πρέπει να αναφέρεται η ημερομηνία της δημοσίευσης. Σχετικά επί του θέματος είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 28, παρά. 175 και Bullen and Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, στη σελίδα 626 όπου τονίζεται ότι το δυσφημιστικό υλικό θα πρέπει να παρατίθεται στην έκθεση απαίτησης κατά λέξη («verbatim»), καθώς επίσης και η ημερομηνία της κάθε δημοσίευσης στην οποία στηρίζεται το κάθε αγώγιμο δικαίωμα. Θα πρέπει επίσης να αναφέρεται το όνομα κάθε ατόμου στο οποίο έγινε η δημοσίευση και αν το όνομα του δεν είναι γνωστό, θα πρέπει να δοθεί κάποια άλλη περιγραφή ώστε να μπορεί να αναγνωριστεί. Σε διαφορετική περίπτωση, εκτός αν υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις, πιθανώς να μην επιτραπεί στον Ενάγοντα κατά την ακρόαση της υπόθεσης, να αποδείξει τη δημοσίευση σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είχε προηγουμένως περιγραφεί στο δικόγραφο, αφού κάτι τέτοιο θα θεωρείτο εκτός δικογράφου (βλ. Barham v. Lord Huntingfield (CA) [1913] [1911-13] All E.R. Rep. 663 και Russell and Another v. Stubbs Ltd. (HL) [1908] [1913] 2 KB 200) ». Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για δημοσίευμα σε εφημερίδα και θα ήταν προτιμότερο να δικογραφείτο ολόκληρο το δημοσίευμα αυτούσιο για να μπορεί αντικειμενικά να κριθεί κατά πόσο αυτό είναι δυσφημιστικό ή όχι. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που ο ενάγοντας επιλέγει να βασιστεί σε κάποιο απόσπασμα του εν λόγω δημοσιεύματος - όπως έγινε και στην υπό κρίση υπόθεση - μπορεί να το πράξει, αλλά ταυτόχρονα οφείλει να παραθέσει ολόκληρο το δημοσίευμα ως Παράρτημα στην Έκθεση Απαίτησης του, έτσι ώστε να δοθεί πλήρης εικόνα για το κατ' ισχυρισμό δημοσίευμα. Δεν το έπραξε. Όσον αφορά την απομόνωση φράσεων στο δημοσίευμα ο Ενάγοντας δεν μπορεί να ισχυριστεί υπαινιγμό αφού θα έπρεπε, σύμφωνα με την νομολογία και τους δικογραφικούς κανόνες, να είχε δικογραφήσει ειδικά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό και παράλληλα να είχε καταγράψει, στην Έκθεση Απαίτησης, λεπτομέρειες σε σχέση με το γεγονός ότι οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν έχουν διαφορετική έννοια από τη συνήθη. Σχετικό είναι το σκεπτικό της απόφασης DDSA Ltd v. Times Newspapers [1972] 3 All E.R. 417, στην οποία ο Λόρδος Denning ανέφερε τα ακόλουθα: « In the first place, there ought to have been an innuendo pleaded. This article is capable of many different meanings, so many that it was necessary for the fair conduct of the trial that there should be pleaded a 'popular' or 'false' innuendo, or whatever you like to call it. In that innuendo the plaintiffs should set out the meaning or meanings which they say the words bear. That is necessary, not only for the fair conduct of the trial, but also to enable the defendant to know what to plead, whether to plead justification or fair comment or to apologize. ». Αξιολογώντας τους μάρτυρες το Δικαστήριο έχει την άποψη ότι ο Ενάγοντας δεν προσήλθε με ειλικρινή κίνητρα να παραθέσει τη δική του εκδοχή. Η μαρτυρία του προέκυψε μέσα από προσπάθειες αποφυγής ευθέων απαντήσεων, ενώ ήταν εμφανής και διάχυτη η προσπάθειά του να εστιάσει στα δικά του σφοδρά παράπονα, ότι δεν παρατέθηκε στο άρθρο η δική του εκδοχή και στο πώς ο ίδιος αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του άρθρου. Ισχυρίστηκε ότι η δική του εκδοχή, όπως ο ίδιος τη διαβίβασε στον Ερευνώντα Λειτουργό, δεν προωθήθηκε, ενώ στο δημοσίευμα η συγκεκριμένη θέση παραγνωριζόταν. Βέβαια δεν ανέφερε ότι η δική του εκδοχή είχε απορριφθεί από τον Ερευνώντα Λειτουργό. Παρέλειψε εντέχνως να κάνει αναφορά στο τι ακριβώς είχε συμβεί σε σχέση με την παραχώρηση ή μη του συγκεκριμένου πιστοποιητικού από την ανάδοχο εταιρεία. Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι ο συντάκτης του δημοσιεύματος δεν τον γνώριζε και ότι δεν είχε κανένα λόγο να τον εκθέσει προσωπικά, καταρρίπτοντας την θέση του ότι υπήρχε κακοβουλία στην δημοσίευση του άρθρου. Το Δικαστήριο οφείλει να καταγράψει ότι σε μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του ήταν δυσνόητος. Για παράδειγμα, σε σχέση με τη διαβάθμιση του συγκεκριμένου Πορίσματος και στη διαδικασία φύλαξης αυτού του είδους εγγράφων. Ενώ είχε έντονα παράπονα με τον τρόπο που του συμπεριφέρθηκε η Διοίκηση, ήτοι ότι παραγνώρισαν τις επιστολές του για να του παραχωρηθεί το Πόρισμα, ότι η Ε.Δ.Υ. δεν ανανέωσε τον αναπληρωματικό διορισμό του ως Γενικός Διευθυντής και ότι δεν διορίστηκε Γενικός Διευθυντής, γεγονός που ενέτεινε την κακή ψυχολογική του κατάσταση ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της. Γενικά αμφιταλαντευόταν αφού αρχική του θέση ήταν ότι το δημοσίευμα έγινε την δεδομένη στιγμή για να ευνοηθούν άλλοι που ήταν ανθυποψήφιοι του για τη θέση του Γενικού Διευθυντή. Στη συνέχεια προώθησε τη θέση ότι χρησιμοποιήθηκε από την Διοίκηση για να μην του δοθεί η θέση, όμως δεν είχε λάβει μέτρα εναντίον της γιατί δεν είχε στα χέρια του το Πόρισμα, για να παραδεχθεί όμως στη συνέχεια ότι υπήρχε και ένα άλλο συμβάν που αφορούσε φακέλους της Υπηρεσίας για το οποίο επίσης είχε διενεργηθεί έρευνα εναντίον του. Όσον αφορά τη δέσμη πιστοποιητικών άδειας ασθενείας που κατέθεσε, Τεκμήριο 8, πρώτον δεν προσκομίστηκε ιατρική μαρτυρία που να υποστηρίξει το περιεχόμενό τους και δεύτερον αφορούν όλα στο έτος
  1. Αυτό που πρώτιστα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του Ενάγοντα, είναι οι λόγοι για τους οποίους ο ίδιος θεωρεί ότι οι φράσεις αυτές αποδόθηκαν από τους Εναγόμενους για τον ίδιο. Από το σύνολο της μαρτυρίας του αυτό που το Δικαστήριο διαπιστώνει είναι μια υπερβολική προσπάθεια από πλευράς του Ενάγοντα να πείσει ότι οι αναφορές αφορούσαν αποκλειστικά το πρόσωπό του, ενώ ανάγνωση του δημοσιεύματος καταδεικνύει αναφορά στον τότε Βοηθό Γενικό Ελεγκτή και στο γεγονός ότι χρειάστηκε δύο χρόνια για να ολοκληρώσει τη διοικητική έρευνα. Εν πάση περιπτώσει, οι απαντήσεις του Ενάγοντα ήταν ασαφείς και αόριστες και διακατέχετο από εμμονές που τον οδηγούσαν στο να ξεφεύγει από το επίδικο θέμα της αγωγής. Στην αντίπερα όχθη θετική είναι η αξιολόγηση του Διονύση Διονυσίου, Μ.Υ.
  2. Ο εν λόγω μάρτυρας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο απαντώντας ευθέως και με νηφαλιότητα σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, χωρίς υπεκφυγές. Εξήγησε στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο η εφημερίδα «Πολίτης» και οι συντάκτες της χειρίζονται τη δημοσίευση υλικού που έρχεται στην κατοχή τους ως εμπιστευτικό. Προώθησε έντονα τη θέση ότι το συγκεκριμένο δημοσίευμα συνιστούσε σύνοψη του Πορίσματος, στο οποίο Πόρισμα η εκδοχή του Ενάγοντα είχε απορριφθεί από τον ίδιο τον Ερευνώντα Λειτουργό οπόταν και δεν υπήρχε λόγος ειδικής καταγραφής της. Επέμενε επίσης ότι σύμφωνα με την πολιτική της εφημερίδας, οι δημοσιεύσεις συντείνουν στην δημόσια ενημέρωση. Εξήγησε τον λόγο που ο τότε Αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Πολίτης» θεώρησε και έκρινε ότι το συγκεκριμένο άρθρο έπρεπε να δημοσιευτεί. Λεπτομερής ήταν και η εξήγηση του για τα καθήκοντα και υποχρεώσεις των δημοσιογράφων της εφημερίδας πριν από τη δημοσίευση οποιουδήποτε άρθρου. Οι θέσεις του αυτές παρέμειναν σταθερές και δεν τροποποιήθηκαν κατά την αντεξέταση του, η οποία ήταν εκτενής. Υπεραμύνθηκε μέχρι τέλους την αρχική του θέση, ότι το επίδικο δημοσίευμα μπορεί να είχε έντονο τίτλο ο οποίος παρέπεμπε σε θέμα ιατρικό λόγω της φωτογραφίας, όμως δεν ήταν δυσφημιστικό και εν πάση περιπτώσει, δημοσιεύτηκε από τους Εναγόμενους 1 γιατί θεώρησαν ότι συνιστούσε θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος. Ως ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι παραδεκτό ότι το δημοσίευμα κυκλοφόρησε και αναφερόταν στην καθυστέρηση που παρατηρείτο στην ολοκλήρωση της έρευνας του τότε Βοηθού Γενικού Ελεγκτή σε σχέση με την αμέλεια λειτουργών του Υπουργείου Υγείας να διασφαλίσουν ότι ο ανάδοχος της σύμβασης για την προμήθεια, εγκατάσταση, λειτουργία, υποστήριξη και συντήρηση συστημάτων για την διεκπεραίωση βιομηχανικών αναλύσεων στα κρατικά νοσηλευτήρια είχε προσκομίσει την απαιτούμενη βεβαίωση από το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων. Κατά τον επίδικο χρόνο ο Ενάγοντας υπηρετούσε ως αναπληρωτής Διευθυντής Ιατρικών Υπηρεσιών και ήταν το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε την συγκεκριμένη σύμβαση. Στο Πόρισμα που εκδόθηκε από τον Ερευνώντα Λειτουργό την 01/08/2013, καταγράφηκε η πιθανότητα να ξεγελάστηκε ο Ενάγοντας ότι είχε υποβληθεί το πιστοποιητικό από το ΤΕΠ ή ότι του παρουσιάστηκε ένα έγγραφο το οποίο δεν πληρούσε τις απαιτήσεις της σύμβασης. Το περιεχόμενο του συγκεκριμένου Πορίσματος, αλλά κυρίως ο χρόνος που χρειάστηκε η συγγραφή του, καθώς και ότι δεν υπήρχε κατάληξη σε σχέση με τα γεγονότα, οδήγησαν στην δημοσίευσή του. Αυτά αποτυπώνονται, με πιο ζωντανά χρώματα όμως, στο δημοσίευμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ To νομοθετικό πλαίσιο, εντός του οποίου θα εξεταστεί η υπό κρίση υπόθεση, βρίσκεται στις πρόνοιες του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 και ειδικότερα αφορά το αδίκημα της δυσφήμισης αλλά και της επιζήμιας ψευδολογίας. Το άρθρο 17, το οποίο αφορά το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, προνοεί τα ακόλουθα: « 17.-
(1)Η δυσφήμηση συvίσταται στη δημoσίευση από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo- (α) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα͘ ή (β) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση͘ ή (γ) εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ͘ ή (δ) εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη͘ ή (ε) εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς.
(2)Η ευθύvη τηv oπoία υπέχει τo πρόσωπo για δυσφημηστική δήλωση δεv είvαι μικρότερη για μόvo τo λόγo ότι- (α) πρoβαίvει σε αυτή υπό μoρφή επαvάληψης ή φημoλoγίας (hearsay)͘ ή (β) αvαφέρει έγκαιρα ή μεταγεvέστερα τηv πηγή στηv oπoία στηρίζεται η δήλωση πoυ έγιvε͘ ή (γ) τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τωv άρθρωv 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθιvή͘ ή (δ) δεv σκόπευε στηv πραγματικότητα vα πρoβεί σε αυτή ή vα δημoσιεύσει αυτή για τov εvάγovτα και ότι αφoρoύσε αυτόv͘ ή (ε) τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 22, αγvooύσε τηv ύπαρξη τoυ εvάγovτα. Νoείται ότι τo Δικαστήριo δύvαται vα λάβει υπόψη αυτές ή παρόμoιες περιστάσεις κατά τηv επιδίκαση απoζημίωσης.
(3).......................................
(4)Δυσφήμηση διαπράττεται και αv ακόμη τo δυσφημιστικό της vόημα δεv εκφράζεται ευθέως ή πλήρως͘ αρκεί αv τo vόημα αυτό, και η αvαφoρά τoυ σε αυτό πoυ φέρεται ότι είvαι δυσφημoύμεvo δύvαvται vα συvαχθoύv είτε από αυτή τηv ίδια τηv δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από τo έvα και μερικά από τo άλλo.». Από το άρθρο 17 παρ. 1 του Κεφ.148 προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δυσφήμισης, τα οποία ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι συνυπάρχουν, είναι: α) H δημοσίευση. β) H δημοσίευση αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντα και γ) Η δημοσίευση είναι δυσφημιστική για το πρόσωπο του ενάγοντα Στην προκειμένη περίπτωση σημειώνεται ότι η δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος από τους Εναγόμενους 1 και 2 είναι παραδεκτή. Αυτό που αμφισβητείται είναι το ότι είναι δυσφημιστικό. Από τα τρία συστατικά στοιχεία της δυσφήμισης στα οποία έγινε αναφορά, τα δύο, δηλαδή το γεγονός της δημοσίευσης και το ότι το άρθρο αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, στον Ενάγοντα είναι κατ' ουσία παραδεκτά και εν πάση περιπτώσει, αποδεικνύονται από αναντίλεκτη μαρτυρία που προσκομίσθηκε κατά τη δίκη. Προέχει η εξέταση του κατά πόσο το συγκεκριμένο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό. Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Θεοχάρους ν. Εκδόσεις «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» Λτδ κ.α. Πολ. Εφ.285/14 ημερ. 27/02/2024: « Αυτό, γιατί, εκ των πραγμάτων και μεθοδολογικώς, η διαπίστωση για το αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό προηγείται κατά κανόνα οποιασδήποτε υπεράσπισης και εξετάζεται πρώτο (Μαύρος και Άλλων ν. Παπαπέτρου Π.Ε. 59/12, ημ. 29.5.18, Κουτσού ν. Μικελλίδη και Άλλων
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1256, 1266).». Στην, σημαντική σε σχέση με το θέμα, απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Νίκου Παπαευσταθίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 856, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού προέβη σε μια ανασκόπηση της νομολογίας του ΕΔΔΑ, ανέφερε ότι κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου δύο ανθρώπινα δικαιώματα που πρέπει να προστατευθούν και να εξισορροπηθούν. Διαβάζονται τα ακόλουθα: « α) Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και (β) Το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου, που προστατεύεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Το δικαίωμα αυτό πιθανόν να περιλαμβάνεται και στο ευρύτερο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος και από το άρθρο 8 της Σύμβασης. Και τα δύο προαναφερόμενα δικαιώματα είναι εξίσου σημαντικά και κατά συνέπεια τα Δικαστήρια εξετάζοντας υποθέσεις όπως την παρούσα θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα και προσεκτικά ώστε να μην παραβιάζεται, στο βαθμό που είναι δυνατό, οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα δικαιώματα.». Ως προς τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προχωρεί στην εξισορρόπηση των δύο ανωτέρω παρατεθέντων δικαιωμάτων, η κυπριακή νομολογία είναι πλούσια (βλ. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και Άλλος ν. Ανδρέα Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1863, Police ν. Ekdotiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63, Κουτσού ν. Αλήθεια κ.α
(2013)1 Α.Α.Δ. 1198) και πιο πρόσφατα οι επί του προκειμένου αρχές συνοψίστηκαν στις υποθέσεις Νικόλα Κυριάκου κ.α. v. Λουκαίδη κ.α. Πολ. Εφ. 103/2014 ημερ. 18/12/2020, ECLI:CY:AD:2020:A450, Εκδόσεις «Αρκτίνος Λτδ» κ.ά. ν. Ανδρέας Σ. Αγγελίδης, Πολ. Εφ. 315/2013 ημερ. 03/12/2020, ECLI:CY:AD:2020:D449 και Ελένη Θεοχάρους ν. Εκδόσεις «Αρκτίνος Λτδ» (ανωτέρω). Για να επιτύχει σε αγωγή για δυσφήμηση ο Ενάγοντας, δεν πρέπει να αποδείξει μόνο ότι οι Εναγόμενοι δημοσίευσαν τις λέξεις και ότι οι λέξεις είναι δυσφημιστικές, αλλά πρέπει επίσης να αποδείξει και ότι γίνεται αντιληπτό ότι οι λέξεις τον αφορούν. Δηλαδή, δεν αρκεί ο Ενάγοντας να αποδείξει μόνο ότι σχετίζεται με κάποιο τρόπο με το θέμα αντικείμενο του δημοσιεύματος, αλλά και ότι το δημοσίευμα τον «φωτογραφίζει» (βλ. μεταξύ άλλων "Aλήθεια" Εκδοτική Eταιρεία Λτδ. κ.α ν. Xαράλαμπου Λεωνίδα
(1997)1 Α.Α.Δ. 550, Αρέστης Χαραλάμπους ν. Γεώργιου Βασιλείου,
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1395, Gatley on Libel and Slander, 9η εκδ., 1998, παρα.7.1, σελ. 161, Halsbury's Laws of England, τόμος 28, (REISSUE), Knupffer v. London Express Newspaper Ltd [1944] 1 All ER 495, HL). Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα αφορά ή αναφέρεται στον Ενάγοντα, κρίνεται από το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλη τη μαρτυρία και έχοντας κατά νου τις ξεχωριστές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, υπό τις ίδιες αρχές που εφαρμόζονται κατά την εξέταση του κατά πόσο η δημοσίευση ήταν δυσφημιστική (βλ. Gatley, παρ.7.1 (ανωτέρω) και Halsbury's Laws of England παρα. 40 (ανωτέρω). Έχοντας το Δικαστήριο κατά νου τις προαναφερόμενες αρχές και εξετάζοντας το δημοσίευμα της 01/10/2013 με προσοχή και μη παραγνωρίζοντας ούτε τις θέσεις των διαδίκων ως προς το πώς αυτό θα πρέπει να ερμηνευτεί, αλλά παράλληλα λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα που περιέβαλλαν την δημοσίευση του, ως τα εν λόγω γεγονότα έχουν καταστεί ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν χωρεί αμφιβολίας ότι το δημοσίευμα κατονομάζει τον Ενάγοντα και όπου το οποιοδήποτε δημοσίευμα κατονομάζει τον Ενάγοντα τότε δεν χρειάζεται να προσαχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη αναγνώρισης του, σύμφωνα με το σύγγραμμα Gatley, παρά.7.3 (ανωτέρω). Οπόταν, σύμφωνα με τη νομολογία, ο Ενάγοντας έχει το βάρος να αποδείξει ότι το δημοσίευμα, ως πραγματικό γεγονός, οδηγεί λογικούς ανθρώπους, που τον γνωρίζουν, στο συμπέρασμα ότι αναφέρεται σε αυτόν και ότι είναι δυσφημιστικό στο πρόσωπό του. Στην πρωτόδικη απόφαση του στην υπόθεση Σωκράτης Ζ. Ηλιάδης ν. Κώστα Βενιζέλου κ.α, Αγ. αρ. 1491/04, ημερ. 28/12/2007, ο Δικαστής Σάντης, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση Σωκράτης Ζ. Ηλιάδης ν. Κώστα Βενιζέλου κ.α
(2009)1 Α.Α.Δ. 960, προέβη σε μια σαφή αναφορά και επεξήγηση των αρχών επί των οποίων εξετάζεται ένα δημοσίευμα. Διαβάζονται τα ακόλουθα σημαντικά: « Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, κρίνεται από το Δικαστήριο και αποφασίζεται ως ζήτημα πραγματικό, με απόδοση στις λέξεις ή φράσεις της συνήθους φυσικής τους έννοιας, με γνώμονα το μέτρο του μέσου λογικού πολίτη. Δεν έχει σημασία το κατά πόσο ένας αναγνώστης ή ακόμη και ο ίδιος ο ενάγων δυνατόν να θεωρήσει το δημοσίευμα δυσφημιστικό, ούτε και έχει σημασία η μαρτυρία που τυχόν δίνεται για το πώς ένα δημοσίευμα έγινε αντιληπτό σε σχέση με το νόημα και τη γενική του έννοια. Ο ενάγων δεν μπορεί να αποδώσει ο ίδιος δυσφημιστική έννοια στο δημοσίευμα και να θεωρήσει τον εαυτό του θιγμένο αν το κείμενο είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά και το σύνολο του περιεχομένου του, με αναφορά στο χρόνο και τόπο του δημοσιεύματος καθώς και στην ισχύουσα κοινή γνώμη για το θέμα, με την επισήμανση, το ότι κάποια μομφή δυνατόν να είναι δυσφημιστική, ανεξαρτήτως αν γίνεται πιστευτή από αυτούς στους οποίους δημοσιοποιείται. Οι λέξεις στις οποίες αποδίδεται δυσφημιστικό περιεχόμενο πρέπει να ερμηνεύονται στο σύνολο τους. Είναι δυνατόν η μια ή η άλλη διατύπωση σε ένα κείμενο, να θεωρείται δυσφημιστική, όπως είναι εξίσου δυνατόν, να υπάρχουν εκεί και άλλες φράσεις ή προτάσεις οι οποίες να απομακρύνουν από την πρώτη εντύπωση (βλ. Gatley, παρ.3.12-3.17).». Στην απόφαση Ο Φιλελεύθερος Λτδ ν. Δώρος Γεωργιάδης κ.α
(2014)1 Α.Α.Δ. 1621, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τον τρόπο που εξετάζεται ένα δημοσίευμα: « Στην υπόθεση Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη (πιο πάνω) αναλύονται οι αρχές που διέπουν το θέμα της δυσφήμησης σε υποθέσεις όπως η παρούσα, τις οποίες παραθέτουμε: «Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα. Στον Gatley on Libel and Slander, 11η έκδ., σελ. 103 αναφέρονται τα εξής: «The general approach. In ruling on the meaning, the court is not determining the actual meaning of the words but delimiting the outside boundaries of the possible range of meaning and setting the "ground rules" for the trial. Thus, in Shan v. Standard Chartered Bank the allegations were capable of bearing the meaning that the plaintiffs were guilty of money laundering; but the use of miscellaneous qualifying words such as "alleged" or "apparently" meant that in the alternative they were capable of imputing no more than reasonable suspicion. The nature of the exercise has been summarized as follows (citations omitted): "
(1)The governing principle is reasonableness.
(2)The hypothetical reasonable reader is not naive but he is not unduly suspicious. He can read between the lines. He can read in an implication more readily than a lawyer and may indulge in a certain amount of loose thinking, but he must be treated as being a man who is not avid for scandal and someone who does not, and should not, select one bad meaning where other non-defamatory meanings are available.
(3)Over-elaborate analysis is best avoided.
(4)The intention of the publisher is irrelevant.
(5)The article must be read as a whole, and any "bane and antidote" taken together.
(6)Τhe hypothetical reader is taken to be representative of those who would read the publication in question.
(7)In delimiting the range of permissible defamatory meanings, the court should rule out any meaning which, can only emerge as the produce of some strained, or forced, or utterly unreasonable interpretation.
(8)It follows that it is not enough to say that by some person or another the words might be understood in a defamatory sense". (Jeynes v. New Magazines Ltd
(2008)EWCA Civ 130.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η γενική προσέγγιση: Κατά την απόφαση ως προς το νόημα, το δικαστήριο δεν καθορίζει την πραγματική σημασία των λέξεων, αλλά προσδιορίζει τα ακραία όρια του δυνατού εύρους των εννοιών και θέτει τους «βασικούς κανόνες» για τη δίκη. Έτσι, στην υπόθεση Shαh ν. Standαrd Chartered Bαnk, οι ισχυρισμοί ήταν ικανοί να αποδώσουν το νόημα ότι οι ενάγοντες ήταν ένοχοι για ξέπλυμα χρήματος. αλλά η χρήση των διαφόρων διακριτικών λέξεων όπως "κατ΄ισχυρισμόν" ή "προφανώς" σήμαινε εναλλακτικά ότι δεν μπορούσαν να προσδώσουν τίποτε περισσότερο πέραν της εύλογης υποψίας. Η φύση του θέματος έχει συνοψιστεί ως εξής (οι αναφορές παραλείπονται): «
(1)Η βασική αρχή είναι η λογική.
(2)Ο υποθετικός λογικός αναγνώστης δεν είναι αφελής αλλά ούτε υπερβολικά καχύποπτος. Μπορεί να διαγιγνώσκει. Μπορεί να αντιληφθεί ένα υπονοούμενο πιο εύκολα από ότι ένας δικηγόρος και μπορεί να ενδώσει σε ένα πιο χαλαρό (ελεύθερο) τρόπο σκέψης αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένας άνθρωπος που δεν διψά για σκάνδαλα και ως κάποιος που δεν επιλέγει ή δεν θα πρέπει να επιλέγει μόνο την κακή σημασία, όπου υπάρχουν άλλες μη δυσφημιστικές σημασίες.
(3)Υπερβολικά λεπτομερής ανάλυση είναι καλύτερα να αποφεύγεται.
(4)Η πρόθεση του δημοσιεύοντος είναι άσχετη.
(5)Το άρθρο πρέπει να αναγνωστεί ως σύνολο και «το δηλητήριο με το αντίδοτο» να συνεξεταστούν.
(6)Ο υποθετικός αναγνώστης θεωρείται αντιπροσωπευτικός εκείνων που θα διάβαζαν το επίμαχο δημοσίευμα.
(7)Οριοθετώντας το φάσμα των επιτρεπτών δυσφημιστικών σημασιών, το δικαστήριο θα πρέπει να αποκλείει κάθε έννοια η οποία μπορεί να προκύψει μόνο και μόνο ως παράγωγο ορισμένης παρατραβηγμένης, εξαναγκαστικής ή εντελώς παράλογης ερμηνείας.
(8)Επομένως, δεν αρκεί να πούμε ότι, από ορισμένους, οι λέξεις θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές ως δυσφημιστικές. Στις περιπτώσεις όπου τα επίδικα δημοσιεύματα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδουν στον παραπονούμενο κάποια συμμετοχή σε σχέση με ποινικά αδικήματα, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί με βάση τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές είναι μέχρι ποιο βαθμό συμμετοχή σε αυτό αποδίδεται στον παραπονούμενο.». Ως έχει ήδη λεχθεί με αναφορά στη Γαληνιώτης (ανωτέρω), το ζήτημα του κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, είναι ζήτημα πραγματικό και το κριτήριο που εφαρμόζεται αντικειμενικό. Δεν τίθεται δηλαδή θέμα ερμηνείας υπό τη νομική έννοια. Εν ολίγοις το κριτήριο του τι θεωρείται δυσφημιστικό είναι η άποψη που θα ελάμβαναν οι συνηθισμένοι καλοί πολίτες ή οι ορθά σκεπτόμενοι άνθρωποι. Στην υπόθεση Lewis and another v. Daily Telegraph Ltd
(1963)2 All ER 151 ο Λόρδος Reid ανέφερε τα εξής σημαντικά στη σελίδα 155: « ... Ordinary men and women have different temperaments and outlooks. Some are unusually suspicious and some are unusually naive. One must try to envisage people between these two extremes and see what is the most damaging meaning that they would put on the words in question.». Εξετάζοντας το Δικαστήριο το επίδικο δημοσίευμα, Τεκμήριο 1, για να καταλήξει κατά πόσο είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα, διαπιστώνει ότι αυτό που καυτηριάζει το συγκεκριμένο δημοσίευμα είναι τον χρόνο που χρειάστηκε ο πρώην Βοηθός Γενικός Ελεγκτής για να ολοκληρώσει την διοικητική έρευνα που αφορούσε τη σύμβαση για την προμήθεια, εγκατάσταση, λειτουργία, υποστήριξη και συντήρηση συστημάτων για την διεκπεραίωση βιομηχανικών αναλύσεων στα κρατικά νοσοκομεία. Καταγράφονται οι δύο εκδοχές που αφορούν τους λόγους της ανυπαρξίας του απαιτούμενου πιστοποιητικού από το ΤΕΠ, του οποίου η παρουσίαση έπρεπε να προηγηθεί της υπογραφής της σύμβασης. Επίσης παρατίθεται αυτολεξεί μέρος της κατάληξης του Πορίσματος ή μάλλον η έλλειψη κατάληξης, το οποίο Πόρισμα κατά την κρίση του δημοσιογράφου είναι ασαφές, ενώ εκφράζεται και άποψη σε σχέση με την τύχη αυτού τούτου του Πορίσματος. Το άρθρο συνιστά έκφραση γνώμης του Εναγομένου 2, η οποία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα ως διαπιστώθηκαν από τον Ερευνώντα Λειτουργό. Δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα στο συγκεκριμένο δημοσίευμα. Αντίθετα, ένας λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος διαβάζοντάς το θα κατέληγε ότι ο Ερευνών Λειτουργός όφειλε να ξεκαθαρίσει τι πραγματικά είχε διαμειφθεί κατά την υπογραφή της συγκεκριμένης σύμβασης για να μην υπάρχει οποιαδήποτε σκιά σε βάρος του Ενάγοντα. Όλα τα πιο πάνω θα πρέπει να ιδωθούν υπό το πρίσμα του ότι ο Ενάγοντας αλλά και οι λοιποί πολίτες, προς τους οποίους ουσιαστικά απευθύνεται το δημοσίευμα, αποτελούν μέρος μιας δημοκρατικής κοινωνίας, βασικό στοιχείο της οποίας είναι η ελευθερία του λόγου και η ενημέρωση. Όλα όσα καταγράφονται στο δημοσίευμα και αναφέρονται στον Ενάγοντα είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προφανές ότι δεν είναι τέτοια που να οδηγούν τον μέσο συνετό πολίτη με την πρώτη ανάγνωση του δημοσιεύματος να αντιληφθεί αυτό ως δυσφημιστικό, αφού παρουσιάζουν τον Ενάγοντα ως να ξεγελάστηκε στην μη προσκόμιση του συγκεκριμένου εγγράφου ή στην προσκόμιση ενός διαφορετικού εγγράφου. Η γενική εντύπωση που δημιουργείται από το συγκεκριμένο δημοσίευμα στον μέσο λογικό άνθρωπο που έχει διαβάσει το επίδικο δημοσίευμα κάτω από τις συνθήκες που έχει δημοσιευτεί δεν θα οδηγούσε στην κατάληξη ότι είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Το πώς ο ίδιος ο Ενάγοντας αντιλαμβάνεται ή ερμηνεύει το δημοσίευμα, θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο, δεν έχει οποιαδήποτε σημασία, ιδιαίτερα αν το κείμενο είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Επισημαίνεται η σημασία του δικαιώματος των δημοσιογράφων για πλήρη και αντικειμενική ενημέρωση και αυτό θεωρεί το Δικαστήριο ότι έπραξαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την δημοσίευση του συγκεκριμένου άρθρου αφού στην ουσία «αντιγράφηκε» η κατάληξη του Πορίσματος. Το δημοσίευμα μπορεί να ήταν επικριτικό, αλλά δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως δυσφημιστικό, όπως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, στην αντίληψη του μέσου λογικού αναγνώστη. Το κείμενο κρίνεται στο σύνολό του και όχι αποσπασματικά εφόσον ο αναγνώστης θεωρείται ότι εκλαμβάνει τις συγκεκριμένες λέξεις στο σύνολό τους και όχι αποσπασματικά. Ενόψει της συγκεκριμένης κατάληξης του Δικαστηρίου παρέλκει η εξέταση των Υπερασπίσεων που προβλήθηκαν. Για όλους τους λόγους που καταγράφηκαν πιο πάνω, η Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιοδήποτε λόγο γιατί τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Συνακόλουθα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.