← Κύπρος

Ευαγγελία Χριστοφόρου ν. L.K. LEOHOME CONSTRUCTIONS & DEVELOPERS LTD, Αρ. Απαίτησης: 3360/2023, 13/9/2024

Ευαγγελία Χριστοφόρου ν. L.K. LEOHOME CONSTRUCTIONS & DEVELOPERS LTD, Αρ. Απαίτησης: 3360/2023, 13/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ. Αρ. Απαίτησης: 3360/2023 Μεταξύ: Ευαγγελία Χριστοφόρου Ενάγουσα -και- L.K. LEOHOME CONSTRUCTIONS & DEVELOPERS LTD (HE 127712) Εναγόμενη Ημερομηνία: 13 Σεπτεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια/ Εναγόμενη: κ. Μ. Λοϊζίδης Για την Καθ' ης η Αίτηση/ Ενάγουσα: κ. Κ. Κότροφος Ενδιάμεση Απόφαση (στην αίτηση ημερ. 29.12.2023, για αναστολή της διαδικασίας λόγω ρήτρας διαιτησίας) Εισαγωγή Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση, η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής «η Ενάγουσα») επιζητεί εναντίον της Εναγόμενης - Αιτήτριας (στο εξής «η Εναγόμενη») αποζημιώσεις για το ποσό των €31.587,15, ως ποσό το οποίο η τελευταία εισέπραξε χωρίς να δικαιούται και/ή ως ποσό το οποίο η Ενάγουσα της κατέβαλε πέραν του ποσού της αξίας της εργασίας που εκτέλεσε η Εναγόμενη, πλέον τόκο 5% από την ημερομηνία τερματισμού της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Η υπό κρίση Αίτηση Η Εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης[1] στην παρούσα Απαίτηση, με το οποίο δήλωνε την πρόθεση της να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα διαφορά και αμέσως μετά, και δη στις 29.12.2023, καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση, με την οποία επιζητεί την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται και/ή να παραμερίζεται και/ή να απορρίπτεται η παρούσα Απαίτηση διά το λόγο ότι τούτη στηρίζεται σε συμφωνία, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ των μερών, η οποία περιέχει ρήτρα διαιτησίας και η επίδικη διαφορά και/ή τα επίδικα θέματα καλύπτονται από την εν λόγω ρήτρα διαιτησίας και, επομένως, είναι ορθό και/ή δίκαιο όπως τούτα επιλυθούν στο πλαίσιο της εκκρεμούσας διαιτητικής διαδικασίας. Επιπλέον, επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να παραπέμπει την παρούσα διαφορά μεταξύ των μερών για επίλυση μέσω διαιτησίας, η οποία θα πρέπει να πραγματοποιηθεί δυνάμει της ενεργοποιηθείσας ρήτρας διαιτησίας και/ή των προνοιών του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.

  1. Ως προς το υπόβαθρο των γεγονότων, το οποίο αποτελεί τη βάση της υπό κρίση Αίτησης, τούτο καταγράφεται στην ένορκη δήλωση του κ. Μ. Ιωάννου (στο εξής «ο ομνύοντας στην Αίτηση»), ο οποίος είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη και ο οποίος, ως αναφέρει, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την τελευταία να προβεί σε αυτήν, ενώ γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από μελέτη του φακέλου αυτής, από προσωπική γνώση, καθώς και από πληροφορίες που έχει λάβει από την Εναγόμενη αλλά και από νομική συμβουλή που έχει λάβει από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση εκ μέρους της. Ως προς το λόγο που προβαίνει ο ίδιος στην εν λόγω ένορκη δήλωση, αναφέρει ότι τούτος είναι ότι η αίτηση αφορά αμιγώς νομικά ζητήματα, ότι τα γεγονότα της παρούσας Απαίτησης διαφαίνονται από τα συνημμένα, στην ένορκη του δήλωση, τεκμήρια, αλλά και λόγω του ότι ο μοναδικός διευθυντής της Εναγόμενης απουσιάζει στο εξωτερικό. Στο σημείο αυτό, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι τα πιο κάτω αποτελούν κοινώς αποδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, ως αυτό εμφαίνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αφενός την υπό κρίση Αίτηση και αφετέρου την Ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτήν, τα οποία αποτελούν το πραγματικό υπόβαθρο της υπό κρίση Αίτησης:
  2. Περί τις 5.11.2021, μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, συνήφθη προσυμφωνία για την κατασκευή της κατοικίας της πρώτης στη Λακατάμια, Λευκωσία (στο εξής «το Έργο»), η οποία συνοδευόταν από Δελτία Ποσοτήτων ως επίσης και από σχέδια (στο εξής «η Προσυμφωνία»). Στη βάση της Προσυμφωνίας, η Εναγόμενη θα εκτελούσε τις εργασίες του Έργου, για το ποσό των €180.571 πλέον ΦΠΑ (βλ. Τεκμήριο ΜΙ 1 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση[2]).
  3. Ακολούθως, στις 19.11.2021, μεταξύ των μερών, συνήφθη το Συμβόλαιο Εργολαβίας για Δομικά Έργα (με ποσότητες), Αρ. Εντύπου συμβολαίου: Β 01117 (στο εξής «η επίδικη Συμφωνία») (βλ. Τεκμήριο ΜΙ 2), δυνάμει του οποίου το ποσό του συμβολαίου ανέρχεται στο ποσό των €200.000 για το Έργο, αντί του ποσού των €180.571 που είχε συμφωνηθεί με την Προσυμφωνία, γεγονός που αμφότερα τα μέρη αποδέχονται (βλ. παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση και παραγράφους 10 και 18 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση), μολονότι η επίδικη Συμφωνία δεν έχει συμπληρωθεί χειρόγραφα, ως έπρεπε, στο σημείο που θα έπρεπε να καταγραφεί το ποσό του συμβολαίου. Αποτελούσε δε ρητό όρο της επίδικης Συμφωνίας ότι η Προσυμφωνία (και τα προνοούμενα σε αυτήν Δελτία Ποσοτήτων και σχέδια) αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος αυτής.
  4. Για σκοπούς πληρωμής του ποσού του συμβολαίου, θα έπρεπε να εκδίδονται, κατά περιόδους, πιστοποιητικά πληρωμής από τον Αρχιτέκτονα του Έργου, κατόπιν υποβολής από την Εναγόμενη λεπτομερούς κατάστασης της απαίτησης της, ενώ, ο Αρχιτέκτονας, εκδίδοντας το πιστοποιητικό πληρωμής θα αποτιμά την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας στο Έργο και θα περιλαμβάνει οποιαδήποτε ποσά εξακριβωθέντα ή συμφωνηθέντα βάσει των όρων της επίδικης Συμφωνίας (βλ. όρο 30.1 της επίδικης Συμφωνίας - Τεκμήριο ΜΙ 2).
  5. Η επίδικη Συμφωνία περιελάβανε, στον όρο 37.4 αυτής, ρήτρα διαιτησίας, η οποία έχει ως εξής: «Αν μέσα στη περίοδο 30 ημερών, ο Αρχιτέκτων δεν εκδώσει την Απόφαση του πάνω στην διαφορά, ή εάν αφού εκδώσει την Απόφαση του, είτε ο Εργοδότης είτε ο Εργολάβος δεν είναι ικανοποιημένοι από την Απόφαση, τότε μέσα σε πρόσθετες 30 μέρες από την παράλειψη ή έκδοση της Απόφασης από τον Αρχιτέκτονα, το ενδιαφερόμενο μέρος θα δώσει έγγραφη ειδοποίηση στο άλλο μέρος, με κοινοποίηση στον Αρχιτέκτονα με την οποία να αξιώνει την παραπομπή της διαφοράς σε Διαιτησία. Εάν όμως μέσα στις προθεσμίες που αναφέρονται πιο πάνω κανένα μέρος δεν αξιώσει Διαιτησία, τότε η μεν μη έκδοση Απόφασης από τον Αρχιτέκτονα θα θεωρείται ως τελεσίδικη απόρριψη του αιτήματος, η δε Απόφαση που έχει εκδώσει ο Αρχιτέκτων, θα θεωρείται ως τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη και καμία απαίτηση ή πρόσθετη διαδικασία ή θεραπεία δεν θα ισχύει ή θα μπορεί να προωθηθεί σχετικά με την διαφορά».
  6. Καθ' όλη τη διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών στο Έργο, η Εναγόμενη ζητούσε από την Αρχιτέκτονα την έκδοση πιστοποιητικών πληρωμής έναντι της εκτελεσθείσας εργασίας της, στη βάση των προνοιών της επίδικης Συμφωνίας, και η Αρχιτέκτονας, αφού αποτιμούσε την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας της Εναγόμενης, εξέδιδε σχετικά πιστοποιητικά πληρωμής. Η δε Ενάγουσα προχωρούσε στην εξόφληση τους.
  7. Σε κάποιο στάδιο, κατά την πρόοδο του Έργου, υπήρξε ρήξη μεταξύ των μερών.
  8. Ένεκα τούτου, στις 12.7.2023, η Εναγόμενη απέστειλε επιστολή προς την Αρχιτέκτονα και την Εναγόμενη, στη βάση της οποίας αιτείτο, δυνάμει του όρου 37.1 της επίδικης Συμφωνίας, την έκδοση απόφασης Αρχιτέκτονα, ζητώντας από την τελευταία να καθορίσει στο πιστοποιητικό πληρωμής του οποίου εκκρεμούσε η έκδοση, κατά πόσο το ποσό του συμβολαίου είναι άλλο από το ποσό των €200.000 που τα μέρη συμφώνησαν με την επίδικη Συμφωνία (στο εξής «η Ειδοποίηση για Απόφαση Αρχιτέκτονα») (βλ. Τεκμήριο ΜΙ 3 και Τεκμήριο 4 (στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση)).
  9. Την ίδια μέρα, η Αρχιτέκτονας του Έργου απέστειλε επιστολή προς την Εναγόμενη, με την οποία προειδοποιούσε την τελευταία για λύση της επίδικης Συμφωνίας, ένεκα κατ' ισχυρισμόν παράβασης των όρων αυτής από την Εναγόμενη, χωρίς να προβαίνει σε αυτήν σε οποιαδήποτε αναφορά στην Ειδοποίηση για Απόφαση Αρχιτέκτονα που της απέστειλε η Εναγόμενη (βλ. Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση).
  10. Την ίδια μέρα, και δη στις 12.7.2023, η Εναγόμενη, μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε επιστολή προς την Αρχιτέκτονα του Έργου και την Ενάγουσα, με την οποία, μεταξύ άλλων, απέρριπτε τους ισχυρισμούς τους για παράβαση, εκ μέρους της, των όρων της επίδικης Συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο ΜΙ 7(α)), εις απάντηση της πιο πάνω επιστολής - Τεκμήριο 5 - της Αρχιτέκτονα.
  11. Ένεκα του ότι η Αρχιτέκτονας του Έργου δεν απάντησε στην Ειδοποίηση για Απόφαση Αρχιτέκτονα, η Εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 23.8.2023, ειδοποίησε την Ενάγουσα ότι ενεργοποίησε τον όρο 37.4 της επίδικης Συμφωνίας και παρέπεμψε την διαφορά τους σε διαιτησία (στο εξής «η Ειδοποίηση Παραπομπής σε Διαιτησία») (βλ. Τεκμήριο ΜΙ 4).
  12. Στις 24.8.2023, η Εναγόμενη απέστειλε επιστολή προς την Ενάγουσα (στη βάση του όρου 37.5) με σκοπό τον, από κοινού, διορισμό διαιτητή, ο οποίος θα επίλυε τη διαφορά μεταξύ των μερών (βλ. Τεκμήριο ΜΙ 5(α)).
  13. Στην εν λόγω επιστολή, η Ενάγουσα απάντησε, μέσω των δικηγόρων της, με επιστολή ημερ. 25.8.2023 (βλ. Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση), ισχυριζόμενη ότι υπάρχει ήδη απόφαση Αρχιτέκτονα και ότι το ποσό των €200.000 δεν δικαιολογείται στη βάση των όσων έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών.
  14. Η Ενάγουσα, ακολούθως, με επιστολή ημερ. 28.8.2023 (Τεκμήριο ΜΙ 6), τερμάτισε την επίδικη Συμφωνία, ένεκα της κατ' ισχυρισμόν παράβασης της από την Εναγόμενη και μη συμμόρφωσης της τελευταίας με την επιστολή της Αρχιτέκτονα ημερ. 12.7.2023 (βλ. Τεκμήριο ΜΙ 7(β)).
  15. Η Εναγόμενη, με επιστολή ημερ. 28.8.2023, απέρριψε τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίστηκε ότι ο τερματισμός της επίδικης Συμφωνίας, εκ μέρους της τελευταίας, είναι παράνομος (βλ. Τεκμήριο ΜΙ 7(β)).
  16. Στις 18.9.2023, η Εναγόμενη απέστειλε επιστολή προς την Ενάγουσα με την οποία την πληροφορούσε ότι είχε προχωρήσει στον διορισμό συγκεκριμένου προσώπου ως διαιτητή (στο εξής «ο Διαιτητής») και καλούσε την τελευταία να προχωρήσει στο διορισμό δικού της διαιτητή, εντός 8 ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής, αλλιώς θα καλούσε τον Διαιτητή να προχωρήσει τη διαιτητική διαδικασία, στη βάση των προνοιών του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 (βλ. Τεκμήριο ΜΙ 8).
  17. Επειδή η Ενάγουσα δεν διόρισε δικό της διαιτητή, στις 16.10.2023, η Εναγόμενη απέστειλε επιστολή στον Διαιτητή, με την οποία τον καλούσε να προχωρήσει στην εκδίκαση της διαφοράς μεταξύ των μερών, στη βάση των προνοιών του Κεφ. 4 (βλ. Τεκμήριο ΜΙ 9).
  18. Ακολούθως, ο Διαιτητής απέστειλε επιστολή, ημερ. 7.11.2023, προς τα μέρη, με την οποία τους καλούσε να του αποστείλουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα, μέχρι τις 17.11.2023, για να εξετάσει αν μπορούσε να ενεργεί ως μόνος διαιτητής (βλ. Τεκμήριο ΜΙ 10), ενώ, στις 26.11.2023, τους απέστειλε επιστολή καλώντας τους σε προκαταρκτική συνάντηση διαιτησίας σε ημερομηνία που όλοι θα συμφωνούσαν (βλ. Τεκμήριο ΜΙ 11).
  19. Η Ενάγουσα, μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε, στις 7.12.2023, σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον Διαιτητή, με το οποίο τον ενημέρωνε ότι ενίστατο στην διεξαγωγή οποιασδήποτε διαιτησίας (βλ. Τεκμήριο ΜΙ 12(α)), προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, διάφορους ισχυρισμούς ως προς την αμεροληψία του.
  20. Στις 9.12.2023, ο Διαιτητής, απορρίπτοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Ενάγουσας, αποφάσισε να μην συνεχίσει να ενεργεί ως διαιτητής στην διαιτητική διαδικασία που είχε ξεκινήσει (βλ. Τεκμήριο ΜΙ 12(β)). Πέραν των πιο πάνω γεγονότων, τα οποία αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων, ο ομνύοντας στην Αίτηση ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη απέστειλε την Ειδοποίηση για Απόφαση Αρχιτέκτονα (Τεκμήριο ΜΙ 3) καθότι υπήρξε διαφορά μεταξύ των μερών ως προς τους ουσιώδεις όρους της επίδικης Συμφωνίας και συγκεκριμένα επειδή η Ενάγουσα αμφισβήτησε ότι το συμφωνηθέν ποσό του συμβολαίου ύψους €200.000, υπερισχύει του ποσού της Προσυμφωνίας, ενώ προκαλούσε και/ή εμπόδιζε την έκδοση νέων πιστοποιητικών πληρωμής από την Αρχιτέκτονα του Έργου. Είναι, επίσης, η θέση του ότι ένεκα του ότι η Αρχιτέκτονας δεν εξέδωσε την απόφαση της εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την ημερομηνία λήψης της πιο πάνω Ειδοποίησης για Απόφαση Αρχιτέκτονα, ως προνοούσε ο όρος 37.3 της επίδικης Συμφωνίας, η Εναγόμενη παρέπεμψε την εν λόγω διαφορά που προέκυψε μεταξύ των μερών σε διαιτησία. Πάντα κατά τους ισχυρισμούς του, η Ενάγουσα ήταν απρόθυμη να συμμορφωθεί με τους όρους της επίδικης Συμφωνίας και δεν επιθυμούσε να συμμετάσχει στη διαιτητική διαδικασία, ισχυριζόμενη ότι είχε εκδοθεί απόφαση Αρχιτέκτονα σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα, επικαλούμενη την επιστολή της Αρχιτέκτονα, ημερομηνίας 27.6.2023, η οποία είναι προγενέστερη της Ειδοποίησης για Απόφαση Αρχιτέκτονα και δεν αποτελεί απόφαση δυνάμει των προνοιών του όρου 37 της επίδικης Συμφωνίας. Είναι δε η θέση του ότι μοναδική βάση της παρούσας Απαίτησης της Ενάγουσας είναι η κατ' ισχυρισμόν παραβίαση των όρων της επίδικης Συμφωνίας εκ μέρους της Εναγόμενης, στη βάση του ότι η τελευταία εισέπραξε, δυνάμει των πιστοποιητικών πληρωμής που εκδόθηκαν από την Αρχιτέκτονα, ποσό μεγαλύτερο από αυτό που δικαιούτο και/ή ποσό μεγαλύτερο από την αξία των εργασιών που προσέφερε και/ή εκτέλεσε. Είναι τέλος, η θέση του ότι η επίδικη διαφορά αφορά τον καθορισμό του ποσού συμβολαίου του Έργου, διαφορά η οποία, εν πάση περιπτώσει, εμπίπτει εντός των προνοιών της επίδικης ρήτρας διαιτησίας και, ως εκ τούτου, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Ένσταση Προς αναχαίτηση της υπό κρίση Αίτησης, η Ενάγουσα καταχώρησε Ένσταση, προβάλλοντας επτά

(7)συνολικά λόγους ένστασης, οι οποίοι συγκλίνουν, ουσιαστικά, στις ακόλουθες θέσεις, όπως αυτές αποκρυσταλλώνονται και μέσα από την αγόρευση των συνηγόρων της:
(1)Η υπό κρίση Αίτηση είναι καταχρηστική, εφόσον υπάρχει ήδη απόφαση της Αρχιτέκτονα του Έργου σε σχέση με την εν λόγω διαφορά, την οποία η Εναγόμενη προσπαθεί να παρακάμψει,
(2)Το ζήτημα το οποίο η Εναγόμενη εισηγείται ότι αποτελεί διαφορά μεταξύ των μερών, δεν αποτελεί διαφορά αφού η Εναγόμενη, στην Ειδοποίηση για Απόφαση Αρχιτέκτονα δεν καταγράφει και τη θέση της Ενάγουσας, παρά μόνο τη δική της απαίτηση, και
(3)Ακόμα κι αν υπάρχει ζήτημα και/ή διαφορά μεταξύ των μερών, τούτο αποτελεί νομικό σημείο το οποίο δεν παραπέμπεται σε διαιτησία. Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας της Ενάγουσας, στην οποία επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης της, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και επιχειρηματολογία, επισυνάπτοντας και σχετικά έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών της. Εν πολλοίς, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ενώ, είναι η θέση της ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν, καθότι δεν εκκρεμεί οποιαδήποτε διαιτητική διαδικασία, εφόσον ο διαιτητής που διόρισε η Εναγόμενη παραιτήθηκε και, επομένως, δεν υπάρχει οποιαδήποτε ενεργοποιημένη ρήτρα διαιτησίας. Είναι, επιπρόσθετα, η θέση της ότι το προσχέδιο διατάγματος (που κατατέθηκε από την Εναγόμενη σύμφωνα με το Μέρος 23.4
(2)των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας) πάσχει και ότι τα διατάγματα που εκεί καταγράφονται, δεν μπορούν να εκδοθούν στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, πλην του διατάγματος για αναστολή της διαδικασίας, το οποίο, εν πάση περιπτώσει, είναι ασαφές και αόριστο και, για αυτό το λόγο, είναι και αυτό καταδικασμένο σε αποτυχία. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο ομνύοντας στην Αίτηση παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο ποιο είναι το πρόσωπο από την Εναγόμενη και/ή το δικηγορικό γραφείο που την εκπροσωπεί που του παρείχε τις πληροφορίες που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση και ως εκ τούτου υπάρχει αοριστία και ασάφεια αναφορικά με την πηγή των πληροφοριών του, με αποτέλεσμα η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση να πάσχει. Επίσης, είναι η θέση της ότι το ζήτημα το οποίο, κατά την Εναγόμενη, αποτελεί τη διαφορά μεταξύ των διαδίκων, απαιτεί όπως πρώτα καθοριστεί ποιες τιμές μονάδος θα εφαρμοστούν, στη βάση των Δελτίων Ποσοτήτων που περιλαμβάνονται στην Προσυμφωνία, εφόσον τούτη (η Προσυμφωνία) είναι που ορίζει με σαφήνεια τις εν λόγω τιμές μονάδος και, επομένως, αυτή είναι που υπερισχύει και όχι το κατ' αποκοπή ποσό συμβολαίου της επίδικης Συμφωνίας, ζήτημα το οποίο, κατά την Ενάγουσα, αποτελεί δύσκολο νομικό σημείο και, συνεπώς, η εν λόγω διαφορά θα πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Ανέφερε, επίσης, ότι το ζήτημα της διαφοράς μεταξύ του ποσού της Προσυμφωνίας και της επίδικης Συμφωνίας έχει ήδη τεθεί ενώπιον της Αρχιτέκτονα από την ίδια (την Ενάγουσα), με επιστολή ημερ. 15.6.2023, στην οποία η Αρχιτέκτονας απάντησε, στις 27.6.2023 (βλ. Τεκμήριο 3) και, επομένως, δεν υπάρχει οποιοδήποτε ζήτημα προς απόφαση. Τέλος, είναι η θέση της ότι και η δική της αξίωση, στην παρούσα Απαίτηση, θα πρέπει να κριθεί επί του πιο πάνω δύσκολου νομικού ζητήματος, και δη ως προς το κατά πόσο υπερισχύουν οι τιμές μονάδος που συμφωνήθηκαν με την Προσυμφωνία (και τα Δελτία Ποσοτήτων που αποτελούν μέρος της) ή το ποσό του συμβολαίου της επίδικης Συμφωνίας, ζήτημα το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο και όχι από διαιτητή. Ακροαματική διαδικασία Η ακροαματική διαδικασία της υπό κρίση Αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αφενός την υπό κρίση Αίτηση και αφετέρου την Ένσταση της Ενάγουσας, ενώ ουδείς εκ των ομνύοντων αντεξετάστηκε, ούτε οποιαδήποτε πλευρά καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση[3]. Αμφότερες δε οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης, ενώ είχαν την ευκαιρία να παραθέσουν και προφορικά τα κυριότερα τους σημεία ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε αυτές, οι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις τους με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει κατωτέρω, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι αφότου επιφυλάχθηκε η παρούσα απόφαση, οι συνήγοροι των διαδίκων ενημέρωσαν το Δικαστήριο[4] ότι εκδόθηκε η ενδιάμεση απόφαση στην Απαίτηση αρ. 3359/2023 (Επ. Δικ. Λευκωσίας), η οποία αφορούσε παρόμοια, με τη παρούσα υπόθεση, ζητήματα. Έχω μελετήσει την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση και αναφορά σε αυτήν θα γίνει, αν κριθεί αναγκαίο, κατωτέρω. Νομική πτυχή Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία όταν υπάρχει συνυποσχετικό μεταξύ των μερών (ρήτρα διαιτησίας). Συγκεκριμένα, το άρθρο 8 του Κεφ. 4, προνοεί τα ακόλουθα: «Αv oπoιoσδήπoτε συμβαλλόμεvoς σε συvυπoσχετικό ή oπoιoδήπoτε πρόσωπo πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω τoυ ή βάσει oδηγιώv τoυ, αρχίζει oπoιαδήπoτε διαδικασία εvώπιov Δικαστηρίoυ κατά oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ πoυ είvαι συμβαλλόμεvoς στo συvυπoσχετικό ή κατά oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει oδηγιώv τoυ, αvαφoρικά με oπoιoδήπoτε από τα θέματα πoυ συμφωvήθηκε vα παραπεμφθoύv σε διατησία, τότε oπoιoσδήπoτε από τoυς διαδίκoυς στηv εv λόγω διαδικασία δύvαται oπoτεδήπoτε μετά τηv εμφάvιση, και πριv παραδώσει oπoιεσδήπoτε γραπτές πρoτάσεις ή πρoβεί σε oπoιoδήπoτε άλλo στάδιo της διαδικασίας, vα απoταθεί στo Δικαστήριo για αvαστoλή της διαδικασίας και τo Δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα για αvαστoλή της διαδικασίας αv ικαvoπoιηθεί ότι δεv υπάρχει λόγoς πoυ vα δικαιoλoγεί τη μη παραπoμπή τoυ θέματoς σε διαιτησία σύμφωvα με τo συvυπoσχετικό και ότι o αιτητής ήταv, όταv άρχισε η διαδικασία, και εξακoλoυθεί vα είvαι έτoιμoς και πρόθυμoς vα πράξει oτιδήπoτε τo αvαγκαίo για τηv καvovική διεξαγωγή της διατησίας». Η ερμηνεία του όρου «συνυποσχετικό» περιέχεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 4, ως «η γραπτή συμφωvία για τηv υπoβoλή υφιστάμεvωv ή μελλovτικώv διαφoρώv σε διαιτησία, είτε o διαιτητής κατovoμάζεται σ' αυτή είτε όχι». Επίσης, στη βάση του άρθρου 3 του Κεφ. 4, «Τo συvυπoσχετικό, εκτός αv εκφράζεται αvτίθετη πρόθεση σε αυτό, είvαι αvέκκλητo, εκτός αv επιτραπεί από τo Δικαστήριo, και έχει τηv ίδια ισχύ από κάθε άπoψη ωσάv vα ήταv διάταγμα Δικαστηρίoυ». Σύμφωνα με τη σχετική, επί του θέματος, νομολογία, η συμφωνία για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία εφαρμόζεται, εκτός αν καταδειχθούν ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν τη μη εφαρμογή της (βλ. Balcancarimpex F.T.O v. Leasco Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 815). Η στοιχειοθέτηση και απόδειξη των λόγων για τη μη εφαρμογής της ρήτρας διαιτησίας, βαρύνει το διάδικο που επικαλείται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Phasouri Plantations v. Adriatica
(1985)1 CLR 290 και Amathus Navigation Co. Ltd v. Concord Express Liners κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 1030). Tο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Balcancarimpex F.T.O (ανωτέρω), σε σχέση με την εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 8 του Κεφ.4, είναι σχετικό: «Συμφωνία για την παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία, εφαρμόζεται εκτός αν καταδειχθούν ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν τη μη εφαρμογή της[5]. Η στοιχειοθέτηση και η απόδειξη των λόγων αυτών βαρύνει το διάδικο που επικαλείται τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου [βλ. HALSBURY'S LAWS OF ENGLAND, Third Edition, Vol. 2, pp. 24 - 28. Phassouri Plantations v. Adriatica
(1985)1 C.L.R. 290. The Eleftheria [1969] 2 All E.R. 641 και Amathus Navigation Co. Ltd. v. Concord Express Liners και Άλλων
(1993)1 A.A.Δ. 1030]. Στην προκείμενη περίπτωση οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες) δεν πρόβαλαν ούτε απέδειξαν οποιοδήποτε βάσιμο λόγο για τη μη παραπομπή των διαφορών που ανέκυψαν μεταξύ τους και των εφεσειόντων στο πλαίσιο εφαρμογής της συμφωνίας της 31.1.86 σε διαιτησία. Έτσι, δε θα επεκταθούμε σε εξέταση των λόγων που μπορεί να δικαιολογήσουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας υπέρ της ανάληψης δικαιοδοσίας, παρά την ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας, εκτός από το να επισημαίνουμε ότι αυτοί συναρτώνται με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.» Όπως προκύπτει από τη, σχετική, με το ζήτημα, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκειμένου το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για αναστολή της διαδικασίας, ο Αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)Mεταξύ των μερών υπάρχει έγκυρη συμφωνία όπως συγκεκριμένη διαφορά τους παραπεμφθεί σε διαιτησία,
(2)έχει ξεκινήσει δικαστική διαδικασία, ενώπιον του Δικαστηρίου, από πρόσωπο το οποίο είναι μέρος της πιο πάνω συμφωνίας (για παραπομπή σε διαιτησία),
(3)η αξίωση στη δικαστική διαδικασία αφορά τη διαφορά που συμφώνησαν τα μέρη να παραπεμφθεί σε διαιτησία,
(4)η αίτηση για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας προωθείται από διάδικο στην εν λόγω διαδικασία,
(5)η αίτηση αναστολής υποβλήθηκε μετά την καταχώρηση εμφάνισης, πλην όμως πριν ο Aιτητής παραδώσει τις έγγραφες προτάσεις του και προτού λάβει οποιοδήποτε άλλο διάβημα στην δικαστική διαδικασία, και
(6)ο Aιτητής είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει όλα τα αναγκαία, για τη δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας. (βλ. Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. 1. Στέλιο Κουρουκλίδη κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ) 1374, Λενιάνα Τουριστ Σερβισες Λτδ v. Ανδρέα Χ. Καρπάσπη & Υιοί (Βιομηχανία) Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ 75, Yiola A. Skaliotou v. Christoforos Pelekanos
(1976)1 CLR 251 και Bulfracht v. Third World Steel Co Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 148). Σχετική είναι, επίσης, η υπόθεση United Feeder Services Ltd v. Πλοίου "Anna Elisabeth"
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1946, στην οποία επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές. Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις που καθορίζει το άρθρο 8 του Κεφ. 4, τότε προχωρεί να εξετάσει κατά πόσον υπάρχουν καλοί λόγοι που δικαιολογούν τη συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας και τη μη παραπομπή της διαφοράς των μερών σε διαιτησία. Είναι δε σαφές από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 8 του Κεφ. 4 («τo Δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα για αvαστoλή της διαδικασίας»), ότι η αναστολή της διαδικασίας, εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και δεν είναι, αποκλειστικά, ζήτημα ικανοποίησης προϋποθέσεων. Επίσης, είναι νομολογημένο ότι το γεγονός ότι οι πρόνοιες μιας ρήτρας διαιτησίας καλύπτουν «οιανδήποτε διαφορά», δεν εξυπακούει κατ' ανάγκη ότι οποιαδήποτε αξίωση, έστω και αν αυτή πηγάζει από την μη τήρηση των όρων της συμφωνίας, συνιστά και διαφορά η οποία καλύπτεται από τις πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας (βλ. Steamer Shipping Co Ltd v. Sibyl Trading & Shipping Ltd κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 1069). Θα πρέπει η διαφορά να αφορά είτε τα γεγονότα που σχετίζονται με την ευθύνη των μερών, είτε τις νομικές επιπτώσεις των εν λόγω γεγονότων (βλ. Tradax v. Queensea Marine Co
(1986)1 C.L.R 559 και Steamer Shipping Co Ltd (ανωτέρω)). Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης Προτού προχωρήσω να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση επί της ουσίας της, κρίνω σκόπιμο, κατ' αρχάς, να αναφέρω τα πιο κάτω σε σχέση με δύο ζητήματα που προβάλλει η Ενάγουσα μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση της και δη τα εξής:
(1)ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση πάσχει, καθότι ο ομνύοντας στην Αίτηση δεν αναφέρει με σαφήνεια την πηγή της γνώσης του σε σχέση με τα γεγονότα που εκεί αναφέρει και
(2)ότι το προσχέδιο διατάγματος που κατέθεσε η Εναγόμενη, στη βάση του Μέρους 23.4
(2)των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, πάσχει και τα εκεί καταγραφόμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν. Σημειώνω ότι στη βάση του Μέρους 8.7 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στην ένσταση που καταχωρείται πρέπει να δηλώνονται, μεταξύ άλλων, περιεκτικά οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης[6]. Παρόμοια πρόνοια, υπήρχε και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, και δη στη Δ.48 θ. 4
(1)[7], η οποία, ως λέχθηκε στην υπόθεση Σοφοκλέους Ανδρέας ν. Κωστάκη Ταβελούδη και Άλλου
(2002)1 ΑΑΔ 92, έχει επιτακτικό χαρακτήρα αναφορικά με τον καθορισμό και την εξειδίκευση στο σώμα της ένστασης των λόγων που την υποστηρίζουν, ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει σε ποιους ακριβώς λόγους στηρίζεται η ένσταση. Συγκεκριμένα, στην πιο πάνω υπόθεση Σοφοκλέους Ανδρέας, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιούς ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο». Εν προκειμένω, παρατηρώ ότι στο σώμα της Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας, δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ένστασης είτε περί ασάφειας της ένορκης δήλωσης του ομνύοντα στην Αίτηση και/ή ότι αυτή πάσχει στη βάση του ότι αυτός δεν προσδιορίζει επακριβώς την πηγή της γνώσης του αναφορικά με τα όσα εκεί καταγράφει, είτε περί του ότι το προσχέδιο διατάγματος πάσχει και/ή είναι λανθασμένο. Οι εν λόγω ισχυρισμοί προβάλλονται για πρώτη φορά μέσω της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας και, επομένως, τούτες δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Εν πάση όμως περιπτώσει, παρεμφερώς και μόνο, σημειώνω ότι έχω μελετήσει με προσοχή την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, και κρίνω ότι σε αυτήν ο ομνύοντας στην Αίτηση αναφέρει με ιδιαίτερη σαφήνεια την πηγή των γνώσεων του, εφόσον δηλώνει ότι προβαίνει στην εν λόγω ένορκη δήλωση κατόπιν μελέτης του φακέλου της υπόθεσης, από γεγονότα που γνωρίζει προσωπικά, καθώς και από πληροφορίες που έχει λάβει από την Εναγόμενη, αλλά και από νομική συμβουλή που έλαβε από το δικηγορικό γραφείο που την εκπροσωπεί. Συνεπώς, η πιο πάνω θέση της Ενάγουσας δεν βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα και κρίνεται αβάσιμη. Σε ότι δε αφορά τον ισχυρισμό της ότι το προσχέδιο διατάγματος που καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη πάσχει και τα εκεί καταγραφόμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν, σημειώνω ότι η υποχρέωση ενός διαδίκου, στη βάση των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, να επισυνάψει τέτοιο προσχέδιο διατάγματος, έγκειται στην υποβοήθηση του Δικαστηρίου και μόνο και δεν είναι, καθ' οιονδήποτε τρόπο, δεσμευτικό για το Δικαστήριο, το οποίο, μόνο στην περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα προχωρήσει να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ως εκ τούτου, ούτε ο εν λόγω ισχυρισμός της Ενάγουσας κρίνεται βάσιμος. Στρεφόμενη τώρα στην ουσία της υπό κρίση Αίτησης και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, από αμφότερους τους διαδίκους, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, αποτελεί κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι μεταξύ των μερών έχει υπογραφεί η επίδικη Συμφωνία, με την οποία τα μέρη συμφώνησαν την παραπομπή των διαφορών τους σε διαιτησία (βλ. όρο 37.4 του Τεκμηρίου ΜΙ 2), ενώ ουδείς εκ των μερών αμφισβητεί το έγκυρο αυτής ή της ρήτρας διαιτησίας και, επομένως, είναι ξεκάθαρο ότι μεταξύ των μερών υπάρχει έγκυρη ρήτρα διαιτησίας για παραπομπή των διαφορών τους σε διαιτησία. Είναι, επίσης, ξεκάθαρο ότι έχει κινηθεί δικαστική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου από συμβαλλόμενο στην εν λόγω ρήτρα διαιτησίας (και δη την Ενάγουσα, ως Εργοδότης του Έργου). Περαιτέρω, έχω ικανοποιηθεί ότι η Εναγόμενη δεν έχει προβεί σε λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στην παρούσα Απαίτηση πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, πλην της καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης (κάτι το οποίο, εν πάση περιπτώσει, είναι κοινώς αποδεκτό από τους διαδίκους), ενώ, επιπρόσθετα, δηλώνει έτοιμη να πράξει όλα τα αναγκαία για τη δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη είναι έτοιμη να πράξει τούτο, διαφαίνεται και από την όλη συμπεριφορά της από το χρόνο που, κατά την ίδια, προέκυψε η διαφορά μεταξύ των μερών, εφόσον αυτή ενήργησε με τη δέουσα σπουδή και εντός των καθορισμένων χρονοδιαγραμμάτων της επίδικης Συμφωνίας, ενεργοποιώντας τις πρόνοιες αυτής, για σκοπούς έναρξης της διαιτητικής διαδικασίας και το διορισμό διαιτητή. Εκείνο, επομένως, που εναπομένει να εξεταστεί και που θα απασχολήσει κατωτέρω, είναι κατά πόσο η διαφορά των διαδίκων, ως τούτη προβάλλει από τα όσα σχετικά έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί διαφορά, που, σύμφωνα με τις πρόνοιες της επίδικης ρήτρας διαιτησίας, θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Υπενθυμίζω ότι η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας δεν αρκεί για να υπάρξει αναστολή της δικαστικής διαδικασίας, ενώ είναι σαφές ότι η ρήτρα διαιτησίας έχει μόνο τέτοια και όση έκταση, όση της δίνουν οι όροι της και όχι άλλη ή περισσότερη (βλ. Steamer Shipping Co Ltd (ανωτέρω). Αποτελεί βασικό λόγο ένστασης της Ενάγουσας ότι το ζήτημα που επικαλείται η Εναγόμενη δεν αποτελεί, γενικότερα, διαφορά και, εν πάση περιπτώσει, δεν αποτελεί διαφορά που εμπίπτει στην επίδικη ρήτρα διαιτησίας, εφόσον η Εναγόμενη, στην Ειδοποίηση για Απόφαση Αρχιτέκτονα, δεν καταγράφει τη θέση της Ενάγουσας, παρά μόνο καταγράφει τη δική της απαίτηση. Με κάθε σεβασμό στη θέση αυτή της Ενάγουσας, τούτη δεν με βρίσκει σύμφωνη. Για σκοπούς προσδιορισμού της διαφοράς των μερών και κατά πόσο τούτη συνιστά διαφορά στο πλαίσιο της ρήτρας διαιτησίας, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται στην Απαίτηση της Ενάγουσας, όπως τούτη διατυπώνεται στο Έντυπο Απαίτησης ή στην ειδοποίηση παραπομπής σε διαιτησία, αλλά οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα ενώπιον του στοιχεία (ως αυτά περιέχονται και στο μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την Αίτηση και την Ένσταση) για να διαπιστώσει τι είναι που απαιτεί η Ενάγουσα και αν, με βάση το τι απαιτεί, υπάρχει όντως διαφορά για να παραπεμφθεί σε διαιτησία (βλ. Λενιάνα Τούριστ Σέρβισες Λτδ και Steamer Shipping Co Ltd (ανωτέρω)). Εν προκειμένω, η Ενάγουσα, μέσω της παρούσας Απαίτησης της, αξιώνει από την Εναγόμενη το ποσό των €31.587,15 πλέον τόκο 5% από την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης Συμφωνίας, ως ποσό που καταβλήθηκε από αυτήν στην Εναγόμενη, στη βάση των πιστοποιητικών πληρωμής της Αρχιτέκτονα, και το οποίο (ποσό) η Εναγόμενη, κατ' ισχυρισμόν, δεν δικαιούτο και/ή πληρώθηκε περισσότερο από την αξία των εργασιών που εκτέλεσε στο Έργο και που προνοούντο στα σχέδια και τους όρους των Δελτίων Ποσοτήτων (που περιλαμβάνονται στην Προσυμφωνία), τα οποία αποτελούσαν μέρος της επίδικης Συμφωνίας και τα οποία, κατά την Ενάγουσα, υπερισχύουν του ποσού του συμβολαίου ύψους €200.000 (της επίδικης Συμφωνίας), σε περίπτωση υπολογισμού των επί μέρους εργασιών. Είναι δε η θέση της, μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, ότι για να αποφασισθεί η αξίωση της στην παρούσα Απαίτηση, θα πρέπει πρώτα να κριθεί κατά πόσο υπερισχύουν οι τιμές μονάδος των Δελτίων Ποσοτήτων που περιλαμβάνονται στην Προσυμφωνία ή το συμφωνημένο, στην επίδικη Συμφωνία, ποσό συμβολαίου ύψους €200.
  1. Η Εναγόμενη, μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση της, αλλά και ως τούτο διαφαίνεται από το Τεκμήριο ΜΙ 3 (Ειδοποίηση για Απόφαση Αρχιτέκτονα), και το Τεκμήριο ΜΙ 4 (Ειδοποίηση Παραπομπής σε Διαιτησία), ισχυρίζεται ότι η διαφορά μεταξύ των μερών, αφορά τον καθορισμό του ποσού της επίδικης Συμφωνίας. Συγκεκριμένα, ως διαφαίνεται από την Ειδοποίηση για Απόφαση Αρχιτέκτονα, εκείνο που αιτήθηκε η Εναγόμενη, δυνάμει του όρου 37.1 της επίδικης Συμφωνίας, ήταν απόφαση της Αρχιτέκτονα του Έργου, δυνάμει της οποίας να καθορίζεται, στο πιστοποιητικό πληρωμής του οποίου εκκρεμούσε η έκδοση, κατά πόσο το ποσό συμβολαίου, το οποίο συμφωνήθηκε από τα μέρη ότι θα καταβάλει η Ενάγουσα στην Εναγόμενη, είναι άλλο από το ποσό των €200.
  2. Επίσης, η Εναγόμενη επιζητούσε την έκδοση πιστοποιητικού πληρωμής της Αρχιτέκτονα, εφόσον η πρώτη είχε υποβάλει στην τελευταία, λεπτομερή κατάσταση της απαίτησης της, με την Αρχιτέκτονα να μην εκδίδει αυτό. Από όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η Εναγόμενη έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος που φέρει για να καταδείξει με σαφήνεια ποια ακριβώς είναι η διαφορά μεταξύ των μερών και γιατί δεν αποδέχεται την παρούσα Απαίτηση της Ενάγουσας, εφόσον, στη βάση του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού, είναι εμφανές ότι η διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι η μεν Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το συμφωνηθέν ποσό συμβολαίου, βάσει της επίδικης Συμφωνίας, ύψους €200.000, υπερισχύει του ποσού της Προσυμφωνίας (και των περιλαμβανομένων σε αυτήν Δελτίων Ποσοτήτων), ενώ η δε Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εκείνο που υπερισχύει είναι οι τιμές μονάδος που συμφωνήθηκαν με τα Δελτία Ποσοτήτων (που περιλαμβάνονται στην Προσυμφωνία) και όχι το συμφωνηθέν, στην επίδικη Συμφωνία, ποσό συμβολαίου. Και τούτο, είναι άμεσα σχετικό με την παρούσα Απαίτηση της Ενάγουσας, εφόσον, εν προκειμένω, ο καθορισμός του ποσού συμβολαίου, αποτελεί ζήτημα άμεσα συνυφασμένο με το κατά πόσο η χρηματική αξίωση της Ενάγουσας, για επιστροφή του αξιούμενου ποσού, ως ποσό που καταβλήθηκε από αυτήν στην Εναγόμενη, στη βάση των πιστοποιητικών πληρωμής της Αρχιτέκτονα, και το οποίο (ποσό) η Εναγόμενη, κατ' ισχυρισμόν της Ενάγουσας, δεν δικαιούτο να πληρωθεί και/ή πληρώθηκε περισσότερο από την αξία της εργασίας που εκτέλεσε στο Έργο βάσει των όρων των Δελτίων Ποσοτήτων (που περιλαμβάνονται στην Προσυμφωνία), είναι αιτιολογημένη. Δεν μου διαφεύγει σε καμία περίπτωση η επιστολή ημερ. 27.6.2023 της Αρχιτέκτονα προς τα μέρη, η οποία φέρει θέμα «Η Απόφαση του Αρχιτέκτονα σύμφωνα με το άρθρο 37 του Συμβολαίου που έχει υπογραφεί από τους Συμβαλλόμενους» (βλ. Τεκμήριο 3 στην Ένσταση της Ενάγουσας) και της θέσης της Ενάγουσας ότι το ζήτημα το οποίο η Εναγόμενη επιδιώκει να παραπέμψει σε διαιτησία, είναι ανύπαρκτο εφόσον έχει ήδη αποφασισθεί από την Αρχιτέκτονα, κατόπιν σχετικής επιστολής της Ενάγουσας ημερ. 15.6.
  3. Εντούτοις, παρατηρώ ότι το Τεκμήριο 3, που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, φέρει ημερομηνία προγενέστερη της Ειδοποίησης για Απόφαση Αρχιτέκτονα, αλλά και ότι εκείνο που εκεί καταγράφεται ως η απόφαση της Αρχιτέκτονα, είναι όπως ολοκληρωθούν οι εργασίες από τον εργολάβο, το συντομότερο δυνατόν. Συγκεκριμένα, στο πιο πάνω Τεκμήριο 3, καταγράφεται το εξής από την Αρχιτέκτονα: «Σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου και ασκώντας την εξουσία του άρθρου 37 ενημερώνω ότι η απόφασή μου ως αρχιτέκτονας, είναι η ολοκλήρωση των εργασιών από τον εργολάβο το συντομότερο δυνατόν». Χωρίς να μου διαφεύγει η όποια αναφορά της Αρχιτέκτονα στο Τεκμήριο 3 αναφορικά με το ότι το ποσό των €200.000 θα πληρωθεί «μόνο εάν και εφόσον υπάρξουν επιπρόσθετες εργασίες» οι οποίες θα ζητηθούν από τον επιβλέποντα και που δεν προβλέπονται στην ανάλυση κόστους των δελτίων ποσοτήτων, παρατηρώ ότι έχει παραμείνει άγνωστο στο Δικαστήριο κατά πόσο το ζήτημα αυτό, αποτέλεσε ρητή διαφορά μεταξύ των μερών, προσδιοριστική στην επιστολή της Ενάγουσας, ημερ. 15.6.2023 και κατά πόσο η επιστολή αυτή στάληκε στη βάση του όρου 37.1 της επίδικης Συμφωνίας. Και τούτο διότι, η Ενάγουσα, η οποία και επικαλείται ότι με το Τεκμήριο 3, η Αρχιτέκτονας αποφάσισε το εν λόγω ζήτημα, παρέλειψε να επισυνάψει την επιστολή ημερ. 15.6.2023, την οποία η ίδια απέστειλε και η οποία, κατά την ίδια, αποτέλεσε το έναυσμα για την ετοιμασία του εν λόγω τεκμηρίου. Στη βάση δε του όρου 37.1 της επίδικης Συμφωνίας «Σε περίπτωση που οποιαδήποτε διαφωνία ήθελε προκύψει μεταξύ του Εργοδότου ή του Αρχιτέκτονα ενεργούντος εκ μέρους του Εργοδότου και του Εργολάβου, είτε μεταξύ οποιουδήποτε από αυτούς και οποιουδήποτε άλλου που σχετίζεται με το Συμβόλαιο και την εκτέλεση των Εργασιών, τότε το θέμα της διαφοράς θα αναφέρεται κατ' αρχή στον Αρχιτέκτονα εγγράφως, με αντίγραφο στο άλλο μέρος, με ρητή αναφορά ότι τούτο γίνεται σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτού του Άρθρου για επίλυση και έκδοση "Απόφασης του Αρχιτέκτονα". Κάτι τέτοιο, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου και, επομένως, δεν μπορώ να καταλήξω σε σχετική κρίση ότι πριν την ετοιμασία του Τεκμηρίου 3 τέθηκε ενώπιον της Αρχιτέκτονα η, εν προκειμένω, διαφορά των μερών, με ρητή αναφορά ότι τούτο γίνεται στη βάση των προνοιών του όρου 37 της επίδικης Συμφωνίας για σκοπούς επίλυσης και έκδοσης απόφασης από αυτήν για το εν λόγω ζήτημα και, συνεπώς, δεν μπορώ να καταλήξω σε σχετική κρίση ότι στη βάση του Τεκμηρίου 3, η Αρχιτέκτονας του Έργου αποφάνθηκε επί της συγκεκριμένης διαφοράς των μερών, ειδικότερα εφόσον στο μέρος που καταγράφει την απόφαση της (βλ. πιο πάνω) δεν αναφέρει το οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα του ποσού του συμβολαίου. Πέραν όμως τούτου, ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι η Αρχιτέκτονας έχει αποφανθεί επί της, εν προκειμένω, διαφοράς των μερών, με την επιστολή ημερ. 27.6.2023 (Τεκμήριο 3 (ανωτέρω)), έρχεται σε πλήρη σύγκρουση, με τα όσα, επίσης, ισχυρίζεται στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, όπου αναφέρει ότι για να αποφασισθεί η αξίωση της στην παρούσα Απαίτηση, θα πρέπει πρώτα να κριθεί κατά πόσο υπερισχύουν οι τιμές μονάδος των Δελτίων Ποσοτήτων που περιλαμβάνονται στην Προσυμφωνία ή το συμφωνημένο, στην επίδικη Συμφωνία, ποσό συμβολαίου ύψους €200.000, ζήτημα το οποίο, κατά την ίδια, αποτελεί δύσκολο νομικό θέμα, το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει. Στη βάση δε του τελευταίου ισχυρισμού της, καθίσταται ξεκάθαρο ότι η ίδια η Ενάγουσα θεωρεί ότι το εν λόγω ζήτημα δεν έχει εξεταστεί ούτε αποφασισθεί από την Αρχιτέκτονα και χρειάζεται επίλυση του από το Δικαστήριο. Στρεφόμενη τώρα στο ερώτημα κατά πόσο η επίδικη διαφορά εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας, σημειώνω ότι ο όρος 37.1 της επίδικης Συμφωνίας προνοεί ότι «Ζητήματα στα οποία δυνατόν να αναφυούν διαφορές, περιλαμβάνουν οποιαδήποτε γνωμοδότηση, οδηγία, απόφαση, εκτίμηση, πιστοποιητικό του Αρχιτέκτονα, αναπροσαρμογή του Ποσού του Συμβολαίου, τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από το Συμβόλαιο και την αδικαιολόγητη παρεμπόδιση ή άρνηση συγκατάθεσης ή συμφωνίας οπό μέρους του Εργοδότη ή του Εργολάβου», και, συνεπώς, είναι, κατά την κρίση μου, σαφές ότι η, εν προκειμένω, διαφορά των διαδίκων εμπίπτει στα πλαίσια της ερμηνείας «των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών που απορρέουν από την επίδικη Συμφωνία». Είναι την επίδικη Συμφωνία που θα κληθεί να ερμηνεύσει ο Διαιτητής, και δη κατά πόσο το γεγονός ότι η Προσυμφωνία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής, έχει ως αποτέλεσμα ότι το ποσό της Προσυμφωνίας και των, εκεί προβλεπόμενων, Δελτίων Ποσοτήτων, υπερισχύει του, συμφωνημένου, στην επίδικη Συμφωνία, ποσού συμβολαίου και δη του ποσού των €200.
  4. Εφόσον οποιαδήποτε διαφορά αφορά τις συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα των μερών, τα οποία ο διαιτητής καλείται να ερμηνεύσει, έχει συμφωνηθεί βάσει του όρου 37 της επίδικης Συμφωνίας, όπως παραπεμφθεί σε διαιτησία, σαφώς η επίδικη διαφορά των μερών, ως ανωτέρω προσδιορίστηκε, εμπίπτει εντός των προνοιών της ρήτρας διαιτησίας. Αποτελεί, επίσης, βασικό επιχείρημα της Ενάγουσας ότι, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η επίδικη διαφορά εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας, τούτη δεν μπορεί να παραπεμφθεί σε διαιτησία, καθότι στην διαιτητική διαδικασία δεν μπορούν να αποφασιστούν νομικά ζητήματα, όπως είναι η ερμηνεία των σχετικών προνοιών της επίδικης Συμφωνίας, καθότι τούτο αποτελεί δύσκολο νομικό σημείο το οποίο πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Με κάθε σεβασμό στη θέση αυτή, τούτη δεν βρίσκει έρεισμα. Το γεγονός και μόνο ότι η διαφορά των μερών αποτελεί νομικό ζήτημα, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για να μην γίνει δεκτό αίτημα για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Re Phoenix Timber Co' s Application [1958] 2 QB 1). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition
(1973), σελ. 292, στο οποίο με έχει παραπέμψει και ο συνήγορος της Ενάγουσας, αναστολή της δικαστικής διαδικασίας λόγω ρήτρας διαιτησίας δεν θα γίνει αποδεκτή από τα Δικαστήρια όταν ένα από τα ζητήματα της διαφοράς των μερών αφορά ζήτημα συνταγματικής φύσης ή όταν η αξίωση του ενάγοντα βασίζεται σε νόμο ο οποίος δίδει συγκεκριμένη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο και μόνο για να αποφασίσει το εν λόγω ζήτημα ή όταν ο διαιτητής δεν δύναται να αποδώσει την αξιούμενη θεραπεία. Εν προκειμένω, τίποτα από τα πιο πάνω δεν ισχύουν αναφορικά με την επίδικη διαφορά, αλλά ούτε οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοιες που το ζήτημα της διαφοράς να πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Επίσης, οι υποθέσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο συνήγορος της Ενάγουσας προς υποστήριξη του ισχυρισμού του αυτού, διαφέρουν από την παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα, στην υπόθεση Bonnin v. Neame [1910] 1 Ch. 732, ο λόγος που το Δικαστήριο δεν άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια να αναστείλει τη διαδικασία λόγω ρήτρας διαιτησίας, δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι υπήρχαν νομικά ζητήματα να αποφασιστούν, αλλά και ότι οι διαιτητές που είχαν διοριστεί από τα μέρη είχαν εκφράσει ισχυρή γνώμη υπέρ των μερών που τους διόρισαν, ενώ στην υπόθεση Printing Machinery Company, Limited v. Linotype and Machinery, Limited [1912 1 Ch. 566, το Δικαστήριο δεν άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αναστολής της διαδικασίας διότι τα νομικά ζητήματα που έπρεπε να αποφασιστούν ήταν μεταξύ τους άμεσα συνδεδεμένα και το ένα ενέπιπτε στη ρήτρα διαιτησίας, ενώ το άλλο δεν ενέπιπτε, πράγμα που θα οδηγούσε σε κατακερματισμό της διαδικασίας. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι δεδομένης της επίδικης διαφοράς των μερών, λογικό είναι ότι θα επιλεχθεί διαιτητής που θα μπορεί να αποφασίσει τα επίδικα ζητήματα. Με τις ήδη πιο πάνω εκφρασθείσες κρίσεις μου, έχω στην ουσία αποφανθεί επί κάθε εγειρόμενου ζητήματος που περιβάλλει την υπό εξέταση Αίτηση και, κατά συνέπεια, κρίνω ότι η Εναγόμενη έχει αποδείξει όλες τις προϋποθέσεις ούτως ώστε να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της. Αντιθέτως, η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει καλό λόγο γιατί να μην εφαρμοστεί η επίδικη ρήτρα διαιτησίας. Υπενθυμίζω δε ότι στη βάση των όσων νομολογιακά αναφέρθηκαν, τα Δικαστήρια κλίνουν να εφαρμόζουν τη συμφωνία για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, εκτός αν καταδειχθούν ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν τη μη εφαρμογή της (βλ. Balcancarimpex F.T.O (ανωτέρω)). Σημειώνω, τέλος, εδώ ότι, παρά το λεκτικό των αιτούμενων διαταγμάτων της Εναγόμενης στην υπό κρίση Αίτηση, το μόνο διάταγμα το οποίο δύναται, εν προκειμένω, να εκδοθεί, είναι αυτό της αναστολής της παρούσας Απαίτησης, λόγω της ύπαρξης της επίδικης ρήτρας διαιτησίας και, επομένως, έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την εν λόγω διαφορά. Όπως αποφασίστηκε από τον Έντιμο κ. Μαλαχτό (Π.Ε.Δ (ως ήταν τότε) στην Αγωγή (Επ. Δικ. Λεμεσού), αρ. 4184/12: MD Referrals Ltd -και- 1. CJSC Intertechelectro κ.α., απόφαση ημερ. 21.2.2014, με την οποία συμφωνώ, με αναφορά στο άρθρο 8 του Ν. 101/87, το οποίο είναι παρόμοιο, στο βαθμό που εδώ αφορά, με το άρθρο 8 του Κεφ. 4, «Η αναφορά στο ΄Αρθρο 8
(1)για παραπομπή δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο αποστέλλει την υπόθεση στο διαιτητικό δικαστήριο ή διατάσσει οιονδήποτε των διαδίκων να λάβει θετικά μέτρα για εκκίνηση της διαιτητικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο παραπέμπει τη διαφορά σε διαιτησία στην έννοια ότι διακηρύττει ότι το κατάλληλο βάθρο εκδίκασης είναι το διαιτητικό δικαστήριο. Εφόσον δε το ίδιο το δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδικάσει τη διαφορά θα πρέπει να ρυθμίσει την ενώπιον του διαδικασία και αυτό γίνεται με την αναστολή της». Κατάληξη Στη βάση όλων όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναστέλλεται η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τόσο τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης, όσο και αυτά της παρούσας Απαίτησης, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης - Αιτήτριας και εναντίον της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση, το ύψος των οποίων θα καθοριστεί από το Δικαστήριο, αφότου ακουστούν οι συνήγοροι των διαδίκων επί τούτου του ζητήματος και μόνο, καθότι ουδείς εξ αυτών έχει υποβάλει κατάλογο εξόδων των αξιούμενων ποσών, πριν την ακρόαση της παρούσας Αίτησης, ως προνοεί το Μέρος 39.9[8] των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για σκοπούς συνοπτικού υπολογισμού των εξόδων. (Υπογρ.).......... Ν. Πετρίδου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στις 14.12.2023. [2] Από τούδε και στο εξής η όποια αναφορά σε Τεκμήριο με την ένδειξη «ΜΙ», θα γίνεται αναφορικά με τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση. [3] Παρά το ότι κατά το στάδιο της Ακρόασης Διαδικαστικών Οδηγιών (ΑΔΟ), είχε δοθεί σχετικός χρόνος από το Δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος αμφότερων των διαδίκων στα χρονοδιαγράμματα που είχαν καταχωρήσει, στην περίπτωση που ήθελαν καταχωρήσει τέτοια συμπληρωματική ένορκη δήλωση (βλ. πρακτικό Δικαστηρίου ημερ. 21.2.2024). [4] Βλ. ηλεκτρονικά μηνύματα ημερ. 28.6.2024 και 30.6.2024, τα οποία έχουν αναρτηθεί στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης, στο σύνδεσμο «Άλλα Έγγραφα». [5] Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και όσες ακολουθούν. [6] Το Μέρος 8.7 προβλέπει ως εξής: «
(1)Όταν ο εναγόμενος αμφισβητεί την απαίτηση ή αξιώνει διαφορετική θεραπεία, ο εναγόμενος οφείλει να καταχωρίσει και επιδώσει στους άλλους διαδίκους ένσταση στο Έντυπο αρ.9 εντός 28 ημερών από την καταχώριση τού σημειώματος εμφάνισης.
(2)Στην ένσταση πρέπει να δηλώνονται: (α) η ένσταση του εναγόμενου στο σύνολο ή μέρος της απαίτησης∙ (β) περιεκτικά οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης∙ και (γ) η συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια ή ο συγκεκριμένος κανονισμός στα οποία αυτή στηρίζεται.
(3)Εναγόμενος ο οποίος επιθυμεί να βασιστεί σε γραπτή μαρτυρία οφείλει να την καταχωρίσει μαζί με την ένσταση και να την επιδώσει σε όλους τους διαδίκους». [7] Η Δ.48 Θ. 4
(1)είχε ως εξής: «Αν πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί, τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η αίτηση για πρώτη εμφάνιση, θα καταχωρεί ειδοποίηση αυτής της πρόθεσής του σύμφωνα με τον Τύπο 47 και θα αφήνει αντίγραφο της για τον αιτητή στη διεύθυνση επίδοσής του. Η ειδοποίηση αυτή θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει του συγκεκριμένους λόγους της ένστασης. Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση. Αντίγραφα αυτών των ένορκων δηλώσεων θα αφήνονται στον αιτητή μαζί με την ειδοποίηση». [8] Στη βάση αυτού, αποτελεί καθήκον των διαδίκων και των δικηγόρων τους να βοηθούν το Δικαστήριο στη πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού εξόδων, υποβάλλοντας σχετικό κατάλογο εξόδων των αξιούμενων ποσών δύο μέρες πριν την τελική ακρόαση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.