← Κύπρος

Aladdin Nursery School Ltd κ.α. ν. Αναστάσιου Χατζηττοφή κ.α., Αγωγή αρ.: 1821/2022, 7/11/2024

Aladdin Nursery School Ltd κ.α. ν. Αναστάσιου Χατζηττοφή κ.α., Αγωγή αρ.: 1821/2022, 7/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ Αγωγή αρ.: 1821/2022 Μεταξύ:

  1. Aladdin Nursery School Ltd (HE 171827)
  2. Κατερίνα Σαββίδου Ενάγουσες -και-
  3. Αναστάσιου Χατζηττοφή
  4. Καρολίνα Χατζηττοφή Εναγόμενοι Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου
  5. Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες/ Αιτήτριες: κ. Μ. Ξιαρής για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 2/ Καθ' ης η Αίτηση: κ. Π. Τρύφωνος για Έφη Πολυκάρπου και Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (στην αίτηση ημερ. 18.11.2022 για παρακοή διατάγματος) Με την υπό κρίση Αίτηση, οι Ενάγουσες/ Αιτήτριες (στο εξής «οι Αιτήτριες») επιζητούν την τιμωρία της Εναγόμενης 2 - Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής «η Καθ' ης η Αίτηση»), για το λόγο ότι αυτή, κατά τις 16.11.2022, δεν συμμορφώθηκε με το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.8.2022 (στο εξής «το Διάταγμα»). Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της παρούσας διαδικασίας, σημειώνω ότι ο Εναγόμενος 1 είναι πρώην σύζυγος της Ενάγουσας 2 και νυν σύζυγος της Καθ' ης η Αίτηση. Οι Εναγόμενοι διαμένουν στην ανώγειο κατοικία του επίδικου ακινήτου, ενώ η Αιτήτρια διατηρεί το Νηπιαγωγείο της Ενάγουσας 1 στο εν λόγω ακίνητο. Στα πλαίσια των διαφορών των διαδίκων, εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, το Διάταγμα, το λεκτικό του οποίου κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιο κατωτέρω: «ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚΔΙΔΕΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ/Η ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ ΚΑΙ/Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους Εναγόμενους μαζί και/ή ξεχωριστά (είτε ενεργώντας από μόνοι τους ή διά των υπηρετών τους, ή αντιπροσώπων τους, ή πρακτόρων τους, ή προσώπων που εργάζονται ή ενεργούν για λογαριασμό τους, ή εκ μέρους τους, ή επί των οποίων εξασκούν έλεγχο, με οποιονδήποτε τρόπο, ή προσώπων τα οποία ενεργούν βάσει οδηγιών και/ή εντολών των Εναγόμενων, ή οποιοδήποτε εκ των προαναφερόμενων ή άλλως πως με οποιοδήποτε άλλον τρόπο) από του:- Να εισέρχονται ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να επεμβαίνουν και/ή να παρεμβαίνουν εντός των χώρων του νηπιαγωγείου «Aladdin Nursery School» (εφεξής «Νηπιαγωγείο») που καλύπτει το σύνολο των ισόγειων χώρων του ακινήτου που βρίσκεται στον Δήμο Λατσιών, στην επαρχία Λευκωσίας με Φύλλο/ Σχέδιο 30/15Ε2, Τμήμα 02, Τεμάχιο 1853 επί της οδού Πέτρου Ηλιάδη 17Α, 2220 Λατσιά (εφεξής το «Ακίνητο»), πλην δικαιώματος πρόσβασης και/ή διάβασης για σκοπούς χρήσης της σκάλας που οδηγεί στην ανώγεια κατοικία, και/ή να παρακωλύουν και/ή να παρεμβαίνουν στην εύρυθμη λειτουργία και/ή διεξαγωγή των εργασιών του Νηπιαγωγείου[1], μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ τους Εναγόμενους και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους αυτών και/ή οποιουσδήποτε ενεργούν εκ μέρους ή κατόπιν οδηγιών αυτών, να τερματίσουν τις οποιεσδήποτε πράξεις και/ή οχλήσεις και/ή θορύβους και/ή ενέργειες οι οποίες προκαλούν ή δύναται να προκαλέσουν οχληρία στους Ενάγοντες και/ή να εμποδίσουν την εύρυθμη λειτουργία του Νηπιαγωγείου, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.» Κρίνεται σημαντικό, περαιτέρω, στο παρόν στάδιο, για σκοπούς πληρότητας και καλύτερης κατανόησης, να σημειώσω ότι το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση από αυτή που εξέδωσε το Διάταγμα), στο πλαίσιο εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης ημερ. 24.8.2022 για οριστικοποίηση ή μη του Διατάγματος, προχώρησε, στις 13.10.2023[2], ως δικαιούτο, στη βάση του άρθρου 32

(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στην τροποποίηση του, με αποτέλεσμα το Διάταγμα να έχει, έκτοτε, το ακόλουθο λεκτικό: «ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους Εναγόμενους από του να εισέρχονται ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να επεμβαίνουν ή να παρεμβαίνουν στους χώρους του νηπιαγωγείου Aladdin Nursery School (εφεξής «Νηπιαγωγείο») το οποίο καλύπτει το σύνολο των ισογείων χώρων του ακινήτου επί της οδού Πέτρου Ηλιάδη 17Α, 2200 Λατσιά, πλην: i. του χώρου στάθμευσης, έμπροσθεν της πινακίδας με την καταγραφή «1ος όροφος» και του αμέσως διπλανού χώρου στάθμευσης (όπως φαίνεται στο «Τεκμήριο 9» της Ενόρκου Δηλώσεως του Εναγόμενου 1 που συνοδεύει την Ένσταση). ii. πλην του δικαιώματος πρόσβασης και/ή διάβασης για σκοπούς χρήσης της σκάλας που οδηγεί στην ανώγεια κατοικία, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 31/08/2022 το οποίο ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ τους Εναγόμενους και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους αυτών και/ή οποιουσδήποτε ενεργούν εκ μέρους ή κατόπιν οδηγιών αυτών, να τερματίσουν τις οποιεσδήποτε πράξεις και/ή οχλήσεις και/ή θορύβους και/ή ενέργειες οι οποίες προκαλούν ή δύναται να προκαλέσουν οχληρία στους Ενάγοντες και/ή να εμποδίσουν την εύρυθμη λειτουργία του Νηπιαγωγείου, οριστικοποιηθεί και δια του παρόντος οριστικοποιείται μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.» Ως προς τη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης, σημειώνω ότι τούτη (η Αίτηση) βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 31, 32, 42, 44, 45 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, στην Δ.34, Δ.39, Δ.40 θ. 1-18, Δ.42 θ. 1-5, Δ.42Α θ 1-13, Δ.43, Δ.48 θ.1-13 και την Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 23, 30 και 162 του Συντάγματος, ως επίσης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως προς το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, τούτο αναδεικνύεται μέσα από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 2 (στο εξής «η Αιτήτρια»), η οποία είναι η διευθύντρια και μέτοχος της Ενάγουσας 1 (ιδιοκτήτριας του Νηπιαγωγείου). Σε αυτήν, η Αιτήτρια αναφέρει το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης μέχρι και την έκδοση του Διατάγματος[3]. Είναι η θέση της ότι το Διάταγμα επιδόθηκε, στις 5.9.2022, προσωπικά, στην Καθ' ης η Αίτηση και ότι παρά ταύτα, η τελευταία συνέχισε να επεμβαίνει στο χώρο στάθμευσης του Νηπιαγωγείου, σταθμεύοντας εκεί το όχημα της, ενώ σε διάφορες περιπτώσεις θεάθηκε να επεμβαίνει στην αυλή του Νηπιαγωγείου και να ποτίζει, με τη χρήση λάστιχου (κατά τις 6.45πμ.). Εντούτοις, ως ισχυρίζεται, ένεκα του ότι οι προαναφερόμενες επεμβάσεις και ενέργειες δεν προκαλούσαν σημαντική παρακώλυση στην εύρυθμη λειτουργία του Νηπιαγωγείου, δεν καταχώρησε τότε, παρόμοια, με την παρούσα, αίτηση. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης Αίτηση επενέβη στην αυλή του Νηπιαγωγείου και στους χώρους στάθμευσης, στις 28.9.2022, 3.10.2022, 11.10.2022 και 20.10.2022, και επισυνάπτει σχετικά βίντεο και φωτογραφίες (Τεκμήρια 3, 4 και 5) προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, τα οποία δεν προτίθεμαι να καταγράψω τι απεικονίζουν, εφόσον, μέσω της υπό κρίση Αίτησης, δεν επιζητείται, για τούτα τα περιστατικά, η οποιαδήποτε τιμωρία της τελευταίας. Περαιτέρω, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι, στις 16.11.2022, έλαβαν χώρα δύο περιστατικά, τα οποία ξεκάθαρα, κατά την ίδια, συνιστούν ηθελημένη παρακοή του Διατάγματος εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι στις 16.11.2022 και ώρα 13.30, η Καθ' ης η Αίτηση εισήλθε, κατά παράβαση του Διατάγματος, στους χώρους του Νηπιαγωγείου, και δη στην πλαϊνή αυλή αυτού, και «έριξε νερό με πίεση με τη χρήση λαστίχου στα παράθυρα τάξης του Νηπιαγωγείου και ακολούθως εντός της τάξης»[4]. Προς τούτο, επισυνάπτει δύο σχετικά βίντεο (Τεκμήρια 6 και 7). Το ένα λήφθηκε από μέλος του προσωπικού του Νηπιαγωγείου που κατ' εκείνη την ώρα βρισκόταν στην εν λόγω αίθουσα του και το άλλο αποτελεί καταγραφή από τη κάμερα κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του Νηπιαγωγείου. Ως προς το δεύτερο περιστατικό, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι, κατά την ίδια μέρα (16.11.2022), η Καθ' ης η Αίτηση εισήλθε στο χώρο στάθμευσης του Νηπιαγωγείου με το όχημα της και «έκλεισε την είσοδο/ έξοδο του και ακολούθως λογομάχησε με γονέα», ο οποίος βρισκόταν εκεί για να παραλάβει τα παιδιά του, προκαλώντας κατά αυτό τον τρόπο όχληση και οχληρία, εμποδίζοντας την εύρυθμη λειτουργία του Νηπιαγωγείου. Επισυνάπτει δε, προς απόδειξη του περιστατικού αυτού, ως Τεκμήριο 8, φωτογραφίες, οι οποίες λήφθηκαν από μέλος του προσωπικού του Νηπιαγωγείου, στις οποίες, κατά την Αιτήτρια, φαίνεται η Καθ' ης η Αίτηση «να μιλά με γονιό ο οποίος βρίσκεται εντός του οχήματος με τα παιδιά του», ως Τεκμήριο 9, βίντεο το οποίο λήφθηκε από μέλος του προσωπικού του Νηπιαγωγείου, στο οποίο, κατά την Αιτήτρια, φαίνεται η Καθ' ης η Αίτηση να απομακρύνεται από το όχημα του εν λόγω γονέα και να κατευθύνεται στο δικό της όχημα, και ως Τεκμήρια 10(α) και 10(β), βίντεο από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του Νηπιαγωγείου που, κατά την ίδια, δεικνύει την Καθ' ης η Αίτηση να αφήνει το όχημα της στην είσοδο/ έξοδο του χώρου στάθμευσης του Νηπιαγωγείου, εμποδίζοντας την είσοδο/έξοδο στο όχημα γονέα που βρισκόταν στους εν λόγω χώρους για να παραλάβει τα παιδιά του από το Νηπιαγωγείο, αλλά και να λογομαχεί με αυτόν και, ακολούθως, να κατευθύνεται στο δικό της όχημα, το οποίο μετακινεί, για να μπορεί να φύγει ο εν λόγω γονέας από το χώρο, και, στη συνέχεια σταθμεύει τούτο στον χώρο στάθμευσης του Ακινήτου. Είναι, περαιτέρω, η θέση της Αιτήτριας ότι, όταν η ίδια ρώτησε τον συγκεκριμένο γονέα ως προς το τι του λέχθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση, της ανέφερε ότι «στην ουσία λογομάχησαν με την Εναγόμενη 2, η οποία ήταν πολύ αγενής, και του ανέφερε με έντονο τρόπο ότι δεν πρέπει να παρκάρει ξανά στο χώρο στάθμευσης διότι δεν είναι του Νηπιαγωγείου» και, επίσης, ότι η Καθ' ης η Αίτηση του είπε «να παρκάρεις όπου θέλεις αλλά εδώ να μην ξαναπαρκάρεις». Αναφέρει, επίσης, η Αιτήτρια, ότι την ίδια μέρα, μετά τα προαναφερόμενα συμβάντα, μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών και κατήγγειλε τα εν λόγω περιστατικά, και επισυνάπτει, ως Τεκμήριο 11, το σχετικό έντυπο βεβαίωσης καταγγελίας. Τέλος, ισχυρίζεται ότι οι αναφερόμενες ενέργειες και πράξεις της Καθ' ης η Αίτηση αποτελούν ηθελημένη ανυπακοή του Διατάγματος. Η Ένσταση Η υπό κρίση Αίτηση προσέκρουσε την Ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση, μέσω της οποίας προβάλλει συνολικά 15 λόγους ένστασης, τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω αυτούσιους, καθότι, τούτοι, ως αποκρυσταλλώθηκαν στην αγόρευση των συνηγόρων της, έχουν ως εξής:
(1)Η επίδοση της υπό κρίση Αίτησης, της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει και των συνημμένων επ' αυτής τεκμηρίων και/ή του USB έγινε κατά παράβαση των Θεσμών και/ή είναι ανεπίτρεπτη, καθότι το USB και/ή το περιεχόμενο αυτού, συνιστά πραγματική μαρτυρία, η οποία δεν δύναται να επιδοθεί, καθότι δεν συνιστά έγγραφο εν τη εννοία του νόμου,
(2)Τα συνημμένα, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, Τεκμήρια 3, 6, 7, 9 και 10, λήφθηκαν παράνομα και/ή κατά παράβαση των προνοιών του Συντάγματος και/ή αποτελούν παρανόμως ληφθείσα μαρτυρία, η οποία αποκτήθηκε κατά παράβαση του δικαιώματος για προστασία της ιδιωτικής και/ή οικογενειακής ζωής της Καθ' ης η Αίτηση και/ή τα όσα σε αυτά καταγράφονται δεν αποτελούν ιδίαν γνώση της Αιτήτριας αλλά εξ ακοής μαρτυρία και/ή είναι κατασκευασμένα,
(3)Τα συνημμένα, ως Τεκμήρια 3, 6, 7, 9 και 10, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση και/ή το USB διακινούνται παράνομα και/ή παράτυπα εκτός του ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης και/ή κατά παράβαση των προνοιών του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Καταχώριση) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021,
(4)Από την ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης, μέχρι και την ημερομηνία που το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για καταχώρηση ένστασης σε αυτήν, χρόνος κατά τον οποίο, στο μεταξύ, τροποποιήθηκε το Διάταγμα, παρήλθε τέτοιο χρονικό διάστημα που εξασθενεί την οιονεί ποινική φύση της παρούσας διαδικασίας, καθιστώντας την άνευ αντικειμένου και/ή καταπιεστική για την Καθ' ης η Αίτηση,
(5)Το Διάταγμα πάσχει από αοριστία και ασάφεια,
(6)Το Διάταγμα τροποποιήθηκε στις 13.10.2023 υπέρ των Εναγομένων και, συνακόλουθα, η υπό κρίση Αίτηση καθίσταται άνευ αντικειμένου,
(7)Η υπό κρίση Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή εκδικητική και/ή επιδιώκονται αλλότριοι σκοποί και
(8)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η εν λόγω Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση, στην οποία επαναλαμβάνει, ουσιαστικά, τους ανωτέρω λόγους ένστασης, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και επιχειρηματολογία. Αναφορά στα όσα προβάλλονται από την Καθ' ης η Αίτηση στην εν λόγω ένορκη δήλωση της, θα γίνει κατωτέρω, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Ακροαματική διαδικασία Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων, θα γίνει, κατωτέρω, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο. Νομική Πτυχή Είναι πάγια νομολογημένο ότι η υπακοή στα διατάγματα του Δικαστηρίου, αποτελεί το θεμέλιο λίθο του κράτους δικαίου (βλ. μεταξύ άλλων, Krashias Shoes v. Adidas
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 750 και Safarino v. Sun Shoes
(1984)1 CLR 738). Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου, στα πλαίσια άσκησης πολιτικής δικαιοδοσίας, να εξαναγκάζει σε υπακοή στα διατάγματα που εκδίδει, διά προστίμου ή φυλάκισης ή μεσεγγύησης αγαθών, πηγάζει από το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου[5], Ν. 14/60, το οποίο αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο (βλ. Krashias K. Wonderlich v. E. Παναγιώτου
(1999)1(Α) ΑΑΔ 366 και Οικονομίδου v. Economides Estates
(1999)1(B) AAΔ.1145). Σε ότι αφορά το δικονομικό δίκαιο που διέπει και ρυθμίζει την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάζει αιτήσεις τέτοιου είδους, τούτο παρέχεται από τη Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Krashias Shoes v. Adidas (ανωτέρω) και Πολ. Έφεση αρ. 19/2019 Α.Μ v. C.M.E., απόφαση ημερ. 10.7.2020). Εκείνο που προκύπτει από τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Μαρίας Μαυρονικόλα ν. Άντη Ξάνθου
(2011)1Α Α.Α.Δ. 293, είναι ότι προϋπόθεση ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για εκδίκαση αίτησης παρακοής αποτελεί η τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που τίθενται από τη Δ.42Α
(1),
(2)και
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το σχετικό απόσπασμα της εν λόγω απόφασης έχει ως ακολούθως: «Από την ιδία τη φύση της διαδικασίας παρακοής ως οιονεί ποινικής, (βλ. Ηalin v. Timur
(2005)1 A.A.Δ. 424), αναφύεται η ανάγκη πλήρους και αποτελεσματικής διαπίστωσης ύπαρξης των πιο κάτω προϋποθέσεων, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, (Μαρκίδης
(1991)1 Α.Α.Δ. 401): α. ΄Υπαρξη διατάγματος β. ΄Υπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης γ. Προσωπική επίδοση του διατάγματος δ. Προσωπική επίδοση της αιτήσεως παρακοής. Σχετική επί του θέματος της ικανοποίησης των προϋποθέσεων για απόδειξη παρακοής είναι η υπόθεση Ονουφρίου ν. Βye
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 371[6]». Όσον δε αφορά στα συστατικά στοιχεία της αστικής παρακοής, στην υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Margita Μιχαηλίδου
(2011)1 ΑΑΔ 356 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2)
(1988)1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ.
(2004)σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο). Γι΄ αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ΄ ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του καθ΄ ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει. (δέστε τις υποθέσεις Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)All E.R. 176 [Repr.] και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963). Στο σύγγραμμα των Borris & Lowe: The Law of Contempt" 2η έκδ., σελ. 395, αναφέρεται ότι: «Thus, although persons are under a duty to comply strictly with the terms of an injunction, the Courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following points. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiguous; secondly it must be shown that the defendant has had proper notice of such terms; and thirdly, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant.» Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «.. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί• πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ΄ ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1)». Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, από αμφότερους τους διαδίκους, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Εν πρώτοις, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.42Α, οι οποίες ενεργοποιούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί αίτησης ως η παρούσα. Η φύση της διαδικασίας αυτής και οι κυρώσεις που μπορεί να προκύψουν, επιβάλλουν, όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί (από τη νομολογία), τη σχολαστική τήρηση των δικονομικών κανόνων που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν. 14/60. Στην προκειμένη περίπτωση, παρατηρώ τα εξής. Οι Αιτήτριες, μέσω της ενδιάμεσης αίτησης τους ημερ. 24.8.2022, εξασφάλισαν, μονομερώς, το Διάταγμα, η έκδοση του οποίου, εν πάση περιπτώσει, είναι αδιαμφισβήτητη από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση, πλην όμως αποτελεί θέση της πως αυτό πάσχει από αοριστία και ασάφεια, θέση με την οποία θα ασχοληθώ κατωτέρω στην παρούσα απόφαση. Επίσης, σημειώνω ότι το Διάταγμα φέρει τη νενομισμένη οπισθογράφηση, η οποία είναι αναγκαίο προαπαιτούμενο για να στοιχειοθετηθεί η παρακοή. Όπως προανέφερα, αποτελεί θέση της Καθ' ης η Αίτηση, ότι το Διάταγμα πάσχει από αοριστία και ασάφεια, πλην όμως η εν λόγω θέση, ως αναπτύχθηκε στην αγόρευση του συνηγόρου της, ουσιαστικά, θέλει το Διάταγμα και δη την έννοια του «ισόγειου χώρου» να έχει «σαφή ερμηνευτική προσέγγιση»[7]. Πιο συγκεκριμένα, η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η αναφορά στον «ισόγειο χώρο» στο Διάταγμα, περιορίζει την εμβέλεια του στο κτίριο ή το κτίσμα που βρίσκεται επί του επιπέδου του εδάφους του Ακινήτου και, επομένως, δεν περιλαμβάνει τους χώρους στάθμευσης και την αυλή του. Αντίθετη, βεβαίως, είναι η ερμηνεία που δίδει η πλευρά των Αιτητριών. Όπως προανέφερα, στη νομική πτυχή ανωτέρω, η νομολογία μας έχει διαχρονικά τονίσει ότι για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός Καθ' ου η Αίτηση για παρακοή, το διάταγμα θα πρέπει να διατυπώνεται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται στη βάση του και κάτω υπό ποία ιδιότητα (βλ. Μιχαηλίδης v. Margita Μιχαηλίδου (ανωτέρω) και Yugos Finance BV κ.α. v. Halebay Holdings Ltd
(2013)1(A) ΑΑΔ 569). Είναι δε, επίσης, πάγια νομολογημένο ότι στις λέξεις και φράσεις ενός διατάγματος (όπως και Νόμου[8]) πρέπει να δίνεται η γραμματική τους ερμηνεία, κανόνας ο οποίος υπαγορεύει όπως στις λέξεις και φράσεις αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους. Επομένως, για να διαφανεί κατά πόσο η ερμηνεία που δίδει η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση είναι η ορθή, θα πρέπει να ανατρέξουμε στην λεκτική ερμηνεία που δίδεται στη φράση «σύνολο των ισόγειων χώρων» του Ακινήτου, ως αυτή απαντάται στο Διάταγμα. Σημειώνω δε ότι τα πρόσωπα προς τα οποία επιδίδεται ένα διάταγμα, αναμένεται να διαβάσουν τις λέξεις του ως σύνολο και όχι αποσπασματικά. Είναι δε επιτρεπτό για το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της σχετικής διενέργειας του, να ανατρέξει σε λεξικά για αναζήτηση της ορθής ερμηνείας (βλ. Hermes Insurance Ltd κ.α. v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 406, Περικλέους v. Δήμου Λατσιών
(2002)2 ΑΑΔ 459, ως επίσης και το σύγγραμμα Δίκαιο της Απόδειξης, Β' Έκδοση, Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ. 380-381). Σύμφωνα με το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας», Γ. Μπαμπινιώτη, στις λέξεις «σύνολο», «ισόγειος» και «χώρος», δίδονται οι ακόλουθες ερμηνείες: «σύνολο (το)
  1. πρόσωπα ή πράγματα μαζί, που αποτελούν ένα όλον (που αντιμετωπίζονται ενιαία λόγω κοινής ιδιότητας ή χαρακτηριστικού που τα συνδέει)» «ισόγειος, -α, -ο
  2. Αυτός που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το έδαφος (πβ. λ. υπέργειος, υπόγειος): ~κατάστημα» «χώρος (ο)
  3. (α) (γενικά) το πλαίσιο (τοπικό, φυσικό, κοινωνικό) μέσα στο οποίο υπάρχει ή/και δρα (κάποιος/κάτι), [.] (β) ειδικότ.) περιοχή ή τμήμα περιοχής: ανοικτός/ κλειστός/ περιορισμένος, [.]
  4. (ειδικότ.) στεγασμένη ή μη έκταση, κτίσμα ή τμήμα κτίσματος που προορίζεται για συγκεκριμένη δραστηριότητα [.]
  5. Οποιαδήποτε έκταση που μπορεί να γίνει αισθητή μέσα από τις διαστάσεις της (μήκος, πλάτος, ύψος): ο ~ γύρω από το σπίτι ║ [.]
  6. (ειδικότ.) η τρισδιάστατη έκταση, την οποία καταλαμβάνει κάθε υλικό σώμα: ο ~του σπιτιού/ του αυτοκινήτου/ του ψυγείου/ της βιβλιοθήκης, ΣΥΝ. όγκος, διαστάσεις». Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω λεκτικές ερμηνείες, εν προκειμένω, θεωρώ ότι το «σύνολο των ισόγειων χώρων» του Ακινήτου που προνοείται στο Διάταγμα, είναι το σύνολο, δηλαδή το όλο, των τμημάτων του Ακινήτου, είτε αυτά είναι ανοικτά είτε κλειστά είτε περιορισμένα, είτε είναι στεγασμένα ή μη, τα οποία βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με το έδαφος, και δεν περιορίζονται στα κτίρια ή κτίσματα που βρίσκονται επί του εδάφους, αλλά περιλαμβάνουν οποιαδήποτε τρισδιάστατη έκταση (που έχει ύψος, μήκος, πλάτος). Καθίσταται, επομένως, σαφές, ότι στους ισόγειους χώρους (ως αυτοί προσδιορίζονται στο Διάταγμα), πέραν του κτιρίου του Νηπιαγωγείου, περιλαμβάνονται και οι χώροι της αυλής και των χώρων στάθμευσης, οι οποίοι σαφώς αποτελούν ανοικτά τμήματα του Ακινήτου, τα οποία βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με το έδαφος. Τούτο δε, ήταν κατανοητό και στην ίδια την Καθ' ης η Αίτηση. Ενδεικτικό τούτου, είναι, αφενός, και η εξαίρεση που ρητώς καταγράφεται στο Διάταγμα και δη το δικαίωμα πρόσβασης της (και του Εναγόμενου 1) στους χώρους αυτούς για σκοπούς χρήσης της σκάλας που οδηγεί στην ανώγειο κατοικία, εξαίρεση που θα ήταν εντελώς αχρείαστη αν οι εξωτερικοί χώροι του Ακινήτου (αυλή και χώροι στάθμευσης) δεν περιλαμβάνονταν στην έννοια του «συνόλου των ισόγειων χώρων» του, και αφετέρου, η μετέπειτα, της έκδοσης του Διατάγματος, ενέργεια της Καθ' ης η Αίτηση (και του Εναγόμενου 1) να αποταθούν στο Δικαστήριο, μέσω της Ένστασης που καταχώρησαν στην αίτηση ημερ. 24.8.2022, και να επιτύχουν, έστω, την τροποποίηση του Διατάγματος, δυνάμει της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 13.10.2023, ώστε ρητώς να τους αναγνωρίζει δικαίωμα χρήσης των δύο χώρων στάθμευσης που αναφέρονται στο τροποποιημένο διάταγμα (οι οποίοι καθορίστηκαν στο Τεκμήριο 9 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1, στην ένσταση που καταχωρήθηκε στο πλαίσιο της εν λόγω αίτησης). Στη βάση όλων των ανωτέρω, έχω ικανοποιηθεί ότι το Διάταγμα εξειδικεύει με ακρίβεια τι απαγορεύεται και τι διατάσσονται να πράξουν οι Εναγόμενοι (περιλαμβανομένης της Καθ' ης η Αίτηση), η οποία είναι σε θέση να γνωρίζει και να αντιλαμβάνεται πλήρως τις επιβαλλόμενες και απαγορευμένες, σε αυτήν, ενέργειες. Σε ότι αφορά την προσωπική επίδοση τόσο του Διατάγματος όσο και της παρούσας Αίτησης παρακοής, αποτελεί κρίση μου ότι και αυτά ικανοποιούνται στην προκειμένη περίπτωση. Όπως προκύπτει από τον ηλεκτρονικό φάκελο της παρούσας υπόθεσης[9], στις 5.9.2022, επιδόθηκε, προσωπικά, στην Καθ' ης η Αίτηση, το Διάταγμα[10]. Επίσης, στις 22.11.2022 της επιδόθηκε προσωπικά η παρούσα Αίτηση[11]. Τα πιο πάνω δε, ουδόλως αμφισβητήθηκαν από αυτή. Συνεπώς, κρίνω ότι, εν προκειμένω, πληρούνται όλες οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που τίθενται στην Δ.42Α, για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για να εκδικάσει την υπό κρίση Αίτηση. Προτού προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης, όπως τούτο προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, και δη κατά πόσο ικανοποιείται τόσο η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) όσο και η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του εν λόγω αδικήματος, κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με τους λοιπούς λόγους ένστασης που προβάλλονται εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση και που δεν αφορούν τα εν λόγω συστατικά στοιχεία.
(1)Λόγοι ένστασης που θέλουν την επίδοση του USB (που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει τη υπό κρίση Αίτηση) και/ή των τεκμηρίων που περιλαμβάνονται σε αυτό να έγινε κατά παράβαση των Θεσμών και/ή να είναι ανεπίτρεπτη, καθότι το USB και/ή το περιεχόμενο αυτού συνιστά πραγματική μαρτυρία, η οποία είναι δεν δύναται να επιδοθεί. Αποτελεί βασική, σχετική, θέση της Καθ' ης η Αίτηση, η οποία προβάλλει και μέσω άλλων λόγων ένστασης (ως θα διαφανεί κατωτέρω) ότι η επίδοση της υπό κρίση Αίτησης, της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει και των συνημμένων σε αυτήν τεκμηρίων πάσχει, επί το ότι, τα Τεκμήρια 3, 6, 7, 9 και 10 (βίντεο τα οποία περιέχονται σε USB[12]), συνιστούν πραγματική μαρτυρία, η οποία δεν αποτελεί «έγγραφα» εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και, κατά συνέπεια, δεν επιδέχονται πιστοποίησης ως «πιστό αντίγραφο», και, επομένως, δεν είναι δυνάμενα να επιδοθούν. Προβάλλεται δε, η συναφής θέση εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση, ότι η ένορκη δήλωση επίδοσης (της παρούσας Αίτησης) που καταχωρήθηκε στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου, συνιστά προϊόν ψευδορκίας, καθότι ο ιδιώτης επιδότης δεν επέδωσε στην Καθ' ης η Αίτηση «πιστό αντίγραφο» του USB (και κατ' επέκταση των όσων αυτό περιλαμβάνει) και, επομένως, δεν επέδωσε πιστό αντίγραφο της Αίτησης και των όσων σε αυτήν επισυνάπτονται, εφόσον το USB δεν σφραγίστηκε ως «πιστό αντίγραφο». Mε κάθε σεβασμό, η θέση αυτή δεν βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα. Και εξηγώ. Στη βάση του άρθρου 2 του Κεφ. 9, ο όρος «έγγραφο» ερμηνεύεται ως εξής: «"έγγραφo" σημαίνει οτιδήποτε, επί του οποίου καταγράφεται ή αποτυπώνεται οποιαδήποτε πληροφορία ή παράσταση οποιουδήποτε είδους συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών υπογραφών, των ηλεκτρονικών σφραγίδων, των ηλεκτρονικών χρονοσφραγίδων, των ηλεκτρονικών εγγράφων, της ηλεκτρονικής υπηρεσίας συστημένης παράδοσης όπως αυτά ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014, και «αντίγραφο» (σε σχέση με έγγραφο) σημαίνει οτιδήποτε, επί του οποίου η εν λόγω πληροφορία ή παράσταση έχει αντιγραφεί με οποιοδήποτε μέσο, είτε άμεσα είτε έμμεσα»[13]. Στις ερμηνευτικές διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/93/ΕΚ (στο εξής «ο Κανονισμός (ΕΕ) 910/2014»), ο όρος «ηλεκτρονικό έγγραφο», ερμηνεύεται ως ακολούθως: ««ηλεκτρονικό έγγραφο»: οποιοδήποτε περιεχόμενο έχει αποθηκευτεί σε ηλεκτρονική μορφή και ειδικότερα ως κείμενο ή με ηχητική, οπτική ή οπτικοακουστική εγγραφή» Από την έρευνα στην οποία έχω προβεί, δεν έχω εντοπίσει απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή του Εφετείου που να ασχολείται με το κατά πόσο ένα USB και τα όσα περιέχονται σε αυτό, αποτελούν «έγγραφο» εν τη εννοία του άρθρου 2 του Κεφ. 9. Έχω όμως εντοπίσει την πρωτόδικη απόφαση της Έντιμης κας Εφραίμ (ΠΕΔ (ως ήταν τότε)), στην Αγωγή 4200/2011, Ελένης Σωκράτους v. Αννίτα Νικολάου, απόφαση ημερ. 21.10.2016, η οποία είναι καθοδηγητική, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, σε σχέση με USB που είχε κατατεθεί από την εκεί Ενάγουσα, στα πλαίσια της δικής της μαρτυρίας, το οποίο περιείχε δηλώσεις της Εναγομένης: «Είναι γεγονός πως η πλευρά της Ενάγουσας επέλεξε να παρουσιάσει στα πλαίσια της δικής της μαρτυρίας τις εν λόγω δηλώσεις της Εναγομένης. Αυτή ήταν καθαρά δική της απόφαση και ενέργεια, και βεβαίως δεν τίθεται ζήτημα αντεξέτασης της Εναγομένης από την πλευρά της πρώτης. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι αναμφίβολα το USB, Τεκμήριο 10, συνιστά «έγγραφο», και κατ΄ ακρίβειαν «αντίγραφο» εν τη εννοία του άρθρου 2 του Κεφ. 9, το οποίο περιέχει «δηλώσεις» της Εναγομένης και πάλι εν τη εννοία του ίδιου άρθρου. Το σημαντικό όμως είναι πως τέτοιες δηλώσεις διαδίκου ήταν αποδεκτές και πριν τον Ν.32(Ι)/04, στη βάση των εξαιρέσεων του Κοινοδικαίου για την απαγόρευση δηλώσεων εξ ακοής. Είναι δηλαδή μια από τις περιπτώσεις για τις οποίες το άρθρο 24
(3)του Κεφ. 9 προνόησε πως οι «.διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 28 . δεν εφαρμόζονται αναφορικά με εξ ακοής μαρτυρία, η οποία θα ήταν αποδεκτή εν πάση περιπτώσει και χωρίς την εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου
(1).». Στη βάση της πιο πάνω απόφασης, αλλά και στη βάση των προνοιών του άρθρου 2 του Κεφ. 9, ως επίσης και του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014, αποτελεί κρίση μου ότι καθίσταται σαφές ότι, εν προκειμένω, αναμφίβολα το USB, το οποίο περιέχει τα Τεκμήρια 3, 6, 7, 9 και 10, τα οποία αποτελούν οπτικοακουστική εγγραφή των κατ' ισχυρισμών πράξεων της Καθ' ης η Αίτηση που συνιστούν παρακοή, ως αυτές περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, συνιστούν «έγγραφο» και κατ' ακρίβεια «αντίγραφο», εν τη εννοία του άρθρου 2 του Κεφ.
  1. Σημειώνω δε ότι ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση δεν με παρέπεμψε σε οποιαδήποτε σχετική νομολογία προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού του περί του ότι το USB δεν αποτελεί «έγγραφο» στη βάση του Κεφ. 9, με τις υποθέσεις στις οποίες με έχει παραπέμψει και αφορούν το ζήτημα της επίδοσης, να αφορούν το δέον ή μη της επίδοσης κλητηρίου εντάλματος σε νομικό πρόσωπο (εταιρεία), οι οποίες ουδόλως σχετίζονται με την παρούσα περίπτωση. Η δε νομολογία στην οποία με παρέπεμψε αναφορικά με το ότι οι φωτογραφίες και τα βίντεο, συνιστούν πραγματική μαρτυρία και ότι αυτή (η πραγματική μαρτυρία) δεν είναι έγγραφη, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το USB (και τα όσα αυτό περιλαμβάνει) δεν αποτελούν «έγγραφο» εν τη εννοία του άρθρου 2 του Κεφ. 9, αφού οι εν λόγω αποφάσεις δεν πραγματεύονται το εδώ ζητούμενο. Προφανώς και η πραγματική μαρτυρία διαφέρει και δεν αποτελεί έγγραφη μαρτυρία, κάτι το οποίο είναι γνωστό και παγίως νομολογημένο. Όμως, τούτη η πραγματική μαρτυρία, προφανώς και απεικονίζεται και περιέχεται στο συγκεκριμένο μέσο (USB), σε ηλεκτρονική μορφή και δεν είναι άυλη. Επομένως, εφόσον, στη βάση του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014, ηλεκτρονικό έγγραφο αποτελεί οποιοδήποτε περιεχόμενο έχει αποθηκευτεί σε ηλεκτρονική μορφή ή με ηχητική, οπτική ή οπτικοακουστική εγγραφή (βλ. πιο πάνω), τότε σαφώς τα όσα περιλαμβάνονται στο USB αποτελούν «εγγραφα» εν τη εννοία του άρθρου 2 του Kεφ.
  2. Στη βάση όλων των πιο πάνω, ο, εν προκειμένω, λόγος ένστασης δεν έχει έρεισμα και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται. Σε ότι αφορά το ζήτημα του κατά πόσο το USB που επιδόθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση (και τα όσα αυτό περιλαμβάνει) αποτελεί πιστό αντίγραφο αυτού που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο, είναι ζήτημα με το οποίο θα ασχοληθώ ευθύς αμέσως πιο κάτω, καθότι τούτο είναι συναφές και με το λόγο ένστασης που εγείρεται από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση περί του ότι τα όσα περιέχονται σε αυτό (το USB), καταχωρήθηκαν κατά παράβαση του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Καταχώριση) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021 (στο εξής «ο Κανονισμός»).
(2)Λόγοι ένστασης που θέλουν τα τεκμήρια που περιλαμβάνονται στο USB και/ή το USB να έχουν καταχωρηθεί κατά παράβαση του περί Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Καταχώριση) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021 και/ή να διακινούνται παράτυπα και/ή παράνομα εκτός του ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης Η εν λόγω θέση της Καθ' ης η Αίτηση εδράζεται, στην ουσία, στην ερμηνεία που η πλευρά της δίδει στους κανονισμούς 1, 6, 21 και 30 του Κανονισμού[14], σε συνδυασμό με τη θέση της ότι το USB δεν αποτελεί «έγγραφο» στη βάση του Kεφ. 9. Με κάθε σεβασμό στην πιο πάνω θέση, τούτη ουδόλως με βρίσκει σύμφωνη, για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης, παραθέτω, κατωτέρω, τις σχετικές πρόνοιες του Κανονισμού, στις οποίες με παρέπεμψε ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση, αλλά και αυτές που το Δικαστήριο θεωρεί σχετικές για τους σκοπούς της παρούσας: Στον κανονισμό 1, που αποτελείται από τις ερμηνευτικές διατάξεις, προνοούνται τα εξής: «ο όρος «έγγραφο», που περιλαμβάνει και δέσμη εγγράφων, έχει την έννοια που του αποδίδεται στον περί Αποδείξεως Νόμο, ΚΕΦ. 9 και περιλαμβάνει οποιοδήποτε δικόγραφο σε οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου» «τεκμήριο» σημαίνει οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο κατατίθεται σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία και σημειώνεται ως τέτοιο από το Δικαστήριο καθώς επίσης και οποιοδήποτε έγγραφο συνοδεύει ένορκη δήλωση και χαρακτηρίζεται ως τέτοιο. Ο κανονισμός 6, προνοεί τα εξής: «6.
(1)Έγγραφο το οποίο καταχωρίστηκε ηλεκτρονικά μέσω του συστήματος ηλεκτρονικής καταχώρισης δεν θα καταχωρείται με οποιοδήποτε άλλο τρόπο εκτός αν ζητηθεί από το Δικαστήριο ή τον Πρωτοκολλητή ή αν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα Διαδικαστικό Κανονισμό.
(2)Έγγραφο το οποίο προορίζεται να καταχωριστεί σε υφιστάμενο ηλεκτρονικό φάκελο, θα μπορεί να καταχωριστεί στη φυσική του μορφή, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, εάν κριθεί ότι η καταχώρισή του ηλεκτρονικά είναι δυσχερής[15]». Οι κανονισμοί 21 και 22, διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: «
  1. Έγγραφο το οποίο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς επίδοσης, σφραγίζεται ως πιστό αντίγραφο από το σύστημα ηλεκτρονικής καταχώρισης, άνευ της καταβολής οποιουδήποτε τέλους, κατόπιν σχετικού αιτήματος, το οποίο θα υποβάλλεται ηλεκτρονικά. Τέτοιο έγγραφο, θα φέρει όπου απαιτείται, ημερομηνία καταχώρισης και ημερομηνία ορισμού».
  2. Πιστό αντίγραφο οποιουδήποτε εγγράφου υπογραμμένου από τον Πρωτοκολλητή, εκδίδεται σε ηλεκτρονική ή φυσική μορφή κατά περίπτωση, με την καταβολή του σχετικού τέλους, κατόπιν σχετικού αιτήματος». Ο κανονισμός 30, προνοεί τα εξής: «Για κάθε υπόθεση που καταχωρίζεται ηλεκτρονικά, δημιουργείται ηλεκτρονικός φάκελος. Δεν δημιουργείται παράλληλα φυσικός φάκελος εκτός αν τούτο εμπίπτει στην πρόνοια του Κανονισμού 7
(1)». Τέλος, ο κανονισμός 7
(1)αναφέρει ότι «Αν, με βάση την πρόνοια οποιουδήποτε Νόμου ή Κανονισμού, απαιτείται παρουσίαση ή κατάθεση του πρωτοτύπου οποιουδήποτε εγγράφου (π.χ. διαθήκη, τραπεζική εγγύηση κτλ.), τέτοιο έγγραφο δε θα καταχωρείται ηλεκτρονικά και θα δημιουργείται παράλληλα φυσικός φάκελος προς ικανοποίηση τέτοιας απαίτησης». Το κατά πόσο το USB αποτελεί «έγγραφο» εν τη εννοία του άρθρου 2 του Κεφ. 9, έχει ήδη απαντηθεί ανωτέρω. Παρεμφερώς και μόνο, για σκοπούς πληρότητας, αναφέρω και το εξής. Θεωρώ ότι ο σκοπός του Νομοθέτη, όταν θέσπιζε τον Κανονισμό δεν ήταν να περιοριστούν οποιεσδήποτε καταχωρήσεις μόνο σε έγγραφη μαρτυρία. Κάτι τέτοιο, εξάλλου, δεν υφίστατο ούτε όταν οι καταχωρήσεις οποιωνδήποτε παρόμοιων διαδικασιών γίνονταν, προηγουμένως, με φυσική καταχώρηση, εφόσον το USB ή οποιοδήποτε άλλο ηλεκτρονικό έγγραφο, το οποίο εμπεριείχε οπτικοακουστική εγγραφή, ήταν, και πριν την δημιουργία του ηλεκτρονικού συστήματος καταχώρησης, αποδεκτό για σκοπούς καταχώρησης ως επισυνημμένο τεκμήριο σε ένορκη δήλωση που συνόδευε είτε αίτηση είτε ένσταση. Επομένως, η δημιουργία ενός τέτοιου συστήματος, δεν είχε σκοπό να δημιουργήσει ένα πλαίσιο καταχωρήσεων το οποίο θα οδηγούσε τους διαδίκους σε δυσμενέστερη θέση από ότι το προϋπάρχον σύστημα φυσικής καταχώρησης, αλλά ούτε βεβαίως σε εποχές όπου τα ηλεκτρονικά έγγραφα και οπτικοακουστικές εγγραφές (όπως το USB, εν προκειμένω) δεν υπήρχαν. Τα όσα δε επικαλείται η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση περί του ότι δεν επιτρέπεται η σύσταση φυσικού φακέλου όταν η υπόθεση προωθείται με ηλεκτρονικά μέσα, παραπέμποντας στους κανονισμούς 6
(1)και 30, και, επομένως, η καταχώρηση του USB, στη φυσική του μορφή, στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, έγινε κατά παράβαση του Κανονισμού, δεν με βρίσκουν σύμφωνη, εφόσον οι εν λόγω πρόνοιες του Κανονισμού δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Και εξηγώ. Ως διαφαίνεται από το λεκτικό του κανονισμού 6
(1), τούτο εφαρμόζεται σε έγγραφο που ήδη καταχωρήθηκε ηλεκτρονικά και απαγορεύει την καταχώρηση του και με φυσική μορφή. Εν προκειμένω, τα όσα περιλαμβάνονται στο επίδικο USB, ακριβώς επειδή η ηλεκτρονική καταχώρηση τους, από τις Αιτήτριες, δεν ήταν ευχερής[16], δεν καταχωρήθηκαν με ηλεκτρονικό τρόπο, αλλά καταχωρήθηκαν μέσω του USB, το οποίο καταχωρήθηκε στη φυσική του μορφή. Ο δε κανονισμός 30, ο οποίος προνοεί ότι δεν δημιουργείται, παράλληλα, φυσικός φάκελος μιας υπόθεσης, εκτός αν τούτο εμπίπτει στην πρόνοια του κανονισμού 7
(1)του Κανονισμού, με τον τελευταίο να προνοεί για τη δημιουργία φυσικού φακέλου όταν απαιτείται η κατάθεση του πρωτότυπου οποιουδήποτε εγγράφου, και πάλι δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, ως ήδη προανέφερα, το USB περιλαμβάνει αντίγραφα εγγράφων, και δη αντίγραφα των βίντεο που κατ' ισχυρισμόν απεικονίζουν την Καθ' ης η Αίτηση να προβαίνει στις ενέργειες οι οποίες, κατά την Αιτήτρια, συνιστούν παρακοή του Διατάγματος και δεν απαιτήθηκε από οποιονδήποτε η κατάθεση του πρωτότυπου των εν λόγω εγγράφων. Η δε φράση «δεν δημιουργείται, παράλληλα, φυσικός φάκελος μιας υπόθεσης» του κανονισμού 7
(1), θεωρώ ότι σημαίνει ότι δεν είναι επιτρεπτό να τηρούνται δύο φάκελοι, ένας ηλεκτρονικός και ένας φυσικός, με κοινό (ίδιο) περιεχόμενο, δηλαδή για το ίδιο πράγμα να δύναται κάποιος να ανατρέξει σε δύο πηγές, και όχι ότι είναι ανεπίτρεπτο να δημιουργηθούν δύο φάκελοι (φυσικός και ηλεκτρονικός), παράλληλα, με σκοπό να περιέχουν το σύνολο της υπόθεσης. Ως δε αβίαστα προκύπτει από τον κανονισμό 6
(2), κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, είναι δυνατή η καταχώρηση εγγράφου σε φυσική μορφή, το οποίο δεν θα αποτελεί και μέρος του ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης. Από μόνη της δε η εν λόγω πρόνοια (κανονισμός 6
(2)), δεικνύει και το επιτρεπτό όπως ένας φάκελος μίας υπόθεσης τηρείται μερικώς ηλεκτρονικώς και μερικώς σε φυσική μορφή, για τους λόγους που ο Κανονισμός προβλέπει, ούτως ώστε το σύνολο της υπόθεσης να βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω, το επίδικο USB (και τα όσα αυτό περιλαμβάνει), ως τούτο καταχωρήθηκε από τις Αιτήτριες, καταχωρήθηκε στη φυσική του μορφή, κατόπιν, προφανώς, σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, εφόσον η ηλεκτρονική καταχώρηση των όσων αυτό περιλαμβάνει ήταν δυσχερής. Επομένως, εν προκειμένω, κατά την άποψη μου, η πρόνοια του Κανονισμού η οποία είναι σχετική και τυγχάνει εφαρμογής είναι το άρθρο 6
(2)(βλ. ανωτέρω). Αποτελεί δε συναφή θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι, ακόμη κι αν εφαρμόζεται το άρθρο 6
(2)του Κανονισμού, οι Αιτήτριες, κατά παράβαση αυτού, δεν έλαβαν την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για να προβούν στη φυσική καταχώρηση του εν λόγω USB. Με κάθε σεβασμό, ούτε αυτή η θέση με βρίσκει σύμφωνη. Κατά τη μέρα καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης, δικηγόρος από το δικηγορικό γραφείο των Αιτητριών, απέστειλε στο Δικαστήριο, στην επικοινωνία του ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης, σχετικό μήνυμα, το οποίο είχε, ως εξής: «Εντιμοτάτη, Πληροφορούμε το Σεβαστό Δικαστήριο ότι σήμερα καταχωρήσαμε αίτηση παρκαοής των προσωρινών διαταγμάτων. Στην ένορκη δήλωση η οποία την υποστηρίζει επισυνάπτονται, μεταξύ άλλων, ορισμένα βίντεο ως τεκμήρια τα οποία ωστόσο δεν μπορούσαμε να τα καταχωρήσουμε μέσω του συστήματος (μόνο αρχεία σε μορφή pdf δέχεται). Συνεπώς, παραδώσαμε στο πρωτοκολλητείο usb stick μέσα σε φάκελο το οποίο περιέχει τα τεκμήρια 3, 6, 7, 9 και 10 και το οποίο μας επιβεβαίωσαν ότι παραδοθεί σε εσάς την ερχόμενη Δευτέρα. Το παρόν μήνυμα κοινοποιείται και στους συνάδελφους οι οποίοι εκπροσωπούν τους Εναγόμενους. Παραμένουμε στη διάθεση σας για οποιαδήποτε διευκρίνιση»[17]. Το Δικαστήριο (υπό την ίδια σύνθεση που εξέδωσε και την απόφαση ημερ. 13.10.2023) όταν πλέον και έλαβε γνώση του πιο πάνω ηλεκτρονικού μηνύματος και του παραδόθηκε από το Πρωτοκολλητείο το USB (με τα τεκμήρια που σε αυτό περιλαμβάνονται), με την ενέργεια του να κρίνει τούτο αποδεκτό για καταχώρηση, καταδεικνύει και τη διεργασία στην οποία προέβη, στη βάση των προνοιών του κανονισμού 6
(2), δίδοντας, προφανώς τη σχετική άδεια του όπως τούτο καταχωρηθεί σε φυσική μορφή, εφόσον η καταχώρηση, των όσων σε αυτό εμπεριέχονται, ηλεκτρονικά, ήταν δυσχερής, για τους λόγους που ανέφερε ο συνήγορος των Αιτητριών στην επικοινωνία του ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, δεν βρίσκω οποιοδήποτε έρεισμα στους εν λόγω ισχυρισμούς που προβάλλονται εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση και κρίνω ότι το USB καταχωρήθηκε, πλήρως νομότυπα και έγκυρα, κατ' εφαρμογή των προνοιών του κανονισμού 6
(2). Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω εδώ και το εξής. Η ίδια η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση, ως φαίνεται από την αγόρευση του συνηγόρου της, ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο αποδέκτηκε να καταχωρηθεί το εν λόγω USB (και όσα αυτό περιλαμβάνει) εκτός του ηλεκτρονικού συστήματος, εξού και εγείρει ζήτημα περί έλλειψης αντικειμενικής αμεροληψίας του (ισχυρισμό με τον οποίο ασχολούμαι κατωτέρω). Αυτό από μόνο του, δεικνύει ότι η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση αποδέχεται ότι το Δικαστήριο προέβη σε σχετική διενέργεια να αποδεκτεί την καταχώρηση του εν λόγω εγγράφου και ως εκ τούτου έδωσε σχετική άδεια σύμφωνα με τον κανονισμό 6
(2). Ισχυρίζεται, επίσης, η Καθ' ης η Αίτηση, ότι η συμπερίληψη και τυχόν αποδοχή από το Δικαστήριο πραγματικής μαρτυρίας (που περιλαμβάνεται στο USB), στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, προς υποστήριξη των ισχυρισμών των Αιτητριών, την φέρνει σε δυσμενή θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό της, παραβιάζοντας ουσιώδη δικαιώματα της, και καταστρατηγεί την αρχή της ισότητας των όπλων. Είναι δε η συναφής της θέση ότι το γεγονός ότι το Δικαστήριο αποδέχθηκε να καταχωρηθεί το εν λόγω USB σε φυσική μορφή, εκτός του συστήματος και χωρίς την συγκατάθεση της πλευράς της, θέτει υπό αμφισβήτηση την αντικειμενική αμεροληψία του. Με κάθε σεβασμό, οι πιο πάνω θέσεις στερούνται οποιασδήποτε λογικής και είναι παντελώς αβάσιμες. Και εξηγώ. Πουθενά δεν προνοείται, είτε στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, είτε στον Kανονισμό ότι για να καταχωρηθούν οποιαδήποτε τεκμήρια που συνοδεύουν ένορκη δήλωση που υποστηρίζει είτε αίτηση, είτε ένσταση, ενώπιον του Δικαστηρίου, χρειάζεται η εκ προοιμίου συγκατάθεση της αντίδικης πλευράς για τούτο. Κάτι τέτοιο, δεν υφίστατο ούτε πριν την δημιουργία συστήματος ηλεκτρονικής καταχώρησης. Επομένως, δεν μπορώ να κατανοήσω πως με τόση ευκολία και στη βάση αυτού και μόνο του λόγου, ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση, θέτει υπό αμφισβήτηση είτε την αμεροληψία του Δικαστηρίου που έδωσε την άδεια για την καταχώρηση του USB, είτε του παρόντος Δικαστηρίου που εκδικάζει την υπό κρίση Αίτηση. Και μάλιστα, χωρίς ποτέ η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση να έχει προωθήσει οποιοδήποτε σχετικό αίτημα περί τούτου. Τα όσα δε επικαλείται περί του ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται με εσφαλμένα και παράνομα μέσα, καταστρατηγεί την αρχή της ισότητας των όπλων και παραβιάζει ουσιωδώς τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση, καθότι η ίδια δεν δύναται να υπερασπιστεί τον εαυτό της κατάλληλα και νομικώς ορθά, ουδόλως βρίσκουν έρεισμα. Εν προκειμένω, αποτελεί ήδη κρίση του Δικαστηρίου (βλ. ανωτέρω) ότι στην Καθ' ης η Αίτηση επιδόθηκε προσωπικά η παρούσα Αίτηση, η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, καθώς και όλα τα τεκμήρια που σε αυτήν επισυνάπτονται, πράγμα το οποίο, υπενθυμίζω ότι η ίδια ουδόλως αμφισβήτησε. Είχε δε η Καθ' ης η Αίτηση την ευκαιρία να μελετήσει την υπό κρίση Αίτηση και να καταχωρήσει την Ένσταση της σε αυτήν, μέσω των συνηγόρων της, για σκοπούς υπεράσπισης της στην παρούσα διαδικασία, προβάλλοντας όλους τους λόγους ένστασης που επιθυμούσε, ενώ είχε, επίσης κάθε δικαίωμα, να καταχωρήσει και οποιαδήποτε τεκμήρια προς υποστήριξη αυτών. Θα μπορούσε δε, αν το επιθυμούσε, αφενός να προβεί σε αίτημα στο Δικαστήριο για να επιτρέψει τον δικανικό έλεγχο του εν προκειμένω τεκμηρίου, για σκοπούς εξέτασης της αυθεντικότητας του περιεχομένου του, αλλά και ότι τούτο εμπεριέχει πανομοιότυπο περιεχόμενο με το επιδοθέν σε αυτή αντίγραφο του, και αφετέρου, να ζητήσει την αντεξέταση της Αιτήτριας για να αμφισβητήσει την αυθεντικότητα του, εντούτοις δεν έπραξε τίποτα σχετικό. Τα όσα δε προβάλλει η πλευρά της περί παραβίασης του δικαιώματος της για δίκαιη δίκη στη βάση του ότι το USB που της επιδόθηκε δεν μπορεί να πιστοποιηθεί ως «πιστό αντίγραφο» εγγράφου, από το ηλεκτρονικό σύστημα, όπως γίνεται με τα έγγραφα που καταχωρούνται μέσω αυτού, και πάλι δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Αφ' ης στιγμής ο Κανονισμός δίδει την δυνατότητα και/ή την ευχέρεια καταχώρισης εγγράφου στη φυσική του μορφή, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, αν κριθεί ότι η καταχώρηση του ηλεκτρονικά είναι δυσχερής, τότε η φυσική καταχώρηση του εν λόγω εγγράφου είναι επιτρεπτή, χωρίς τούτο (το έγγραφο), προφανώς, να γίνει «πιστό αντίγραφο» από το σύστημα, αλλά από το Πρωτοκολλητείο, ως το έγγραφο που καταχωρήθηκε ενώπιον του. Ο δε κανονισμός 22 είναι απόλυτα σχετικός, ο οποίος προνοεί ότι «Πιστό αντίγραφο οποιουδήποτε εγγράφου υπογραμμένου από τον Πρωτοκολλητή, εκδίδεται σε ηλεκτρονική ή φυσική μορφή κατά περίπτωση [.]». Σημειώνω εδώ ότι τα πιο πάνω, απαντούν και τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η Αίτηση περί δήθεν ψευδορκίας του ιδιώτη επιδότη ότι επέδωσε σε αυτήν πιστό αντίγραφο της παρούσας Αίτησης. Αν η Καθ' ης η Αίτηση ήθελε να αμφισβητήσει ότι το USB (και τα περιλαμβανόμενα σε αυτό τεκμήρια) που της επιδόθηκε, αποτελεί πιστό αντίγραφο αυτού που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο, το μόνο που έπρεπε να πράξει είναι να προβεί σε έρευνα αυτού που καταχωρήθηκε και να συγκρίνει το περιεχόμενο του με αυτό που της επιδόθηκε και, ακολούθως, να προβεί στα δέοντα δικονομικά διαβήματα. Στην παρούσα όμως περίπτωση, η Καθ' ης η Αίτηση, με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση της, ουδόλως αμφισβητεί τα όσα καταγράφονται στα τεκμήρια που περιλαμβάνονται στο USB, ούτε, επί της ουσίας, αμφισβητεί τη γνησιότητα τους, αλλά ούτε ισχυρίζεται ότι τούτα διαφέρουν από αυτά που είναι καταχωρημένα ενώπιον του Δικαστηρίου. Τουναντίον, το μόνο που αναφέρει είναι ότι οι εν λόγω βιντεογραφήσεις παραβιάζουν τα προσωπικά της δεδομένα και την ιδιωτική της ζωή, με τους όποιους ισχυρισμούς της περί «αμφιβόλου περιεχομένου»[18] του USB να είναι παντελώς γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι, και περιορίζονται μόνο στην έκφραση της σχετικής θέσης, χωρίς να υποδεικνύεται ή να υπάρχει ισχυρισμός, περί έστω μέρους του επιδοθέντος σε αυτή σχετικού τεκμηρίου (USB), ότι περιέχει σκηνές που δεν αντικατοπτρίζουν τα πραγματικά διαδραματισθέντα εκείνης της ημέρας. Τουναντίον, η Καθ' ης η Αίτηση, αναφερόμενη στα όσα της αποδίδουν οι Αιτήτριες, βασισμένες στο περιεχόμενο του USB, περιορίζεται να προωθεί τη θέση ότι νομιμοποιείτο να βρίσκεται στους συγκεκριμένους χώρους, είτε στη βάση του περιεχομένου του Διατάγματος, είτε στη βάση της συμφωνίας επίλυσης περιουσιακών διαφορών μεταξύ της Αιτήτριας και του Εναγόμενου 1. Στη βάση όλων των ανωτέρω, οι, εν προκειμένω, θέσεις της Καθ' ης η Αίτηση, είναι στο σύνολο τους απορριπτέες, ως παντελώς αβάσιμες και ανυπόστατες.
(3)Λόγοι ένστασης που θέλουν τα συνημμένα Τεκμήρια 3, 6, 7, 9 και 10 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση να λήφθηκαν παράνομα και/ή κατά παράβαση των συνταγματικών προνοιών και/ή να αποτελούν παρανόμως ληφθείσα μαρτυρία, η οποία αποκτήθηκε κατά παράβαση του δικαιώματος για προστασία της ιδιωτικής και/ή οικογενειακής ζωής της Καθ' ης η Αίτηση και/ή δεν αποτελούν ιδίαν γνώση της Αιτήτριας και/ή είναι κατασκευασμένα. Με κάθε σεβασμό, ούτε αυτή η θέση της Καθ' ης η Αίτηση με βρίσκει σύμφωνη. Τα όσα αποτυπώνονται στα Τεκμήρια 7, 9 και 10 (τα οποία είναι τα βίντεο ημερ. 16.11.2022, τα οποία είναι και τα μόνα που αφορούν την υπό κρίση Αίτηση[19], εφόσον αφορούν, κατά τις Αιτήτριες, τις ενέργειες της Καθ' ης η Αίτηση, αυτής της ημερομηνίας) αφορούν καταγραφείσες ενέργειες της Καθ' ης η Αίτηση, οι οποίες εκτυλίχθηκαν στους ανοικτούς ισόγειους χώρους του Ακινήτου (αυλή και χώρους στάθμευσης), χώροι οι οποίοι, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, κατά τον επίδικο χρόνο, καλύπτοντο από το Διάταγμα και για τους οποίους επιβάλλονταν συγκεκριμένες και σαφείς απαγορεύσεις στην Καθ' ης η Αίτηση. Επομένως, δεν μπορεί η Καθ' ης η Αίτηση να επικαλείται ότι σε αυτούς τους χώρους είχε οποιαδήποτε προσδοκία ιδιωτικότητας, ειδικότερα δε όταν η ίδια επιδιδόταν, εντός αυτών των χώρων, σε πράξεις που αποτελούν, κατά την Αιτήτρια, παρακοή του Διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω, επίσης, εδώ ότι δεν πρέπει να λησμονείται ότι τα όσα καταγράφονται στα τεκμήρια που περιλαμβάνονται στο USB, ως οι πράξεις της Καθ' ης η Αίτηση που συνιστούν κατ' ισχυρισμό παρακοή του Διατάγματος, περιγράφονται με λεπτομέρεια από την Αιτήτρια και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, και συγκεκριμένα στις παραγράφους 23-32 αυτής, τις οποίες η Καθ' ης η Αίτηση ουδόλως έθεσε, επί της ουσίας τους, εν αμφιβόλω, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση της. Εκείνο που επεδίωξε η Καθ' ης η Αίτηση να προβάλει σε σχέση με τα εν λόγω περιστατικά, είναι αφενός ότι οι εξωτερικές αυλές, που βρίσκονται περιμετρικά του κτιρίου του Νηπιαγωγείου, δεν ανήκουν σε αυτό και δεν εμπίπτουν εντός της έννοιας «ισόγειο», και, αφετέρου, ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε όπως η αυλή παραχωρηθεί στην Αιτήτρια και/ή στο Νηπιαγωγείο, βάσει της συμφωνίας περιουσιακών διαφορών μεταξύ του Εναγόμενου 1 και της Αιτήτριας. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τους χώρους στάθμευσης, εκείνο που αναφέρει είναι ότι η Αιτήτρια, εσκεμμένα και ενώ γνωρίζει ότι ο Εναγόμενος 1 είναι ιδιοκτήτης του Ακινήτου και έχει δικαίωμα απρόσκοπτης χρήσης τουλάχιστον των 2 χώρων στάθμευσης, αυτή με τις ενέργειες και παραλείψεις της παρεμποδίζει τη χρήση αυτών. Οι εν λόγω ισχυρισμοί όμως, επαναλαμβάνω, ουδόλως αμφισβητούν, επί της ουσίας, την ορθή ηλεκτρονική καταγραφή των ενεργειών της, στις 16.11.2022, τις οποίες, εν πάση περιπτώσει, περιγράφει λεπτομερώς και η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. Σε ότι αφορά τα όσα προβάλλονται εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση ότι τα όσα περιέχονται στο εν λόγω USB αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, η οποία είναι άνευ οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας, υπενθυμίζω, κατ' αρχάς, ότι η παρούσα διαδικασία οδηγήθηκε, κατόπιν επιλογής των διαδίκων, σε ακρόαση, στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και μόνο. Η δε μαρτυρία που προσκόμισε η Αιτήτρια αναφορικά με τα βίντεο, δεν κρίνω ότι αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Στο άρθρο 23 του Κεφ. 9, δίδεται ο εξής ορισμός στην εξ ακοής μαρτυρία, «εξ ακοής μαρτυρία σημαίνει δήλωση που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή». Εν προκειμένω, τα εν λόγω βίντεο, ακόμη και αυτά που λήφθηκαν από τρίτα πρόσωπα, κατατέθηκαν ως τεκμήρια από την ίδια την Αιτήτρια, η οποία στην ένορκη δήλωση της αναφέρει δεόντως ποιος και πότε το έλαβε, ως επίσης, και πιο σημαντικά, τι το κάθε ένα από αυτά απεικονίζει. Τα όσα δε η Αιτήτρια περιγράφει, στην ένορκη της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, ότι απεικονίζουν τα εν λόγω βίντεο, εμπίπτουν στην γνώση της ίδιας και δεν αποτελούν δηλώσεις που έγιναν προς αυτήν από άλλα πρόσωπα, ούτως ώστε να αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Συνεπώς, οι πιο πάνω λόγοι ένστασης είναι παντελώς αβάσιμοι και απορρίπτονται.
(4)Λόγοι ένστασης περί του ότι το Διάταγμα τροποποιήθηκε στις 13.10.2023 υπέρ των Εναγομένων και, συνακόλουθα, η υπό κρίση Αίτηση καθίσταται άνευ αντικειμένου και το Δικαστήριο ενεργεί επί ματαίω. Με κάθε σεβασμό, ούτε η θέση αυτή βρίσκει έρεισμα. Η όποια τροποποίηση του Διατάγματος δεν επενεργεί αναδρομικά. Η Καθ' ης η Αίτηση, εν προκειμένω, «κατηγορείται» για τις πράξεις της που έλαβαν χώρα στις 16.11.2022, και δη σε χρόνο που το Διάταγμα, ως είχε εκδοθεί στις 31.8.2022, ήταν σε ισχύ. Το δε Δικαστήριο, θα κρίνει την κατ' ισχυρισμόν παρακοή, αυστηρώς, στη βάση των ενεργειών της Καθ' ης η Αίτηση που περιγράφονται στην υπό κρίση Αίτηση, σε συνάρτηση με το εν ισχύ τότε Διάταγμα. Επομένως, σε καμία περίπτωση, η υπό κρίση Αίτηση καθίσταται άνευ αντικειμένου επειδή το Διάταγμα τροποποιήθηκε στη βάση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 13.10.2023 και, ως εκ τούτου, και ο, εν προκειμένω, λόγος ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος και ανυπόστατος.
(5)Λόγος ένστασης περί καθυστέρησης από το Δικαστήριο να επιληφθεί της υπό κρίση Αίτησης και να δώσει οδηγίες για την προώθηση της. Το επόμενο ζήτημα που καλούμαι να αποφασίσω είναι αυτό της καθυστέρησης. Αποτελεί θέση της πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση ότι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία που ήταν για πρώτη φορά ορισμένη η υπό κρίση Αίτηση, μέχρι και την ημερομηνία που το Δικαστήριο επιλήφθηκε τούτης, παρήλθε σχεδόν ένας χρόνος, για λόγους που δεν αφορούν τους διαδίκους, πράγμα που επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα της. Έχω μελετήσει προσεκτικά τον ηλεκτρονικό φάκελο της παρούσας υπόθεσης και από το περιεχόμενο του προκύπτουν τα εξής. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε στις 18.11.2022 και ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου στις 28.11.
  1. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, δεν φαίνεται οι συνήγοροι των διαδίκων να απέστειλαν οποιοδήποτε αίτημα μέσω της επικοινωνίας του ηλεκτρονικού φακέλου, εντούτοις, προκύπτει από την επικοινωνία ημερ. 20.12.2022[20] ότι, κατά την πρώτη εμφάνιση, εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, με φυσική παρουσία, χωρίς όμως να δοθούν από αυτό σχετικές οδηγίες αναφορικά με την υπό κρίση Αίτηση. Ακολούθως, και δη στις 13.10.2023 (χωρίς ποτέ, ως φαίνεται, στο μεταξύ, να επιλήφθηκε το Δικαστήριο της επίδικης Αίτησης), το Δικαστήριο εξέδωσε την ενδιάμεση απόφαση του στην αίτηση των Εναγουσών ημερ. 24.8.2022 και επιλήφθηκε για πρώτη φορά και της παρούσας Αίτησης, την οποία όρισε για Οδηγίες στις 20.10.2023, με σκοπό να της επιληφθεί ο φυσικός Δικαστής ενώπιον του οποίου βρισκόταν πλέον η υπόθεση. Στις 19.10.2023, οι συνήγοροι της Καθ' ης η Αίτηση, απέστειλαν, μέσω της επικοινωνίας του ηλεκτρονικού φακέλου, μήνυμα, σε σχέση με τη δικάσιμο ημερ. 20.10.2023[21], με το οποίο ζητούσαν χρόνο για την καταχώρηση της ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση Αίτηση, χωρίς να προβάλουν το ο,τιδήποτε, κατ' εκείνο το στάδιο, περί καθυστέρησης και επηρεασμού των δικαιωμάτων της, χρόνος ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, της δόθηκε, από το Δικαστήριο (υπό την παρούσα πλέον σύνθεση) και καταχώρησε την Ένσταση της στις 4.12.
  2. Στη συνέχεια, η υπό κρίση Αίτηση, οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σημειώνω δε ότι πουθενά στην Ένσταση που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση προβάλλεται το ο,τιδήποτε περί του ότι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε την επηρέασε δυσμενώς στο να υπερασπιστεί τον εαυτό της στην παρούσα διαδικασία ή ότι δεν μπόρεσε να ανεύρει και να προσκομίσει μαρτυρία προς υπεράσπιση της. Το μόνο που αναφέρει είναι ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, το Διάταγμα τροποποιήθηκε βάσει της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 13.10.2023, προς όφελος της (για τους λόγους που εκτίθενται ανωτέρω). Επαναλαμβάνω όμως εδώ ότι, η υπό κρίση διαδικασία και Αίτηση θα κριθεί επί τη βάσει των προνοιών του Διατάγματος ως αυτό βρισκόταν σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο που οι Αιτήτριες επικαλούνται ότι η Καθ' ης η Αίτηση παρέκουσε τούτο και όχι στη βάση της μεταγενέστερης μεταβολής του. Η όποια δε καθυστέρηση μεταξύ της ημερομηνίας που η παρούσα Αίτηση ήταν για πρώτη φορά ορισμένη μέχρι και την ημερομηνία που δόθηκαν οδηγίες στην Καθ' ης η Αίτηση, από το Δικαστήριο, για την καταχώρηση της Ένστασης της (η μόνη περίοδος για την οποία παραπονείται η Καθ' ης η Αίτηση για καθυστέρηση), δεν την επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο να προβάλει την υπεράσπιση της (ελλείπει οποιαδήποτε άλλη θέση), με αποτέλεσμα να μην αποτελεί λόγο για απόρριψη της παρούσας διαδικασίας. Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η καθυστέρηση από μόνη της δεν αρκεί για να οδηγήσει σε απόρριψη μία διαδικασία (βλ. Κώστας Ιακωβίδης κ.α. v. Γεώργιου Γεωργίου
(1999)1 ΑΑΔ 1048). Θα πρέπει, επίσης, να καταδειχθεί ότι αυτή (η καθυστέρηση) «είτε δημιουργεί υπολογίσιμο κίνδυνο μη διεξαγωγής δίκαιης δίκης είτε είναι πιθανόν να προκαλέσει σοβαρό δυσμενή επηρεασμό στον εναγόμενο». Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Ιακωβίδης (ανωτέρω) έκανε ειδική αναφορά στα όσα σχετικά σημείωσε ο Lord Griffiths στην υπόθεση Department of Transport v. Ghris Smaller (Transport) Ltd [1989] 1 All ER 897, σελ. 903, τα οποία έχουν ως ακολούθως: «To extend the principle purely to punish the plaintiff in the illusory hope of transforming the habits of other plaintiffs' solicitors would, in my view, be an unjustified way of attacking a very intractable problem. I believe that a far more radical approach is required to tackle the problems of delay in the litigation process than driving an individual plaintiff away from the courts when hus culpable delay has caused no injustice to his opponent.." Στην δε υπόθεση Λοϊζος Χατζηγεωργίου κ.α. v. Αστυνομίας
(2016)2 ΑΑΔ 1136, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τις επιπτώσεις της καθυστέρησης σε μία δικαστική διαδικασία: «Η συνταγματική επιταγή είναι ότι οι υποθέσεις εκδικάζονται εντός ευλόγου χρόνου και ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε όντως μεγάλη καθυστέρηση και πολλές αναβολές που, αν γινόταν καλύτερος προγραμματισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, δεν θα έπρεπε να είχαν γίνει. Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης απολήγει σε αδικία. Οι καθυστερήσεις κρίθηκαν ως εντελώς ανεπιθύμητες, στο δικαστικό μας σύστημα, από τη δεκαετία του 1960. Αναφερόμαστε συγκεκριμένα στην υπόθεση The Attorney-General of the Republic v. Enimerotis Publishing Co. Ltd a.ο.
(1966)2 C.L.R. 25. Στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η αναθεωρημένη έκδοση, του Γ.Μ. Πική, στις σελ. 237-239, αναφέρεται νομολογία σχετική με το ανεπιθύμητο των αναβολών των ποινικών υποθέσεων. Συγκεκριμένα αναφέρεται, μεταξύ άλλων, η Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512, στην οποία τονίστηκε ότι η αξία των δικαιωμάτων του ανθρώπου συναρτάται άμεσα με την αποτελεσματικότητα μηχανισμών για την προστασία τους και το χρόνο μέσα στον οποίο η δικαιοσύνη διεκπεραιώνει το έργο της. [.] Έχοντας υπόψιν όλα τα ενώπιον μας στοιχεία και καθοδηγούμενοι από τις προαναφερόμενες αυθεντίες και αρχές, διαπιστώνουμε, αφενός, την καθυστέρηση και τις πολλές αναβολές, που αδικαιολόγητα έγιναν στην προκείμενη περίπτωση. Διαπιστώνουμε επίσης ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παρέλειψε να αναφερθεί, στην απόφαση του, σ' αυτό το εγερθέν ζήτημα, της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης σε συνάρτηση με το δικαίωμα των κατηγορουμένων σε δίκαιη δίκη. Παρατηρούμε όμως ότι οι κατηγορούμενοι-εφεσείοντες δεν έδωσαν οποιοδήποτε λόγο ή οποιοδήποτε ουσιαστικά στοιχείο για το οποίο η προαναφερόμενη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης αυτής προκάλεσε οποιαδήποτε παραβίαση των δικαιωμάτων τους σε δίκαιη δίκη ή οποιαδήποτε αδικία σ' αυτούς. Οι εφεσείοντες αναφέρθηκαν, γενικά και αόριστα, σε κάποια οικονομική επιβάρυνση την οποία είχαν, λόγω των αναβολών, και κάποιο ψυχολογικό επηρεασμό τους εξαιτίας της ταλαιπωρίας την οποία υπέστησαν, αλλά δεν έδωσαν οποιοδήποτε άλλο λόγο για τον οποίο η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης και οι αναβολές, κατέληξαν σε παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματος τους ή σε αδικία γι' αυτούς. Το Εφετείο εξέτασε το ζήτημα αυτό, όπως είχε εξουσία να πράξει, δεδομένου του γεγονότος ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έστρεψε την προσοχή του σ' αυτό το θέμα. Εξετάσαμε δηλαδή, με προσοχή, το κατά πόσον η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε παραβίασε τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των κατηγορουμένων-εφεσειόντων σε δίκαιη δίκη και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο στην προκείμενη περίπτωση. Δεν έχουμε δηλαδή εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο η καθυστέρηση κατέληξε σε αδικία εις βάρος των εφεσειόντων. Υπό τις περιστάσεις της απλής αυτής υπόθεσης τροχαίων παραβάσεων, δεν έχουμε εντοπίσει ότι απωλέσθηκε ή επηρεάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ή ότι, καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο, επηρεάστηκαν δυσμενώς οι εφεσείοντες στην προβολή της υπεράσπισής τους, λόγω των αναβολών και της καθυστέρησης. Αντίθετα είχαν όλη την ευκαιρία, οι εφεσείοντες, να ακουστούν από το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο με πολλή προσοχή και λεπτομέρεια, εξέτασε την ενώπιόν του μαρτυρία, την αξιολόγησε, προέβη σε ευρήματα, εφάρμοσε ορθά το νόμο επί των ευρημάτων στα οποία ορθά κατέληξε και η τελική απόφαση του δικαστηρίου ήταν, υπό τις περιστάσεις, ορθή και δίκαιη κατά την κρίση μας». Συνεπώς, εν προκειμένω, εν απουσία οποιουδήποτε ισχυρισμού, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση, ότι η κατ' ισχυρισμόν καθυστέρηση οδήγησε στο να απωλεσθεί μαρτυρία την οποία θα προέβαλλε για σκοπούς υπεράσπισης της στην παρούσα ή ότι επηρεάστηκε δυσμενώς, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να προβάλει την υπεράσπιση της ή ότι για κάποιο συγκεκριμένο λόγο έτυχε άδικης δίκης, κρίνω ότι η εν λόγω καθυστέρηση δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για απόρριψη της επίδικης Αίτησης. Έχοντας εξετάσει όλους τους επί μέρους λόγους ένστασης που προβάλλονται από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση, προχωρώ τώρα να εξετάσω, κατά πόσο, εν προκειμένω, πέραν των τυπικών προϋποθέσεων της Δ.42Α, πληρούνται και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης, όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Ν. 14/60, και δη κατά πόσο ικανοποιείται τόσο η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του εν λόγω αδικήματος, όσο και η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) αυτού. Αντικειμενική υπόσταση (Actus Reus) Στη βάση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση και των τεκμηρίων της, προκύπτει πως η Καθ' ης η Αίτηση, κατόπιν της επίδοσης προς αυτήν του Διατάγματος και ειδικότερα, στις 16.11.2022, προέβη στις ακόλουθες ενέργειες:
(1)Στις 16.11.2022 και περί ώρα 13.30, εισήλθε εντός της αυλής του Ακινήτου που περιβάλλει το οίκημα του Νηπιαγωγείου, και κρατώντας υδρευτικό λάστιχο, έριχνε νερό στην αυλή και, ακολούθως, κατεύθυνε τούτο (το νερό), τόσο επί των παραθύρων της τάξης του Νηπιαγωγείου, όσο και εντός της αίθουσας της εν λόγω τάξης, εντός της οποίας βρίσκονταν μαθητές/ παιδιά, ενέργειες, δηλαδή, που απαγορεύονται από το τότε σε ισχύ Διάταγμα και που, εν πάση περιπτώσει, τουλάχιστον οι δύο τελευταίες (ενέργειες) αποτελούν και παρέμβαση στην εύρυθμη λειτουργία και διεξαγωγή των εργασιών του Νηπιαγωγείου.
(2)Επίσης, την ίδια μέρα, η Καθ' ης η Αίτηση εισήλθε με το όχημα της στους χώρους στάθμευσης του Ακινήτου, εμποδίζοντας την είσοδο/ έξοδο προς αυτούς, από τους γονείς που έρχονταν να παραλάβουν τα παιδιά τους από το Νηπιαγωγείο, κάτι που αποτελεί απαγορευτική ενέργεια στη βάση του Διατάγματος. Επαναλαμβάνω ότι, επί της ουσίας, οι εν λόγω ενέργειες ουδόλως τέθηκαν εν αμφιβόλω από την Καθ' ης η Αίτηση ότι έλαβαν χώρα κατά την πιο πάνω ημερομηνία και, επομένως, η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος κρίνω ότι πληρούται. Υποκειμενική υπόσταση - Ένοχη Διάνοια - Πρόθεση (Mens Rea) Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο πληρείται και η υποκειμενική υπόσταση για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης. Από τα όσα διατείνεται η Καθ' ης η Αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση της, καθίσταται εμφανές πως αυτή, εξ αρχής, δεν ήταν διατεθειμένη να δεκτεί οποιοδήποτε περιορισμό στις πράξεις της και, συνακόλουθα, πως δεν είχε πρόθεση να συμμορφωθεί εξ ολοκλήρου με το Διάταγμα. Εξού και στο σύνολο της ένορκης της δήλωσης, εκείνο που επικαλείται είναι ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποκλειστικό δικαίωμα στους χώρους στάθμευσης και την αυλή του Ακινήτου. Επίσης, από τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια, στη δική της ένορκη δήλωση, από την έκδοση του Διατάγματος, η Καθ' ης η Αίτηση εισέρχετο στην αυλή του Ακινήτου και έριχνε νερό με το λάστιχο ή πότιζε, πράγμα που η τελευταία δεν αρνήθηκε. Μάλιστα, στις 16.11.2022, όπως αυτό φαίνεται και στα βίντεο - Τεκμήρια 6 και 7, η Καθ' ης η Αίτηση, η οποία βρισκόταν κατά παράβαση του Διατάγματος στην αυλή του Ακινήτου (αφού η εκεί παρουσία της δεν σκοπούσε την πρόσβαση και/ή διάβαση της για σκοπούς χρήσης της σκάλας που οδηγεί στην ανώγειο κατοικία), κατηύθυνε το νερό προς τα παράθυρα του Νηπιαγωγείου και ακολούθως εντός της αίθουσας αυτού, καταδεικνύοντας με τον πλέον εμφαντικό τρόπο πως δεν ήταν διατεθειμένη να προβεί στα όσα αναφέροντο στο Διάταγμα, προβαίνοντας, μάλιστα, και σε ενέργειες που δημιουργούσαν εμπόδιο στην εύρυθμη λειτουργία του Νηπιαγωγείου. Επίσης, εισήλθε, κατά παράβαση του Διατάγματος, στους χώρους στάθμευσης του Ακινήτου και με το όχημα της εμπόδιζε την είσοδο/ έξοδο στο Ακίνητο και κατ' επέκταση στο Νηπιαγωγείο. Aυτές οι ενέργειες της, αποτελούν περίτρανη απόδειξη της πλήρους επίγνωσης και συνείδησης της Καθ' ης η Αίτηση για τις ενέργειες της, αλλά κυρίως και του εσκεμμένου αυτών. Σαφώς, δεν πρόκειται για αυθόρμητες και απερίσκεπτες αντιδράσεις της στιγμής, αλλά ενέργειες στα πλαίσια της θέσης της περί μη αναγνώρισης αποκλειστικού δικαιώματος των Αιτητριών να χρησιμοποιούν την αυλή και τους χώρους στάθμευσης του Ακινήτου, η οποία (θέση) σαφώς παραγνώριζε πλήρως τις σχετικές σαφείς πρόνοιες του Διατάγματος, το οποίο βρισκόταν σε ισχύ, και καταδεικνύει την πρόθεση μη συμμόρφωσης της με αυτό. Ουσιαστικά, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως η Καθ' ης η Αίτηση είχε πλήρη γνώση και συνείδηση ότι με τις πιο πάνω ενέργειες της παραβίαζε το Διάταγμα, αφού αυτό ήταν η άμεση συνέπεια των πράξεων της, πράγμα το οποίο ισοδυναμεί ακριβώς με ηθελημένη παρακοή. Στη βάση των όσων αναφέρω ανωτέρω, έχω ικανοποιηθεί πως οι Αιτήτριες έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας, την υπόθεση τους και καταλήγω πως η Καθ' ης η Αίτηση, κατά τις 16.11.2022, βρισκόταν σε παρακοή του Διατάγματος, ως περιγράφεται ανωτέρω. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει. Η Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση κρίνεται ένοχη παρακοής λόγω μη συμμόρφωσης της με το Διάταγμα. Η πλευρά της Εναγομένης 2/ Καθ' ης η Αίτηση καλείται την 21.11.2024 και ώρα 10:30 π.μ. που η υπόθεση ορίζεται για αυτό το σκοπό, να αναφέρει οτιδήποτε επιθυμεί προς μετριασμό, προτού επιβληθεί ποινή σε αυτήν. Ως προς το θέμα των εξόδων, η οποιαδήποτε κρίση μου για τούτα, θα ληφθεί μετά την επιβολή της ποινής. Ν. Πετρίδου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. [2] Ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η ενδιάμεση απόφαση στην αίτηση ημερ. 24.8.
  1. [3] Βλ. παραγράφους 7-10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. [4] Βλ. παράγραφο 24 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση. [5] Το άρθρο 42 του Ν. 14/60 προνοεί τα εξής: «Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov θα έχη εξoυσία vα εξαvαγκάζη εις υπακoήv πρoς oιovδήπoτε διάταγμα εκδoθέv υπ' αυτoυ, διατάττov ή απαγoρεύov τηv εκτέλεσιv oιασδήπoτε πράξεως, διά πρoστίμoυ ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτωv. Και τo δικαστήριov δύvαται επιπρoσθέτως vα επιδικάση εις τo πρόσωπov πρoς τo συμφέρov τoυ oπoίoυ εξεδόθη τo διάταγμα τoιoύτov πoσόv υπό μoρφήv απoζημιώσεως, ως τo δικαστήριov δύvαται vα θεωρήση πρέπov. Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγμά του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περι πτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη μη υπακοή διατάγματος». [6] Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. [7] Βλ. σελ. 20 της αγόρευσης των συνηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση. [8] Σε ότι αφορά τη νομολογία αναφορικά με την ερμηνεία ενός νομοθετήματος, σχετικές είναι οι υποθέσεις Pretorian Enterprises Ltd ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 69/2018, απόφαση ημερομηνίας 11.1.2024, A D «Pallada Athena» Developers Ltd v. Δημοκρατία, Αναθεωρητική Έφεση αρ. 82/2015, απόφαση ημερομηνίας 1.3.2022, Φυσεντζίδη ν. Κ&C Snooker & Pool Entertainment, Π.Ε. 30/2019, απόφαση ημερομηνίας 1.6.
  2. [9] Ως αυτός τηρείται στο ηλεκτρονικό σύστημα καταχώρησης i-justice. [10] Σχετική είναι η ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, ημερ. 6.9.2022, η οποία είναι αναρτημένη στο σύνδεσμο «Επιδόσεις» του ηλεκτρονικού φακέλου. [11] Σχετική είναι η ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, ημερ. 23.11.2022, η οποία είναι αναρτημένη στο σύνδεσμο «Επιδόσεις» του ηλεκτρονικού φακέλου. [12] Το οποίο καταχωρήθηκε σε φυσική μορφή στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου. [13] Υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν. [14] Οποιεσδήποτε αναφορές στις πρόνοιες του εν λόγω Κανονισμού, θα γίνονται από τούδε και στο εξής με την αναφορά «κανονισμός» και ακολούθως τη σχετική αρίθμηση αυτού. [15] Υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν. [16] Ως τούτο εξηγείται λεπτομερώς κατωτέρω στην παρούσα απόφαση. [17] Τυχόν γραμματικά ή συντακτικά λάθη, έχουν μεταφερθεί αυτούσια. [18] Βλ. παράγραφο 30 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση. [19] Kαι επομένως τα μόνα για τα οποία θα εξεταστεί η εν λόγω θέση της Καθ' ης η Αίτηση. [20] Η ηλεκτρονική επικοινωνία που απέστειλαν οι συνήγοροι των Αιτητριών, στο Δικαστήριο, στις 20.12.2022, είχε ως εξής: «Εντιμοτάτη, Σε συνέχεια της εμφάνισης μας στο Σεβαστό σας Δικαστήριο στις 28/11/2022, παρακαλούμε όπως μας ενημερώσετε για την νέα ημερομηνία ορισμού της αγωγής, της αίτησης παρακοής διατάγματος και της αίτησης των εναγόμενων για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης». [21] Το οποίο είχε ως εξής: «Εντιμοτάτη, εμφανιζόμαστε για τους Εναγόμενους. Η υπόθεση έχει οριστεί ενώπιον σας στις 20/10/2023 για να δοθούν οδηγίες μετά την έκδοση απόφασης από τη Δικαστή κα Οικονόμου, στην ένσταση μας στο ενδιάμεσο διάταγμα. Εκκρεμεί η αίτηση των Εναγομένων ημερ.23/09/2022 για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησής της και η αίτηση παρακοής των Εναγουσών ημερ.18/11/
  3. Μετά από συνεννόηση με τους συναδέλφους, παρακαλούμε όπως δοθεί χρόνος σε αμφότερες τις πλευρές, ήτοι για καταχώρηση έκθεσης απαίτησης των Εναγουσών και ένστασης των Εναγομένων στην αίτηση παρακοής. Παρακαλούμε όπως ο χρόνος για καταχώρηση ένστασης να είναι επαρκής καθότι η αίτηση των συναδέλφων είναι πέραν των 200 σελίδων. Τα έξοδα στην πορεία». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.