7TSS LIMITED ν. CRM MARITIME VENTURES LTD, Αρ. Απαίτησης: 3333/2023, 25/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ. Αρ. Απαίτησης: 3333/2023 Μεταξύ: 7TSS LIMITED (HE 365220) Ενάγουσα -και- CRM MARITIME VENTURES LTD (HE 358025) Εναγόμενη Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια/ Ενάγουσα: κ. Ν. Δημητρίου Για την Καθ' ης η Αίτηση/ Εναγόμενη: κα Ε. Αρότη Ενδιάμεση Απόφαση (στην αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων ημερ. 10.1.2024) Εισαγωγή Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση, η Ενάγουσα επιζητεί εναντίον της Εναγόμενης, αποζημιώσεις για το ποσό των €81.000[1], ένεκα κατ' ισχυρισμόν παράβασης, εκ μέρους της τελευταίας, της μεταξύ των μερών συμφωνίας ημερ. 5.7.2023 (στο εξής «η επίδικη Συμφωνία») και/ή ένεκα αθέμιτου πλουτισμού, ως επίσης και γενικές αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή για την απώλεια χρήσης και/ή απόλαυσης του επίδικου σκάφους. Στο πλαίσιο της παρούσας Απαίτησης, η Ενάγουσα καταχώρησε, στις 10.1.2023, μονομερή αίτηση, με την οποία επιζητούσε ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους της είτε στη Κύπρο είτε στο εξωτερικό, να αποξενώσει και/ή επιβαρύνει καθ' οιονδήποτε τρόπο το ποσό των €81.000[2], το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς σε τραπεζικά ιδρύματα στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό, είτε στο όνομα της είτε από κοινού με τρίτα πρόσωπα, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας Απαίτησης και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Επίσης, επιζητεί προσωρινό διάταγμα, με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους της, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να αποξενώσει και/ή επιβαρύνει και/ή μεταβιβάσει και/ή εκχωρήσει οποιοδήποτε δικαίωμα και/ή οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία κατέχει, είτε εξ ολοκλήρου είτε από κοινού με τρίτα πρόσωπα, εντός Κύπρου, μέχρι του ποσού των €81.000, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας Απαίτησης και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Τέλος, επιζητεί ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται «όλα τα τραπεζικά ιδρύματα και/ή τα Επαρχιακά Γραφεία του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας» να αποκαλύψουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας κατά πόσο οποιοσδήποτε τραπεζικός λογαριασμός και/ή ακίνητη περιουσία της τελευταίας παγοποιήθηκε και/ή δεσμεύθηκε στη βάση των πιο πάνω αιτούμενων διαταγμάτων και να παράσχουν σχετικά στοιχεία και λεπτομέρειες των εν λόγω παγοποιηθέντων τραπεζικών λογαριασμών και/ή περιουσιακών στοιχείων. Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση), αφού διεξήλθε την υπό κρίση Αίτηση και όλο το μαρτυρικό υλικό που την υποστηρίζει, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε κατεπείγον ζήτημα και έδωσε οδηγίες όπως τούτη επιδοθεί στην Eναγόμενη, πράγμα που και έγινε. Ακολούθως, η Eναγόμενη καταχώρησε Ένσταση (στο εξής «η Ένσταση»), η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή και μετόχου της (στο εξής «ο ομνύοντας στην Ένσταση»). Επίσης, σημειώνω, ότι αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις[3], οι οποίες υποστηρίζουν αφενός την υπό κρίση Αίτηση και αφετέρου την Ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτήν. Δεν κρίνω σκόπιμο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης να παραθέσω λεπτομερώς είτε το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, είτε αυτό που υποστηρίζει την Ένσταση. Και τούτο, αφενός, γιατί μέρος των γεγονότων που περιβάλλουν τη διαφορά των διαδίκων αποτελεί κοινό τόπο, και, αφετέρου, γιατί στο πλαίσιο εκδίκασης αίτησης ως η υπό εξέταση δεν επιτρέπεται η επιλογή εκδοχών ή η υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας έκαστης πλευράς, αλλά η αναζήτηση του κατά πόσο ο αιτητής κατάφερε να ικανοποιήσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ώστε να του αποδοθεί η επιζητούμενη προσωρινή θεραπεία. Στο πλαίσιο εξέτασης των εν λόγω προϋποθέσεων, κατωτέρω, θα διαφανούν και οι αντίστοιχες θέσεις των δύο πλευρών. Πραγματικό υπόβαθρο της υπό κρίση Αίτησης Θεωρώ, όμως, αρχικά, απαραίτητο όπως τεθεί το υπόβαθρο των γεγονότων, το οποίο αποτελεί τη βάση τόσο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτησης, ως επίσης και της υπό κρίση Αίτησης, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα πιο κάτω γεγονότα αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των μερών, ως τούτα προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τόσο την υπό κρίση Αίτηση όσο και την Ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτήν:
- Περί τον Μάιο του 2023, η Ενάγουσα προσέγγισε την Εναγόμενη με πρόθεση να αγοράσει σκάφος αναψυχής από την τελευταία.
- Κατά τις 11.6.2023, η Ενάγουσα υπέγραψε έντυπο επιβεβαίωσης παραγγελίας (στο εξής «η Επιβεβαίωση Παραγγελίας»), το οποίο απέστειλε στην Εναγόμενη, για την αγορά ενός σκάφους, για το ποσό των €350.000 (βλ. Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση).
- Ακολούθως, η Εναγόμενη, στις 21.6.2023, απέστειλε στην Ενάγουσα το τιμολόγιο με αρ. 113, για το ποσό των €220.000 πλέον ΦΠΑ (βλ. Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση), αναφορικά με το σκάφος «Fairline F33», «ex demo boat, 90 engine hours», με αύξων αριθμό GB-FLY15196C020 (στο εξής «το Σκάφος»).
- Η Εναγόμενη ήταν ιδιοκτήτρια του Σκάφους, το οποίο ήταν και συνεχίζει να είναι μέχρι σήμερα εγγεγραμμένο στο όνομα της.
- Στις 22.6.2023, η Ενάγουσα κατέβαλε στην Εναγόμενη το ποσό των €50.000 (βλ. Τεκμήριο 7 στη ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση) και η τελευταία παρέδωσε το Σκάφος στην πρώτη για χρήση.
- Στη συνέχεια, στις 5.7.2023, μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης καταρτίστηκε η επίδικη Συμφωνία για την αγορά του Σκάφους, για το ποσό των €350.000 (βλ. Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση), στην οποία Συμφωνία επισυνάπτονταν, ως παραρτήματα, οι προδιαγραφές του Σκάφους και η Επιβεβαίωση Παραγγελίας. Αποτελούσε δε ρητό όρο της επίδικης Συμφωνίας ότι σε περίπτωση που δεν καταβάλλετο ολόκληρο το ποσό πώλησης του Σκάφους στην Εναγόμενη, η τελευταία θα δικαιούτο αποζημιώσεις ύψους €30.
- Στις 14.7.2023, μεταξύ των μερών, υπογράφηκε συμφωνία ναύλωσης του Σκάφους, για την περίοδο 14.7.2023 - 17.8.2023, για το ποσό των €50.000 (στο εξής «η Πρώτη Συμφωνία Ναύλωσης») (βλ. Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση).
- Ακολούθως, στις 7.9.2023, μεταξύ των μερών, υπογράφηκε δεύτερη συμφωνία ναύλωσης του Σκάφους, για την περίοδο 7.9.2023 - 7.10.2023, για το ποσό των €1.000 (στο εξής «η Δεύτερη Συμφωνία Ναύλωσης») (βλ. Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση).
- Μέχρι τις 7.9.2023, η Ενάγουσα κατέβαλε στην Εναγόμενη το συνολικό ποσό των €238.200 βάσει της επίδικης Συμφωνίας και των δύο Συμφωνιών Ναύλωσης ανωτέρω.
- Στις 8.12.2023, η Εναγόμενη επέστρεψε στην Ενάγουσα το ποσό των €100.000, ενώ στις 26.2.2024, της επέστρεψε (μέσω των δικηγόρων της), το ποσό των €57.000, ήτοι το συνολικό ποσό των €157.
- Το δε υπόλοιπο ποσό ύψους €81.200, που κατέβαλε η Ενάγουσα προς την Εναγόμενη, κρατείται από την τελευταία μέχρι και σήμερα[4].
- Επίσης, στις 8.12.2023, η Εναγόμενη έλαβε πίσω την κατοχή του Σκάφους. Πέραν των ανωτέρω γεγονότων, τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων, είναι, εν πολλοίς, η θέση της Ενάγουσας (στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση) ότι η Εναγόμενη ενήργησε με δόλιο τρόπο και/ή στη βάση ψευδών παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων προς αυτήν, με απώτερο σκοπό να της αποσπάσει το αξιούμενο ποσό. Συγκεκριμένα, είναι η θέση της ότι η Εναγόμενη δολίως και/ή ψευδώς της παρουσιάστηκε ως η επίσημη αντιπρόσωπος της κατασκευάστριας εταιρείας πλοίων αναψυχής, Fairline Yachts Ltd (στο εξής «η Fairline»), στη Κύπρο και της πρότεινε για αγορά το Σκάφος, διαβεβαιώνοντας την ότι τούτο θα είχε συγκεκριμένες προδιαγραφές και πλήρη εγγύηση από την Fairline, για δύο χρόνια από την ημέρα πώλησης του προς αυτήν, για όλα τα κατασκευαστικά ελαττώματα και/ή μηχανικές βλάβες. Είναι δε ο ισχυρισμός της ότι η ίδια προχώρησε στην υπογραφή της Επιβεβαίωσης Παραγγελίας και της επίδικης Συμφωνίας, ένεκα των εν λόγω διαβεβαιώσεων και/ή παραστάσεων της Εναγόμενης. Πάντα συναφώς, είναι η θέση της ότι η Εναγόμενη δόλια και ενώ ήταν εις γνώση της ότι δεν ήταν η επίσημη αντιπρόσωπος της Fairline και, επομένως, δεν είχε τη δυνατότητα επισκευής κατασκευαστικών ελαττωμάτων και/ή μηχανικών βλαβών του Σκάφους και/ή δεν παρέχετο εγγύηση για τούτα, συμπεριέλαβε, στην επίδικη Συμφωνία, όρο για αποζημιώσεις ύψους €30.000 σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της πώλησης του στην Ενάγουσα, εξ υπαιτιότητας της τελευταίας, ποσό το οποίο η Εναγόμενη κατακρατεί παράνομα και αυθαίρετα, επικαλούμενη ότι η Ενάγουσα παρέβηκε τους όρους της εν λόγω συμφωνίας. Αποτελεί, περαιτέρω, ισχυρισμό της ότι η Εναγόμενη, με σκοπό να της αποσπάσει επιπλέον ποσά και παρά το γεγονός ότι για το Σκάφος είχε ήδη συναφθεί η επίδικη Συμφωνία, παρουσίασε, κατά τρόπο παραπλανητικό, στην Ενάγουσα για υπογραφή τις δύο Συμφωνίες Ναύλωσης (βλ. ανωτέρω), ως «τεχνική ανάγκη» για σκοπούς ασφάλισης του Σκάφους και συνέχισης χρήσης του από την Ενάγουσα και ότι, αν δεν καταρτίζονταν τούτες, σε περίπτωση ατυχήματος, δεν θα μπορούσε να καλυφθεί το κόστος οποιωνδήποτε ζημιών στο Σκάφος, εφόσον τούτο δεν βρισκόταν στην κατοχή της Εναγόμενης (ως ιδιοκτήτριας), αλλά στην κατοχή της Ενάγουσας (ως τρίτο πρόσωπο - μη ιδιοκτήτης). Είναι η, συναφής της θέση ότι παρά το ότι η ίδια διαφωνούσε με την υπογραφή των εν λόγω Συμφωνιών Ναύλωσης, εντούτοις έπραξε τούτο, κατόπιν των προτροπών και παραπλανητικών παραστάσεων της Εναγόμενης, την οποία εμπιστεύετο ως επαγγελματία ειδικό στην πώληση πλοίων, και εφόσον η ίδια (η Ενάγουσα) επιθυμούσε να χρησιμοποιεί το Σκάφος μέχρι την ολοκλήρωση της πώλησης του και τη μεταβίβαση της κυριότητας του σε αυτήν. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι οι κατ' ισχυρισμόν ψευδείς παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις της Εναγόμενης, περιήλθαν εις γνώση της, περί τον Δεκέμβριο του 2023, κατόπιν επικοινωνίας που είχε με την Fairline (βλ. Τεκμήρια 20-22 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση), λόγω της άρνησης και/ή αποφυγής της Εναγόμενης να επισκευάσει τις ζημιές που υπήρχαν στο Σκάφος πριν την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του στο όνομα της (της Ενάγουσας), ζημιές τις οποίες η τελευταία ζήτησε από την Εναγόμενη να επιδιορθώσει, εφόσον το Σκάφος, στη βάση των, κατ' ισχυρισμόν, διαβεβαιώσεων/ παραστάσεων της τελευταίας, καλύπτετο από πλήρη εγγύηση από την Fairline. Παρά ταύτα, πάντα κατά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, η Εναγόμενη ουδέποτε προχώρησε με την επιδιόρθωση των εν λόγω ζημιών, ενώ απαιτούσε, από την πρώτη, την καταβολή του εναπομείναντος ποσού πώλησης του Σκάφους, ύψους €42.000, με την Ενάγουσα να αρνείται να καταβάλει τούτο έως ότου η Εναγόμενη εκπλήρωνε τις σχετικές της υποχρεώσεις. Ακολούθως, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη προφασιζόμενη παράβαση της επίδικης Συμφωνίας εκ μέρους της Ενάγουσας, ένεκα της μη καταβολής από αυτήν του εναπομείναντος ποσού πώλησης του Σκάφους, ενεργοποίησε τον όρο αποζημίωσης (που περιλαμβάνετο στην επίδικη Συμφωνία) και προχώρησε στην κατακράτηση:
(1)του ποσού των €30.000 (που η Ενάγουσα της κατέβαλε), ως αποζημίωση για την εν λόγω παράβαση,
(2)του ποσού των €50.000 για παράβαση της Πρώτης Συμφωνίας Ναύλωσης και
(3)του ποσού των €1.000 για παράβαση της Δεύτερης Συμφωνίας Ναύλωσης (ήτοι συνολικό ποσό €81.000). Ένεκα τούτου, είναι η θέση της ότι, στις 17.10.2023, η ίδια απέστειλε επιστολή, μέσω των δικηγόρων της, στην Εναγόμενη, με την οποία ζητούσε από την τελευταία να της επιστρέψει τα ποσά που της είχε καταβάλει για την αγορά του Σκάφους και η Ενάγουσα θα της παρέδιδε πίσω τούτο (βλ. Τεκμήριο 16 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση). Εντούτοις, είναι η θέση της ότι παρά τη σχετική αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε από τα μέρη, με την οποία η Εναγόμενη συμφώνησε όπως το Σκάφος παραμείνει για φύλαξη σε ασφαλές ουδέτερο μέρος (βλ. Τεκμήριο 17 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση), στις 8.12.2023, η Εναγόμενη, χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη ειδοποίηση και/ή άδεια, κατάσχεσε το Σκάφος, λαμβάνοντας την κατοχή του από την Ενάγουσα. Τέλος, ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι, παρά τις οχλήσεις της προς την Εναγόμενη με τις οποίες την καλούσε να της επιστρέψει το αξιούμενο ποσό, το οποίο της κατέβαλε χωρίς νόμιμη αντιπαροχή και/ή συνεπεία του δόλου και/ή απάτης και/ή των ψευδών παραστάσεων της τελευταίας, αυτή εξακολουθεί να κατακρατεί παράνομα το εν λόγω ποσό. Η Ένσταση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει Όπως προανέφερα, η Εναγόμενη καταχώρησε Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, προβάλλοντας συνολικά 8 λόγους ένστασης, τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να καταγράψω αυτούσιους, καθότι αυτοί συγκλίνουν, ουσιαστικά, στις εξής θέσεις, όπως τούτες αποκρυσταλλώνονται και μέσα από την αγόρευση των συνηγόρων της στην υπό κρίση Αίτηση:
(1)Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
(2)Ότι δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή επαρκής μαρτυρία από πλευράς της Ενάγουσας ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
(3)Ότι η Εναγόμενη έχει την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικασθεί υπέρ της Ενάγουσας, εφόσον μάλιστα η ίδια προέβη σε επανειλημμένες προσπάθειες να επιστρέψει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό στην Ενάγουσα, μετά τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας.
(4)Ότι εκείνο που ουσιαστικά επιζητείται μέσω της υπό κρίση Αίτησης είναι να αποφασιστεί η ουσία της Απαίτησης της Ενάγουσας, πράγμα ανεπίτρεπτο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Όπως προανέφερα, την Ένσταση της Εναγόμενης υποστηρίζει ένορκη δήλωση του διευθυντή της, ως, επίσης, και Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση αυτού (στο εξής «η ΣΕΔ Εναγόμενης»), ενώ δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω στο σημείο αυτό, λεπτομερώς, τα όσα η Εναγόμενη εκεί αναφέρει, καθότι αναφορά σε αυτά θα γίνει κατά το στάδιο εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Ακροαματική διαδικασία Η ακροαματική διαδικασία της υπό κρίση Αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αφενός την υπό κρίση Αίτηση και αφετέρου την Ένσταση, ενώ ουδείς εκ των ομνύοντων αντεξετάστηκε. Αμφότερες δε οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης. Σε αυτές, οι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις τους, με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει όπου αυτό κριθεί απαραίτητο κατωτέρω. Νομική πτυχή Όπως διαφαίνεται από τη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης, αυτή στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το οποίο παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων, η οποία (έκδοση) επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 έχει τύχει ερμηνείας και αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, βάσει του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι οι εξής: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos v Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, πέραν των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο θα πρέπει, επιπρόσθετα, να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο Αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται σωρευτικά οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο, στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Είναι δε νομολογημένο ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος (σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 663 και Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 424/11, ημερομηνίας 27.3.2014, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Επομένως, το αντικείμενο εξέτασης, σε αυτό το στάδιο, είναι κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα (βλ. Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, απόφαση ημερ. 23.03.2017), ECLI:CY:AD:2017:A102. Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλας Αντωνιάδου Κυριάκου, Πολ. Έφεση Αρ. Ε301/2016, απόφαση ημερ. 26.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D317, λέχθηκαν τα ακόλουθα, σχετικά: «Όλα αυτά, όμως, δεν έχουν σχέση με την έννοια του «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση», που υποδηλώνει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων (Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557). Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, πρώτη έκδοση, σελ. 55: «Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right). Γι' αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία απαγορευτικού διατάγματος.»[5] Σε ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Ενάγοντα στην αγωγή (βλ. Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (βλ. επίσης Γρηγορίου (ανωτέρω)). Επίσης, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Hazlewood Investment & Finance Ltdv. Manuel κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. Ε14/17 και Ε209/17, απόφαση ημερ. 16.7.2019, επανέλαβε ότι κατά την εξέταση ειδικά της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επίδικων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάγει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ' αυτών. Η διαχρονικότητα των παραπάνω αρχών, διαφαίνεται και από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD-NEMESIS κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. E52/21, ημερ. 10.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:A79: «Η δεύτερη προϋπόθεση, εξυπακούει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, όρος που, κατά την Odysseos, έχει την έννοια ότι ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει («evidential strength of the case of the plaintiff»). Η αξιολόγηση γίνεται χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία και πολύ περισσότερο να καταλήγει σε ευρήματα επί της ουσίας. Σε αυτό το στάδιο αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας...». Επίσης, στην υπόθεση Πόλα Ιορδάνους v. 1. PS Seamless Gutters Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση 4/2022, απόφαση ημερ. 8.11.2022, αναφέρθηκαν σημαντικά και τα εξής: «Ασφαλώς και το Πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε, μετά την καταχώριση ένστασης και ένορκης δήλωσης, να επανεξετάσει τους ισχυρισμούς και θέσεις της Εφεσείουσας, όχι για να αποφασίσει τα θέματα με τον τρόπο που τα αποφάσισε ωσάν να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής, αλλά για να εξετάσει εάν τα προτεινόμενα από την ενιστάμενη πλευρά, ανέτρεπαν εξ αντικειμένου τα δεδομένα που η πλευρά της Εφεσείουσας είχε παρουσιάσει. Δεν προσέγγισε όμως με αυτό τον τρόπο τη μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον του (Hazlewood Investment & Finance Ltd, πιο πάνω)». Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, αλλά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Σχετικές επί τούτου είναι, επίσης, οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848, M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Επομένως, αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και για αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει, μελλοντικά, πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν, αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα, θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του Εναγομένου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος (βλ. Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1Γ ΑΑΔ 1759). Ισοζύγιο της ευχέρειας Όπως ανέφερα ανωτέρω, όταν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τότε και μόνο προχωρά, στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής του εξουσίας, να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει τούτα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος τους, στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Αίτηση 41/2023, απόφαση ημερ. 4.7.2023). Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρίστος Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Ltd, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20.01.2014: «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [19897] 1 W.L.R. 670)». Τέλος, σημειώνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρεία. Προς τούτο, παραπέμπω στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστατικών.» Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τη μαρτυρία του έχει τεθεί ενώπιον μου από αμφότερους τους διαδίκους, χωρίς όμως στο παρόν στάδιο να διενεργείται οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση ως προς την όποια αξιοπιστία αυτής και χωρίς το Δικαστήριο να αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς των μερών, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Σημειώνω στο παρόν στάδιο ότι αποτελεί βασικό λόγο ένστασης εκ μέρους της Εναγόμενης ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, εφόσον τυχόν μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα συνεπάγεται δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στην Ενάγουσα, σε μεταγενέστερο στάδιο και δη κατά το πέρας της Απαίτησης της, στην περίπτωση που τούτη επιτύχει. Ισχυρίζεται δε η Εναγόμενη ότι η Ενάγουσα ουδόλως έχει καταδείξει οποιαδήποτε αδυναμία εκ μέρους της να την αποζημιώσει στην περίπτωση που η αξίωση της επιτύχει. Τουναντίον, ως η Εναγόμενη προβάλλει, είναι η ίδια που ουσιαστικά, κάλεσε επανειλημμένως την Ενάγουσα για να της καταβάλει το ποσό που θεωρούσε ότι όφειλε να της επιστρέψει (της Ενάγουσας) μετά τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας. Αυτή είναι και η βασική της επιχειρηματολογία στην αγόρευση που καταχώρησε, στο πλαίσιο της ακρόασης της υπό κρίση Αίτησης, και, ως εκ τούτου, κρίνω σκόπιμο όπως προχωρήσω και εξετάσω, πρωτίστως, την εν λόγω προϋπόθεση, μιας και αν όντως τα επιχειρήματα και οι θέσεις που προβάλλει η Εναγόμενη ευσταθούν, τότε η υπό κρίση Αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, έχοντας κατά νου ότι και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 πρέπει να πληρούνται κατά τρόπο σωρευτικό για να δύναται να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Σημειώνω, εξ αρχής, ότι, εν προκειμένω, η Ενάγουσα, μέσω του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση της, δεν έχει προβάλει οποιαδήποτε θέση και/ή ισχυρισμό περί κακής οικονομικής κατάστασης της Εναγόμενης και αδυναμίας της τελευταίας να την αποζημιώσει στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Εκείνο που επικαλείται η Ενάγουσα είναι ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μην μπορέσει να ανακτήσει το ποσό της αξίωσης της, σε περίπτωση που επιτύχει στην παρούσα Απαίτηση της, καθότι το ποσό που κατακρατεί, κατ' ισχυρισμόν, παράνομα και/ή αυθαίρετα η Εναγόμενη αποτελείται από μετρητά, γεγονός που κάνει την αποξένωση του εύκολη και δύσκολα εντοπίσιμη (traceable). Τέλος, προτάσσει ότι η όλη συμπεριφορά της Εναγόμενης, κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης Συμφωνίας αλλά και των Συμφωνιών Ναύλωσης, η οποία με ψευδείς παραστάσεις και/ή δόλο εξανάγκασε και/ή εξαπάτησε την Ενάγουσα να συνάψει τις εν λόγω συμφωνίες, με απώτερο σκοπό να της αποσπάσει το εν λόγω χρηματικό ποσό, ως επίσης και του γεγονότος ότι η Εναγόμενη αυθαίρετα και χωρίς την έγκριση της Ενάγουσας, στις 8.12.2023, προχώρησε στην κατάσχεση του Σκάφους, η κατοχή του οποίου ανήκε, κατ' ισχυρισμόν, στην τελευταία, δεικνύει την κακοπιστία και την πρόθεση της Εναγόμενης να αποσπάσει χρήματα και/ή περιουσία, από την Ενάγουσα, με δόλιο τρόπο και, κατ' επέκταση, ότι υπάρχει κίνδυνος να αποξενώσει το αξιούμενο ποσό (ήτοι το ποσό των €81.000) που απέσπασε από αυτήν. Στην υπόθεση Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (Αρ 2)
(2008)1 ΑΑΔ 626, το Δικαστήριο, στα πλαίσια εξέτασης της τρίτης προϋπόθεσης, έλαβε υπόψη ότι ο ενάγοντας δεν προέβαλε κανένα ισχυρισμό ότι η οικονομική κατάσταση των εναγομένων ήταν τέτοια που θα του στερούσε την θεραπεία της καταβολής αποζημιώσεων, εάν επιτύγχανε στην αγωγή του, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καταλήξει ότι δεν ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση. Στην ίδια απόφαση, λέχθηκε ότι για να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί του ενάγοντα ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη δεν αρκούν και ο ενάγοντας, με την ένορκη του δήλωση, θα πρέπει να επεξηγεί και αιτιολογεί τέτοιους ισχυρισμούς με σαφή και θετική μαρτυρία, ώστε να γίνουν δεκτοί από το Δικαστήριο. Επομένως, κατά το στάδιο εξέτασης του κατά πόσο πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη φερεγγυότητα του εναγόμενου και ειδικότερα την οικονομική του δυνατότητα να καταβάλει χρηματικές αποζημιώσεις στον ενάγοντα, όπου η ζημία είναι ικανή να αποζημιωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων (βλ. επίσης την υπόθεση Marketrends (Capital Market) Ltd (ανωτέρω), όπου το Δικαστήριο δεν εξέδωσε το ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα λόγω της οικονομικής επιφάνειας του εναγόμενου και της δυνατότητας του να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εκδιδόταν εναντίον του). Σχετική με τα ανωτέρω είναι, επίσης, και η απόφαση της Έντιμης κας Δημητριάδου (ΠΕΔ (ως ήταν τότε)) σε αίτηση για αναστολή πλειστηριασμού, στο πλαίσιο της Αγωγής αρ. 760/18 (Ε.Δ. Λάρνακας), 1. Γεωργοκτηνοτροφική Εταιρεία Αδελφοί Λύτρα v. Hellenic Bank Public Company Ltd, ενδιάμεση απόφαση ημερ. 19.12.2018, όπου το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, καταλήγοντας ότι: «Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ 'εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Αποτέλεσε θέση των Αιτητών ότι εάν συνεχίσει η διαδικασία εκποίησης και πωληθούν τα ακίνητα ο συνεταιρισμός στην ουσία θα υποστεί ανεπανόρθωτη καταστροφή διότι θα χάσει όχι μόνο σημαντικό περιουσιακό του στοιχείο αλλά και αυτή ταύτη την κεφαλαιουχική και ή επιχειρηματική του βάση, λαμβανομένου υπόψη του αγροτικού χαρακτήρα της επιχείρησης, η οποία βασίζεται, κυρίως, στην αξιοποίηση της ακίνητης της ιδιοκτησίας. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η πλευρά των Καθ' ών η Αίτηση λέω ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά των Αιτητών, εάν επιτύχει η Αγωγή τους ή οι Υπερασπίσεις εκείνων που προέβαλαν στην Αγωγή αρ. 3114/2014, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα. Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι δεν έχει προβληθεί η θέση από τους Αιτητές ότι η οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενης είναι τέτοια ώστε να μην μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν Απόφαση υπέρ τους και ότι η Καθ' ης η Αίτηση είναι αφερέγγυα. Αντίθετα, η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι αποτελεί ένα καθόλα φερέγγυο Τραπεζικό ίδρυμα, κάτι που η πλευρά των Αιτητών δεν έχει αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο, με συνεπακόλουθο να υφίσταται οικονομική δυνατότητα αποζημίωσης των Αιτητών στην περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τους. Υπό αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή οι Αιτητές χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο.» Στην παρούσα περίπτωση, στη βάση των όσων και η ίδια η Ενάγουσα προτάσσει, η οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμόν ζημία της, στην περίπτωση που επιτύχει η παρούσα Απαίτηση της, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα, την οποία μάλιστα η ίδια καθορίζει στο ποσό των €81.000 (το οποίο προκύπτει από το ποσό των δύο Συμφωνιών Ναύλωσης (συνολικού ποσού €51.000) πλέον του ποσού των €30.000 που η Εναγόμενη κατακρατεί ως αποζημιώσεις για την κατ' ισχυρισμόν παράβαση της επίδικης Συμφωνίας εκ μέρους της Ενάγουσας). Επίσης, επαναλαμβάνω, ότι δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε θέση εκ μέρους της Ενάγουσας ότι η οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης είναι τέτοια που η τελευταία να μην μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ της πρώτης, ούτε και οποιαδήποτε θέση ότι η Εναγόμενη είναι αφερέγγυα. Τουναντίον, ως και η ίδια η Εναγόμενη ισχυρίστηκε και το οποίο αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών, μετά τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας, η ίδια (η Εναγόμενη) προσέγγισε την Ενάγουσα για να της καταβάλει, τοις μετρητοίς, το ποσό των €57.000[6], το οποίο θεωρούσε ότι δικαιούτο να επιστραφεί στην Ενάγουσα, ποσό το οποίο η τελευταία έλαβε, χωρίς όμως να αποδέχεται ότι με τούτο διευθετείται η παρούσα Απαίτηση της. Τα όσα δε προβάλλονται εκ μέρους της Ενάγουσας, στην αγόρευση των συνηγόρων της, περί του ότι η όλη συμπεριφορά της Εναγόμενης και δη ότι ο τρόπος που ενήργησε για να αποσπάσει, στη βάση κατ' ισχυρισμόν ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου, το αξιούμενο ποσό από την Ενάγουσα, δεικνύει ότι υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι θα λάβει μέτρα για να μην ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ της (της Ενάγουσας), παραπέμποντας στην υπόθεση Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited κ.α.
(2001)1Β ΑΑΔ 1301, δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Και εξηγώ. Εν προκειμένω, τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση διαφέρουν κατά πολύ από αυτά της Poltava Petroleum Company (ανωτέρω) στην οποία με έχει παραπέμψει ο συνήγορος της Ενάγουσας. Εδώ, η Εναγόμενη είναι κυπριακή εταιρεία, με έδρα της την Κύπρο, όπου και δραστηριοποιείται. Επίσης, ως προανέφερα, τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον μου που να θέλει την Εναγόμενη να είναι αφερέγγυα ή σε κακή οικονομική κατάσταση και, επομένως, να μην μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον της στην παρούσα Απαίτηση. Τα όσα δε ισχυρίζεται ο συνήγορος της Ενάγουσας[7] ότι η Εναγόμενη θα έπρεπε να προβεί σε δήλωση αναφορικά με την οικονομική της κατάσταση, ουδόλως ευσταθούν. Το βάρος απόδειξης της τρίτης προϋπόθεσης βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας και είναι η ίδια που θα έπρεπε να θέσει, μέσω της μαρτυρίας της, θέση ότι η Εναγόμενη είναι αφερέγγυα και όχι να αντιστρέφεται το εν λόγω βάρος στην τελευταία να αποδείξει, χωρίς να υπάρχει σχετικός ισχυρισμός εκ μέρους της Ενάγουσας, την φερεγγυότητα της. Εν πάση όμως περιπτώσει, σημειώνω ότι, εν προκειμένω, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι η Εναγόμενη, με δική της προτροπή, ήδη κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό που θεωρούσε ότι όφειλε να επιστρέψει στην τελευταία (ύψους €57.000), αφήνοντας να αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατά πόσο οφείλεται από αυτήν και το αξιούμενο ποσό. Επομένως, σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η Ενάγουσα, δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την περίπτωση όπου η Εναγόμενη λαμβάνει εξόφθαλμα μέτρα προς την κατεύθυνση μη ικανοποίησης τυχόν απόφασης ήθελε εκδοθεί εναντίον της και, εν πάση περιπτώσει, από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό κάτι τέτοιο δεν προκύπτει. Δεν μου διαφεύγει ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη ετσιθελικά κατάσχεσε το Σκάφος, το οποίο ήταν στην κατοχή της πρώτης. Εντούτοις, αφ' ης στιγμής αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι το Σκάφος, καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους, αποτελούσε ιδιοκτησία της Εναγόμενης, με την τελευταία να είχε παραχωρήσει την κατοχή του, για σκοπούς χρήσης, στην Ενάγουσα, μέχρι την ολοκλήρωση της πώλησης και τη μεταβίβαση του στην τελευταία, το γεγονός ότι η Εναγόμενη έλαβε την κατοχή τούτου, στις 8.12.2023, δεν οδηγεί στο δίχως άλλο συμπέρασμα ότι η ενέργεια της αυτή έγινε με σκοπό να μην ικανοποιήσει τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον της. Ειδικότερα δε, εφόσον το Σκάφος δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας Απαίτησης (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 785), με την οποία η Ενάγουσα διεκδικεί μόνο χρηματικές αποζημιώσεις, αλλά και με δεδομένο ότι τίποτα δεν έχει τεθεί, μέσω του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, ότι η Εναγόμενη κατάσχεσε το Σκάφος με σκοπό να το αποξενώσει. Υπό το φως των πιο πάνω κρίσεων μου, και με δεδομένο ότι για να επιτύχει η Ενάγουσα στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα πρέπει και οι τρεις προϋποθέσεις να ικανοποιηθούν σωρευτικά, η υπό κρίση Αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, εφόσον η Ενάγουσα δεν έχει καταφέρει να ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Εντούτοις, για σκοπούς πληρότητας και μόνο και σε περίπτωση που η πιο πάνω κρίση μου ήθελε, εφετειακώς, ανατραπεί, προχωρώ να εξετάσω και τις λοιπές δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Σε ότι αφορά την πρώτη προϋπόθεση και δη αυτή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, παρατηρώ ότι στη βάση του περιεχομένου του Έντυπου Απαίτησης και της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας, διαφαίνεται ότι θεμελιακή βάση της παρούσας Απαίτησης αποτελεί η κατ' ισχυρισμόν παράβαση της επίδικης Συμφωνίας και/ή των επίδικων Συμφωνιών Ναύλωσης, αλλά και ο δόλος και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις της Εναγόμενης κατά την κατάρτιση και/ή υλοποίηση αυτών. Με δεδομένο ότι η παράβαση σύμβασης, αλλά και η διεκδίκηση αποζημιώσεων για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις, αποτελούν αναγνωρίσιμες αιτίες αγωγής, και έχοντας κατά νου ότι εκείνο που αναζητείται στο πλαίσιο εξέτασης της πρώτης προϋπόθεσης είναι το κατά πόσο αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον Νόμο αιτία αγωγής, η οποία, αν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια την παροχή θεραπείας στην Ενάγουσα, κρίνω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη ουσιαστικά προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, έχει αποδειχθεί. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και δη κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Απαίτησης της Ενάγουσας. Όπως προανέφερα, αποτελεί βασική θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη ενήργησε με δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις, με σκοπό την απόσπαση, από την πρώτη, του αξιούμενου ποσού, για τους λόγους που λεπτομερώς αναφέρω ανωτέρω και δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σημείο αυτό. Από την άλλη, η Εναγόμενη (μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση της) αρνείται τα όσα της αποδίδει η Ενάγουσα και ισχυρίζεται ότι η ίδια, από τον Ιανουάριο του 2023, είχε ενημερώσει την ιστοσελίδα της για το γεγονός ότι έπαυσε να είναι η επίσημη αντιπρόσωπος της Fairline, ενώ κατά τον Μάρτιο του 2023 είχε ανακαινίσει το χώρο της και απομάκρυνε το ο,τιδήποτε σχετικό με την Fairline. Επίσης, ανέφερε ότι, το εν λόγω γεγονός ήταν εις γνώση της Ενάγουσας όταν την προσέγγισε για την αγορά ενός σκάφους, κατά τις αρχές Μαΐου του 2023, και/ή ότι εν πάση περιπτώσει κατά τον εν λόγω επίδικο χρόνο η ίδια δεν παρουσιάστηκε στην Ενάγουσα ως αντιπρόσωπος της Fairline. Πέραν των ανωτέρω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ίδια ουδέποτε παρουσίασε στην Ενάγουσα ότι το Σκάφος είχε δύο χρόνια πλήρη εγγύηση για κατασκευαστικά ελαττώματα και ανέφερε ότι η μόνη εγγύηση που είχε το Σκάφος ήταν για ένα χρόνο και τούτη αφορούσε τις μηχανές του, πράγμα που η Ενάγουσα γνώριζε, εξού και πουθενά στην επίδικη Συμφωνία δεν προνοείται εγγύηση για δύο χρόνια. Σε ότι αφορά την υπογραφή και κατάρτιση των δύο Συμφωνιών Ναύλωσης, είναι η θέση της ότι ένεκα του γεγονότος ότι η Ενάγουσα δεν είχε στη διάθεση της, κατά τον επίδικο χρόνο, ολόκληρο το ποσό για την αγορά του Σκάφους, αλλά ταυτόχρονα επιθυμούσε να το χρησιμοποιεί, η τελευταία πρότεινε στην Εναγόμενη την κατάρτιση τούτων, ούτως ώστε να μπορεί (η Ενάγουσα) να απολαμβάνει τη χρήση του και ταυτόχρονα η Εναγόμενη να είναι εξασφαλισμένη, με ένα συμφωνημένο κόστος για τη χρήση του, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της Ενάγουσας με την επίδικη Συμφωνία και κατ' επέκταση, στη περίπτωση μη ολοκλήρωσης της πώλησης του Σκάφους. Επίσης, ως ανέφερε η Εναγόμενη, η υπογραφή των εν λόγω Συμφωνιών Ναύλωσης ήταν απαραίτητη για σκοπούς εξασφάλισης σχετικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου για να μπορεί η Ενάγουσα να χρησιμοποιεί το Σκάφος μέχρι την ολοκλήρωση της πώλησης και τη μεταβίβαση του στο όνομα της και η Μαρίνα Λεμεσού να γνωρίζει ποιος χρησιμοποιούσε τούτο, εφόσον η ιδιοκτησία του εξακολουθούσε να βρίσκεται στην Εναγόμενη. Αποτελεί, επίσης, ισχυρισμό της ότι η ίδια κατέβαλε πέραν των €20.000 για αλλαγές που επιθυμούσε η Ενάγουσα στο Σκάφος, εντούτοις, η τελευταία ζητούσε επίμονα να της παραχωρηθεί έκπτωση στο εναπομείναν ποσό των €42.000 (αναφορικά με την πώληση του Σκάφους), επικαλούμενη δήθεν προβλήματα σε αυτό, τα οποία όμως ουδέποτε κατέγραψε, αλλά λόγω και ζητημάτων συμπεριφοράς που είχε ο διευθυντής της Ενάγουσας έναντι όποιου ειδικού απέστελλε η Ενάγουσα για να γίνουν τυχόν επιδιορθώσεις, αυτοί έφευγαν άπραγοι. Είναι δε η θέση της Εναγόμενης ότι η εν λόγω στάση και/ή συμπεριφορά της Ενάγουσας, σκοπό είχε να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις που απέρρεαν από την επίδικη Συμφωνία. Τέλος, είναι η θέση της ότι τόσο το ΤΑΕ Λεμεσού όσο και η Λιμενική Αστυνομία ενημέρωσαν την Ενάγουσα ότι δεν υπήρξε καμία παρανομία εκ μέρους της Εναγόμενης κατά την ανάκτηση της κατοχής του Σκάφους από την τελευταία, εφόσον τούτο ήταν και είναι δικής της ιδιοκτησίας. Μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας (στο εξής «η ΣΕΔ της Ενάγουσας»), αυτή επισυνάπτει σχετικά έγγραφα και στιγμιότυπα οθόνης από την επίσημη ιστοσελίδα της Εναγόμενης που δεικνύουν, κατά τους ισχυρισμούς της, ότι η τελευταία, κατά τον Απρίλιο του 2024, συνέχιζε να παρουσιάζεται ως η επίσημη αντιπρόσωπος της Fairline (βλ. Τεκμήρια 26 και 27 στην ΣΕΔ της Ενάγουσας). Επίσης, σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ότι οι δύο Συμφωνίες Ναύλωσης ήταν απαραίτητες για σκοπούς έκδοσης σχετικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, είναι η θέση της ότι το Σκάφος ήταν ασφαλισμένο από την ίδια την Ενάγουσα για την περίοδο από 13.7.2023 - 12.7.2024 και ότι η εν λόγω ασφάλεια ακυρώθηκε στις 24.10.2023 λόγω μη ολοκλήρωσης της μεταβίβασης της κυριότητας του Σκάφους στην Ενάγουσα και παροχής στην ασφαλιστική εταιρεία νέου πιστοποιητικού εγγραφής για αυτό (βλ. Τεκμήρια 30-33 στην ΣΕΔ της Ενάγουσας). Από την άλλη, μέσω της ΣΕΔ της Εναγόμενης, η τελευταία ισχυρίζεται ότι τα στιγμιότυπα οθόνης που επισυνάπτονται στη ΣΕΔ της Ενάγουσας είναι παλιά και μπορεί να βρίσκονται στο διαδίκτυο, εντούτοις η Ενάγουσα γνώριζε, κατά τον επίδικο χρόνο, ότι οι χώροι της Εναγόμενης δεν δεικνύουν ότι η τελευταία είναι αντιπρόσωπος της Fairline. Εν πάση όμως περιπτώσει, αναφέρει, επίσης, η Εναγόμενη ότι το Σκάφος και άλλο ένα ήταν ιδιοκτησίας της και, επομένως, είχε δικαίωμα να ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας μέχρι την πώληση αυτών και τη λήξη της σχετικής εγγύησης (warranty) τους. Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, έχω κατά νου ότι η προϋπόθεση της ορατής πιθανότητας επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να εισέρχεται σε εξέταση και απόφανση ως προς την ουσία της διαφοράς των μερών (βλ. Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά. (πιο πάνω), και στην Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλας Αντωνιάδου Κυριάκου (πιο πάνω)). Ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν αξιολογεί την προσαχθείσα μαρτυρία και δεν προβαίνει σε ευρήματα σε σχέση με τους συγκρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων. Κάτι τέτοιο θα γίνει όταν το Δικαστήριο ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Ούτε βεβαίως, στο παρόν στάδιο, οι Ενάγουσες καλούνται να αποδείξουν την αξίωση τους, για την οποία κάνουν αναφορά στην παρούσα Απαίτηση τους. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802, «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». Επίσης, ως λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Πολ. Έφεση Ε135/2015, 1. ΧΧΧ Δίγκλης κ.α. v. Total Fit Ltd, απόφαση ημερ. 12.9.2018, αρκεί οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί να «χαρακτηρίζονται από λογικότητα και ποιοτική επάρκεια, στο πλαίσιο της καθοδήγησης που παρέχεται, σχετικά, στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557». Έχοντας ενώπιον μου τα πιο πάνω και χωρίς να αγνοώ το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό στο σύνολο του, το οποίο προσεγγίζω μόνο για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης και τυχόν έκδοσης των αιτούμενων προσωρινών θεραπειών, κρίνω ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της Ενάγουσας, στο βαθμό που αποδίδουν στην Εναγόμενη ψευδείς παραστάσεις και/ή δόλο κατά την κατάρτιση και/ή υλοποίηση των επίδικων συμφωνιών και/ή παράβασης της επίδικης Συμφωνίας λόγω μη επιδιόρθωσης των, κατ' ισχυρισμόν, ζημιών στο Σκάφος, χαρακτηρίζονται από λογικότητα και ποιοτική επάρκεια, ενώ η Εναγόμενη, μέσω της Ένστασης που καταχώρησε, δεν ανέτρεψε, εξ αντικειμένου, τους εν λόγω ισχυρισμούς (βλ. Πόλα Ιορδάνου (ανωτέρω)), εφόσον για να γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης, θα πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εξέταση της ουσίας της διαφοράς των μερών, μέσω υποκειμενικής αξιολόγησης, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό στο παρόν στάδιο. Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει ικανοποιήσει και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας σε σχέση με τη βάση της αγωγής της για κατ' ισχυρισμόν παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης και/ή στη βάση του δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της τελευταίας. Κατάληξη Στη βάση όλων όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω και ειδικότερα της κρίσης μου περί μη ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14/60, η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας, το ύψος των οποίων θα καθοριστεί από το Δικαστήριο, αφότου ακουστούν οι συνήγοροι των διαδίκων επί τούτου του ζητήματος και μόνο, καθότι ουδείς εξ αυτών έχει υποβάλει κατάλογο εξόδων των αξιούμενων ποσών, πριν την ακρόαση της παρούσας Αίτησης, ως προνοεί το Μέρος 39.9[8] των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για σκοπούς συνοπτικού υπολογισμού των εξόδων. (Υπ.) .......... Ν. Πετρίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενώ αρχικά η Ενάγουσα με την Απαίτηση της επιζητούσε αποζημιώσεις για το ποσό των €308.000, το ποσό της αξίωσης της, ακολούθως, περιορίστηκε στο ποσό των €81.000, δυνάμει της Ειδοποίησης Αλλαγής Κλίμακας ημερ. 20.3.2024, αλλά και ως τούτο προκύπτει μέσω της Απάντησης στην Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε εκ μέρους της. [2] Ως τούτο περιορίστηκε μέσω της αγόρευσης της Ενάγουσας στην υπό κρίση Αίτηση, αλλά και την παράγραφο 14 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης εκ μέρους της Ενάγουσας ημερ. 12.4.2024. [3] Αφότου δόθηκαν σχετικές οδηγίες από το Δικαστήριο κατά το στάδιο της Ακρόασης Διαδικαστικών Οδηγιών (ΑΔΟ) - βλ. πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 27.2.2024. [4] Ως προς το νόμιμο ή μη της κατακράτησης του εν λόγω ποσού από την Εναγόμενη, αποτελεί ζήτημα το οποίο θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά το στάδιο της ακρόασης της ουσίας της διαφοράς των μερών. [5] Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και όλες όσες ακολουθούν. [6] Βλ. και σελ. 6 της γραπτής αγόρευσης της Ενάγουσας. [7] Στη σελ. 24 της γραπτής του αγόρευσης. [8] Στη βάση αυτού, αποτελεί καθήκον των διαδίκων και των δικηγόρων τους να βοηθούν το Δικαστήριο στη πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού εξόδων, υποβάλλοντας σχετικό κατάλογο εξόδων των αξιούμενων ποσών δύο μέρες πριν την τελική ακρόαση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο