ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. ΑΝΝΑ ΑΡΓΥΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3097/2023, 30/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3097/2023 ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Ενάγουσα -και- ΑΝΝΑ ΑΡΓΥΡΟΥ Εναγόμενης Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα. Θεοδώρου για Ηρακλής Ν. Κυριακίδης ΔΕΠΕ. Για την Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κ. Παναγιώτου για Κωνσταντίνου - Παναγιώτου & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (στην αίτηση ημερ. 31.8.2023 για έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων) Εισαγωγή Στις 31.8.2023, η Ενάγουσα - Αιτήτρια (εφεξής «Ενάγουσα»), καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, με κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο, με την οποία αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση (εφεξής «Εναγόμενη»), μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για παράνομη και/ή κακόβουλη παρενόχληση και/ή παραβίαση του δικαιώματος της στην ιδιωτική και οικογενειακή της ζωή και/ή για παράνομη και/ή αυθαίρετη κοινοποίηση των προσωπικών της δεδομένων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και/ή γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία. Επίσης, επιζητεί διατάγματα τα οποία να απαγορεύουν στην Εναγόμενη να δημοσιοποιεί και/ή κοινοποιεί, με οποιοδήποτε τρόπο, σε τρίτα πρόσωπα, τα προσωπικά της δεδομένα (της Ενάγουσας) και/ή να την δυσφημεί και/ή να δημοσιεύει ζητήματα που αφορούν την ιδιωτική και/ή προσωπική της ζωή και/ή να αποκαλύπτει και/ή δημοσιοποιεί τα προσωπικά της δεδομένα και/ή προσωπικές συνομιλίες και/ή επικοινωνίες. Η υπό κρίση Αίτηση Μαζί με την αγωγή, η Ενάγουσα καταχώρησε και μονομερή αίτηση, με την οποία επιζητούσε την έκδοση των ακόλουθων ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων: «(Α) Διάταγμα που να διατάσσει την Εναγόμενη και/ή οιονδήποτε άλλο πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της, όπως άμεσα και/ή εντός μίας ώρας από την επίδοση σ' αυτήν του παρόντος Διατάγματος, να διαγράψει και/ή αφαιρέσει και/ή κατεβάσει από τον λογαριασμό της και/ή οιονδήποτε άλλο λογαριασμό που χειρίζεται η ίδια και/ή πρόσωπο ή πρόσωπα για λογαριασμό της, στην ιστοσελίδα Facebook και/ή Instagram και/ή οιαδήποτε άλλη ιστοσελίδα και/ή σελίδα κοινωνικής δικτύωσης και/ή άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και/ή άλλως πως, προσωπικές επικοινωνίες και/ή συνομιλίες μεταξύ της ιδίας και της Ενάγουσας και/ή φωτογραφίες και/ή στιγμιότυπα οθόνης κινητού που απεικονίζουν και/ή αναφέρονται και/ή αφορούν προσωπικές συνομιλίες της Ενάγουσας και/ή φωτογραφίες του προσώπου της Ενάγουσας. (Β) Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη, είτε προσωπικά είτε μέσω τρίτων, να παρενοχλεί ή να παρεμβαίνει στην προσωπική ή ιδιωτική ζωή της Ενάγουσας, είτε με τη μορφή δημοσιεύσεων προσωπικών δεδομένων που αφορούν την ίδια και/ή δεδομένων που αφορούν την ιδιωτική ζωή της σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης συμπεριλαμβανομένης της πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης Facebook και/ή Instagram, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, μέχρι πλήρους και τελικής εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (Γ) Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη, είτε προσωπικά είτε μέσω τρίτων, να δυσφημεί και/ή να αναφέρεται στο πρόσωπο της Ενάγουσας με προσβλητικά σχόλια και/ή να δημοσιεύει ζητήματα που αφορούν την ιδιωτική και/ή προσωπική της ζωή και/ή να αποκαλύπτει και/ή δημοσιοποιεί προσωπικά δεδομένα της Ενάγουσας και/ή προσωπικές συνομιλίες και/ή επικοινωνίες και/ή άλλως πως της Ενάγουσας. (Δ) Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη να δημοσιοποιεί και/ή κοινοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο σε τρίτους ζητήματα που αφορούν την προσωπική και οικογενειακή ζωή της Ενάγουσας είτε εγγράφως, είτε δια ζώσης είτε άλλως πως. (Ε) Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη προσωπικά και/ή μέσω τρίτων προσώπων που ενεργούν κατόπιν οδηγιών της και/ή εντολών της και/ή αντιπροσώπων της, την δημοσίευση και/ή κυκλοφορία δυσφημιστικού περιεχομένου και/ή σχολίων τα οποία αφορούν την προσωπική και οικογενειακή ζωή της Ενάγουσας». Το παρόν Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, αφού διεξήλθε την υπό κρίση Αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, εξέδωσε, μονομερώς, την 1.9.2023, τα υπό στοιχεία (Α), (Β) και (Δ), ανωτέρω, προσωρινά διατάγματα, τα οποία, ακολούθως, όρισε επιστρεπτέα, ενώ σε ό,τι αφορά τα λοιπά διατάγματα, υπό στοιχεία (Γ) και (Ε), έδωσε οδηγίες όπως η υπό κρίση Αίτηση επιδοθεί στην Εναγόμενη. Η Εναγόμενη προχώρησε στην καταχώρηση Ειδοποίησης περί πρόθεσης Ένστασης (στο εξής «η Ένσταση»), η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ίδιας. Πραγματικό υπόβαθρο της υπό κρίση Αίτησης Τα πιο κάτω γεγονότα αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των μερών και το πραγματικό υπόβαθρο της υπό κρίση Αίτησης, και προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τόσο την υπό κρίση Αίτηση όσο και την Ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτήν:
(1)Η Ενάγουσα και η Εναγόμενη είναι δεύτερες ξαδέλφες και συγχωριανές, οι οποίες μέχρι και περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2020, διατηρούσαν στενές σχέσεις, οι οποίες, για τους λόγους που έκαστη πλευρά προβάλλει, διασαλεύτηκαν.
(2)Περί τον Δεκέμβριο του 2020, η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη μηνύματα στην εφαρμογή «Viber», με σκοπό να μάθει αν ο σύζυγος της (της Ενάγουσας) ενοχλούσε την τελευταία, καθ' οιονδήποτε τρόπο, και αν αυτή συνομιλούσε με αυτόν και γενικότερα για να ξεκαθαρίσει κατά πόσο είχαν επικοινωνία και/ή επαφές μεταξύ τους πέραν της φιλικής/ συγγενικής (μέσω της Ενάγουσας) (βλ. Τεκμήριο 1 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης).
(3)Η Εναγόμενη ήταν και συνεχίζει να είναι νυμφευμένη, έχει μία κόρη με το σύζυγο της, ενώ είναι έγκυος στο δεύτερο παιδί τους.
(4)Από περί τον Μάιο του 2023, η Ενάγουσα τελεί σε διάσταση με το σύζυγο της, εξού και η ίδια δεν διαμένει πλέον στη συζυγική τους οικία.
(5)Περί τις 23.8.2023, η Εναγόμενη προέβη σε ανάρτηση και/ή σε δημοσίευση προς τρίτα πρόσωπα, της προσωπικής συνομιλίας που είχε με την Ενάγουσα κατά τον Δεκέμβριο του 2020 (δηλ. τη συνομιλία του Τεκμηρίου 1 (επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση)), στη πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης «Facebook», υπό μορφή «ιστορίας», με τη φωτογραφία της Ενάγουσας να είναι εμφανής σε αυτήν, αφού το πρόσωπο της φαινόταν καθαρά δίπλα από τα μηνύματα που αυτή έστειλε στην Εναγόμενη (βλ. Τεκμήριο 2 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης).
(6)Η Ενάγουσα και τα παιδιά της δεν είναι «φίλοι» με την Εναγόμενη στην εν λόγω πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης «Facebook». Η Ενάγουσα ενημερώθηκε για την πιο πάνω κοινοποίηση και/ή δημοσίευση, την επόμενη μέρα αυτής (ήτοι στις 24.8.2023) από μία φίλη της θυγατέρας της, η οποία κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν «φίλη», στο «Facebook», με την Εναγόμενη.
(7)Μόλις η Ενάγουσα έλαβε γνώση των ανωτέρω, άμεσα αποτάθηκε στους δικηγόρους της, οι οποίοι απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερ. 24.8.2023, προς την Εναγόμενη, με το οποίο την καλούσαν να διαγράψει και/ή αφαιρέσει πάραυτα τις προσωπικές συνομιλίες που είχε με την Ενάγουσα και/ή οποιαδήποτε άλλα προσωπικά δεδομένα και/ή στοιχεία της (βλ. Τεκμήριο 3 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης). Το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, παραλήφθηκε από την Εναγόμενη. Την ίδια μέρα (24.8.2023), η Ενάγουσα προχώρησε σε καταγγελία, εναντίον της Εναγόμενης, στην Αστυνομία, για τα ως άνω αναφερόμενα και δη, μεταξύ άλλων, για παράβαση του περί Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (Ν. 125(I)/2018) (βλ. Τεκμήριο 4 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης).
(8)Ακολούθως, στις 28.8.2023, η Ενάγουσα πληροφορήθηκε από τη φίλη της θυγατέρας της ότι η Εναγόμενη ανάρτησε και/ή κοινοποίησε, εκ νέου, υπό μορφή «ιστορίας», στον προσωπικό λογαριασμό που τηρεί στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης «Instagram», στιγμιότυπο από μήνυμα που η τελευταία απέστειλε σε τρίτο πρόσωπο, άγνωστης ταυτότητας, στο οποίο ανέφερε τα εξής: «μάθαμε το είπε παρακάτω ότι αυτή που της τα μπούκτησε το όνομα της ξεκινά από Α» και «τα υπόλοιπα στείλετα προσωπικά στον κάθε ένα». Στην ίδια δε δημοσίευση και/ή ανάρτηση, η Εναγόμενη κατέγραψε τα εξής: «Μάθε σε ποίες να μιλάς. Σ ευχαριστώ πολύ όταν το δει θα είναι το τελευταίο. Τα άλλα δεν θα τα δει», και «Περισσότερες πληροφορίες προσωπικό μήνυμα» (βλ. Τεκμήριο 5 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης).
(9)Οι πιο πάνω δημοσιεύσεις και/ή αναρτήσεις και/ή κοινοποιήσεις στα ως άνω αναφερόμενα μέσα/ πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης έγιναν από την Εναγόμενη, χωρίς την οποιαδήποτε συγκατάθεση της Ενάγουσας.
(10)Μετά την πιο πάνω δημοσίευση και/ή κοινοποίηση, η Εναγόμενη αφαίρεσε, από τους «φίλους» της, την φίλη της θυγατέρας της Ενάγουσας από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης «Facebook» και «Instagram».
(11)Η Εναγόμενη, στον προσωπικό λογαριασμό που τηρεί στο «Facebook», έχει, ως «φίλους», πολλούς κοινούς γνωστούς με την Ενάγουσα, ενώ, συνολικά, έχει περί τους 850 και πλέον «φίλους» που την ακολουθούν.
(12)Τόσο η Ενάγουσα όσο και η Εναγόμενη διαμένουν στο ίδιο χωριό, στο οποίο, λόγω του μικρού αριθμού των κατοίκων του, όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους. Πέραν των ανωτέρω γεγονότων, τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων, είναι η θέση της Ενάγουσας ότι οι σχέσεις της με την Εναγόμενη, διασαλεύτηκαν λόγω των ενεργειών της τελευταίας. Ισχυρίζεται ότι, περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2020, περιήλθε στην αντίληψη της ότι η Εναγόμενη διατηρούσε κρυφές προσωπικές επαφές και επικοινωνίες, με το σύζυγο της, οι οποίες της δημιούργησαν εύλογες και βάσιμες, κατά την ίδια, υποψίες ότι διατηρούσαν μεταξύ τους εξωσυζυγική σχέση. Τούτος, ως ανέφερε, ήταν και ο λόγος που απέστειλε, στην Εναγόμενη, τα μηνύματα που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 1 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης, με σκοπό να εξακριβώσει ποια ακριβώς ήταν η μεταξύ τους σχέση τους και αν τούτη ήταν πέραν της φιλικής/ συγγενικής. Ισχυρίστηκε ότι η ίδια ουδέποτε προσέβαλε ή κατηγόρησε την Εναγόμενη, ούτε κοινοποίησε τις υποψίες που είχε σε τρίτα πρόσωπα και ότι ένεκα της αντίδρασης της Εναγόμενης και της δυσαρέσκειας της στις ερωτήσεις που τις υπέβαλλε, η ίδια της απολογήθηκε, αποφεύγοντας έκτοτε οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία ή επαφή μαζί της. Ήταν, επίσης, η θέση της ότι, περί τον Μάιο του 2023, οι πιο πάνω υποψίες της επιβεβαιώθηκαν, εξού και έκτοτε τελεί σε διάσταση με τον σύζυγο της. Ανέφερε δε ότι, περί το ίδιο χρονικό, περίπου, σημείο, χωρίς η ίδια να ενοχλήσει ξανά την Εναγόμενη, η τελευταία, εντελώς αναίτια ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια παρενόχλησης της και δημιουργίας εντάσεων στην οικογενειακή της ζωή, διαδίδοντας ψεύδη και ανυπόστατους ισχυρισμούς σε τρίτα πρόσωπα, επί σχεδόν καθημερινής βάσης, πράγμα το οποίο την επηρεάζει ψυχολογικά και κάνει τη ζωή της ανυπόφορη. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε ότι περί τον Ιούνιο του 2023, την προσέγγισαν φιλικά της πρόσωπα, τα οποία της ανέφεραν ότι η Εναγόμενη συζητά με τρίτα άτομα τις προσωπικές συνομιλίες που είχαν οι δύο τους (ήτοι τις συνομιλίες του Τεκμηρίου 1), ως επίσης και το χωρισμό της, ενώ παρουσιάζει σε αυτούς τις μεταξύ τους συνομιλίες και μηνύματα, θέλοντας να αποδείξει ότι δεν είχε καμία σχέση με τον χωρισμό της Ενάγουσας. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι στην εν λόγω συνομιλία αναφέρονται ευαίσθητα προσωπικά της δεδομένα που αφορούσαν την προσωπική, έγγαμη και οικογενειακή της ζωή. Πέραν τούτου, ήταν η θέση της ότι η Εναγόμενη την χαρακτήρισε σε τρίτα πρόσωπα ως «ψυχοπαθή». Περαιτέρω, ανέφερε ότι αποκορύφωμα της ενοχλητικής και προσβλητικής στάσης της Εναγόμενης προς την ίδια ήταν η δημοσίευση των προσωπικών της δεδομένων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναφερόμενη στις πιο πάνω αναρτήσεις και/ή κοινοποιήσεις ημερ. 23.8.2023 και 28.8.2023. Η Ένσταση Όπως προανέφερα, η Εναγόμενη καταχώρησε Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, προβάλλοντας συνολικά 15 λόγους ένστασης, τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να καταγράψω αυτούσιους. Οι λόγοι ένστασης της Εναγόμενης, συγκλίνουν ουσιαστικά στις εξής θέσεις, όπως τούτες αποκρυσταλλώνονται και μέσα από την αγόρευση των συνηγόρων της στην υπό κρίση Αίτηση:
(1)Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και/ή νόμιμη και/ή υπαρκτή αιτία αγωγής και/ή αποτελεί δικονομικό διάβημα, το οποίο πάσχει εξ υπαρχής και/ή δεν έχει ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας.
(2)Το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα είναι αντικανονικό καθότι δεν περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες για τον προσδιορισμό των προσώπων προς τα οποία, κατ' ισχυρισμόν, συντελέστηκε και/ή κοινοποιήθηκε η επίδικη δημοσίευση.
(3)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφέστατα υπέρ της μη συνέχισης ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων και/ή υπέρ της απόρριψης των λοιπών αιτούμενων διαταγμάτων, καθότι θα περιοριστούν τα συνταγματικά δικαιώματα της Εναγόμενης δυσανάλογα και/ή σε μη εύλογο και/ή αναγκαίο βαθμό.
(4)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση είναι ελαττωματική και/ή αντικανονική και/ή γενική και/ή δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ. 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών.
(5)Η Ενάγουσα εμποδίζεται λόγω της συμπεριφοράς της από του να προωθεί την υπό κρίση Αίτηση, η οποία είναι καταχρηστική και/ή δεν μπορεί να επικαλείται την παραβίαση των δικαιωμάτων της, όταν αποκλειστικά υπεύθυνη, για τη δημιουργηθείσα κατάσταση, είναι η ίδια η Ενάγουσα.
(6)Η υπό κρίση Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταπιεστική και/ή παραβιάζει τα δικαιώματα της Εναγόμενης και/ή το δικαίωμα της στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, καθώς και το δικαίωμα της στην ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης και/ή σκοπό έχει να την εκφοβίσει και/ή ταλαιπωρήσει.
(7)Η Ενάγουσα δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και/ή προέβη σε ψευδείς και/ή παραπλανητικές δηλώσεις για σκοπούς εξασφάλισης των εκδοθέντων διαταγμάτων και/ή δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και τα οποία μπορούν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Όπως προανέφερα, η Ένσταση της Εναγόμενης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ίδιας, ενώ δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σε αυτό το σημείο, λεπτομερώς, τα όσα η Εναγόμενη εκεί αναφέρει, καθότι αναφορά σε αυτά θα γίνει κατά το στάδιο εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Αρκούμαι μόνο, στο παρόν στάδιο, να αναφέρω ότι, σε αυτήν, εν πολλοίς, η Εναγόμενη αναφέρει τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ της και της Ενάγουσας πριν την επικοινωνία τους κατά το Δεκέμβριο του 2020. Επίσης, ισχυρίζεται ότι, ακολούθως, η Ενάγουσα ξεκίνησε να την κακολογεί σε τρίτα πρόσωπα ότι δήθεν διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με το σύζυγό της, κατηγορίες οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, ως ανέφερε, είναι ανυπόστατες και αβάσιμες και οι οποίες βλάπτουν τόσο τη δική της τιμή και υπόληψη όσο και αυτήν της οικογένειας της, ενώ την επηρεάζει και στην εργασία της, αφού επηρεάζει τον τρόπο που την αντιμετωπίζουν οι γονείς των μαθητών της (στο νηπιαγωγείο όπου εργάζεται). Ήταν δε η θέση της ότι ο λόγος για τον οποίο προέβη στις επίδικες κοινοποιήσεις και/ή δημοσιεύσεις και/ή αναρτήσεις, ήταν για να υπερασπιστεί τον εαυτό της, στα όσα η Ενάγουσα της είχε προσάψει και για να προβάλει τη δική της θέση επ' αυτών, αλλά και για να διαφυλάξει τη τιμή και υπόληψη της ίδιας και της οικογένειας της. Ακροαματική διαδικασία Η ακροαματική διαδικασία της υπό κρίση Αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αφενός την υπό κρίση Αίτηση και αφετέρου την Ένσταση της Εναγόμενης, ενώ ουδείς εκ των ομνύοντων αντεξετάστηκε. Αμφότερες δε οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης. Σε αυτές, οι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις τους με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει όπου αυτό κριθεί απαραίτητο κατωτέρω. Νομική Πτυχή για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων Όπως διαφαίνεται από τη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης, αυτή στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το οποίο παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων, η οποία (έκδοση) επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 έχει τύχει ερμηνείας και αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, βάσει του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι οι εξής: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos v Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, πέραν των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο Αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται σωρευτικά οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο, στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Είναι δε νομολογημένο ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος (σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 663 και Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 424/11, ημερομηνίας 27.3.2014, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Επομένως, το αντικείμενο εξέτασης σε αυτό το στάδιο είναι κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα (βλ. Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, απόφαση ημερ. 23.03.2017). Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλας Αντωνιάδου Κυριάκου, Πολ. Έφεση Αρ. Ε301/2016, απόφαση ημερ. 26.09.2017, λέχθηκαν τα ακόλουθα, σχετικά: «Όλα αυτά, όμως, δεν έχουν σχέση με την έννοια του «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση», που υποδηλώνει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων (Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557). Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, πρώτη έκδοση, σελ. 55: «Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right). Γι΄αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία απαγορευτικού διατάγματος.»[1] Σε ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Ενάγοντα στην αγωγή (βλ. Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (βλ. επίσης Γρηγορίου (ανωτέρω)). Η διαχρονικότητα των παραπάνω αρχών, διαφαίνεται και από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD-NEMESIS κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. E52/21, ημερ. 10.2.2022: «Η δεύτερη προϋπόθεση, εξυπακούει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, όρος που, κατά την Odysseos, έχει την έννοια ότι ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει («evidential strength of the case of the plaintiff»). Η αξιολόγηση γίνεται χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία και πολύ περισσότερο να καταλήγει σε ευρήματα επί της ουσίας. Σε αυτό το στάδιο αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας...». Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, αλλά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Σχετικές επί τούτου είναι, επίσης, οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Ισοζύγιο της ευχέρειας Όπως ανέφερα ανωτέρω, μόνο όταν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, προχωρά, στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής του εξουσίας, να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει τούτα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος τους στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Αίτηση 41/2023, απόφαση ημερ. 4.7.2023). Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρίστος Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Ltd, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20.01.2014: «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [19897] 1 W.L.R. 670)». Τέλος, σημειώνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρεία. Προς τούτο, παραπέμπω στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστατικών.» Κατεπείγον - άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 Όσον αφορά το στοιχείο του κατεπείγοντος για τη μονομερή έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Επομένως, στην περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα, στη βάση του δικαιοδοτικού όρου του κατεπείγοντος που προνοεί το άρθρο 9 του Κεφ. 6, κατά την ακρόαση για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, εξετάζει και το στοιχείο του κατεπείγοντος (βλ. Πολιτική Έφεση Ε150/2022, 1. Euroenergy Investments Limited κ.α v. Primafacio Limited, απόφαση ημερ. 16.10.2023). Σημειώνω όμως ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην περίπτωση όπου τα ενδιάμεσα προσωρινά διατάγματα δεν εκδόθηκαν σε μονομερή βάση[2]. Καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης Είναι πάγια νομολογημένο, τόσο στην Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι, όπου ο Αιτητής αποτείνεται, μονομερώς στο Δικαστήριο, έχει και την υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Η παραβίαση του καθήκοντος αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων, εκ μέρους του Αιτητή, οδηγεί, συνήθως, στην ακύρωση προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε, μονομερώς, χωρίς το Δικαστήριο να υποχρεώνεται να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος, μονομερώς, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γρηγορίου κ.α ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ 248 είναι χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τυχόν παραβίαση του εν λόγω καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. (Βλ. Attorney-General and Another (No. 2) v. Savvides
(1979)1 C.L.R. 349· NationalLine v. Ship "Sunset"
(1986)1 C.L.R. 393, σελ. 406-412· Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, σελ. 443, 446 · Άνθιμος Δημητρίου v. The Dolphin Insurance Company Limited και Άλλων,
(1990)1 A.A.Δ. 351, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. και Άλλου,
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 360 και Χριστιάνα Στυλιανού, διά της μητρός αυτής Έλλης Στυλιανού ως πλησιεστέρας συγγενούς και φίλης, v. Ανδρέα Στυλιανού,
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 583.)». Σημαντικά είναι, επίσης, τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση των Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. Ε6/2014, απόφαση ημερ. 27.02.2015, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink's - Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την οριστικοποίηση των ήδη εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων καθώς και των λοιπών αιτούμενων διαταγμάτων, έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου από αμφότερους τους διαδίκους, χωρίς όμως στο παρόν στάδιο να διενεργείται οποιαδήποτε αξιολόγηση ως προς την όποια αξιοπιστία αυτής και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς των μερών.
(1)Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση Στη βάση του περιεχομένου της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος της Ενάγουσας, διαφαίνεται ότι αποτελεί θεμελιακή βάση της αγωγής της, μεταξύ άλλων, (α) η παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής της ζωής, τα οποία προστατεύονται από το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το Άρθρο 15 του Συντάγματος και από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, (β) η παραβίαση του δικαιώματος του απόρρητου της αλληλογραφίας και πάσης άλλης επικοινωνίας, δικαίωμα που διασφαλίζεται από το Άρθρο 17 του Συντάγματος και (γ) η παραβίαση του δικαιώματος της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που διασφαλίζεται από το άρθρο 18 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως επίσης και από τον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (Ν. 125(I)/2018). Σημειώνω εδώ ότι η παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος του απορρήτου της επικοινωνίας/ αλληλογραφίας, τα οποία, κατά την Ενάγουσα, παραβίασε η Εναγόμενη, δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα (Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 558). Συνεπεία αυτής δε της κατ' ισχυρισμόν παραβίασης, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης αποζημιώσεις και άλλες θεραπείες. Καταλήγω, επομένως, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, ότι η Ενάγουσα έχει ικανοποιήσει την πρώτη προϋπόθεση, η οποία αφορά σε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αναφορικά με τις πιο πάνω βάσεις αγωγής. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι αποτελεί, επίσης, βάση της αγωγής της Ενάγουσας το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, ως αυτό προνοείται στο άρθρο 17 του Κεφ. 148. Με δεδομένο ότι η δυσφήμιση αποτελεί αναγνωρισμένη αιτία αγωγής και έχοντας κατά νου ότι εκείνο που αναζητείται στο πλαίσιο εξέτασης της πρώτης προϋπόθεσης είναι το κατά πόσο αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την παροχή θεραπείας στην Ενάγουσα, κρίνω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη ουσιαστική προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, για την έκδοση των λοιπών αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων, στο βαθμό που τούτα έχουν να κάνουν με την απαγόρευση δυσφήμισης της Ενάγουσας και/ή δημοσίευσης δυσφημιστικού περιεχομένου, έχει, επίσης, αποδειχθεί. Δεν μου διαφεύγει η θέση που προβάλλεται από το συνήγορο της Εναγόμενης περί του ότι το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα είναι αντικανονικό και δεν περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες για τον προσδιορισμό των προσώπων προς τα οποία κατ' ισχυρισμόν συντελέστηκε και/ή κοινοποιήθηκε τυχόν δημοσίευση. Συγκεκριμένα, επικαλείται η πλευρά της Εναγόμενης ότι η όποια σχετική αναφορά στην αξίωση υπό στοιχείο (Γ) του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, δεν αποτελεί ορθή δικογράφηση σε σχέση με αγωγή λιβέλου. Εντούτοις, τούτη (η θέση) δεν με βρίσκει σύμφωνη. Και εξηγώ. Η Ενάγουσα δικογραφεί επαρκώς τις λεπτομέρειες που αφορούν την κατ' ισχυρισμόν δυσφήμιση εκ μέρους της Εναγόμενης, αφού καταγράφει πότε, που αυτή έγινε, ως επίσης και τις κατ' ισχυρισμόν δυσφημιστικές λέξεις («ψυχοπαθή»), αλλά και ότι τούτα έγιναν προς τρίτα πρόσωπα. Δεν χρειαζόταν, εν προκειμένω, η Ενάγουσα να αναφέρει ονομαστικά τα πρόσωπα προς τα οποία τούτα αναφέρθηκαν. Όπως έχει δε επανειλημμένα τονιστεί, η διαπίστωση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δεν πρέπει να συνδέεται με την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας. Στην υπόθεση Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, το Πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε ότι είχε καταδειχθεί η ύπαρξη μιας συζητήσιμης, τουλάχιστον, υπόθεσης, και ότι είχε εγερθεί κάποιο σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, παρά τα προβλήματα που υπήρχαν στον τρόπο σύνταξης της έκθεσης απαίτησης αναφορικά με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ότι παραβιάστηκε κάποιο αγώγιμο δικαίωμά της. Επομένως, θα έκρινα ότι και για την εν λόγω βάση αγωγής υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
(2)Ορατή πιθανότητα επιτυχίας Ισχυρίζεται η Εναγόμενη ότι τόσο η παρούσα αγωγή όσο και η υπό κρίση Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμες και στερούνται οποιουδήποτε νομικού ερείσματος και/ή πιθανότητας επιτυχίας και/ή προωθούνται για αλλότριους σκοπούς, αφού σκοπό έχουν τον εκφοβισμό, την ταλαιπωρία και τον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης της. Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, έχω κατά νου ότι η προϋπόθεση της ορατής πιθανότητας επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να εισέρχεται σε εξέταση και απόφανση ως προς την ουσία της διαφοράς των μερών (βλ. Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά. (πιο πάνω), και στην Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλας Αντωνιάδου Κυριάκου (πιο πάνω)). Στην παρούσα περίπτωση, σημειώνω ότι η Εναγόμενη, μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση της, αλλά και ως αυτό είναι κοινώς αποδεκτό γεγονός, δεν ισχυρίζεται ότι η δημοσίευση της προσωπικής συνομιλίας και μηνυμάτων που είχε με την Ενάγουσα (ήτοι τη συνομιλία του Τεκμηρίου 1 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης) έγινε με τη συγκατάθεση της τελευταίας. Ως προς το λόγο που η Εναγόμενη προέβη στην κοινοποίηση, δημοσίευση και ανάρτηση τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η δική της εκδοχή είναι ότι έπρεπε να λάβει μέτρα για να διαφυλάξει την τιμή και υπόληψη της, αλλά και αυτή της οικογένειας της, στους αβάσιμους και ανυπόστατους ισχυρισμούς και κατηγορίες της Ενάγουσας, περί του ότι δήθεν διατηρούσε εξωσυζυγικό δεσμό με τον σύζυγο της τελευταίας. Η δε Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η ίδια ποτέ δεν κατηγόρησε σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο την Εναγόμενη και ότι ουδέποτε κοινοποίησε την ιδιωτική και οικογενειακή της ζωή (της Εναγόμενης) στον οποιονδήποτε. Ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν αξιολογεί την προσαχθείσα μαρτυρία και δεν προβαίνει σε ευρήματα σε σχέση με τους συγκρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων. Κάτι τέτοιο θα γίνει όταν το Δικαστήριο θα ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Ούτε βεβαίως, στο παρόν στάδιο, η Ενάγουσα καλείται να αποδείξει την παραβίαση των δικαιωμάτων της, για την οποία κάνει αναφορά στην παρούσα Αγωγή της. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802, «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». Επίσης, ως λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Πολ. Έφεση Ε135/2015, 1. ΧΧΧ Δίγκλης κ.α. v. Total Fit Ltd, απόφαση ημερ. 12.9.2018, αρκεί οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί να «χαρακτηρίζονται από λογικότητα και ποιοτική επάρκεια, στο πλαίσιο της καθοδήγησης που παρέχεται, σχετικά, στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557». Έχοντας ενώπιον μου τα πιο πάνω και χωρίς να αγνοώ το μαρτυρικό υλικό στο σύνολο του, το οποίο, επαναλαμβάνω, προσεγγίζω μόνο για σκοπούς έκδοσης και/ή οριστικοποίησης των αιτούμενων προσωρινών θεραπειών, βρίσκω ότι η Ενάγουσα έχει ικανοποιήσει και τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας σε σχέση με την παραβίαση του συνταγματικού της δικαιώματος για παραβίαση της ιδιωτικής και οικογενειακής της ζωής, ως επίσης και του απορρήτου της αλληλογραφίας της (ως αυτά κατοχυρώνονται στα Άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος). Οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης σε σχέση με το πως και γιατί αποφάσισε να δημοσιεύσει τα μηνύματα που αντάλλαξε με την Ενάγουσα, κατά το Δεκέμβριο του 2020, ως επίσης και οι υπόλοιποι συναφείς ισχυρισμοί της, δεν έχουν εξασθενήσει την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης της Ενάγουσας, εναντίον της, σε βαθμό που να μην υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στα πλαίσια εκδίκασης της Αγωγής. Ούτε βεβαίως έχει θέσει, η Εναγόμενη, ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε θέση και/ή μαρτυρία που να θέλει τις ενέργειες της να εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις που θέτουν τα Άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος. Ως προς τη θέση της Εναγόμενης περί μη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής επί τη βάσης της δυσφήμισης καθότι η Ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι υπέστη οποιαδήποτε ειδική ζημία, τούτη με βρίσκει σύμφωνη, εφόσον στη βάση του άρθρου 17
(3)του Κεφ. 148, « Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεv είvαι δυvατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η oπoία εvεργήθηκε ., με λόγια ή άλλoυς ήχoυς, με εξαίρεση τηv εκπoμπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταv ., τα λόγια ή άλλoι ήχoι-(α) Απoδίδoυv έγκλημα πoυ δύvαται vα επισύρει στov εvάγovτα σωματική πoιvή ή φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη, (β) σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘, (γ) απoδίδoυv στov εvάγovτα μεταδoτική ή μoλυσματική vόσo, (δ) απoδίδoυv σε γυvαίκα ή κoρασίδα μoιχεία ή ασέλγεια». Στην παρούσα περίπτωση, δεν προκύπτει το ο,τιδήποτε από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό που να θέλει, είτε την Εναγόμενη να αποδίδει στην Ενάγουσα οτιδήποτε από τα ανωτέρω αναφερόμενα στα άρθρα 17
(3)(α)-(δ) του Κεφ. 148, είτε την Ενάγουσα να έχει υποστεί κάποια ειδική ζημία ένεκα της κατ' ισχυρισμόν αναφοράς της Εναγόμενης για αυτήν, ως «ψυχοπαθή», σε τρίτα πρόσωπα. Κατά συνέπεια, επαναλαμβάνω ότι με τη σχετική θέση της Εναγόμενης, συμφωνώ. Εν πάση περιπτώσει, μολονότι η παρούσα αγωγή έχει ως βάση της και το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, ως έχει ήδη υποδειχθεί ανωτέρω, εντούτοις, στη βάση του περιεχομένου της αγόρευσης της συνηγόρου της Ενάγουσας, η υπό κρίση Αίτηση, προωθήθηκε αποκλειστικά στη βάση των Άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος. Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι αγόρευση, η οποία δεν επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίδικο θέμα, θεωρείται ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και ότι όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί (βλ. Στέλιος Σάββα και Υιοί Λιμιτεδ v. Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή αρ. 1/2019, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 28.05.2020). Προκύπτει δε αβίαστα από το περιεχόμενο της αγόρευσης της συνηγόρου της Ενάγουσας ότι εκείνο που αναπτύσσεται ως νομική βάση για την οριστικοποίηση των ήδη εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων, αλλά και για σκοπούς έκδοσης των λοιπών αιτούμενων διαταγμάτων είναι τα πιο πάνω Άρθρα του Συντάγματος, ως επίσης και ο περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος 138(Ι)/2001. Εντούτοις, σε ότι αφορά τον μόλις πιο πάνω αναφερθέν Νόμο, σημειώνω ότι τούτος έχει καταργηθεί από τις 31.7.2018[3] και, συνεπώς, δεν θα ληφθεί υπόψη για σκοπούς της παρούσας. Σημειώνω ότι από τον τρόπο διατύπωσης των υπό στοιχείων (Γ) και (Ε) αιτούμενων διαταγμάτων (τα μόνα στα οποία γίνεται αναφορά σε δυσφήμιση), με τα οποία, ουσιαστικά, η Ενάγουσα επιζητεί την απαγόρευση της Εναγόμενης από του να αναφέρεται στο πρόσωπο της με προσβλητικά σχόλια και/ή να δημοσιεύει δυσφημιστικό περιεχόμενο σε σχέση με αυτήν, επιζητείται, επίσης, και η απαγόρευση της Εναγόμενης από του να δημοσιεύει ζητήματα που αφορούν την ιδιωτική και προσωπική ζωή της Ενάγουσας και/ή να αποκαλύπτει και/ή δημοσιοποιεί προσωπικά της δεδομένα και/ή επικοινωνίες και/ή να δημοσιεύει σχόλια που αφορούν την προσωπική και/ή οικογενειακή της ζωή, με αποτέλεσμα να κρίνω ότι τούτα καλύπτονται από το μανδύα της προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, ως επίσης και του απορρήτου της αλληλογραφίας, και, επομένως, αφ' ης στιγμής έχω ήδη κρίνει, ανωτέρω, ότι για τούτες τις βάσεις αγωγής υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, θα έκρινα ότι πληρείται η εν λόγω προϋπόθεση και για την έκδοση των λοιπών αιτούμενων διαταγμάτων, μόνο στο βαθμό που τούτα έχουν να κάνουν με την προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής της Ενάγουσας και του απορρήτου της αλληλογραφίας της.
(3)Η μη έκδοση του διατάγματος θα συνεπάγεται δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πέραν των όσων αναφέρονται στο κεφάλαιο της νομικής πτυχής ανωτέρω, κρίνεται σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν, σε περίπτωση τελικής επιτυχίας, αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R.231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Επομένως, αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και για αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει μελλοντικά πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν, αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα, θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του Εναγομένου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος. Σημειώνω εδώ ότι ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, είναι το δικαίωμα στην προσωπικότητα του. Το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του προσώπου συνήθως καλείται ως το δικαίωμα στην προσωπικότητα του (privacy). Στην υπόθεση Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, λέχθηκε ότι το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής καλύπτει ολόκληρο το χώρο που εξ αντικειμένου εμπίπτει στην ιδιωτική λειτουργία του ατόμου και ταυτίζεται με τον όρο «right to privacy». Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν και στη μεταγενέστερη υπόθεση Αστυνομία ν. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ.
- Η προσωπικότητα πρέπει να τυγχάνει σεβασμού σε όλες της τις εκφάνσεις. Το απαραβίαστο της αλληλογραφίας, το οποίο συνιστά μια από τις εκφάνσεις του δικαιώματος της προσωπικότητας, κατοχυρώνεται και συνταγματικά από το Άρθρο 17 του Συντάγματος, το οποίο μιλά για «απόρρητο της αλληλογραφίας ως και πάσης άλλης επικοινωνίας», δηλαδή έννοιες ευρείες. Κάθε παράνομη επέμβαση στην αλληλογραφία ή επικοινωνία, συνιστά όχι μόνο προσβολή του δικαιώματος της ελευθερίας της σκέψης και της έκφρασης, αλλά και διείσδυση στην ιδιωτική ζωή του ανθρώπου. Η Ενάγουσα με την ένορκη της δήλωση αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, πως η δημοσίευση, από την Εναγόμενη, των προσωπικών της μηνυμάτων προς την τελευταία, χωρίς τη θέλησή της, την «διασύρουν και υποσκάπτουν την προσωπικότητα» της, ενώ «η δημόσια έκθεση της προσωπικής και οικογενειακής μου ζωής με έχει καταρρακώσει και νιώθω εξευτελισμένη και ταπεινωμένη». Η Εναγόμενη αναφέρει ότι η εν λόγω συνομιλία αφορούσε και την ίδια, ενώ τούτη δεν είναι προϊόν υποκλοπής ή παρακολούθησης (βλ. παράγραφο 16 και 18 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση). Σημειώνω εδώ ότι, εν προκειμένω, η Ενάγουσα δεν επιρρίπτει οποιαδήποτε συμπεριφορά υποκλοπής ή παρακολούθησης στην Εναγόμενη. Τουναντίον, ουσιαστικά, το παράπονο της είναι ότι η Εναγόμενη δημοσίευσε και/ή ανάρτησε και/ή κοινοποίησε την προσωπική συνομιλία που είχε μαζί με την Ενάγουσα, με την οποία εκθέτει την τελευταία και την οικογενειακή και ιδιωτική της ζωή, αλλά και την υπόληψη της, ενώ παρά το γεγονός ότι η τελευταία, μέσω της επιστολής των δικηγόρων της (Τεκμήριο 3 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης), κάλεσε την Εναγόμενη να αφαιρέσει τούτη από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και να διαγράψει οποιαδήποτε στοιχεία διατηρεί σε σχέση με αυτήν, αλλά και παρά το παράπονο που έκανε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 4 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης), η Εναγόμενη συνέχισε να προβαίνει σε σχετικές δημοσιεύεις αναφορικά με την Ενάγουσα και να καλεί τους ακόλουθους της όπως, στην περίπτωση που επιθυμούν να λάβουν περαιτέρω πληροφορίες να της στείλουν προσωπικό μήνυμα για να τους ενημερώσει. Παρά τις όποιες αντίθετες θέσεις της Εναγόμενης περί του ότι μόνο η φίλη της θυγατέρας της Ενάγουσας μπορούσε να δει τις εν λόγω δημοσιεύσεις, σημειώνω ότι δεν έχει τεθεί τίποτε υποστηρικτικό τούτου, μέσω του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού, ενώ κρίνω ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία και, ειδικότερα, από το γεγονός ότι η Εναγόμενη καλούσε τρίτα πρόσωπα να της στείλουν προσωπικό μήνυμα για να τους ενημερώσει για την όλη κατάσταση με την Ενάγουσα, αλλά και από τα όσα η ίδια η Εναγόμενη αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι η ίδια θεωρεί ότι δικαιολογημένα προέβη στις επίδικες δημοσιεύσεις με σκοπό να προστατεύσει την τιμή και την υπόληψη της, υπάρχει ο κίνδυνος η Εναγόμενη να συνεχίσει να δημοσιεύει τις προσωπικές επικοινωνίες και/ή συνομιλίες που είχε με την Ενάγουσα, αλλά και προσωπικά δεδομένα που αφορούν την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή της τελευταίας, με αποτέλεσμα η κατ' ισχυρισμόν παραβίαση των δικαιωμάτων της να επαναληφθεί στο μέλλον. Έχοντας ενώπιον μου όλα τα πιο πάνω, και κυρίως το γεγονός ότι η βλάβη στην προσωπικότητα του ανθρώπου, στην ουσία, δεν αποκαθίσταται, δεν θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση συνιστά μια από τις περιπτώσεις που η προϋπόθεση αυτή θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση της δυνατότητας καταβολής αποζημιώσεων και, επομένως, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει ικανοποιήσει και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Εν κατακλείδι, κρίνω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για σκοπούς οριστικοποίησης των ήδη εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων. Επίσης, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις είναι δίκαιο και πρόσφορο να οριστικοποιηθούν τα εν λόγω προσωρινά διατάγματα, και τούτο έχοντας λάβει σοβαρά υπόψη μου το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, για το οποίο η Εναγόμενη κάνει αναφορά στην ένορκη της δήλωση και το οποίο κατοχυρώνεται, επίσης, συνταγματικά (στο Άρθρο 19 του Συντάγματος). Έχω ισοζυγίσει και τα δύο δικαιώματα. Βρίσκω ότι εδώ υπερτερεί το δικαίωμα της προστασίας της προσωπικότητας, αφού η έκδοση του διατάγματος ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας. Η συνέχιση της δημοσιοποίησης από την Εναγόμενη των προσωπικών μηνυμάτων της Ενάγουσας προς αυτήν και των δεδομένων που αφορούν την ιδιωτική και οικογενειακή της ζωή, ενέχει μεγαλύτερους κινδύνους αδικίας από τον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης της Εναγόμενης. Έχει ήδη γίνει αναφορά στους ισχυρισμούς της Ενάγουσας για τη βλάβη στην προσωπικότητα της. Ιδιαίτερα εδώ που η προσωπική ζωή της Ενάγουσας και της Εναγόμενης δεν αποτελούν ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος (βλ. Von Hannover v. Germany [2005] 40 EHRR 1, Campbell v. MGN Ltd [2004] 2 AC 457). Από την άλλη, η οριστικοποίηση των προσωρινών διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη στην Εναγόμενη, αφού με αυτά δεν θα επιτρέπεται σε αυτήν, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, να δημοσιεύει τις εν λόγω προσωπικές επικοινωνίες που είχε με την Ενάγουσα και να προβαίνει σε αναρτήσεις που αφορούν την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή αυτής. Σε ό,τι δε αφορά το δικαίωμα στην προσωπικότητα της Εναγόμενης και την προστασία της δικής της τιμής και υπόληψης, η Εναγόμενη έχει πάντοτε την δυνατότητα και ευχέρεια, αν κρίνει ότι τούτο είναι απαραίτητο για να διασφαλίσει τα δικά της δικαιώματα, να αποταθεί στο Δικαστήριο για απόδοση σχετικής θεραπείας, εναντίον της Ενάγουσας, χωρίς η ίδια να παίρνει το Νόμο στα χέρια της. Σημειώνω ότι τα πιο πάνω ισχύουν και αναφορικά με τα υπό στοιχεία (Γ) και (Ε) αιτούμενα διατάγματα. Σε ότι όμως αφορά το δικαιολογημένο ή μη της έκδοσης τους, θα επανέλθω κατωτέρω. Κατεπείγον - άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 Παρά το ότι ο σχετικός λόγος ένστασης δεν έχει προωθηθεί με την αγόρευση των συνηγόρων της Εναγόμενης, δεδομένου ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την μονομερή έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, προχωρώ να εξετάσω τούτο και για σκοπούς οριστικοποίησης των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων. Στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, οι επίδικες δημοσιεύσεις και κοινοποιήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από την Εναγόμενη έλαβαν χώρα στις 23.8.2024 και 28.8.2024 αντίστοιχα (βλ. Τεκμήρια 1 και 2). Η Ενάγουσα, άμεσα, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Εναγόμενη για να άρει τις εν λόγω δημοσιεύσεις, αλλά επίσης προέβη, στις 24.8.2024, σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Σημειώνω εδώ ότι οι ημερομηνίες κοινοποίησης και/ή δημοσίευσης από την Εναγόμενη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στο πλαίσιο των οποίων έλαβαν χώρα οι ισχυριζόμενες αναφορές στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή και προσωπικά δεδομένα της Ενάγουσας, δεν έχουν τεθεί εν αμφιβόλω εκ μέρους της Εναγόμενης. Η δε παρούσα αγωγή και η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκαν στις 31.8.2023, μετά από πάροδο 8 ημερών από την πρώτη ανάρτηση και 3 ημερών από την δεύτερη ανάρτηση, της Εναγόμενης, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το εν λόγω χρονικό διάστημα, κατά την άποψη μου, είναι τόσο μικρό που δεν μπορεί επιτυχώς να υποστηριχθεί ότι υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, έχω ικανοποιηθεί ότι η πλευρά της Ενάγουσας έδρασε άμεσα στη λήψη μέτρων αναφορικά με τις επίδικες δημοσιεύσεις και κοινοποιήσεις. Η δε φύση της αποδιδόμενης, στην Εναγόμενη, συμπεριφορά, ως επίσης και οι συνέπειες αυτής, στην Ενάγουσα, αναμφίβολα ικανοποιούν το στοιχείο του κατεπείγοντος στην παροχή άμεσης θεραπείας, μονομερώς, σε ότι αφορά, πάντοτε, τα προσωρινά διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν μονομερώς. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ότι ο, εν προκειμένω, λόγος ένστασης της Εναγόμενης, δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Παράβαση του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης Εν προκειμένω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, εφόσον απέκρυψε από αυτό τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η Εναγόμενη έχει εξωσυζυγική σχέση με τον σύζυγο της, το γεγονός ότι η Ενάγουσα είναι παντρεμένη και έγκυος το δεύτερο παιδί της με το σύζυγο της και ότι πρώτη ήταν η Ενάγουσα που ξεκίνησε να τη διαβάλλει και να κακολογεί την Εναγόμενη σε τρίτους. Έχοντας κατά νου το γεγονός ότι η Ενάγουσα αποκάλυψε τις συνομιλίες που είχε με την Εναγόμενη από όπου διαφαίνεται ότι την ρωτούσε για το σύζυγο της και τις επικοινωνίες που τυχόν αυτός είχε με την τελευταία, δεν βλέπω πως η μη αποκάλυψη εκ μέρους της των λόγων για τους οποίους η ίδια θεωρούσε ότι η Εναγόμενη είχε εξωσυζυγική σχέση με αυτόν, αποτελούν απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, για τους σκοπούς της παρούσας Αίτησης. Ούτε το γεγονός ότι η Εναγόμενη είναι παντρεμένη και έγκυος στο δεύτερο παιδί του δικού της συζύγου αποτελεί ουσιώδες γεγονός, του οποίου η απόκρυψη επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κρίση του Δικαστηρίου στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο δε ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι είναι η Ενάγουσα που άρχισε πρώτη να την διαβάλλει και ότι οι επίδικες πράξεις της πρώτης αποτέλεσαν απάντηση στη συμπεριφορά της τελευταίας, πέραν του ότι αποτελούν ζητήματα τα οποία, ενδεχομένως, να απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εξέταση της ουσίας της αγωγής, αποτελούν και μόνο ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν δύνανται να αξιολογηθούν στο παρόν στάδιο. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, κρίνω ότι στην Ενάγουσα δεν μπορεί να αποδοθεί απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης. Κατάληξη Στη βάση των όλων όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα υπό στοιχεία (Α), (Β) και (Δ) της υπό κρίση Αίτησης, οριστικοποιούνται. Σε ότι δε αφορά τα λοιπά αιτούμενα διατάγματα, υπό στοιχεία (Γ) και (Ε), με δεδομένη την ανωτέρω κρίση μου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση τους, μόνο στο βαθμό που τούτα έχουν να κάνουν με την προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής της Ενάγουσας, αλλά και του απορρήτου της επικοινωνίας, κρίνω ότι, εν προκειμένω, η έκδοση τους δεν είναι απαραίτητη, εφόσον ο σκοπός που θα εξυπηρετηθεί με την έκδοση τους, εξυπηρετείται ήδη με τα εκδοθέντα διατάγματα υπό στοιχεία (Β) και (Δ), τα οποία έχουν ήδη οριστικοποιηθεί. Επομένως, δεν θεωρώ ότι η διακριτική μου ευχέρεια, θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης τους. Ως προς τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα και, ως εκ τούτου, επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)........... Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και όλες όσες ακολουθούν. [2] Εδώ, τα υπό στοιχεία (Γ) και (Ε) αιτούμενα διατάγματα. [3] Βλ. τον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (Ν. 125(I)/2018) (Καταργητικός). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο