ΛΟΙΖΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΚΜΤ VIP TRANSPORTATION LTD κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 906/2022, 10/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 906/2022 ΛΟΙΖΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορούσα Αρχή και
- ΚΜΤ VIP TRANSPORTATION LTD
- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΟΛΗΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 10 Σεπτεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ. Νεοφύτου για ΝΕΟΦΥΤΟΥ & ΝΕΟΦΥΤΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Α. Αντωνίου Κατηγορούμενος 2 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
- Οι Κατηγορούμενοι με βάση το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν μια κατηγορία έκαστος οι οποίες αφορούν πρόκληση μη εξόφληση επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 305 Α
(1)
(2), 20 και 29 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ.
- Οι κατηγορίες 1 και 2 οι οποίες αφορούσαν μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων αποσύρθηκαν πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.
- Με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας η οποία προσάπτεται στην Κατηγορούμενη 1: «Η Κατηγορούμενη 1 την 31/10/2020 παράνομα και χωρίς εύλογη αιτία, [πέραν του ότι εξέδωσε έναντι νόμιμου ανταλλάγματος προς τον Λοΐζο Νικολάου, Α.Δ.Τ. ΧΧΧΧΧΧ την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας υπ' αρ. [ ] για το ποσό των €30,000 (Τριάντα Χιλιάδων Ευρώ) προς όφελος του παραπονούμενου] προέβηκε σε πράξη μη εξόφλησης της εν λόγω επιταγής που εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη 1 δηλαδή κάνοντας ανάκληση της «STOP PAYMENT» και «PAYMENT COUNTERMANDED BY THE DRAWER, η οποία αφού ενεφανίσθη στην Τράπεζα, κατά ή μετά την ημερομηνία την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθη λόγω του ότι έγινε ανάκληση της από τον εκδότη της, και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 (δεκαπέντε) ημέρων από την παρουσίαση της».
- Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την τέταρτη κατηγορία και κατηγορείται ότι ως διευθυντής και γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 επέτρεψε ή παρείχε συνδρομή σε αυτήν σε σχέση με την πρόκληση μη εξόφλησης της προαναφερόμενης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία.
- Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τους κ.κ. Λοΐζο Νικολάου (εφεξής «Παραπονούμενος ή «ΜΚ1»), Ελένη Σταύρου Χριστοδούλου (ΜΚ2) και Μιχάλη Ορφανίδη (ΜΚ3).
- Αφού το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του στις 28.03.2024 έκρινε ότι αποδείχθηκε επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με τους Κατηγορούμενους, οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία. Επέλεξαν να δώσουν ένορκη μαρτυρία. Για την υπεράσπιση κατέθεσε ο Κατηγορούμενος 2 (ΜΥ1).
- Σημειώνω ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 εξέδωσε - υπέγραψε την επίδικη επιταγή και επομένως καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου το προαναφερόμενο γεγονός.
- Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.
- Σημειώνεται ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υπέβαλαν στο Δικαστήριο πλήρως εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσεται σε έκταση η επιχειρηματολογία τους και γίνεται παραπομπή σε σχετικές νομικές αυθεντίες. Το Δικαστήριο ευχαριστεί τους συνήγορους για τη βοήθειά τους.
- Το περιεχόμενο των γραπτών και προφορικών αγορεύσεων έχει ληφθεί υπόψη και ειδική αναφορά σε επιχειρήματα που προβάλλονται γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους. Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ Ι. ΜΚ1 - Παραπονούμενος
- Ο Παραπονούμενος είναι εργολάβος. Αρχικά κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό [ ], ημερομηνίας 31.10.2020 με εκδότη την Κατηγορούμενη 1 (εφεξής «Επιταγή») και εξήγησε ότι είναι η επιταγή την οποία την οποία εξέδωσε ο Κατηγορούμενος 2 προς αυτούς «για ολοκλήρωση κάποιων εργασιών στο σπίτι του, για να μπορεί να μετακομίσει».
- Την Επιταγή του την έδωσε ο Κατηγορούμενος 2 σε συνάντηση τους στο εργοτάξιο όταν του είχε αναφέρει πως θα έπρεπε να γινόταν έλεγχος της ΑΗΚ στις 10.08.2020 και πως υπάρχουν ορισμένα μεγάλα υπόλοιπα τα οποία έπρεπε να διευθετηθούν για να μπορέσουν να προχωρήσουν. Ο Κατηγορούμενος 2 έπρεπε άμεσα να μετακομίσει στο σπίτι, η σύζυγος του θα γεννούσε, και με βάση τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 «για να βοηθηθεί και ο ίδιος» εξέδωσε την Επιταγή.
- Ο Παραπονούμενος φιλικά δέχθηκε να τον βοηθήσει και έλαβε την Επιταγή για το υπόλοιπο που παρουσιαζόταν στο λογαριασμό. Ολοκληρώθηκε το έργο και όταν ήρθε η ώρα να κατατεθεί η Επιταγή ο Κατηγορούμενος του ανέφερε να περιμένει μέχρι να μαζέψει τα χρήματα. Παρουσιάστηκε εν τέλει η Επιταγή στην τράπεζα αλλά επιστράφηκε σφραγισμένη χωρίς καμία εξήγηση εκτός από το ότι ο λογαριασμός είχε κλείσει, πράγμα που του επιβεβαίωσε και ο Κατηγορούμενος 2 όταν τον επισκέφθηκε.
- Ως Τεκμήριο 2 κατατέθηκε η απόδειξη την οποία έδωσε στον Κατηγορούμενο ο ΜΚ1 όταν έλαβε την Επιταγή. Η απόδειξη είναι στο όνομα της συζύγου του Κατηγορούμενου επειδή εκείνη ήταν η ιδιοκτήτρια της κατοικίας (ο εργοδότης) και φέρει ημερομηνία 16.08.
- Ως λόγος για την πληρωμή αναγράφεται στην απόδειξη το εξής: «ΝΤΕΠΟΖΙΤΟ ΓΙΑ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ». Η Επιταγή είχε δοθεί την ημερομηνία που αναγράφεται στην απόδειξη - Τεκμήριο
- Η Επιταγή εκδόθηκε επειδή υπήρχαν διάφορα υπόλοιπα για να «μπορέσει να μετακομίσει». Δεν υπήρχε εμπιστοσύνη στον Κατηγορούμενο διότι υπήρχαν κάποιες καθυστερήσεις στις πληρωμές και ο Κατηγορούμενος τους πλήρωνε αποσπασματικά. Δεν δέχθηκε να του δώσει προσωπική επιταγή και γι' αυτό εκδόθηκε η Επιταγή από την Κατηγορούμενη 1 η οποία ήταν πιο αξιόχρεη. Η Επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη και δόθηκε ούτως ώστε στο μεταξύ ο Κατηγορούμενος 2 να πληρώσει το υπόλοιπο με δικά του χρήματα.
- Το συμβόλαιο (Τεκμήριο 5) είχε καταρτιστεί μεταξύ του εργολάβου (S. Nicolaou) και της πεθεράς του Κατηγορούμενου 2 η οποία αρχικά ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της κατοικίας. Ωστόσο, ο Κατηγορούμενος είχε αναλάβει τις πληρωμές. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν περί το τέλος Αυγούστου του
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 από το συνήγορο των Κατηγορούμενων αρνήθηκε ότι η Επιταγή δόθηκε ως εγγυητική ούτως ώστε εάν μετά το πέρας των εργασιών παρέμενε υπόλοιπο να τη χρησιμοποιήσει για να εξοφληθεί το εν λόγω υπόλοιπο. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η Επιταγή δόθηκε για να εξαργυρωθεί. Με βάση ανάλυση εκτελεσθείσων εργασιών το υπόλοιπο ήταν πολύ ψηλό και έπρεπε να κάνουν κάτι για να παραδοθεί το σπίτι «και εκδώσαμε μία επιταγή €30.000 και να δούμε με την τελική παράδοση του έργου».
- Ο ΜΚ1 μετά από σχετική ερώτηση παραδέχθηκε πως ο αρχιτέκτονας του έργου δεν είχε εκδώσει σχετικό διατακτικό πριν την έκδοση της Επιταγής και ουδέποτε συμφώνησε ότι οφειλόταν το ποσό της Επιταγής.
- Αρνήθηκε επανειλημμένα ότι η Επιταγή δόθηκε ως εγγύηση. Όταν ερωτήθηκε τι εννοεί με τον όρο «ντεπόζιτο» που έγραψε πάνω στην απόδειξη Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι ενδεχόμενα να ήταν λάθος του που χρησιμοποίησε τον εν λόγω όρο και στην ουσία πήραν την Επιταγή για να ολοκληρώσουν τη δουλειά.
- Υποδείχθηκε στον ΜΚ1 ένα τελικό πιστοποιητικό το οποίο εκδόθηκε από τον αρχιτέκτονα του έργου στις 13.01.2022 στο οποίο αναφέρεται ότι ο λογαριασμός παρουσιάζει υπερπληρωμή ύψους €4.146,
- Ο ΜΚ1 δεν δέχθηκε ότι υπήρξε υπερπληρωμή και ανέφερε πως δεν είναι αυτό το τελικό πιστοποιητικό.
- Αρχικά ανέφερε ότι την επιταγή την κατέθεσε ο ίδιος προσωπικά και θεωρούσε πως σωστά την είχε καταθέσει. Ακολούθως θυμήθηκε πως έστειλε μήνυμα στον Κατηγορούμενο και απολογήθηκε διότι κατέθεσε την Επιταγή και πως την Επιταγή τελικά την είχε καταθέσει η σύζυγος του αφού την πήρε εκ παραδρομής στην τράπεζα. Αναγνώρισε μήνυμα SMS που απέστειλε στον Κατηγορούμενο στις 08.01.2021 στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου): «15:42 ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΚΩΣΤΑ. ΘΕΛΩ ΝΑ ΑΠΟΛΟΓΗΘΩ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ. ΕΙΧΑ ΠΕΙ ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ ΝΑ ΠΑΡΕ ΤΟΥΣ ΦΑΚΕΛΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΚΑΙ ΕΠΙΤΑΓΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΘΕΣΗ. ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ ΟΤΙ ΘΑ ΕΣΠΕΡΝΕ (sic) ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΦΑΚΕΛΟ. ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΟΤΙ ΕΓΙΝΕ ΛΑΘΟΣ ΑΝ ΟΧΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΟΥ. 15:43 ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΠΑΛΙ ΝΑ ΠΑΣ ΣΕ ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΟΥ. ΤΙΣ ΑΠΟΛΟΓΙΕΣ ΜΟΥ. ΛΟΙΖΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ»
- Η εξήγηση που έδωσε ο Παραπονούμενος για το πιο πάνω μήνυμα ήταν ότι ο Κατηγορούμενος τον παρακάλεσε να περιμένει ακόμα 3 μήνες και η Επιταγή θα έληγε «... απλά επήγε πιο γρήγορα η επιταγή στην τράπεζα και βγήκαν όλα στη φόρα. Ότι η πρόθεση του ήταν να μην πληρώσει». Επίσης, ανέφερε ότι το μήνυμα το έστειλε όταν έγινε η κατάθεση της Επιταγής όχι όταν διαπίστωσε πως η Επιταγή δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί.
- Υποβλήθηκε ότι ο λόγος που δεν είχε καταθέσει την Επιταγή ήταν επειδή δεν είχε εκδοθεί ακόμη το τελικό πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα. Ο Παραπονούμενος απάντησε πως ο χρόνος αποπληρωμής δεν είναι απεριόριστος. Υποβλήθηκε πως ο αρχιτέκτονας ουδέποτε πιστοποίησε ότι ο εργοδότης όφειλε €30.000, υποβολή με την οποία συμφώνησε ο ΜΚ1 ωστόσο ανέφερε πως ο ίδιος έκανε την ανάλυση και κατέληξε σε αυτό το ποσό.
- Σε υποβολή ότι απείλησε τον Κατηγορούμενο 2 στην παρουσία της συζύγου του ότι αν δεν του παραδώσει την Επιταγή δεν θα του παρέδιδε το σπίτι ο ΜΚ1 συμφώνησε με τη διευκρίνιση ότι επρόκειτο περί επιταγής και όχι εγγυητικής επιταγής και την πήρε για να μην μείνει ξεκρέμαστος: «...Γι' αυτό λέω ότι εγώ ναι, είπα δώσε μου την επιταγή να σου δώσω το σπίτι ...» (σελ. 27 πρακτικών ημερ. 29.11.2023).
- Για το κατά πόσον εκδόθηκαν τιμολόγια για τις εργασίες των οποίων η αξία ανέρχεται σε €30.000 ο ΜΚ1 απάντησε ότι εξέδωσε τιμολόγια ωστόσο δεν τα είχε μαζί του. Τα εξέδωσε αφού πληρώθηκε το ποσό με την Επιταγή και αφού εξέδωσε την απόδειξη. Ανέφερε ότι το τιμολόγιο ποτέ δεν προηγείτο της πληρωμής.
- Κατά την επανεξέταση του ΜΚ1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 το τελικό πιστοποιητικό αρ. 10 που εκδόθηκε από τον αρχιτέκτονα του έργου ημερομηνίας 23.09.
- Με βάση το Τεκμήριο 7 το οφειλόμενο ποσό προς τον Παραπονούμενο ήταν €11.828,
- ΙΙ. ΜΚ2 - Λειτουργός Τράπεζας - Ελένη Σταύρου Χριστοδούλου
- Η ΜΚ2 εργάζεται εδώ και 30 χρόνια στην Ελληνική Τράπεζα. Αρχικά εξήγησε πως πάνω στο Τεκμήριο 1, ήτοι στο πίσω μέρος της Επιταγής αναγράφεται ο λογαριασμός του προσώπου ο οποίος τη κατέθεσε, ο αρ. ταυτότητας του και το τηλέφωνο του. Υπάρχει επίσης επί αυτής σφραγίδα της τράπεζας ότι κατατέθηκε καθώς και σφραγίδα που να δείχνει ότι η Επιταγή επιστράφηκε λόγω ανάκλησης από τον εκδότη της.
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο του εντύπου ανάκλησης στο οποίο αναφέρεται πως ο λόγος για την ανάκληση είναι διαφωνία με τον δικαιούχο (disagreement with the beneficiary). Η οδηγία δόθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 και εκτελέστηκε στις 08.01.2021 βάσει της ημερομηνίας επί του Τεκμηρίου 8 δηλαδή μια μέρα μετά την κατάθεση της Επιταγής.
- Η ΜΚ2 περαιτέρω ανέφερε ότι στις 08.01.2021 όταν ανακλήθηκε η Επιταγή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό του εκδότη. Η ΜΚ2 δεν αντεξέταστηκε. ΙΙΙ. ΜΚ3 Μιχάλης Ορφανίδης
- Ο ΜΚ3 ήταν ο αρχιτέκτονας του έργου στο οποίο εργολάβος ήταν ο Παραπονούμενος και ιδιοκτήτρια ήταν η σύζυγος του Κατηγορούμενου
- Ο ΜΚ3 περιέγραψε το έργο ως μια υφιστάμενη προσφυγική κατοικία στην οποία έγινε επέκταση στον πρώτο όροφο όπου έγιναν υπνοδωμάτια και το ισόγειο έγινε open plan. Εκτός από τις εργασίες του συμβολαίου έγιναν και συγκεκριμένες εργασίες που συμφωνηθήκαν μεταξύ του εργολάβου και του εργοδότη τις οποίες δεν επέβλεψε ο ΜΚ3 για παράδειγμα το περιτοίχισμα, πλακόστρωτο στην πρόσοψη της κατοικίας, δωμάτιο μετρητών της ΑΗΚ καθώς και άλλες εργασίες τις οποίες δεν έλεγχε και δεν εξέδιδε πιστοποιητικά για αυτές.
- Ο ΜΚ3 αναγνώρισε το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1 το οποίο είχε ως τίτλο «Τελικό Πιστοποιητικό 10» ημερομηνίας 13.01.2022 και την επιστολή που το συνόδευε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Το Τεκμήριο 9 αναφέρει ότι έγινε υπερπληρωμή ύψους €4,146.21 από τον εργοδότη προς τον εργολάβο. Το απέστειλε ο ΜΚ3 στον Κατηγορούμενο 2 και στον Παραπονούμενο με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ωστόσο ο Παραπονούμενος του ανέφερε πως δεν είχε λάβει το μήνυμα καθότι κατέληξε στο junk mail του.
- Σε ερώτηση αν το Τεκμήριο 9 δείχνει το υπόλοιπο ποσό σε σχέση με όλες τις δοσοληψίες μεταξύ εργολάβου και εργοδότη ο ΜΚ3 απάντησε ότι υπάρχουν ερωτηματικά σε σχέση με ορισμένες πληρωμές. Δεν ήταν πολύ καθαρή υπόθεση διότι ο Κατηγορούμενος 2 έδινε επιταγές που δεν πληρώθηκαν και ακολούθως πλήρωνε σταδιακά διάφορα ποσά. Ήταν δύσκολο να ακολουθήσει τις πληρωμές μετά από κάποια φάση και πρέπει να διασταυρώσει τις πληρωμές για να είναι βέβαιος. Με τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του όταν εξέδωσε το Τεκμήριο 9 θεωρούσε ότι ήταν σωστός και ο Παραπονούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ένσταση και συνεπώς θεώρησε πως ήταν σωστά.
- Το Τεκμήριο 9 δεν περιλαμβάνει τα πλακόστρωτα αλλά περιλαμβάνει τις συμφωνηθείσες εργασίες μέσα στο συμβόλαιο καθώς και αρκετές επιπρόσθετες εργασίες οι οποίες μπήκαν κάτω από την ομπρέλα του συμβολαίου κατά την εξέλιξη του έργου.
- Κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο των Κατηγορούμενων ο ΜΚ3 επιβεβαίωσε ότι δεν εξέδωσε πιστοποιητικό για πληρωμή ύψους €30.
- Για την Επιταγή δεν υπήρχε αντίστοιχο πιστοποιητικό το οποίο να αναφέρει ότι οφείλεται αυτό το ποσό.
- Επίσης, ανέφερε πως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν οι εργασίες οι οποίες είχαν συμφωνηθεί μεταξύ του εργοδότη και του εργολάβου και δεν έλεγχε ο ίδιος έχουν κάποια σχέση με την Επιταγή.
- Κατέστησε σαφές ότι το Τεκμήριο 9 είναι το τελευταίο Τελικό Πιστοποιητικό και ήταν το τρίτο ή το τέταρτο τελικό πιστοποιητικό. Ο λόγος ήταν επειδή η υπόθεση ήταν μπερδεμένη όσον αφορά τις πληρωμές προς τους υπεργολάβους. Τα προηγούμενα τελικά πιστοποιητικά όπως το Τεκμήριο 7 τα απέστειλε ούτως ώστε να λάβει περαιτέρω διευκρινίσεις.
- Ο ΜΚ3 θεωρεί ότι το Τεκμήριο 9 είναι το σωστό τελικό πιστοποιητικό και στην ουσία είναι το πραγματικό τελικό πιστοποιητικό: E. Άρα συμφωνείτε μαζί μου ότι το μόνο σωστό τελικό πιστοποιητικό είναι το τελευταίο που εκδώσατε. A. Μάλιστα. E. Το οποίο δείχνει υπερπληρωμή των €
- A. Μάλιστα.
- Ένα ποσό ύψους €12.000 το οποίο αρχικά είχε πληρωθεί προς τον Παραπονούμενο είχε επιστραφεί προς τον Κατηγορούμενο 2 για να πληρώσει ο ίδιος κάποιους υπεργολάβους. Κατατέθηκε και μια απόδειξη είσπραξης για €5.000 την οποία εξέδωσε ο Παραπονούμενος στις 07.08.
- Κάποιες διαφορές μεταξύ του εργολάβου και του Κατηγορούμενου 2 όπως για τα είδη υγιεινής ο ΜΚ3 διαπίστωσε πως είχαν πληρωθεί από τον Κατηγορούμενο 2 και συνεπώς το Τεκμήριο 9 που δείχνει ότι έγινε υπερπληρωμή προς τον Παραπονούμενο είναι σωστό.
- Κατά την επανεξέταση ο ΜΚ3 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι αρχικά οι υπεργολάβοι πληρώνονταν από τον Παραπονούμενο ωστόσο στο τέλος ο Παραπονούμενος δεν τους πλήρωνε και κάποια ποσά τα είχε πληρώσει ο Κατηγορούμενος 2 και με αυτό τον τρόπο η υπόθεση έγινε «νεκατωμένη». IV. ΜΥ1 - Κωνσταντίνος Τόλης - Κατηγορούμενος 2
- Ο ΜΥ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του. Στη γραπτή του δήλωση ανέφερε μεταξύ άλλων ότι στις 20.01.2019 η μητέρα της συζύγου του ως ιδιοκτήτρια της κατοικίας σύναψε σύμβαση με τον Παραπονούμενο (Τεκμήριο 5) για μετατροπές και προσθήκες στην υφιστάμενη κατοικία. Μετέπειτα, η κατοικία μεταβιβάστηκε στη σύζυγο του και συνεπώς οποιοδήποτε έγγραφο εκδιδόταν από τον αρχιτέκτονα εκδιδόταν στο όνομα αυτής.
- Σε σχέση με εργασίες εκτός του συμβολαίου ο Παραπονούμενος εξέδιδε αποδείξεις στο δικό του όνομα. Οι εργασίες αυτές δεν έχουν καμία σχέση με την Επιταγή και έχουν εξοφληθεί όλες με την τελευταία πληρωμή να λαμβάνει χώρα περί τα τέλη Ιουλίου του 2020 - δηλαδή πριν την έκδοση της Επιταγής.
- Καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης ο Κατηγορούμενος 2 ενεργούσε εκ μέρους του ιδιοκτήτη του έργου και ανέλαβε να πληρώνει όλες τις οφειλές που προέκυπταν. Επίσης ήταν το πρόσωπο το οποίο επικοινωνούσε με τον Παραπονούμενο - εργολάβο του έργου.
- Περί τις αρχές Αυγούστου 2020 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Παραπονούμενο κατά την οποία ο τελευταίος του ανέφερε ότι υπήρχε ένα μεγάλο ποσό ως οφειλή με βάση τις εκτιμήσεις του. Την ημέρα του ελέγχου της ΑΗΚ του ζήτησε να είναι παρών στην οικία ώστε να του δώσει μια επιταγή ως εγγύηση. Επιπλέον, ανέφερε πως το Παραπονούμενος τον απείλησε ότι αν δεν εκδώσει επιταγή ως εγγύηση δεν θα του παρέδιδε την κατοχή της κατοικίας.
- Στις 07.08.2020 συνάντησε τον Παραπονούμενο στην οικία. Παρούσα ήταν και η σύζυγος του. Συζήτησαν σχετικά με τις οφειλές στις οποίες αναφέρθηκε ο Παραπονούμενος κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής τους επικοινωνίας και ότι ο αρχιτέκτονας δεν είχε εκδώσει τελικό πιστοποιητικό, πράγμα που ίσχυε. Ακολούθως, του ανέφερε πως με βάση τις εκτιμήσεις του υπάρχει ένα υπόλοιπο ύψους €15.000 χωρίς όμως να τα έχει υπολογίσει ακριβώς.
- Ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι πρότεινε στον Παραπονούμενο να του εκδώσει μια επιταγή για €15.000 και αν δει ότι οι εργασίες είναι για λιγότερα χρήματα τότε να του επιστρέψει τη διαφορά. Ο Παραπονούμενος δεν αποδέχθηκε το ποσό καθότι ενδεχόμενα να ήταν πολύ μεγαλύτερο, χωρίς ωστόσο να παράσχει άλλες εξηγήσεις για αυτή του την πεποίθηση. Ο Παραπονούμενος επέμεινε όπως εκδοθεί επιταγή για €30.000 ως εγγύηση και του εξήγησε τη λογική ότι δηλαδή με την έκδοση του τελικού πιστοποιητικού από τον αρχιτέκτονα και την πληρωμή του από τον Κατηγορούμενο 2 θα του επέστρεφε την επιταγή. Περαιτέρω, του διευκρίνισε ότι αν αρνηθεί να πληρώσει το ποσό του τελικού πιστοποιητικού, τότε θα καταθέσει την επιταγή για να λάβει το οφειλόμενο ποσό.
- Ο Κατηγορούμενος 2 αρχικά αρνήθηκε καθότι το ποσό των €30.000 του ακούστηκε υπερβολικό και δεν μπορούσε να αντιληφθεί πως οι οφειλές μπορούσαν να φτάσουν σε ένα τέτοιο ποσό. Ο Παραπονούμενος, ωστόσο, επανέλαβε στην παρουσία της εγκύου συζύγου του την απειλή του ότι αν δεν εκδώσει την επιταγή με τους όρους που του ανέφερε δεν θα τους παρέδιδε την κατοχή της οικίας τους. Ως αποτέλεσμα, αναφέρει ο Κατηγορούμενος 2, κινδύνευε να αφήσει την οικογένεια του χωρίς στέγη και συνεπώς εξέδωσε την Επιταγή ως εγγύηση με τους όρους που προαναφέρθηκαν.
- Η ημερομηνία 31.10.2020 τέθηκε επί της Επιταγής επειδή θεωρούσαν αμφότερα τα μέρη ότι μέχρι τότε θα εκδίδετο το τελικό πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα. Την Επιταγή την υπέγραψε ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 από το λογαριασμό της Κατηγορούμενης
- Πίστευε ότι μέχρι τότε θα υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στο λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 για να πληρωθεί η επιταγή σε περίπτωση κατά την οποία κατατίθετο.
- Λίγες ημέρες αργότερα, επειδή ο Κατηγορούμενος 2 δεν είχε εμπιστοσύνη στον Παραπονούμενο του ζήτησε να του δώσει απόδειξη για την Επιταγή και να αναφέρεται σε αυτήν ότι η Επιταγή δόθηκε για σκοπούς εγγύησης. Συνεπεία της παράκλησης του, ο Παραπονούμενος εξέδωσε το Τεκμήριο 2 στο οποίο υπήρχε αναφορά σε «ΝΤΕΠΟΖΙΤΟ ΓΙΑ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ». Λόγω της αναφοράς σε «ντεπόζιτο» σε συνδυασμό με το κλείσιμο λογαριασμού, ο Κατηγορούμενος 2 εφησύχασε δεδομένου του ότι θεώρησε πως ήταν καταγραφή των συμφωνηθέντων στις 07.08.2020, δηλαδή ότι η Επιταγή δόθηκε για σκοπούς εγγύησης σε σχέση με ζητήματα τα οποία θα προέκυπταν στο στάδιο των τελικών λογαριασμών. Επιπλέον, πρόσεξε ότι το Τεκμήριο 2 ήταν στο όνομα της συζύγου του και συνεπώς επιβεβαιωνόταν κατ΄ αυτόν τον τρόπο ότι αφορά τη σύμβαση - Τεκμήριο 5 και όχι τις εργασίες που συμφωνούνταν μεταξύ του Κατηγορούμενου 2 και του Παραπονούμενου οι οποίες θεωρούσε ότι ήταν εξοφλημένες.
- Συνέχισε να έχει επικοινωνία με τον Παραπονούμενο για διάφορα ζητήματα τα οποία αφορούσαν την κατοικία περιλαμβανομένων και παραπόνων για κακοτεχνίες. Στις 23.09.2020 έλαβε από τον αρχιτέκτονα ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στο μήνυμα αναφερόταν ότι επισυνάπτεται ο τελικός λογαριασμός που συμφωνήθηκε με τον εργολάβο (Τεκμήριο 12), υπάρχει όμως διαφωνία σε σχέση με τις πληρωμές που έγιναν και του ζητείτο να ελέγξει τις πληρωμές και να προσκομίσει αντίγραφα αποδείξεων για πληρωμές που έγιναν προς τον εργολάβο. Στο Τεκμήριο 12 το οφειλόμενο ποσό ήταν €9.828,
- Ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε πως από το περιεχόμενο του μηνύματος συμπέρανε ότι ο αρχιτέκτονας ήθελε να λάβει περισσότερες διευκρινίσεις με σκοπό την έκδοση του τελικού πιστοποιητικού.
- Κατέθεσε επίσης το Τεκμήριο 13 το οποίο είναι μήνυμα από τον αρχιτέκτονα στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων "I think the Final Account is almost finalised and I attach a copy of the latest version for you to study before we meet". Στο μήνυμα επισυναπτόταν τελικό πιστοποιητικό με ημερ. 27.11.2020 στο οποίο συνίστατο η πληρωμή του ποσού των €10.847,
- Ενόψει του πιο πάνω λεκτικού του ηλεκτρονικού μηνύματος δημιουργήθηκε η εντύπωση στον Κατηγορούμενο ότι τα έγγραφα που έλαβαν μέχρι και εκείνη την ημερομηνία δεν ήταν τελικά πιστοποιητικά αλλά προσχέδια που έστελνε ο αρχιτέκτονας για να λάβει διευκρινίσεις.
- Ακολούθως αναφέρει ότι στις 08.01.2021 έλαβε ενημέρωση από την Ελληνική Τράπεζα ότι κατατέθηκε η Επιταγή από τον Παραπονούμενο. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία δεν είχε λάβει τελικό πιστοποιητικό αλλά έγγραφα με τίτλο τελικό πιστοποιητικό τα οποία όμως συντάχθηκαν για σκοπούς συζήτησης και λήψης διευκρινίσεων. Επομένως, έδωσε την οδηγία για την ανάκληση της Επιταγής.
- Τις οδηγίες για την ανάκληση τις έδωσε λόγω διαφωνίας με το δικαιούχο. Η διαφωνία ήταν ότι κατέθεσε την Επιταγή ο Παραπονούμενος χωρίς να έχει εκδοθεί τελικό πιστοποιητικό από τον αρχιτέκτονα, πράγμα το οποίο αντιτίθετο της συμφωνίας τους ότι η Επιταγή θα κατατίθετο μόνο εάν αρνείτο να πληρώσει το ποσό του τελικού πιστοποιητικού. Στην απουσία τελικού πιστοποιητικού ο Κατηγορούμενος θεώρησε πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε οφειλή. Ενόψει των προαναφερόμενων πίστευε ειλικρινά ότι είχε δικαίωμα να να ανακαλέσει την Επιταγή.
- Στις 13.01.2022 έλαβε μήνυμα από τον αρχιτέκτονα (Τεκμήριο 15) με το Τελικό Πιστοποιητικό Τεκμήριο 9 (το οποίο αναφέρει πως εν τέλει έγινε υπερπληρωμή προς τον εργολάβο).
- Η αντεξέταση του ΜΥ1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Παραπονούμενου ήταν μακρά και επίμονη. Ερωτηθείς γιατί δεν επέστρεψε την απόδειξη Τεκμήριο 2 στον Παραπονούμενο ανέφερε ότι δεν την έδωσε διότι δεν έλαβε πίσω την Επιταγή. Περαιτέρω, ανέφερε πως δεν έκανε καταγγελία στην Αστυνομία για απόσπαση της επιταγής χωρίς αντάλλαγμα επειδή πήρε το μήνυμα Τεκμήριο 6 στο οποίο ο Παραπονούμενος απολογείτο για την κατάθεση της Επιταγής εκ παραδρομής. Περαιτέρω, λόγω οικογενειακής τραγωδίας και επειδή δεν περίμενε η υπόθεση να λάβει αυτή τη διάσταση και ο εργολάβος να μην αναγνωρίζει το τελικό πιστοποιητικό δεν προχώρησε με καταγγελία στην Αστυνομία ούτε όταν κατάλαβε πως δεν ήταν ειλικρινής η απολογία του Παραπονούμενου.
- Υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 πως κράτησε την απόδειξη για να εξασφαλίσει επιχορήγηση επί αυτής, πράγμα το οποίο αρνήθηκε εξηγώντας πως για να πάρει κάποιος επιχορήγηση χρειάζεται να προσκομίσει τιμολόγια και όχι αποδείξεις.
- Υποβλήθηκαν ερωτήσεις σχετικά με πληρωμές για να καταδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του και ότι υπολόγιζε ποσά στις πληρωμές τα οποία δεν είχε πληρώσει στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα, υποβλήθηκε σε σχέση με την επιταγή των €1.500, η οποία κατατέθηκε Τεκμήριο 4, και η οποία υπολογίστηκε ως πληρωθείσα, ότι στην πραγματικότητα δεν είχε πληρωθεί. Ο Κατηγορούμενος 2 επέμενε ότι πλήρωσε τα €1500 με μετρητά σε δύο περιπτώσεις και αντί να του επιστρέψει ο Παραπονούμενος την επιταγή που δεν πληρώθηκε την παρουσίασε στο Δικαστήριο για να τον διασύρει. Παρέπεμψε στην απόδειξη Τεκμήριο 10 προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Σημειώνω ωστόσο ότι το Τεκμήριο 10 έχει ημερομηνία 07.08.2020 ενώ η επιταγή Τεκμήριο 4 έχει ημερομηνία 14.08.2020 και συνεπώς υποβλήθηκε ότι δεν μπορεί να ευσταθεί ότι το ποσό της επιταγής πληρώθηκε σε μετρητά επειδή η επιταγή δεν είχε εξοφληθεί. Παρά ταύτα, σημειώνω ότι το Τεκμήριο 4 δεν έχει σφραγίδα της τράπεζας που να δείχνει ότι κατατέθηκε και συνεπώς δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι αρχικά δόθηκε η επιταγή και μετά αντικαταστάθηκε με μετρητά και γι' αυτό δεν είχε κατατεθεί.
- Για το ποσό των €12.500 το οποίο επιστράφηκε από τον Παραπονούμενο στον Κατηγορούμενο 2, τελευταίος ανέφερε ότι τα πλήρωσε απευθείας στον υπεργολάβο για την κουζίνα και είναι χρήματα τα οποία πληρώθηκαν και συνεπώς αφαιρέθηκαν σωστά ως πληρωμή από το οφειλόμενο ποσό. Όταν ερωτήθηκε πως γίνεται να πλήρωσε και ο Παραπονούμενος τον υπεργολάβο πελεκανικών ποσό ύψους €7.800, ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι υπήρχαν τσακωμοί σε σχέση με τους υπεργολάβους επειδή ο Παραπονούμενος επέμενε ότι έπρεπε να του δίνει προμήθεια ύψους 5% επί των πληρωμών το οποίο ονόμαζε «ποσοστό βοήθειας» για να τους κάνει τις εξυπηρετήσεις. Οπότε ο Κατηγορούμενος 2 αποφάσισε να «πάρει την τύχη στα χέρια του» και να μην «υποκύψει στον εκβιασμό του 5%» και να πληρώνει ο ίδιος τους υπεργολάβους.
- Προς τούτο κατέθεσε ηλεκτρονικά μηνύματα και σημειώσεις επί αυτών ως Τεκμήριο
- Σημειώνω ότι στο Τεκμήριο 18 φαίνεται και απάντηση του Κατηγορούμενου 2 σε ηλ. μήνυμα του Παραπονούμενου στην οποία επιμένει στην τήρηση της συμφωνίας να πληρώνει ο Παραπονούμενος του υπεργολάβους και περιλαμβάνει και απειλή προς τον Παραπονούμενο να προσέχει την συμπεριφορά του και να μην τον απειλεί γιατί στο τέλος «θα λυπηθεί εκείνος».
- Ο ΜΥ1 αναγνώρισε το δελτίο ποσοτήτων που είχε χρησιμοποιήσει ο αρχιτέκτονας για να ετοιμάσει τον τελικό λογαριασμό και αυτό κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο ΜΥ1 επέμενε ότι το 5% κέρδος του εργολάβου σε σχέση με τις πληρωμές υπεργολάβου δεν περιλαμβάνεται στο συμβόλαιο το οποίο υπογράφηκε και συνεπώς δεν ήταν υποχρεωμένος να πληρώνει αυτό το ποσοστό.
- Κατά την αντεξέταση κατατέθηκε ένα μπλοκ αποδείξεων σε σχέση με πληρωμές που έγιναν προς τον εργολάβο και τους υπεργολάβους στο πλαίσιο του επίδικου έργου ως Τεκμήριο
- Από εκείνο το σημείο και μετά η αντεξέταση περιστράφηκε γύρω από τις πληρωμές προς τους υπεργολάβους. Για παράδειγμα, σε σχέση με τα κλιματιστικά ο μάρτυρας επέμενε ότι δεν υπήρχαν βάσεις ενώ του παρουσιάστηκε απόδειξη σε σχέση με αγορά βάσεων. Ο ΜΥ1 επέμενε ότι υπήρχε υπερπληρωμή σε σχέση με τα κλιματιστικά ενώ ο συνήγορος του Παραπονούμενου επιχείρησε να δείξει ότι έγιναν επιπρόσθετες εργασίες. Ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι επιχειρείται να αναμιχθούν οι εργασίες εκτός συμβολαίου που είναι εξοφλημένες με τις εργασίες που καλύπτονταν από το συμβόλαιο.
- Εκτός από τις πληρωμές στους υπεργολάβους πελεκανικών, κλιματιστικών και ειδών υγιεινής, υποβλήθηκαν ερωτήσεις σε σχέση με την τοποθέτηση φωτοβολταϊκών, ηλεκτρικών συσκευών και σκίαστρων.
- Τέθηκε ζήτημα σε σχέση με τη διαφορά του Φ.Π.Α. ύψους 19% με το μειωμένο συντελεστή Φ.Π.Α. ήτοι 5%. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι οι υπεργολάβοι ήταν απλήρωτοι και δεν δεχόντουσαν να πληρωθούν από τον ίδιο με το μειωμένο συντελεστή Φ.Π.Α. και αναγκάστηκε να πληρώσει τη διαφορά από την τσέπη του. Κατηγόρησε τον Παραπονούμενο ότι καρπώθηκε την διαφορά του Φ.Π.Α. με την επιστροφή. Ο δε κος Νεοφύτου υπέβαλε στον ΜΥ1 ότι έγινε ακριβώς το αντίθετο ήτοι ο σκοπός του ήταν να καρπωθεί τη διαφορά μεταξύ Φ.Π.Α. και Φ.Π.Α. με το μειωμένο συντελεστή που είχε πληρώσει ο εργολάβος. Ο ΜΥ1 σε μεταγενέστερο στάδιο προέβαλε ότι η υποχρέωση του κατόπιν έγκρισης από το Τμήμα Φορολογίας ήταν να πληρώνει Φ.Π.Α. με μειωμένο συντελεστή πράγμα που αμφισβητήθηκε έντονα από το συνήγορο του Παραπονούμενου.
- Ο ΜΥ1 αναγνώρισε το μήνυμα του ημερομηνίας 08.01.2021 το οποίο στάλθηκε κατά την ημέρα της ανάκλησης της Επιταγής προς τον αρχιτέκτονα ΜΚ3 και τον Παραπονούμενο. Το μήνυμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Υποβλήθηκε ότι με βάση αυτό το μήνυμα αναγνώριζε εκείνη την ημέρα ότι όφειλε €9.
- Ο ΜΥ1 εξήγησε πως ήταν με την εσφαλμένη εντύπωση ότι όφειλε εκείνο το ποσό ωστόσο ο αρχιτέκτονας ακόμα διερευνούσε την κατάσταση και δεν είχε εκδώσει τελικό πιστοποιητικό. Το τελικό πιστοποιητικό ήρθε ένα χρόνο μετά από το προηγούμενο και έδειξε υπερπληρωμή (Τεκμήριο 9). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παραπονούμενου του υπέδειξε το Τεκμήριο 12 το οποίο είχε ημερομηνία 23.09.2020 και με βάση το οποίο υπήρχε οφειλή ύψους περίπου €9.
- Ο ΜΥ1 αρνήθηκε πως το Τεκμήριο 12 ήταν τελικό πιστοποιητικό και επανέλαβε ότι ο αρχιτέκτονας εκείνη την περίοδο έστελνε προσχέδια για σκοπούς διερεύνησης.
- Ακολούθως, υποβλήθηκαν στον ΜΥ1 σειρά από ερωτήσεις σε σχέση με εργασίες οι οποίες κατά τον ισχυρισμό του συνήγορο του Παραπονούμενου δεν ενέπιπταν εντός του συμβολαίου και ήταν επιπρόσθετες. Ο ΜΥ1 παρέπεμπε στο Τεκμήριο 21 και προέβαλλε τη θέση ότι τις είχε εξοφλήσει. Σε ορισμένες περιπτώσεις ανέφερε ότι δεν είχε γνώση αν όντως ήταν επιπρόσθετες εργασίες ή αν περιλαμβάνονταν στη σύμβαση. Περαιτέρω, ορισμένες από αυτές δεν είχαν τιμολογηθεί.
- Σε σχέση με την προκαταβολή σημειώνω ότι κατατέθηκε το Τεκμήριο 32 απόδειξη και τιμολόγιο ότι πληρώθηκε η προκαταβολή του συμβολαίου. Ο ΜΥ1 εξήγησε ότι η επιταγή Τεκμήριο 3 είχε δοθεί τον Ιανουάριο του 2019 και ήταν μεταχρονολογημένη. Ακολούθως εξόφλησε το ποσό της προκαταβολής με άλλο τρόπο και για αυτό το λόγο πήρε απόδειξη (Τεκμήριο 32) και δεν κατατέθηκε η επιταγή Τεκμήριο 3 από τον Παραπονούμενο.
- Στην πρώτη σελίδα του Τεκμήριου 21 υπάρχει ένας υπολογισμός των ποσών που δόθηκαν στον εργολάβο για τις εργασίες εκτός συμβολαίου και ανέρχονται σε €6038 ωστόσο ο ΜΥ1 επέμεινε ότι το ποσό που πληρώθηκε για έξτρα εργασίες είναι €10.065,60
- Παρουσιάστηκε επίσης μια κατάσταση εργασιών οι οποίες έχουν εκτελεσθεί κατά τον ισχυρισμό του συνηγόρου του Παραπονούμενου και οι οποίες δεν έχουν τιμολογηθεί. Η κατάσταση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 προς αναγνώριση.
- Υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι το ποσό το οποίο οφείλει στον Παραπονούμενο είναι €36.948,07, ποσό το οποίο υπερκαλύπτει το ποσό της Επιταγής και συνεπώς δεν υπήρχε εύλογη αιτία για την ανάκληση της Επιταγής. Ο ΜΥ1 απάντησε ότι δεν ευσταθεί αυτό και επέμεινε ότι με βάση το τελικό πιστοποιητικό δεν υπάρχει τέτοιο ποσό. Μάλιστα, ανέφερε πως με τις υπερπληρωμές στις οποίες προέβη και τις κακοτεχνίες τις οποίες έχει σκοπό να απαιτήσει, ο Παραπονούμενος του οφείλει το ποσό των €16.275,
- Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
- Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273).
- Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητα τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.
- Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506.)
- Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45). 74. Έχει περαιτέρω, νομολογηθεί πως για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις στη μαρτυρία του θα πρέπει να είναι ουσιαστικές. Οι δε αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ενδεχόμενα να ενισχύουν την φιλαλήθεια του μάρτυρα διότι αυτό δείχνει την έλλειψη προσχεδιασμού στην εκδοχή του (Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320). 75. Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). 76. Στην περίπτωση κατά την οποία ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, αυτό γενικώς θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που προβάλλει ένας μάρτυρας (ίδετε Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720). Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό (Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited
(1987)1 Α.Α.Δ. 383). 77. Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές αφ' εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640). Ι. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ1
- Ο ΜΚ1, ενώ αρχικά μου προκάλεσε θετική εντύπωση, κατά την αντεξέταση του θεωρώ ότι υπέπεσε σε σημαντικές αντιφάσεις οι οποίες πλήττουν την αξιοπιστία του. Περαιτέρω, διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του ότι κατά την κυρίως εξέταση δεν παρουσίασε μια ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης και παρέλειψε να αναφερθεί σε ορισμένα ουσιώδη γεγονότα τα οποία δεν συνάδουν με την εκδοχή του. Για αυτό το λόγο, μεταξύ άλλων, θεωρώ ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει μια ειλικρινή και ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης.
- Κατά την αντεξέταση του, εκτός από τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε, έδιδε ασαφείς απαντήσεις σε απλά ερωτήματα και σε ορισμένα σημεία απέφευγε να απαντήσει ευθέως. Εξετάζοντας συνολικά τη μαρτυρία του διαπιστώνω ότι δεν χαρακτηρίζεται από την αναγκαία σαφήνεια, συνοχή, σταθερότητα και πειστικότητα ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Η αστάθεια στην εκδοχή του, οι αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε και οι υπεκφυγές του μου έδωσαν την εντύπωση ενός προσώπου το οποίο δεν ήταν ειλικρινής σε σχέση με τα αμφισβητούμενα θέματα.
- Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια, κενά, ελλείψεις και έλλειψη αυθορμητισμού. Ελλείπουν οι απαραίτητες λεπτομέρειες οι οποίες θα μπορούσαν να προσδώσουν αξιοπιστία στην εκδοχή του Παραπονούμενου για παράδειγμα να παρουσιάσει τιμολόγια για τις εργασίες που εκτέλεσε τα οποία παρενθετικά αναφέρεται ότι απάντησε πως είχε στην κατοχή του αλλά δεν τα παρουσίασε.
- Περαιτέρω, υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και κατά την αντεξέταση και η εκδοχή του κλονίστηκε σε βαθμό που δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων θεμάτων για να εξαγάγω οποιαδήποτε συμπεράσματα ειδικότερα σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην έκδοση της Επιταγής, τους όρους κάτω από τους οποίους δόθηκε η Επιταγή καθώς και σε σχέση τα γεγονότα κατά την κατάθεση της και τι ακολούθησε της κατάθεσης της. Παραθέτω πιο κάτω, κάποια παραδείγματα των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε.
- Αρχικά ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 2 του έδωσε επιταγή της εταιρείας Κατηγορούμενης 1 για ολοκλήρωση κάποιων εργασιών στο σπίτι του «για να μπορέσει να μετακομίσει». Ανέφερε επίσης ότι υπήρχαν διάφορα υπόλοιπα χωρίς να παρουσιάσει κάποια κατάσταση λογαριασμού στην οποία βασίστηκε για να συμπεράνει ότι υπήρχαν υπόλοιπα. Κάποιες καταστάσεις και υπολογισμοί παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση 9 και 10, κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου
- Δεν τέθηκε όμως ότι ήταν αυτές οι καταστάσεις που παρουσιάστηκαν στον Κατηγορούμενο 2 από τον Παραπονούμενου κατά την έκδοση της επίδικης Επιταγής. Το δε Τεκμήριο προς Αναγνώριση 10 φέρει ημερομηνία 20.02.
- Στη σελίδα 9 των πρακτικών ημερ. 29.11.2023 όταν επεξηγεί γιατί έλαβε την Επιταγή μεταχρονολογημένη τα όσα αναφέρει παραπέμπουν στο ότι η Επιταγή δόθηκε ως εγγύηση και γι' αυτό δόθηκε από την Κατηγορούμενη 1 η οποία θεωρείτο πως ήταν πιο αξιόχρεη από τον Κατηγορούμενο 2 με βάση τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 («Ναι. Την επιταγή την πήραμε μεταχρονολογημένη, μέχρι να έμπαιναν τα εμβάσματα που μας είχε αναφέρει ότι ήταν θέμα ημερών και μας έδωσε μεταχρονολογημένη, για να μπορέσουμε να ολοκληρώσουμε τη δουλειά»). Το ότι δόθηκε μέχρι να γίνουν εμβάσματα έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα όσα ανέφερε πως η Επιταγή δόθηκε για να κατατεθεί και να εξαργυρωθεί καθώς και με το ότι δόθηκε για ολοκλήρωση κάποιων εργασιών στο σπίτι του Κατηγορούμενου 2 «για να μπορέσει να μετακομίσει».
- Στη σελ. 15 των πρακτικών 29.11.2023 αναφέρει ότι η Επιταγή «εκδόθηκε για να εξαργυρωθεί έναντι του ποσού το οποίο του είχα παρουσιάσει εγώ με έγγραφη ανάλυση των εκτελεσθείσων εργασιών και του είχα αναφέρει ότι το υπόλοιπο είναι πολύ ψηλό και πρέπει να κάνουμε κάτι για να μπορέσει να παραλάβει το σπίτι...». Αυτή η εξήγηση διαφέρει από το ότι δόθηκε η Επιταγή για ολοκλήρωση κάποιων εργασιών καθώς και από το ότι δόθηκε μεταχρονολογημένη μέχρι να γίνουν κάποια εμβάσματα από τον Κατηγορούμενο
- Στη σελ. 18 των πρακτικών 29.11.2023 ο ΜΚ1 και πάλι μεταβάλλει τη θέση του και αναφέρει ότι «μπορεί να ήταν λάθος το ντεπόζιτο, εμείς πιάσαμε την επιταγή για να ολοκληρώσουμε τη δουλειά, πιάσαμε το ντεπόζιτο 16 Αυγούστου που ήταν να έρθει η ηλεκτρική να κάνει τον έλεγχο να κλείσουμε το σπίτι να μετακομίσει να μπει σπίτι του».
- Στη σελ. 27 των πρακτικών 29.11.2023 ο ΜΚ1 αναφέρει ότι η Επιταγή εκδόθηκε επειδή υπήρχε υπόλοιπο που ξεπερνούσε τις €30.000 με βάση τους δικούς του υπολογισμούς όχι του αρχιτέκτονα. Ακολούθως, παραδέχεται ότι ζήτησε την μεταχρονολογημένη Επιταγή από την Κατηγορούμενη 1 επειδή ο λογαριασμός του Κατηγορούμενου 2 είχε κάποια θέματα. Στη σελ. 28 των πρακτικών παραδέχεται ότι απείλησε τον Κατηγορούμενο 2 πως αν δεν του δώσει την Επιταγή δεν θα του παρέδιδε το σπίτι και την πήρε για να του τελειώσει το σπίτι και να μην μείνει «ξεκρέμαστος». Δηλαδή για ακόμη μια φορά παραδέχεται εμμέσως ότι την Επιταγή την έλαβε για σκοπούς εγγύησης για να μην μείνει εκτεθειμένος σε περίπτωση που δεν πληρωνόταν επειδή ούτε ο αρχιτέκτονας συμφωνούσε πως οφειλόταν το ποσό των €30.000, σε αντίφαση με την άρνηση του κατά την αντεξέταση ότι η Επιταγή δεν ήταν εγγυητική.
- Στη σελ. 27 των πρακτικών στην τελευταία πρόταση αναφέρει τα ακόλουθα τα οποία αναιρούν τη θέση του ότι η Επιταγή δεν ήταν για σκοπούς εγγύησης που δόθηκε: «Ε. Είπατε προηγουμένως ότι λάβατε την επιταγή για να μη μείνετε ξεκρέμαστος. Α. Μάλιστα Ε. Συμφωνείτε μαζί μου. Α. Μάλιστα. Δεν ζήτησα να προπληρωθώ, ζήτησα μια επιταγή μεταχρονολογημένη μέχρι να κανονιστεί ο πελάτης μου τον οποίο εκτιμούσα και ήθελα να τον βοηθήσω να μπει στο σπίτι του να γεννήσει η γυναίκα του σπίτι του.»
- Η πιο πάνω εκδοχή δεν συνάδει ούτε και με τις θέσεις που υποβλήθηκαν από το συνήγορο του Παραπονούμενου στον Κατηγορούμενο 2 με τη χρήση των Τεκμηρίων προς Αναγνώριση 9 και 10 τα οποία αφορούν εργασίες που δεν είχαν τιμολογηθεί. Αφού δεν είχαν τιμολογηθεί σημαίνει ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του Παραπονούμενου ότι δεν ήθελε να προπληρωθεί.
- Όταν ερωτήθηκε εάν εξέδωσε τιμολόγιο για αυτές τις εργασίες που ανέρχονταν σε €30.000 ο ΜΚ1 ανέφερε ότι εξέδωσε τιμολόγιο μετά που πήρε την απόδειξη. Σημειώνω ότι τέτοιο τιμολόγιο δεν κατέθεσε κατά την ακροαματική διαδικασία. Ο δε ισχυρισμός ότι το τιμολόγιο εκδίδεται μετά από την πληρωμή και την έκδοση απόδειξης είναι παράλογος και δεν συνάδει με την κοινή λογική. Ειδικά στην περίπτωση αυτή που ο αρχιτέκτονας δεν είχε εκδώσει πιστοποιητικό πληρωμής πως γίνεται να εκδόθηκε το τιμολόγιο και να ακολούθησε την πληρωμή και δη το ποσό το οποίο δόθηκε με την Επιταγή ως «ντεπόζιτο»; Επίσης, η θέση του ότι εξέδωσε τιμολόγιο δεν συνάδει με το ότι παρουσίασε τα Τεκμήρια 9 και 10 προς αναγνώριση που περιλαμβάνουν εργασίες που δεν έχουν ακόμη τιμολογηθεί. Αν δεν έχουν τιμολογηθεί σημαίνει πως δεν υπάρχει τιμολόγιο.
- Γενικώς, τα όσα αναφέρει πως υπήρχε ήδη υπόλοιπο και η Επιταγή είχε δοθεί για να κατατεθεί και όχι για εγγύηση δεν συνάδουν με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 και την περιγραφή της πληρωμής ως «ΝΤΕΠΟΖΙΤΟ ΓΙΑ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ» περιγραφή η οποία επίσης παραπέμπει σε κάποιο είδος εγγύησης - deposit.
- O MK1 αρνήθηκε επανειλημμένα ότι η Επιταγή δόθηκε ως εγγύηση αναφέροντας ότι εκδόθηκε για να κατατεθεί ούτως ώστε να πληρωθεί το υπόλοιπο που παρέμεινε απλήρωτο. Η εκδοχή αυτή δεν συνάδει με την πρώτη εκδοχή ως προς το αντάλλαγμα για την Επιταγή ότι δηλαδή δόθηκε «για ολοκλήρωση κάποιων εργασιών στο σπίτι του, για να μπορεί να μετακομίσει» επειδή η διατύπωση αυτή παραπέμπει σε εργασίες που θα γίνονταν στο μέλλον.
- Επίσης, ενώ κατά την κυρίως εξέταση του παρουσίασε την εκδοχή ότι δόθηκε η Επιταγή για να κατατεθεί επειδή υπήρχε υπόλοιπο, κατατέθηκε η Επιταγή του είπαν πως ο λογαριασμός έχει κλείσει και έκτοτε δεν ξαναμίλησαν με τον Κατηγορούμενο 2, κατά την αντεξέταση του αναίρεσε τον εαυτό του αφού διαφάνηκε πως απέστειλε μήνυμα στον Κατηγορούμενο 2 για να απολογηθεί διότι εκ παραδρομής κατατέθηκε η Επιταγή από τη σύζυγο του. Ο ισχυρισμός το ότι ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης 1 είχε κλείσε δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα και έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία της ΜΚ
- Η δε απολογία του μέσω του μηνύματος για το ότι κατατέθηκε εκ παραδρομής η Επιταγή δείχνει πως δεν είχε επισυμβεί το γεγονός το οποίο θα του επέτρεπε να καταθέσει την Επιταγή.
- Η δε εξήγηση του γιατί ανέγραψε ως λόγο στο Τεκμήριο 2 ότι η πληρωμή με την Επιταγή ήταν ως ντεπόζιτο για το κλείσιμο του λογαριασμού, κάθε άλλο παρά πειστική ήταν. Εν τέλει ανέφερε πως μπορεί να έκανε λάθος και απέφυγε να απαντήσει στην ερώτηση γιατί έγραψε στην απόδειξη ότι η πληρωμή ήταν ντεπόζιτο για κλείσιμο του λογαριασμού.
- Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 διαφάνηκε πως τα πράγματα δεν ήταν όσο απλά όσο τα παρουσίασε κατά την κυρίως εξέταση του. Ενώ παραδέχθηκε ότι με βάση τη Σύμβαση θα έπρεπε το ποσό που απαιτείτο από τον εργολάβο να πιστοποιηθεί από τον αρχιτέκτονα και να εκδοθεί διατακτικό, για το ποσό των €30.000, δεν υπήρχε κανένα διατακτικό. Το ποσό των €30.000 δεν ήταν πιστοποιημένο από τον αρχιτέκτονα του έργου, πράγμα το οποίο παραδέχθηκε ο ΜΚ1 κατ' επανάληψη. Ανέφερε πως βασίστηκε σε κάποια κατάσταση δική του την οποία όμως δεν παρουσίασε κατά τη μαρτυρία του. Κάποια κατάσταση παρουσιάστηκε μόνο κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου 2 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο προς αναγνώριση αρ. 10 η οποία όμως φέρει ημερομηνία 03.02.
- Στην ουσία αυτό που προκύπτει ήταν ότι ο Παραπονούμενος είχε την πεποίθηση πως ο Κατηγορούμενος 2 του οφείλει €30.000 χωρίς να μπορεί να αιτιολογήσει ή να εξηγήσει γιατί είχε αυτή την πεποίθηση.
- Η δε μαρτυρία του είναι αντίθετη με την μαρτυρία του ΜΚ3 του άλλου μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής ο οποίος επέμεινε ότι το Τεκμήριο 9 είναι ορθό και δείχνει υπερπληρωμή. Ο ΜΚ1 υπέπεσε ξανά σε αντίφαση όταν αρνήθηκε πως το Τεκμήριο 9 είναι το τελικό πιστοποιητικό καθότι ο ΜΚ3 επιβεβαίωσε ότι αυτό ήταν το τελικό πιστοποιητικό. Η μαρτυρία του περί ύπαρξης υπολοίπων εκείνο το χρόνο κατά τον οποίο εκδόθηκε η Επιταγή επίσης δεν συνάδει με τη θέση που προώθησε ο συνήγορος του κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου 2 δια μέσου της παρουσίασης των Τεκμηρίων προς Αναγνώριση 9 και 10 τα οποία αναφέρονται σε εργασίες που δεν έχουν ακόμη τιμολογηθεί (4 χρόνια μετά).
- Κατά την επανεξέταση του ο ΜΚ1 παρουσίασε και κατέθεσε χωρίς ένσταση το Τεκμήριο 7 που είναι το τελικό πιστοποιητικό αρ. 10 το οποίο εκδόθηκε από τον αρχιτέκτονα στις 23.09.2020 και στο οποίο το ποσό προς πληρωμή φαίνεται να είναι €11.828,
- Επί του εγγράφου υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις του ΜΚ1 ωστόσο δεν επεξηγήθηκε πως ακριβώς προκύπτει το ποσό των €32.424,
- Σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του δεν απαντούσε ευθέως τις ερωτήσεις οι οποίες υποβλήθηκαν από την Υπεράσπιση και απέφευγε να απαντήσει. Ενώ αναφέρει ότι αναγκάστηκε να καταθέσει την Επιταγή επειδή αυτή θα εξέπνεε αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί καθότι η Επιταγή είχε ημερομηνία 31.10.2020 και κατατέθηκε στις 07.01.2021 δηλαδή δύο μήνες και μια εβδομάδα αργότερα και πολύ πριν από την προθεσμία των έξι μηνών για τη λήξη της Επιταγής. Επίσης, το ότι αναγκάστηκε να καταθέσει την Επιταγή πριν να εκπνεύσει έρχεται σε αντίθεση με το Τεκμήριο 6, ήτοι το μήνυμα SMS προς τον Κατηγορούμενο 2 στο οποίο απολογείται που κατατέθηκε εκ παραδρομής η Επιταγή. Η θέση του ότι κατέθεσε την Επιταγή καθότι θα έληγε δε συνάδει με την κοινή λογική.
- Σημειώνω επίσης ότι στη σελίδα 21 των πρακτικών ο ΜΚ1 δηλώνει ότι ο ίδιος κατέθεσε την Επιταγή στην τράπεζα ενώ τρεις ερωτήσεις μετά παραδέχεται πως είναι η σύζυγος του που την κατέθεσε αναιρώντας τον εαυτό του.
- Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι ο ΜΚ1 ανέφερε ευθαρσώς ότι επειδή δεν υπήρχε συμφωνία ως προς το ποσό που οφείλεται ένιωσε υποχρεωμένος να πάρει τα λεφτά και «ας τρέξει» ο Κατηγορούμενος. Περαιτέρω, αυτό έρχεται σε πλήρη αντίφαση με το μήνυμα του προς τον Κατηγορούμενο και την απολογία του για το λάθος της κατάθεσης της Επιταγής. Αφενός αναφέρει με βεβαιότητα πως ο ίδιος κατέθεσε τη Επιταγή επειδή πίστευε πως ο Κατηγορούμενος του οφείλει χρήματα ενώ ακολούθως παραδέχεται πως την κατέθεσε η σύζυγος του κατά λάθος και ταυτόχρονα διερωτήθηκε «επειδή εγώ είμαι ο διευθυντής δεν μπορώ να στείλω έναν υπάλληλο μου στην τράπεζα; Εσείς τις διεκπεραιώσεις σας τις κάνετε προσωπικά στην τράπεζα;». Οι αντιφάσεις αυτές αναμφίβολα πλήττουν την αξιοπιστία του Παραπονούμενου και προκύπτει σαφώς ότι πρόκειται για πρόσωπο το οποίο δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει όλη την αλήθεια σχετικά με το τι διαμείφθηκε.
- Στην απάντηση του στη σελίδα 29 των πρακτικών σε υποβολή ότι θα μπορούσε να καταθέσει την Επιταγή μόνο αν εκδίδετο σχετικό πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα και όντως οφείλονταν τα χρήματα αυτά ο ΜΚ1 απάντησε με τρόπο που φανερώνεται η κακοπιστία του δηλαδή ότι κατέθεσε την Επιταγή για να εξασφαλίσει σφραγίδα της τράπεζας ότι υπάρχει οφειλή ύψους €30.000 έστω και αν δεν υπήρχε σχετικό διατακτικό. Η απάντηση του επίσης αποτελεί παραδοχή ότι παραβίασε τη συμφωνία του με τον Κατηγορούμενο 2 ότι θα κατατίθετο η Επιταγή μόνο αν υπήρχε τελικό πιστοποιητικό που δεν είχε πληρωθεί. Η δε απάντηση του δείχνει ότι δεν είπε την αλήθεια όταν είπε στον Κατηγορούμενο μέσω μηνύματος (Τεκμήριο 6) ότι ήταν κατά λάθος που κατατέθηκε η Επιταγή: «Όταν είπα εγώ φέρτε μου τον τελικό λογαριασμό και αν δεν οφείλεται τούτο το ποσό να σας δώσω την επιταγή σας να μου δώσετε τα λεφτά μου. Δεν μπορούσα να περιμένω περισσότερο, η πρόθεση ήταν να την έβαλλα πριν τους 6 μήνες, άσχετο αν με παρακάλεσε ο κύριος Τόλη να μην την κάνω κατάθεση, πριν τους 6 μήνες, θα την έκαμνα κατάθεση για να μπορέσω να εξασφαλίσω τη σφραγίδα της τράπεζας ως τεκμήριο ως αποδεικτικό στοιχείο ότι υπάρχει αυτή η οφειλή. Εφόσον δεν παρουσιάστηκε, βάσει των άρθρων των συμβολαίων, η οφειλή υπερβαίνει και το ποσό των €30.000 λόγω καθυστέρησης, διότι πρέπει να καλύψει και κάποιος εκείνα τα έξοδα. Εγώ τα πλήρωσα όλα και τους φόρους και όλα για εκείνα τα ποσά. Ακόμα και για τις €30.000 τις οποίες δεν πληρώθηκα. Διότι τούτα τα πράγματα έγιναν παλιά, δεν έγιναν τώρα το 2022 που αποφασίσαμε να εκδώσουμε διατακτικό.»
- Κατά συνέπεια, φαίνεται να παραδέχεται εν τέλει, μεταβάλλοντας τη θέση του, ότι συμφώνησε να πάρει την Επιταγή μέχρι την έκδοση τελικού πιστοποιητικού. Παραδέχεται επίσης την παράβαση της συμφωνίας του με τον Κατηγορούμενο 2 επειδή δεν μπορούσε να περιμένει περισσότερο.
- Σημειώνω ότι η αναφορά του ότι πλήρωσε όλους τους φόρους για τα ποσά είναι αντιφατική καθότι ο ίδιος ανέφερε σε προηγούμενο στάδιο πως τιμολόγιο εκδίδεται μετά την πληρωμή. Εφόσον δεν έγινε πληρωμή δεν μπορεί να εκδόθηκε τιμολόγιο με βάση τα λεγόμενα του ίδιου του ΜΚ
- Περαιτέρω, ο συνήγορος του παρουσίασε κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 - Κατηγορούμενου κατάλογο (Τ.πρ.Αν. 9 και 10) που έχει ως τίτλο «εργασίες που έχουν εκτελεσθεί αλλά ακόμη δεν έχουν τιμολογηθεί» και επομένως δεν μπορεί να πλήρωσε ΦΠΑ επί αυτών αν δεν εξέδωσε ακόμη τιμολόγια. Θεωρώ ότι ανέφερε πως πλήρωσε όλους τους φόρους θέλοντας να δικαιολογήσει την κατάθεση της Επιταγής πριν την έκδοση του Τελικού Πιστοποιητικού.
- Συμπερασματικά, θεωρώ ότι ο ΜΚ1 αναφορικά με ουσιώδη γεγονότα υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Ενδεικτικά αναφέρω ότι αντεξεταζόμενος αρχικά δήλωσε ότι έλαβε την επιταγή για €30,000 για να τελειώσει το σπίτι. Αρνήθηκε ότι έλαβε την επιταγή ως μια μορφή εγγύησης ωστόσο στη συνέχεια από τα λεγόμενα του στην ουσία παραδέχθηκε πως την έλαβε προκαταβολικά ούτως ώστε να μη μείνει «ξεκρέμαστος» επειδή ο Κατηγορούμενος 2 στο παρελθόν αντιμετώπιζε δυσκολίες. Ακολούθως επιχείρησε να αλλάξει την εκδοχή του και ανέφερε πως ήταν για εργασίες που εκτελέστηκαν και εκδόθηκαν τιμολόγια αλλά χωρίς να τα παρουσιάσει.
- Ωστόσο, αυτό δεν ήταν αρκετό για να αναιρέσει το τι ανέφερε προηγουμένως ότι δηλαδή ζήτησε, θέτοντας στην ουσία τελεσίγραφο στον Κατηγορούμενο 2 ότι αν δεν το πράξει δεν θα ολοκλήρωνε τις εργασίες στην κατοικία, υπό μορφή «ντεπόζιτου» (ως εξάλλου αναφέρεται και στο Τεκμήριο 2) το ποσό των €30.
- Αφενός ανέφερε ότι πήρε την Επιταγή για μην μείνει ξεκρέμαστος, αφετέρου ότι πήρε την Επιταγή για εργασίες που είχαν εκτελεστεί αλλά δεν είχαν πιστοποιηθεί από τον Αρχιτέκτονα ενώ ανέφερε επίσης κατά τρόπο αντιφατικό πως έλαβε την Επιταγή για να τελειώσει το σπίτι μέχρι να αποφασίσει ο αρχιτέκτονας πόσα οφείλονταν ή μέχρι να πληρωθεί από τον Κατηγορούμενο 2 με άλλο τρόπο. Στο τέλος παραδέχθηκε ότι παρά την μη έκδοση τελικού πιστοποιητικού κατέθεσε την Επιταγή επειδή «δεν μπορούσε να περιμένει» παραβιάζοντας κατ᾽ ουσία τα συμφωνηθέντα με τον Κατηγορούμενο
- Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 ως προς τα αμφισβητούμενα θέματα και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η Επιταγή και ειδικότερα τους όρους της συμφωνίας με τον Κατηγορούμενο 2 δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. ΙΙ. Αξιολόγηση ΜΚ2
- Η ΜΚ2 προκάλεσε στο Δικαστήριο θετική εντύπωση και έδωσε την εικόνα μιας αξιόπιστης μάρτυρα. Ήταν μια ανεξάρτητη μάρτυρας και ήταν κατατοπιστική στις απαντήσεις της. Τα όσα ανέφερε στην δεν αμφισβητήθηκαν και δεν αντεξέταστηκε. Συνεπώς αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας της. ΙΙΙ. Αξιολόγηση ΜΚ3
- Ο ΜΚ3 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε αυθόρμητα στις ερωτήσεις οποίες υποβλήθηκαν σε αυτόν δίδοντας την εικόνα ενός ειλικρινούς και αξιόπιστου μάρτυρα ο οποίος ήρθε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία για όσα γνωρίζει. Μου έδωσε την εντύπωση ενός αντικειμενικού μάρτυρα ο οποίος προσπαθούσε να είναι δίκαιος προς όλες τις πλευρές. Στην ουσία τα όσα ανέφερε δεν αμφισβητήθηκαν από το συνήγορο για την υπεράσπιση και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη.
- Επίσης ήταν πολύ προσεκτικός ούτως ώστε να μην υπεισέλθει σε ζητήματα τα οποία δεν γνώριζε όπως π.χ. για τις εργασίες «εκτός συμβολαίου». Στη μαρτυρία του δεν εντοπίζω οποιαδήποτε εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας.
- Αυτό το οποίο είναι πολύ σημαντικό από τη μαρτυρία του ΜΚ3 είναι ότι ανέφερε πως τα προηγούμενα τελικά πιστοποιητικά όπως το Τεκμήριο 7 τα απέστειλε ούτως ώστε να λάβει περαιτέρω διευκρινίσεις και ότι είναι το Τεκμήριο 9 το τελικό πιστοποιητικό και εμμένει στην ορθότητα του.
- Επομένως, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΚ3 είναι αξιόπιστη και την αποδέχομαι στο σύνολο της. ΙV. Αξιολόγηση ΜΥ1
- Ο ΜΥ1 δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν ιδιαίτερα νευρικός, εριστικός (π.χ. σελ. 5 και 6 πρακτικών ημερ. 22.05.2024) και είχε μια τάση να υπερβάλλει. Κατά την αντεξέταση του η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές, φλυαρία, υπερβολή και μια προσπάθεια να παρουσιάσει τον εαυτό του ως θύμα της όλης κατάστασης. Σε πολλές περιπτώσεις δεν απαντούσε ευθέως τις ερωτήσεις οι οποίες τίθεντο από το συνήγορο του Παραπονούμενου και απέφευγε να απαντήσει επί της ουσίας.
- Παράδειγμα υπεκφυγών εντοπίζεται στη σελίδα 7 των πρακτικών ημερ. 24.04.2024 που επικαλείται άγνοια σε σχέση με ζητήματα τεχνικά (αποκαλώντας τα «τεχνοκρατικά») ενώ σε άλλα σημεία δεν διστάζει να υπεισέλθει σε τέτοια ζητήματα. Αφενός αναγνώρισε το δελτίο ποσοτήτων Τεκμήριο 19 είχε απόψεις σχετικά με κάποια ζητήματα, σε σχέση με άλλα όμως επικαλείτο άγνοια επί τεχνικών ζητημάτων και δεν απαντούσε στις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν.
- Κατά την αντεξέταση του η οποία ομολογουμένως ήταν μακρά και επίμονη φάνηκε ότι προσάρμοζε τις απαντήσεις του στις ερωτήσεις που υποβάλλονταν και δεν απαντούσε ευθέως. Σε πολλές περιπτώσεις κατέφευγε σε ομιλίες αντί να απαντά στην ερώτηση η οποία τίθετο και προσπαθούσε να δημιουργήσει εντυπώσεις με τη χρήση υπερβολής. Για παράδειγμα όταν ανέφερε πως υπάρχουν κακοτεχνίες προσπάθησε με τη χρήση υπερβολής να προκαλέσει εντυπώσεις (σελ. 60 πρακτικά 22.05.2024).
- Δεν μπορώ να δεχτώ τη θέση του ότι εκβιάστηκε ή ότι εξαναγκάστηκε να εκδώσει την Επιταγή. Η προσπάθεια του να παρουσιάσει τον εαυτό του ως θύμα εκβιασμού δεν έπεισε το Δικαστήριο επειδή δεν συνάδει με τις πράξεις του και τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόταν ως προκύπτει από τη μαρτυρία αλλά ούτε και με τον ισχυρισμό του κατά την κυρίως εξέταση του ότι ο ίδιος πρότεινε την έκδοση επιταγής της Κατηγορούμενης 1 ως εγγύηση.
- Επίσης, για παράδειγμα κατέθεσε ο ίδιος το Τεκμήριο 18 στο οποίο υπάρχει ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε προς τον Παραπονούμενο σε απάντηση σε μήνυμα το οποίο ομολογουμένως είναι ειρωνικό και στο οποίο τον απειλεί ότι αν δεν αλλάξει τη συμπεριφορά του θα το μετανιώσει. Περαιτέρω, ο ίδιος κατηγορούσε τον Παραπονούμενο για αισχροκέρδεια και απόσπαση χρημάτων με αθέμιτα μέσα επειδή ο Παραπονούμενος διεκδίκησε κέρδος / προμήθεια ύψους 5% επί των πληρωμών προς τους υπεργολάβους τις οποίες θα διεκπεραίωνε καθώς και για βοήθεια. Ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε πως αποφάσισε να αναλάβει δράση και να μην επιτρέψει στον εργολάβο να λάβει προμήθεια για βοήθειες ή πληρωμές προς υπεργολάβους που ο ίδιος θα διεκπεραίωνε δαπανώντας χρόνο. Η όλη του συμπεριφορά, συνεπώς όπως προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία δεν δείχνει ότι επρόκειτο για θύμα το οποίο εκβιάστηκε και παρά τις επιθυμίες του εξέδωσε την Επιταγή.
- Υπήρχαν επίσης κάποιες καθυστερήσεις στις πληρωμές και σε πολλές περιπτώσεις ζητούσε πίστωση χρόνου πράγμα το οποίο παραδέχτηκε επανειλημμένα. Συνεπώς, όταν του ζήτησε ο Παραπονούμενος να δώσει κάποια εγγύηση ότι θα τον πλήρωνε, ο ίδιος πρότεινε να δώσει μια επιταγή. Διαφωνούσαν στο ποσό της επιταγής δηλαδή για το ύψος της εγγύησης. Δεν μπορώ όμως να δεχθώ ότι η διαφωνία ως προς το ποσό της επιταγής εξισώνεται με εκβιασμό από μέρους του Παραπονούμενου. Ούτε και ασκήθηκε τέτοια πίεση ώστε να στερηθεί της ελεύθερης του βούλησης. Επομένως, δεν αποδέχομαι τη θέση του ότι εξαναγκάσθηκε να εκδώσει την Επιταγή.
- Παρά τα όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να τονίσω ότι ήταν σταθερός στη θέση του ότι τα προηγούμενα του Τεκμηρίου 9 τελικά πιστοποιητικά δεν ήταν τελικά και στάλθηκαν από τον αρχιτέκτονα για σκοπούς διερευνητικούς και για λήψη διευκρινίσεων. Στην ουσία ήταν προσχέδια. Η θέση του αυτή επιβεβαιώθηκε και από τον αρχιτέκτονα ΜΚ3 ο οποίος κλήθηκε να καταθέσει από την Κατηγορούσα Αρχή. Συνεπώς αποδέχομαι αυτό τον ισχυρισμό του.
- Ως προαναφέρθηκε δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.
- Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι παρά την μακρά αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκαν τα όσα ανέφερε για τους λόγους για τους οποίους εξέδωσε την Επιταγή και τους όρους της εγγύησης δηλαδή το πότε θα ενεργοποιείτο η υποχρέωση να πληρώσει τις €30.000 της Επιταγής. Αντεξετάστηκε επί μακρόν σε σχέση με τις πληρωμές στις οποίες προέβη και τις εργασίες οι οποίες δεν τιμολογήθηκαν για να καταδειχθεί από τον Παραπονούμενο πως το ποσό το οποίο εν τέλει οφείλει ο Κατηγορούμενος 2 στον Παραπονούμενο ξεπερνά τις €30.
- Παρά ταύτα, ουδόλως αμφισβητήθηκε η θέση του Κατηγορούμενου 2 ότι η Επιταγή θα κατατίθετο μόνο εάν αρνείτο να πληρώσει το ποσό του τελικού πιστοποιητικού. Στην απουσία τελικού πιστοποιητικού ο Κατηγορούμενος θεώρησε πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε οφειλή. Δεν αμφισβητήθηκε το ότι έπρεπε να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις για την κατάθεση της Επιταγής.
- Επομένως, αποδέχομαι τη θέση του Κατηγορούμενου 2 ότι συμφώνησε με τον Παραπονούμενο πως η Επιταγή θα κατατίθετο μόνο μετά την έκδοση του τελικού πιστοποιητικού και σε περίπτωση κατά την οποία ο Κατηγορούμενος 2 παρέλειπε να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό.
- Αποδέχομαι επίσης πως ο Παραπονούμενος του ανέφερε πως αν δεν του εξέδιδε Επιταγή ως εγγύηση δεν θα του παρέδιδε το σπίτι καθότι αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί και μάλιστα επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο τον Παραπονούμενο, ωστόσο, όπως προανάφερα δεν δέχομαι ότι εκβιάστηκε.
- Γενικότερα, αποδέχομαι την εκδοχή του Κατηγορούμενου 2 σε σχέση με το τι προηγήθηκε της έκδοσης της Επιταγής και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η Επιταγή. Παρά την αρνητική εντύπωση που προκάλεσε ο Κατηγορούμενος ως μάρτυρας, η εκδοχή του σε σχέση με τα προαναφερόμενα δεν αμφισβητήθηκε και επίσης σε σχέση με αυτά τα ζητήματα ήταν σταθερός υπό την έννοια ότι κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης επανέλαβε σε διάφορες φάσεις την ίδια εκδοχή χωρίς να υποπέσει σε αντίφαση.
- Από τη στιγμή που αποδέχθηκα την εκδοχή του Κατηγορούμενου 2 ως προς το ότι η Επιταγή εκδόθηκε για σκοπούς εγγύησης, τους όρους της εγγύησης ήτοι πότε η Επιταγή θα κατατίθετο και από τη στιγμή που αποδέχθηκα τον ισχυρισμό του ότι όταν έγινε η κατάθεση της Επιταγής δεν υπήρχε τελικό πιστοποιητικό αλλά μόνο προσχέδια, παρέλκει η εξαγωγή ευρημάτων όσον αφορά τις επιμέρους πληρωμές το κατά πόσον έγιναν ή δεν έγιναν ή αν έγιναν πλήρως ή μερικώς και για το κατά πόσον υπήρχε υπόλοιπο ύψους €30.000 ή περισσότερο που να δικαιολογεί το ύψος του ποσού της Επιταγής.
- Η παρούσα υπόθεση, ως θα επεξηγηθεί κατωτέρω με περισσότερη λεπτομέρεια αφορά το κατά πόσον υπήρχε εύλογη αιτία για την ανάκληση της Επιταγής. Δεδομένου του ότι εξάχθηκε εύρημα περί της σχέσης της Επιταγής με τις εργασίες εντός της σύμβασης και με το τελικό πιστοποιητικό από τον Αρχιτέκτονα και δεδομένου του ότι μόνο ο Αρχιτέκτονας (ΜΚ3) έδωσε αξιόπιστη μαρτυρία περί του υπολοίπου, θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να προβώ σε ευρήματα για το κατά πόσον υπήρχε ή όχι εργασία που δεν τιμολογήθηκε ή αν έγιναν ή δεν έγιναν όλες οι πληρωμές που ο ΜΚ3 θεώρησε ότι έγιναν. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Οδυσσεά ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490, η μαρτυρία και οι προεκτάσεις της αξιολογούνται, προς την αξιολόγηση αυτή συναρτώνται τα ευρήματα του Δικαστηρίου στα οποία εδραιώνεται η ετυμηγορία του δικαστηρίου. Η αιτιολόγηση στοιχειοθετείται με αναφορά στα επίδικα θέματα, που, στην ποινική δίκη, καθορίζονται από το κατηγορητήριο (κατηγορίες), την αξιολόγηση της μαρτυρίας, τον καθορισμό των ευρημάτων του καθώς και τη σαφή διατύπωση της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, Pioneer Candy Ltd v. Tryfon & Sons
(1981)1 C.L.R. 540· Neophytou v. Police
(1981)2 C.L.R. 195). Η αξιολόγηση ολόκληρης της μαρτυρίας που παρατέθηκε και ειδικά αυτής σε σχέση με εργασίες που δεν τιμολογήθηκαν είναι αχρείαστη δεδομένου του ότι αυτό το οποίο είναι το ζητούμενο εν προκειμένω είναι το κατά πόσον υπήρχε εύλογη αιτία για την ανάκληση της Επιταγής και δεδομένου του ότι το Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα σχετικά με τους όρους της εγγύησης και τη συμφωνία επί του πότε θα κατατίθετο η Επιταγή. V. Ευρήματα
- Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη τις πτυχές της μαρτυρίας που δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: 125.1 Στις 29.01.2019 συνάφθηκε σύμβαση τύπου Ε3(Α) της Μ.Ε.Δ.Σ.Κ. μεταξύ του Παραπονούμενου ως εργολάβου και της πεθεράς του Κατηγορούμενου 2 ως ιδιοκτήτρια της κατοικίας σε σχέση με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών όπως λάβουν χώρα μετατροπές και προσθήκες - ανακαίνιση. 125.2 Σε μεταγενέστερο στάδιο, η κατοικία μεταβιβάστηκε στη σύζυγο του Κατηγορούμενου
- Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο το οποίο ενεργούσε για την ιδιοκτήτρια του έργου και ανέλαβε ο ίδιος να διενεργεί τις πληρωμές προς τον εργολάβο και τους υπεργολάβους για τις εργασίες που εκτελούνταν. 125.3 Υπήρχαν και εργασίες εκτός της προαναφερόμενης σύμβασης οι οποίες συμφωνούντο μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου 2, και πληρώνονταν απευθείας από τον Κατηγορούμενο
- Όταν ο Κατηγορούμενος 2 προέβαινε σε πληρωμή για εργασίες εκτός της σύμβασης εξέδιδε απόδειξη την οποία υπέγραφε ο Παραπονούμενος (Τεκμήριο 21). 125.4 Περί τις αρχές Αυγούστου του 2020 ο Κατηγορούμενος 2 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Παραπονούμενο κατά την οποία ο τελευταίος του ανέφερε ότι υπήρχε ένα μεγάλο ποσό ως οφειλή με βάση τις εκτιμήσεις του. Την ημέρα του ελέγχου της ΑΗΚ στην υπό ανέγερση κατοικία του ζήτησε να είναι παρών ώστε να του δώσει μια επιταγή ως εγγύηση. Επιπλέον, του ανέφερε ότι αν δεν εκδώσει επιταγή ως εγγύηση δεν θα του παρέδιδε την κατοχή της κατοικίας. 125.5 Στις 07.08.2020 ο Κατηγορούμενος 2 και η σύζυγος του η οποία ήταν έγκυος και κοντά στην ημέρα της να γεννήσει, συνάντησαν τον Παραπονούμενο στην κατοικία. Συζήτησαν σχετικά με τις οφειλές στις οποίες αναφέρθηκε ο Παραπονούμενος κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής τους επικοινωνίας και για ότι ο αρχιτέκτονας δεν είχε εκδώσει τελικό πιστοποιητικό. Ακολούθως του ανέφερε πως με βάση τις εκτιμήσεις του υπάρχει ένα υπόλοιπο ύψους €15.000 χωρίς όμως να τα έχει υπολογίσει ακριβώς. 125.6 Ο Κατηγορούμενος 2 πρότεινε στον Παραπονούμενο να του εκδώσει μια επιταγή για €15.000 και αν δει ότι οι εργασίες είναι για λιγότερα χρήματα τότε να του επιστρέψει τη διαφορά. Ο Παραπονούμενος δεν αποδέχθηκε το ποσό καθότι ενδεχόμενα να ήταν πολύ μεγαλύτερο. 125.7 Ο Παραπονούμενος επιθυμούσε όπως εκδοθεί επιταγή για €30.000 ως εγγύηση και με την έκδοση του τελικού πιστοποιητικού από τον αρχιτέκτονα και την πληρωμή του ποσού του πιστοποιητικού από τον Κατηγορούμενο 2 θα του επέστρεφε την επιταγή. Αν αρνείτο ο Κατηγορούμενος να πληρώσει το ποσό του τελικού πιστοποιητικού, τότε θα κατέθετε την επιταγή για να λάβει το οφειλόμενο ποσό. 125.8 Ο Κατηγορούμενος 2 παρά την αρχική του ένσταση και δεδομένου ότι χρειαζόταν να μετακομίσει άμεσα, εξέδωσε την Επιταγή ως εγγύηση με τους όρους που προαναφέρθηκαν (Τεκμήριο 1). Πρόκειται για επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό 96193016, ημερομηνίας 31.10.2020 με εκδότη την Κατηγορούμενη 1 την οποία υπογράφει ο Κατηγορούμενος 2 ως διευθυντής της. 125.9 Ο Κατηγορούμενος 2 ζήτησε και έλαβε απόδειξη για την Επιταγή από τον Παραπονούμενο (Τεκμήριο 2). Στο Τεκμήριο 2 ως λόγος για την πληρωμή αναφέρεται «ΝΤΕΠΟΖΙΤΟ ΓΙΑ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ». Η απόδειξη αναφέρει ότι λήφθηκε από την Μαριάννα Χαραλάμπους (σύζυγο Κατηγορούμενου 2) το ποσό των €30.000 ως «ντεπόζιτο» για κλείσιμο λογαριασμού, με επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας. 125.10 Στις 23.09.2020 ο Κατηγορούμενος 2 έλαβε από τον αρχιτέκτονα ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 11) στο οποίο επισυναπτόταν ο τελικός λογαριασμός που συμφωνήθηκε με τον εργολάβο (Τεκμήριο 12). Αναφέρεται ότι υπάρχει όμως διαφωνία σε σχέση με τις πληρωμές που έγιναν και του ζητείτο να ελέγξει τις πληρωμές και να προσκομίσει αντίγραφα αποδείξεων για πληρωμές που έγιναν προς τον εργολάβο. Στο Τεκμήριο 12 το οφειλόμενο ποσό ήταν €9.828,
- 125.11 Στις 25.11.2020 ο Κατηγορούμενος 2 έλαβε από τον αρχιτέκτονα ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 13) στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων "I think the Final Account is almost finalised and I attach a copy of the latest version for you to study before we meet". Στο μήνυμα επισυναπτόταν τελικό πιστοποιητικό με ημερ. 27.11.2020 στο οποίο συνίστατο η πληρωμή του ποσού των €10.847,83 (Τεκμήριο 14). 125.12 Το Τεκμήριο 12 και το Τεκμήριο 14 - που έχουν τίτλο «Τελικό Πιστοποιητικό» ήταν προσχέδια του τελικού πιστοποιητικού και αποστάλθηκαν από τον αρχιτέκτονα (ΜΚ3) για σκοπούς λήψης διευκρινίσεων και περαιτέρω λεπτομερειών. 125.13 Η Επιταγή κατατέθηκε στις 07.01.2021 παράρτημα της Ελληνικής Τράπεζας στον Άγιο Δομέτιο. 125.14 Ο Κατηγορούμενος 2 στις 08.01.2021 έλαβε ενημέρωση από την Ελληνική Τράπεζα ότι κατατέθηκε η Επιταγή από τον Παραπονούμενο. Την ίδια ημέρα έδωσε την οδηγία για την ανάκληση της Επιταγής εγγράφως με την αιτιολογία της διαφωνίας με το δικαιούχο (Τεκμήριο 8). 125.15 Ο Κατηγορούμενος 2 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στις 08.01.2021 η ώρα 02:25 μ.μ. στον αρχιτέκτονα του έργου ΜΚ3 και στον Παραπονούμενο στο οποίο παραπονείτο με έντονο τρόπο για την κατάθεση της Επιταγής χωρίς την έκδοση τελικού πιστοποιητικού (Τεκμήριο 30). 125.16 Ο Παραπονούμενος απέστειλε 2 μηνύματα SMS στον Κατηγορούμενο 2 η ώρα 03:42 μ.μ. στα οποία απολογείτο για την κατάθεση της Επιταγής και εξηγούσε ότι επρόκειτο περί λάθους: «15:42 ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΚΩΣΤΑ. ΘΕΛΩ ΝΑ ΑΠΟΛΟΓΗΘΩ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ. ΕΙΧΑ ΠΕΙ ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ ΝΑ ΠΑΡΕ ΤΟΥΣ ΦΑΚΕΛΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΚΑΙ ΕΠΙΤΑΓΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΘΕΣΗ. ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ ΟΤΙ ΘΑ ΕΣΠΕΡΝΕ (sic) ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΦΑΚΕΛΟ. ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΟΤΙ ΕΓΙΝΕ ΛΑΘΟΣ ΑΝ ΟΧΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΟΥ. 15:43 ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΠΑΛΙ ΝΑ ΠΑΣ ΣΕ ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΟΥ. ΤΙΣ ΑΠΟΛΟΓΙΕΣ ΜΟΥ. ΛΟΙΖΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ» 125.17 Στις 13.01.2022 εκδόθηκε το τελικό πιστοποιητικό από τον αρχιτέκτονα ΜΚ3 (Τεκμήριο 9) το οποίο είναι το τελευταίο τελικό πιστοποιητικό και το μόνο σωστό κατά τον ΜΚ3 και δείχνει ότι ο Παραπονούμενος οφείλει στην ιδιοκτήτρια του έργου ποσό ύψους €4.146 καθότι είχε γίνει υπερπληρωμή. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
- Το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας η οποία προσάπτεται στους Κατηγορούμενους πίπτει επί των ώμων της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
- Έχει νομολογηθεί ότι δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363) και πως εάν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή των κατηγορουμένων, τότε αυτοί θα πρέπει να απαλλαχθούν από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν (Αnastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). 128. Το άρθρο 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» 129. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154 χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (μεταξύ άλλων: TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποιν. Εφ. 96/2014, 15.04.2016): (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. 130. Η ύπαρξη ή μη διαθέσιμων κεφαλαίων για κάλυψη εκδοθεισόμενης επιταγής ουδεμία σημασία έχει κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)διότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι η έκδοση της επιταγής και η πρόκληση μη εξόφλησης πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (Ttozios, ανωτέρω). Εφόσον τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία αποδειχθούν ή γίνουν παραδεκτά γεγονότα που αποδεικνύουν αυτά, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου (εκδότη) να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε για εύλογη αιτία. 131. Σε ποινικές υποθέσεις όταν το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Υπεράσπισης για την απόδειξη οποιουδήποτε ισχυρισμού / υπεράσπισης / γεγονότος, το επίπεδο στο οποίο θα πρέπει να πράξει αυτό είναι το ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Παρατίθεται σε σχέση με αυτό το ζήτημα σχετικό απόσπασμα από το Blackstone's Criminal Practice 2024, F. 3.53: "In the exceptional cases in which the legal burden of proving an issue is borne by the defence, it is discharged by proof on a balance of probabilities. See, in the case of insanity, Sodeman v The King [1936] 2 All ER 1138; in the case of the Prevention of Crime Act 1953, s. 1, an express statutory exception, Brown (Daniel William)
(1971)55 Cr App R 478; in the case of the Homicide Act 1957, s. 2
(2), another express statutory exception, Dunbar [1958] 1 QB 1; and in the case of implied statutory exceptions under the MCA 1980, s. 101, Islington London Borough Council v Panico [1973] 3 All ER
- In Carr-Briant [1943] KB 607, D, who was convicted of an offence under the Prevention of Corruption Acts 1906 and 1916 (now repealed), was considered at that time to bear the legal burden of proving that money given or lent to an employee of a government department was not paid or given corruptly. The trial judge directed the jury that the burden on D was as heavy as that normally resting on the prosecution. Humphreys J, quashing the conviction, said (at p. 612) that 'the jury should be directed that . the burden of proof required is less than that required at the hands of the prosecution in proving the case beyond a reasonable doubt, and that the burden may be discharged by evidence satisfying the jury of the probability of that which the accused is called upon to establish'. The classic definition of proof on a 'balance of probabilities' is that of Denning J in Miller v Minister of Pensions [1947] 2 All ER 372, at p. 374: 'If the evidence is such that the tribunal can say: "We think it more probable than not", the burden is discharged, but, if the probabilities are equal, it is not."
- Εν σχέσει με το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154, η μετάθεση του αποδεικτικού βάρους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων στον κατηγορούμενο, αφορά μόνο την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας (Νικολέττης ν. Μήλου, Ποιν. Εφ. 26/2024 & 27/2024, 03.07.2020, Ttozios Management Ltd v. Κυριάκου
(2016)2 Α.Α.Δ. 277, Γλυκύς ν. Λαρτίδη, Ποιν. Έφ. 85/19, ημερ. 30.6.2021). 133. Όπως υποδείχθηκε στην N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, η οποία υιοθετήθηκε στην μεταγενέστερη Nikiforos Technologies Ltd ν. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Εφεση 18/2012 ημ. 16/4/2014, η έννοια της «εύλογης αιτίας» συνδέεται με εκείνη της καλής πίστης (bona fide), συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινά (honestly). 134. Συνεπώς, οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει δείξουν ότι οι ίδιοι ειλικρινά πίστευαν ότι είχαν το δικαίωμα να ανακαλέσουν την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι, επιπρόσθετα, αυτή του η πεποίθηση ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει (αντικειμενικό κριτήριο). Όπως με ενάργεια υποδεικνύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στις πιο πάνω υποθέσεις, η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου (εκδότη) καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διαταράσσουν την προσφερόμενη υπεράσπιση.
- Επίσης, σύμφωνα με την Nikiforos Technologies Ltd (ανωτέρω), εύλογη αιτία αποτελεί η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση της επιταγής και τα οποία παρατίθενται, γραπτώς, στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή.
- Σύμφωνα δε με την Χατζηαργυρού ν. Pamporides LLC, Ποιν. Έφεση 300/2018, ECLI:CY:AD:2019:B147, 17.04.2019, ο εκδότης της επιταγής δεν μπορεί να επικαλείται την υπεράσπιση της επιφύλαξης της εύλογης αιτίας σύμφωνα με το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154, προβάλλοντας λόγο διαφορετικό από εκείνο τον οποίο δήλωσε στην Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής. Η αιτία αυτή θα πρέπει να είναι άμεσα και αποκλειστικά συναρτώμενη με τον δηλωθέντα προς την Τράπεζα λόγο ανάκλησης. 137. Όπως συγκεκριμένα αναφέρθηκε στην TTOZIOS MANAGEMENT LTD (ανωτέρω): «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». 138. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα προϋποθέτει, βεβαίως, την ύπαρξη έγκυρης και κανονικής επιταγής ως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4 του Κεφ.154 (L.C.A. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α.
(2015)2 Α.Α.Δ. 18), και, με δεδομένο ότι μία επιταγή θεωρείται συναλλαγματική, το ζήτημα αυτό διέπεται από τις ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται για συναλλαγματικές, εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Νόμο. Εκ των προϋποθέσεων, λοιπόν, που επηρεάζουν την εγκυρότητα μίας επιταγής είναι η υπογραφή της από τον εκδότη - εντολέα της χωρίς η υπόσταση της να επηρεάζεται επειδή συμπληρώθηκε ως προς τα υπόλοιπα αναγκαία στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της, με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη της ή από τον κάτοχο αυτής για αξία. 139. Η ίδια η επιταγή συνεπάγεται την ύπαρξη νόμιμου ανταλλάγματος. Το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για ύπαρξη αντιπαροχής υπέρ του κατόχου της επιταγής άρθρο το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και στις επιταγές με βάση το άρθρο 73 του Κεφ. 262. Σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)«Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.» Το δε άρθρο 73 προνοεί: «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.»
- Σημειώνεται ότι το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο εγείρεται δυνάμει των πιο πάνω διατάξεων, ενεργοποιείται μόνο όταν ο Παραπονούμενος ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης, αποδείξει ότι είναι κάτοχος ή νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής εν τη έννοια του νόμου και κατά συνέπεια ότι νομιμοποιείται να προωθεί την υπόθεση. Η επιταγή είναι μέσο πληρωμής και για να είναι έγκυρη θα πρέπει να δοθεί αξία σε αυτή. Αξία σημαίνει αξιόλογη αντιπαροχή. Αξιόλογη αντιπαροχή (valuable consideration) μπορεί να αποτελείται από οποιαδήποτε αντιπαροχή επαρκή για να στηρίξει σύμβαση ή από οποιαδήποτε παρελθούσα οφειλή ή υποχρέωση. Η αξιόλογη αντιπαροχή μπορεί να είναι μικρής αξίας αλλά πρέπει να έχει κάποια πραγματική αξία (real value) και να μην είναι συναισθηματικής φύσης, π.χ. φυσική στοργή και αγάπη.
- Η επιταγή επομένως η οποία δίδεται αιτία δωρεάς δεν θεωρείται ότι εκδίδεται έναντι αξιόλογης αντιπαροχής και συνεπώς ο δικαιούχος δεν αποκτά δικαίωμα κατά του εκδότη (Χρ. Λουκά, Τραπεζική Επιταγή, 1ος τόμος, 2η έκδοση, σελ. 321 - 323). Αντίθετα, είναι έγκυρη και δεσμευτική για τον εκδότη η επιταγή που εκδίδεται σε αντάλλαγμα της υπόσχεσης του δικαιούχου να μην ασκήσει δικαστικά μέτρα εναντίον του ή εναντίον τρίτου προσώπου.
- Κάθε μέρος στην επιταγή του οποίου η υπογραφή φαίνεται να έχει τεθεί σε αυτή θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έδωσε αξία στην επιταγή και κάθε κάτοχος θεωρείται κάτοχος για αξία όσον αφορά τον εκδότη και τα πρόσωπα τα οποία κατέστησαν μέρη της επιταγής.
- Στην ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΤΡΙΦΤΑΡΙΔΗΣ ν. ΣΑΒΒΑ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 340/2015, ECLI:CY:AD:2017:B407, 18/12/2017 το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση επεσήμανε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Οι περιστάσεις έκδοσης των επιταγών υπήρξαν αντικείμενο αντιπαράθεσης. Ο εφεσείων δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ότι τα ποσά των επιταγών δόθηκαν σε μετρητά για τους λόγους που ανέφερε ο ίδιος στη μαρτυρία του. Στηρίχθηκε δηλαδή ο εφεσείων στη δική του μαρτυρία ως προς το στοιχείο της αντιπαροχής και η εκδοχή του δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί να έχει δεύτερη ευκαιρία και να ζητήσει εκ των υστέρων ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 30
(1). Αντίθετη κατάληξη θα σήμαινε ότι ο Νόμος αντιστρατεύεται και εξουδετερώνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το Δικαστήριο.» Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παναγιώτου ν. Φουρνίδου: «Στην παρούσα υπόθεση το κατά πόσο ο εφεσείων ήταν κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, αποτέλεσε ένα από τα σημεία αντιπαράθεσης κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Στο πρωτόδικο δικαστήριο δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η επιταγή περιήλθε στην κατοχή του εφεσείοντα, όπως και ως προς το αντάλλαγμα της. Υπενθυμίζουμε ότι τόσο η μαρτυρία του εφεσείοντα, όσο και η μαρτυρία της εφεσίβλητης και του μάρτυρα της, απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστες. Συνεπώς, το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε εφόσον ο εφεσείων, ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης, απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής.» [...]. Σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσείων απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής, ενώ στην παρούσα το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Όμως, στην προκείμενη περίπτωση, δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και κυρίως ως προς το αντάλλαγμα αυτών, λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας που δόθηκε σε συνάρτηση με αυτά τα ζητήματα. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε ούτε στην παρούσα περίπτωση.» 144. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δρούγκα ν. Μάριου, Ποιν. Εφ. 248/2018, 31.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B454 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις περιπτώσεις που ο Παραπονούμενος επιλέγει να καταστήσει το ζήτημα της αντιπαροχής επίδικο: «Εξετάσαμε την πρωτόδικη απόφαση υπό το πρίσμα των εκατέρωθεν θέσεων και να επισημάνουμε καταρχάς ότι σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(1)το αντάλλαγμα έκδοσης μιας επιταγής δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος, πλην όμως η έλλειψη αντιπαροχής συνιστά υπεράσπιση εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου το τεκμήριο ύπαρξης αντιπαροχής δεν είναι απόλυτο αλλά μαχητό. Εξ αυτού συνάγεται ότι το βάρος απόδειξης ανυπαρξίας αντιπαροχής είναι επί των ώμων του εκδότη της επιταγής, αλλά αφ΄ ης στιγμής ο αποδέκτης της επιταγής - εδώ ο εφεσείων - επιλέγει με τη μαρτυρία του να καταστήσει το ζήτημα της αντιπαροχής επίδικο, δεν μπορεί να παραπονείται ότι η επί τούτου μαρτυρία του κρίθηκε αναξιόπιστη ή ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης του υπό αναφορά ζητήματος. Σχετικές είναι οι αποφάσεις από τις οποίες άντλησε καθοδήγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο και για τους σκοπούς της παρούσης παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την Τριφταρίδης (ανωτέρω) με το οποίο συμφωνούμε και το οποίο προδιαγράφει και την τύχη της υπό κρίση έφεσης εφόσον θέματα αξιοπιστίας και συνακόλουθα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν εντάσσονται στις πρόνοιες του άρθρου 137
(1)(α) του Κεφ. 155 και επομένως δεν μπορούν να εγερθούν σε έφεση που στρέφεται εναντίον αθωωτικής απόφασης.» 145. Παρά ταύτα, η νομολογία σε σχέση με υποθέσεις ανάκλησης επιταγής καταδεικνύει ότι δεδομένης της ανακοπής της πληρωμής αυτό το οποίο είναι το ζητούμενο είναι το κατά πόσο υπάρχει εύλογη αιτία ανάκλησης της, επί τη βάσει της προπαρατεθείσας δικαιολογίας κι όχι αν υπήρχε ή όχι νόμιμο αντάλλαγμα (ίδετε μεταξύ άλλων: Nikiforos Technologies Ltd ν. Χρίστου (Αρ. 1)
(2014)2 Α.Α.Δ. 287, ECLI:CY:AD:2014:B270 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD, ανωτέρω). Θεωρώ ότι αυτή είναι η ορθολογιστική προσέγγιση του ζητήματος καθότι εάν όντως δεν υπήρχε αντάλλαγμα για την έκδοση της επιταγής αυτός αναμένεται να είναι, υπό κανονικές συνθήκες, και ο λόγος ανάκλησης της Επιταγής και συνεπώς το Δικαστήριο θα εξετάσει το αντάλλαγμα υπό το πρίσμα της ύπαρξης ή όχι εύλογης αιτίας για την ανάκληση.
- Σε σχέση με επιταγές που εκδίδονται ως εγγύηση είναι σχετική η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση PRE NEURO SPINE SPECIALISTS LTD v. ΕΥΑΓΟΡΟΥ ΧΧΧ, Ποιν. Εφ. 154 / 2021, 19.01.2024 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς το πότε ο εκδότης της επιταγής που δόθηκε ως εγγύηση νομιμοποιείται να την ανακαλέσει: «Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου η επιταγή δόθηκε ως εγγύηση για την πληρωμή του κόστους της χειρουργικής επέμβασης από την ασφάλεια του εργοδότη της Εφεσίβλητης. Τούτο εξυπακούει ότι σε περίπτωση μη καταβολής στην Εφεσείουσα του εν λόγου κόστους μέχρι την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα, τούτο θα καλυπτόταν από το ποσό της επιταγής. Με αυτό ως δεδομένο η Εφεσίβλητη νομιμοποιείτο να ανακαλέσει την επιταγή μόνο σε περίπτωση που κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, το συνολικό κόστος της χειρουργικής επέμβασης είχε ήδη καταβληθεί στην Εφεσείουσα. Το στοιχείο της ειλικρινής πίστης δικαιώματος ανάκλησης της επιταγής είναι αλληλένδετο με τον σκοπό για τον οποίο δόθηκε η επιταγή, ήτοι ως εγγύηση για το κόστος της χειρουργικής επέμβασης. Θα μπορούσε να ικανοποιηθεί μόνο σε περίπτωση που κατά την ημερομηνία που δόθηκαν οι οδηγίες ανάκλησης πληρωμής, η Εφεσίβλητη πίστευε ειλικρινά ότι το κόστος της χειρουργικής επέμβασης είχε εξοφληθεί πλήρως, και επομένως εξέλιπε το αντικείμενο της εγγύησης. Αντιθέτως, κατά την ημερομηνία που δόθηκαν οι οδηγίες για ανάκληση της επιταγής δεν είχε καταβληθεί κανένα ποσό στην Εφεσείουσα από τον Δήμο Λεμεσού ή την ασφάλεια του. Η προβαλλόμενη ως ειλικρινή πίστη της Εφεσίβλητης ότι τούτο θα γινόταν σε μελλοντικό χρόνο, δεν έδινε δικαίωμα ανάκλησης της επιταγής καθότι βρισκόταν σε αντινομία με τον σκοπό της εγγύησης για τον οποίο δόθηκε η επιταγή. Για τους ίδιους λόγους η πεποίθηση της Εφεσίβλητης ότι είχε δικαίωμα ανάκλησης της επιταγής δεν ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. Σε περίπτωση μη καταβολής του συνολικού κόστους της χειρουργικής επέμβασης από την ασφάλεια ή τον Δήμο Λεμεσού, η Εφεσείουσα δεν θα μπορούσε πλέον να εξαργυρώσει την επιταγή για να εισπράξει την οφειλή της, το οποίο αντίκειται στον σκοπό της εγγύησης για τον οποίο δόθηκε η επιταγή. Όπως και έγινε, με αποτέλεσμα το κόστος της χειρουργικής επέμβασης ανερχόμενο σε €10.000, να παραμείνει ανεξόφλητο.»
- Σχετική με το ζήτημα της επιταγής ως εγγύηση είναι επίσης η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Philippa Estates Ltd v. Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ.
- Παρά ταύτα, σημειώνω ότι στην παρούσα υπόθεση υπήρχαν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για να δικαιολογείται η κατάθεση της Επιταγής. Σε αυτό το ζήτημα θα γίνει αναφορά στην επόμενη ενότητα της παρούσης απόφασης. Ποινική ευθύνη διευθυντή εταιρείας
- Ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 δηλαδή συνεργός της Κατηγορούμενης 1 τη διάπραξη του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης της επιταγής. Tο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί μεταξύ άλλων ότι εκείνος ο οποίος παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη αδικήματος από άλλον ή παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος ή εκείνος που προάγει άλλον για διάπραξη αδικήματος θεωρείται ότι συμμετείχε στην διάπραξη και θεωρείται ένοχος και δύναται να διωχθεί ως αυτουργός.
- Όπως και σε άλλα αδικήματα, έτσι και στην παρούσα περίπτωση, ένοχος δύναται να κριθεί και ο συμμέτοχος ή συνεργός στη διάπραξή του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Βεβαίως, στις περιπτώσεις όπου ο αυτουργός ενός αδικήματος είναι κάποιο νομικό πρόσωπο, η ιδιότητα του διευθυντή ή άλλου αξιωματούχου του δεν δύναται από μόνη της να στοιχειοθετήσει την καταδίκη βάσει του εν λόγω άρθρου. Απαιτείται μαρτυρία για τη συγκεκριμένη δράση η οποία συνιστά συμμετοχή του φυσικού προσώπου στη διάπραξη του αδικήματος (Ευριβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600, Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. 708).
- Ένα από τα είδη συμμετοχής ή συνέργειας, ως καθορίζονται στο άρ. 20, του Κεφ. 154, είναι η παροχή συνδρομής (βοήθειας) σε άλλον ή η παρακίνηση άλλου να διαπράξει αδίκημα («aiding and abetting»). Η συγκεκριμένη συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, ήτοι η δράση η οποία συνιστά τη συμμετοχή αυτή, είναι δυνατόν να αφορά είτε την προετοιμασία είτε οποιοδήποτε στάδιο της διάπραξης του αδικήματος.
- Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ashworth's Principles of Criminal Law, 2022, 10η έκδοση, σελ. 478: «Αbetting involves some encouragement of the principal to commit the offence and this usually accompanies, or is implicit in, an act of aiding. Aid may be given by supplying an instrument to the principal, keeping a look‑out, doing preparatory acts, and many other forms of assistance given before or at the time of the offence».
- Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι η συνέργεια, συνδρομή ή βοήθεια δυνατόν να μην αφορά απλά μια μεμονωμένη στιγμιαία πράξη. Υπό τις κατάλληλες περιστάσεις γεγονότων και υποκειμενικής υπόστασης, είναι ενδεχόμενο να αποτελείται από σειρά ενεργειών ή από συνολική συμπεριφορά.
- Στην απόφαση στην υπόθεση Vrontis Builders Ltd κ.α. ν. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ
(2016)2 Α.Α.Δ. 518 η πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ανέφερε τα ακόλουθα: «Η συνέργεια κατά το Άρθρο 20 του Κεφ. 154, δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής. (Πουτζιουρής κ.α v. Δημοκρατίας
(1990), 2 Α.Α.Δ. 309, σελ. 346 κ.ε). Το Άρθρο 305Α ποινικοποιεί, σύμφωνα με τον πλαγιότιτλο, την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Κατά τη νομολογία, (Militos Trading Ltd ν. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609 και Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261), η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής. Η συνέργεια δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει καθ' όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης. Η έκδοση επιταγής από την εταιρεία ως νομικό πρόσωπο καθιστά βέβαια υπεύθυνη την ίδια την εταιρεία ως την εκδότρια της επιταγής, αλλά ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας που υπογράφει την επιταγή δύναται να είναι ποινικά υπεύθυνος ως συνεργός νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεση του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος». 154. Όσον αφορά το mens rea του συνεργού (secondary party) είναι σχετικά τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 179 - 190 του Smith & Hogan, Criminal Law, 11th edn. Υπό μορφή περίληψης αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 179: "
(1)the secondary party must intend to assist or encourage the principal's act, or in the case of procuring, to bring the offence about;
(2)the secondary party must have knowledge as to the facts forming the essential elements of the principal's offence, (including any facts as to which the principal bears strict liability). This includes an awareness that the principal will act with mens rea".
- Άντλησα επίσης καθοδήγηση από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2015, παρ. Α4.5 και Α4.
- Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το mens rea στις περιπτώσεις ενός συνεργού (accessory) είναι «στενότερο» από αυτό του αυτουργού (principal) καθότι χρειάζεται πρόθεση ή γνώση παρά αμέλεια ή απερισκεψία.
- Εν πρώτοις, λοιπόν, αυτό το οποίο εξετάζεται, είναι το κατά πόσον εντοπίζεται συγκεκριμένη συμπεριφορά ή δράση, η οποία να συνιστά τη συμμετοχή κάποιου στο αδίκημα άλλου προσώπου. Αυτή η δράση, αν εντοπιστεί, αποτελεί την αντικειμενική υπόσταση της συμμετοχής ή συνέργειας (actus reus).
- Η διάπραξη της πράξης ή η παράλειψη, ωστόσο, δεν είναι αφ' εαυτής αρκετή για απόδειξη του αδικήματος επί τη βάσει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, δεδομένου ότι ακόμα και στις περιπτώσεις αδικημάτων αυστηρής ευθύνης (strict liability), απαιτείται όσον αφορά το συνεργό να υφίσταται η αναγκαία γνώση ή πρόθεση, δηλαδή η υποκειμενική υπόσταση ή άλλως, η ένοχη διάνοια (mens rea). Εν ολίγοις, εάν κατά τη στιγμή της διενέργειας κάποιας πράξης (ή παράλειψης) δεν συνυπάρχει και το απαραίτητο για το συγκεκριμένο αδίκημα νοητικό στοιχείο, τότε δεν προκύπτει ποινική ευθύνη.
- Όπως περαιτέρω εξηγείται στο σύγγραμμα Archbold 2015, §17‑113 «. [i]n general the mental element of a crime must exist at the time of the physical act .». Έπεται πως η ένοχη διάνοια θα πρέπει να υφίσταται κατά τη στιγμή της συγκεκριμένης ενέργειας η οποία συνιστά τη συνέργεια. Στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, η οποία αφορούσε σε αδίκημα της συνέργειας σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του εδαφίου (γ) του άρθρου 20 του ΠΚ αναφέρθηκαν τα εξής: «Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence") Ο Devlin J. Στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» («. aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances")». 159. Ως προς την προαναφερθείσα γνώση ή πρόθεση, είναι καλώς θεμελιωμένο ότι σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία για την απόδειξή τους. Κατά κανόνα τα στοιχεία αυτά αποδεικνύονται εμμέσως, με περιστατική μαρτυρία (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 75) ή όπως αλλιώς έχει τεθεί, κατά κανόνα αυτά αναδύονται ως εξυπακουόμενα στοιχεία μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα, τα οποία αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου και περαιτέρω εννοείται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του (Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646). Ε. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
- Αφού παρατέθηκε και αναλύθηκε στην προηγούμενη ενότητα η νομική πτυχή της υπόθεσης επανέρχομαι τώρα στα γεγονότα της εν προκειμένω υπόθεσης έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου και το νομικό πλαίσιο το οποίο διέπει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι.
- Εν προκειμένω, δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη 1, ότι υπογράφηκε από τον Κατηγορούμενο 2 και ότι αυτή ανακλήθηκε με επιστολή του Κατηγορούμενου 2 προς την Ελληνική Τράπεζα την οποία υπογράφει ο ίδιος.
- Ούτε και η πρόκληση μη εξόφλησης της Επιταγής από την Κατηγορούμενη 1 αμφισβητήθηκε από τους Κατηγορούμενους. Αντιθέτως, αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι η επίδικη επιταγή δεν είχε τιμηθεί όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα καθότι είχε ανακληθεί η πληρωμή της στις 08.01.
- Ο Κατηγορούμενος 2 είχε πλήρη γνώση των γεγονότων κατά τον χρόνο ανάκλησης της Επιταγής και με βάση τη μαρτυρία του ήταν ο ίδιος ο οποίος έδωσε οδηγίες για την ανάκληση επεξηγώντας και τους λόγους για τους οποίους προέβη στην πράξη ανάκλησης.
- Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου αποδείχτηκε η έκδοση και πρόκληση μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής από τους Κατηγορούμενους. Το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας μετατέθηκε στους ώμους των Κατηγορούμενων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ttozios Management Ltd κ.α. ν. Κυριάκου
(2016)2 A.A.Δ. 277, Ευθυμίου ν. Mavanel Ltd, Ποιν. Εφ. 230/17, ημερ. 8.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:B284, ECLI:CY:AD:2019:B284, Νίκος Γλυκής ν. Λαρτίδη, Ποιν. Εφ. 86/19, ημερ. 30.6.2021). 164. Κατά συνέπεια, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)Κεφ. 154 έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, μεταθέτοντας έτσι επί των ώμων των Κατηγορουμένων το βάρος να αποδείξουν, στον απαιτούμενο βαθμό, την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών.
- Το ζήτημα αυτό, όπως προαναφέρθηκε, συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο που παρατέθηκε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν οι επιταγές, κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της πληρωμής τους, που, εν προκειμένω, είναι η διαφωνία με τον δικαιούχο με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Συναφώς, ό,τι παραμένει προς εξέταση είναι εάν, υπό τις περιστάσεις, η Κατηγορούμενη 1 ως η εκδότης της επιταγής απέσεισε το βάρος στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι υπήρχε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής, κατά τρόπο ώστε να απαλλάσσεται από την ποινική ευθύνη που το άρθρο 305 Α
(2)εναποθέτει.
- Με δεδομένο ότι η μαρτυρία του Παραπονούμενου απορρίφθηκε και με υπόβαθρο την επί του προκειμένου αξιόπιστη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 σε σχέση με τις περιστάσεις έκδοσης της Επιταγής και τους όρους της συμφωνίας τους με τον Παραπονούμενο ήτοι τους όρους οι οποίοι διέπουν την εγγύηση - deposit - θεωρώ ότι αποδείχθηκε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ανάκληση της επιταγής.
- Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου αυτό που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ήταν ότι: 168.1 Θα εκδώσει ο Κατηγορούμενος 2 μια επιταγή και εάν διαφανεί ότι οι εργασίες είναι για λιγότερα χρήματα τότε ο Παραπονούμενος να του επιστρέψει τη διαφορά. 168.2 Εκδόθηκε η Επιταγή για €30.000 ως εγγύηση - deposit / κατάθεση και με την έκδοση του τελικού πιστοποιητικού από τον αρχιτέκτονα και την πληρωμή του ποσού του πιστοποιητικού από τον Κατηγορούμενο 2 η Επιταγή θα επιστρέφετο. Αν αρνείτο ο Κατηγορούμενος 2 να πληρώσει το ποσό του τελικού πιστοποιητικού, τότε ο Παραπονούμενος θα κατέθετε την επιταγή για να λάβει το οφειλόμενο ποσό. 168.3 Στο Τεκμήριο 2 ως λόγος για την πληρωμή αναφέρεται «ΝΤΕΠΟΖΙΤΟ ΓΙΑ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ». Η απόδειξη αναφέρει ότι λήφθηκε από την Μαριάννα Χαραλάμπους (σύζυγο Κατηγορούμενου 2) το ποσό των €30.000 ως «ντεπόζιτο» για κλείσιμο λογαριασμού με επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας.
- Από τη στιγμή που δέχθηκα την εκδοχή του Κατηγορούμενου 2 για το λόγο για τον οποίο δόθηκε η Επιταγή και τους όρους και προϋποθέσεις που έπρεπε να συντρέχουν για την κατάθεση της Επιταγής και δεδομένου ότι δεν είχε εκδοθεί τελικό πιστοποιητικό πριν από την κατάθεση της Επιταγής, η κατάθεση της από τον Παραπονούμενο έγινε κατά παράβαση των προαναφερόμενων όρων. Επομένως, ο Κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ανακαλέσει την Επιταγή στις 08.01.
- Η χρήση της λέξης «ντεπόζιτο» στην απόδειξη Τεκμήριο 2 δεν ήταν τυχαία. Ο όρος "deposit" ορίζεται στο Oxford Dictionary of Law ως "a sum paid by one party to a contract to the other party as a guarantee that the first party will carry out the terms of the contract. The first party will forfeit the sum in question if he does not carry out the terms, even if the sum is in excess of the other party's loss. If the contract is completed without dispute the deposit becomes part payment".
- Εν προκειμένω δεν υπήρξε παράβαση της συμφωνίας για deposit μεταξύ των μερών για να δικαιολογείται ο Παραπονούμενος να κατάσχει την εγγύηση (i.e. forfeiture) δια της κατάθεσης της Επιταγής.
- Έχουν παρουσιαστεί γεγονότα και δεδομένα τα οποία δικαιολογούσαν την ανάκληση της Επιταγής. Η διαφωνία με τον δικαιούχο που δόθηκε ως λόγος για την ανάκληση της Επιταγής γραπτώς στην Ελληνική Τράπεζα ευθυγραμμίζεται με το λόγο της ανάκλησης ο οποίος προωθήθηκε εν προκειμένω.
- Ο Παραπονούμενος συμφώνησε ότι θα κατέθετε την Επιταγή εάν και εφόσον εκδιδόταν το Τελικό Πιστοποιητικό από τον Αρχιτέκτονα και ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν συνεπής με την πληρωμή του ποσού το οποίο πιστοποιείτο τελικώς από τον Αρχιτέκτονα. Ο ίδιος ο αρχιτέκτονας, ο οποίος έδωσε μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε επανειλημμένα πως το Τελικό Πιστοποιητικό εκδόθηκε την 13.01.2022 και ότι τα προηγούμενα δεν ήταν τελικά. Όταν δε εκδόθηκε το Τελικό Πιστοποιητικό διαφάνηκε ότι όχι μόνο ο Κατηγορούμενος δεν όφειλε χρήματα στον Παραπονούμενο αλλά μάλιστα ότι τον είχε πληρώσει περισσότερα χρήματα για τις εργασίες που διεκπεραίωσε στο πλαίσιο πάντα της σύμβασης.
- Παρατέθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 σχετική αλληλογραφία με τον αρχιτέκτονα το περιεχόμενο της οποίας ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και από την οποία προκύπτει πως τα προηγούμενα έγγραφα δεν ήταν τελικά πιστοποιητικά, ήταν ημιτελή και χρειάζονταν περαιτέρω διευκρινίσεις για να μπορεί να εκδοθεί το τελικό πιστοποιητικό. Συνεπώς, ήταν εύλογο ο Κατηγορούμενος 2 να έχει την πεποίθηση πως δεν είχε εκδοθεί το τελικό πιστοποιητικό.
- Το ότι η Επιταγή κατατέθηκε στις 07.01.2021 από τον Παραπονούμενο κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας τους επιβεβαιώνεται από το μήνυμα του Παραπονούμενου προς τον Κατηγορούμενο 2 στο οποίο απολογήθηκε για το λάθος που έγινε (Τεκμήριο 6). Για να απολογηθεί ο Παραπονούμενος και να χαρακτηρίσει την κατάθεση της Επιταγής ως λάθος σημαίνει πως στην ουσία παραδέχθηκε πως παραβίασε τους όρους της συμφωνίας τους ως προς το πότε θα ενεργοποιείτο η εγγύηση. Το μήνυμα του Παραπονούμενου επιβεβαιώνει το εύλογο της ανάκλησης τόσο από την υποκειμενική όσο και από την αντικειμενική σκοπιά.
- Το ότι ο Κατηγορούμενος 2 την ημέρα που ανακάλεσε την Επιταγή θεωρούσε πως όφειλε ένα ποσό με βάση τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 30, πεποίθηση την οποία φαίνεται να βάσιζε στο προσχέδιο του τελικού πιστοποιητικού δεν θεωρώ ότι έχει σημασία καθότι η συμφωνία μεταξύ των μερών ήταν να κατατεθεί η Επιταγή μόνο μετά την έκδοση του τελικού Τελικού Πιστοποιητικού το οποίο δεν είχε ακόμη εκδοθεί με βάση την αποδεκτή μαρτυρία μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής.
- Συνεπακόλουθα, θεωρώ ότι αποδείχθηκε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι ο Κατηγορούμενος 2 ειλικρινά πίστευε πως είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει τη Επιταγή (υποκειμενικό κριτήριο). Η πεποίθηση του Κατηγορούμενου 2 υπό τις περιστάσεις ήταν εύλογη δηλαδή καλή τη πίστει (αντικειμενικό κριτήριο).
- Υπενθυμίζω πως η ποινική ευθύνη του εκδότη της επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2)του άρ. 305 Α του Κεφ. 154 και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις. Έγιναν υποβολές κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου 2 για το ότι δεν εξοφλήθηκαν επιπρόσθετες εργασίες, εργασίες εκτός συμβολαίου αλλά και εργασίες οι οποίες περιλαμβάνονταν στη συμφωνία. Με βάση τη σχετική νομολογία οι υποβολές από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640).
- Ο Παραπονούμενος όφειλε να παρουσιάσει μια πλήρη εικόνα της κατάστασης και να εξηγήσει το κατά πόσον η Επιταγή αφορούσε και εργασίες εκτός του συμβολαίου. Αντί τούτου παρουσίασε την απόδειξη που έδωσε στον Κατηγορούμενο 2 την οποία όμως εξέδωσε στο όνομα της ιδιοκτήτριας του έργου με την οποία είχε συμβληθεί ο Παραπονούμενος και στην οποία ανέγραψε ότι επρόκειτο για «ντεπόζιτο για κλείσιμο λογαριασμού» παραπέμποντας με αυτό τον τρόπο κατά τρόπο ξεκάθαρο στη σύμβαση και συνεπακόλουθα στις εργασίες οι οποίες καλύπτονταν από αυτήν και τύγχαναν επίβλεψης και πιστοποίησης από τον Αρχιτέκτονα - ΜΚ
- Το ίδιο ισχύει και για τα Τεκμήρια προς αναγνώριση 9 και
- Με βάση τη νομολογία τα τεκμήρια προς αναγνώριση δεν αποτελούν μαρτυρία (Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση, σελ. 396, 397, Δήμος Λευκωσίας ν. Ε.L.K. Trading Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 120). Ο Παραπονούμενος είχε την υποχρέωση να προσκομίσει μαρτυρία περί του ότι υπήρχαν απλήρωτες εργασίες, πράγμα το οποίο δεν έπραξε αλλά επιχείρησε μέσω της αντεξέτασης του Κατηγορούμενου 2 και της παρουσίασης καταστάσεων ως τεκμήρια προς αναγνώριση να πείσει ότι έγιναν εργασίες οι οποίες δεν χρεώθηκαν και η αξία τους ξεπερνά το ποσό της Επιταγής. Ωστόσο, η ανάλυση αυτή έγινε 3.5 χρόνια μετά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της Επιταγής και η πληροφορία αυτή δεν υπήρχε όταν ανακλήθηκε η Επιταγή, αλλά ούτε και προωθήθηκε η θέση ότι υπήρχε.
- Περαιτέρω, η μόνη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή η οποία μάλιστα προσάχθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ότι σε σχέση με τις εργασίες του συμβολαίου όχι μόνο δεν υπάρχει υπόλοιπο αλλά υπάρχει υπερπληρωμή. Είναι κάπως παράδοξο το ότι ο ΜΚ3 που στην ουσία επιβεβαίωσε αυτά που ανέφερε ο Κατηγορούμενος 2 σε σχέση με το ότι τα τελικά πιστοποιητικά πριν την 13.01.2022 που εκδόθηκε το Τεκμήριο 9 κατ' ουσίαν δεν ήταν «τελικά», κλήθηκε να καταθέσει από την Κατηγορούσα Αρχή και στο τέλος έδειξε ότι σε σχέση με τις εργασίες του συμβολαίου υπήρχε υπερπληρωμή.
- Σημειώνω επίσης ότι το ζητούμενο δεν ήταν να καταδειχθεί το κατά πόσον υπήρχε ή όχι υπόλοιπο και το ύψος αυτού. Αυτό θα ήταν το ζητούμενο στο πλαίσιο μιας αστικής φύσεως υπόθεσης. Εν προκειμένω, το επίδικο θέμα είναι το κατά πόσον υπήρχε εύλογη αιτία για την ανάκληση της Επιταγής.
- Σημειώνω ότι ο κύριος Νεοφύτου πολύ εύστοχα επικαλέστηκε την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην PRE NEURO SPINE SPECIALISTS LTD (ανωτέρω) και εισηγήθηκε ότι από την στιγμή που το δεδομένο χρόνο δεν είχε εκλείψει ο σκοπός της εγγύησης δεν υπήρχε εύλογη αιτία για την ανάκληση της Επιταγής. Αυτό το ζήτημα έχει προβληματίσει ιδιαίτερα το Δικαστήριο.
- Ωστόσο, θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από την PRE NEURO SPINE SPECIALISTS LTD. Εν προκειμένω, αυτό το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου 2 με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ήταν ότι η Επιταγή θα κατατίθετο μόνο σε περίπτωση κατά την οποία εκδίδετο τελικό πιστοποιητικό και ο Κατηγορούμενος 2 παρέλειπε να το πληρώσει. Ο σκοπός της Επιταγής ήταν να επενεργήσει ως εγγύηση - deposit μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν πληρωνόταν το οφειλόμενο ποσό με βάση το τελικό πιστοποιητικό. Δηλαδή επρόκειτο για κάποιας συνεννόησης υπό τύπον σύμβασης υπό αίρεση. Με βάση το άρθρο 31 του Κεφ. 149 «"Σύμβαση υπό αίρεση" είναι σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη, αν γεγονός συνακόλουθο της σύμβασης επέλθει ή δεν επέλθει».
- Εν ολίγοις, θεωρώ ότι εν προκειμένω δεν είχε επέλθει το γεγονός της υποχρέωσης πληρωμής από τον Κατηγορούμενο 2 για να παραλείψει να πληρώσει και να μπορεί να ενεργοποιηθεί ή να εκτελεστεί η συμφωνία εγγύησης. Από τη μαρτυρία και το γεγονός ότι το Τεκμήριο 2 εκδόθηκε προς την σύζυγο του Κατηγορούμενου 2 και όχι στον ίδιο ως «ντεπόζιτο» φαίνεται πως η εγγύηση αφορούσε τη σύμβαση (Τεκμήριο 5) και τις εργασίες που καλύπτονταν από αυτή και πληρώνονταν με την έκδοση διατακτικού από τον αρχιτέκτονα.
- Ο Παραπονούμενος κακόπιστα και χωρίς την έκδοση τελικού πιστοποιητικού αποφάσισε μονομερώς να καταθέσει την Επιταγή καίτοι απολογήθηκε μετά γι' αυτό μέσω μηνύματος. Εάν ένιωθε ότι καθυστερούσε η έκδοση του τελικού Τελικού Πιστοποιητικού από τον αρχιτέκτονα θα έπρεπε να το συζητήσει με τον ίδιο τον αρχιτέκτονα και τον εργοδότη και όχι να σπεύσει να καταθέσει την Επιταγή για να τεθεί σε αυτήν η «σφραγίδα» ως ο ίδιος ανέφερε.
- Το ότι δεν είχε εκδοθεί τελικό πιστοποιητικό αλλά μόνο προσχέδια το επιβεβαίωσε ο μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής ο αρχιτέκτονας του έργου ο οποίος εξέδωσε το τελικό πιστοποιητικό μετά την κατάθεση της Επιταγής και αυτό στο οποίο κατέληξε ήταν ότι όχι μόνο δεν υπήρχε οφειλή αλλά έπρεπε να υπάρξει επιστροφή στον εργοδότη και τον Κατηγορούμενο
- Από τη στιγμή που το τελικό πιστοποιητικό έδειξε ότι δεν οφείλεται κανένα ποσό σημαίνει ότι έχει εκλείψει και ο σκοπός της εγγύησης με τη διαφορά ότι αυτό έλαβε χώρα μετά την ανάκληση της Επιταγής.
- Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, οι Κατηγορούμενοι απέδειξαν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η ενέργεια τους για ανάκληση της επιταγής ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Επί της εισήγησης της Υπεράσπισης ότι η Επιταγή δεν είχε εκδοθεί έναντι αντιπαροχής / ανταλλάγματος
- Παρότι η εξέταση της εισήγησης ότι δεν υπήρχε αντάλλαγμα για την Επιταγή παρέλκει ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, για σκοπούς πληρότητας και σε περίπτωση κατά την οποία η πιο πάνω κατάληξη μου κριθεί ως λανθασμένη, παραθέτω τα ακόλουθα:
- Εν προκειμένω, θεωρώ ότι δεν τίθεται ζήτημα ανταλλάγματος ως εισηγείται ο κύριος Αντωνίου εκ μέρους της Υπεράσπισης. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 ότι εξέδωσε την Επιταγή ως εγγύηση - deposit / κατάθεση η οποία θα κατατίθετο σε περίπτωση κατά την οποία εκδίδετο τελικό πιστοποιητικό από τον αρχιτέκτονα και ο Κατηγορούμενος 2 παρέλειπε να πληρώσει. Συνεπώς, υπήρχε αντάλλαγμα για την Επιταγή. Σχετικό είναι και το άρθρο 85 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 με βάση το οποίο «κάθε πράξη ή υπόσχεση προς όφελος του πρωτοφειλέτη, δύναται να αποτελεί επαρκή αντιπαροχή για τον εγγυητή για την παροχή της εγγύησης».
- Επιπρόσθετα, με βάση την προπαρατεθείσα νομολογία στις περιπτώσεις ανάκλησης επιταγής το ζητούμενο είναι το κατά πόσον οι Κατηγορούμενοι κατέδειξαν εύλογη αιτία ανάκλησης και όχι αν υπήρχε ή όχι νόμιμο αντάλλαγμα (μεταξύ άλλων Nikiforos Technologies Ltd και Ttozios Management Ltd).
- Επίσης, το ζήτημα του εξαναγκασμού και εν γένει του ανταλλάγματος δεν είχε δοθεί ως λόγος ανάκλησης στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η Επιταγή. Συνεπώς, δεν μπορεί να εξεταστεί καθότι δεν είναι άμεσα και αποκλειστικά συναρτώμενα με τον δηλωθέντα στην τράπεζα λόγο ανάκλησης.
- Σε σχέση με τη θέση ότι δεν υπήρξε αντιπαροχή καθότι η Κατηγορούμενη 1 κλήθηκε να πληρώσει χρέος τρίτου προσώπου ήτοι της ιδιοκτήτριας του έργου: 193.1 Σημειώνεται εν πρώτοις ότι παρελθούσα οφειλή ή υποχρέωση θεωρείται αξιόλογη αντιπαροχή ανεξάρτητα εάν η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει ή σε μέλλοντα χρόνο. Όμως για να δικαιολογείται ο πιστωτής - δικαιούχος της επιταγής να μην δώσει νέα αξία στην επιταγή, πρέπει η επιταγή να έχει εκδοθεί από τον ίδιο τον οφειλέτη - εκδότη. Εάν η επιταγή εκδοθεί από τρίτο πρόσωπο τότε ο πιστωτής είναι υποχρεωμένος να δώσει νέα αξία στην επιταγή. 193.2 Συνεπώς, για να συνιστά αξιόλογη αντιπαροχή η παρελθούσα οφειλή ή υποχρέωση πρέπει να είναι οφειλή ή υποχρέωση του εκδότη και όχι του τρίτου προσώπου. Εάν η υποχρέωση είναι υποχρέωση τρίτου προσώπου, για να υπάρξει ευθύνη του εκδότη πρέπει να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ της λήψης της επιταγής και της παρελθούσας οφειλής ή υποχρέωσης όπως η ρητή ή σιωπηρή υπόσχεση αποφυγής λήψης δικαστικών μέτρων σε σχέση με την οφειλή ή υποχρέωση του τρίτου προσώπου (Χρ. Λουκά, Τραπεζική Επιταγή σελ. 332 και εντεύθεν). 193.3 Σχετική είναι η απόφαση του Court of Appeal στην Oliver v Davis and Another [1949] 2 All ER 353 στην οποία βασίστηκε και η Υπεράσπιση. Τα γεγονότα παρατίθενται εν συντομία στην σελ. 333 του συγγράμματος Τραπεζική Επιταγή του Χρ. Λουκά. Εκεί η εκδότρια εξέδωσε επιταγή προς τον Oliver για χρέος του Davis ο οποίος διαφάνηκε πως ήταν απατεώνας και συνεπώς ανακάλεσε την επιταγή. Η αγωγή του Oliver εν τέλει απορρίφθηκε καθότι δεν έδωσε αξιόλογη αντιπαροχή προς την εκδότρια και ούτε απέδειξε οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα στην λήψη της επιταγής και στο χρέους του Davis σε αυτόν. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση του Sir R. Evershed, Master of the Rolls: "With all respect, I cannot agree that that is an exhaustive statement of the case. An antecedent debt or liability of a third party in vacuo cannot form a valuable consideration. Some connection at the least must be shown between the receipt of the bill and the debt, and, even though the motives of the second defendant were as the learned judge stated, there is no doubt that they were not communicated at the material time to the plaintiff. In my judgment, there is nothing in this case which can provide a consideration for the cheque by reference to the antecedent debt or liability of Davis, and nothing which would allow the court to infer any forbearance, any change of attitude to his detriment, on the part of the plaintiff, as a result of this cheque, in regard to Davis and his claim on Davis's cheque. For these reasons, with all respect to the learned judge, I think that the plaintiff ought not to have obtained judgment against the second defendant on the cheque. I confess I am not sorry to reach that conclusion, for it seems to me that the contrary result would in the circumstances of this case have offended against common sense. I think, therefore, that this appeal should be allowed." 193.4 Είναι αξιοσημείωτο ότι το Δικαστήριο έκρινε πως οποιαδήποτε άλλη κατάληξη θα ήταν αντίθετη με την κοινή λογική. Στην παρούσα περίπτωση όμως τα περιστατικά διαφέρουν από αυτά της Oliver v. Davis υπό την έννοια ότι αποδείχθηκε κάποια σχέση μεταξύ της λήψης της Επιταγής και του χρέους. Περαιτέρω, η εν προκειμένω Επιταγή δόθηκε ως εγγύηση / κατατέθηκε ως deposit με τον Παραπονούμενο σε περίπτωση κατά την οποία παρέλειπε ο Κατηγορούμενος 2 να εξοφλήσει το Τελικό Πιστοποιητικό. 193.5 Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 εξήγησε ότι εκτελούσε τις πληρωμές προς τον εργολάβο και ότι τις είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου μάλιστα κατά την αντεξέταση του εξήγησε ο ίδιος της σχέση μεταξύ της Κατηγορούμενης 1 και του ιδίου και το λόγο για τον οποίο εξέδωσε την Επιταγή. Ο Κατηγορούμενος 2 με βάση τη μαρτυρία του έδωσε επιταγή της εταιρείας στην οποία είναι μέτοχος και διευθυντής ως εγγύηση - deposit για να διασφαλιστεί ότι θα παρέδιδε το σπίτι στο οποίο ο ίδιος θα κατοικούσε με την οικογένεια του ο εργολάβος στον οποίο οφείλονταν χρήματα για εργασίες. Η παρούσα υπόθεση ξεκάθαρα διακρίνεται από την Oliver v. Davis και συνεπώς αυτή η θέση όπως προβλήθηκε από την υπεράσπιση απορρίπτεται. ΣΤ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας στην πρόκληση μη εξόφλησης της επιταγής και συνεπακόλουθα οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν.
- Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια με βάση το άρθρο 169 του Κεφ. 155, αυτά επιδικάζονται εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής και υπέρ των Κατηγορούμενων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ. ________________ Χ. Σατσιάς Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡAΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο