Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. ν. Ανδρέα Νικολάου κ.α., Γεν. Αίτηση: 698/04, 14/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση: 698/04 Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Αιτητών -και-
- Ανδρέα Νικολάου
- Ρογήρου Πλουτάρχου
- Γεωργίου Μιλτιάδους
- Στέφανου Νικολαΐδη Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση των Αιτητών ημερομηνίας 22.08.23 για άδεια εκτέλεσης Απόφασης Ημερομηνία: 14η Νοεμβρίου, 2024 Για Αιτητές: κος Βασιλειάδης Για Καθ' ου η Αίτηση 3: κα Χριστοδούλου Για Καθ' ου η Αίτηση 4: κος Χειμώνας με κο Χατζιδάκι Απόφαση (Η Απόφαση αποστέλλεται στους συνηγόρους των διαδίκων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Περίπου δύο δεκαετίες πέρασαν από τότε που οι προκάτοχοι των εδώ Αιτητών ενέγραψαν στο Δικαστήριο διαιτητικές αποφάσεις που είχαν εξασφαλίσει εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Με την κρίσιμη αίτησή τους ζητούν από το Δικαστήριο να τους χορηγήσει άδεια για να εκτελέσουν την Απόφαση με την οποία ενεγράφησαν οι διαιτητικές αποφάσεις. Η αίτηση βασίζεται στις παλαιές Διαταγές 40
(8), 48(1-4, 8
(1)(κκ) και 57 και στηρίζεται από ένορκη δήλωση λειτουργού της εταιρείας που ανέλαβε χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων («ΚΕΔΙΠΕΣ»). Δεν θα επαναλάβω αυτολεξεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, αρκεί όμως να συνοψίσω ότι σε αυτή αναφέρεται ότι, κατόπιν έκδοσης διαιτητικών αποφάσεων εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, αυτές ενεγράφηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κατά τις 10.12.04 εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4 και στις 14.01.2005 εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 1, με ισχύ δικαστικών Αποφάσεων (οι «Αποφάσεις»). Οι Αιτητές δεν έλαβαν, κατά την εικοσαετία που μεσολάβησε μεταξύ της εγγραφής και της παρούσας αίτησης, οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης των Αποφάσεων. Η απραξία τούτη αποδίδεται σε προσωρινή απώλεια του φάκελου της υπόθεσης ή και λανθασμένης αρχειοθέτησης του ή και στο ότι ο φάκελος παρέπεσε (διατηρούνται οι διαζευκτικοί λόγοι που προβάλλονται στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που στήριξε την Αίτηση), λόγω των μετονομασιών ή και συγχωνεύσεων των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων τα οποία ενεπλάκησαν κατά καιρούς με την παρούσα υπόθεση. Επίσης αναγράφεται το σημερινό υπόλοιπο του εξ΄ αποφάσεως χρέους, αλλά και η πρόθεση των Αιτητών, νοουμένου ότι η αίτηση εγκριθεί, να λάβουν πράγματι μέτρα εκτέλεσης. Το παρόν Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της αίτησης αρχικά μονομερώς, έκρινε ορθό όπως δώσει οδηγίες αυτή να επιδοθεί, προκειμένου να ακουστούν - εάν το επιθυμούσαν - και οι Καθ' ων η Αίτηση. Εμφανίστηκαν στη διαδικασία διά δικηγόρων οι Εναγόμενοι 3 και 4, ενώ ως καταγράφηκε στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.04.2023 οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 έχουν - βάσει ενημέρωσης που έτυχε ο δικηγόρος των Αιτητών - αποβιώσει και ζητήθηκε όπως η αίτηση για αυτούς αποσυρθεί, πράγμα που έγινε. Εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση 3 και 4 καταχωρίστηκαν αντίστοιχες ενστάσεις που εδράστηκαν κατ' ουσία στην ίδια νομική βάση όπως και η αίτηση. Ο Καθ' ου η αίτηση 3 στη δική του ένσταση προβάλλει 15 λόγους για τους οποίους η ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί. Την ένστασή του συνόδευσε ένορκη δήλωσή του, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι κατά τον χρόνο που οι Αιτητές παρέμειναν χωρίς να λάβουν μέτρα εκτέλεσης ο τόκος, τα έξοδα και οι χρεώσεις στο εξ΄ αποφάσεως ως χρέος αυξήθηκαν. Προβάλλει δε ότι η αίτηση καταχωρίστηκε με καθυστέρηση 6 και πλέον ετών από την εκπνοή της ισχύος της Απόφασης χωρίς να παρατίθεται αιτιολογία για την παράλειψη τούτη και επιπρόσθετα ότι στο διάστημα που μεσολάβησε ο τόκος που φέρει το εξ΄ αποφάσεως χρέος δεν αντικατοπτρίζει τα σημερινά δεδομένα των συνήθων επιτοκίων που χρεώνουν οι τράπεζες. Καταλήγει δε στο ότι οι συνθήκες διαβίωσης του έχουν αλλάξει ριζικά. Χάριν πληρότητας σημειώνω ότι σε προηγούμενες παραγράφους της ένορκης δήλωσης προβάλλεται και ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της ίδιας της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του λόγω μη συμπερίληψης σε αυτήν ενημέρωσης αναφορικά με τον χρόνο για καταχώρηση έφεσης εναντίον της. Ο Καθ' ου η αίτηση 4 προβάλλει με τη σειρά του 27 λόγους ένστασης, οι οποίοι άπτονται τόσο των πραγματικών, όσο και νομικών ζητημάτων, τα οποία, κατά τη γνώμη του, το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει ως επαρκή για ν' απορρίψει την αίτηση. Στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωσή του, ο Καθ' ου η αίτηση 4, προβαίνει στη δική του εξιστόρηση των γεγονότων που οδήγησαν στην υπογραφή των χρεωστικών γραμματίων, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο της διαιτητικής απόφασης και προβάλλεται ότι το ποσό που αναγράφεται ως υπόλοιπο του εξ΄ αποφάσεως χρέους δεν στηρίζεται από οποιανδήποτε κατάσταση λογαριασμού και είναι αυθαίρετο. Πέραν τούτου, επειδή ο ίδιος ο ομνύοντας θυμάται ότι για το συγκεκριμένο χρεωστικό γραμμάτιο υπεγράφη ως εξασφάλιση ομαδική ασφάλειας ζωής ισχυρίζεται ότι, με τον θάνατο του Καθ' ου η αίτηση 1 τον Ιούνιο του 2021, οι Αιτητές θα έπρεπε να προέβαιναν σε ενέργειες για να εισπράξουν το λαβείν τους από εκεί. Σχετικά με τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι ναι μεν δεν λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης, αλλά ότι ο λόγος που τούτο έγινε αφορούσε τις μετονομασίες και συγχωνεύσεις πιστωτικών ιδρυμάτων, ο ομνύοντας αναφέρει ότι, τουλάχιστον μεταξύ των ετών 2004 δηλαδή από την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης εναντίον του μέχρι και το 2013 όπου αναφέρεται ως ο χρόνος που ξεκίνησαν οι μετονομασίες και συγχωνεύσεις, ουδέν μέτρο λήφθηκε από τους Αιτητές προς εκτέλεση της Απόφασης. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 είχε σε κάθε περίπτωση εισοδήματα αλλά και πάλι ανεξήγητα οι Αιτητές δεν έλαβαν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του ούτε καν χρησιμοποιώντας τον όρο 9 των χρεωστικών γραμμάτιων για να εισπράξουν από το εφάπαξ του κατά την αφυπηρέτηση του. Έπειτα και προς περαιτέρω υποστήριξη της ένστασής του, ο Καθ' ου η Αίτηση 4 προέβη σε καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην οποία επισύναψε χρεωστικό γραμμάτιο, το οποίο ισχυρίζεται ότι αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση, δηλαδή ότι εξ΄ αυτού προέκυψε διαιτητική απόφαση και εκδόθηκε αντίστοιχα αλλά και η οποία μετέπειτα ενεγράφη στο Δικαστήριο. Ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των διαδίκων καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο, τις οποίες συνοψίζω ως ακολούθως: Από πλευράς του ο δικηγόρος των Αιτητών εισηγείται ότι η εξέταση του Δικαστηρίου θα πρέπει ν' αφορά το κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα νοουμένου ότι η αίτηση περιλαμβάνει την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης, το οφειλόμενο, την πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και να δικαιολογείται, η όποια καθυστέρηση. Παραπέμπει σχετικά σε Κυπριακή Νομολογία στη βάση της οποίας τονίστηκε ότι το πιο σημαντικό κριτήριο είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ΄ αποφάσεως χρεώστη. Κατά το συνήγορο, οι προϋποθέσεις εν προκειμένω πληρούνται και συγκεκριμένα εισηγείται ότι κανένας δυσμενής επηρεασμός δεν έχει υπάρξει εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση, ενώ η όποια καθυστέρηση οφείλεται στις μετονομασίες και συγχωνεύσεις την Αιτήτριας αλλά και - όπως την αποκαλεί - τη συνακόλουθη κατάρρευση του Συνεργατισμού. Η συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση 3 εισηγείται ότι οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος δεν συντρέχουν και συγκεκριμένα αναφέρει ότι μεταξύ των ετών 2004 και 2013, χρόνος εις τον οποίο οι προβαλλόμενοι λόγοι για την καθυστέρηση από πλευρά Αιτήτριας δεν ενυπήρχαν, δεν δικαιολογείται. Στο μεσοδιάστημα ο Καθ' ου η αίτηση 3 δεν εργάζεται πλέον και οι οικονομικές του συνθήκες έχουν αλλάξει και ο ίδιος ουδέποτε ενοχλήθηκε για να ληφθούν μέτρα εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του αφήνοντας να πιστεύει ότι το δάνειο έχει διευθετηθεί. Με τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του Καθ' ου η αίτηση 4 γίνεται αναφορά σε Κυπριακή Νομολογία και τονίζεται ότι το σημαντικότερο κριτήριο είναι ο δυσμενής επηρεασμός του χρεώστη, αλλά και ότι δυσμενής επηρεασμός σημαίνει ότι ο εξ΄ αποφάσεως πιστωτής αφήνει με την απραξία του με τον εξ΄ αποφάσεως οφειλέτη να πιστεύει ότι δεν θα προχωρήσει με εκτέλεση της Απόφασης. Ο συνήγορος αναφέρει, ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν ήδη αφυπηρετήσει και τα εισοδήματά τους έχουν κατ' αναλογία μειωθεί, ότι στην αίτηση δεν επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με το υπόλοιπο, αλλά και μέμφεται τη συμπεριφορά των Αιτητών να μην λάβουν μέτρα εκτέλεσης για τα χρόνια που διέρρευσαν. Ως προς τη νομική πτυχή του εδώ επίδικου θέματος, σύμφωνα με τη σχετική Διαταγή 40 Θ.8 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού: «Όταν παρέλθουν δώδεκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι.». Η Νομολογία επί της ερμηνείας της Δ.40, θ.8 είναι πλούσια. Στην απόφαση 1. Ορφανίδη κ.α. ν. S. & G. Securities And General Finance Ltd, Πολ. Έφεση 302/2013, ECLI:CY:AD:2021:A132 ημερομηνίας 8.4.21 με παραπομπή στην προγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σταυρινίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία, Πολ. Έφεση 367/12, ημερομηνίας 17.01.19, ECLI:CY:AD:2019:A11, αναφέρθηκε ότι ο αιτητής πρέπει να προσδιορίσει την ημερομηνία το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμη υπόλοιπο και να τεκμηριώνεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης αλλά και δέον να αιτιολογείται και τυχόν καθυστέρηση. Στη δε Astrapi Commision Agents Ltd. κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ., Πολ. Έφεση Ε107/13, ημερομηνίας 21.02.19 αναφέρθηκε ότι πιο καθοριστικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη. Επίσης στην απόφαση Ορφανίδης (ανωτέρω), τούτη τη φορά με αναφορά στην προηγούμενη απόφαση Κτωρίδης ν Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Έφ. 290/2010, ημερομηνίας 19.06.14 αναφέρθηκε ότι: «η λυδία λίθος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, και το πιο σημαντικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη (βλ. Westacre Investments Inc. v. Yugoimport SDPR [2008] EWHC 801 και Good Challenger Navegante SA v. Mineralexportimport SA [2004] 1 Lloyd΄s Rep. 67)». Ως τέτοιος προσδιορισμός του δυσμενούς επηρεασμού θα πρέπει να θεωρείται πως ο εξ αποφάσεως πιστωτής αφήνει τον εξ αποφάσεως οφειλέτη να πιστεύει πως η απραξία του σημαίνει πως δεν πρόκειται να εκτελέσει». Ενώ στην 1. Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί (Εργολάβοι) Λτδ. κ.α. ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ., Πολ. Έφεση 179/2013, ημερομηνίας 27.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:A492, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «ο κανόνας φαίνεται να είναι ότι η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται εναντίον της έγκρισης της αίτησης για εκτέλεση, μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα ετών, εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που δείχνουν ότι η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Το βάρος απόδειξης ότι ο αιτητής δικαιούται αδείας εκτέλεσης το φέρει ο ίδιος ο αιτητής (δέστε, ΣΠΕ Κοντέας, ανωτέρω). Επομένως δεν αποτελεί δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή, η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μετά την παρέλευση των δέκα ετών και ο εξ αποφάσεως πιστωτής οφείλει να δώσει εξηγήσεις, στην απουσία ειδικών περιστάσεων, για το λόγο της καθυστέρησης. Όμως όπως υποδείχθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευσταθίου κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 47/13, ημερ. 10.6.2019: «.Εν προκειμένω υπεισέρχεται και η κυπριακή πραγματικότητα με τις δυσχέρειες εκτέλεσης και τις συνεπαγόμενες μεγάλες καθυστερήσεις, η οποία δεν πρέπει να παραβλέπεται με μηχανιστική μεταφορά της αγγλικής νομολογίας. Ο περιορισμός που θέτει η Δ.40 κ.8 δεν είναι μηχανιστικός ή τυπολατρικός. Αποβλέπει στην ουσία και η ουσία έγκειται στην άσκηση εποπτείας και ελέγχου από το δικαστήριο προς αποτροπή καταχρηστικής ή άδικης συμπεριφοράς εκ μέρους του εξ αποφάσεως δανειστή. Το βασικό αυτό πλαίσιο τέθηκε προ πολλού και με ενάργεια στην Panaou v. Haji Christofi
(1963)2 CLR 19, ως ακολούθως: «The execution of a judgment is a matter under the Court's supervision and control; and cannot be allowed to be used for purposes of unnecessary oppression as the circumstances of the present case would seem to suggest; or, indeed, for any purpose, other than the proper satisfaction of the Court's judgment, under the Court's control.»». Υπό το φως των πιο πάνω, επανέρχομαι στην εδώ κρίσιμη αίτηση: Στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την Αίτηση περιλαμβάνονται τόσο η ημερομηνία έκδοσης - ουσιαστικά εγγραφής - της Απόφασης, το αρχικό ποσό των ΛΚ4,660.83, το σημερινό υπόλοιπο, δηλαδή το ποσό των €25,154.15 και το γεγονός ότι οι Αιτητές δικαιούνται σε εκτέλεση επειδή κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της Ένορκης Δήλωσης. Έπεται ότι οι Αιτητές, προκειμένου η αίτησή τους να πληρούσε τις ελάχιστες νομολογιακώς καθορισθείσες προϋποθέσεις, θα έπρεπε να αιτιολογήσουν και την καθυστέρηση στην καταχώρισή της. Εκ του φακέλου της διαδικασίας, διαπιστώνω ότι δεν προηγήθηκε άλλη προσπάθεια να ληφθεί άδεια για εκτέλεση της Απόφασης. Άλλωστε, με το Αιτητικό Α της αίτησής τους, οι Αιτητές ζητούν να παραταθεί και ο χρόνος καταχώρισής της. Παρεμβάλλω ότι το αίτημα για παράταση του χρόνου δεν μπορεί, εν προκειμένω, παρά να χαρακτηριστεί ως αλυσιτελές, μια και, εκ της ίδιας της Διαταγής 40, προκύπτει ότι η Αίτηση δεν αποκλείεται από το να καταχωριστεί και μετά την παρέλευση των 12 ετών από την Απόφαση αφενός, αλλά και στην ίδια την ένορκη δήλωση που στήριξε την αίτηση αναφέρεται ότι δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης κατά το διάστημα μετά την πάροδο των δώδεκα ετών, αφετέρου. Εν πάσει όμως περιπτώσει, αιτιολόγηση ειδικά για την καθυστέρηση στην καταχώριση της κρίσιμης αίτησης δεν περιλαμβάνεται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση. Στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που στήριξε την αίτηση, επεξηγούνται μόνον οι λόγοι για τους οποίους δεν λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης. Θεωρώ σκόπιμο να την παραθεσω αυτολεξεί: «Κατόπιν σχετικής έρευνας για εντοπισμό τυχών μέτρων που λήφθηκαν στο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, διαπιστώθηκε ότι, η Αιτήτρια δεν προέβη σε οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης κατά τα προηγούμενα χρόνια και αυτό έγκειται στο γεγονός ότι κατόπιν της Απόφασης και κατά τα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι και σήμερα, τα διάφορα ΣΠΙ μετονομάζονταν και/ή συγχωνεύονταν με άλλα ΣΠΙ με αποτέλεσμα ο φάκελος της παρούσας υπόθεσης να παραπέσει και/ή αρχειοθετηθεί λανθασμένα και/ή απωλεσθεί». Τα πιο πάνω σκοπούν μεν να επεξηγήσουν για πoιό λόγο δεν λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης από πλευράς Αιτητών, αλλά, ως προανέφερα δεν παρέχουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης. Πιθανώς η παράλειψη καταχώρισης αίτησης για άδεια εκτέλεσης να οφείλεται στους ίδιους λόγους για τους οποίους δεν λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης, πλην όμως τούτο δεν αναφέρεται ρητώς, αλλ' ούτε και μπορεί ν' αποτελέσει και συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα από την δοθείσα αιτιολογία. Η πιθανολόγηση γίνεται από το Δικαστήριο για να διασκεδαστεί το ενδεχόμενο η καθυστέρηση να έγκειται στους πιο πάνω λόγους, αλλά σκοπός της πιθανολόγησης δεν είναι άλλος από το να επεξηγηθεί αναλυτικότερα η τελική κατάληξή του. Με άλλα λόγια η καθυστέρηση στην καταχώριση της κρίσιμης αίτησης δεν αιτιολογείται από τους Αιτητές. Τούτο θα ήταν - και είναι - αρκετό για ν' απέρριπτα την αίτηση επειδή εκείνη δεν ικανοποιεί τις ελάχιστες προϋποθέσεις, ως η νομολογία τις καθόρισε και τις ανέφερα πιο πάνω. Έστω όμως και χάριν επιχειρήματος η καθυστέρηση στην καταχώριση αίτησης για να δοθεί άδεια εκτέλεσης ν' αποδοθεί στα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που στήριξε την αίτηση, είναι η άποψη του Δικαστηρίου ότι το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου, αυτό καθ' αυτό, δεν μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική αιτιολογία. Εξηγώ: Στην παράγραφο 7 αναφέρεται γενικώς ότι επειδή τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα συγχωνεύονταν με άλλα «και/ή» μετονομάζονταν, «ο φάκελος της παρούσας υπόθεσης παρέπεσε και/ή αρχειοθετηθεί λανθασμένα και/ή απωλεσθεί». Εν πρώτοις οφείλω ν' αναφέρω ότι η χρήση των διαζεύξεων «και/ή» στην περιγραφή γεγονότων σε ένορκη δήλωση είναι, τουλάχιστον ατυχής, μια και με αυτές δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί τι πραγματικά απέγινε ο φάκελος της υπόθεσης. Εν πάση όμως περιπτώσει, προβληματίζει περισσότερο και η διάζευξη «και/ή» εν σχέση με τη συγχώνευση και την μετονομασία των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων. Αφενός δεν είναι αντιληπτό πως η απλή μετονομασία, από μόνη της, ενός Συνεργατικού Πιστωτικού Ιδρύματος θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια του φακέλου και αφετέρου, ούτε και πως έστω η συγχώνευσή του με άλλο Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα, είναι ικανά από μόνα τους να επεξηγήσουν και την απώλεια. Λαμβάνοντας υπόψη μου και την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που στήριξε την αίτηση, σε συνδυασμό με την παράγραφο 7, δεν αναφέρεται οπουδήποτε κατά πόσο, λόγω των συγχωνεύσεων, άλλαξαν οι χειριστές του φακέλου της υπόθεσης, ούτε εάν η φύλαξη ανατέθηκε σε άλλα πρόσωπα, ούτε εάν η τοποθεσία που ο φάκελος φυλαγόταν άλλαξε, αλλ' ούτε καν πως εν τέλει ανευρέθηκε και εν πάση περιπτώσει δεν δίδονται οποιεσδήποτε πληροφορίες που να είναι δυνατό βάσιμα να επεξηγήσουν την απώλεια του φακέλου - η οποία υπενθυμίζω δίδεται ως διαζευκτική εξήγηση με την λανθασμένη αρχειοθέτηση και με το ότι ο φάκελος παρέπεσε -. Το ότι η απώλεια του φακέλου έγκειται στις συγχωνεύσεις «και/ή» μετονομασίες ήταν η επεξήγηση που η πλευρά των Αιτητών επέλεξε εν προκειμένω να προσφέρει προς το Δικαστήριο και όφειλε, φρονώ, να παρέχει ικανοποιητικές λεπτομέρειες ως προς το τι ακριβώς επεσυνέβη. Δεν το έπραξε και αντ' αυτού επέλεξε ν' αναφερθεί με γενικότητα και προβάλλοντας διαζευκτικές εξηγήσεις. Ως προανέφερα, η παράγραφος 7 της ένορκης δήλωσης που στήριξε την αίτηση, αφορά τους λόγους που προβάλλονται για τη μη λήψη μέτρων εκτέλεσης. Εν όψει της πιο πάνω ανάλυσής μου, θεωρώ ότι ούτε για την προφανή αδράνεια των Αιτητών να λάβουν μέτρα εκτέλεσης μπορεί να είναι εν τοις πράγμασι, χρήσιμη, για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Προσθέτω στο σκεπτικό μου ότι για την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας εγγραφής των Αποφάσεων, δηλαδή από το Δεκέμβριο του 2004, μέχρι και την ημερομηνία που αναφέρεται ως η πρώτη μετονομασία και συγχώνευση δηλαδή το Ιανουάριο του 2013, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά ούτε αιτιολογία για την μη λήψη μέτρων εκτέλεσης. Μπορεί μεν το αρχικό χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα έπρεπε να εκτελεστεί η Απόφαση να επεκτάθηκε από τα 6 έτη στα 10 με τον τροποποιητικό Διαδικαστικό Κανονισμό (Αρ.1) του 2011, ημερομηνίας 9.9.2011, αλλά, μέχρι και την ημερομηνία τροποποίησης του Κανονισμού, ο χρόνος για εκτέλεση της Απόφασης είχε ήδη εκπνεύσει στις 10.12.2010 και στις 14.1.2011 για εκάστη εκ των Αποφάσεων αντίστοιχα. Ούτε μεταξύ της περιόδου εκείνης και της τροποποίησης του Κανονισμού, δηλαδή περί τους 9 μήνες μετά, υπεβλήθη αίτηση για να ληφθεί άδεια εκτέλεσης της Απόφασης, αλλά - κρισιμότερα - η παράλειψη ουδέποτε επεξηγήθηκε. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, διαφαίνεται ότι οι Αιτητές έχοντας εξασφαλίσει τις Αποφάσεις στις 10.12.2004 και 14.1.2005 αντίστοιχα, δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης και δεν αιτήθηκαν οποτεδήποτε, πριν από την κρίσιμη αίτηση, άδεια του Δικαστηρίου να εκτελέσουν αυτές, αφήνοντας δηλαδή να παρέλθει άπρακτη μια περίοδος 18 ετών και περίπου 8 μηνών. Στη βάση της ανάλυσής μου ανωτέρω, δεν ικανοποίησαν ότι η πιο πάνω ολιγωρία τους είναι αιτιολογημένη. Οι Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 αναφέρθηκαν εν εκτάσει στις αλλαγές που επήλθαν τα τελευταία 18 χρόνια και 8 μήνες στις οικονομικές τους συνθήκες. Οι αλλαγές αυτές δεν είναι ικανές από μόνες τους μεν για να κρίνουν το αποτέλεσμα, αλλά εκ των πραγμάτων και περιστάσεων της παρούσας περίπτωσης, το παράπονο των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 ότι αφέθηκαν για 18 χρόνια και 8 μήνες να πιστεύουν ότι οι Αιτητές δεν επρόκειτο να εκτελέσουν τις Αποφάσεις εναντίον τους, κρίνεται καθόλα λογικό. Έλαβα σοβαρά υπόψη μου το δικαίωμα των Αιτητών σε εκτέλεση των Αποφάσεων, το γεγονός ότι η εκτέλεση συνδέεται με το κύρος των Δικαστικών αποφάσεων εν γένει, αλλά και το δικαίωμα του υπό του Συντάγματος. Κατά την άσκηση εξισορρόπησης που το Δικαστήριο προβαίνει όταν πρόκειται ν' ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, έχοντας σταθμίσει όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Αιτητές δεν αιτιολόγησαν ικανοποιητικά την αδράνειά τους να εκτελέσουν τις Αποφάσεις για τα τελευταία 18 χρόνια και 8 μήνες, αλλ' ούτε και την αδράνειά τους να αιτηθούν άδεια για εκτέλεση των Αποφάσεων πριν την 22.8.2023. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν να οδηγηθούν λογικά οι Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 να πιστεύουν ότι δεν επρόκειτο να ληφθούν μέτρα εκτέλεσης. Εν κατακλείδι και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 και εναντίον των Αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ.) ................................... Π. Αγαπητός, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο