← Κύπρος

Στέλλας Πρωτοπαπά ν. Fresh by Costas Ltd. κ.α., Αρ. Απαίτησης: 3291/2023, 11/11/2024

Στέλλας Πρωτοπαπά ν. Fresh by Costas Ltd. κ.α., Αρ. Απαίτησης: 3291/2023, 11/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Απαίτησης: 3291/2023 (ijustice) Μεταξύ: Στέλλας Πρωτοπαπά Ενάγουσας -και- 1. Fresh by Costas Ltd. 2. Κώστας Χαραλάμπους Εναγόμενων Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 28.01.24 για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης Ημερομηνία: 11η Νοεμβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Χατζημιχαήλ Για Εναγόμενους 1 και 2: κα. Σούρπη Απόφαση (η Απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Με την κρίσιμη Αίτηση η Ενάγουσα ζητά από το Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον των Εναγόμενων επειδή, ως επικαλείται, οι Εναγόμενοι στερούνται ουσιαστικής υπεράσπισης και δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος το επίδικο ζήτημα να αποφασιστεί μετά από κανονική δίκη. Την Αίτηση, η οποία βασίστηκε στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, στήριξε ένορκη δήλωση της Ενάγουσας, στην οποία αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτρια οικοπέδου το οποίο η Εναγόμενη 1 ενοικιάζει από την 22.6.2015. Ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 που πηγάζουν από τη συμφωνία ενοικίασης. Η συμφωνία ενοικίασης τροποποιήθηκε από τα μέρη της γραπτώς στις 7.3.2019. Στη βάση των όρων των γραπτών συμφωνιών, τους οποίους η Ενάγουσα παραθέτει στην ένορκη της δήλωση, η Εναγόμενη 1 όφειλε να της καταβάλει συνολικά το ποσό των €79,500 για την περίοδο 1.1.23 μέχρι και 31.3.24 που είναι και η ημερομηνία λήξης της επίμαχης συμφωνίας. Το ποσό ενοικίων, κατά την Ενάγουσα, καταβάλλεται προκαταβολικά. Αντί του πιο πάνω ποσού, η Εναγόμενη 1 κατέβαλε στην Ενάγουσα την 13.2.23 το ποσό των €30,000, αφαιρώντας το ποσό των €795 ως εισφορά στο ΓΕΣΥ. Πάντοτε κατά την Ενάγουσα, εκκρεμεί προς πληρωμή το υπόλοιπο των €49,500, πληρωμή έναντι του οποίου έγινε από την Εναγόμενη 1 και το τελικό αξιούμενο ποσό ανέρχεται σε €47,066.25. Ενώ για τα προηγούμενα έτη από το 2020 μέχρι και το 2022 η Εναγόμενη 1 κατέβαλλε το ποσό των €30,000 το ίδιο δεν προνοείται όσον αφορά το έτος 2023. Η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι, παρά το ότι καταχώρισαν Υπεράσπιση, το έπραξαν με σκοπό να καθυστερήσουν τη διαδικασία, καθότι δεν έχουν στην πραγματικότητα τέτοια υπεράσπιση, καθότι δεν υπάρχει περίπτωση να μη δικαιούται σε απόφαση και δεν υπάρχει λόγος η παρούσα υπόθεση να τύχει πλήρους εκδίκασης. Οι Εναγόμενοι, από μέρους τους, καταχώρισαν Ένσταση και πρόβαλαν 12 λόγους για τους οποίους η Αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί. Περιλαμβάνουν τόσο ουσιαστικούς όσο και τυπικούς λόγους, τους οποίους δεν πρόκειται να επαναλάβω, αλλά λαμβάνω υπόψη μου και αναλύω πιο κάτω. Την ένσταση συνόδευσε ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2. Ο ομνύοντας παραδέχεται ότι η Εναγόμενη 1 ενοικιάζει από την Ενάγουσα ακίνητο βάσει συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 22.6.2015, η οποία τροποποιήθηκε εγγράφως στις 7.3.2019, αλλά και ότι ο ίδιος, όντας μέτοχος της Εναγόμενης 1 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης των υποχρεώσεών της σε περίπτωση εκ μέρους της παραβίασης της συμφωνίας ενοικίασης με την Ενάγουσα. Κοινός τόπος μεταξύ των δύο ομνυόντων - αντίστοιχα εκ μέρους των Εναγόντων και των Εναγόμενων - είναι και το ότι μέχρι και το έτος 2022, τα συμφωνηθέντα ενοίκια πληρώθηκαν κανονικά αλλά και το ότι στις 18.3.2023, 27.9.2023 και 5.10.2023 ανταλλάχθηκε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων. Κύριο, αλλά και καθόλα σχετικό με την παρούσα διαδικασία, σημείο διαφωνίας του Εναγόμενου 2 με την Ενάγουσα - εκτός από την αλληλοεπίρριψη ευθυνών για το ναυάγιο διαπραγματεύσεων για επέκταση του ενοικιαστηρίου συμβολαίου - είναι το ότι ισχυρίζεται ότι η συμφωνία ενοικίασης τροποποιήθηκε προφορικά μεταξύ των μερών ούτως ώστε το ενοίκιο για το έτος 2023 θα ήταν €30,000, όπως δηλαδή και για τα αμέσως προηγούμενα έτη 2020 - 2022. Επομένως, κατά τον Εναγόμενο 2, ο λόγος που δεν καταβλήθηκε άλλο ποσό προς την Ενάγουσα, εκτός των €30,000 την 13.2.23, είναι επειδή δεν οφείλεται. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης μαρτυρίας - για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας βεβαίως -, οι δικηγόροι των διαδίκων καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων συνοψίζω: Οι δικηγόροι της Ενάγουσας, με αναφορές σε Αγγλική κυρίως νομολογία εστιάζουν αφενός στην καταλληλότητα της παρούσας περίπτωσης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, και αφετέρου αναλύουν το φάσμα των ζητημάτων που προκύπτουν από τις θέσεις των διαδίκων. Οι δικηγόροι εισηγούνται ότι, στη βάση της μαρτυρίας που η πλευρά τους προσκόμισε σε αυτό το στάδιο, δεν υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της Υπεράσπισης ούτε σε πραγματικό ούτε σε νομικό επίπεδο και γι' αυτό το λόγο αξιώνουν ως η Αίτησή τους. Από την αντίπερα όχθη οι δικηγόροι των Εναγόμενων χρησιμοποιώντας Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούσε την παλαιά Διαταγή 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εισηγούνται ότι θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους Εναγόμενους να υπερασπιστούν καθότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση και τυχόν έγκριση της Αίτησης θα αποστερούσε από τους Εναγόμενους το Συνταγματικό τους δικαίωμα ν' ακουστούν. Παραθέτοντας τη νομική πτυχή του θέματος, οφείλω εν πρώτοις να παρατηρήσω ότι κυπριακή νομολογιακή προσέγγιση επί του εδώ επίμαχου ζητήματος, δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί. Με τη θέσπιση των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 όμως, το λεκτικό του Μέρους που αφορά στην διεκπεραίωση διαδικασίας χωρίς δίκη μεταβλήθηκε από την παλαιά Διαταγή 18. Με την, πλέον, παλαιά Διαταγή 18, προκειμένου ο Ενάγων - αφού μόνο ο Ενάγων είχε διαθέσιμο το εν λόγω δικονομικό διάβημα - να αιτηθεί συνοπτική απόφαση, όφειλε να δηλώσει ότι κατά την άποψή του δεν υπήρχε Υπεράσπιση στην Αγωγή, αλλά και να είχε προηγουμένως καταχωρίσει ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο και ο Εναγόμενος να είχε καταχωρίσει εμφάνιση. Έπειτα, εναπόκειτο στον Εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι είχε καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή ν' αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία θα θεωρούντο επαρκή για να δικαιούται να υπερασπιστεί. Όπως προανέφερα, το Μέρος 24, προνοεί διαφορετικά. Προσπερνώντας - προς το παρόν - τις τυπικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η σχετική Αίτηση, όπως παρατίθενται στα Μέρη 24.3 και 24.4, στο Μέρος 24.2 των Κανονισμών Πολιτική Δικονομίας του 2023 αναφέρεται ότι συνοπτική Απόφαση εκδίδεται - είτε προς απόρριψη της Απαίτησης είτε προς έκδοση Απόφασης στη βάση της - όταν: 1. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η Υπεράσπιση (ή κατά περίπτωση η Απαίτηση) δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και 2. ότι δεν υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση να πρέπει οδηγηθεί σε δίκη. Από τα πιο πάνω θεωρώ ότι προκύπτουν τα εξής βασικά ερωτήματα: 1. Πως κρίνεται η πραγματική προοπτική επιτυχίας; 2. Ποιος θα πρέπει να την καταδείξει στο Δικαστήριο; και Βοηθητικά για την κρίση του Δικαστηρίου είναι τα όσα καταγράφονται στα συγγράμματα Zuckerman on Civil Procedure, Principles of Practice, 4η έκδοση, 2021 και στο Civil Procedure του White Book Service του 2021, μια και η αντίστοιχη δικονομική πρόνοια στην Αγγλία, δηλαδή το Μέρος 24.2 των Αγγλικών θεσμών, είναι πανομοιότυπη με το Μέρος 24.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Αναφορικά με το πρώτο ερώτημα, δηλαδή πως κρίνεται η πραγματική προοπτική επιτυχίας στην παράγραφο 9.60 του συγγράμματος Zuckerman (ανωτέρω) αναφέρεται ότι: «the word real distinguishes fanciful prospects of success or they [sic] direct the court to the need to see whether there is a realistic as opposed to a fanciful prospect of success». Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο κρίνει εάν η προοπτική επιτυχίας είναι ρεαλιστική και όχι φανταστική. Στην παράγραφο 24.2.3 του White Book του 2021 (ανωτέρω) αναφέρονται σχετικά τα εξής, τα οποία περιλαμβάνουν και αναφορές στο πρώτο ερώτημα αλλά και εμπερικλείουν και ευρύτερη ανάλυση των εφαρμοστέων αρχών του όλου ζητήματος της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης και τα παραθέτω εδώ σκόπιμα και παρά την έκτασή τους, ως σχετικά: «The following principles applicable to applications for summary judgment were formulated by Lewison J in Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) at [15] and approved by the Court of Appeal in AC Ward & Sons Ltd v Caitlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098; [2010] Lloyd's Rep. I.R. 301 at 24:
  2. i)The Court must consider whether the claimant has a realistic as opposed to a fanciful prospect of success: Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91;
  3. ii)A "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8]; iii) In reaching its conclusion the Court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman;
  4. iv)This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted with contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10];
  5. v)However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] EWCA Civ 550;
  6. vi)Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] F.S.R. 3; vii) On the other hand it is not uncommon for an application under Pt 24 to give rise to a shot point of law or construction and, if the court if satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent's case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the Court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725.» Δράττομαι της ευκαιρίας που δίνεται με την παράθεση των πιο πάνω αρχών για να σημειώσω ότι στις ίδιες γραμμές κινούνται και οι αναφορές στις εφαρμοστέες εδώ αρχές στο σύγγραμμα Zuckerman (ανωτέρω) στις παραγράφους 9.62 και 9.64, 9.65 και 9.69 στις οποίες καταγράφονται αντιστοίχως τ' ακόλουθα: Στην παράγραφο 9.62: «it following that summary judgment must be given where the normal processes are not likely to turn up something that could make a difference to the outcome». Στην παράγραφο 9.64: «[.] The court must be satisfied of the following matters:

(1)that it had before it all substantial relevant facts that were reasonably capable of being before it;
(2)that those facts were undisputed or there was no real prospect of successfully disputing them; and
(3)that there was no real prospect of oral evidence affecting the court's assessment of facts». Στην παράγραφο 9.65: «hesitate before making a final decision without trial where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts would add to or alter the evidence available, thereby affecting the outcome of the case» Και στην παράγραφο 9.69: «On application for summary judgment the court must assess the coherence and plausibility of factual allegations, and consider the correctness of the parties' legal arguments». Ως προς το δεύτερο ερώτημα, που σχετίζεται με το βάρος απόδειξης σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης στην παράγραφο 9.59 του συγγράμματος Zuckerman (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής: «An applicant for summary judgment must establish that the respondent has no real prospect of succeeding: it is not for the respondent to show a real prospect of success. A respondent will be called upon to show its hand only if the applicant has established that there are grounds for concluding that the respondent has no real prospect of success». Ενώ, επίσης σχετική είναι η αντίστοιχη αναφορά στο στην παράγραφο 24.2.4 του White Book (ανωτέρω) υπό τον τίτλο «Burdens of proof»: «In ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; EWCA 472, it was said that under r24.2 the overall burden of proof rests on the applicant to establish that there are grounds to believe that the respondent has no real prospect of success and that there is no other reason for a trial [.] If the applicant adduces credible evidence in support of their application, the respondent becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or some reason for a trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicant's statement of belief [.] The respondent's case must carry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statements before the court [.]». Στρέφω τώρα την προσοχή μου στη κρίσιμη Αίτηση, ξεκινώντας από τις τυπικές προϋποθέσεις. Σύμφωνα με τις αντίστοιχες πρόνοιες του Μέρους 24: 24.3. Διαδικασία
(1)Ενάγων δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια.
(2)Αν ενάγων αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης προτού ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση καταχωρίσει υπεράσπιση, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να καταχωρίσει υπεράσπιση πριν από την ακρόαση.
(3)Όταν ορίζεται ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση, δίδεται στον καθ' ου η αίτηση (ή στους διαδίκους όταν η ακρόαση ορίζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο) ειδοποίηση τουλάχιστον 14 ημερών για την ημερομηνία ακρόασης. 24.4. Η Αίτηση
(1)Υπό την επιφύλαξη των προνοιών του παρόντος Μέρους, η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23.
(2)Η αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή ή επιδίδεται με αυτή: (α) προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, ή/και (β) αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.
(3)Εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο τής μαρτυρίας (αν υπάρχει) στην οποία στηρίζεται ο αιτητής, η αίτηση πρέπει να προσδιορίζει τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται ο αιτητής. Αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα του αιτητή να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του κανονισμού 24.5
(2). Επί των τυπικών προϋποθέσεων, απλή ανάγνωση της κρίσιμης Αίτησης και υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης αποκαλύπτει ότι, παρά τον προβαλλόμενο λόγο ένστασης υπό στοιχείο (δ), εκείνες δεν υστερούν οπουδήποτε: Η Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης, ακόμα και μετά την καταχώριση Υπεράσπισης και σε αυτή - όπως και στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση - αναφέρονται ρητά ότι, η Ενάγουσα, με βάση τη μαρτυρία πιστεύει, ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας στην Υπεράσπιση και ότι δεν γνωρίζει οποιοδήποτε άλλο λόγο τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα να πρέπει να εκδικαστεί (βλ. Αιτητικό υπό στοιχείο Α στην Αίτηση και παραγράφους 56 και 57 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας). Με τα πιο πάνω κατά νου, θεωρώ ότι η Ενάγουσα έχει συμμορφωθεί, κατ' ελάχιστο, με τις τυπικές προϋποθέσεις και ότι η Αίτησή της υποβλήθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους
  1. Ίσως εκ του περισσού αναφέρω ότι η πλευρά των Εναγόμενων δεν προώθησε οποιοδήποτε συγκεκριμένο ισχυρισμό περί παρατυπίας της Αίτησης ή μη συμμόρφωσής της με τα όσα προνοούνται τουλάχιστον τυπικά από το Μέρος 24, παρά μόνο περιορίστηκε στη γενική αναφορά στο λόγο ένστασης υπό στοιχείο (δ). Όσο δε αφορά την ουσία της Αίτησης, ομολογουμένως, δεν υπάρχουν πολλά αμφισβητούμενα γεγονότα ενώπιον μου, ούτε μπορώ να πω ότι αυτά που παρουσιάζονται ως αμφισβητούμενα εμφανίζουν ιδιαίτερη πολυπλοκότητα. Το μόνο ζήτημα που πραγματικά εγείρεται αφορά τον ισχυρισμό των Εναγόμενων ότι οι συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων τροποποιήθηκαν προφορικά έτσι ώστε το ενοίκιο του τελευταίου χρόνου ενοικίασης να είναι ίσο με τα προηγούμενα έτη και συνεπώς η πληρωμή του ποσού των €30,000 συμπεριλαμβανομένης και της εισφοράς στο ΓΕΣΥ - πληρωμή που, ειρήσθω εν παρόδω, είναι παραδεκτή -, σημαίνει και την πλήρη εξόφληση τυχόν οφειλόμενου ποσού. Η δε πληρωμή επιπρόσθετου ποσού των €2,500 συμπεριλαμβανομένης της εισφοράς του ΓΕΣΥ, η οποία είναι επίσης παραδεκτή, αφορά, κατά την Ενάγουσα, πληρωμή έναντι του ήδη καθυστερημένου οφειλόμενου ποσού, ενώ κατά τους Εναγόμενους αφορά σε πληρωμή του ενοικίου για τον Ιανουάριο
  2. Από πλευράς της η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο την αρχική συμφωνία ενοικίασης καθώς και την Τροποποιητική Συμφωνία του 2019, τις σχετικές πληρωμές και την ανταλλαγείσα αλληλογραφία. Κατά τη θέση της, δικαιούται σε συνοπτική απόφαση επειδή οι πρόνοιες των γραπτών συμφωνιών παραμένουν ισχυρές και συνεπώς υπολείπεται συγκεκριμένο ποσό για να καλυφθεί το εγγράφως συμφωνηθέν ενοίκιο του τελευταίου έτος. Πιο συγκεκριμένα η Τροποποιητική Συμφωνία με τον όρο 9 ενσωμάτωσε τον όρο 7.3 της αρχικής συμφωνίας ενοικίασης, βάσει του οποίου οποιαδήποτε τροποποίηση των όρων θα έπρεπε να επιβεβαιώνεται γραπτώς από τα μέρη. Επίσης, βάσει των συμφωνηθέντων στην Τροποποιητική Συμφωνία του 2019, οι Εναγόμενοι συμφώνησαν να καταβάλουν το ποσό των €30,000 ετησίως για τα έτη 2020 - 2022, ενώ για το έτος 2023 το ενοίκιο θα ανερχόταν σε €7,500 για την περίοδο 1.3.2023 μέχρι 31.3.2023 και σε €72,000 για την περίοδο 1.4.23 μέχρι 31.4.
  3. Κατά την ομνύουσα, αντί των συμφωνηθέντων ενοικίων, οι Εναγόμενοι πλήρωσαν €30,000 στις 13.2.23 και στις 7.1.24 το ποσό των €2,500 και συνεπώς υπολείπεται το αξιούμενο με την Απαίτηση ποσό. Με βάση τούτα και δεδομένου ότι, πάντα κατά την Ενάγουσα, η ίδια ουδέποτε συμφώνησε να δεχθεί μειωμένο ενοίκιο αλλά και ουδέποτε έλαβε το μειωμένο ενοίκιο αποποιούμενη των δικαιωμάτων για το υπόλοιπο, πιστεύει ότι η Υπεράσπιση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και δεν ενυπάρχει οποιοσδήποτε επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει ν' αποφασιστεί σε δίκη. Βάσει της μαρτυρίας που στήριξε την Αίτηση θεωρώ ότι η πλευρά της Ενάγουσας έπεισε στον απαιτούμενο βαθμό ότι πράγματι συντρέχει λόγος για να αιτείται συνοπτική απόφαση. Και τούτο επειδή η όλη υπόθεσή της βασίζεται σε οφειλόμενο υπόλοιπο, το οποίο προκύπτει αφενός από τις γραπτές συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων μερών, των οποίων ούτε η σύναψη, ούτε η υπογραφή αμφισβητείται και αφετέρου από τις πληρωμές που έγιναν μέχρι στιγμής, το ύψος των οποίων επίσης δεν αμφισβητείται. Προς περαιτέρω υποστήριξη του αιτήματός της πλευράς της, οι δικηγόροι της Ενάγουσας επιχειρηματολόγησαν και σε νομικό επίπεδο ότι ουδεμία περαιτέρω αντιπαροχή υπάρχει προς όφελος της Ενάγουσας ούτως ώστε να είναι δυνατό, ως εισηγείται η πλευρά των Εναγόμενων, να υπάρξει έγκυρη προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων που ν' ανατρέπει τη γραπτή συμφωνία - η σύναψη προφορικής συμφωνίας δεν είναι σε κάθε περίπτωση παραδεκτή από πλευράς τους -, αλλά και ότι ο ίδιος ο όρος 7.3 της αρχικής συμφωνίας απαγορεύει οποιαδήποτε τροποποίηση των όρων της, εκτός και εάν αυτή γίνει γραπτής και συνυπογραφεί από τους διαδίκους. Τα πιο πάνω κρίνω είναι επαρκή ούτως ώστε να κληθεί η πλευρά των Εναγόμενων, στον βαθμό που απαιτείται βεβαίως, να καταδείξει ότι η Υπεράσπιση που προβάλλουν έχει κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας αντικρούοντας κατ' ελάχιστον την δήλωση της Ενάγουσας. Προς τούτο, όπως ανέφερα ανωτέρω, η πλευρά των Εναγόμενων αρκέστηκε στο ν' αρνηθεί τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ν' αντιτάξει ότι είχε συμφωνηθεί προφορικά μεταξύ των διαδίκων ότι το ενοίκιο του τελευταίου χρόνου θα παρέμενε το ίδιο με των αμέσω προηγούμενων. Δεν προστίθενται άλλες λεπτομέρειες που να σχετίζονται άμεσα με τον ισχυρισμό. Τα μόνα που τον πλαισιώνουν είναι η προπληρωμή των ενοικίων για τα προηγούμενα έτη στο ίδιο ποσό, πράγμα που, εν πάση περιπτώσει, προνοείται από την ίδια τη τροποποιητική Συμφωνία του 2019 και η απόδοση αλλότριων κινήτρων στην καταχώριση της Αγωγής, δηλαδή στο ναυάγιο διαπραγματεύσεων για πιθανή ανανέωση της ενοικίασης κατά τη διάρκεια των οποίων η Ενάγουσα, κατ' ισχυρισμό, προσπάθησε να επιβάλει δυσβάσταχτους όρους. Με όλο το σεβασμό, τίποτε από αυτά δεν μπορεί να εκληφθεί ως ενισχυτικό του μοναδικού υπερασπιστικού ισχυρισμού των Εναγόμενων περί σύναψης προφορικής συμφωνίας που περαιτέρω τροποποίησε την τροποποιητική Συμφωνία του
  4. Έρχομαι τώρα και στη νομική πτυχή του επίδικου ζητήματος, η οποία, επίσης παρατηρώ, δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία. Η απαίτηση βασίζεται σε παράβαση του όρου πληρωμής ενοικίου σε γραπτή συμφωνία ενοικίασης. Η ίδια η συμφωνία - ως τροποποιήθηκε γραπτώς από τους διαδίκους - προνοεί το ύψος του ενοικίου και τον τρόπο καταβολής του. Προνοεί επίσης και ότι οποιαδήποτε τροποποίηση των ίδιων των όρων της απαιτείται να γίνεται γραπτώς και να επιμαρτυρείται με τις υπογραφές των μερών. Ως ανέδειξαν και οι συνήγοροι της Ενάγουσας, προκύπτουν δύο κύρια νομικά ζητήματα από τον ισχυρισμό των Εναγόμενων περί σύναψης επιπρόσθετης προφορικής συμφωνίας. Το πρώτο αφορά εκείνο της αντιπαροχής - ή καλύτερα της έλλειψης αντιπαροχής - για την επικαλούμενη προφορική συμφωνία με την οποία τροποποιήθηκε ο όρος για το ύψος του ενοικίου του τελευταίου έτους. Το ζήτημα της εγκυρότητας τροποποίησης σύμβασης εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Καραολή κ.α. ν. Λαούρη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 255 στην οποία, αναφέρθηκαν τα εξής υπό Ερωτοκρίτου Δ, ως ήταν τότε: «Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Indian Contract Law and Specific Relief Acts, 10η Έκδοση, σελ. 512, ένα συμβαλλόμενο μέρος, για να θεωρηθεί ότι απαλλάσσει το άλλο από την υποχρέωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων ή να δεχθεί διαφοροποίηση του ανταλλάγματος σε ένα σημαντικό σημείο, θα πρέπει να εκδηλώσει την πρόθεσή του με κάποιο σαφή τρόπο ή ενέργεια, η οποία να μην αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ως προς τις προθέσεις του. Πέραν τούτου, η τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας θα πρέπει να τηρεί όλες τις προϋποθέσεις για σύναψη μιας σύμβασης όπως κοινοποίηση της πρότασης, αποδοχή και αντιπαροχή.» Εκτεταμένη συζήτηση επ' αυτού αλλά και επί των θεμάτων της ακύρωσης και της τροποποίησης γίνεται και στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, κυρίως στο Κεφάλαιο 22 και στο Κεφάλαιο 4 και συγκεκριμένα στις παραγράφους 4-066 μέχρι και 4-072 και 4-081 4-116, με αναφορές που ξεκινούν από την κλασσική υπόθεση Stilk v. Myrick [1809] 2 Camp.
  1. Στο δε Κεφάλαιο 22 παράγραφο 22-035, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: «The agreement which varies the terms of an existing contract must be supported by consideration. In many cases, consideration can be found in the mutual abandonment of existing rights or the conferment of new benefits by each party on the other» και πιο κάτω στην ίδια παράγραφο: «There is a line of authority of respectable antiquity which supports the view that in such a case the agreement will not be effective to vary the contract because no consideration is present. But a more liberal approach has been adopted in more recent cases and the courts have been prepared to find consideration and enforce the agreement where it has conferred a practical benefit upon the promisor. A mere forbearance or concession afforded by one party to the other for the latter's convenience and at his request does not constitute a variation, although it may be effective as a waiver or in equity». Ενώ στο σύγγραμμα Treitel The Law of Contract, 14η έκδοση, 2015, στην παράγραφο 3-064 αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Variation benefiting one party. The parties may agree to vary the contract in a way that can confer a legal benefit on only one party. In some situations, it is settled that such a variation does not generate its own consideration: thus a promise by a creditor to accept part payment of a debt in full settlement is not binding unless it is supported by some separate consideration. Such separate consideration could be provided by some further variation which may benefit the creditor: for example, by a debtor's promise to make the part payment before the day when the debt becomes due. In other situations, it is arguable that the variation may be supported by consideration if, though capable of conferring a legal benefit on only one party, it can also confer a factual benefit on the other, e.g. where a buyer's promise to pay more than the originally agreed price secures eventual delivery when strict insistence on the original contract would have led to nothing but litigation». Από τις πιο πάνω αρχές προκύπτει ότι για να είναι έγκυρη τροποποιητική συμφωνία προϋποθέτει και τη συνδρομή των προϋποθέσεων για σύναψη σύμβασης και ότι η απαλλαγή μέρους από την εκπλήρωση υποχρεώσεων θα πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας. Όπως προανέφερα η πλευρά των Εναγόμενων δεν ασχολήθηκε με το θέμα, παρά μόνο πρόβαλε τον ισχυρισμό περί προφορικής συμφωνίας, η οποία όμως, όπως την καταγράφουν οι ίδιοι οι Εναγόμενοι, όχι μόνο τροποποιούσε προφορικά τη γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, αλλά επέφερε τροποποίηση από την οποία μόνον η πλευρά τους επωφελούνταν. Το δεύτερο σημείο αφορά το ζήτημα της ύπαρξης όρου στη συμφωνία ενοικίασης ο οποίος ενσωματώθηκε και στην τροποιητική συμφωνία του 2019, με τον οποίο προνοείται ότι οποιεσδήποτε τροποποιήσεις θα πρέπει να είναι γραπτές και προσυπογραμμένες από τα μέρη. Ο συγκεκριμένος όρος δεν επιδέχεται πολλών ερμηνειών. Εκφράζει, χωρίς περιστροφές, την κοινή βούληση των μερών να επιφέρουν τυχόν τροποποιήσεις στη γραπτή τους συμφωνία εγγράφως. Παρά το ότι, ως προανέφερα, ούτε η ερμηνεία των όρων των συμφωνιών, αλλ' ούτε η ισχύς ή εγκυρότητα τους αποτέλεσαν σημεία διαφωνίας, η πλευρά των Εναγόμενων δεν αντέταξε οτιδήποτε σχετικά με το θέμα αυτό. Πέραν όμως της ύπαρξης και της ρητής πρόνοιας 7.3, την οποία οι Εναγόμενοι δεν πραγματεύθηκαν, η συμφωνία ενοικίασης, η οποία αφορά σε διάρκεια πέραν του εντός έτους και η οποία υπογράφεται από 2 μάρτυρες, είναι σύμφωνα και με το Άρθρο 77 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  2. Επί τούτου, στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Nicos G. Siakolas Enterprises Limited v. Χριστοφή κ.α., Πολ. Έφεση 172/2022, ημερομηνίας 26.9.2023, ECLI:CY:AD:2023:D250, και συγκεκριμένα στην απόφαση μειοψηφίας, υπομνήσθηκε η πάγια νομολογιακή αρχή ότι «δεν είναι η δυνατή η τροποποίηση όρων μίσθωσης η οποία για να είναι έγκυρη απαιτείται η τήρηση των πιο πάνω τυπικών προϋποθέσεων που προβλέπονται ως άνω, στο άρθρο 77, χωρίς η σκοπούμενη τροποποίηση να γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε να τηρούνται οι ως άνω τυπικές προϋποθέσεις», με αναφορά τόσο στη κλασσική υπόθεση Petrolina Ltd. v. Athinodoros Vassiliades
(1975)1 CLR 289, όσο και στην επίσης σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Rock Advertising Ltd. v. MWB Business Exchange Centers Ltd [2018] U.K.S.C. 24, όπου η ίδια αρχή δικαίου επανεπιβεβαιώθηκε. Ούτε σχετικά με το ζήτημα τούτο αντέταξε οτιδήποτε η πλευρά των Εναγόμενων. Εν όψει των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι όλα τα γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να τεθούν ενώπιον μου αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, έχουν τεθεί και προς τούτο δόθηκε η ευκαιρία στα διάδικα μέρη να προβάλουν τέτοια γεγονότα, αλλά και να επεξηγήσουν γιατί αυτά είναι ικανά να στοιχειοθετήσουν, στον απαιτούμενο βαθμό, ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας. Τόσο η υπογραφή των συμφωνιών μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 1, αλλά και της εγγύησης από πλευράς Εναγόμενου 2, όσο και οι πληρωμές που έγιναν στη βάση τους είναι παραδεκτές. Ως προανέφερα, μοναδικό σημείο τριβής αποτελεί ο ισχυρισμός εξόφλησης στη βάση παρεμβαλλόμενης προφορικής συμφωνίας. Όπως καθίσταται αντιληπτό, εκείνο που θα αναμένετο να προβληθεί από πλευράς των Εναγόμενων κατά τη δίκη θα ήταν ο ίδιος ισχυρισμός περί ύπαρξης παρεμβαλλόμενης προφορικής συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι όμως, παρά την ευκαιρία που τους δόθηκε, δεν έθεσαν ούτε στην Υπεράσπιση, ούτε στη μαρτυρία που στήριξε την Ένστασή τους στην κρίσιμη Αίτηση, οτιδήποτε άλλο σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες η κατ' ισχυρισμό προφορική συμφωνία συνάφθηκε και, πέραν της παράθεσης του απλού γεγονός της σύναψής της, δεν κατέδειξαν άλλη ή περαιτέρω πραγματική βάση επί της οποίας θα προσκομιστεί κατά τη δίκη μαρτυρία, η οποία θα είχε πραγματική προοπτική να υποστυλώσει βάσιμα το επιχείρημά τους ή ν' ανατρέψει τις κατά τα άλλα αδιαμφησβήτητες γραπτές τους δεσμεύσεις. Δεν θεωρώ ότι θα ήταν παράλογο ν' αναμένει κάποιος ότι οι Εναγόμενοι - όντας αντιμέτωποι με την κρίσιμη Αίτηση και δη υπό το φως των εγγράφων που η Ενάγουσα προσκόμισε και στα οποία βασίζεται για να στοιχειοθετήσει την Απαίτησή της και παράλληλα και για να ικανοποιήσει και τις προϋποθέσεις για έγκριση της παρούσας Αίτησης θα δικογραφούσαν, - και μετέπειτα θα επικαλούντο και στην υποστηρικτική της Έντασής τους ένορκη δήλωση-, τέτοια γεγονότα τα οποία θα ήταν ικανά να καταδείξουν ότι η μαρτυρία κατά τη δίκη είχε κάποια προοπτική επιτυχίας. Αντ' αυτού και όπως ήδη ανέφερα, οι Εναγόμενοι περιορίστηκαν στην προβολή του απλού ισχυρισμού περί ύπαρξης κάποιας προφορικής συμφωνίας με την οποία η Ενάγουσα δεσμεύθηκε να λάβει ποσό χαμηλότερο του μισού του ποσού το οποίο εδικαιούτο βάσει της τροποποιητικής συμφωνίας, δίχως να επεξηγήσουν τους λόγους ή τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτό έγινε, και δίχως να παραθέσουν οποιεσδήποτε σχετικές λεπτομέρειες ως το χρόνο, το μέρος ή τους εμπλεκόμενους κατά τη σύναψή της. Ούτε αναφέρθηκαν στο ζήτημα της αντιπαροχής για τη «νέα» αυτή τροποποιητική συμφωνία, ακόμα και όταν η, προφανής, απουσία αντιπαροχής αναδείχθηκε από πλευράς της Ενάγουσας. Ούτε και έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια να επεξηγηθεί ή να συγκεραστεί από την μία ο ισχυρισμός των Εναγόμενων περί σύναψης προφορικής συμφωνίας τροποποίησης με, από την άλλη, τον όρο 7.3 της γραπτής συμφωνίας ενοικίασης περί ρητής απαγόρευσης της τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, όπως τον συνυπέγραψαν οι διάδικοι και τον κατέστησαν μέρος της ίδιας της συμφωνίας τους και με τη σχετική νομολογιακή προσέγγιση του ζητήματος της τροποποίησης γραπτής συμφωνίας ενοικίασης εν γένει. Επαναλαμβάνω μόνον για σκοπούς πληρότητας ότι η ερμηνεία των όρων των γραπτών συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων δεν αποτέλεσε σημείο διαφωνίας. Εν κατακλείδι, για όλους τους λόγους που ανέφερα καταλήγω ότι εν προκειμένω οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν κατόρθωσαν να καταδείξουν στο Δικαστήριο ότι μπορούν βάσιμα να αντικρούσουν την υπόθεση της Ενάγουσας, η οποία παρουσίασε μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων και των νομικών θεμάτων και αιτιολόγησε επαρκώς το αίτημά της. Επομένως κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση πληρούνται οι προϋποθέσεις τους Μέρους 24 καθότι, ως έχει διαφανεί και έχω διαπιστώσει, η υπεράσπιση δεν έχει ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος επιτακτικός λόγος το θέμα να οδηγηθεί και να επιλυθεί σε δίκη. Καταλήγοντας στο πιο πάνω συμπέρασμα, έλαβα υπόψη μου και τον πρωταρχικό σκοπό υπό το πρίσμα του οποίου διαβάζονται όλοι οι δικονομικοί κανόνες. Η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα ως η παράγραφος 60 της ένορκης δήλωσης που στήριξε την Αίτηση. Τα λοιπά παρακλητικά της Απαίτησης απορρίπτονται ως αποσυρθέντα. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. Επειδή στην προκείμενη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής ο Κανονισμός 39.7 και θα πρέπει να γίνει συνοπτικός υπολογισμός των εξόδων, οι δικηγόροι, κατ' εφαρμογή του Κανονισμού 39.9 να υποβάλουν καταλόγους εξόδων μέχρι τις 15.11.24 και ώρα 14.00 μ.μ. Η Αίτηση ορίζεται για συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων στις 18.11.24 και ώρα 9.00 π.μ. με απαραίτητη τη φυσική παρουσία των δικηγόρων των διαδίκων στο Δικαστήριο. ............ Π. Αγαπητός, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.