Κωνσταντίνος Γιαννόπουλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 2452/16, 20/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Π. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2452/16 Ημερομηνία: 20/12/2024 Μεταξύ: Κωνσταντίνος Γιαννόπουλος Ενάγοντα -και-
- Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα
- Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου
- Μόνικα Γιαννόπουλος Εναγομένων Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Π. Μιχαηλίδης Για Εναγόμενη 1: κα Δ. Παπαμιλτιάδου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας αξιώνει έναντι του Εναγομένου, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για πράξεις και παραλείψεις που έγιναν από τους Εναγόμενους, δρώντας από κοινού βάσει ενιαίου σχεδίου. Συγκεκριμένα, βοήθησαν την Εναγόμενη 3 να μετακινήσει παράνομα τα παιδιά του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 3, κατά παράβαση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 2201/2003 και της Συνθήκης της Λισσαβόνας με θετικές ενέργειες, όπως προμήθεια ταξιδιωτικών εγγράφων των ανήλικων τέκνων και παρά του ότι γνώριζαν ότι ο Ενάγοντας δεν συναινεί στη μετακίνηση τους και παρά του ότι γνώριζαν ότι η Εναγόμενη 3 σκόπευε να μετακινήσει τα τέκνα του Ενάγοντα σε τρίτη χώρα, μη συμβασιούχο της συνθήκης της Χάγης. Επίσης συνέβαλαν και δεν απέτρεψαν την απαγωγή των ανήλικων τέκνων του Ενάγοντα. Επίσης, δικογραφείται ότι δεν έλαβαν υπόψη τη δικαιοδοσία που έχει αποκτήσει το 2009 η Ελλάδα επί οποιουδήποτε θέματος σχετιζόμενη με τη γονική μέριμνα των παιδιών και δεν απέτρεψαν την αρπαγή και απαγωγή και παράνομη κράτηση του, αξιώνοντας θεραπείες, αποζημιώσεις λόγω ψυχολογικής βίας, αποζημιώσεις για ψυχικές και σωματικές βλάβες των παιδιών. Δικογραφείται ότι ο Ενάγοντας, εργαζόταν ως επίκουρος καθηγητής στο Λονδίνο, την 30/01/
- Έμενε με την Εναγόμενη 3 από το 1991 μέχρι το 2001 στο Λονδίνο. Απέκτησαν δύο τέκνα. Το ένα στις 22/12/2000 και το δεύτερο που γεννήθηκε στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στις 18/12/2004, έχουν διπλή υπηκοότητα, ελληνική και βρετανική. Το 2001 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και ο Ενάγοντας ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία. Τον Σεπτέμβριο του 2001, η οικογένεια μετακόμισε στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ο γάμος άρχισε να παρουσιάζει πρόβλημα τον Απρίλιο του 2009 και ο Ενάγοντας καταχώρησε στην Ελλάδα Αίτηση διαζυγίου και επίσης αγωγή με αριθμό 1295/09 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αιτήθηκε ανάληψη της επιμέλειας των δύο τέκνων. Η Εναγόμενη 3 καταχώρησε Αίτηση διαζυγίου στην Αγγλία. Οι αγωγές κατατέθηκαν στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 2201/
- Είναι θέση του, ότι τα Ελληνικά Δικαστήρια απέκτησαν δικαιοδοσία με βάση τον Κανονισμό από τον Μάιο του 2009 και την διατηρούν αδιάκοπα. Τα δύο τέκνα φοιτούσαν μέχρι το τέλος του συνολικού έτους 2008‑2009 στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ήρθαν τα τέκνα στην Κύπρο αρχές Αυγούστου του 2009 με τη μητέρα τους με σκοπό να μείνουν μόνιμα. Ο Ενάγοντας κατέθεσε Αίτηση 232/2009 στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού και ζήτησε προσωρινό προστατευτικό μέτρο, μέχρι την τελική αποπεράτωση της αγωγής 1295/2009 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ζήτησε από το Δικαστήριο διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η μεταφορά των ανήλικων τέκνων εκτός των εδαφών που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς τη συγκατάθεσή του. Το όνομα των δύο τέκνων του Ενάγοντα, είχε τοποθετηθεί στον κατάλογο προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος τους από την Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι την εκδίκαση της αγωγής 1295/2009 και εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα που απαγόρευε τη μεταφορά τους. Η δικαστική διαμάχη στην Κύπρο, είχε διάρκεια μέχρι τον Δεκέμβριο του
- Το προσωρινό διάταγμα απαγόρευσης εξόδου, αναστάλθηκε στις 15/12/
- Στις 27/11/2009 εκδόθηκε απόφαση από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού στην Αίτηση 232/2009 και το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν έχει αρμοδιότητα με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό. Απέρριψε δύο Αιτήσεις λόγω έλλειψης αρμοδιότητας και επικαλέστηκε ως αιτιολογία, ότι ο τόπος συνήθους διαμονής των τέκνων, ήταν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Στο διάστημα αυτό, τα δύο τέκνα διέμεναν σε ιδιόκτητη οικία του Ενάγοντα στη Λεμεσό. Φοιτούσαν σε ιδιωτικό αγγλόφωνο σχολείο και η εγκατάσταση τους, δεν ήταν καθόλου προσωρινή. Η Εναγόμενη 3 είχε επιστρέψει στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στις 06/12/2009 και επισκεπτόταν τα τέκνα κάθε μήνα. Από τα μέσα του Φεβρουαρίου του 2010, έμενε μαζί με τον Ενάγοντα και τα δύο τέκνα, ένα δεκαπενθήμερο κάθε μήνα. Τον Αύγουστο του 2010, έκανε καταγγελία στο ΤΑΕ Λεμεσού για αρπαγή των ανηλίκων από την Εναγόμενη
- Εκδόθηκε διάταγμα σύλληψης εναντίον της Εναγόμενης
- Εκδόθηκε ευρωπαϊκό και διεθνές ένταλμα σύλληψης το
- Στις 06/04/2011 ο Ενάγοντας έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από το αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ότι η Εναγόμενη 3 είχε συλληφθεί στο Abu‑Dhabi. Το τμήμα Interpol στην Αστυνομία Κύπρου, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στο Abu‑Dhabi μέσω του οποίου δόθηκαν οδηγίες για ακύρωση της αναζήτησης της Εναγόμενης 3, καθότι δεν είναι πλέον καταζητούμενο πρόσωπο. Δόθηκαν οδηγίες εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα για ακύρωση του διεθνούς εντάλματος σύλληψης. Το μήνυμα δεν γνωστοποιήθηκε ποτέ στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης έλαβε γνώση της ακύρωσης του εντάλματος στις 13/
- Ήταν θέση του Γενικού Εισαγγελέα, ότι τα Δικαστήρια ήδη αποφάσισαν ότι ο τόπος ο συνήθης διαμονής των τέκνων, ήταν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και έτσι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της αρπαγής. Το 2010 ο Ενάγοντας απέστειλε επιστολή στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και παρέθεσε τα γεγονότα και την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου την 08/12/
- Τον Οκτώβριο του 2012 αιτήθηκε αναθεώρηση της απόφασης για ακύρωση του εντάλματος σύλληψης. Το καλοκαίρι του 2015 ο Ενάγοντας προχώρησε σε καταγγελία στην Ελλάδα εναντίον της Εναγόμενης
- Η Εισαγγελία Πρωτοδίκων, ενήργησε αυτεπάγγελτα και άσκησε δίωξη. Η Εναγόμενη 3 διώχθηκε για το ποινικό αδίκημα της αρπαγής ανηλίκων κάτω των 14 ετών. Την 02/05/2018 εκδόθηκε η απόφαση 3273/2018 του Μονομελούς Πλημμελοδικείου Αθηνών. Η κατηγορία μετατράπηκε σε αυτοδικία, διότι σύμφωνα με την ελληνική ποινική νομολογία, η μετακίνηση του τέκνου από κατέχοντα του δικαιώματος επιμέλειας, δεν θεωρείται αρπαγή. Το 2013 ο Ενάγοντας κατέθεσε αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Είναι θέση του Ενάγοντα, ότι ο τόπος διάπραξης του δικαιώματος, είναι η επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και η Εναγόμενη 3 διέπραξε ποινικό αδίκημα της αρπαγής και/ή παράνομης κατακράτησης ανηλίκων, εκτός των ορίων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι πράξεις και παραλείψεις των οργάνων, συνέβαλαν και δεν απέτρεψαν την πραγματοποίηση της υφαρπαγής των ανήλικων τέκνων. Θεώρησαν τις θέσεις του για τις συνθήκες και διάρκεια της διαμονής των τέκνων τους, ψευδείς και η Εναγόμενη 3 δεν έκανε ενέργεια σε Δικαστήριο Κράτους Μέλους για να καταγγείλει τυχόν κατακράτηση των τέκνων από τον Ενάγοντα. Πρόκειται για μία διασυνοριακή διαφορά γονικής μέριμνας που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού. Μετακίνηση τέκνου από τόπο διαμονής του τέκνου από τον έναν γονέα χωρίς τη συγκατάθεση του ετέρου, συνιστά παραβίαση του δικαιώματος επιμέλειας. Το δικαίωμα δεν περιορίζεται στην επικράτεια του Κράτους Μέλους, όπου έχει το παιδί τη συνήθη του διαμονή, αλλά επεκτείνεται διεθνώς. Όμως η μετακίνηση των τέκνων από τη Δημοκρατία τον Μάιο του 2010, ήταν παράνομη. Ως αποτέλεσμα των πράξεων και παραλείψεων της Εναγόμενης 1, ο Ενάγοντας έχει υποστεί ζημιές, απώλειες, έξοδα και αποζημιώσεις. Ο Ενάγοντας ο οποίος ως αναφέρεται ανωτέρω, είναι καθηγητής πανεπιστημίου, έχει διδάξει σε διακεκριμένα πανεπιστήμια μέχρι το έτος 2009 όπου ήταν ενεργός στην πανεπιστημιακή έρευνα και σε διάφορες δημοσιεύσεις που σχετίζονταν με το αντικείμενο του κλάδου του. Είχε ένα πλούσιο βιογραφικό το οποίο τον έκανε επιθυμητό από πολλά πανεπιστήμια τα οποία βρίσκονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου είχε διδάξει στο παρελθόν. Μετά από όλα τα γεγονότα τα οποία αναφέρθηκαν πιο πάνω και εφόσον ο Ενάγοντας είχε πλέον χάσει τις ελπίδες του για την επιστροφή των τέκνων του στην Κύπρο, αιτήθηκε την εργοδότηση του σε διάφορα πανεπιστήμια στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού όλες οι Αιτήσεις απορρίφθηκαν καθότι λόγω της ψυχολογικής κατάστασης στην οποίαν βρισκόταν για όλα τα χρόνια του, ήταν αδύνατο να παραμείνει ενεργός σε έρευνες και/ή ερευνητικά θέματα και/ή άλλως που σχετίζονταν με το αντικείμενο του. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, δημιουργήθηκε ζημιά στον Ενάγοντα από τη σύνταξη που θα λάμβανε αν εργοδοτείτο σε πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο Ενάγοντας θα εργαζόταν για 15 εργάσιμα έτη από το έτος 2013 μέχρι και το έτος 2028 όπου θα συνταξιοδοτείτο, όπου η σύνταξη του με βάση υπολογισμών θα ανερχόταν στο ποσό των €15.000 ετησίως. Συνεπώς, ο Ενάγοντας έχει απωλέσει το ποσό των €420.000 ως το συνολικό ποσό που θα αντιστοιχούσε στις συντάξεις του μέχρι το 90ο έτος ηλικίας του, όπου υπολογίζεται ότι θα ζούσε. Η συμμετοχή της Εναγόμενης στη ζημιά, υπολογίζεται περίπου στο ήμισυ. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας από το καλοκαίρι του 2015, αναγκάστηκε να ταξιδεύει συχνά στη Βουδαπέστη να συναντήσει τους υιούς του όπου πλέον διαμένουν εκεί μονίμως. Καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα μέχρι σήμερα ξόδεψε σε ταξιδιωτικά έξοδα το ποσό των €20.
- Επιπλέον, ο Ενάγων αναμένει ότι θα συνεχίσει να επισκέπτεται τη Βουδαπέστη για να κρατήσει επαφή με τον μικρότερο υιό του έως εκείνος συμπληρώσει το 18 έτος της ηλικίας του, δηλαδή το έτος
- Ο Ενάγων εκτιμά ότι θα χρειαστεί να ξοδέψει συνολικά ένα ποσό της τάξης των €40.
- Ως εκ τούτου, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης: Α. το ποσό των €210.000 ή οποιοδήποτε ποσό αποφασίσει το Σεβαστό Δικαστήριο ως χρηματική αποζημίωση για τις απολεσθείσες συντάξεις που θα λάμβανε ο Ενάγοντας αν εργαζόταν σε πανεπιστήμιο του Ηνωμένου Βασιλείου. Β. ποσό €60.000 ως χρηματική αποζημίωση για τις δαπάνες του Ενάγοντα που αφορούν παρελθόντα και μελλοντικά έξοδα ταξιδιού, στη Βουδαπέστη για να συναντήσει τους υιούς του, όπου πλέον διαμένει εκεί μονίμως. Γ. Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για πράξεις και/ή παραλείψεις της Εναγόμενης η οποία χρησιμοποιώντας δόλο και/ή αμέλεια βοήθησαν και/ή επέτρεψαν και/ή δεν παρέτρεψαν την κυρία Μόνικα Γιαννόπουλος να μετακινήσει παράνομα τα τέκνα του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 3 κατά παράβαση του δικαιώματος επιμέλειας του Ενάγοντα και/ή κατά παράβαση των άρθρων του Κανονισμού της Ευρωπαικής Ένωσης 2201/2003 και/ή της Συνθήκης της Λισσαβόνας και/ή της Ευρωπαικής Νομολογίας και/ή δεν απέτρεψαν και/ή συνέβαλαν στην απαγωγή και/ή υφαρπαγή των ανήλικων τέκνων του Ενάγοντα από τη μητέρα τους, Εναγόμενη 3 η οποία τα οδήγησε σε τρίτη χώρα. Δ. Ζημιές και/ή απώλειες και/ή έξοδα τα οποία έχει υποστεί ο Ενάγοντας από τις πιο πάνω παράνομες και/ή δόλιες ενέργειες της Εναγόμενης και/ή λόγω των ως άνω ενεργειών της Εναγόμενης επέφεραν επιπτώσεις στην καριέρα του Ενάγοντα ως ακαδημαικός. Ε. Αποζημιώσεις λόγω ψυχολογικής βίας και/ή άλλως που ασκήθηκε στον Ενάγοντα από τις ως άνω πράξεις και/ή παραλείψεις της Εναγόμενης 1 διά μέσω των αρμόδιων αρχών, οι οποίες είχαν ως συνέπεια να στερήσουν στον Ενάγοντα τη χαρά αλλά και τα δικαιώματα του να βρίσκεται με τα τέκνα του και να συναποφασίζει για τα τέκνα του. Ζ. Αποζημιώσεις για ψυχικές και/ή σωματικές βλάβες και/ή άλλως των τέκνων από τις ως άνω πράξεις της Εναγόμενης. Η. Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις και/ή αποζημιώσεις λόγω της παράβασης των αρχών της επιείκειας και/ή παράβασης θεσμοθετημένου και/ή άλλως καθήκοντος και/ή υποχρέωσης. Θ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή διαταγή και/ή θεραπεία και/ή απόφαση ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει δίκαια και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Ι. Τόκους και έξοδα. Η δικογραφημένη Υπεράσπιση της Εναγόμενης 1, είναι ότι ο Ενάγοντας δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής και ότι η διαδικασία, είναι καταχρηστική και πρέπει να απορριφθεί. Επί της ουσίας, αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, πλην αυτών που παραδέχεται ρητώς. Παραδέχεται την καταχώρηση του Ενάγοντα της Αίτησης 232/2019 στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού και παραδέχεται την έκδοση της απόφασης από το Οικογενειακό Δικαστήριο στη Λεμεσό στην Αίτηση 232/2009 την 26/08/
- Καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού, ότι στις 11/05/2010 η Εναγόμενη 3 αναχώρησε με τα ανήλικα τέκνα του Ενάγοντα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα χωρίς τη συγκατάθεσή του. Στις 26/08/2010 εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον της και τα στοιχεία της τοποθετήθηκαν στο stop list. Εκδόθηκε εναντίον της Εναγόμενης 3, διεθνές και ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Κύριος λόγος ακύρωσης του σχετικού εντάλματος, ήταν η δικαστική έκβαση της Αίτησης 232/2009 πρωτοδίκως και σε δεύτερο βαθμό. Ζητήματα εμπίπτοντα στην Αίτηση 232/2009, έχουν καταστεί τελεσίδικα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Δεν προσκόμισαν οι διάδικοι οποιανδήποτε μαρτυρία στην υπόθεση και το πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης, έγινε παραδεκτό ως ακολούθως:
- Ο Ενάγων απέκτησε με την Εναγόμενη 2 παιδιά, τους Γεώργιο Ρωμαίο Γιαννόπουλο με ημερομηνία γέννησης στις 02/12/2000 και Μάρκο Αλέξη Γιαννόπουλο, με ημερομηνία γέννησης στις 18/10/
- Στις 26/08/2010 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη 3 αναχώρησε με τα παιδιά τους προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, χωρίς τη συγκατάθεσή του.
- Στις 26/08/2010 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ευρωπαϊκό δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον της Εναγομένης 3 και τα στοιχεία της τοποθετήθηκαν στον κατάλογο stop list.
- Λήφθηκε πληροφορία από τον Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη 3 διέμενε σε συγκεκριμένη διεύθυνση στο Abu-Dabi, 29η οδός [ ], Abu-Dabi, H. A. E.
- Στις 20/12/2010, κατόπιν των νενομισμένων διαδικασιών, δόθηκαν οδηγίες να εκδοθεί εναντίον της Εναγομένης 3, διεθνές και ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και στις 03/02/2011, κατόπιν της έγκρισης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εναντίον της Monika Giannopoulos.
- Στο πλαίσιο της διερεύνησης, λήφθηκε μαρτυρία και δόθηκε αντίστοιχη κατάθεση ότι, μετά από την εκδίκαση της υπόθεσης αρ. 232/2009 ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εκδόθηκε δικαστική απόφαση στις 27/11/
- Λήφθηκε επίσης γνώση ότι στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εκδόθηκε απόφαση σχετική με τη λύση του γάμου των διαδίκων.
- Με βάση την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ο τόπους συνήθους διαμονής των τέκνων είναι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και επομένως δεν εφαρμόζεται ο ΕΚ2201/
- Ο Ενάγων καταχώρησε Αίτηση για αναστολή της εν λόγω δικαστικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης, η οποία Αίτηση απορρίφθηκε.
- Η Έφεση υπ' αριθμόν 33/2009, την οποίαν καταχώρησε κατά της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 27/11/2009 ο Ενάγων, απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 08/12/2010, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
- Στη συνέχεια ακυρώθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εναντίον της Εναγόμενης 3 και ακολούθησαν οι νενομισμένες διαδικασίες ενημέρωσης της ενδιαφερόμενης χώρας Αbu-Dabi μέσω της Interpol. Η Εναγόμενη 3 απέστειλε μέσω των δικηγόρων της επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα ημερομηνίας 07/04/
- Στις 06/04/2011 το αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον Ενάγοντα, ότι η Εναγόμενη αριθμός 3 έχει συλληφθεί στο Abu-Dabi.
- Στις 08/04/2011 το τμήμα Interpol της Αστυνομίας Κύπρου απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στο αντίστοιχο τμήμα στο Abu-Dabi μέσω του οποίου δόθηκαν οδηγίες για ακύρωση της αναζήτησης της Εναγόμενης αριθμός 3, καθότι δεν είναι πλέον καταζητούμενο πρόσωπο τόσο στην Κύπρο, όσο και σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Περαιτέρω, τους πληροφόρησαν ότι δόθηκαν οδηγίες εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα για ακύρωση του διεθνούς εντάλματος σύλληψης. Ο Ενάγοντας καταχώρησε αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τη 1295/2009 και ζητούσε την αποκλειστική επιμέλεια των τέκνων που απέκτησε με την πρώην σύζυγο του. Καταχώρησε Αίτηση με την οποίαν ζητούσε προστατευτικά μέτρα ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού την 28/08/
- Κατήγγειλε την πρώην σύζυγο του ότι είχε απαγάγει τα παιδιά τους και αναχώρησε προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα την 26/08/
- Το Οικογενειακό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει λήψη ασφαλιστικών μέτρων με βάση τον Κανονισμό 2201/2003 και ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα την 27/11/
- Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε κατά της πρώην συζύγου του για αρπαγή των τέκνων τους την 20/12/2010 με αποτέλεσμα το όνομα της πρώην συζύγου του να τεθεί στον κατάλογο των προσώπων που απαγορεύονται να ταξιδεύσουν εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περί ή κατά την 13/04/2011 η Νομική Υπηρεσία του κράτους κατόπιν μελέτης του θέματος συμβούλευσε τη Δικαστική Αρχή έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και του διεθνούς εντάλματος αναλόγως με αποτέλεσμα η Αρχή, να προχωρήσει στην ακύρωση τους. Σύμφωνα με την έκθεση του Υπαστυνόμου Μαρίνου Βασιλείου (Τεκμήριο 7) με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου, ο συνήθης τόπος διαμονής των παιδιών ήταν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και έτσι το Κυπριακό Δικαστήριο δεν μπορούσε να αναλάβει δικαιοδοσία ή διεθνή δικαιοδοσία με βάση το άρθρο 20 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 2201/2003 για να εξετάσει τη συνέχιση προστατευτικών μέτρων που προβλέπονται στην οδηγία. Ως αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης, η Κεντρική Αρχή κατόπιν συμβουλής της Νομικής Υπηρεσίας προχώρησε στην ακύρωση του εντάλματος. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το ερώτημα είναι κατά πόσο υπάρχει αστική ευθύνη για την πιο πάνω εξέλιξη των γεγονότων που ο Αιτητής ισχυρίζεται, ότι υπήρξε η αιτία να του στερηθεί η γονική μέριμνα και ακόμη επικοινωνία με τα παιδιά του. Δεν υπάρχει εθνική νομοθεσία που να προνοεί για αστική ευθύνη Δικαστών ή άλλων αρμόδιων οργάνων του κράτους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Το άρθρο 4 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, προβλέπει ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται εvαvτίov Δικαστή τoυ Αvωτάτoυ Δικαστηρίoυ της Δημoκρατίας, oύτε εvαvτίov oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ vόμιμα εκτέλει τα καθήκovτα Δικαστή τέτoιoυ Δικαστηρίoυ, σε σχέση με αστικό αδίκημα πoυ διαπράχθηκε από αυτό υπό τη δικαστική τoυ ιδιότητα. Επίσης προβλέπεται ότι λειτoυργός της Δημoκρατίας, ευθύvεται για oπoιoδήπoτε αστικό αδίκημα πoυ διαπράττεται από αυτόv, νoείται ότι εvάγεται υπό τηv πρoσωπική τoυ ιδιότητα καθώς και νοείται ότι σε oπoιανδήπoτε αγωγή πoυ εγείρεται κατά τέτoιoυ λειτoυργoύ, συvιστά Υπεράσπιση τo γεγovός ότι η πράξη για τηv oπoίαν γίvεται τo παράπovo τελέστηκε εvτός τωv oρίωv της vόμιμης εξoυσίας αυτoύ. Επομένως, ακόμη και στην περίπτωση σφάλματος των νόμιμων θεσμικών οργάνων του κράτους και δεδομένου ότι ενεργούσαν εντός της νόμιμης εξουσίας των καθηκόντων τους με βάση το εθνικό δίκαιο, δεν έχουν αστική ευθύνη. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έχει δικαίωμα σε αποζημιώσεις, εξαιτίας σφαλμάτων των θεσμικών οργάνων του κράτους που αφορούν τη μη ορθή εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 2201/2003 ως συνέπεια του οποίου ακυρώθηκαν τα προστατευτικά μέτρα, το Ευρωπαϊκό Ένταλμα και το Διεθνές Ένταλμα που οδήγησαν στην προσωπική του ζημιά, δηλαδή την απώλεια της γονικής μέριμνας και επικοινωνίας με τα παιδιά του. Τρία είναι τα ερωτήματα που θα πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο. Κατά πόσο υπάρχει νόμιμη αξίωση για αποζημιώσεις εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας εξαιτίας μη εφαρμογής ή πλημμελούς εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Δεύτερον, κατά πόσο ο συγκεκριμένος Ευρωπαϊκός Κανονισμός είχε εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Τρίτον, να κριθεί κατά πόσο διαπιστώνεται σφάλμα στην εφαρμογή ή μη εφαρμογή ευρωπαϊκής οδηγίας που αποτέλεσε αιτία ο Ενάγοντας να υποστεί ζημιά. Δυνάμει του άρθρου 2 της προσαρτημένης στη Συνθήκη Προσχώρησης Πράξης και των όρων προσάρτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτή οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις των Συνθηκών περί Ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως επίσης και τις πράξεις των οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συμμορφούμενη στις πιο πάνω υποχρεώσεις, επήλθε τροποποίηση του Συντάγματος ως ακολούθως: «Ουδεμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από τη Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από του να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία». Δυνάμει του άρθρου 249 της Συνθήκης Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, δίδεται εξουσία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μαζί με το Συμβούλιο να εκδίδει κανονισμούς που θα έχουν γενική, άμεση και καθολική εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας. Οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί ισχύουν άμεσα στα κράτη μέλη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους και άρα η Δημοκρατία δεν χρειάζεται, ούτε επιτρέπεται να αντιγράψει τον Κανονισμό σε κυπριακό νομοθέτημα. Υποχρεούται όμως να λάβει μέτρα, είτε με διοικητικές πράξεις, είτε τη με θέσπιση νομοθεσίας, προς επίτευξη της αποτελεσματικής εφαρμογής του Κανονισμού. Είναι καθήκον των κρατών μελών να προνοούν για την αποτελεσματική δικαστική θεραπεία (judicial relief) όταν υπάρχει παραβίαση δικαιώματος που πηγάζει από το Ενωσιακό Δίκαιο. Η θεραπεία έχει διπλό χαρακτήρα, αφενός την αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη και αφετέρου την παροχή του ουσιαστικού δικαιώματος στην αποκατάσταση. Στην υπόθεση Von Colson 14-83, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ερμηνεύοντας την ευρωπαϊκή οδηγία 76/207 που αφορά τις διακρίσεις, έκρινε ότι η συγκεκριμένη επιβάλλει τη θέσπιση νομικών διατάξεων που να συνοδεύονται από αποτελεσματικές κυρώσεις. Μόνη όμως η in natura αποκατάσταση είναι, κατά την κρίση του, αποτελεσματική. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: Η αρχή της αποτελεσματικής μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, επιτάσσει τα δικαιώματα αυτά να είναι τέτοιας φύσεως ώστε να συνιστούν για μεν τον υποψήφιο, του οποίου τα δικαιώματα παραβιάστηκαν, πρόσφορη αποζημίωση, για δε τον εργοδότη μέσο πίεσης, την οποίαν θα είναι αναγκασμένος να λάβει σοβαρά υπόψη και η οποία θα τον ωθήσει στην τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Μια εθνική ρύθμιση που περιορίζει το δικαίωμα αποζημίωσης του υποψηφίου, του οποίου παραβιάστηκε το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης, στην απόδοση των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε λόγω της υποψηφιότητας του, δεν είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, το οποίο επιδιώκει την πραγμάτωση στο εθνικό δίκαιο των στόχων της οδηγίας. Όσον αφορά το ερώτημα 6, δεν τίθεται ζήτημα «απευθείας εφαρμογής» της οδηγίας 76/207, δεδομένου ότι καμιά σαφής κύρωση δεν μπορεί να συναχθεί από την οδηγία αυτήν. Αν παρ' όλα αυτά το Δικαστήριο δεχτεί ότι από τη μη εφαρμογή του περιορισμού της αποζημίωσης που περιέχεται στο άρθρο 611α, παράγραφος 2, του BGB προκύπτει για τις Ενάγουσες ένα ευρύτερο δικαίωμα γενικής αποζημίωσης, τότε θα προκύψουν άλλα προβλήματα ως προς την απευθείας εφαρμογή της οδηγίας. Πράγματι, καίτοι μία οδηγία μπορεί υπό ορισμένες περιστάσεις να έχει κάθετη ενέργεια έναντι του κράτους μέλους ή έναντι των οργάνων ή των αρχών του, αποκλείεται αντίθετα να της αναγνωριστεί μια τέτοια ενέργεια-πλην εξαιρετικών περιπτώσεων-στις οριζόντιες σχέσεις μεταξύ προσώπων ιδιωτικού δικαίου.
- Αντίθετα, όπως συνάγεται από τις παραπάνω σκέψεις, η οδηγία δεν περιέχει-όσον αφορά τις κυρώσεις για ενδεχόμενες διακρίσεις-καμιά ανεπιφύλακτη και αρκετά σαφή υποχρέωση την οποία, σε περίπτωση που δεν έχουν εκδοθεί εκτελεστικά μέτρα εντός των σχετικών προθεσμιών, να μπορεί να επικαλεστεί ο ιδιώτης προκειμένου να επιτύχει συγκεκριμένη αποκατάσταση της ζημίας του δυνάμει της οδηγίας, όταν η εθνική νομοθεσία δεν την προβλέπει ή δεν την επιτρέπει.
- Πρέπει εντούτοις να τονιστεί στο εθνικό δικαστήριο ότι η οδηγία 76/207 αφήνει βέβαια ελεύθερα τα κράτη μέλη, προκειμένου να επιβάλουν κυρώσεις για την παραβίαση της απαγόρευσης των διακρίσεων, να επιλέξουν μεταξύ των διαφόρων λύσεων που είναι κατάλληλες για την πραγμάτωση του σκοπού της, εξυπακούεται όμως ότι αν ένα κράτος μέλος επιλέξει ως κύρωση για την παραβίαση της εν λόγω απαγόρευσης την καταβολή αποζημίωσης, η αποζημίωση αυτή πρέπει, εν πάση περιπτώσει, για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της και η αποτρεπτική της ενέργεια, να είναι ανάλογη προς τη ζημία που έχει προκληθεί και πρέπει επομένως να βαίνει πέρα από μια καθαρά συμβολική αποζημίωση, όπως πχ. την επιστροφή μόνο των εξόδων για την υποβολή της αίτησης προσλήψεως. Το εθνικό δικαστήριο, εξαντλώντας τα περιθώρια εκτίμησης που του παρέχει το εθνικό του δίκαιο, οφείλει να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το νόμο που έχει εκδοθεί σε εκτέλεση της οδηγίας σύμφωνα με τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου. Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Heylens 222/1986 ημερομηνίας 15/10/1987 στην οποίαν επεκτάθηκε η αρχή της δικαστικής προστασίας (για την παροχή δυνατότητας ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά οποιασδήποτε αποφάσεως εθνικής αρχής, με την οποίαν δεν αναγνωρίζονται τα ευεργετικά αποτελέσματα του δικαιώματος αυτού (ελεύθερη πρόσβαση στην εργασία) αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για τη διασφάλιση στους ιδιώτες της αποτελεσματικής προστασίας του δικαιώματός τους. Όπως το Δικαστήριο έχει δεχτεί με την απόφαση της 15ης Μαΐου 1986 (Johnston, 222/84, Συλλογή 1986, σ.1651, ιδίως σ.1663) η απαίτηση αυτή αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου απορρέουσα από τις κοινές στα κράτη μέλη συνταγματικές παραδόσεις και έχει καθιερωθεί με τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών) Με την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, η αρχή της δικαστικής προστασίας εντάχθηκε στον βασικό πυρήνα του δικαίου της ένωσης με τη θέσπιση του άρθρου 47 της Συνθήκης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης το οποίο προβλέπει ρητώς στο δικαίωμα της αποτελεσματικής θεραπείας σε σχέση με παραβάσεις του δικαίου, καθώς και το δικαίωμα της δίκαιας δίκης: It should be borne in mind that the principle of effective judicial protection is a general principle of EU law stemming from the constitutional traditions common to the member states which has been enshrined in articles 6 and 13 of the ECHR and which has also been reaffirmed by article 47 of the Charter of Fundamental rights of the European Union.' (Alassini joined cases C317/08, C320/08) Η δικαστική προστασία δεν είναι αφηρημένη έννοια και προκειμένου να αποκτήσει δικαιοδοσία το Δικαστήριο να εξετάσει θεραπείες για την παραβίαση Ενωσιακού Δικαίου, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η συγκεκριμένη περίπτωση, αφορά συγκεκριμένη παραβίαση του Ενωσιακού Δικαίου. Η υπόθεση Chadry C457/2009 είναι σχετική, διότι εκεί λέχθηκε ότι οι επιταγές που απορρέουν από την προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, δεσμεύουν τα κράτη μέλη σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες αυτά καλούνται να εφαρμόσουν το δίκαιο της Ένωσης. Όταν η κύρια διαφορά δεν εμπλέκει ζήτημα εφαρμογής του Ενωσιακού Δικαίου, δεν εξετάζεται κατά πόσο υπάρχει θεραπεία στην παραβίαση με βάση το άρθρο 47 της Συνθήκης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Παραπέμπω στο σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Chadry, πιο πάνω, σκέψη 23 μέχρι
- Ομοίως, το άρθρο 51 παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) ορίζει ότι οι διατάξεις του απευθύνονται «στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης».
- Σε κάθε περίπτωση, ο περιορισμός αυτός δεν τροποποιήθηκε με την έναρξη ισχύος, την 1η Δεκεμβρίου 2009, της Συνθήκης της Λισσαβόνας, κατόπιν της οποίας ο Χάρτης έχει, βάσει του νέου άρθρου 6, παράγραφος 1, ΕΕ, το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες. Το άρθρο αυτό διευκρινίζει συγκεκριμένα, ότι οι διατάξεις του Χάρτη δεν συνεπάγονται καμία επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως αυτές ορίζονται στις Συνθήκες.
- Ωστόσο, καίτοι το κατοχυρωμένο στο άρθρο 6, παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ, δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, στο οποίο αναφέρεται το αιτούν Δικαστήριο, αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (βλ. ειδικότερα, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, C‑385/07 P, Der Grüne Punkt Duales System Deutschland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I-6155, σκέψεις 177 και 178) και επιβεβαιώθηκε στο άρθρο 47 του Χάρτη, γεγονός παραμένει ότι η απόφαση περί παραπομπής δεν περιέχει κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι το αντικείμενο της κύριας δίκης συνδέεται με το δίκαιο της Ένωσης. Η κύρια δίκη, στο πλαίσιο της οποίας Βέλγος υπήκοος στρέφεται κατά του Βελγικού Δημοσίου αναφορικά με τη φορολόγηση δραστηριοτήτων που ασκούνται στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους, δεν εμφανίζει κανένα συνδετικό στοιχείο με οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες στο δίκαιο της Ένωσης καταστάσεις σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των υπηρεσιών ή των κεφαλαίων. Επιπλέον, η προαναφερθείσα διαφορά δεν αφορά την εφαρμογή εθνικών μέτρων, με τα οποία το οικείο κράτος μέλος εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης.
- Εκ των ανωτέρω, συνάγεται ότι δεν προκύπτει αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να απαντήσει στην παρούσα Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις παραβίασης Ενωσιακού Δικαίου συνιστά μοχλό ενσωμάτωσης του δικαίου στο εθνικό δίκαιο. Το άρθρο 47 ενσωματώνει τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Το άρθρο 13 προβλέπει ότι: Everyone whose rights and freedoms as set forth in this convention are violated shall have an effective remedy before a national authority notwithstanding that the violation has been committed by persons acting in an official capacity. Τα μέρη δύναται να βασιστούν στις πρόνοιες του άρθρου 47 της Συνθήκης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, όποτε διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος τους που απορρέει από το Ενωσιακό Δίκαιο. Η σκέψη 39 της απόφασης Union Pequenos Agricoles C50-00 διατυπώνει άρτια τις παραμέτρους της δικαστικής προστασίας σε σχέση με παραβιάσεις.
- Όπως επανειλημμένως έκρινε το Δικαστήριο, η αρχή αυτή στηρίζεται στις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών. Επιπλέον, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καίτοι μη δεσμευτικής ισχύος, διακηρύσσει με το άρθρο 47, τη γενικώς αναγνωρισμένη αρχή ότι «κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον Δικαστηρίου». H θεραπεία που προσφέρει το άρθρο 47 πρέπει να έχει αιτιώδη συνάφεια με την παραβίαση του Ενωσιακού Δικαίου. Στην υπόθεση Benkharbouche [2015] EWCA Civ.3, το Αγγλικό Εφετείο απαγόρευσε την εφαρμογή προνοιών του Αγγλικού State Immunity Act που περιόριζε το δικαίωμα εργαζομένων να λάβουν δικαστικά μέτρα εναντίον πρεσβειών για διακρίσεις στον χώρο της εργασίας. Κρίθηκε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 47 έχουν άμεση και οριζόντια εφαρμογή στα κράτη μέλη και η εφαρμογή του δεν εξαρτάται από τη θέσπιση εθνικής νομοθεσίας για να μεταφέρονται οι πρόνοιες στο εθνικό δίκαιο.
- The CJEU did not, however, go on to make it clear which rights and principles contained in the EU Charter might be capable of having horizontal direct effect, and which would not. In our judgement, however, Article 47 must fall into the category of Charter provisions that can be the subject of horizontal direct effect. It follows from the approach in Kücükdeveci and AMS that EU Charter provisions which reflect general principles of EU law will do so. The Explanations prepared under the authority of the Praesidium of the Convention which drafted the EU Charter, which Article 52
(7)EU Charter requires the court to take into account when interpreting the EU Charter, state that the CJEU has "enshrined" the right to an effective remedy "as a general principle of Union law". The Explanations cite Case 222/84 Johnston [1986] ECR 1651; Case 222/86 Heylens [1987] ECR 4097 and Case C-97/91 Borelli [1992] ECR I-
- In Borelli, for instance, the CJEU held: "
- As the Court observed in particular in Case 222/84 Johnston v Chief Constable of the Royal Ulster Constabulary [1986] ECR 1651, paragraph 18, and in Case 222/86 UNECTEF v Heylens [1987] ECR 4097, paragraph 14, the requirement of judicial control of any decision of a national authority reflects a general principle of Community law stemming from the constitutional traditions common to the Member States and has been enshrined in Articles 6 and 13 of the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms."
- We therefore conclude that the right to an effective remedy guaranteed by Article 47 EU Charter is a general principle of EU law so that Article 47 accordingly has horizontal direct effect. It remains, of course, subject to the exceptions to be found in the jurisprudence of the Strasbourg court (subject to any contrary provision in EU law). Οι συνενωμένες υποθέσεις Rewe και Comet C33/76, επεξήγησαν τη μεταμόρφωση που θα πρέπει να υποστεί το διαδικαστικό δίκαιο κράτους μέλους προκειμένου να ανταποκριθεί στην άσκηση δικαιωμάτων που πηγάζουν από το Ενωσιακό Δίκαιο. In the absence of community rules on this subject it is for the domestic legal system of each member state to designate the courts having jurisdiction and to determine the procedural conditions governing actions at law intended to ensure the protection of the rights which citizens have from the direct effect of community law it being understood that such conditons cannot be less favourable than those relating to similar acrtions of a domestic nature... It is for the domestic legal system of each member system to set the criteria for determining the extent of reparation. However these criteria must not be less favouravble than those applying to similar claims based on domestic law and must not be such as in practice to make it impossible or excessively difficult to obtain reparation. Το δίπτυχο της πρόσβασης στη δικαιοσύνη και της ουσιαστικής αποτελεσματικής αποκατάστασης, αφορά κάθε περίπτωση που λαμβάνεται υπόψη από τα εθνικά όργανα κράτους μέλους απόφαση που επηρεάζει δικαίωμα που να πηγάζει από το Ενωσιακό Δίκαιο. Στην υπόθεση Sοprope C-349-07 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να συμμορφωθούν με τις γενικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με κάθε τους απόφαση που άπτεται της εφαρμογής Ενωσιακού Δικαίου. Είναι αδιαμφησβήτητο το δικαίωμα του Ενάγοντα να προσφύγει στο Δικαστήριο κράτους μέλους για παραβίαση δικαιωμάτων που πηγάζουν από την εφαρμογή Ενωσιακού Δικαίου. Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να τον ακούσει, καθώς και την υποχρέωση να τον αποκαταστήσει στην περίπτωση παραβίασης αυτής της υφής. θα πρέπει να κριθεί στη συνέχεια, κατά πόσο ο Ενάγοντας όντως επηρεάστηκε δυσμενώς από την παραβίαση του κεκτημένου στην περίπτωση του. Στην υπόθεση Kobler C-224-01, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επεξήγησε ότι επιβάλλεται να εξεταστούν από κοινού, αν η αρχή κατά την οποίαν τα κράτη μέλη υπέχουν την υποχρέωση να αποκαθιστούν τις ζημιές που προκαλούν στους ιδιώτες οι καταλογιστέες στα κράτη μέλη παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου, ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποίαν η καταλογιζόμενη παραβίαση απορρέει από απόφαση Δικαστηρίου κρίνοντας σε τελευταίο βαθμό και αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, εναπόκειται στην έννομη τάξη του κάθε κράτους μέλους να ορίσει το Δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την επίλυση διαφορών σχετικών με μίαν τέτοια αποζημίωση. Επαναβεβαίωσε την αρχή, ότι η αρχή της ευθύνης των κρατών μελών για ζημιές που προκαλούνται στους ιδιώτες από παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου οι οποίες τους καταλογίζονται, είναι σύμφυτη προς το σύστημα της Συνθήκης. Η αρχή αυτή ισχύει για κάθε περίπτωση παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου από κράτος μέλος, όποιο και αν είναι το όργανο του κράτους μέλους του οποίου η πράξη ή η παράλειψη προκαλεί την παραβίαση. Οι σκέψεις 32 και 33 ως προς το επιθυμητό να είναι υπόλογα τα κράτη μέλη, είναι σχετικές αναφορές:
- Εφόσον, στη διεθνή έννομη τάξη, το κράτος του οποίου γεννάται ευθύνη λόγω παραβιάσεως διεθνούς υποχρεώσεως λαμβάνεται ως ενιαίο σύνολο, ασχέτως του αν η ζημιογόνος παραβίαση είναι καταλογιστέα στη νομοθετική, τη δικαστική ή την εκτελεστική εξουσία, το ίδιο, κατά μείζονα λόγο, πρέπει να ισχύει και στην κοινοτική έννομη τάξη, όπου όλα τα κρατικά όργανα, περιλαμβανομένης και της νομοθετικής εξουσίας, υποχρεούνται, κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, να τηρούν τους επιβαλλόμενους από το κοινοτικό δίκαιο κανόνες, οι οποίοι διέπουν απευθείας την κατάσταση των ιδιωτών (προαναφερθείσα απόφαση Brasserie du pêcheur και Factortame, σκέψη 34).
- Ενόψει του σημαντικού λειτουργήματος που επιτελεί η δικαστική εξουσία στο πλαίσιο της προστασίας των δικαιωμάτων που έλκουν οι ιδιώτες από τους κοινοτικούς κανόνες, θα περιοριζόταν η πλήρης αποτελεσματικότητα αυτών των κανόνων και θα ατονούσε η προστασία των δικαιωμάτων που αυτοί αναγνωρίζουν αν δεν παρεχόταν στους ιδιώτες η δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ζητούν αποζημίωση όταν θίγονται τα δικαιώματά τους λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου καταλογιστέας σε απόφαση δικαστηρίου κράτους μέλους αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό. Η δικαστική προστασία των δικαιωμάτων, είναι ο λόγος που αναγνωρίζεται το δικαίωμα των ιδιωτών να προσφύγουν ενώπιον Εθνικών Δικαστηρίων για να ζητήσουν αποκατάσταση της ζημιάς με αποζημιώσεις. Επεξηγήθηκε στην Kobler, πιο πάνω, ότι αναγνώριση της ευθύνης του δημοσίου λόγω αποφάσεων Δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό δεν συνεπάγεται, καθ' εαυτής, την αμφισβήτηση της ισχύος του ουσιαστικού δεδικασμένου μίας τέτοιας αποφάσεως. Διαδικασία σκοπούσα στην αναγνώριση της ευθύνης του δημοσίου, δεν έχει το ίδιο αντικείμενο, ούτε αναγκαστικώς τους ίδιους διαδίκους με τη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που έχει περιβληθεί την ισχύ του ουσιαστικού δεδικασμένου. Πράγματι, ο ασκών αγωγή αναγνωρίσεως ευθύνης του δημοσίου επιτυγχάνει, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αγωγής, να υποχρεωθεί το δημόσιο σε αποκατάσταση της ζημιάς την οποίαν αυτός υπέστη, όχι όμως αναγκαστικώς και την αμφισβήτηση της ισχύος του ουσιαστικού δεδικασμένου της δικαστικής εκείνης αποφάσεως η οποία προκάλεσε τη ζημιά. Εν πάση περιπτώσει, η αναπόσπαστη προς την κοινοτική έννομη τάξη αρχή της ευθύνης του δημοσίου, επιβάλλει μίαν τέτοια αποζημίωση, όχι όμως και αναθεώρηση της δικαστικής αποφάσεως η οποία προκάλεσε τη ζημιά. Εν τέλει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, απέρριψε όλα τα επιχειρήματα ότι το καθήκον αποκατάστασης με χρηματική αποζημίωση επηρεάζει το κύρος της δικαιοσύνης. Όσον αφορά την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι η αρχή της ευθύνης δεν αφορά την προσωπική ευθύνη του Δικαστή, αλλά την ευθύνη του δημοσίου. Η δυνατότητα όμως, θεμελιώσεως ευθύνης του Δημοσίου, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, για δικαστικές αποφάσεις αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο, δεν συνεπάγεται ιδιαίτερους κινδύνους αμφισβητήσεως της ανεξαρτησίας ενός δικαιοδοτικού οργάνου το οποίο αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό. Ως προς το επιχείρημα που αναφέρεται στον κίνδυνο μειώσεως του κύρους ενός Δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό από το γεγονός ότι οι αμετάκλητες αποφάσεις του μπορούν εμμέσως να αμφισβητηθούν μέσω διαδικασίας επιτρέπουσας θεμελίωση της ευθύνης του δημοσίου λόγω αυτών των αποφάσεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ύπαρξη ένδικου μέσου το οποίο παρέχει τη δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αποκαταστάσεως των επιζημίων συνεπειών μιας πεπλανημένης δικαστικής αποφάσεως, μπορεί να θεωρηθεί, αντιθέτως, ως ενισχύουσα την ποιότητα της εννόμου τάξεως και τελικώς, επίσης, το κύρος της δικαστικής εξουσίας.(σκέψεις 42 και 43) Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να παράσχουν στους επηρεαζόμενους διάδικους τη δυνατότητα επικλήσεως του δικαιώματος της αποκατάστασης θέτοντας στη διάθεσή τους, το κατάλληλο ένδικο μέσο. Δεν επιτρέπεται να τεθεί σε κίνδυνο η εφαρμογή αυτής της αρχής από την έλλειψη αρμοδίου Δικαστηρίου. Κατά πάγια νομολογία, ελλείψει κοινοτικής νομοθεσίας, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, εναπόκειται ο καθορισμός των αρμοδίων Δικαστηρίων και η ρύθμιση των δικονομικών λεπτομερειών σχετικά με τα ένδικα βοηθήματα που έχουν ως σκοπό την εξασφάλιση της πλήρους προστασίας των δικαιωμάτων που αντλούν οι ιδιώτες από το κοινοτικό δίκαιο. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποκαθιστούν τις ζημιές που υπέστησαν οι ιδιώτες από παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου που είναι καταλογιστέες σε αυτά. Επίσης, το ίδιο ισχύει ακόμη και όταν η παραβίαση προκύπτει από απόφαση Δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό. Στην έννομη τάξη του κάθε κράτους μέλους, εναπόκειται να ορίσει το Δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την επίλυση διαφορών σχετικών με την αποζημίωση αυτήν. Επεξήγησε ότι οι προϋποθέσεις θεμελίωσης της ευθύνης του δημοσίου, είναι τρεις ως ακολούθως:
- ότι ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες,
- η παραβίαση να είναι κατάφωρη και
- να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβιάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το κράτος και της ζημιάς που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (βλ. απόφαση Haim C424-97, σκέψη 36) Διατύπωσε την επιφύλαξη, ότι η ευθύνη του δημοσίου λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου στη βάση απόφασης εθνικού Δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό, μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στην εξαιρετική περίπτωση στην οποίαν ο Δικαστής προδήλως αγνόησε το εφαρμοστέο δίκαιο. Σε αγωγή για αποζημιώσεις, εθνικό Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί. Τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη, είναι ο βαθμός σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιασθέντος κανόνα, ο αυτοπροαίρετος χαρακτήρας της παραβιάσεως, ο συγγνωστός ή ασύγγνωστος χαρακτήρας της νομικής πλάνης, η ενδεχόμενη διατύπωση γνώμης ενός κοινοτικού οργάνου, καθώς και η μη συμμόρφωση του συγκεκριμένου Δικαστηρίου προς την υποχρέωση του να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα δυνάμει του άρθρου
- Επιπρόσθετα, η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου είναι κατάφωρη, όταν η σχετική απόφαση εκδόθηκε κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου ή ότι η παραβίαση έχει πρόδηλο χαρακτήρα. Το κράτος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημιάς, βάσει του εθνικού δικαίου περί αστικής ευθύνης, εξυπακουομένου ότι οι προϋποθέσεις που ορίζουν οι εθνικές νομοθεσίες για την αποκατάσταση των ζημιών, δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις εσωτερικού δικαίου και δεν μπορούν να διαμορφώνονται έτσι ώστε να καθιστούν, στην πράξη, αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την αποζημίωση (σκέψη 58). Το ζήτημα της διασυνοριακής απαγωγής ανηλίκων, ρυθμίζεται στα κράτη μέλη από τον Κανονισμό 2201/
- Σκοπός του Κανονισμού, είναι η διατήρηση της σύμβασης σε σχέση με αστικά ζητήματα που αφορούν την απαγωγή παιδιών ανά τον κόσμο, γνωστή και επικαλούμενη ως Σύμβαση της Χάγης
- Ο Κανονισμός αφορά αυτήν τη σύμβαση και είναι συμβατή με το Ενωσιακό Δίκαιο, ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι το κράτος μέλος εις το οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του πριν την απαγωγή, θα διατηρήσει τη δικαιοδοσία του, ούτως ώστε το παιδί να επιστραφεί στη συνήθη διαμονή του σε περίπτωση απαγωγής. Τα εθνικά Δικαστήρια των κρατών μελών, οφείλουν να διευκολύνουν την επιστροφή των παιδιών που έχουν απαχθεί. Αυτό το θεσμικό πλαίσιο, έχει σκοπό την αποτροπή της διασυνοριακής απαγωγής παιδιών και διασφαλίζει ότι ο ενδιαφερόμενος ανήλικος, θα επιστραφεί αμέσως στην καθημερινή του τη ζωή ως ήταν πριν την απαγωγή ως και επίσης, για να ανανεώσει την επαφή και τον δεσμό του με τον γονιό του, από τον οποίον αποχωρίστηκε σε συμμόρφωση με το άρθρο 24 εδάφιο 3 της Σύμβασης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρατίθεται πιο κάτω, το άρθρο 24.3: Article 24 The rights of the child
- Children shall have the right to such protection and care as is necessary for their well‑being. They may express their views freely. Such views shall be taken into consideration on matters which concern them in accordance with their age and maturity.
- In all actions relating to children, whether taken by public authorities or private institutions, the child's best interests must be a primary consideration.
- Every child shall have the right to maintain on a regular basis a personal relationship and direct contact with both his or her parents, unless that is contrary to his or her interests. Το άρθρο 1 του Κανονισμού, προνοεί ότι ο Κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές υποθέσεις που αφορούν την ανάθεση, την άσκηση, την ανάθεση σε τρίτο, την ολική ή μερική αφαίρεση της γονικής μέριμνας. Οι υποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1, αφορούν το δικαίωμα επιμέλειας και το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας των γονέων. Στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Κανονισμού, ο όρος ''γονική μέριμνα'', περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που παρέχονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με δικαστική απόφαση απευθείας από τον νόμο, με ισχύουσα συμφωνία αναφορικά με το πρόσωπο ή την περιουσία του παιδιού. Ο όρος περιλαμβάνει το δικαίωμα επιμέλειας και το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας. Το δικαίωμα επιμέλειας, περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αφορούν τη φροντίδα για το πρόσωπο του παιδιού και ειδικότερα το δικαίωμα απόφασης καθορισμού του τόπου διαμονής του. Επίσης στις ερμηνευτικές διατάξεις, προβλέπεται ότι ο όρος ''παράνομη μετακίνηση'' ή ''κατακράτηση παιδιού'', σημαίνει μετακίνηση ή κατακράτηση του παιδιού, εφόσον γίνεται κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας, το οποίο προκύπτει από δικαστική απόφαση ή από τον νόμο ή από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους, στο οποίο το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή κατακράτηση του και με την επιφύλαξη, ότι το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους κατά τον χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή θα είχε ασκηθεί κατ' αυτόν τον τρόπο, αν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά. Η επιμέλεια θεωρείται ότι ασκείται από κοινού, όταν ο ένας από τους δικαιούχους της γονικής μέριμνας, δεν μπορεί σύμφωνα με την απόφαση ή απευθείας από τον νόμο, να αποφασίζει για τον τόπο διαμονής του παιδιού χωρίς τη συγκατάθεση άλλου δικαιούχου της γονικής μέριμνας. Ο Ενάγοντας ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύζυγος της Εναγόμενης 3 και είχαν αποκτήσει δύο ανήλικα τέκνα. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, ασκούσε γονική μέριμνα από κοινού με την Εναγόμενη
- Τον Απρίλιο του 2009 ο Ενάγοντας, καταχώρησε στην Ελλάδα, Αίτηση διαζυγίου, η οποία ορίστηκε στις 25/01/
- Στις 20/05/2009, καταχώρησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, την αγωγή με αριθμό 1295/09 με την οποίαν αιτήθηκε την ανάληψη της επιμέλειας των παιδιών του ζεύγους. Στη συνέχεια, η Εναγόμενη 3 καταχώρησε Αίτηση διαζυγίου στην Αγγλία, ουδέποτε συγκατατέθηκε στην αρμοδιότητα του ελληνικού Δικαστηρίου. Ο Ενάγοντας καταχώρησε την Αίτηση 28/08/2009 ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού και ζητούσε διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου, με το οποίο να απαγορεύεται η μεταφορά των δύο ανήλικων τέκνων εκτός των εδαφών που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση του Αιτητή και όπως τα ονόματα των ανήλικων τοποθετηθούν στο stop list. Επίσης καταχώρησε και μονομερή Αίτηση στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης, που να ζητούσε απαγορευτικό διάταγμα προσωρινό, που να απαγορεύει τη μεταφορά των δύο ανήλικων των παιδιών εκτός Κύπρου χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του Ενάγοντα μέχρι την αποπεράτωση της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1295/
- Το Οικογενειακό Δικαστήριο, απέρριψε τα αιτήματα του και κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο για να επιληφθεί της διαφοράς και ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 28/08/
- Η κρίση αυτή, επικυρώθηκε κατ' Έφεση. Η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, εκδόθηκε στις 27/11/2009 και το επόμενο καλοκαίρι, η Εναγόμενη 3 αναχώρησε με τα δύο ανήλικα τέκνα προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα χωρίς τη συγκατάθεση του Ενάγοντα. Ήταν θέση του Ενάγοντα, ότι η εξέταση της παράνομης μετακίνησης των τέκνων από την Κύπρο, θα έπρεπε να είχε γίνει στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Αυτός είναι και ο λόγος που ζητά αποζημιώσεις για πράξεις και παραλείψεις της Εναγόμενης 1, επειδή επέτρεψαν στην Εναγόμενη 3 να μετακινήσει παράνομα τα τέκνα του Ενάγοντα, κατά παράβαση του δικαιώματος επιμέλειας του και κατά παράβαση των άρθρων του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2201/
- Ήταν θέση του, ότι ήταν λανθασμένη η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, να μην μεταχειριστεί την υπόθεση ως διασυνοριακή διαφορά που αφορά το άρθρο 1 και 8 του Κανονισμού. Στην υπόθεση Deticek (C403-09), λέχθηκε ότι με γνώμονα το υπέρτατο συμφέρον του τέκνου, ο Κανονισμός καθιερώνει το κριτήριο της εγγύτητας, ως κανόνα της κατά τόπο αρμοδιότητας των Δικαστηρίων. Εισάγει ωστόσο, εξαίρεση από αυτό, σε ορισμένες περιπτώσεις μεταβολής του τόπου κατοικίας, όπως προκύπτει από τα άρθρα 8, 9, 10 και 12 του Κανονισμού. Οι πιο κάτω σκέψεις 16‑21 πιο κάτω, είναι σχετικές:
- Συγκεκριμένα, το άρθρο 8, παράγραφος 1 του εν λόγω Κανονισμού, ορίζει ότι δικαιοδοσία επί θεμάτων γονικής μέριμνας έχουν τα Δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το τέκνο είχε τη συνήθη διαμονή του τη χρονική στιγμή κατά την οποίαν επελήφθη το Δικαστήριο, ενώ η φυσική παρουσία του τέκνου, έννοια η οποία ενδεχομένως διαφέρει από εκείνην της συνήθους διαμονής, καθίσταται γενική βάση δικαιοδοσίας ελλείψει οιασδήποτε άλλης βάσεως (.).
- Εξαίρεση από την αρχή αυτήν, επιτρέπεται μόνο στις ειδικές περιπτώσεις κατά τις οποίες το αρχικώς επιληφθέν Δικαστήριο διατηρεί τη δικαιοδοσία του είτε για την αποφυγή κινδύνου συγκρούσεως, είτε για τη συνέχιση διαδικασίας που κινήθηκε νομίμως βάσει κριτηρίου κατά τόπον αρμοδιότητας το οποίο είναι σύμφωνο προς τον Κανονισμό 2201/2003 και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους.
- Τούτο συμβαίνει συγκεκριμένα, με το δικαίωμα επικοινωνίας στην περίπτωση κατά την οποίαν τέκνο μετοικεί νομίμως σε άλλο κράτος μέλος και αποκτά σε αυτό νέα συνήθη διαμονή. Στην περίπτωση αυτήν, τα Δικαστήρια του κράτους μέλους της προηγούμενης συνήθους διαμονής του τέκνου διατηρούν τη δικαιοδοσία τους, επί τρεις μήνες μετά τη μετοικεσία, προκειμένου να μεταρρυθμίσουν απόφαση η οποία αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας και η οποία εκδόθηκε σε αυτό το κράτος μέλος προ της μετοικεσίας (. ). 19.Ομοίως το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχεία α' και β' του Κανονισμού 2201/2003, προβλέπει παρέκταση αρμοδιότητας υπέρ του Δικαστηρίου που επελήφθη της αιτήσεως διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακυρώσεως του γάμου. Κατά την εν λόγω διάταξη, το Δικαστήριο αυτό παραμένει αρμόδιο επί κάθε ζητήματος γονικής μέριμνας το οποίο συνδέεται με την εν λόγω Αίτηση, οσάκις τουλάχιστον ένας εκ των συζύγων ασκεί τη γονική μέριμνα του τέκνου και η αρμοδιότητα του εν λόγω Δικαστηρίου έχει γίνει ρητώς ή κατ' άλλον ανεπιφύλακτο τρόπο αποδεκτή από τους συζύγους και από τους δικαιούχους της γονικής μέριμνας. Η αρμοδιότητα αυτή πρέπει, εξάλλου, να συνάδει προς το υπέρτατο συμφέρον του τέκνου. Άρση της αρμοδιότητας επέρχεται όταν η απόφαση με την οποίαν γίνεται δεκτή η Αίτηση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακυρώσεως του γάμου ή οι αποφάσεις που σχετίζονται με τη γονική μέριμνα καθίστανται τελεσίδικες. 20.Εφόσον κανένα Δικαστήριο κράτους μέλους δεν έχει δικαιοδοσία βάσει των άρθρων 8 έως 13 του Κανονισμού 2201/2003, η δικαιοδοσία ρυθμίζεται σε κάθε κράτος μέλος, από το δίκαιο του κράτους αυτού. 21.Το υπέρτατο συμφέρον του τέκνου, μπορεί επίσης να δικαιολογήσει ειδική παρέκκλιση υπό τη μορφή διαπιστώσεως, εκ μέρους του Δικαστηρίου κράτους μέλους, ελλείψεως δικαιοδοσίας υπέρ Δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους. Κατά τον χρόνο καταχώρησης της Αίτησης ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, τα ανήλικα τέκνα είχαν από τον Αύγουστο του 2009, μεταφερθεί από τον πατέρα τους στην Κύπρο και η μητέρα είχε επιστρέψει στο Abu‑Dhabi. Τα ανήλικα τέκνα, δεν είχαν τη συνήθη διαμονή τους στην Κύπρο ως ορίζει ο σχετικός Κανονισμός για να αποκτήσει το Δικαστήριο δικαιοδοσία, όμως ο Ενάγοντας είχε αιτηθεί τον Μάιο του 2009, αίτημα για μόνιμη επιμέλεια των ανήλικων τέκνων ενώπιο του Πρωτοδικείου Αθηνών. Ως λέχθηκε στην απόφαση Deticek πιο πάνω, ο εν λόγω Κανονισμός φιλοδοξεί να συμβάλει στη δημιουργία ενιαίου δικαστικού χώρου, εισάγοντας κανόνες δικαιοδοσίας επί γαμικών διαφορών και διαφορών γονικής μέριμνας, διευκολύνοντας την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων μεταξύ κρατών μελών. Επίσης λέχθηκε στη σκέψη 69, ότι είναι αδιαμφισβήτητο, ότι οι κανόνες δικαιοδοσίας που σκοπούν στην αντιμετώπιση της παράνομης μετακίνησης τέκνων, διαπνέονται από το ίδιο πνεύμα. Ως προκύπτει από τη σύγχρονη πραγματικότητα, συγκεκριμένοι γονείς επιδίωκαν ή προσδοκούσαν ευνοϊκή αντιμετώπιση του επιλεχθέντος εθνικού Δικαστηρίου. Για την αποφυγή αυτών των επιβλαβών πρακτικών, ο Κανονισμός εισήγαγε επιτακτικούς κανόνες δικαιοδοσίας που σκοπό είχαν, την πρόληψη συμπεριφορών που απολήγουν σε αυθαιρεσίες. Στο πλαίσιο αυτό, λέχθηκε στην απόφαση, ότι αναγνώριση μέτρου που να αφορά τη γονική επιμέλεια που έχει ληφθεί από αρμόδιο Δικαστήριο της διαφοράς, επιβάλλεται για την αρχή αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης των κρατών μελών. Η αναγνώριση δυνατότητας ενός κράτους μέλους να εκδώσει απόφαση επί τέκνου, θα είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη υπονόμευση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Επίσης στην περίπτωση παράνομης μετακίνησης τέκνου από ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος, η θεώρηση ως ισχυρού του ληφθέντος από το δεύτερο Δικαστήριο μέτρο, θα νομιμοποιούσε σε μίαν αυθαιρεσία και κατέληξε το Δικαστήριο, ότι το άρθρο 20 παράγραφος 1 του Κανονισμού, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια, ότι στην περίπτωση κατά την οποίαν Δικαστήριο κράτους μέλους το οποίο έχει δικαιοδοσία επί της ουσίας της διαφοράς, έχει λάβει μέτρο με το οποίο αναθέτει προσωρινό της επιμέλειας τέκνου στον έναν εκ των δύο γονέων, δεν παρέχει σε Δικαστήριο άλλου κράτους μέλους τη δυνατότητα να λάβει μετά την απόφαση του πρώτου κράτους μέλους, απόφαση περί ανάθεσης της επιμέλειας του τέκνου στον έτερο γονέα. Σύμφωνα με τα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, δεν είχε εφαρμογή καμία από τις περιπτώσεις που αφορούν την ανάληψη δικαιοδοσίας κρατών μελών στο πλαίσια του Κανονισμού που προβλέπει το άρθρο 3, διότι κανείς από τους διαδίκους είχαν ως συνήθη διαμονή τους την Ελλάδα το καλοκαίρι
- Ο Ενάγοντας επέλεξε να καταχωρήσει το αίτημα επιμέλειας των ανήλικων τέκνων στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώ η συνήθης διαμονή των τέκνων ήταν σε τρίτο κράτος και ενώ η μητέρα των τέκνων είχε καταχωρήσει παρόμοια Αίτηση σε αγγλικό Δικαστήριο. Δεν είχε συγκατατεθεί να υποκύψει στη δικαιοδοσία του ελληνικού Δικαστηρίου. Ωστόσο επειδή ο Ενάγοντας ήταν υπήκοος της Ελλάδας, το Μονομελές Δικαστήριο στην Αθήνα θα μπορούσε θεωρητικά υπό προϋποθέσεις να αποκτήσει δικαιοδοσία στη βάση του άρθρου 7 του Κανονισμού που προβλέπει κατάλοιπο δικαιοδοσίας στην περίπτωση που δεν αναγνωρίζεται δικαιοδοσία με βάση το άρθρο 3, 4 και 5 του Κανονισμού. Παρατίθεται πιο κάτω το άρθρο 7: Άρθρο 7 Επικουρικές δικαιοδοτικές βάσεις
- Εφόσον κανένα Δικαστήριο κράτους μέλους δεν έχει δικαιοδοσία βάσει των άρθρων 3, 4 και 5, η δικαιοδοσία ρυθμίζεται, σε κάθε κράτος μέλος, από το δίκαιο αυτού του κράτους.
- Κάθε υπήκοος κράτους μέλους που έχει συνήθη διαμονή στο έδαφος άλλου κράτους μέλους μπορεί να επικαλείται, όπως οι ημεδαποί, τους κανόνες δικαιοδοσίας που εφαρμόζονται στο εν λόγω κράτος κατά Εναγομένου που δεν έχει συνήθη διαμονή σε ένα κράτος μέλος και ή δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους ή στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, δεν έχει "domicile" στο έδαφος ενός εκ των δύο αυτών κρατών μελών. Το Ελληνικό Δικαστήριο βάσει του ελληνικού δικαίου, έκρινε εν τέλει ότι τα Ελληνικά Δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσουν διαφορές που απορρέουν από τη γονική μέριμνα, όπως είναι η επιμέλεια των τέκνων, αρκεί ο ένας από αυτούς να είναι Έλληνας κι αν ακόμη ο Ενάγων δεν είχε ή δεν έχει κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα. Η διεθνή δικαιοδοσία όμως κρίθηκε με βάση το ελληνικό δίκαιο που θα μπορούσε να ήταν εφαρμοστέο με βάση το άρθρο 7 του Κανονισμού 2201/
- Κατά συνέπεια, έχει λάθος ο Ενάγοντας ότι αποκλειστική δικαιοδοσία για να αποφασιστούν ζητήματα γονικής μέριμνας με βάση τον Κανονισμό άρθρο 19, την είχε το Ελληνικό Δικαστήριο. Ο Ενάγοντας επέλεξε ''forum'' το Ελληνικό Δικαστήριο, η Εναγόμενη το Αγγλικό Δικαστήριο ως υπήκοος της Αγγλίας. Σκοπός του Κανονισμού, ποτέ δεν ήταν να ενθαρρύνεται μεταξύ αντιδίκων αγώνας ταχύτητας ποιος θα καταχωρήσει πρώτος Αίτηση γονικής μέριμνας στο κράτος μέλους υπηκοότητας του για να κλειδώσει το θέμα δικαιοδοσίας χωρίς να υπάρχει συσχετισμός με τον τόπο συνήθους διαμονής του τέκνου. Αυτός είναι ο λόγος που απαιτείται η συγκατάθεση του άλλου γονέα στη δικαιοδοσία του άλλου Δικαστηρίου που δεν είναι ο τόπος συνήθους διαμονής των ανήλικων τέκνων. Για το ζήτημα της γονικής επιμέλειας, υπάρχει ρητή πρόνοια που προβλέπει ότι ασκείται μόνο με βάση το άρθρο 3 του Κανονισμού 2201/2003 που προϋποθέτει ότι για να κλειδώσει το ζήτημα της γονικής μέριμνας στο Ελληνικό Δικαστήριο, θα έπρεπε να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 που θέτουν κριτήρια συνήθους διαμονής στην Ελλάδα ή αν όχι τη συγκατάθεση του άλλου γονέα να υποκύψει στη δικαιοδοσία του άλλου Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Ο Ενάγοντας δεν είχε πριν την απομάκρυνση των τέκνων του, τη συνήθη του διαμονή στην Ελλάδα και η πρώην σύζυγος δεν συγκατατέθηκε στη δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων για τη λύση του γάμου ή για το ζήτημα της επιμέλειας, διότι καταχώρησε αντίστοιχα αιτήματα ενώπιον Αγγλικών Δικαστηρίων ως υπήκοος εκείνης της χώρας. Παρατίθεται πιο κάτω το άρθρο 12.1 που ξεκαθαρίζει ότι δεν δύναται ένας γονέας που είναι υπήκοος κράτους μέλους να κλειδώσει τη διαδικασία γονικής μέριμνας για σκοπούς εφαρμογής του κοινού Ευρωπαϊκού Κανονισμού 2201/2003 στη χώρα υπηκοότητας του χωρίς αυτή να είναι η συνήθης διαμονή του ζεύγους, των παιδιών κλπ στην περίπτωση που ο άλλος γονέας που έχει δικαίωμα να ασκεί γονική επιμέλεια δεν έχει συγκατατεθεί σε κάτι τέτοιο. Άρθρο 12 Παρέκταση αρμοδιότητας:
- Τα Δικαστήρια του κράτους μέλους στα οποία η αρμοδιότητα ασκείται βάσει του άρθρου 3, για να αποφασίσουν για μίαν Αίτηση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης του γάμου των συζύγων, είναι αρμόδια για οιοδήποτε ζήτημα σχετικά με τη γονική μέριμνα το οποίο συνδέεται με την Αίτηση αυτήν, εφόσον α) τουλάχιστον ένας από τους συζύγους ασκεί τη γονική μέριμνα του παιδιού και β) η αρμοδιότητα των εν λόγω Δικαστηρίων έχει γίνει ρητώς ή κατ' άλλον ανεπιφύλακτο τρόπο αποδεκτή από τους συζύγους και από τους δικαιούχους της γονικής μέριμνας κατά την ημερομηνία που επελήφθη το Δικαστήριο και είναι προς το ύψιστο συμφέρον του παιδιού. Η εξέταση του ζητήματος δεν σταματάει εκεί, όμως επειδή δύναται το εθνικό Δικαστήριο να κλειδώσει τη διαδικασία (seized) με τον τρόπο που εισηγείται ο Ενάγοντας ως αποκλειστικά αρμόδιο να αποφασίσει ουσιαστικά ζητήματα γονικής επιμέλειας όταν το παιδί έχει ελληνική ιθαγένεια ως προβλέπει το άρθρο 12.3 πιο κάτω:
- Τα Δικαστήρια κράτους μέλους, είναι επίσης αρμόδια σε θέματα γονικής μέριμνας σε διαδικασίες εκτός από αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1, εφόσον α) το παιδί έχει στενή σχέση με αυτό το κράτος μέλος, λόγω ιδίως, του ότι ένας εκ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας έχει τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος ή το παιδί έχει την ιθαγένεια αυτού του κράτους μέλους, και β) η αρμοδιότητα των εν λόγω Δικαστηρίων έχει γίνει ρητώς ή κατ' άλλον ανεπιφύλακτο τρόπο αποδεκτή από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη της διαδικασίας κατά την ημερομηνία που επελήφθη το Δικαστήριο και η αρμοδιότητα είναι προς το συμφέρον του παιδιού. Το ελληνικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι είχε διεθνή δικαιοδοσία, επειδή τα ανήλικα τέκνα έχουν ελληνική ιθαγένεια, αλλά δεν εκπληρώθηκε το δεύτερο επιπρόσθετο αναγκαίο κριτήριο η αρμοδιότητα του Ελληνικού Δικαστηρίου στη βάση του Κανονισμού 2201/2003, δηλαδή να είχε γίνει ρητώς ή με άλλον ανεπιφύλακτο τρόπο αποδεκτό η δικαιοδοσία και από τη μητέρα των ανηλίκων τέκνων. Η διασύνδεση του άρθρου με τη λέξη 'και' προϋποθέτει εκπλήρωση και του δεύτερου κριτηρίου, προκειμένου να θεωρηθεί το Ελληνικό Δικαστήριο αρμόδιο για σκοπούς γονικής μέριμνας εκεί όπου η ελληνική επικράτεια δεν συνδέεται με τον τόπο διαμονής των ανήλικων τέκνων κατά τον επίδικο χρόνο. Στα πλαίσια του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού. δεν τέθηκαν υπόψη των Κυπριακών Δικαστηρίων στοιχεία ότι το Ελληνικό Δικαστήριο απέκτησε δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 12 του Κανονισμού. Το Οικογενειακό Δικαστήριο εξέτασε τα δεδομένα ως αυτά του παρουσιάστηκαν από τα μέρη κατά τον χρόνο καταχώρησης της Αίτησης στις 28/08/
- Αυτός ήταν και ο λόγος που υπήρχε εύρημα ότι: Με βάση την παράγραφο 12 της εισαγωγής και το άρθρο 8.1 του Κεφ. ΙΙ το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν έχει αρμοδιότητα διότι τα παιδιά των διαδίκων κατά τη στιγμή της καταχώρησης της παρούσας Αίτησης, δεν είχαν τη συνήθη διαμονή τους στην Κύπρο. Δεν υπήρχε τίποτε που να τα συνδέει με την Κύπρο. Είναι παραδεκτό ότι οι διάδικοι, από το 2001 εγκαταστάθηκαν στο Abu-Dabi με τα παιδιά τους και έκτοτε ζούσαν εκεί μέχρι και το καλοκαίρι του
- Μετά τα παιδιά πήγαν διακοπές στην Ελλάδα και Ουγγαρία και ήρθαν στην Κύπρο αρχές Αυγούστου του
- Εξάλλου ο ίδιος ο Αιτητής στην Αίτηση που καταχώρησε στις 20/05/2009 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την οποίαν ζητά την επιμέλεια των παιδιών του αναφέρει τα εξής: τον Ιούλιο και Αύγουστο του 2001 διαμείναμε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην Ελλάδα προκειμένου να εκπληρώσω τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις. Στη συνέχεια, το ίδιο έτος, έχοντας διοριστεί ως καθηγητής χρηματοοικονομικών στο πανεπιστήμιο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων μετεγκατασταθήκαμε στη χώρα αυτήν, στην πόλη Αλ-Αιν όπου εξακολουθούμε να ζούμε ως σήμερα. Από τον Φεβρουάριο του 2006, εργάζομαι στο Βρετανικό Πανεπιστήμιο στο Dubai, ενώ η αντίδικος τα τελευταία 4 περίπου έτη εργάζεται ως οδοντίατρος στην πόλη Αλ-Αιν. Ο Αιτητής στην παράγραφο 15 της συμπληρωματικής ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 20/10/2009 παραδέχεται ότι η χώρα συνήθους διαμονής των παιδιών τουλάχιστον μέχρι τις 20/05/2009 που καταχώρησε την Αίτηση ήταν τα Εμιράτα. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα. Καταρχήν σύμφωνα με γνωμάτευση την οποίαν έλαβα από τον δικηγόρο μου στην Αθήνα μέσω του οποίου καταχώρησα την Αίτηση διαζυγίου και επιμέλειας των παιδιών μου, μπορούσα να καταχωρήσω και νομότυπα καταχώρησα τις δύο Αιτήσεις αυτές στην Ελλάδα με βάση τον σχετικό Κανονισμό και το άρθρο 7 παράγραφος 7 του Κανονισμού. Δεν έχει σημασία το γεγονός ότι η χώρα συνήθους διαμονής ήταν τα Εμιράτα''. Δεν μπορεί να είναι ορθό ότι το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει τα πραγματικά δεδομένα ως αυτά διαμορφώθηκαν κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης κατ' εφαρμογή της αρχής jura novit curia. Αντίθετα έχει εφαρμογή η αρχή da mihi factum dabo tibi ius . Συγκεκριμένα δεδομένα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου και σύμφωνα με την υπόθεση Jeroen van Schijndel and Johannes Nicolas Cornelis van Veen v Stichting Pensionenfonds voor Fysiotherapeuten C-430/93,C-431/93, δεν θα πρέπει να διαταραχθεί η αρχή του εθνικού δικαίου ότι οι διάδικοι έχουν την πρωτοβουλία της αστικής δίκης και ότι ο Δικαστής δεν μπορεί να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
- Είναι αρχή του εθνικού δικαίου σύμφωνα με την οποίαν, στα πλαίσια αστικής δίκης, ο Δικαστής οφείλει ή δύναται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ισχυρισμούς περιορίζεται από την υποχρέωση του να παραμένει στο αντικείμενο της διαφοράς και να στηρίζει την απόφαση του στα προβληθέντα ενώπιον του πραγματικά περιστατικά.
- Ο ανωτέρω περιορισμός δικαιολογείται από την αρχή, ότι οι διάδικοι έχουν την πρωτοβουλία της δίκης και ότι ο Δικαστής δεν μπορεί να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η παρέμβαση του επιβάλλεται από το δημόσιο συμφέρον. Η εν λόγω αρχή αποτελεί έκφραση αντιλήψεων που συμμερίζεται η πλειονότητα των κρατών μελών όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ κράτους και πολίτη, προστατεύει τα δικαιώματα άμυνας και εξασφαλίζει την ομαλή διεξαγωγή της δίκης, ιδίως προλαμβάνοντας καθυστερήσεις συμφυείς με την εκτίμηση των νέων ισχυρισμών.
- Υπό τις συνθήκες αυτές, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει στα εθνικά Δικαστήρια την υποχρέωση να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως ισχυρισμό αντλούμενο από την παράβαση κοινοτικών διατάξεων, εφόσον η εξέταση του ισχυρισμού αυτού θα τα υποχρέωνε να εγκαταλείψουν την επιβαλλόμενη ουδετερότητά τους, εξερχόμενα των ορίων της ένδικης διαφοράς, όπως προσδιορίστηκε από τους διαδίκους και στηριζόμενα σε άλλα γεγονότα και περιστάσεις πέραν εκείνων επί των οποίων στηρίζει το αίτημα του ο διάδικος ο οποίος έχει συμφέρον για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να λεχθεί ότι το Δικαστήριο έκανε σφάλμα θεωρώντας ότι η Κύπρος δεν ήταν ο συνήθης τόπος διαμονής των παιδιών μόνο επειδή πριν λίγες μέρες, εβδομάδες ο Ενάγοντας ταξίδευσε με δική του πρωτοβουλία στην Κύπρο αφού κατέθεσε Αίτηση γονικής επιμέλειας στην Ελλάδα χωρίς να συναινέσει σε αυτό η πρώην σύζυγος. Ήταν επίσης παραδεκτό, ότι οι διάδικοι με τα παιδιά τους είχαν εγκατασταθεί με τα παιδιά τους από το 2001 μέχρι το 2009 στο Abu-Dahbi. Κατά συνέπεια, δεν είναι πρόδηλο ότι τα συγκεκριμένα προστατευτικά μέτρα που διεκδίκησε ο Ενάγοντας εμπίπταν στο πλαίσιο του Κανονισμού που σκοπό έχει τα ανήλικα τέκνα να μην απομακρυνθούν από τον συνήθη τόπο διαμονής τους. Αυτό σημαίνει ότι απόφαση του Ελληνικού Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα της επιμέλειας των παιδιών ως αρμόδιο, αφορούσε την εφαρμογή του εθνικού δικαίου και όχι του Διαδικαστικού Κανονισμού 2201/
- Η καταχώρηση της υπόθεσης στην Ελλάδα, δεν δημιουργούσε κώλυμα για την έναρξη άλλης διαδικασίας σε άλλο κράτος μέλος στη βάση τη συνήθη διαμονή των παιδιών, δεν δημιουργήθηκε δικαστηριακό δεδικασμένο. (res judicata) Ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Purrucker v. Perez C-296-10 04/10/
- Σε εκείνην την υπόθεση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επεξήγησε τη σύνδεση μεταξύ της αρχής του δεδικασμένου και του lis pendens κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ενώπιον του Δικαστηρίου που είναι αρμόδιο να επιληφθεί επί της ουσίας τα ζητήματα επιμέλειας των παιδιών. Ο σκοπός της διαδικασίας lis pendens είναι 'to prevent decisions having contrary or even incompatible effects from being delivered by the courts of member states' Επίσης βοηθητική για το αποτέλεσμα διαδικασιών Lis pendens, είναι η σκέψη 73 κατωτέρω: Lis pendens is justified by the positive effect of the authority of res judicata of the judgement delivered by the court first seised. Αυτός είναι και ο λόγος που προβλέπεται στο άρθρο 19
(2)του Κανονισμού ότι 'εάν έχουν ασκηθεί αγωγές για θέματα γονικής μέριμνας ενός παιδιού, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, ενώπιον Δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, το Δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο, αναστέλλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο'. Το Δικαστήριο στην υπόθεση Purrucker πιο πάνω, επεξήγησε ότι το άρθρο 20 που αφορά προστατευτικά μέτρα που πηγάζουν από την παρουσία του ανήλικου τέκνου στη δικαιοδοσία εντός της επικράτειας συγκεκριμένου κράτους μέλους, δεν αφορά διαδικασίες ενδιάμεσες στην περίπτωση εκκρεμοδικίας για τα ζητήματα ουσίας της επιμέλειας που εκκρεμούν σε άλλο κράτος μέλος. Οποιαδήποτε προστατευτικά μέτρα ληφθούν στα πλαίσια του άρθρου 20, αφορούν μόνο το συγκεκριμένο κράτος μέλος εις το οποίο βρίσκονται τα ανήλικα τέκνα και δεν δεσμεύουν άλλο κράτος μέλος. 'Since article 20 is not a rule which confers jurisdiction provisional measures taken wihin the framework cease to have effect as soon as the court having jurisdiction as to the substance of the matter which is temporarily replaced for reasons of time and distance is in position to take the measures it considers appropriate'. Οι περιπτώσεις που κράτος μέλος οφείλει να εξετάσει τη λήψη προστατευτικών μέτρων για σκοπούς του άρθρου 20 του Κανονισμού, είναι περιπτώσεις που το ανήλικο τέκνο βρίσκεται εντός της επικράτειας του και όταν αυτό δεν έχει τη συνήθη διαμονή στην Κύπρο. Εφόσον το κυπριακό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα ανήλικα τέκνα δεν είχαν τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο, αλλά στα Ηνωμένα Αραβικά Κράτη, δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει προστατευτικά μέτρα στη βάση του άρθρου 20 ώστε να εφαρμοστεί το κοινοτικό κεκτημένο. Δεν διαπιστώθηκε σε εκείνο το στάδιο ότι υπήρχε δικαιοδοσία σε σχέση με το ουσιαστικό ζήτημα της γονικής μέριμνας σε άλλο κράτος μέλος, ώστε οι πρόνοιες του Κανονισμού να προκαταλαμβάνουν τη διαφορά. Το λεκτικό του άρθρου 20 του Κανονισμού, είναι καθαρό ως προς το νόημα του: Προσωρινά και ασφαλιστικά μέτρα
- Σε επείγουσες περιπτώσεις, οι διατάξεις του παρόντος Κανονισμού δεν εμποδίζουν τα αρμόδια Δικαστήρια κράτους μέλους να λαμβάνουν προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα σχετικά με πρόσωπα ή περιουσιακά στοιχεία που ευρίσκονται στο κράτος αυτό, τα οποία προβλέπονται από το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, έστω και αν το Δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει, σύμφωνα με τον παρόντα Κανονισμό, δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης.
- Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, παύουν να ισχύουν μόλις τα Δικαστήρια του κράτους μέλους που έχουν διεθνή δικαιοδοσία να κρίνουν επί της ουσίας δυνάμει του παρόντος Κανονισμού λάβουν τα μέτρα τα οποία θεωρούν προσήκοντα. Η σκέψη 111 της υπόθεσης Purrucker πιο πάνω, ξεκαθαρίζει ότι εφαρμόζεται η οδηγία σε όλες τις περιπτώσεις που έχει ξεκινήσει διαδικασία επιμέλειας του παιδιού σε αρμόδιο κράτους μέλους. Το Δικαστήριο του κράτους μέλους (B) που έχει επιληφθεί δεύτερο, δύναται να αναγνωρίσει τη δυνάμει του άρθρου 20 του Κανονισμού 2201/2003 διαδικασία λήψεως προσωρινών μέτρων από Δικαστήριο του κράτους μέλους (A), αν πληρούνται δύο προϋποθέσεις: πρώτον, η παρουσία του τέκνου ή των περιουσιακών του στοιχείων στο έδαφος του κράτους μέλους (Α) και δεύτερον, η διαπίστωση ότι το τέκνο δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στο εν λόγω κράτος (Α) κατά τον χρόνο κατά τον οποίον επελήφθη το Δικαστήριο του κράτους αυτού. Επισημαίνω ότι τα προσωρινά μέτρα που αφορούν το πρόσωπο τέκνου που δεν είναι παρόν στο κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα του το Δικαστήριο που λαμβάνει τα μέτρα αυτά ουδέποτε εμπίπτουν στο ως άνω άρθρο 20
(57). Κατά τον επίδικο χρόνο, δεν υπήρχε ανεξάρτητη βάση δικαιοδοσίας κράτους μέλους με βάση τον Κανονισμό για ζητήματα ουσίας της γονικής μέριμνας, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ως χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, μέσα στον οποίον εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Προς τον σκοπό αυτόν, η Κοινότητα πρέπει να θεσπίσει, μεταξύ άλλων, μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, τα οποία είναι αναγκαία για την καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Δεν τίθετο σε εκείνο το στάδιο ζήτημα αμοιβαίας αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων μεταξύ κρατών μελών ώστε να εφαρμόζονται οι σκοποί του Κανονισμού στο προοίμιο πιο κάτω.
(2)Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε όρισε την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων ως ακρογωνιαίο λίθο για τη δημιουργία ενιαίου δικαστικού χώρου και απέδωσε χαρακτήρα προτεραιότητας στο δικαίωμα επικοινωνίας.
(3)Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000
(4)προβλέπει κανόνες για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας των κοινών τέκνων που εκδίδονται επ' ευκαιρία γαμικών διαδικασιών. Εκτενή τμήματα του ανωτέρω Κανονισμού προέρχονται από τη σύμβαση της 28ης Μαΐου 1998, η οποία έχει το ίδιο αντικείμενο
(5). Στην περίπτωση που κράτος μέλος είχε αποκτήσει δικαιοδοσία ως το άρθρο 3, θα έπρεπε να εφαρμοστεί το κοινοτικό κεκτημένο για να διασφαλιστούν η ασφάλεια, η δικαιοσύνη και η ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων εντός της ένωσης. Κρίνω σκόπιμο να γίνει αναφορά στη δικαστική διαδικασία που εξελίχθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η απόφαση αριθμός 899/2011 που αφορά τον αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1295/09, που καθιέρωσε διαφορές που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας και της επικοινωνίας των γονέων με τον ανήλικο, αφορούσε το στάδιο προδιαδικασίας και την εφαρμογή Ελληνικού Δικαίου, καθότι η μητέρα ουδέποτε συναίνεσε ή υποτάχθηκε στη δικαιοδοσία του συγκεκριμένου Δικαστηρίου για ζητήματα γονικής μέριμνας. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η διενέργεια σχετικής έρευνας ήταν επιβεβλημένη. Η απόπειρα για συμβιβαστική λύση της διαφοράς, δεν θεωρήθηκε ιδιωτική διαφορά δεχτική διαθέσεως, ενόψει της φύσης της υπόθεσης και των επιπτώσεων στο τέκνο. Το Δικαστήριο επεξήγησε ότι προκύπτει ότι τα ελληνικά Δικαστήρια, έχουν διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάζουν διαφορές που απορρέουν από τη γονική μέριμνα, όπως είναι η επιμέλεια των τέκνων από τον έναν ή και από τους δύο γονείς, αρκεί ο ένας από αυτούς, να είναι Έλληνας και αρμόδιο δε κατά τόπο, είναι σε πρώτο βαθμό το Μονομελές Πρωτοδικείο της πρωτεύουσας του κράτους, δηλαδή της Αθήνας και αν ακόμη, ο Ενάγων δεν έχει κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα. Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, οι σχέσεις μεταξύ γονέων και τέκνων, ρυθμίζονται κατά σειρά από το δίκαιο της τελευταίας κοινής ιθαγένειας του, δεύτερον από το δίκαιο της τελευταίας κοινής συνήθους διαμονής τους, τρίτον από το δίκαιο της ιθαγένειας των τέκνων. Αν το πρόσωπο έχει ελληνική και ξένη ιθαγένεια, ως δίκαιο της ιθαγένειας εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο. Ο Ενάγοντας ο οποίος έχει την ελληνική ιθαγένεια, ζήτησε να του ανατεθεί αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας των δύο ανήλικων τέκνων του που έχουν επίσης ελληνική ιθαγένεια. Κρίθηκε ότι η αγωγή, αρμόδια εισάγεται προς εκδίκαση στο Δικαστήριο, το ελληνικό που είχε διεθνή δικαιοδοσία να δικάσει την υπό κρίση διαφορά. Καθ' ων όσο ο Ενάγοντας πατέρας των ανήλικων, έχει την ελληνική ιθαγένεια, επειδή ο πατέρας δεν έχει κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα και ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό, δεδομένου ότι τόσο ο Ενάγοντας, όσο και τα δύο ανήλικα τέκνα του, έχουν κοινή ιθαγένεια, την ελληνική. Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι τα δύο ανήλικα τέκνα των διαδίκων, διαβίωναν στην πόλη Αλ‑Αιν των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, όπου διαμένουν με την Εναγόμενη μητέρα τους, κατέστη δυσχερής στην αυτοπρόσωπη εμφάνιση των ανήλικων για τη λήψη της γνώμης τους που ήταν αναγκαία ενόψει της ηλικίας τους και της πνευματικής τους κατάστασης. Το Δικαστήριο έκρινε, ότι η συζήτηση της υπόθεσης έπρεπε να γίνει, για να ληφθεί υπόψη η προσωπική γνώμη των ανηλίκων μετά τον αρμόδιο κοινωνικό φορέα και ζήτησε να γίνει εμφάνιση των ανηλίκων να λάβει χώρα ενώπιον εντεταγμένων προς τούτο, ελληνικού πρόξενου στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και εξέδωσε διάταγμα να εμφανιστούν τα ανήλικα τέκνα ενώπιον του ελληνικού πρόξενου στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εντός 3 μηνών. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24/08/
- Δεν έγινε καμία αναφορά στην εφαρμογή του εν λόγου Κανονισμού, εφόσον υπήρχε διαπίστωση ότι τα δύο ανήλικα διαβίωναν στην πόλη Αλ-Αιν . Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εναντίον της Εναγόμενης 3, είχε ήδη ακυρωθεί και στις 06/04/2011 το αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη 3 είχε συλληφθεί στο Αbu‑Dhabi. Στις 08/04/2011 δόθηκαν οδηγίες για ακύρωση της αναζήτησης της Εναγόμενης 3, ένεκα οδηγιών της Αστυνομίας Κύπρου μέσω της Interpol. Δόθηκαν οδηγίες εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα για ακύρωση του διεθνούς εντάλματος σύλληψης. Ακολούθησε όλη η αλληλογραφία μεταξύ του Ενάγοντα και των αρχών μεταξύ των ετών 2012 και
- Ο Ενάγοντας κατήγγειλε την Εναγόμενη 3 για το αδίκημα της αρπαγής ανήλικου που δεν είχε συμπληρώσει τα 14 χρόνια βάσει του άρθρου 324 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα και αποφάσισε το Δικαστήριο, ότι από την αποδεικτική διαδικασία της χωρίς όρκο κατάθεσης του Ενάγοντα, τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανανέωση στο ακροατήριο, την απολογία της κατηγορουμένης σε συνδυασμό με την εν γένει συζήτηση της υπόθεσης, προέκυψε ότι η αξιόποινη πράξη που αποδόθηκε στην Εναγόμενη 3, δεν έφερε τον νομικό χαρακτηρισμό αρπαγής ανήλικου για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, αλλά εκείνο της αυτοδικίας που πρέπει να της προσδοθεί κατ' επιστροφή μεταβολής της κατηγορίας, επειδή η Εναγόμενη 3 ως μητέρα των ανήλικων είχε την επιμέλεια τους. Εξαιτίας του πταισματικού πλέον χαρακτήρα της πράξης της, θα έπρεπε να παύσει σε βάρος της η ασκηθείσα ποινική δίωξη εξαιτίας παραγραφής. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στις 25/05/
- Η εν λόγω κατηγορία της αυτοδικίας, ήταν σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, ότι η Εναγόμενη 3 αφαίρεσε τα ανήλικα τέκνα από την κοινή κατοικία τους με τον Ενάγοντα πατέρα των ανηλίκων και εγκαταστάθηκε στην πόλη Αλ‑Αιν των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα και αποστερώντας τον Ενάγοντα από τη γονική μέριμνα. Η ως άνω πράξη που τέλεσε η Εναγόμενη 3 σε βάρος του Ενάγοντα, κρίθηκε αξιόποινη κατά το κυπριακό δίκαιο και το άρθρο 185 του Ποινικού Κώδικα. Η αντίστοιχη ποινικά κολάσιμη πράξη για την οποίαν αθωώθηκε η Εναγόμενη 3 ενώπιον του Ελληνικού Δικαστηρίου, ως η απόφαση του Δικαστηρίου, είναι το άρθρο 185 του Ποινικού Κώδικα.
- Όποιος με σκοπό αποστέρησης του γονέα, κηδεμόνα ή άλλου που έχει τη νόμιμη φροντίδα ή μέριμνα παιδιού που έχει ηλικία κάτω των δεκατεσσάρων χρόνων, από την κατοχή τέτοιου παιδιού- (α) με βία ή με δόλο απομακρύνει ή παρασύρει να τον ακολουθήσει ή κατακρατεί το παιδί ή (β) ενώ γνωρίζει τα πιο πάνω, αποδέχεται ή παρέχει άσυλο σε παιδί, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Αποτελεί υπεράσπιση σε κατηγορία για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα που ορίζεται στο άρθρο αυτό η απόδειξη ότι το κατηγορούμενο πρόσωπο διεκδικούσε με καλή πίστη δικαίωμα κατοχής του παιδιού ή προκειμένου για εξώγαμο τέκνο, ότι είναι η μητέρα του ή ότι διεκδικούσε την πατρότητα του παιδιού. Δεν υπήρχε παρερμηνεία του άρθρου 12 του Κανονισμού 2201/2003 με αποτέλεσμα να ακυρωθούν τα προστατευτικά μέτρα. Ενόψει του ότι υπήρχε πραγματικό εύρημα ότι η συνήθης διαμονή των παιδιών ήταν στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, δεν είχε εφαρμογή το άρθρο 20 του Κανονισμού που συνιστά ξεχωριστή βάση δικαιοδοσίας δυνάμει του Κανονισμού εξαιτίας της παρουσίας των ανήλικων τέκνων στην Κύπρο και που σκοπός του Κανονισμού, είναι η αναγνώριση αποφάσεων σε ζητήματα που αφορούν γαμικές διαφορές και γονική μέριμνα του αστικού δικαίου. Δεν ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις θεμελίωσης της ευθύνης του Δημοσίου, ήτοι:
- ότι ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες,
- ότι η παραβίαση να ήταν κατάφωρη και
- ότι υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβιάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το κράτος και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (προαναφερθείσα απόφαση Haim, σκέψη 36). Η ευθύνη του δημοσίου λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου με απόφαση εθνικού Δικαστηρίου, κρίνοντας σε τελευταίο βαθμό μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στην εξαιρετική περίπτωση στην οποίαν ο Δικαστής προδήλως αγνόησε το εφαρμοστέο δίκαιο. Σε αγωγή για αποζημιώσεις, εθνικό Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί. Τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη, είναι ο βαθμός σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιασθέντος κανόνα, ο αυτοπροαίρετος χαρακτήρας της παραβιάσεως, ο συγγνωστός ή ασύγγνωστος χαρακτήρας της νομικής πλάνης, η ενδεχόμενη διατύπωση γνώμης ενός κοινοτικού οργάνου, καθώς και η μη συμμόρφωση του συγκεκριμένου Δικαστηρίου προς την υποχρέωση του να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα δυνάμει του άρθρου
- Επιπρόσθετα, η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου πρέπει να είναι κατάφωρη ή όταν η σχετική απόφαση εκδόθηκε κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου ή ότι η παραβίαση έχει πρόδηλο χαρακτήρα. Το κράτος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας βάσει του εθνικού δικαίου περί αστικής ευθύνης, εξυπακοούμενου ότι οι προϋποθέσεις που ορίζουν οι εθνικές νομοθεσίες για την αποκατάσταση των ζημιών, δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις εσωτερικού δικαίου και δεν μπορούν να διαμορφώνονται έτσι ώστε να καθιστούν στην πράξη, αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την αποζημίωση (σκέψη 58) Η απόφαση του Δικαστηρίου στον τελευταίο βαθμό, ήταν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν είχε δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 12.3 του Κανονισμού να παρέχει τη ζητούμενη θεραπεία. Δεν συνέτρεχαν προϋποθέσεις για την επέκταση της δικαιοδοσίας εν σχέσει με το άρθρο 3 που καθορίζει τη γενική δικαιοδοσία για ζητήματα γονικής μέριμνας, ώστε να έχει εφαρμογή ο Θεσμός. Περαιτέρω, για το ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αναλάβει δικαιοδοσία επικαλούμενο το άρθρο 12
(4), επίσης δεν ήταν λάθος υπό τις περιστάσεις επειδή έλειπε παντελώς το μαρτυρικό υλικό ή το κοινό έδαφος, ότι τα ΗΑΕ όντως δεν είχαν υπογράψει τη Σύμβαση της Χάγης, ότι κάποιες διαδικασίες ήταν αδύνατες, ότι εκεί ισχύουν άλλοι κανόνες για θέματα επιμέλειας παιδιών, ότι παραβιάζονται ανθρώπινα δικαιώματα και ότι τυχόν απόφαση των ελληνικών Δικαστηρίων υπέρ του Εφεσείοντος για το θέμα της επιμέλειας, δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στα ΗΑΕ. Με την απουσία του αναγκαίου υπόβαθρου, δεν ήταν δυνατό για το πρωτόδικο Δικαστήριο, ακόμα και αν εξέταζε το θέμα, να καταλήξει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς το συμφέρον των παιδιών. Δεν υπήρχε παρερμηνεία του άρθρου 13 του Κανονισμού, επειδή το Δικαστήριο κατέληξε σε διαπίστωση ότι τα ανήλικα τέκνα είχαν τη συνήθη διαμονή του στα Ηνωμένα Αραβικά Κράτη και δεν ικανοποιήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 12 ώστε να αναγνωριστεί ότι τα Ελληνικά Δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία στη βάση του Κανονισμού και όχι μόνο στη βάση του εθνικού δικαίου της Ελλάδας. Η διαζευκτική διατύπωση του άρθρου 13.1 που αφορά τη δυνατότητα προσδιορισμού της δικαιοδοσίας του Ελληνικού Δικαστηρίου που να αφορά τη γονική επιμέλεια του παιδιού, κρίνεται στη βάση του Κανονισμού 12 που περιέχει όλες τις περιπτώσεις που καλύπτονται από τον Κανονισμό. Η προσέγγιση του Δικαστηρίου συγκλίνει με το πόρισμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Τεκμήριο 20) ότι 'the commission has already carefully examined this matter and could not conclude that there has been a violation of the Brussles IIa regulation by the Cypriot authorities. The definitions of habitual residence and wrongful removal contained in the Brussel IIa regulation apply in the context of a civil procedure for the return of the child where the child was abducted from a member state where the child had his habitual residence immediately before the abduction in another member state. Η περίπτωση αυτή για σκοπούς αστικού δικαίου, δεν είναι περίπτωση που εμπίπτει στην εμβέλεια εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου. Για σκοπούς αναγνώρισης της απόφασης, δυνάμει του Κανονισμού δεν θεωρείται αρμόδιο Δικαστήριο το Eλληνικό ως το πρώτο που επιλήφθηκε της διαφοράς και το δεύτερο Δικαστήριο, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο της Κύπρου που οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που επιλήφθηκε πρώτα της υπόθεσης. Κανόνες εκκρεμοδικίας σπάνια εφαρμόζονται στη διαδικασία γονικής μέριμνας, όπως είναι η παρούσα, εφόσον σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού, κάθε παιδί έχει κατά κανόνα συνήθη τόπο διαμονής σε ένα κράτος μέλος του οποίου τα Δικαστήρια διατηρούν και τη διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με τον γενικό κανόνα που διατυπώνει το Άρθρο 8 του Κανονισμού. Με όρους του πλαισίου ο Κανονισμός αποσκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων της γονικής επιμέλειας σε χώρο όπου επιτρέπεται η ελεύθερη διακίνηση και εγκατάσταση. Διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά έχουν συνήθη διαμονή σε τρίτη χώρα. Επειδή το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν θα μπορούσε να αποκτήσει διεθνή δικαιοδοσία να αποφασίσει το ζήτημα επιμέλειας των παιδιών, δεν μπορούσε να επιβάλλει ούτε προσωρινά μέτρα δυνάμει του άρθρου 20, εφόσον η συνήθης διαμονή των παιδιών ήταν σε κράτος μη μέλος. Το ότι οι Κυπριακές Αρχές εφάρμοσαν την ορολογία του Κανονισμού σε ποινική διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν μπορεί να αφορά ζήτημα παραβίασης του Κανονισμού που ασχολείται μόνο με αστικά ζητήματα ώστε να θεωρηθεί ότι υπήρχε παραβίαση εφαρμογής του Κανονισμού για σκοπούς επιβολής αποζημιώσεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο άφησε ανοιχτό να εξεταστούν προσωρινά μέτρα ενόψει της καταχώρησης της αγωγής 1295/2009 στα Ελληνικά Δικαστήρια, αλλά έκρινε ότι δεν ενδεικνυόταν η έκδοση προσωρινών μέτρων, εφόσον δεν θα τηρούνταν οι αναγκαίες προϋποθέσεις. Οι αναγκαίες προϋποθέσεις επεξηγήθηκαν με αναφορά στην απόφαση Reference for a preliminary ruling under articles 68 EC and 234 EC from Korken Hallinto-oikeus made by the decision of 19 November 2007 in the proceedings brought by A C523-2007 που αναφέρει ότι 'the regulation lays down a principle that the jurisdiction of the member states in matters or parental responsibility is established according to the place of the childs habitual residence at the time the court is seised'. Επίσης δεν λήφθηκε υπόψη η επισήμανση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στα πλαίσια της απόφασης C-523-2007 πιο πάνω, ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει τη δικαιοδοσία να αποφασίσει οτιδήποτε, δεν έχει υποχρέωση να παραπέμψει το ζήτημα σε άλλο κράτος μέλος. Υπέxει υποχρέωσης να επικοινωνήσει με το άλλο κράτος μέλος που φαινομενικά έχει τη δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 53 του Κανονισμού, να ενημερώσει ότι δεν έχει δικαιοδοσία, ώστε εκείνο το κράτος μέλος να αναλάβει τα περαιτέρω. Ενόψει των πραγματικών ευρημάτων του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, προκύπτει ότι όταν το Δικαστήριο εξέτασε την Αίτηση για προστατευτικά μέτρα ακόμη και ενόψει εκκρεμοδικίας στην Ελλάδα δεν είχε πρόδηλα εφαρμογή ο Κανονισμός 2201/2003 που αφορά την αναγνώριση και την εφαρμογή αποφάσεων κρατών μελών σε γαμικές διαφορές και ζητήματα γονικής επιμέλειας. Ως Δικαστήριο αναρμόδιο να επιληφθεί ζητήματα ουσίας που να αφορούν τη γονική μέριμνα, δεν είχε ούτε την προσωρινή αρμοδιότητα με βάση το άρθρο 20. Δεν ήταν η περίπτωση που προκαταλάμβανε το εθνικό δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός ώστε να ασκηθεί η δυνατότητα έκδοσης ασφαλιστικών μέτρων μέχρι να εκδοθεί η απόφαση των Ελληνικών Δικαστηρίων. Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις θεμελίωσης της ευθύνης του δημοσίου που είναι τρεις, ήτοι: 1. ότι ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες 2. ότι η παραβίαση να είναι κατάφωρη και 3. ότι υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβιάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το κράτος και της ζημιάς που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (προαναφερθείσα απόφαση Haim, σκέψη 36). Σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη του δημοσίου λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου με απόφαση εθνικού Δικαστηρίου κρίνοντας σε τελευταίο βαθμό, μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στην εξαιρετική περίπτωση στην οποίαν ο Δικαστής προδήλως αγνόησε το εφαρμοστέο δίκαιο. Σε αγωγή για αποζημιώσεις, εθνικό Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί. Αυτό έκανε το Δικαστήριο, εξέτασε προσεκτικά τα δεδομένα, κατέληξε σε πραγματικά ευρήματα και αποφάνθηκε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της διαφοράς. Ο Κανονισμός δεν έχει εφαρμογή και ούτε καταπιάνεται με ζητήματα του Ποινικού Δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, το Ελληνικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι πράξεις της μητέρας συνιστούσαν πλημμέλημα που έχει παραγραφεί. Ως εκ τούτου, δεν αποδεικνύεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Δημοκρατίας για παραβίαση δικαιωμάτων του Ενάγοντα που προκύπτει από κοινοτική νομοθεσία που οφείλει η Δημοκρατία να εφαρμόσει. Η αγωγή απορρίπτεται, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)....... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Π. Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο