← Κύπρος

Ανδρέα Σοφοκλέους κ.α. ν. Γιώργου Αγγελή κ.α., Αριθμός Αγωγής: 3746/2017, 10/12/2024

Ανδρέα Σοφοκλέους κ.α. ν. Γιώργου Αγγελή κ.α., Αριθμός Αγωγής: 3746/2017, 10/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 3746/2017 Μεταξύ:

  1. Ανδρέα Σοφοκλέους
  2. TRANSCAPITAL BUSINESS CONSULTING LTD Ενάγοντες και
  3. Γιώργου Αγγελή
  4. AG BUSINESS CONSULTANTS LTD Εναγόμενοι 10 Δεκεμβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Μιχαήλ για Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση 2/Μάριο Κοντεμενιώτη: κ. Καύκαρος για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών ημερομηνίας 15.7.2024 για διάταγμα αντεξέτασης του Μάριου Κοντεμενιώτη (στο εξής ο «ΜΚ») επί του περιεχομένου ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια αίτησης παρακοής ημερομηνίας 18.10.2018 Για ευκολία παρακολούθησης των προς απόφαση ζητημάτων, ξεκινώ με μια συνοπτική αναδρομή όσων προηγήθηκαν της παρούσας Αίτησης, όπως προκύπτουν από το φάκελο της αγωγής. Με την αγωγή οι Ενάγοντες διεκδικούν εναντίον των Εναγόμενων αποζημιώσεις και δηλωτικές αποφάσεις που σχετίζονται με συνεργασία του Ενάγοντα 1 και Εναγόμενου 1 στον τομέα παροχής διοικητικών και άλλων συναφών υπηρεσιών προς πελάτες σε Κύπρο και Ρωσία. Πολύ συνοπτικά, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η θέση των Εναγόντων είναι ότι ο Ενάγοντας 1 και ο Εναγόμενος 1 συνεργάζονταν από το 1993 στον τομέα της παροχής διοικητικών υπηρεσιών με όχημα, αρχικά, άλλη εταιρεία και ακολούθως μέσω της Ενάγουσας 2 (στην οποία έκαστος κατείχε 50% των μετοχών), στην Κύπρο και Ρωσία. Ο Εναγόμενος 1 ήταν υπεύθυνος για τις εργασίες της εταιρείας στη Μόσχα. Στα πλαίσια της συνεργασίας ιδρύθηκε η Εναγόμενη 2 η οποία διατηρούσε λογαριασμό στην Astrobank. Η Εναγόμενη 2 τιμολογούσε πελάτες της Ενάγουσας 2 και τα ποσά που εισέπραττε κατατίθεντο στον εν λόγω λογαριασμό. Περί τις αρχές 2017, προς συμμόρφωση με ρυθμιστικές υποχρεώσεις, ο Ενάγοντας 1 κατέστη κατά 100% μέτοχος στην Ενάγουσα 2 εταιρεία όμως η συνεργασία των δύο συνέχιζε στην ίδια ουσιαστικά βάση, με ίσο δικαίωμα στα κέρδη. Παρά ταύτα ο Εναγόμενος 1 παρακράτησε ποσά που είχαν εισπραχθεί από την Εναγόμενη 2 εκ μέρους της Ενάγουσας 2, δεν ενημέρωνε τους Ενάγοντες για εισπράξεις και εργασίες, παρείχε υπηρεσίες προσωπικά προς πελάτες των Εναγόντων και εισέπραττε το αντίτιμο ο ίδιος, επιδίωκε να προσελκύσει και αποσπάσει πελάτες των Εναγόντων, ιδιοποιήθηκε χρηματικά ποσά που ανήκαν στους Ενάγοντες κ.ο.κ. Επήλθε ρήξη στις σχέσεις Ενάγοντα 1 και Εναγόμενου 1 όταν τα πιο πάνω αποκαλύφθηκαν. Ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε την αγωγή 3694/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητούσε την επιστροφή του 50% των μετοχών που κατείχε στην Ενάγουσα 2 και εξασφάλισε ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, η Ενάγουσα 2 δεν είναι σε θέση να εξασκεί τις εργασίες της και, τόσο αυτή όσο και ο Ενάγοντας 1, υφίστανται ζημιές. Αυτά σύμφωνα με την εκδοχή των Εναγόντων, με την οποία οι Εναγόμενοι διαφωνούν. Στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η μεταβίβαση προς τον Ενάγοντα 1 του συνόλου των μετοχών στην Ενάγουσα 2 έγινε παράνομα. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 αρνείται ότι ενήργησε αντισυμβατικά ή παράνομα και, γενικότερα, δεν αποδέχεται όσα του καταλογίζονται από τους Ενάγοντες. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, οι Ενάγοντες καταχώρησαν και μονομερή αίτηση στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα που, μεταξύ άλλων, απαγόρευαν στους Εναγόμενους ή αντιπροσώπους τους να προβαίνουν σε αναλήψεις από τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 2 στην Astrobank, απαγόρευε στους Εναγόμενους να επιβαρύνουν ή αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 2, να εκδίδουν τιμολόγια ή να παρέχουν υπηρεσίες σε πελάτες της Ενάγουσας 2 ή να αλλάξουν τη μετοχική της δομή. Το εν λόγω προσωρινό διάταγμα απαγόρευε επίσης στους Εναγόμενους και σε αντιπροσώπους τους να «αποκτούν ως πελάτες ή να επιχειρούν να αποκτούν ως πελάτες πρόσωπα στα οποία η Ενάγουσα 2 προσφέρει διοικητικές ή άλλες υπηρεσίες ή και να πείσουν τέτοια πρόσωπα να διακόψουν την επιχειρηματική τους σχέση με την ενάγουσα 2» (στο εξής τα «Ενδιάμεσα Διατάγματα»). Δεν θα επεκταθώ στα γεγονότα που επικαλέστηκαν οι Ενάγοντες για την έκδοση των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων. Σημειώνω όμως ότι τα Ενδιάμεσα Διατάγματα κατέστησαν απόλυτα, εκ συμφώνου, στις 4.6.2018, χωρίς αποδοχή από μέρους των Εναγόμενων των θέσεων που προβλήθηκαν από την άλλη πλευρά. Στις 18.10.2018, οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση (στο εξής η «Αίτηση Παρακοής») με την οποία επιδιώκουν την τιμωρία του Εναγόμενου 1 και του Μάριου Κοντεμενιώτη (Καθ'ου η αίτηση 2 σε εκείνη την αίτηση, στο εξής «ΜΚ») υποστηρίζοντας ότι αυτοί ενήργησαν κατά παράβαση των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων. Η Αίτηση Παρακοής συνοδευόταν από τρεις ένορκες δηλώσεις, του Ενάγοντα 1, του κ. Παναγιώτου (δικανικού γραφολόγου) και του κ. Αριστείδου (ιδιώτη επιδότη). Μεταξύ άλλων, προβάλλεται η θέση ότι ο Εναγόμενος 1 επικοινωνούσε με πελάτες της Ενάγουσας 2 και τους ενημέρωνε ότι η εν λόγω εταιρεία δεν μπορούσε να συνεχίσει να παρέχει διοικητικές υπηρεσίες. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι ο Εναγόμενος 1 έχει συστήσει εταιρεία στην Κύπρο μέσω του δικηγόρου ΜΚ με μέτοχο και αξιωματούχο συγγενικό πρόσωπο του Εναγόμενου
  5. Ακολούθως, πελάτες της Ενάγουσας 2 που συνεργάζονταν με το γραφείο στη Μόσχα, απέστελλαν επιστολές προς τους Ενάγοντες με τις οποίες διέκοπταν τη συνεργασία τους με την Ενάγουσα 2 και ζητούσαν τη μεταφορά των εταιρειών τους στον ΜΚ. Πελάτης που ο Ενάγοντας 1 κατονομάζει, του ανέφερε ότι περί τον Νοέμβριο 2017 ο Εναγόμενος 1 τον ενημέρωσε ότι τερμάτισε τη συνεργασία με τον Ενάγοντα 1, ότι η Ενάγουσα 2 δεν θα συνέχιζε την παροχή υπηρεσιών και του ζήτησε να αποστείλει επιστολή προς την Ενάγουσα 2 ζητώντας τη μεταφορά των εταιρειών του στο γραφείο του ΜΚ. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι οι επιστολές που παραλήφθηκαν από πελάτες της Ενάγουσας 2 είχαν συμπληρωθεί και ετοιμαστεί από προσωπικό του γραφείου στη Μόσχα που εργάζονται με τον Εναγόμενο 1 και κατ' εντολή του τελευταίου. Μέσω της Αίτησης Παρακοής προβάλλεται επίσης η θέση ότι ο Εναγόμενος 1 και ο ΜΚ παρείχαν διοικητικές υπηρεσίες σε πελάτες της Ενάγουσας 2 κατά παράβαση των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων και παρατίθενται στοιχεία αναφορικά με κάποιες εταιρείες. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω. Ο Εναγόμενος 1 όσο και ο ΜΚ καταχώρησαν ένσταση την Αίτηση Παρακοής. Ο μεν Εναγόμενος 1 αρνείται την αποδιδόμενη παρακοή και υποστηρίζει ότι η Αίτηση Παρακοής έχει καταχωρηθεί εκβιαστικά για να τον αναγκάσει να μην επιμείνει στην αγωγή 3694/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Ο ΜΚ, στη δική του ένσταση, επίσης αρνείται ότι ενήργησε κατά παράβαση διατάγματος. Υποστηρίζει ότι καμία σχέση έχει με τον Εναγόμενο 1 και ότι πρώην πελάτες της Ενάγουσας 2 είχαν απευθυνθεί σε αυτόν για μεταφορά εταιρειών τους και παροχή διοικητικών υπηρεσιών, μέσω του λογιστή Στέλιου Κοζάκου (στο εξής ο «ΣΚ»). Οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να συνεργαστούν για σκοπούς μεταφοράς των εταιρειών με αποτέλεσμα ο ΜΚ να προβεί σε καταγγελίες στην αστυνομία και στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο. Ακολούθησαν διάφορες αιτήσεις εκατέρωθεν με τις οποίες δόθηκε άδεια για την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη της Αίτησης Παρακοής και των ενστάσεων αντίστοιχα. Ειδικότερα, η πλευρά των Εναγόντων καταχώρησε τρεις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ημερομηνίας 15.5.2020 από τους Ενάγοντα 1, κ. Παναγιώτου (γραφολόγο) και κ. Θωμά (προγραμματιστή) και, περαιτέρω, δύο ακόμα συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις του Ενάγοντα 1 ημερομηνίας 3.2.2023 και 27.6.
  6. Στα πλαίσια της ένστασης του ΜΚ στην Αίτηση Παρακοής, πέραν της αρχικής ένορκης δήλωσης του, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου ημερομηνίας 10.1.2022 καθώς και δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις του ΣΚ ημερομηνίας 10.1.2022 και 19.5.
  7. Σημειώνω ότι οι αρχικές και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις συνοδεύονται από τεκμήρια που εκτείνονται σε εκατοντάδες σελίδες και καλύπτουν διάφορα θέματα και ισχυρισμούς. Φτάνουμε στην υπό κρίση Αίτηση με την οποία οι Ενάγοντες ζητούν την αντεξέταση του ΜΚ (α) επί του περιεχομένου των παραγράφων 3, 5, 7 και 9 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 12.2.2019, (β) επί του περιεχομένου των παραγράφων 8, 20 και 26 της συμπληρωματικής ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 10.1.2022 και (γ) επί του περιεχομένου της παραγράφου 8 της ένορκης δήλωσης του ΣΚ. Η δυνατότητα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα παρέχεται από την Δ.39 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στη μορφή που εφαρμόζονται για σκοπούς της παρούσας Αίτησης) που προνοεί ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination.» Προκύπτει από το λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης ότι εάν θα επιτραπεί η αντεξέταση ενόρκως δηλούντα είναι ζήτημα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου[1]. Η Δ.39 δεν καθορίζει ρητά τα κριτήρια με βάση τα οποία εξασκείται η διακριτική αυτή ευχέρεια, επομένως ανατρέχω στα συγγράμματα και τη νομολογία για καθοδήγηση. Στο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418 - 419, παρ. 878 αναφέρονται κάποιοι από τους παράγοντες που πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη: «.The Court. will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Επιπρόσθετα, η Κυπριακή νομολογία καθορίζει ότι το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει η Δ.39 Θ.1 λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης υπόθεσης και διαδικασίας[2]. Καίριο επομένως ερώτημα είναι εάν η αντεξέταση θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες της Αίτησης Παρακοής. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, κρίνω ότι τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης δεν καθιστούν αναγκαία ούτε επιθυμητή την αντεξέταση του ΜΚ. Η πλευρά των Εναγόντων ζητά την αντεξέταση σε σχέση με το περιεχόμενο ενόρκων δηλώσεων του ΜΚ και ΣΚ που καταχωρήθηκαν το 2019 και
  8. Όμως, μετά την καταχώρηση εκείνων των ενόρκων δηλώσεων και, μετά από σχετικές αιτήσεις που υποβλήθηκαν και οι οποίες εκδικάστηκαν, επιτράπηκε η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων από τους Ενάγοντες προς απάντηση και συμπλήρωση των δικών τους θέσεων. Συνεπώς οι Ενάγοντες είχαν την ευκαιρία να θέσουν τη δική τους εκδοχή ως προς τα γεγονότα για τα οποία θέλουν να αντεξετάσουν και να αντικρούσουν τη θέση της άλλης πλευράς. Σε σχέση με τις παραγράφους της ένορκης δήλωσης ΜΚ ημερομηνίας 12.2.2019 επί των οποίων οι Ενάγοντες επιθυμούν να αντεξετάσουν σημειώνω τα εξής. Η παράγραφος 3 περιλαμβάνει αναφορές του μάρτυρα για την επαγγελματική του ιδιότητα και προσόντα. Η παράγραφος 5 περιλαμβάνει αναφορές του ΜΚ ότι στα λογιστικά γραφεία που συνεργάζεται περιλαμβάνεται και το γραφείο του ΣΚ και αναφέρεται επίσης στη απαρχή και φύση της συνεργασίας του με τον ΣΚ. Για αυτές τις παραγράφους, οι Ενάγοντες επιθυμούν να αντεξετάσουν «επί ζητημάτων που αφορούν την ιδιότητα του ως παροχέας διοικητικών υπηρεσιών και σχετίζονται με το χρόνο έναρξης παροχής των εν λόγω υπηρεσιών, το είδος των παρεχόμενων διοικητικών υπηρεσιών, σε ποιες εταιρείες έχουν παρασχεθεί, ποιες ενέργειες αναλάμβανε και αναλαμβάνει υπό την ιδιότητα του αυτή και τη φύλαξη και σύνταξη των μητρώων και των καταστατικών των εταιρειών που ενέγραψε και ειδικότερα ποια καταστατικά χρησιμοποιούσε για τις εταιρείες αυτές και σε τι ενέργειες προέβαινε για το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών» καθώς και «αναφορικά με τη συνεργασία του με τον [ΣΚ] από το 1998». Οι παράγραφοι 7 και 9 της ένορκης δήλωσης ΜΚ ημερομηνίας 12.2.2019 περιλαμβάνουν αναφορές του ΜΚ σε σχέση με τον τρόπο που πρώην πελάτες των Εναγόντων απευθύνθηκαν σε αυτόν μετά τα επίδικα (στην αγωγή) γεγονότα. Οι Ενάγοντες θέλουν να τον αντεξετάσουν «σχετικά με τους ισχυρισμούς του ότι οι ιδιοκτήτες των εταιρειών που αναφέρονται στις παραγράφους 18-28 της ένορκης δήλωσης [του Ενάγοντα 1] ημερομηνίας 18.10.2018, απευθύνθηκαν σε αυτόν και ζήτησαν από τον ίδιο τον [ΜΚ] να μεταφερθεί η διαχείριση των εταιρειών τους στο γραφείο του [ΜΚ] το οποίο και έπραξε ο τελευταίος απευθυνόμενος στο γραφείο μου, καθότι προκύπτουν αντιφάσεις με τα ισχυριζόμενα στην ένορκη δήλωση του [ΣΚ] ημερομηνίας 10.01.2022.» Έχοντας εξετάσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, κρίνω ότι δεν είναι ορθό να επιτραπεί η αντεξέταση επί των εν λόγω παραγράφων 3, 5, 7 και 9 της ένορκης δήλωσης του ΜΚ ημερομηνίας 12.2.
  9. Όσα οι Ενάγοντες αναφέρουν για να δικαιολογήσουν το αίτημα αντεξέτασης δεν συνιστούν, κατά την άποψη μου, ικανοποιητικό λόγο για να διαταχθεί η αντεξέταση του ΜΚ επί αυτών των αναφορών του. Μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 12.2.2019 από τον ΜΚ, η πλευρά των Εναγόντων καταχώρησε 6 συνολικά μεταγενέστερες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Αυτές συνιστούσαν ικανοποιητική ευκαιρία να θέσουν την δική τους εκδοχή. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαίο, επιπλέον αυτών, να επιτραπεί η αντεξέταση του ΜΚ για τα συγκεκριμένα ζητήματα. Προχωρώ στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΜΚ ημερομηνίας 10.1.
  10. Σε σχέση με αυτή, οι Ενάγοντες ζητούν την αντεξέταση στο περιεχόμενο των παραγράφων 8, 20 και
  11. Οι παράγραφοι 8, 20 και 26 περιλαμβάνουν αναφορές στη μεταβίβαση προς τον Ενάγοντα 1 του 50% των μετοχών στην Ενάγουσα 2 που κατείχε ο Εναγόμενος 1 περί το 2017 και σχόλια για τη νομιμότητα της συνεργασίας και λειτουργίας της Ενάγουσας. Υπάρχουν επίσης αναφορές για επικοινωνίες με πελάτες στα πλαίσια της προσπάθειας μεταφοράς εταιρειών τους από την Ενάγουσα 2 προς το γραφείο ΜΚ. Οι Ενάγοντες επιθυμούν να αντεξετάσουν γιατί «η αλήθεια των προαναφερθέντων ισχυρισμών πλήττεται από το γεγονός ότι ο [ΜΚ] παρέλειψε να αναφέρει ότι οι 500 μετοχές που είχε εγγεγραμμένες επ' ονόματι του ο [Εναγόμενος 1] μέχρι το 2017 ήταν για λογαριασμό μου και εγώ ήμουν ο ίδιος ο πραγματικός δικαιούχος και ότι η ενάγουσα 2 διατηρεί άδεια παροχής διοικητικών υπηρεσιών μέχρι και σήμερα» καθώς και για να «[φανερωθεί η σχέση του εναγόμενου 1 με τον [ΜΚ] και τον [ΣΚ] και τη συνεργασία τους σε βάρος των Εναγόντων 1 και 2 κατά παράβαση του ρηθέντος διατάγματος.» Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία η αντεξέταση επί των εν λόγω παραγράφων στην ένορκη δήλωση του ΜΚ ημερομηνίας 10.1.
  12. Η πλευρά των Εναγόντων, μέσω των αρχικών και συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που παρουσίασε έχει εκφράσει τη δική της θέση ως προς αυτά τα ζητήματα. Θεωρώ ότι και αυτά τα ζητήματα έχουν εξαντληθεί μέσω των ενόρκων δηλώσεων. Οι δύο πλευρές έχουν εξηγήσει τις θέσεις τους, έχει παραθέσει μαρτυρία προς υποστήριξη αυτής και έχει απαντήσει στη θέση της άλλης πλευράς. Προχωρώ στην ένορκη δήλωση του ΣΚ ημερομηνίας 10.1.
  13. Οι Ενάγοντες ζητούν να αντεξετάσουν τον ΜΚ σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 8 εκείνης της ένορκης δήλωσης. Κατ' αρχάς θεωρώ ότι η Δ 39 Θ.1 δεν παρέχει τη δυνατότητα αντεξέτασης προσώπου επί της ένορκης δήλωσης άλλου προσώπου. Η εν λόγω διάταξη (το λεκτικό της οποίας έχω παραθέσει πιο πάνω) αναφέρεται στη δυνατότητα αντεξέτασης του ιδίου του προσώπου που ορκίζεται (attendance of the deponent) επί της ένορκης του δήλωσης. Δεν εκτείνεται σε δυνατότητα αντεξέτασης άλλου προσώπου επί της μαρτυρίας του ενόρκως δηλούντα. Κατά δεύτερον, ακόμα και αν δεν υπήρχε αυτό το εμπόδιο, στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων και πάλιν δεν θα επέτρεπα την αντεξέταση. Η εν λόγω παράγραφος περιλαμβάνει αναφορές του ΣΚ σε σχέση με το δείγμα καταστατικού που χρησιμοποιεί το λογιστικό του γραφείο για εγγραφή εταιρειών. Οι Ενάγοντες θέλουν να αντεξετάσουν «για να δοθεί πληρέστερη εικόνα των επίδικων ζητημάτων και γεγονότων». Για αυτό το ζήτημα δόθηκε η δυνατότητα στους Ενάγοντες να απαντήσουν μέσω των ενόρκων δηλώσεων που παρουσίασαν και να θέσουν τη δική τους εκδοχή. Δεν ικανοποιήθηκα ότι είναι αναγκαία η αντεξέταση. Όπως και προηγουμένως, θεωρώ ότι και οι δύο πλευρές είχαν τη δυνατότητα, με πληρότητα, να τοποθετηθούν και το ζήτημα έχει εξαντληθεί. Όπως ανέφερα πιο πάνω, η αντεξέταση πρέπει να εξυπηρετεί τις ανάγκες της κυρίως διαδικασίας. Στην παρούσα περίπτωση, με τον όγκο της μαρτυρίας που έχει ήδη παρουσιαστεί εκατέρωθεν, δεν διακρίνω ότι η αντεξέταση θα βοηθήσει να αναδειχθούν νέα ζητήματα ή γεγονότα. Αντίθετα, θα προκαλούσε περαιτέρω καθυστέρηση στη διεκπεραίωση ενός ενδιάμεσου διαβήματος που εκκρεμεί από το
  14. Τα πιο πάνω καθορίζουν το αποτέλεσμα της παρούσας Αίτησης, η οποία απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, αυτά επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)

(2004)1 A.A.Δ. 1660 [2] Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοϊζου
(2008)1 Α.Α.Δ. 280 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.