Παναγιώτας Π. Αχιλλέως κ.α. ν. Δέσποινα Σωτηρίου Αχιλλέως κ.α., Αρ. Αγωγής: 910/14, 11/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Π. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 910/14 Ημερομηνία: 11/12/2024 Μεταξύ: 1. Παναγιώτας Π. Αχιλλέως, εξ' Αγίας Μαρίνας Ξυλιάτου, Λευκωσία 2. Γεωργία Τσιάρτα, εκ Περιστερώνας, Λευκωσία Εναγουσών -και- 1. Δέσποινα Σωτηρίου Αχιλλέως, εξ Αγίας Μαρίνας Ξυλιάτου, Λευκωσίας 2. Ανδρούλλα (Άντρη) Π. Αχιλλέως Κισσοπόδα, εκ Λευκωσίας 3. Αριστόδημος Χατζηπαναγιώτου, προτιθέμενος εκτελεστής διαθήκης, Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, τέως εκ Ξυλιάτου, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Εμφανίσεις: Για Ενάγουσες: κος Χ. Στρατουράς Για Εναγόμενους 1-3: κος Α. Χ'' Παναγιώτου (ως δικηγόρος για τον εαυτό του και ως δικηγόρος για τις Εναγόμενες 1 και 2) ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες αξιώνουν την έκδοση των ακόλουθων, δηλωτικού χαρακτήρα, διαταγμάτων: Α. Δήλωση ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι το έγγραφο ημερομηνίας 03/10/2008 που κατατέθηκε στον πρωτοκολλητή διαχειρίσεων με αύξοντα αριθμό 139/2013, το οποίο ο Εναγόμενος αριθμός 3 ισχυρίζεται ότι είναι η τελευταία διαθήκη του αποβιώσαντα Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, τέως εκ Ξυλιάτου, είναι άκυρο και άνευ νομίμου αποτελέσματος, καθότι: (α) το έγγραφο τούτο ημερομηνίας 03/10/2008, το οποίο ο Εναγόμενος αριθμός 3 ισχυρίζεται ότι είναι η τελευταία διαθήκη του αποβιώσαντα Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, τέως εκ Ξυλιάτου, δεν έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου και/ή πάσχει από ουσιώδη και/ή ουσιώδεις παρατυπίες. (β) η υπογραφή και εκτέλεση και/ή σύνταξη της πιο πάνω ισχυριζόμενης διαθήκης, επετεύχθη διά της απρεπούς επιδράσεως και/ή ανοίκειου επηρεασμού των Εναγομένων αριθμός 1 και 2 και/ή των κληρονόμων αυτού και/ή εκατέρου τούτων και/ή άλλων ενεργούντων μετ' αυτών. (γ) η σύνταξη της ισχυριζόμενης ως άνω διαθήκης, επετεύχθη διά δόλου των Εναγομένων αριθμός 1 και 2 ενεργούντων ομού και/ή κεχωρισμένως και/ή μετ' άλλων, ούτως ώστε να συνταχθεί με τέτοιον τρόπο η διαθήκη, που να αποκλείονται οι Ενάγουσες αριθμός 1 και 2 από το κληρονομικό μερίδιο που δικαιούνται από τον διαθέτη ως νόμιμοι κληρονόμοι αυτού, ήτοι παιδιά του αποβιώσαντος Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα. (δ) η σύνταξη της πιο πάνω αναφερόμενης διαθήκης και το περιεχόμενο αυτής, συνετάχθησαν με δόλιο τρόπο και/ή αναφέροντας ψευδή στοιχεία και/ή πληροφορίες και/ή ισχυρισμούς που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, με απώτερο σκοπό να αποκλειστούν οι Ενάγουσες από του να λάβουν το κληρονομικό τους μερίδιο που δικαιούνται σύμφωνα με τον νόμο, ως ο αποβιώσας να απεβίωνε άνευ διαθήκης. (ε) ο αποβιώσας, ενόσω ζούσε και ενώ γνώριζε την ύπαρξη της αγωγής υπ' αρ. 1673/2009, καθώς επίσης και την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος εναντίον του ημερομηνίας 24/10/2011, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύετο σε αυτόν προσωπικά και/ή μέσω των εκπροσώπων και/ή μέσω των αντιπροσώπων του και/ή μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου από του να πωλήσει, δωρίσει, μεταβιβάσει, εγγράψει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει και/ή καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπο αποξενώσει την ακίνητη ιδιοκτησία η οποία ευρίσκεται επ' ονόματι του, περιουσία η οποία είναι η ίδια, με την περιουσία την οποία διέθεσε με διαθήκη, προέβη στη σύνταξη διαθήκης δολίως με ημερομηνία προγενέστερη του πιο πάνω αναφερόμενου διατάγματος, με αποκλειστικό σκοπό να μην επιτρέψει στις Ενάγουσες να διεκδικήσουν και/ή να διεκδικήσει ειδικά η Ενάγουσα αριθμός 1 την εν λόγω ακίνητη περιουσία του, όπως αυτή επιστραφεί στη σύζυγο του αποβιώσαντος και μητέρα των Εναγουσών αριθμός 1 και 2. Β. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι, ο πιο πάνω κατονομαζόμενος αποβιώσας, απεβίωσε χωρίς διαθήκη και/ή έγκυρο διαθήκη και ότι στους νόμιμους κληρονόμους του και δικαιούχους της περιουσίας του, συμπεριλαμβάνονται και οι Ενάγουσες αριθμός 1 και 2, οι οποίες κληρονομούν ακριβώς το ίδιο κληρονομικό μερίδιο με τα άλλα δύο παιδιά του αποβιώσαντος, ήτοι τις Εναγόμενες αριθμός 1 και 2. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να εμποδίζεται η επικύρωση της ισχυριζόμενης διαθήκης και να παραμερίζεται η Αίτηση αρ.686/2013 για παραχώρηση εγγράφων διαχειρίσεως εις τον Εναγόμενο αριθμός 3. Δ. Απαγορευτικό διάταγμα εμποδίζον τους Εναγόμενους αριθμός 1, 2 και 3, από του να διαχειρίζονται και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να αναμειγνύονται εις την περιουσία του αποβιώσαντος Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, τέως εκ Ξυλιάτου, Λευκωσία. Ε. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, διορίζων τις Ενάγουσες αριθμός 1 και 2, διαχειρίστριες της περιουσίας του ως άνω αποβιώσαντος και/ή την έκδοση διατάγματος διά παραχώρηση εγγράφων διαχειρίσεως της πιο πάνω περιουσίας του αποβιώσαντος Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, στα ονόματα των Εναγουσών αριθμός 1 Παναγιώτας Π. Αχιλλέως και αριθμός 2 Γεωργίας Τσιάρτα. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως, πρόκειται για αγωγή που έχουν εγείρει νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντα Παναγιώτη Κισσοπόδα που απεβίωσε την 12/09/2013. Οι Ενάγοντες είναι αδέλφια με τις Εναγόμενες 1 και 2 και ο Εναγόμενος 3 είναι εκτελεστής διαθήκης του αποβιώσαντα που συντάχθηκε και υπογράφτηκε την 03/10/2008. Με τη διαθήκη κληροδοτείται η περιουσία με τον τρόπο που καταγράφεται στην έκθεση απαιτήσεως. Είναι θέση των Εναγόντων, ότι η διαθήκη δεν συντάχθηκε συμφώνως του Κεφ.195. Δικογραφούνται οι ακόλουθες λεπτομέρειες δόλου, αθέμιτης επιρροής και πλαστογραφίες που αποδίδονται στους Εναγόμενους που κατ' ισχυρισμόν των Εναγόντων, είχαν το αποτέλεσμα να παρακαμφθεί η ελεύθερη θέληση του αποβιώσαντα. Δικογραφείται ότι το έγγραφο που φέρει ημερομηνία 03/10/2008 συντάχθηκε την 20/06/2013. Α) το έγγραφο ημερομηνίας 03/10/2008 που κατατέθηκε στον πρωτοκολλητή Διαχειρίσεων με αύξοντα αριθμό 139/2013, το οποίο ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι είναι η τελευταία διαθήκη του αποβιώσαντα Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, τέως εκ Ξυλιάτου Λευκωσίας που απεβίωσε την 12/09/2013 στο χωριό Ξυλιάτο, της Επαρχίας Λευκωσίας είναι άκυρο και άνευ νομίμου αποτελέσματος. Το έγγραφο δεν καταρτίστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου και ή πάσχει από ουσιώδη και/ή ουσιώδεις παρατυπίες, όπως: (
- i)το έγγραφο τούτο, δεν καταρτίστηκε και/ή δεν συνετάχθηκε την 03/10/2008, όπως αναγράφεται στο έγγραφο, αλλά τούτο καταρτίστηκε κατά ή περί την 20/06/2013. (
- ii)το έγγραφο φέρεται να καταρτίστηκε την 03/10/2008, τα χαρτόσημα που έχουν επικολληθεί επί του εγγράφου αυτού, φαίνεται να έχουν εκδοθεί και/ή εκτυπωθεί, όπως αναγράφεται σε αυτά στο εξωτερικό, την 09/10/2008 και σε καμία περίπτωση θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην Κύπρο σε ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας που αναγράφεται πάνω σε αυτό, δηλαδή πριν την 09/10/2008 σύμφωνα με μαρτυρία που κατέχουν οι Ενάγουσες. (iii) στο έγγραφο αυτό και συγκεκριμένα στη θέση των επιβεβαιωτών μαρτύρων υπάρχουν δύο υπογραφές δυσανάγνωστες, αγνώστων και/ή ανύπαρκτων προσώπων, χωρίς να αναγράφονται τα ονόματα αυτών και ούτε ο αριθμός δελτίου ταυτότητας τους. (
- iv)λανθασμένα και/ή ψευδώς οι φερόμενοι ως επιβεβαιωτές μάρτυρες, επιβεβαιώνουν ότι το έγγραφο τούτο που φέρεται να είναι η τελευταία διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντα, καταρτίστηκε την 03/10/2008 στην παρουσία τους και στην παρουσία του αποβιώσαντα πάντων παρισταμένων ταυτοχρόνως, πράγμα το οποίο είναι αδύνατο τη στιγμή που το εν λόγω έγγραφο αποδεικνύεται ότι δεν υπεγράφη την ημερομηνία αυτήν. Β) Η σύνταξη της ισχυριζόμενης ως άνω αναφερόμενης διαθήκης επετεύχθη διά δόλου και/ή απάτης των Εναγομένων αριθμός 1, 2 και 3 ενεργούντων ωμού και/ή κεχωρισμένως και/ή μετ' άλλων, ούτως ώστε να συνταχθεί με τέτοιο τρόπο η διαθήκη που να αποκλείονται οι Ενάγουσες αριθμός 1 και 2 από το κληρονομικό μερίδιο που δικαιούνται από τον διαθέτη ως νόμιμοι κληρονόμοι του, ήτοι τέκνα του αποβιώσαντα Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα. (
- i)ενώ οι Εναγόμενοι αριθμός 1, 2 και 3 γνώριζαν ότι εκκρεμούσε η αγωγή υπ' αριθμόν 1673/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μεταξύ της Ενάγουσας αριθμός 1 ως Ενάγουσα στην εν λόγω αγωγή, εναντίον του πατέρα της Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, κατάρτησαν πλαστό έγγραφο που φέρεται ως διαθήκη με ημερομηνία προγενέστερη της πραγματικής και συγκεκριμένα 03/10/2008 αντί 20/06/2013 που είναι η πραγματική προκειμένου να παρακαμφτεί, το ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στην αγωγή 1673/09 την 24/10/2011 σύμφωνα με το οποίο απαγορεύετο στον Εναγόμενο και/ή σε οποιοδήποτε άλλο αντιπρόσωπο του και/ή μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου από του να δωρίσει και/ή να αποξενώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία είναι το αντικείμενο της υπό κρίση διαθήκης. (
- ii)στη φερόμενη διαθήκη του αποβιώσαντα, δολίως τέθηκε πρόνοια σύμφωνα με την οποίαν σε περίπτωση κατά την οποίαν τα τέκνα του αποβιώσαντα Παναγιώτη Κισσοπόδα, Δέσποινα, Παναγιώτα και Γεωργία, ήθελον συμμετάσχει στη διανομή της περιουσίας, τότε διέταττε όπως ένα έκαστο των πιο πάνω τέκνων του, καταβάλει το ποσό των €100.000, το οποίο το καθένα έλαβε από τον αποβιώσαντα ενώ ευρίσκετο εν ζωή, πράγμα το οποίο ουδέποτε επεσυνέβη, τουλάχιστον με τις Ενάγουσες αριθμός 1 και 2 αλλά δολίως και ασκώντας εξαναγκασμό και/ή ψυχολογική πίεση, ανάγκασαν τον αποβιώσαντα να θέσει τον εν λόγω όρο στη διαθήκη του και συγκεκριμένα αναληθώς, ότι τους έδωσε το ποσό των €100.000 όταν ήταν εν ζωή ψευδώς. (iii) ενώ οι Εναγόμενες αριθμός 1 και 2 γνώριζαν ότι τα ακίνητα που αναφέρονται στην υπό κρίση διαθήκη, είχαν μεταβιβαστεί επ' ονόματι του αποβιώσαντος, με απάτη και/ή δόλο και/ή πλαστογραφία η οποία κατ' ισχυρισμό έγινε εκ μέρους του αποβιώσαντα Παναγιώτη Κισσοπόδα και προς τούτο εναντίον του ηγέρθη η αγωγή υπ' αριθμόν 1673/2009, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, δυνάμει της οποίας ζητούνται διατάγματα του Δικαστηρίου για ακύρωση των μεταβιβάσεων αυτών, άσκησαν ψυχολογική πίεση στον αποβιώσαντα διαθέτη Παναγιώτη Κισσοπόδα, να προβεί στη σύνταξη της υπό κρίση διαθήκης. (ν) ενώ επίσης οι Εναγόμενες αριθμός 1 και 2, γνώριζαν ότι υπάρχει και διάταγμα Δικαστηρίου, το οποίο εκδόθηκε στην αγωγή υπ' αριθμόν 1673/2009, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύετο η αποξένωση καθ' οιονδήποτε τρόπο των εν λόγω ακινήτων, εντούτοις άσκησαν ψυχολογική πίεση στον αποβιώσαντα διαθέτη Παναγιώτη Κισσοπόδα, να προβεί στη σύνταξη διαθήκης, με προγενέστερη ημερομηνία από την ημερομηνία έκδοσης του πιο πάνω διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε την 24/10/2011 προκειμένου να φαίνεται ότι η διαθήκη συνετάχθη προγενέστερα του διατάγματος. (
- iv)ενώ ο διαθέτης, σύμφωνα με τον νόμο, το διαθέσιμο μερίδιο που μπορούσε να διαθέσει τη διαθήκη του, ήταν μόνο το ¼ μερίδιο, εφόσον κατέλειπε τέκνα, στην προκειμένη περίπτωση ο διαθέτης διέθεσε με τη διαθήκη του, πολύ μεγαλύτερο μερίδιο από αυτό που δικαιούτο, σύμφωνα με τον νόμο. (γ) η σύνταξη και/ή υπογραφή και/ή η εκτέλεση της πιο πάνω ισχυριζόμενης διαθήκης, επετεύχθη διά της απρεπούς επιδράσεως και/ή του ανοίκειου επηρεασμού των Εναγομένων αριθμός 1 και 2 και/ή εκατέρας τούτων και/ή άλλων ενεργούντων μετ' αυτών, όπως αναφέρεται κατωτέρω: (
- i)ο αποβιώσας Παναγιώτης Κισσοπόδας έπασχε από σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια και αυτός και η γυναίκα του, που προαπεβίωσε κατά ή περί τις 17/08/2021 στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. (
- ii)ο αποβιώσας ήταν πολύ ταλαιπωρημένος και ευάλωτος με την ασθένεια του και η Ενάγουσα αριθμός 1 ζήτησε να έρθει μία γυναίκα να τον φροντίζει και να τον βοηθά μετά τον θάνατο της γυναίκας του, αλλά η Εναγόμενη αριθμός 1 αντέδρασε και δεσμεύτηκε να του πλένει τα ρούχα του και να του ετοιμάζει φαγητό με μηνιαίο μισθό, πράγμα το οποίο και έπραξε, με αποτέλεσμα να τον επηρεάζει σε μέγιστο βαθμό. (iii) ο αποβιώσαντας λόγω της νεφρικής ανεπάρκειας του, προέβαινε σε αιμοδιάλυση μέχρι που απεβίωσε. (
- iv)η Εναγόμενη αριθμός 1 κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, υπέβαλε στον αποβιώσαντα και στη γυναίκα του, ψευδή γεγονότα και τους έστρεφε ενάντια στις Ενάγουσες αριθμός 1 και 2. (ν) η Εναγόμενη αριθμός 1 μόνη και/ή με τον σύζυγο της και η Εναγόμενη αριθμός 2 και/ή με άλλα πρόσωπα μαζί και ξεχωριστά, ασκούσαν ψυχολογική πίεση και/ή εξαναγκασμό ενάντια στον αποβιώσαντα Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, κυρίως μετά τις 20/07/2001 που η σύζυγος του, Μαρούλλα Παναγιώτη Κισσοπόδα, εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και παρέμεινε μέχρι τον θάνατο της, που επήλθε κατά ή περί τις 17/08/2001 και τον έπεισαν και/ή τον εξανάγκασαν στις 16/08/2001 στην παρουσία τους, στο Παλαιό Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, που νοσηλευόταν η γυναίκα του και βοηθώντας τον και/ή συμμετέχοντας και αυτήν να εξασφαλίσει, παράνομα και/ή με δόλο και/ή με απάτη και/ή με πλαστογραφία πληρεξούσιο έγγραφο από τη γυναίκα του και να μεταβιβάσει στο όνομα του μετά τον θάνατο της, τα ακίνητα που αναφέρονται στη φερόμενη διαθήκη του ημερομηνίας 03/10/2008 και ενός άλλου ακινήτου, το οποίο πώλησε ο αποβιώσας Παναγιώτης Αχιλλέως Κισσοπόδας και τα χρήματα που εισέπραξε, τα έδωσε και/ή τα δώρισε στις Εναγόμενες αριθμός 1 και 2 αποκλείοντας τις Ενάγουσες αριθμός 1 και 2. Σχετική είναι η αγωγή με αριθμό 1673/2009 που εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, μεταξύ Παναγιώτας Αχιλλέως Στρατουρά ν. Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα. (
- vi)οι Εναγόμενες αριθμός 1 και 2, μόνες και/ή μετ' άλλων προσώπων, εξασκούσαν ψυχολογική πίεση και/ή εξαναγκασμό, στον πατέρα τους Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, να τους μεταβιβάσει τα ακίνητα που εξασφάλισε και μεταβίβασε παράνομα επ' ονόματι του. (vii) Η Εναγόμενη αριθμός 1 μαζί με τον σύζυγο της και/ή με άλλους, κατά ή περί τις 20/10/2011, ετοίμασαν έγγραφα μεταβίβασης και προγραμμάτισαν να μεταβούν στο Κτηματολόγιο μαζί με τον αποβιώσαντα για τη μεταβίβαση κατά ή περί τις 25/10/2011. Όταν οι Ενάγουσες αριθμός 1 και 2 τυχαίως πληροφορήθηκαν το γεγονός τούτο, η Ενάγουσα αριθμός 1 στις 24/10/2011 διά του δικηγόρου της, ζήτησε και έκδωσε και κατέθεσε αυθημερόν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, διάταγμα του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμόν 1673/2009 που απαγόρευε στον αποβιώσαντα Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, να μεταβιβάσει τα ακίνητα που εξασφάλισε παράνομα και που αναφέρονται στη φερόμενη διαθήκη του. (viii) οι Εναγόμενες αριθμός 1 και 2, μόνες και/ή μετ' άλλων προσώπων, εξασκούσαν ψυχολογική πίεση και/ή εξαναγκασμό στον αποβιώσαντα Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, για να κάμει διαθήκη μετά το διάταγμα που του απαγόρευε να μεταβιβάσει τα ακίνητα και να τους αφήνει τα ακίνητα στη διαθήκη, πράγμα που κατάφεραν κατά ή περί την 20/06/2013, όπου τελικά ήταν και η πραγματική ημερομηνίας σύνταξης της διαθήκης, πλην όμως, στην εν λόγω διαθήκη, ετέθη η ημερομηνία σύνταξης της, η 03/10/2008. (
- ix)οι Εναγόμενες αριθμός 1 και 2, από μόνες και/ή μετ' άλλων προσώπων, εξασκούσαν ψυχολογική πίεση και/ή εξαναγκασμό στον αποβιώσαντα Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα και κατά ή περί την 01/09/2013 και ενώ ο αποβιώσας Παναγιώτης Αχιλλέως Κισσοπόδας βρισκόταν για νοσηλεία στο Γενικό Νοσοκομείο από κατά ή περί την 17/08/2013 και αφού σύνταξε τη φερόμενη διαθήκη του, τον επισκέφτηκαν και εκβιάζοντας τον και/ή εξασκώντας του ψυχολογική πίεση και φωνασκώντας του, μπροστά σε γιατρούς και νοσοκόμους, να τον πείσουν να τον μεταφέρουν στο γηροκομείο, πράγμα το οποίο ο αποβιώσας αρνήθηκε και τους εκδίωξε με τις φράσεις ''τόσο καιρό που ήμουν καλά, παίρνετε τα χρήματα δίχως να κάμνετε τίποτε και τώρα που τα εφάετε ούλλα και χρειάζομαι βοήθεια, ήρθατε να με πετάξετε στο γηροκομείο. Να φύετε και δεν θέλω να σας ξαναδώ μπροστά μου''. (
- x)οι Ενάγουσες αριθμός 1 και 2, κατά την ακροαματική διαδικασία, θα παρουσιάσουν μαρτυρίες που να καταδεικνύουν στο Δικαστήριο, τη συμπεριφορά και την ψυχολογική πίεση που εξασκούσαν αυτές, στον αποβιώσαντα πατέρα τους Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, προκειμένου να εξασφαλίσουν παράνομα την περιουσία του, αποκλείοντας τις Ενάγουσες αριθμός 1 και 2. (δ) η σύνταξη της πιο πάνω αναφερόμενης διαθήκης και το περιεχόμενο αυτής, συνετάχθη με δόλιο τρόπο, συνεργούντων τόσο του διαθέτη όσο και των Εναγομένων αριθμός 1 και 2, με αποτέλεσμα στη διαθήκη αυτή, να αναφέρονται ψευδή στοιχεία και/ή πληροφορίες και/ή ισχυρισμοί που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, με απώτερο σκοπό να αποκλειστούν οι Ενάγουσες παντοιοτρόπο, από του να λάβουν το κληρονομικό τους μερίδιο που δικαιούνται σύμφωνα με τον νόμο και/ή σύμφωνα με τον περί Κληρονομικής Διαδοχής Νόμο και/ή ως ο αποβιώσας, να απεβίωσε άνευ διαθήκης. Η δικογραφημένη Υπεράσπιση των Εναγομένων, είναι ότι η Μαρία Σωτηρίου κατά τον χρόνο που έγινε η διαθήκη, ήταν ανήλικη. Όταν ενηλικιώθηκε, ζητήθηκε η γνώμη της από τους δικηγόρους των Εναγομένων 1 και 2 και αυτή δήλωσε την επιθυμία της να αποποιηθεί του δικαιώματος της ως κληροδόχου, πράγμα που έπραξε. Τη θέση αυτήν την πληροφόρησε ο Εναγόμενος 3 στους δικηγόρους των Εναγόντων στις 31/10/2014 σε συνάντηση στο Δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης. Έγινε συνάντηση με όλους τους εμπλεκόμενους σε τρίτο δικηγόρο, στον οποίον δόθηκε διάταγμα Δικαστηρίου για περιορισμένο παραχωρητήριο. Παρ' όλο τούτο, οι Εναγόμενες επέμεναν στην προώθηση της αγωγής. Επί της ουσίας, είναι δικογραφημένη θέση των Εναγομένων, ότι η θέληση του αποβιώσαντα εκφράζεται ρητά μέσω της νόμιμης διαθήκης διά της οποίας, Ενάγοντες και Εναγόμενη 1 είναι δικαιούχοι. Η ημερομηνία που φέρεται επί της διαθήκης, ήτοι την 03/10/2008 πρόκειται για τυπογραφικό λάθος που θα έπρεπε να είναι 30/10/2008. Δεν τίθεται θέμα καταπίεσης του αποβιώσαντα, ο οποίος σύνταξε τη διαθήκη όντας ικανός ελεύθερα να συντάξει τη διαθήκη του. Κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν εκκρεμούσε αγωγή ή διάταγμα που να σχετίζεται με την περιουσία του αποβιώσαντα. Η πρόνοια να καταβάλουν οι τρεις θυγατέρες το ποσό των €100.000 προκειμένου να συμμετέχουν στη διανομή της περιουσίας, ήταν πρόνοια για την οποίαν γνώριζε μόνο ο αποβιώσαντας. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι ουδείς εξαναγκασμός και/ή ψυχολογική βία ασκήθηκε σε βάρος του αποβιώσαντα, ώστε να εξαναγκαστεί να θέσει οποιονδήποτε όρο στη διαθήκη, σε βάρος των συμφερόντων των Εναγουσών ή σε βάρος οποιουδήποτε άλλου έχοντας έννομο συμφέρον από την περιουσία του αποβιώσαντα. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των Εναγουσών, τους απορρίπτουν ως εντελώς ψευδείς και φανταστικούς. Οι Εναγόμενες ούτε γνώριζαν, ούτε γνωρίζουν ότι τα αναφερόμενα στην υπό κρίση διαθήκη, είχαν μεταβιβαστεί επ' ονόματι του αποβιώσαντος με απάτη και/ή δόλο και/ή πλαστογραφία, η οποία κατ' ισχυρισμό έγινε εκ μέρους του αποβιώσαντα Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα και προς τούτο ηγέρθη εναντίον του αποβιώσαντα η αγωγή υπ' αριθμόν 1673/2009 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Κατά συνέπεια, είναι ψευδέστατος ο ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενες άσκησαν ψυχολογική βία σε βάρος του αποβιώσαντα πατέρα τους Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, επειδή δήθεν γνώριζαν την ύπαρξη της ισχυριζόμενης αγωγής, ώστε να προβεί στη σύνταξη της υπό κρίση διαθήκης. Οι Εναγόμενες συγκατατέθηκαν ώστε το μοναδικό ακίνητο το οποίο γραφόταν στη μητέρα τους, να γίνει εγγραφή στο όνομα της Ενάγουσας 1. Επίσης αποδέχθηκαν να ορίσουν διαχειρίστρια της περιουσίας του αδελφού τους, την Ενάγουσα 1. Οι γονείς τους είχαν σοβαρά προβλήματα υγείας και ο ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα είχε πρόθεση να φέρει γυναίκα να φροντίζει τον πατέρα τους, δεν αληθεύει. Η Ενάγουσα είχε αντιδικία με τον πατέρα τους. Ο αποβιώσαντας δεν ήθελε ξένη γυναίκα να τον φροντίζει και έτσι τον φρόντιζε η Εναγόμενη 1 και από δική του θέληση, της έδινε μερικές εκατοντάδες λίρες για τη φροντίδα του. Η αγωγή 1673/09 που καταχώρησε η Ενάγουσα εναντίον του αποβιώσαντα πατέρα τους, είναι θέμα δικό της και γεγονός από μόνο του που δείχνει τον σεβασμό προς τον πατέρα της. Δόθηκαν πολλές ευκαιρίες για εξώδικη λύση των προβλημάτων με αποποίηση των δικαιωμάτων, ως η διαθήκη και παρ' όλο τούτο, διαιωνίζεται η διαφορά. Προβάλουν ανταπαίτηση και ζητούν τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται και/ή αναγνωρίζεται ότι η διαθήκη του αποβιώσαντος Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, που συντάχθηκε και υπογράφηκε από αυτόν την 30/10/2008 και από καθαρά τυπογραφικό λάθος και/ή παράλειψη ενεγράφη η 03/10/2008 και η οποία ευρίσκεται κατατεθειμένη στο μητρώο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με αύξοντα αριθμό 139/13 είναι έγκυρη και νόμιμη και παράγει έννομα αποτελέσματα. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται και/ή να αναγνωρίζεται ότι οι κατονομαζόμενες από τον αποβιώσαντα Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, στην προαναφερόμενη διαθήκη και ειδικότερα στις παραγράφους 2 και 3 αυτής, Μαρίας Παναγιώτη Σωτηρίου και Ανδρούλλα Π. Αχιλλέως Κισσοπόδα, είναι οι κληρονόμοι της περιουσίας του αποβιώσαντος, όπως αυτός ορίζει στις εν λόγω παραγράφους, σύμφωνα με τη δική του ελεύθερη βούληση και θέληση, και όπως αυτή εκφράζεται μέσω της ειρημένης διαθήκης. Γ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Ενάγουσα παραδέχθηκε ότι οι σχέσεις της με τους γονείς της, ήταν τυπικές από το 1982. Η μητέρα της απεβίωσε την 17/08/2001 μετά από μακριά ασθένεια. Ο πατέρας της, της ζήτησε να συγκατατεθεί ώστε να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας της. Της είπε ότι ήταν επιθυμία της μητέρας της, να της μεταβιβάσει ένα χωράφι. Στη συνέχεια, της έφερε τελικούς λογαριασμούς της διαχείρισης να υπογράψει και πρόσεξε ότι έλειπε το ποσό των ΛΚ17.520 που απουσίαζε από τους λογαριασμούς. Επίσης, φαινόταν ότι την ακίνητη περιουσία της μητέρας της, την πήρε κατόπιν βούλησης της μητέρας της, ενώ αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Ενώ η μητέρα της ήταν πολύ άρρωστη από τις 20/07/2001 και μέσα στο νοσοκομείο, φαίνεται να έκανε πληρεξούσιο έγγραφο στις 16/08/2001 με το οποίο μεταβιβάστηκε η περιουσία της. Έκανε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία στις 11/12/2007. Η Αστυνομία έκρινε ότι ήταν νόμιμο κάποιος να πάρει το δάκτυλο κάποιου που δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον του και να το τοποθετήσει σε έγγραφο. Στη συνέχεια καταχώρησε την αγωγή 1673/2009 στα πλαίσια της οποίας, εκδόθηκε διάταγμα εναντίον του πατέρα της ως Εναγόμενο ώστε να μην αποξενώσει την περιουσία. Η υπόθεση έχει τελεσιδηκήσει μετά από απόφαση την 14/03/2017 και 19/12/2017 που ακυρώνει τις παράνομες μεταβιβάσεις και ακυρώνει το πλαστό πληρεξούσιο. Στις 05/09/2013 ο πατέρας της, της εκμυστηρεύτηκε ότι τον εξανάγκασαν το 2013 να τον μεταφέρουν στο γραφείο του Εναγόμενου 3 για να υπογράψει τη διαθήκη. Μετά οι Εναγόμενοι προσπαθούσαν να βρουν άλλον τρόπο να οικειοποιηθούν τα ακίνητα. Στις 07/09/2013 οι Εναγόμενοι τους χτύπησαν και τους είπαν να φύγουν, επειδή εκείνοι θα φρόντιζαν τον πατέρα τους. Δεν μπόρεσαν να τον ξαναδούνε. Απεβίωσε τη 12/09/2013. Στις 14/11/2013 ο Εναγόμενος 3 κατέθεσε τη διαθήκη στο Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος 3 ζητούσε να του παραχωρηθούν έγγραφα επικύρωσης της πλαστής διαθήκης. Η διαθήκη είχε σκοπό να την αποκλείσει ως κληρονόμο. Έφερε ένσταση στη διαθήκη και καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Όταν είδαν τη διαθήκη στο Δικαστήριο Λευκωσίας, διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχαν στοιχεία μαρτύρων και τα χαρτόσημα εις τα οποία υπέγραψε τη διαθήκη ο αποβιώσαντας, έφεραν μεταγενέστερη ημερομηνία από την ημερομηνία σύνταξης της διαθήκης. Οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η διαθήκη ήταν νόμιμη και ότι η φερόμενη ημερομηνία ήταν λάθος τυπογραφικό. Έλαβε πληροφόρηση από τον Έφορο Χαρτοσήμανσης, ότι τα συγκεκριμένα χαρτόσημα κυκλοφόρησαν την 13/11/2013. Την 05/02/2022 ο Εναγόμενος καταχώρησε Αίτηση και ζητούσε να αποφασίσει το Δικαστήριο ότι δεν είναι πλαστή διαθήκη και στην Αίτηση αυτήν καταχώρησε ένσταση. Η μητέρα της είχε τρία σπίτια και το διαμέρισμα το πώλησαν οι αδελφές για τα χρήματα. Τα υπόλοιπα που έμειναν στο όνομα του πατέρα της, μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι της. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 επηρέαζαν πάρα πολύ τον πατέρα της. Όταν αρρωστούσε, δεν την ενημέρωναν. Όταν αρραβωνιάστηκε την έκλεισαν στο δωμάτιο της για τρεις μέρες για να μην φύγει με τον σύζυγο της. Αυτός ήταν ο λόγος που οι σχέσεις τους ήταν τυπικές. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε, ότι ήξερε ότι η διαθήκη ήταν πλαστογραφημένη εξαιτίας της ημερομηνίας πάνω στο χαρτόσημο. Ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της, είπε ότι τον μετέφεραν να υπογράψει τη διαθήκη όταν ήταν άρρωστος. Ήταν θέση της ότι οι Εναγόμενες αποποιήθηκαν τη διαθήκη όταν έμαθαν ότι ήταν άκυρη. Συμφώνησαν οι Εναγόμενες να μπει διαχειριστής της περιουσίας του πατέρα τους ο κύριος Ιωαννίδης, διότι δεν ήθελαν τον κύριο Χατζηπαναγιώτου. Στην υποβολή ότι δέχθηκε να μπει ο κύριος Ιωαννίδης διαχειριστής στα πλαίσια της αγωγής 1673/2009 που την καταχώρησε εναντίον του πατέρα της, απάντησε ότι δεν θυμάται. Ήταν θέση της, ότι ο πατέρας της πήρε την περιουσία της μητέρας τους και έκανε τη διαθήκη για να τα αφήσει όλα στην εγγονή του και τη θυγατέρα του, Εναγόμενη 1 στην αγωγή. Το σπίτι το είχε πωλήσει ο πατέρας της μαζί με τη θυγατέρα του. Οι σχέσεις της με τα αδέλφια της ήταν τυπικές. Η μητέρα τους κατάλαβε ποια ήταν η άλλη της η κόρη την τελευταία στιγμή και δεν τους άφησε την περιουσία της. Αυτός ήταν ο λόγος που έκαναν αυτά που έκαναν με το πληρεξούσιο όταν ήταν σχεδόν νεκρή. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο πατέρας της θα μπορούσε να βρει το χαρτόσημο, εφόσον ήταν άρρωστος από το 2008. Κυκλοφορούσε μόνος του και πήγαινε μόνος του να κάνει αιμοδιάλυση. Έχει απόδειξη ότι της είπε ότι έκανε ο πατέρας τη διαθήκη τον Ιούνιο πριν πεθάνει. Υποχρέωσαν τον πατέρα της να κάνει δόλια πράξη. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε απαγάγει τον πατέρα της από το νοσοκομείο. Το εκ συμφώνου διάταγμα ημερομηνίας 14/03/2017 εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1673/2009 όταν αποδείξαν ότι ήταν πλαστή η διαθήκη. Ήταν θέση της, ότι ήρθε πιο κοντά στον πατέρα της και της είπε για τη συνομωσία. Της είπε να φύγει με τις λέξεις ''πήγαινε στο καλό κόρη μου τζιαί τούτες θα σε σκοτώσουν''. Έδωσε διαταγές η Δέσποινα η θυγατέρα του να μην την ειδοποιήσουν όταν πέθανε ο πατέρας της. Ο πατέρας της απεβίωσε 12/09/2013 και η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μετά τον θάνατο του πατέρα της. Απέστειλαν επιστολή στον δικηγόρο και όταν δεν απάντησε και κατέθεσε τη διαθήκη που έγραφε ότι της είχε δώσει ο πατέρας της €100.000 έκανε την αγωγή. Ήταν θέση της ότι ο πατέρας της, της είπε ότι ο δικηγόρος τον συμβούλευσε να γράψει ότι της έδωσε €100.000. Όταν της το είπε αυτό ο πατέρας της, τον πίστεψε αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Ήταν θέση της ότι ο δικηγόρος, παρουσίασε τη διαθήκη του πατέρα της και ήταν παρόντες μόνο οι δύο αδελφές του. Έκανε Αίτηση η ίδια και ζήτησε να μπει διαχειριστής. Στην υποβολή κατά πόσο έκανε Αίτηση να μπει διαχειριστής ο κύριος Στρατουράς, απάντησε ότι δεν θυμάται. Στην υποβολή ότι όρμηξε πάνω στη αδελφή της Άντρη και την τράβησε από τα μαλλιά, το αρνήθηκε. Στην υποβολή ότι ο πατέρας της, της είπε να φύγει να μην επιστρέψει ποτέ, απάντησε ότι ''είναι όλα ψέματα''. Το σπίτι που διαμένει τώρα, είναι σε οικόπεδο που της το έδωσε η μητέρα της. Αρνήθηκε ότι η μητέρα της, της έδωσε χρήματα. Στην υποβολή ότι οι αδελφές της από το 2015 αποποιήθηκαν των δικαιωμάτων τους από τη διαθήκη και το ότι αυτή επιθυμεί να διαιωνίζει τη διαφορά, απάντησε ''μάλλον εσείς το κάνετε και πάει συνέχεια''. Στην υποβολή ότι διαιωνίζεται η υπόθεση για να πάρουν τα έξοδα της διαδικασίας, απάντησε ''ενστάσεις εφέρνατε εσείς''. Η Χριστίνα Μιχαήλ, ΜΕ2 είναι λειτουργός στο Τμήμα Φορολογίας και Κλάδο Χαρτοσήμανσης. έκανε αναφορά στις δύο επιστολές του Τμήματος που είναι κατατεθειμένα ως Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α20, το χαρτόσημο επί του οποίου υπέγραψε ο αποβιώσαντας τη διαθήκη, κυκλοφόρησε και διατέθηκε την 13/11/2008. Το χαρτόσημο φέρει την ημερομηνία 09/10/2008, αλλά σύμφωνα με το Τεκμήριο ήρθε Κύπρο 10/11 από την Αθήνα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε, ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τι γίνεται με το οποιοδήποτε χαρτόσημο. Τα λεγόμενα της βασίζονται στην κατατεθειμένη αλληλογραφία. Ο ΜY1, Ανδρέας Κισσοπόδας, είναι αδελφός του αποβιώσαντα. Μετέφερε τον αδελφό του στο γραφείο του κυρίου Χατζηπαναγιώτου για να ετοιμάσει διαθήκη. Ο αδελφός του ενημέρωσε τον δικηγόρο του και αυτός του είπε ότι ήθελε χρόνο για να συντάξει τη διαθήκη. Είχε οικονομικές δυσκολίες, γι' αυτό ζήτησε από τον δικηγόρο να του πει πόσο θα κόστιζε η διαθήκη. Ο δικηγόρος του είπε ότι δεν θα τον χρέωνε για τη διαθήκη και του ζήτησε μόνο να πληρώσει τα χαρτόσημα. Περί τα τέλη Οκτωβρίου, την επομένη της εθνικής εορτής 28/10, του τηλεφώνησε ο κύριος Χατζηπαναγιώτου ότι ήταν έτοιμη η διαθήκη και ότι έπρεπε ο ίδιος να είναι παρών ως μάρτυρας. Του είπε να θυμίσει τον αδελφό του να φέρει τα χαρτόσημα. Την επομένη ημέρα που πρέπει να ήταν 30/10/2008 πήγαν στο γραφείο του Εναγόμενου 3, επικόλλησαν τα χαρτόσημα και υπέγραψε τη διαθήκη. Υπέγραψε επίσης μία πελάτισσα του κυρίου Χατζηπαναγιώτου ως μάρτυρας της υπογραφής της διαθήκης που έτυχε να είναι παρούσα. Όταν υπέγραψε ο αποβιώσαντας, δεν τον πίεζε κανείς και είχε σώας τα φρένας. Ο αδελφός του, του είπε να μην μάθει κανείς για τη διαθήκη. Μετά τον θάνατο της συζύγου του αδελφού του στις 17/08/2001, η θυγατέρα του η Δέσποινα τον επισκεπτόταν κάθε μέρα και του έπαιρνε φαγητό. Αυτό μέχρι που έπρεπε να πάει νοσοκομείο εξαιτίας χειροτέρευσης της υγείας του. Επιθυμούσαν όπως μεταφερθεί σε γηροκομείο στην Ανθούπολη, όμως δεν συμφωνούσαν οι Ενάγουσες και ο σύζυγος της Ενάγουσας 1. Τον μετέφεραν στον Ξυλιάτο και τον έβαλαν να μείνει σε ένα δωμάτιο στο καφενείο που ήταν ακατάλληλο μέρος. Άντεξε λιγότερο από έναν μήνα και απεβίωσε. Από τις 30/10/2008 δεν είχε επαφή με τον κύριο Χατζηπαναγιώτου που τον ενημέρωσε για τον θάνατο του αδελφού του. Ο ΜΥ1 που ήταν κατά τον χρόνο της μαρτυρίας του 89 ετών, ανέφερε ότι ο αδελφός του δεν θα μπορούσε να επηρεαστεί από κανέναν. Τα παιδιά του τα φρόντιζε όλα και ήταν δίκαιος. Αγόρασε οικόπεδο και έχτισε σπίτι και για την Ενάγουσα 1. Την Ενάγουσα και τη ΜΥ2, ένας τοίχος τους χωρίζει. Για 21 έτη η Ενάγουσα και η σύζυγος του δεν άφησαν σε ησυχία τους γονείς της Ενάγουσας που τους κατατρέχαν σε σχέση με τα περιουσιακά. Θυμάται την ημερομηνία που θα πήγαινε με τον αδελφό του στον δικηγόρο, διότι ήρθε ο αδελφός του τη νύχτα του Αγίου Κυπριανού και πήγαν την επομένη. Αντεξεταζόμενος δέχτηκε, ότι ετοιμάστηκε πληρεξούσιο ώστε ο αδελφός του να μεταβιβάσει τα ακίνητα της συζύγου επ' ονόματι του. Αρνήθηκε ότι η σύζυγος του αδελφού του ήταν κλινικά νεκρή όταν έγινε αυτό. Δεν γνώριζε τον Άρη Χατζηπαναγιώτου ο αδελφός του. Του τον γνώρισε ο μάρτυρας, πήγαν μαζί και οδήγησε ο αδελφός του. Συμφώνησε ότι ο αποβιώσαντας δεν είχε καλές σχέσεις με τον Στρατουρά. Στην υποβολή ότι οι αδελφές της Ενάγουσας δεν θέλουν να την δουν, απάντησε ότι κάθε λίγο το ζεύγος Στρατουρά κινούσε αγωγές εναντίον τους. Ο ΜΥ1 υπέγραψε τη διαθήκη ως μάρτυρας, αλλά δεν την διάβασε. Μόνος του πήγε στο γραφείο του δικηγόρου με τον αδελφό του τον μακαρίτη. Δεν ξέρει από πού βρήκε ο αδελφός του το χαρτόσημο, το είχε μαζί του. Ήταν άνθρωπος που δεν επηρεαζόταν από κανέναν, ούτε από τη γυναίκα του ή τα παιδιά του. Ήταν για χρόνια ειδικός αστυνομικός. Η θυγατέρα του η Δέσποινα, τον φρόντιζε για χρόνια. Δεν αληθεύει ότι η Δέσποινα δεν άφηνε τις αδελφές της να πλησιάσουν τον πατέρα τους επειδή ήταν άπληστη και η ''Γεωργία μαζί με τον Στρατουρά εν στο ίδιο σιοινί που πατούσιν''. Καταλογίζει εναντίον της Ενάγουσας και του Στρατουρά, ότι ευθύνονται για τον θάνατο του αδελφού του επειδή τον πήραν στο καφενείο αντί σε γηροκομείο όπου θα είχε φροντίδα. Τους καταλογίζει ότι τον έκλεισαν μέσα στο καφενείο. Αγνοεί κατά πόσο τον επίδικο χρόνο τον φρόντιζε η Ενάγουσα 1. Η ΜΥ2 ήταν η Εναγόμενη 1. Απέρριψε τα όσα καταλογίζει εναντίον της η Ενάγουσα 1. Πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της διαθήκης περίπου έναν μήνα μετά τον θάνατο του πατέρα τους. Συζήτησε αφού έμαθε το περιεχόμενο της διαθήκης μαζί με τον σύζυγο της και αποφάσισε ότι δεν ήθελε να επωφεληθεί το κληροδότημα, όμως η θυγατέρα της ήταν ανήλικη. Δεν ήθελε παρεξήγηση με τις αδελφές της, αλλά την πληροφόρησε ο Εναγόμενος ότι θα έπρεπε να ενηλικιωθεί η θυγατέρα της για να αποποιηθεί της κληροδοσίας. Θα έπρεπε επίσης να καταχωρηθεί Αίτηση διαχείρισης. Όταν ενηλικιώθηκε η θυγατέρα της τον Φεβρουάριο 2015, οι δύο δικαιούχοι της διαθήκης προχώρησαν με την αποποίηση των δικαιωμάτων που τους απέφερε η διαθήκη. Η δήλωση αποποίησης πραγματοποιήθηκε την 09/02/2015 με τις υπογραφές τους. Ο Εναγόμενος 3 κατέθεσε Αίτηση διαχείρισης και ως συνέπεια της αποποίησης και οι τέσσερεις αδελφές κατέστησαν νόμιμοι κληρονόμοι. Ο σύζυγος της Ενάγουσας συνεχώς έφερνε ένσταση σε όλα, ακόμη και στην ακύρωση της διαθήκης. Η αρνητική συμπεριφορά του ζεύγους, τους προκαλούσε ψυχική οδύνη. Δεν υπήρχε λόγος να συνεχίζει η αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Προχώρησαν και οι τέσσερις αδελφές και διόρισαν ανεξάρτητο δικηγόρο ως διαχειριστή της περιουσίας του πατέρα τους. Επίσης αναφορικά με την Ενάγουσα 2 αυτή ουδέποτε επικοινώνησε μαζί τους ή εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και έτσι αναρωτιούνται κατά πόσο συμφωνεί στον χειρισμό της αγωγής. Η Ενάγουσα 1 δεν θα έπρεπε να έχει κανένα παράπονο εναντίον του πατέρα της, αλλά δυστυχώς τον έσερνε συνεχώς στο Δικαστήριο. Η αγωγή που καταχώρησε εναντίον του το 2009, την συνέχισε ακόμη και μετά τον θάνατο του και τερματίστηκε μόνο με τη βοήθεια του δικηγόρου, Θεόδωρου Ιωαννίδη. Η Ενάγουσα δεν είχε καμία σχέση με τους γονείς τους και έλεγε συνεχώς ''εγώ δεν έχω μάνα''. Αναφορικά με τη φροντίδα του πατέρα της, είναι αλήθεια ότι την πλήρωνε ΛΚ200 και μεταγενέστερα €300 για κάλυψη των πραγματικών εξόδων της συντήρησης της. Όταν όμως χειροτέρευσε η υγεία του εξαιτίας νεφρικής ανεπάρκειας, της είπαν οι ιατροί ότι δεν μπορούσαν να τον φροντίζουν επί μόνιμης βάσης στο νοσοκομείο. Τότε αποφάσισαν να τον μεταφέρουν σε στέγη 100 μέτρα από την οικία της Εναγόμενης 2. Το ζεύγος Στρατουρά δεν συμφώνησε και πήγαν στο νοσοκομείο όταν απουσίαζαν, υπέγραψαν εξιτήριο και τον έφεραν σε ένα δωμάτιο εντός του καφενείου. Το μέρος ήταν ακατάλληλο για τον άρρωστο. Τη δεύτερη ή τρίτη ημέρα, μιλήσαν του πατέρα τους και του εξήγησαν τους κινδύνους και τον έπεισαν να τον μεταφέρουν στην οικία της Εναγόμενης 1. Όταν έφτασαν στην οικία τους, τους περίμενε η Ενάγουσα με τον σύζυγο της και έπιασε την Εναγόμενη 2 από τα μαλλιά. Στη συνέχεια, τους είπε ο πατέρας τους να φύγουν. Οι ιατροί τους είχαν πει, ότι ο πατέρας τους δυνατόν να είχε μόνο ένα μήνα ζωής. Στις 12/09/2013 κατόπιν επιθυμίας του πατέρα τους, τον μετέφεραν στην οικία του. Έμεινε μαζί του ο σύζυγος της. Ο πατέρας της έφυγε εκείνο το βράδυ. Εκείνην την ημέρα, ο πατέρας της είχε μεταφερθεί στην αιμοκάθαρση. Όταν μπήκε στη ζωή τους ο κύριος Στρατουράς ξεκίνησαν τα προβλήματα της οικογένειας τους. Ήθελε να κάνει κουμάντο στον πατέρα τους και δεν μπορούσε να γίνει ανεκτό να κάνει ό,τι ήθελε στο σπίτι τους. Αντεξεταζόμενη ανέφερε, ότι ήταν μόνο 13 ετών όταν άρχισαν οι διαφορές των γονέων της με την Ενάγουσα 1 και τον σύζυγο της. Θυμάται ότι ο σύζυγος της Ενάγουσας 1 δημιουργούσε προβλήματα, φωνές και ύβρεις και ήθελε να έχει τον έλεγχο του πατέρα τους. Διέμενε τότε το ζευγάρι στο σπίτι των γονέων της. Αρνήθηκε την υποβολή ότι εκείνη στην ηλικία των 13 ετών ήταν αιτία προστριβών των γονέων της με το ζεύγος. Απέρριψε και την εκδοχή ότι είχαν κλειδώσει στο σπίτι την Ενάγουσα 1. Η μητέρα της Ενάγουσας την βοήθησε να παντρευτεί, να αγοράσει οικόπεδο και να χτίσει. Το σπίτι της Ενάγουσας είναι κτισμένο στο ίδιο οικόπεδο με το σπίτι της ΜΥ2. Η μητέρα του ήθελε να μεταβιβάσει περιουσία στην Ενάγουσα πριν τον θάνατο. Η μητέρα της ήθελε να της δώσει, αλλά η Ενάγουσα αρνείτο να πάρει. Δεν ήθελε να βλέπει τη μητέρα της η Ενάγουσα. Αν ήθελε να της δώσει κάτι, αυτό θα ήταν μερίδιο από τεμάχιο. Αποποιήθηκαν το συγκεκριμένο τεμάχιο, διότι ήταν επιθυμία της μητέρας τους. Τους έφερε έγγραφο προς τούτο ο πατέρας τους να υπογράψουν. Η μητέρα τους είχε δική της άποψη, δεν ήταν υποχείριο των άλλων. Αρνήθηκε την υποβολή ότι έκαναν πλαστό πληρεξούσιο όταν η μητέρα τους ήταν κλινικά νεκρή. Ο πατέρας τους ήταν λογικός άνθρωπός και αγαπούσε όλα τα παιδιά του. Όταν απέτυχε ο σύζυγος και η Ενάγουσα να ελέγχουν τα οικονομικά των γονέων της, τους έβγαλε έξω ο πατέρας της και μετά τον συκοφαντούσαν. Ακόμη και με αυτό το δεδομένο, οι γονείς της δεν ήθελαν να αδικήσουν τα παιδιά τους. Αρνήθηκε την υποβολή ότι μετέφεραν τον πατέρα τους στον δικηγόρο την 01/06/2013 για να υπογράψει την εν λόγω διαθήκη. Θεωρεί ότι συνεχίζεται η αγωγή εναντίον τους, παρά την αποποίηση επειδή νιώθουν θιγμένοι η Ενάγουσα 1 και ο σύζυγος της. Δεν ξέρει τίποτε για τη διαθήκη, αλλά ο λόγος που περίμεναν να αποποιηθούν, ήταν για να περάσει ο χρόνος να ενηλικιωθεί η θυγατέρα της. Φρόντιζε τον πατέρα τους επειδή ο ίδιος δεν ήθελε να τον φροντίζει ξένη και τα άλλα του παιδιά αδυνατούσαν να αναλάβουν την ευθύνη. Δεν ήρθε κανείς να προσφέρει να αναλάβει τη φροντίδα του. Προς το τέλος της ζωής του, όταν ήταν στο νοσοκομείο, οι ιατροί τους προειδοποίησαν ότι η καρδιά του δεν δουλεύει και οι πνεύμονες του ήταν σχεδόν κλειστοί και ότι έπρεπε να πάει σε γηροκομείο. Προβληματίζονταν πώς θα το έλεγαν αυτό στον πατέρα τους. Στο διάστημα αυτό πρόλαβε ο σύζυγος της Ενάγουσας και τον μετέφερε στο καφενείο, ενώ ήταν ενήμερος για την κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα. Στις 10 ημέρες απεβίωσε. Για την κατάσταση της υγείας του, βγήκαν έξω από τον θάλαμο οι ιατροί και τους ενημέρωσαν. Είπαν στον πατέρα τους ότι θα τον έπαιρναν σε κέντρο αποκατάστασης. Δέχτηκε να πάει σε χώρο που θα είχε φροντίδα και νοσηλευτές. Στα τελευταία του, η μάρτυρας τον έπαιρνε στην αιμοκάθαρση. Όταν ο πατέρας τους ήταν στο νοσοκομείο, η ίδια κρατούσε τα κλειδιά της οικίας του στον Ξυλιάτο. Κλειδιά κρατούσε ο πατέρας τους και στο καφενείο τοποθέτησαν διαχωριστικό, διότι δεν μπορούσε ο πατέρας τους να ανεβεί τις σκάλες. Καταλόγισε στην Ενάγουσα και στον σύζυγο της ότι παρέσυραν τον πατέρα τους που ήταν άρρωστος να φύγει από το νοσοκομείο. Δεν είναι δυνατόν ο πατέρας της να εμπιστεύτηκε τον σύζυγο της Ενάγουσας μετά από 40 χρόνια. Τις τελευταίες μέρες τον πήρε σπίτι της, αλλά ένιωθε δύσπνοια και το τελευταίο βράδυ τον μετέφεραν στο καφενείο με τον σύζυγο της μετά από την αιμοκάθαρση κατόπιν δικής του επιθυμίας. Δεν αληθεύει ότι τον κλείδωσε μέσα τον πατέρα της. Θα άνοιγε την πόρτα της Ενάγουσας εάν αυτό επιθυμούσε. Ειδοποιήθηκε για τη διαθήκη περίπου έναν μήνα με 40 ημέρες μετά τον θάνατο. Τους ενημέρωσε για το μέρος της διαθήκης που τους αφορούσε. Δεν έκανε έρευνα για το θέμα χαρτοσήμων. Δεν γνωρίζει για την ύπαρξη άλλης ακίνητης περιουσίας. Η ΜΥ3, Εναγόμενη 2 ανέφερε ότι πληροφορήθηκε για την ύπαρξη διαθήκης περίπου έναν μήνα μετά τον θάνατο του πατέρα της. Όταν πληροφορήθηκε για το περιεχόμενο της διαθήκης, αποφάσισε ότι δεν ήθελε την κληροδοσία και έθεσε τα πράγματα για να την αποποιηθεί. Και η ανιψιά της ήθελε να αποποιηθεί την περιουσία, ώστε να μην καταστεί μήλο της έριδος μεταξύ τους. Η αποποίηση μπορούσε να γίνει, μόνο αφού ενηλικιωθεί η ανήλικη. Έγινε τελικά στις 09/02/2015. Οι κατηγορίες εναντίον τους είναι άδικες και είναι το αποτέλεσμα της αρρωστημένης φαντασίας του κυρίου Στρατουρά. Την Ενάγουσα 2 δεν την είδε ποτέ στο Δικαστήριο. Δεν συμφωνούν οι Ενάγοντες να διοριστεί κοινής αποδοχής διαχειριστής για τη διανομή της περιουσίας. Η Ενάγουσα δεν πρέπει να έχει παράπονο από τους γονείς τους επειδή την βοήθησαν οικονομικά. Μετά τον θάνατο της μητέρας τους, η Ενάγουσα κίνησε αγωγή εναντίον του πατέρα τους που τερματίστηκε με τη βοήθεια των δικηγόρων τους. Όταν αρρώστησε ο πατέρας της, οι ιατροί τους συμβούλεψαν να τον μεταφέρουν κοντά σε μέρος στη Λευκωσία για να λάβει φροντίδα. Εισηγήθηκε στέγη ηλικιωμένων κοντά στην οικία της. Η Ενάγουσα και ο σύζυγος της δεν συμφωνούσαν, υπέγραψαν εξιτήριο και τον μετέφεραν στο καφενείο κάτω από το ανώγειο της οικίας του. Διέτρεχε κίνδυνο για την υγεία του και έτσι τη δεύτερη ή τρίτη ημέρα, η Εναγόμενη 1 τον μετέφερε στην οικία της στην Αγία Μαρίνα Ξυλιάτου να τον φροντίζει. Μόλις τους είδε η Ενάγουσα 1, άρχισε να φωνάζει και την τράβηξε από τα μαλλιά. Ο πατέρας της απευθύνθηκε στην Ενάγουσα 1 και στον σύζυγο της και τους είπε να φύγουν. Τελικά ο πατέρας της απεβίωσε την 12/09/2013 το βράδυ. Ουδέποτε έκανε κάτι για να αδικήσει την αδελφή της. Από το 1992 μέχρι το 2005, διέμενε με την οικογένεια της στην Ελλάδα. Οι γονείς της βοήθησαν δίκαια όλα τα παιδιά τους. Δεν ευσταθεί ισχυρισμός ότι ετοίμασε πλαστό πληρεξούσιο για να μεταβιβάσει την περιουσία της μητέρας της στον πατέρα της λίγες μέρες πριν τον θάνατο της. Εκείνο το διάστημα ήταν στη Βέροια και έφτασε στην Κύπρο μετά τον θάνατο της μητέρας της. Ομολόγησε την επομένη ο σύζυγος της Ενάγουσας 2, ότι αυτός τοποθέτησε το δάκτυλο της μητέρας τους στο πληρεξούσιο. Είχε τρία παιδιά, το ένα πέθανε. Αντεξεταζόμενη ανέφερε, ότι ήταν μόνο 10 ετών όταν η Ενάγουσα 1 αρραβωνιάστηκε. Μετά ζούσε στην Ελλάδα και δεν είχε υπόψη της όλες τις λεπτομέρειες διενέξεων που αφορούσαν τους γονείς τους. Η μητέρα της ήταν ταλαιπωρημένη πριν τον θάνατο της. Δεν είχε υπόψη της η μητέρα της να θέλει να της μεταβιβάσει ακίνητο. Περιέγραψε το ακίνητο που καταγράφεται στη διαθήκη ως αποθήκη. Ουδέποτε εκφράστηκε ότι διεκδικούσε τη συγκεκριμένη περιουσία. Αναφορικά με το πληρεξούσιο της, λέχθηκε ότι ήταν ο Τσιάρτας που βοήθησε το χέρι της μητέρας της ώστε να τεθεί το αποτύπωμα. Το κατά πόσο αυτό δεν έγινε με τη θέληση της μητέρας τους, δεν το αποδέχεται. Σε κάθε περίπτωση δεν ήταν παρούσα. Η μητέρα τους, έδωσε την ίδια βοήθεια σε όλα της τα παιδιά. Αληθεύει ότι η μητέρα τους, έταξε της Ενάγουσας ένα ακίνητο στον Λουβαρά, αλλά δεν το καταδέχτηκε η Ενάγουσα. Κανείς δεν μπορούσε να χειραγωγήσει τον πατέρα τους, το μυαλό του δεν είχε πρόβλημα. Όταν πήγε στο καφενείο να δει τον πατέρα της, όρμησε πάνω της η Ενάγουσα και κάλεσαν Αστυνομία. Τότε ο πατέρας της, τους είπε ''πήγαινε κόρη μου, θα σε σκοτώσουν τούτες''. Δεν ξαναείδε τον πατέρα της μέχρι και που έγινε η κηδεία. Δεν γνώριζε πού είναι το γραφείο του Άρη Χατζηπαναγιώτου και πήγε εκεί με gps. Τελευταίος μάρτυρας, ήταν ο Εναγόμενος 3. Ανέφερε ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 δεν είχαν καμία γνώση της διαθήκης πριν τους ειδοποιήσει μετά τον θάνατο του πατέρα τους ως εκτελεστής της διαθήκης. Είχε κλείσει ραντεβού με τον αποβιώσαντα αρχές Οκτωβρίου 2008, ο οποίος ήρθε στο γραφείο του με τον αδελφό του και του ζήτησε να ετοιμάσει διαθήκη. Ο αποβιώσαντας τον πληροφόρησε για την κακή οικονομική του κατάσταση και του είπε ότι δεν θα τον χρέωνε, παρά μόνο τα χαρτόσημα της διαθήκης. Ο αποβιώσαντας τον ενημέρωσε ότι θα αναλάμβανε να τα φέρει ο ίδιος. Σύμφωνα με το ημερολόγιο του, ενημέρωσε τον αποβιώσαντα την 29/10/2008 ότι η διαθήκη ήταν έτοιμη για υπογραφή και τον υπενθύμισε να φέρει μαζί του τα χαρτόσημα. Προσήλθε με τον αδελφό του την επομένη και υπέγραψε ως μάρτυρας ο αδελφός του και μία κυρία πελάτισσα του γραφείου που έτυχε να είναι παρούσα εκείνην τη στιγμή. Έγινε λάθος στη δακτυλογράφηση της διαθήκης και γράφτηκε ως ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας η 03/10/2008 αντί 30/10. Αναφορικά με την ημερομηνία 09/10/2008 που φέρουν τα χαρτόσημα, δεν τον αφορά διότι του τα έφερε στο γραφείο ο αποβιώσαντας. Μετά την πληροφόρηση του Αντρέα Κισσοπόδα για τον θάνατο του αδελφού του, ενημέρωσε τις Εναγόμενες 1 και 2 και την ανήλικη, Μαρία Σωτηρίου. Αυτές εξέφρασαν την επιθυμία να μην έρθουν σε σύγκρουση με τις αδελφές τους και ήθελαν να αποποιηθούν το κληροδότημα της διαθήκης. Τους είπε ότι η ανήλικη θα μπορούσε να αποποιηθεί μετά την ενηλικίωση της. Με την ενηλικίωση της ανήλικης υπογράφτηκε στις 09/02/2015 η αποποίηση και πληροφόρησε τον δικηγόρο των Εναγουσών, κύριο Χατζησέργη περί τούτο. Στα πλαίσια της Αίτησης 119/2014 ημερομηνίας 26/02/2014 η Ενάγουσα ζητούσε την έκδοση διατάγματος για παραχώρηση περιορισμένων εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα στον σύζυγο της Χαράλαμπο Στρατουρά. Οι Εναγόμενες 1 και 2 ενίστανται στον διορισμό προτεινόμενου διαχειριστή την Ενάγουσα 1. Αποφασίστηκε να διοριστεί διαχειριστής ενώπιον όλων των εμπλεκομένων ο Θεόδωρος Ιωαννίδης στα πλαίσια της Αίτησης 119/2014 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Δικαιοδοσία Επικυρώσεως Διαθηκών σχετικά με την αγωγή 1673/2009. Η Ενάγουσα 1 παρά την πρόθεση των Εναγομένων για αποποίηση της κληροδοσίας επέμενε στην εκδίκαση της αγωγής και παρά το ότι θα γινόταν διανομή ολόκληρης της περιουσίας σε όλους τους τέσσερις νόμιμους κληρονόμους. Εκδόθηκε τελικό διάταγμα στην αγωγή 1673/2009 ημερομηνίας 14/03/2017 και εκδόθηκε κοινή δήλωση των διαδίκων με την οποίαν να ακυρώνεται η μεταβίβαση των ακινήτων που ενεγράφησαν προς όφελος του αποβιώσαντα με ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 16/08/2001. Ουδεμία άλλη ακίνητη ιδιοκτησία υπάρχει στο όνομα του αποβιώσαντος. Υπάρχουν δύο αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με ημερομηνίες 14/05/2018 και 17/09/2018 αντίστοιχα με τις οποίες απορρίπτονται οι Αιτήσεις της Ενάγουσας 1 ημερομηνίες 26/08/2016 και 25/06/2018. Με τις εν λόγω Αιτήσεις ζητούσε αντικατάσταση του αποβιώσαντα διαχειριστή και τον διορισμό της ως διαχειριστής στα πλαίσια της Αίτησης 361/01. Αίτηση για παράταση χρόνου Έφεσης απορρίφθηκε με απόφαση ημερομηνίας 08/01/2019. Η Ενάγουσα 2 ουδέποτε εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, προφανώς γιατί δεν επιθυμεί αντιδικία με τις αδελφές της. Η Ενάγουσα εκμεταλλεύεται το τυπογραφικό λάθος και συντηρεί την αγωγή με αποτέλεσμα την πρόκληση δικηγορικών εξόδων. Η Ενάγουσα είχε διοριστεί διαχειρίστρια της περιουσίας του αδελφού τους και ο αποβιώσαντας είχε αναθέσει στον μάρτυρα να αποστείλει επιστολές για να τονίσει την υποχρέωση της να διεκπεραιώσει έγκαιρα τη διαχείριση. Δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι η διαθήκη ήταν πλαστή, επειδή σε τέτοιαν περίπτωση, οι Εναγόμενες δεν θα υπέγραφαν προς όφελος της Ενάγουσας 1 δήλωση του ακινήτου με αριθμό 718 στο όνομα της Ενάγουσας ημερομηνίας 03/12/2002. Ο μάρτυρας με γραπτή του δήλωση ημερομηνίας 28/02/2014 αποκήρυξε το δικαίωμα ως εκτελεστής της διαθήκης που έχει ήδη ακυρωθεί προ πολλού. Αποκήρυξη επιδόθηκε σε όλους τους κληρονόμους. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, ότι μοναδική άλλη φορά που ανέλαβε εργασία για τον αποβιώσαντα, ήταν η αποστολή αλληλογραφίας στην Ενάγουσα 1 για καθυστέρηση σε σχέση με τη διαχείριση του αδελφού τους. Τον αποβιώσαντα και τον αδελφό του, τους γνώρισε την 08/10/2008 στο γραφείο του. Πληροφορήθηκε για τον θάνατο από τον ΜΥ1 και αυτός με τη σειρά του, τηλεφώνησε στις Εναγόμενες 1 και 2 για να τους ενημερώσει για πράγματα που τους ενδιαφέρει. Το τηλέφωνο των Εναγομένων 1 και 2 του το έδωσε ο ΜΥ1. Του υποδείχθηκαν έγγραφα που δεν αναγνώρισε και που δεν ήταν Τεκμήρια της υπόθεσης των Εναγουσών. Ο μάρτυρας δεν είχε υπόψη του πότε ενηλικιώθηκε η θυγατέρα της ΜΥ2. Το θέμα της αποποίησης το έθεσε πολλές φορές με αλληλογραφία και στο Δικαστήριο στον δικηγόρο των Εναγουσών Ανδρέα Χατζησέργη. Ήθελε η αποποίηση να γίνει ορθά, δηλαδή να πιστοποιηθούν οι υπογραφές και να συνταχθεί το έγγραφο με νομικές συνέπειες. Επειδή μετά τον θάνατο του αποβιώσαντα συνέχιζε η αγωγή εναντίον του, συμφώνησαν να βάλουν διαχειριστή της περιουσίας τον κύριο Δώρο Ιωαννίδη για να σταματήσει το κυνήγι εναντίον του αποβιώσαντα. Του τέθηκαν ως υποβολή γεγονότα, τα οποία ουδέποτε αποδείχθηκαν με μαρτυρία στην υπόθεση που αφορούσαν ισχυρισμό τοποθέτησης το αποτύπωμα της μητέρας των διαδίκων επί πληρεξούσιου εγγράφου. Τα χαρτόσημα τοποθετήθηκαν στη διαθήκη την 30/10/2025. Ανέφερε στον αποβιώσαντα ότι τη διαθήκη αφού πήρε τα στοιχεία του, ήθελε χρόνο να την ετοιμάσει. Τους ειδοποίησε και ήρθαν στις 30/10 και του έδωσαν τα χαρτόσημα που τα επικόλλησε. Εκμεταλλεύτηκε η Ενάγουσα το τυπογραφικό λάθος. Αυτά που του αποδίδονται είναι φαντασίες και δεν είχε προσωπικό όφελος από τη σύνταξη της διαθήκης. Το Τεκμήριο Α13 είναι διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1673/2009 δεν τον αφορούσε, ήταν του Κιττή. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η διαθήκη έγινε τον Ιούνιο του 2013 στην παρουσία των Εναγομένων 1 και 2, του συζύγου της Εναγόμενης 1, τον αποβιώσαντα και τον ΜΥ1. Όταν πέθανε η μητέρα των Εναγομένων, οι δύο αδελφές υπέγραψαν για να μεταβιβαστεί στην ενάγουσα ένα από τα τεμάχια χωρίς οι ίδιες να πάρουν οτιδήποτε. Για την Ενάγουσα 1, πάντοτε μιλούσε ο σύζυγος της στη θέση της ως δικηγόρος. Ο μάρτυρας εξέφρασε άγνοια κατά πόσο ο αποβιώσαντας είχε άλλην περιουσία πλην της περιουσίας που αναφέρεται ρητώς στη διαθήκη. Εξέφρασε τη θέση, ότι δεν υπήρχε σεβασμός προς το πρόσωπο της ΜΥ3 από την Ενάγουσα αδελφή της η οποία είχε χάσει το παιδί της. Αποκάλεσε τον κύριο Στρατουρά ''κακό δαιμόνιο της οικογένειας''. Απέρριψε την υποβολή ότι είχε νοθεύσει τις καταχωρήσεις του ημερολογίου του για να δείχνει ότι είχε συναντήσεις με τον αποβιώσαντα και τον αδελφό του στις 03/10 και 30/10. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Όλες οι επιζητούμενες θεραπείες στρέφονται και επιδιώκουν την ακύρωση της διαθήκης. Οι Ενάγουσες είναι νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντα και η υπάρχουσα περιουσία του αποβιώσαντα κατά τον χρόνο του θανάτου, γίνεται διανομή ως ορίζει ο νόμος στους νόμιμους κληρονόμους. Η αποποίηση της διαθήκης που διενήργησαν οι δύο δικαιούχοι του αποβιώσαντα στις 09/02/2015 και που αποκαλύφθηκε στα πλαίσια της αγωγής την 05/12/2015 έχει καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου ως προς τις αξιώσεις των Εναγόντων, εφόσον με την αποποίηση η κληρονομία που αναφέρεται στη διαθήκη θα πρέπει να διατεθεί ως ορίζει ο νόμος. Παρ' όλο τούτο οι Ενάγουσες για 9 χρόνια προωθούν την αγωγή και ισχυρίζονται ότι η διαθήκη ήταν το προϊόν πλαστογραφίας και/ή δόλου. Δεν ισχυρίζονται ότι ο πατέρας τους ουδέποτε υπέγραψε τη διαθήκη, αλλά ότι την υπέγραψε κατόπιν πιέσεων των Εναγομένων, την υπέγραψε σε άλλην ημερομηνία για να αποκτήσουν αθέμιτα οι Εναγόμενες περιουσιακό όφελος εις βάρος των Εναγόντων. Η εκδοχή της Ενάγουσας, ήταν ότι της είπε ο πατέρας της την 05/09/2013, δηλαδή 7 μέρες πριν τον θάνατο του, ότι του άσκησαν πίεση εντός του 2013 οι Εναγόμενοι για να υπογράψει τη διαθήκη. Tα δύο ακίνητα που κληροδοτούνται ειδικά με τη διαθήκη, ήτοι το ακίνητο με αριθμό εγγραφής [ ] στο χωριό Ξυλιάτος και το ακίνητο με αριθμό εγγραφής [ ] ισόγεια κατοικία στο χωριό Ξυλιάτος, ήταν αντικείμενα της αγωγής 1673/2009 που καταχώρησε η Ενάγουσα 1 εναντίον του πατέρα της το 2009. Ισχυρίστηκε ότι τα συγκεκριμένα ακίνητα τα είχε μεταβιβάσει επ' ονόματι του ο πατέρας της το 2001 με πληρεξούσιο που έφερε το αποτύπωμα της μητέρας της. Το 2011 στα πλαίσια της αγωγής 1673/09 εκδόθηκε απαγορευτικό διάταγμα που να απαγόρευε την αποξένωση των δύο, πιο πάνω, ακινήτων. Τούτο καταδεικνύει, ότι οι σχέσεις του αποβιώσαντα με την Ενάγουσα μέχρι το 2011 δεν ήταν καλές, ήταν εχθρικές. Δεν θα ήταν καθόλου παράξενο ή απίθανο ο αποβιώσαντας να είχε συντάξει την εν λόγω διαθήκη κατά το έτος 2008 που να αφορούσε τα δύο ακίνητα, εφόσον εκείνο το διάστημα η Ενάγουσα τον είχε καταγγείλει στην Αστυνομία και καταχώρησε στη συνέχεια αγωγή εναντίον του. Το 2015 oι δικαιούχοι της διαθήκης αποποιήθηκαν των ωφελημάτων της διαθήκης. Εάν πράγματι ο αποβιώσαντας είχε πιεστεί κατά τον Ιούνιο του 2013 να συντάξει την εν λόγω διαθήκη, τότε στις 05/09/2013 που ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα της εκμυστηρεύτηκε ότι πιέστηκε, θα μπορούσε παράλληλα να ανακαλέσει τη διαθήκη εφόσον τις τελευταίες μέρες της ζωής του, η ΜΕ1 και ο σύζυγος της είχαν τη φύλαξη του αποβιώσαντα. Εάν η Ενάγουσα όντως γνώριζε για την ύπαρξη της διαθήκης του πατέρα της πριν τον θάνατο του, δεν θα περίμενε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2014 για να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Επίσης έγινε συμπλοκή με την αδελφή της στο καφενείο και παραπονέθηκε ότι δεν την άφηναν να δει τον πατέρα τους τις τελευταίες του μέρες και παρ' όλο τούτο, δεν τους είπε πριν τον θάνατο του πατέρα τους οτιδήποτε για διαθήκη που συντάχθηκε τον Ιούνιο του 2013. Ούτε μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι οι σχέσεις της με τους γονείς της ήταν κακές εξαιτίας κακής επιρροής των Εναγομένων στους γονείς τους, από τη στιγμή που και οι δύο Εναγόμενες 1 και 2 ήταν ανήλικες όταν η Ενάγουσα έφυγε από το σπίτι με τον σύζυγο της. Δεν μπορεί να ήταν καλές οι σχέσεις της με τον πατέρα της, επειδή έκανε καταγγελία εναντίον του στην Αστυνομία για το πληρεξούσιο που εν τέλει αποδείχθηκε ότι έφερε το αποτύπωμα της μητέρας της και επειδή καταχώρησε αγωγή εναντίον του. Την διακατέχει εμπάθεια για τις αδελφές της σε σημείο που παραλογίζεται. Ανέφερε επί παραδείγματι, ότι η Εναγόμενη 2 την χτύπησε αλλά επιλεκτικά δεν ανέφερε, ότι πρώτα αυτή όρμησε και τράβηξε τα μαλλιά της αδελφής της. Οι Εναγόμενες αποποιήθηκαν το κληρονομικό όφελος που απορρέει από τη διαθήκη και η Ενάγουσα 9 χρόνια αργότερα εξακολουθεί να τους καταδιώκει και να τους καταλογίζει μόνο σκοτεινά κίνητρα. Ο ισχυρισμός της ότι η διαθήκη δεν ήταν το προϊόν της ελεύθερης θέλησης του πατέρα της, δεν υποστηρίζεται από ανεξάρτητη μαρτυρία και είναι δεδομένο ότι το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι φέρει την υπογραφή του. Στηρίζει την εκδοχή της σε εικασίες. Δεν την θεωρώ αξιόπιστη μάρτυρα και απορρίπτω τη μαρτυρία της. Η μαρτυρία της ΜΕ2, είναι εντελώς τυπική και η μαρτυρία της δεν προσθέτει τίποτε στην υπόθεση, παρά μόνο αυτά που καταγράφονται στο περιεχόμενο των δύο επιστολών του Εφόρου Χαρτοσήμων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι το χαρτόσημο ημερομηνίας 09/10 αποκτήθηκε πριν τις 30/10 για να αποκολληθεί στο έγγραφο που φέρεται να είναι διαθήκη του αποβιώσαντα πατέρα της Ενάγουσας και των Εναγομένων 1 και 2. Τα Τεκμήρια Α18 και Α20 δεν συνιστούν πρωτογενή αποδεικτικά στοιχεία για την ημερομηνία που κυκλοφόρησε το χαρτόσημα των €5 ημερομηνίας 09/10/2008. Περιέχονται δηλώσεις στα δύο Τεκμήρια που συνιστούν εξ' ακοής μαρτυρία. Στη μία δήλωση υπάρχει ισχυρισμός ότι το χαρτόσημο κυκλοφόρησε αμέσως μετά την ημέρα εκτύπωσης και στη δεύτερη, ισχυρισμός ότι μετά από έρευνα το συγκεκριμένο χαρτόσημο κυκλοφόρησε μετά την 13/11/2008. Κατά συνέπεια, με μόνο τις αναφορές που περιέχονται στις δύο επιστολές, δεν μπορεί να αποκλειστεί ισχυρισμός του ΜΥ1 και του ΜΥ4 ότι η διαθήκη υπογράφτηκε την 30/10/2008. Ο ΜΥ1, αδελφός του αποβιώσαντα ετών 89, δεν έχει συμφέρον στις περιουσιακές διαφορές μεταξύ των μερών. Παρ' όλο ότι είναι 89, ήταν σε θέση να εκφραστεί με σαφήνεια. Γνωρίζει τις οικογενειακές σχέσεις και πήρε το μέρος των Εναγομένων 1 και 2. Δεν αμφισβητείται ότι είχε καλές σχέσεις με τον αδελφό του και θα πρέπει να είναι ορθή η θέση του, ότι ουδέποτε υπήρξαν καλές οι σχέσεις του αποβιώσαντα με την Ενάγουσα και τον σύζυγο της. Επιβεβαίωσε ότι ο αδελφός του είχε κατά τον επίδικο χρόνο, σώας τα φρένας. Ο αποβιώσαντας εξαιτίας της ιδιότητας του ως ειδικός αστυνομικός, δεν ήταν ευάλωτο άτομο κατά τον χρόνο που τέλεσε γάμο η Ενάγουσα με τον σύζυγο της. Κατά συνέπεια, αποκλείεται να υπήρχαν διενέξεις μεταξύ του αποβιώσαντα και της Ενάγουσας που να προκλήθηκαν μόνο επειδή ο αποβιώσαντας ήταν επιρρεπής στις πιέσεις των Εναγομένων 1 και 2. Το ότι ο αποβιώσαντας έκανε εκείνο που ήθελε, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μεταβίβασε το ακίνητο αριθμός 718 στην Ενάγουσα 1, παρ' όλο ότι του είχε κινήσει αγωγή. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 που παρουσιάζει κενό, είναι ο ισχυρισμός ότι του τηλεφώνησε ο δικηγόρος για να τους καλέσει για την υπογραφή της διαθήκης και ότι τον υπενθύμισε να φέρουν τα χαρτόσημα. Η θέση που προέβαλε κατά την κυρίως εξέταση, ήταν ότι τον πήρε ο αδελφός του στον Εναγόμενο 3 για να συντάξει διαθήκη και ότι ο Εναγόμενος 3 δεν ήταν δικός του γνωστός. Εάν είχαν έτσι τα πράγματα, δεν θα είχε λόγο ο Εναγόμενος 3 να πάρει τον μάρτυρα τηλέφωνο και όχι τον άμεσα ενδιαφερόμενο της διαθήκης τον αδελφό του αποβιώσαντα για να του κοινοποιήσει ότι η διαθήκη ήταν έτοιμη. Ο ΜΥ1 δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνομα της άλλης μάρτυρας που ήταν παρών στο γραφείο του Εναγόμενου 3 για να πιστοποιήσει την υπογραφή της διαθήκης. Δεν μπόρεσε να διατυπώσει με σαφήνεια μία εκδοχή σε σχέση με τα όσα έγιναν στο γραφείο του Εναγόμενου 3. Επικρατεί σύγχυση ως προς την εκδοχή που να αφορά την εκτέλεση της διαθήκης. Εντύπωση προκαλεί και το γεγονός, ότι μπορούσε να θυμάται μετά από 16 χρόνια τις ημερομηνίες και το ότι ο αδελφός του είχε τα χαρτόσημα, αλλά δεν ήταν σε θέση να πει οτιδήποτε σε σχέση με την ταυτότητα της άλλης μάρτυρας της υπογραφής της διαθήκης. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες συντάχθηκε η διαθήκη, χωρίς όμως να αποκλειστεί ως ενδεχόμενο ότι αυτή πράγματι συντάχθηκε και ετοιμάστηκε το 2008. Δεν θεωρώ ότι η ΜΥ2 είχε την ικανότητα να αλλοιώσει τη θέληση του αποβιώσαντα σε σχέση με τη διάθεση της περιουσίας. Με βάση την ανεξάρτητη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, προκύπτει ότι η Ενάγουσα 1 καταχώρησε αγωγή εναντίον του πατέρα της το 2009 και κατηγορούσε τον πατέρα της για απάτη εις βάρος της μητέρας της που απεβίωσε το 2001. Το διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1673/2009 το 2011, εμπόδιζε τον αποβιώσαντα από του να αποξενώσει την περιουσία που είχε μεταβιβαστεί επ' ονόματι του από τη μητέρα τους. Δεν υπάρχει κάτι το μαγικό στην ημερομηνία 03/10/2008 για να ήταν αναγκαίο εκείνην την ημέρα ο αποβιώσαντας να ήθελε να αποτυπώσει την τελευταία του βούληση σε σχέση με τη διάθεση της περιουσίας. Ο αποβιώσαντας φρόντισε να μεταβιβάσει ένα από τα ακίνητα που είχαν μεταβιβαστεί πάνω του στην Ενάγουσα 1 και η διαθήκη αφορούσε τα άλλα δύο ακίνητα. Επομένως, δεν θα ήταν λογικό να είχε προβεί στην εν λόγω μεταβίβαση και να περίμενε μέχρι τους τελευταίους μήνες πριν τον θάνατο του για να επωφεληθούν τα άλλα του παιδιά σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιουσία. Θεωρώ ότι θα πρέπει να είναι αλήθεια ότι η ΜΥ2, πρέπει να ενημερώθηκε για την ύπαρξη της διαθήκης μεταγενέστερα του θανάτου του πατέρα τους, διαφορετικά θα την είχε καταγγείλει η Ενάγουσα 1 προγενέστερα, εφόσον θέση της ήταν ότι ο πατέρας τους της είπε ότι πιέστηκε να κάνει διαθήκη τον Ιούνιο 2013 την 05/09/2013. Επίσης οι διαφορές της Ενάγουσας με τους γονείς της χρονολογούνται και δεν μπορεί να είναι πιστευτό ότι η ΜΥ2 δηλητηρίασε τη γνώμη του πατέρα τους ενώ ήταν ανήλικη. Η εκδοχή της Ενάγουσας ήταν ότι προς το τέλος της ζωής του, ο πατέρας της συμφιλιώθηκε μαζί της αλλά ότι οι αδελφές της χρησιμοποίησαν αθέμιτη επιρροή να τον μεταφέρουν στον δικηγόρο να συντάξει τη διαθήκη. Εάν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, δεν θα αποχωρούσε από το καφενείο για να πάει στο σπίτι της ΜΥ2 τις τελευταίες του ημέρες. Περαιτέρω, μέχρι την τελευταία του εισαγωγή στο νοσοκομείο εκείνος που τον φρόντιζε και τον έπαιρνε στην αιμοκάθαρση όταν αδυνατούσε ο ίδιος να μεταβεί στην αιμοκάθαρση, ήταν η ΜΥ2. Κατά τον χρόνο του θανάτου του, εκκρεμούσε εναντίον του η αγωγή 1673/2009 που αφορούσε την εν λόγω περιουσία της συζύγου του, καθώς ήταν σε ισχύ εναντίον του το προσωρινό διάταγμα. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να δείχνει ότι αυτά που καταγράφονται στην εν λόγω διαθήκη, δεν συνιστούν τη βούληση του αποβιώσαντα σε σχέση με τη διάθεση της συγκεκριμένης περιουσίας. Η ΜΥ2 κρίνεται αξιόπιστη. Η μαρτυρία της ΜΥ3 συμβαδίζει με την εκδοχή που προέβαλε η ΜΥ2. Ήταν αυθόρμητη και αναφέρθηκε σε διαφορετικές λεπτομέρειες σε σχέση με την εκδοχή της ΜΥ2. Ανέφερε επί παραδείγματι, το τι της λέχθηκε για το αποτύπωμα της μητέρας της στο πληρεξούσιο από τον σύζυγο της Ενάγουσας 2, στοιχείο που καταδεικνύει την απουσία της προσυνεννόησης για το περιεχόμενο της μαρτυρίας της με τη ΜΥ2. Ζούσε για πολλά χρόνια στο εξωτερικό και δεν είχε άμεση σχέση με τη φροντίδα των γονέων τους. Δεν θα μπορούσε από μακριά να δηλητηριάζει τις σχέσεις του πατέρα τους με την Ενάγουσα 1. Δεν υπάρχει μαρτυρία που να αντικρούει τον ισχυρισμό της ότι έφτασε στην Κύπρο μετά τον θάνατο της μητέρας της. Αποποιήθηκε το οποιοδήποτε συμφέρον από τη διαθήκη τον Φεβρουάριο 2015, όμως η εκδοχή της ήταν ότι διαμόρφωσε αυτήν την πρόθεση με το διάβασμα της διαθήκης που την αφορούσε το 2013. Είναι μόνο μετά από την καταχώρηση της αγωγής που αποφάσισε να αποποιηθεί το συμφέρον της, σύμφωνα με το κληροδότημα της διαθήκης. Εάν το κίνητρο της να αποποιηθεί ήταν για να μην υπάρχουν διαφορές μεταξύ των κληρονόμων που οι σχέσεις τους ήταν πολύ τεταμένες, δεν θα περίμενε δύο χρόνια για να αποποιηθεί το δικό της συμφέρον στην περιουσία αντί να διαιωνίζεται η κατάσταση. Τα συγκεκριμένα ακίνητα ήταν αυτά που μεταβίβασε ο πατέρας τους από την περιουσία της μητέρας τους. Οι μεταβιβάσεις αυτές ακυρώθηκαν το 2017 και αφορούσαν τα ακίνητα με αριθμό εγγραφής [ ] και [ ], αντικείμενο της αγωγής 1673/2009 που καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα 1 κατά του πατέρα της. Ο πατέρας τους είχε μεταβιβάσει το ακίνητο τεμάχιο 518 στην Ενάγουσα που και πάλι αφορούσε περιουσία της μητέρας τους. Δεν θα ήταν παράλογο υπό τις περιστάσεις να θεωρήσει ότι είχε δικαίωμα στην περιουσία, εφόσον εν ζωή του αποβιώσαντα η Ενάγουσα είχε επωφεληθεί του τεμαχίου [ ]. Κατά συνέπεια, δεν πιστεύω ότι η πρόθεση της να αποποιηθεί διαμορφώθηκε το 2013. Κρίνεται γενικά αξιόπιστη, αλλά δεν γίνεται πιστευτή ότι εξέφρασε επιθυμία αποποίησης με το διάβασμα της διαθήκης. Ο ΜΥ4 ήταν σε θέση να θυμάται ότι η 03/10/2008 επρόκειτο για τυπογραφικό λάθος κατά το έτος 2014 όταν καταχωρήθηκε εναντίον του η παρούσα αγωγή. Όταν όμως καταχώρησε την Αίτηση Διαχείρισης 686/2013 για να αιτηθεί την έκδοση παραχωρητηρίου επικύρωσης διαθήκης, έγραψε ότι η διαθήκη έφερε ημερομηνία 03/10/2008 χωρίς να κάνει αναφορά σε τυπογραφικό λάθος. Η μνήμη του για τα γεγονότα ήταν επιλεκτική. Δεν ανέφερε στο Δικαστήριο ποιες ήταν οι οδηγίες του αποβιώσαντα σε σχέση με τη διάθεση της περιουσίας του. Δεν εξήγησε γιατί η διαθήκη περιλάμβανε όρο ότι κάποιοι κληρονόμοι θα έπρεπε να πληρώσουν €100.000 προκειμένου να συμμετέχουν στη διανομή της περιουσίας. Δεν επεξήγησε γιατί ο όρος 4 της διαθήκης φαίνεται να συγκρούεται με τον όρο 5 που προνοεί ότι άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του αποβιώσαντα θα διατεθεί εξίσου σε όλα τα τέκνα του. Υπό κανονικές συνθήκες, μία διαθήκη συνιστά η επίσημη διατύπωση της βούλησης του αποβιώσαντα σε σχέση με τη διάθεση της περιουσίας του. Προβληματίζει ότι ο ΜΥ4 ετοίμασε έγγραφο που περιέχει τυπογραφικό λάθος και που οι υπογραφές των μαρτύρων δεν φαίνονται καθαρά επί του εγγράφου. Περαιτέρω, δεν αναγράφονται τα στοιχεία για τη δεύτερη μάρτυρα ώστε να διαπιστωθεί η ταυτότητα της. Η διαθήκη δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο κατά τη σύνταξη της, αλλά στις 14/11/2013. Από την άλλην, δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι η διαθήκη έγινε το 2013, στην παρουσία των Εναγομένων που άσκησαν αθέμιτες πιέσεις στον πατέρα τους. Μέχρι την ημερομηνία θανάτου του αποβιώσαντα, εκκρεμούσε η αγωγή εναντίον του, η 1673/2009. Στην περίπτωση που πράγματι είχε συμφιλιωθεί με το ζεύγος Στρατουρά ως εισηγήθηκε, θα υπήρχε και επίλυση της αγωγής. Το περιεχόμενο της διαθήκης που αφήνει τα δύο ακίνητα στις Εναγόμενες 1 και 2, συνάδει με τις επιδιώξεις του αποβιώσαντα ο οποίος μεταβίβασε το ένα ακίνητο στην Ενάγουσα. Το ότι αυτή ήταν πρόθεση του, συνάδει και με τη μαρτυρία του ΜΥ1, ο οποίος δεν έχει οικονομικό συμφέρον στην κληρονομική διαφορά. Εξαιτίας του αόριστου της εκδοχής του, του περιεχομένου της διαθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων της υπόθεσης που δεν συνάδουν απόλυτα με την εκδοχή του, δεν μπορούσα να στηριχθώ εξ' ολοκλήρου στη μαρτυρία για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων της υπόθεσης. Παρά ταύτα με αναφορά το περιεχόμενο της δικογραφίας, το ιστορικό της αγωγής 1673/2009 και της αξιόπιστης μαρτυρίας των ΜΥ1, 2 και 3 αναφορικά με τις προθέσεις του αποβιώσαντα, αποδέχομαι ως εύρημα ότι το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου, συγκλίνει με τις προθέσεις του αποβιώσαντα σε σχέση με τη διάθεση της συγκεκριμένης περιουσίας κατά τον χρόνο του θανάτου του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ο αποβιώσαντας κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και χρόνο, έδωσε οδηγίες στον ΜΥ4 να συντάξει το εν λόγω έγγραφο το οποίο υπέγραψε ο αποβιώσαντας. Η Ενάγουσα δεν είχε καλές σχέσεις με τους γονείς της και τα αδέλφια της και κυνηγούσε τον πατέρα της στο Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής 1673/2009 μέχρι τον θάνατο του. Το αντικείμενο της διαφοράς, ήταν η περιουσία της μητέρας της που μεταβιβάστηκε στο όνομα του πατέρα της με τη χρήση πληρεξουσίου. Η Ενάγουσα αμφισβητούσε την εγκυρότητα του πληρεξουσίου, αλλά ουδέποτε αποδείχθηκε ότι το εν λόγω πληρεξούσιο ήταν πλαστό. Ο αποβιώσαντας θεωρούσε ότι είχε υλοποιήσει τις επιθυμίες της συζύγου όταν μεταβίβασε το τεμάχιο αριθμό [ ] στην Ενάγουσα. Παράλληλα φαίνεται η πρόθεση του σε σχέση με τα άλλα δύο τεμάχια, εφόσον υπέγραψε το έγγραφο φερόμενο ως διαθήκη. Αυτός ήταν και ο λόγος που μέχρι τον θάνατο του, δεν υπήρχε λύση στην αγωγή 1673/2009. Δεν αποδεικνύεται ότι οι ΜΥ2 και ΜΥ3 άσκησαν αθέμιτες πιέσεις στον πατέρα τους. Αντίθετα το ενδεχόμενο οι ενέργειες της Ενάγουσας τις τελευταίες ημέρες της ζωής του να επηρέασαν αρνητικά την υγεία του, είναι πιθανό εφόσον τον μετέφεραν σε χώρο ακατάλληλο για άρρωστο πρόσωπο που χρειάζεται συνεχή ιατρική και/ή νοσηλευτική φροντίδα. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ο όρος απάτη ως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου Κεφ.195, είναι ως ακολούθως: "απάτη" περιλαμβάvει oπoιαδήπoτε από τις πιo κάτω πράξεις πoυ διαπράττovται από κάπoιo πρόσωπo ή με τη συγκατάθεση τoυ ή από τov αvτιπρόσωπo τoυ, με σκoπό τηv εξαπάτηση άλλoυ πρoσώπoυ ή τoυ αvτιπρoσώπoυ τoυ ή τηv εξώθηση τoυ στηv τέλεση oπoιασδήπoτε πράξης, δηλαδή: (
- i)τηv παράσταση μη αληθιvoύ γεγovότoς ότι είvαι αληθιvό, από πρόσωπo πoυ δεv πιστεύει αυτό ότι είvαι αληθιvό (
- ii)τηv εvεργό απόκρυψη γεγovότoς από κάπoιo πoυ έχει γvώση τoυ γεγovότoς ή πoυ πιστεύει αυτό (iii) υπόσχεση πoυ δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της (
- iv)oπoιαδήπoτε άλλη πράξη πoυ είvαι ικαvή για εξαπάτηση. Δεν αποδεικνύεται ότι ο πατέρας των διαδίκων πιέστηκε να υπογράψει το έγγραφο που φέρεται ως διαθήκη. Αντίθετα, φαίνεται να ήταν πρόθεση του αποβιώσαντα να μην διαθέσει στις Ενάγουσες τα συγκεκριμένα ακίνητα που απαριθμούνται στα σημεία 2 και 3 επί του Τεκμηρίου 9.1. Οι λεπτομέρειες του δόλου πρέπει να αποδειχθούν με αυστηρότητα. Ο όρος δόλος αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. (βλ. Ιακώβου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα 1 ΑΑΔ 992
(2004). Δεν αποδεικνύεται ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 δολίως και ασκώντας ψυχολογική πίεση ανάγκασαν τον αποβιώσαντα να θέσει όρο στη διαθήκη ότι τους έδωσε €100.000 ψευδώς. Μπορεί να δημιουργείται υπόνοια ότι το έγγραφο δεν συντάχθηκε την 03/10/2008, αλλά δεν αποδεικνύεται ότι δεν ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του αποβιώσαντα ως η βούληση του σε σχέση με τη διάθεση της περιουσίας του μετά τον θάνατο. Οι Ενάγοντες έχουν αναδείξει γεγονότα που να θέτουν ερωτήματα για την εγκυρότητα της διαθήκης, αλλά δεν απέδειξαν ότι ο αποβιώσαντας δεν υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο ή ότι πιέστηκε από τους Εναγόμενους να το υπογράψει. Ακόμη και εάν ήθελε αποδειχθεί ότι η ημερομηνία επί του εγγράφου είναι λανθασμένη, δεν είναι γεγονός από μόνο του που αποδεικνύει δόλο και απάτη. Το άρθρο 23 του Κεφ.195, περιέχει τις διατυπώσεις σε σχέση με την εγκυρότητα διαθήκης ως ακολούθως: 23. Καμιά διαθήκη δεv είvαι έγκυρη, εκτός αv είvαι γραπτή και εκτελεστεί σύμφωvα με τov πιo κάτω τρόπo, δηλαδή- (α) υπoγράφεται στo κάτω μέρoς ή στo τέλoς της από τo διαθέτη, ή από άλλo πoυ εvεργεί για τo διαθέτη, στηv παρoυσία τoυ διαθέτη και με εvτoλή τoυ και (β) η υπoγραφή αυτή τίθεται ή αvαγvωρίζεται από τo διαθέτη στηv παρoυσία δύo ή περισσoτέρωv μαρτύρωv πoυ παρίσταvται ταυτόχρovα και (γ) oι μάρτυρες αυτoί επιβεβαιώvoυv και πρoσυπoγράφoυv τη διαθήκη στηv παρoυσία τoυ διαθέτη και στηv παρoυσία αλλήλωv, αλλά καvέvας τύπoς επιβεβαίωσης δεv είvαι αvαγκαίoς και (δ) αv η διαθήκη απoτελείται από περισσότερα από έvα φύλλo χαρτιoύ, κάθε φύλλo υπoγράφεται ή μovoγράφεται από ή για λoγαριασμό τoυ διαθέτη και τωv μαρτύρωv. Στην παρούσα περίπτωση, τίθεται ζήτημα μη τήρησης των επιτακτικών προνοιών του άρθρου 23(β) και (γ) του Κεφ.195, σύμφωνα με τις οποίες ο διαθέτης πρέπει να θέτει και να αναγνωρίζει την υπογραφή του στην παρουσία δύο ή περισσοτέρων επιβεβαιωτικών μαρτύρων που παρίστανται ταυτόχρονα και επιβεβαιώνουν και προσυπογράφουν τη διαθήκη στην παρουσία του διαθέτη και στην παρουσία αλλήλων. (βλ. Charalambous v. Demetriou 1 CLR 30
(1961), Λαμπή ν. Χρυσούλλα Παλαιομυλίτου ημερομηνίας 07/09/2002 Πολιτική Έφεση 200/2013). Το Τεκμήριο 9.1 στην όψη του, δεν φαίνεται ότι έχει καταρτισθεί δεόντως και νομότυπα. Δεν υπάρχει σχετικός τύπος επιβεβαίωσης (attestation clause) της υπογραφής του διαθέτη από τους επιβεβαιωτές μάρτυρες και από πιστοποιούσα υπάλληλο. Οι υπογραφές επί αυτής, δεν είναι όπως προβλέπει ο νόμος με τρόπο που τυγχάνει πλήρους εφαρμογής το Τεκμήριο της δέουσας κατάρτισης και κανονικότητας της διαθήκης. Δεν είναι γνωστό ποια ήταν η ταυτότητα της δεύτερης γυναίκας που υπογράφει ως επιβεβαιωτικός μάρτυρας. Δεν είναι καν γνωστό εάν πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο. Στην υπόθεση Κατζή ν. Πατσαλίδης 1 ΑΑΔ 958
(2007), το Ανώτατο Δικαστήριο επεξήγησε ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να δημιουργείται Τεκμήριο περί της εγκυρότητας της διαθήκης από την όψη της. «Το Τεκμήριο: Αν μια διαθήκη, στην όψη της, φαίνεται να έχει δεόντως καταρτισθεί, υπάρχει τεκμήριο υπέρ της δέουσας κατάρτισης, κατ' εφαρμογήν της αρχής omnia praesumuntur rite esse acta. Η δύναμη του Τεκμηρίου ποικίλλει ανάλογα με την περίπτωση. Αν η διαθήκη συνάδει πλήρως με το τύπο, το Τεκμήριο είναι πολύ δυνατό, αλλά αν είναι αντικανονική ή ασυνήθιστη, τότε η πιο πάνω αρχή δεν έχει εφαρμογή με την ίδια δύναμη. Αν οι μάρτυρες αγνοούν τελείως τις λεπτομέρειες κατάρτισης της διαθήκης, το Τεκμήριο είναι το ίδιο. Αν όμως ισχυρίζονται ότι θυμούνται και δηλώνουν ότι η διαθήκη δεν έχει καταρτιστεί δεόντως, και αυτή η αρνητική μαρτυρία δεν αντικρουστεί με τρόπο που να δείχνει ότι οι μάρτυρες δεν πρέπει να γίνουν πιστευτοί ή δεχόμενοι τη δήλωση τους ως προς τα γεγονότα, ότι οι μνήμες τους είναι ελαττωματικές, τότε θα πρέπει να κηρυχθεί άκυρη η διαθήκη. Το Δικαστήριο δεν απαιτεί άμεση θετική μαρτυρία περί της δέουσας κατάρτισης. Τύπος Επιβεβαίωσης, όπου υπάρχει ένας κανονικός τύπος επιβεβαίωσης, και αν ακόμα οι μάρτυρες δεν έχουν καλή μνήμη ότι ήταν μάρτυρες στη διαθήκη, το Τεκμήριο επίσης τυγχάνει εφαρμογής. Στην απουσία τέτοιου τύπου επιβεβαίωσης, μία διαθήκη η οποία στην όψη της φαίνεται να έχει δεόντως καταρτιστεί γίνεται αποδεκτή, και αν ακόμα δεν υπάρχει μαρτυρία. Όπου υπάρχει τέτοιος τύπος επιβεβαίωσης, το Δικαστήριο απαιτεί την πιο δυνατή μαρτυρία προτού καταλήξει ότι η διαθήκη δεν έχει δεόντως καταρτιστεί. Μαρτυρία που να αντικρούει το Τεκμήριο: Αυτή πρέπει να είναι θετική και βάσιμη και το Δικαστήριο δεν πρέπει να δίδει υπέρμετρη βαρύτητα στις περιστάσεις στις οποίες βασίζεται το Τεκμήριο, αλλά από την άλλην δεν πρέπει να τις αγνοεί τελείως. Το βάρος απόδειξης της δέουσας κατάρτισης, είτε με βάση το Τεκμήριο, είτε με θετική μαρτυρία, είναι στον προβάλλοντα τη διαθήκη. Η άμεση μαρτυρία των δύο επιβεβαιωτών μαρτύρων εκτός αν απορριφθεί, ανατρέπει το Τεκμήριο και η μαρτυρία ενός από τους μάρτυρες αποφασίστηκε ότι ήταν επίσης αρκετή.» Σχετικές με το θέμα που εξετάζουμε, είναι και οι υποθέσεις Παρισινού ν. Χαραλαμπίδη κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 781 όπου το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποίαν είχε κηρυχθεί άκυρη η διαθήκη και εξέδωσε δήλωση αναγνώρισης της εγκυρότητας της, και η υπόθεση Athienou Municipality v. Varda & Another
(1976)4 J.S.C. 606 που αφορούσε το κατά πόσο είχαν τηρηθεί οι πρόνοιες της παραγράφου (δ) του άρθρου 23 του Κεφ.195. Βέβαια η δική μας περίπτωση αφορά την παράγραφο (γ) του ιδίου άρθρου, Στη δική μας περίπτωση, η διαθήκη στην όψη της φαινόταν ότι είχε καταρτισθεί δεόντως. Υπήρχε ο σχετικός τύπος επιβεβαίωσης (attestation clause) ότι οι υπογραφές ήταν όπως προβλέπει ο νόμος, ούτως ώστε να τυγχάνει εφαρμογής το Τεκμήριο περί της δέουσας κατάρτισης της διαθήκης. Πέραν του γεγονότος αυτού, οι δυο επιβεβαιωτές μάρτυρες επιβεβαίωσαν τις υπογραφές τους: Ο Μ.Υ.3 Γιάννης Λιασίδης με προφορική μαρτυρία και η Ελένη Καραγιάννη με τη σχετική ένορκη δήλωσή της η οποία διαλάμβανε τα ακόλουθα: «η ρηθείσα διαθέτης κατήρισε την αναφερόμενη διαθήκη κατά την ημερομηνία που αναγράφεται επ' αυτής, στην παρουσία μου και του Γιάννη Λιασίδη εκ Λευκωσίας ως δεύτερου επιβεβαιωτού μάρτυρος, παρισταμένων όλων ταυτοχρόνως και ότι ευθύς εμείς επιβεβαιώσαμε και υπογράψαμε τη ρηθείσα διαθήκη στην παρουσία της ρηθείσας διαθέτη και στην παρουσία αλλήλεων ως επιβεβαιωτές μάρτυρες». Έχοντας υπόψη ότι με τον περιορισμό των επιδίκων θεμάτων ήταν παραδεκτό ότι υπήρχε στη διαθήκη η υπογραφή της διαθέτριας, καθώς και οι υπογραφές των εν λόγω δυο μαρτύρων και αυτό που παρέμεινε για απόφαση ήταν το κατά πόσο η διαθέτρια υπέγραψε τη διαθήκη ενώπιον των εν λόγω μαρτύρων που ήσαν ταυτόχρονα παρόντες και υπόγραψαν και οι ίδιοι, καταλήγουμε, για τους λόγους που εξηγούμε, ότι η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου τόσο αναφορικά με το βάρος απόδειξης, όσο και στο ότι η διαθήκη καταρτίστηκε δεόντως, είναι ορθή. Οι ΜΥ1 και ο ΜΥ4 που υποτίθεται ήταν παρόντες κατά την υπογραφή της διαθήκης στην παρουσία των δυο μαρτύρων, δεν μπορούσαν να διαφωτίσουν το Δικαστήριο ως προς την ταυτότητα του δεύτερου μάρτυρα. Από την όψη του εγγράφου, προκύπτει αυτή η αντικανονικότητα. Το γεγονός ότι η διαθήκη δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο προ του θανάτου του αποβιώσαντα, δεν ακυρώνει την εγκυρότητα της διαθήκης, όμως αυτό το γεγονός μαζί με το ζήτημα που ήγειρε ο ΜΥ4 περί τυπογραφικού λάθους της ημερομηνίας σε συνδυασμό με την αδυναμία του να αναφέρει οτιδήποτε συγκεκριμένο για τις συνθήκες ετοιμασίας και εκτέλεσης της διαθήκης, αντικρούει το Τεκμήριο. Ενόψει και της παραδοχής των Εναγομένων ότι: Α) το έγγραφο ημερομηνίας 03/10/2008 που κατατέθηκε στον πρωτοκολλητή Διαχειρίσεων με αύξοντα αριθμό 139/2013, το οποίο ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι είναι η τελευταία διαθήκη του αποβιώσαντα Παναγιώτη Αχιλλέως Κισσοπόδα, τέως εκ Ξυλιάτου Λευκωσίας που απεβίωσε την 12/09/2013 στο χωριό Ξυλιάτο, της Επαρχίας Λευκωσίας είναι άκυρο και άνευ νομίμου αποτελέσματος, για τους λόγους που αναφέρονται κατωτέρω και/ή το έγγραφο τούτο δεν καταρτίστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου και ή πάσχει από ουσιώδη και/ή ουσιώδεις παρατυπίες. Κρίνεται άκυρη η διαθήκη, αλλά δεν αποδεικνύονται οι ισχυρισμοί περί δόλου και απάτης. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α(α), Β και Γ του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή. Τα υπόλοιπα αιτητικά του κλητηρίου εντάλματος γενικώς οπισθογραφημένο, απορρίπτονται. Στην παρούσα περίπτωση, δεν διακρίνω αδικαιολόγητη προσφυγή στο Δικαστήριο κατά τον χρόνο της καταχώρησης της αγωγής. Αναμφίβολα με τη χορήγηση της θεραπείας ακύρωσης της διαθήκης, οι Ενάγουσες κρίνονται επιτυχόντες διάδικοι. Στην απόφαση Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd1 ΑΑΔ 12
(1993)λέχθηκε επίσης ότι: ''θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της Υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτύχων διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία εξόδων''. Στην προκειμένη, δεν διαπιστώνεται αδικαιολόγητη προσφυγή στο Δικαστήριο ενόψει της έκδοσης των πιο πάνω διαταγμάτων. Εντούτοις η συντήρηση της διαφοράς μετά τις 07/05/2015 κρίνεται αδικαιολόγητη. Οι Εναγόμενες αποποιήθηκαν τα οφέλη της διαθήκης ημερομηνίας 03/10/
- Πληροφόρησαν τους Ενάγοντες περί τούτου με την έκθεση Υπεράσπισης την 07/05/
- Μοναδικό έρεισμα της αγωγής μετά από τη συγκεκριμένη ημερομηνία, ήταν να αποδειχθεί δόλος και απάτη κατά τη σύνταξη του εγγράφου, κάτι που απέτυχαν οι Ενάγοντες να αποδείξουν. Κατά συνέπεια, επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων μόνο μέχρι τις 07/05/2015 όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. (Υπ.)....... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Π. Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο