D. DEOMIDOUS (DEVELOPERS) LTD ν. Ιουλίας Χριστοδούλου, Αρ. Αγωγής: 5829/13, 13/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5829/13 Μεταξύ: D. DEOMIDOUS (DEVELOPERS) LTD Ενάγουσας -και- Ιουλίας Χριστοδούλου Εναγόμενης Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 20/01/2020 Μεταξύ:
- D. DEOMIDOUS (DEVELOPERS) LTD
- Δημήτρης Διομήδους Ενάγοντες -και- Ιουλίας Χριστοδούλου Εναγόμενης ------------------------ Ημερομηνία: 13 Δεκεμβρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες 1 και 2: κα Κούτρα για Δημήτρης Κούτρας & ΣΙΑ Για Εναγόμενη: κ. Χειμώνας Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν την έκδοση διατάγματος το οποίο να διατάσσει την Εναγόμενη ή/και τους υπηρέτες ή/και τους αντιπροσώπους της όπως παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή του διαμερίσματος με αριθμό 204, στην οδό [ ] 7- 9 στην Λευκωσία, στον Ενάγοντα
- Διαζευκτικά, αιτούνται την καταβολή του ποσού των €108.514,46 πλέον τόκο από 06/12/2010 μέχρι εξοφλήσεως, ως το ποσό που κατέβαλαν προς όφελος της Εναγόμενης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα 1 Εταιρεία ασχολείται με τις πωλήσεις διαμερισμάτων και η Εναγόμενη είχε αγοράσει, δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 26/08/1994, το διαμέρισμα με αριθμό 204, στην οδό Ρήγα Φεραίου 7-9, έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος £34.500 (Λ.Κ). Προς υλοποίηση της συμφωνίας η Ενάγουσα 1 έκδωσε τραπεζική εγγύηση για το ποσό των €51.258,04 μέσω της Τράπεζας Κύπρου. Με την έκδοση του τίτλου, στις 17/10/2007, το συγκεκριμένο διαμέρισμα ενεγράφη στο όνομα του διευθυντή της Ενάγουσας, Ενάγοντα 2, λόγω του ότι του ανήκε η γη. Στις 06/12/2010 η Εναγόμενη προχώρησε στην είσπραξη του ποσού της εγγυητικής, το οποίο ανήλθε μαζί με τους τόκους στις €108.514,46, γιατί, σύμφωνα τον ισχυρισμό της, παραβιάστηκε η μεταξύ τους συμφωνία. Οι Ενάγοντες είχαν τερματίσει τη συμφωνία ημερομηνίας 26/08/1994 και είχαν καλέσει την Εναγόμενη όπως τους παραδώσει το συγκεκριμένο διαμέρισμα αφού είχαν καταβάλει το ποσό των €108.514,46 πλέον τόκους, που ήταν το ποσό που εισέπραξε η Εναγόμενη από την εγγυητική. Η Εναγόμενη παραμένει στο διαμέρισμα παρά το γεγονός ότι της αποστάλθηκε επιστολή ημερομηνίας 31/01/2013, με την οποία της δόθηκε χρόνος, μέχρι τις 28/02/2013, για να παραδώσει το συγκεκριμένο διαμέρισμα ή διαφορετικά να καταβάλει το ποσό των €108.514,
- Αν και έλαβε γνώση της συγκεκριμένης επιστολής η Εναγόμενη αρνείται να συμμορφωθεί και εξακολουθεί να χρησιμοποιεί και να διαμένει στο συγκεκριμένο διαμέρισμα ως επεμβασίας για 10 και πλέον χρόνια. Στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη εγείρει δύο
(2)προδικαστικές ενστάσεις. Η πρώτη αφορά το γεγονός ότι η Ενάγουσα 1 δεν νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής γιατί το ακίνητο δεν είναι εγγεγραμμένο στο δικό της όνομα αλλά στο όνομα του Ενάγοντα 2 και η δεύτερη αφορά το ότι ο Ενάγοντας 2 δεν νομιμοποιείται να αξιώνει οτιδήποτε αφού η αξίωση του παραγράφηκε. Επιπρόσθετα, είναι ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι εκδόθηκε εναντίον της διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της και ότι στις 23/04/2012 αποκαταστάθηκε. Προωθεί τη θέση ότι ουδέποτε εισέπραξε την εγγυητική και ότι η ίδια χρεώθηκε με το ποσό ύψους €6.834 για την ανανέωσή της. Υποστήριξε ότι διαμένει νόμιμα στο διαμέρισμα το οποίο έχει εξοφλήσει. Η ίδια ανάμενε και αναμένει την έκδοση του τίτλου για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του συγκεκριμένου διαμερίσματος στο όνομά της. Οι Ενάγοντες 1 και 2 προώθησαν τις θέσεις τους καλώντας δύο μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας 2, Μ.Ε.1, διευθυντής της Ενάγουσας 1, Δημήτρης Διομήδους. Παρέθεσε τις θέσεις του γραπτώς και το κείμενο σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Κατέγραψε ότι δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 26/08/1994, η Ενάγουσα 1 πώλησε στην Εναγόμενη το διαμέρισμα με αριθμό 204 στην οδό [ ] 7-9 στην Λευκωσία. Η Εναγόμενη, για την αγορά του συγκεκριμένου διαμερίσματος, σύνηψε δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου για το οποίο εκδόθηκε εγγυητική επιστολή από την Ενάγουσα 1, ως η συνήθης πρακτική των Τραπεζών. Παράλληλα, προς υλοποίηση της συμφωνίας η Ενάγουσα 1 εγγυήθηκε την Εναγόμενη στην Τράπεζα Κύπρου και συγκεκριμένα εγγυήθηκε την έκδοση του τίτλου του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Λόγω του ότι η Εναγόμενη δεν κατέβαλλε τις δόσεις του δανείου, καθώς και γιατί είχε πτωχεύσει, το δάνειο στην Τράπεζα Κύπρου μαζί με τους τόκους ανήλθε στο ποσό των €108.514,
- Η Τράπεζα Κύπρου, με τη συγκατάθεση της Εναγόμενης, εισέπραξε από την Ενάγουσα 1 το συγκεκριμένο ποσό, λόγω του ότι είχε εγγυηθεί την Εναγόμενη μέχρι την έκδοση των τίτλων. Για το συγκεκριμένο ποσό είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον των Εναγόντων και ως εκ τούτου, στις 17/10/2007, το Κτηματολόγιο ενέγραψε τον τίτλο ιδιοκτησίας του συγκεκριμένου ακίνητου επ' ονόματι του ιδίου, αφού η Ενάγουσα 1 είχε εκχωρήσει σε αυτόν τα δικαιώματά της. Ο ίδιος ανέμενε την Εναγόμενη να εξοφλήσει το ποσό της εγγυητικής επιστολής για να της μεταβιβάσει τον τίτλο μέχρι το 2013, όμως η Εναγόμενη δεν το έπραξε. Η Εναγόμενη, παρά το γεγονός ότι δεν κατέβαλε το αντίτιμο της αγοράς του διαμερίσματος, παραμένει στο διαμέρισμα μέχρι και σήμερα οφείλοντας το ποσό των €108.514,48 πλέον τόκους. Με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 13/01/2013, η οποία επιδόθηκε στην Εναγόμενη στις 16/04/2013, τερμάτισαν το πωλητήριο έγγραφο και ζήτησαν από την Εναγόμενη όπως παραδώσει το διαμέρισμα μέχρι τις 28/02/2013, αφού παρέμενε παράνομα πλέον σε αυτό χωρίς να πληρώνει οποιοδήποτε ενοίκιο. Όμως, η Εναγόμενη κατέχει το διαμέρισμα παράνομα από το 1996 μέχρι και σήμερα, γι' αυτό και οι Ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο τις συγκεκριμένες θεραπείες. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/01/2012 στην Αγωγή αρ. 2980/11, ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του ακίνητου και ως Τεκμήριο 3 δέσμη εγγράφων που αφορά την επίδοση της επιστολής καθώς και την βεβαίωση της Τράπεζας Κύπρου, αναφορικά με την απαίτηση πληρωμής της εγγυητικής ημερομηνίας 16/02/
- Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο συγκεκριμένος τίτλος ιδιοκτησίας βρίσκεται στην κατοχή του από την ημερομηνία έκδοσης του μέχρι και σήμερα, ήτοι από τις 17/10/
- Ερωτηθείς αναφορικά με την Αγωγή αρ.2980/11 υποστήριξε ότι η Εναγόμενη είχε διαρρήξει την εγγυητική και γι' αυτόν τον λόγο η Τράπεζα είχε κινηθεί εναντίον τους. Όταν του υποβλήθηκε ότι η εκδοθείσα απόφαση στην αγωγή δεν σχετιζόταν με την υπό εκδίκαση αγωγή, προώθησε τη θέση ότι η Εναγόμενη είχε εισπράξει τα λεφτά του δανείου της χωρίς να τα δικαιούται. Εξήγησε ότι η Εναγόμενη δεν πλήρωνε την Τράπεζα από την οποία είχε λάβει δάνειο και η Τράπεζα είχε χρεώσει το δικό της χρέος στον δικό τους λογαριασμό. Προώθησε τη θέση ότι παρά το γεγονός ότι δεν πλήρωσε οποιαδήποτε δόση του δανείου της, έκτοτε παραμένει στο διαμέρισμα χωρίς να έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Ερωτηθείς ανάφερε ότι το οικόπεδο στο οποίο είναι κτισμένο το συγκρότημα διαμερισμάτων, το οποίο απαρτίζεται από 50 διαμερίσματα, είναι εγγεγραμμένο στο δικό του όνομα για αυτό και οι τίτλοι είχαν εκδοθεί στο όνομά του. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Εναγόμενη δεν χρωστά οποιοδήποτε ποσό, επέμενε στη θέση του ότι η συγκεκριμένη δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό και ότι παραμένει παράνομα στο διαμέρισμα, αφού δεν της έχει παραχωρηθεί δωρεάν. Εξήγησε ότι λόγω του ότι είχε παραβιαστεί το μεταξύ τους συμβόλαιο εγέρθηκε η υπό κρίση αγωγή. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Εναγόμενη δεν είχε συνάψει οποιοδήποτε δάνειο με την Τράπεζα Κύπρου ο ίδιος εξήγησε ότι η δική του εταιρεία, η Ενάγουσα 1, είχε εκδώσει εγγυητική σε σχέση με το διαμέρισμα για να μπορέσει η Εναγόμενη να λάβει δάνειο για την αγορά του. Υποστήριξε ότι ο ίδιος δικαιούται την κατοχή του υποστατικού, το οποίο συνιστά δική του ιδιοκτησία, αφού ακόμα και μετά την έκδοση των τίτλων, όταν η Εναγόμενη ενημερώθηκε όπως και οι υπόλοιποι αγοραστές για την έκδοση των τίτλων, δεν ενδιαφέρθηκε να καταβάλει το τίμημα έτσι ώστε να εγγραφεί το διαμέρισμα στο όνομά της αλλά επέμενε να παραμένει σ΄αυτό, παρά το γεγονός ότι το διαμέρισμα του ανήκει και να το κατέχει παράνομα χωρίς να πληρώνει ούτε καν τα κοινόχρηστα. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Μιχάλης Στυλιανού, Μ.Ε.2, διευθυντής της υπηρεσίας Δικαστηριακών Λειτουργών της Τράπεζας Κύπρου. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3 ο μάρτυρας εξήγησε ότι συνιστά εγγυητική επιστολή με την οποία ενημερώνεται ο Αιτητής ότι έχει γίνει απαίτηση πληρωμής και ότι έχει πληρωθεί το ποσό της, ήτοι στη συγκεκριμένη περίπτωση €108.514,
- Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 1 το αναγνώρισε ως διαδικασία της Τράπεζα Κύπρου. Εξήγησε ότι μετά από αίτηση της Ενάγουσας 1 εταιρείας, λόγω της πώλησης ακίνητου χωρίς τίτλο ιδιοκτησίας, είχε ζητηθεί από την Τράπεζα η προσκόμιση εγγυητικής. Με την έκδοσή της η εγγυητική συνέχισε να ανανεώνεται, λόγω του ότι η αγοράστρια είχε προβεί σε δανεισμό από την Τράπεζα Κύπρου και είχε εκχωρήσει τα δικαιώματα της συγκεκριμένης εγγυητικής προς όφελος της Τράπεζας ως εξασφάλιση. Επειδή έγινε απαίτηση για εξαργύρωση της συγκεκριμένης εγγυητικής εκδόθηκε σχετική επιταγή και τα συγκεκριμένα ποσά πιστώθηκαν σε δύο λογαριασμούς της Εναγόμενης. Εξήγησε ότι το προϊόν της επιταγής κατατέθηκε σε δύο λογαριασμούς της Εναγόμενης και λόγω ακριβώς της πίστωσης καταχωρίστηκε, από την Τράπεζα Κύπρου, αγωγή εναντίον των Εναγόντων 1 και 2, η Αγωγή αρ. 2980/11, στην οποία εκδόθηκε απόφαση στις 11/01/
- Το ποσό της επιταγής της εγγυητικής πιστώθηκε στον δανεισμό της Εναγόμενης. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 4 την εγγυητική επιστολή, ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο της επιταγής ημερομηνίας 06/12/2010 και ως Τεκμήριο 6 καταστάσεις λογαριασμού της Εναγόμενης στους οποίους είχε κατατεθεί το ποσό της επιταγής. Αντεξετασθείς παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν σχετιζόταν με οποιονδήποτε τρόπο με την επιστολή, Τεκμήριο 3 και εξήγησε ότι το πρωτότυπο του συγκεκριμένου Τεκμηρίου είχε σταλεί στην Ενάγουσα
- Ήταν η θέση του ότι τόσο οι Ενάγοντες καθώς και η Εναγόμενη είναι και οι δύο πελάτες της Τράπεζας Κύπρου και συγκεκριμένα της Υπηρεσίας Ληξιπρόθεσμων Οφειλών και για αυτό τύγχαναν χειρισμού από τη δική του Υπηρεσία. Η αγωγή που εγέρθηκε από την Τράπεζα Κύπρου εναντίον των Εναγόντων 1 και 2 είχε προκύψει από τη διαδικασία απαίτησης πληρωμής της εγγυητικής, εξού και γίνεται ρητή αναφορά, στο Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής, στη συγκεκριμένη εγγυητική επιστολή. Ο ίδιος δεν έχει γνώση του σημερινού υπολοίπου, γιατί ο λογαριασμός έχει μεταφερθεί στην εταιρεία «THEMIS» και δεν γνωρίζει κατά ποσό έχει επιτευχθεί η μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης ή/και κατά πόσο έχει εκδοθεί τίτλος για το ακίνητο. Εξήγησε ότι η συγκεκριμένη εγγυητική, το Τεκμήριο 4, ανανεωνόταν με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο πλευρών και τα κόστη ανανέωσης καταβάλλονταν από την Ενάγουσα 1 εταιρεία. Η Εναγόμενη παρέθεσε τις δικές τις θέσεις σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Στη γραπτή της δήλωση καταγράφει ότι η Ενάγουσα 1 δεν νομιμοποιείται να ζητά το ακίνητο αφού δεν είναι ιδιοκτήτρια οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας. Αρνείται ότι ήταν πελάτιδα της Ενάγουσας 1 και προωθεί τη θέση ότι η ίδια είχε αποταθεί στην εταιρεία Κυριαντζή και Στεφάνου ΛΤΔ για την αγορά του συγκεκριμένου διαμερίσματος από την οποία και αγόρασε το διαμέρισμα στην τιμή των £34.
- Δεν συμφωνεί ότι είχε αγοράσει το ακίνητο από την Ενάγουσα 1, της οποίας ο Εναγόμενος 2 είναι διευθυντής. Επιπρόσθετα, προωθεί τη θέση ότι ο Ενάγοντας 2 απώλεσε το δικαίωμά του να είναι διάδικο μέρος στη διαδικασία, λόγω παραγραφής του δικαιώματός του, αφού το πωλητήριο έγγραφο συντάχθηκε στις 25/08/
- Υποστηρίζει ότι ο Ενάγοντας 2 κατέστη διάδικο μέρος στην αγωγή στις 20/01/2020 μετά από τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και ως εκ τούτου η προθεσμία που προβλέπεται από τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο ενεργοποιήθηκε. Επιπρόσθετα, καταγράφει ότι η ίδια δεν είχε λάβει οποιοδήποτε δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου με χρηματική εγγύηση της Ενάγουσας 1 και δεν αποδέχεται ότι η Ενάγουσα 1 την είχε εγγυηθεί για το δάνειο που είχε συνάψει με την Τράπεζα. Η ίδια δεν είχε παραχωρήσει ποτέ τη συγκατάθεσή της στην Τράπεζα για να εισπράξει από την Ενάγουσα 1 το ποσό των €108.514,
- Δεν αναγνωρίζει το περιεχόμενο της απόφασης που συνιστά το Τεκμήριο 1 και ισχυρίζεται ότι η ίδια δεν σχετίζεται με τη συγκεκριμένη απόφαση. Προωθεί τη θέση ότι οι Ενάγοντες οφείλουν μεγάλα ποσά στην Τράπεζα Κύπρου για πιστωτικές διευκολύνσεις που τους παραχωρήθηκαν για δάνεια τα οποία δεν αποπληρώθηκαν, με αποτέλεσμα το διαμέρισμα 204 να μην μπορεί να μεταβιβαστεί στο δικό της όνομα και η Τράπεζα Κύπρου να έχει εκχωρήσει το συγκεκριμένο δάνειο στην «THEMIS». Όσον αφορά το γεγονός ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση, καταγράφει ότι πράγματι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση στις 12/09/2007, πλην όμως αποκαταστάθηκε στις 23/04/
- Αρνείται την οφειλή του οποιουδήποτε ποσού και προωθεί τη θέση ότι η ίδια κατέχει το διαμέρισμα νόμιμα και δεν έχει υπογράψει οποιοδήποτε πωλητήριο έγγραφο και εναλλακτικά δηλώνει ότι αν έχει υπογράψει οποιοδήποτε συμβόλαιο το ποσό έχει εξοφληθεί. Κατάθεσε, ως Τεκμήριο 7, αντίγραφο των αποτελεσμάτων που εκτύπωσε από το Μητρώο Πτωχεύσεων. Αντεξετασθείσα ανέφερε ότι η ίδια είχε αποταθεί στον Ξενή Στεφάνου για την αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου και είχε αγοράσει το διαμέρισμα από τον ίδιο προσωπικά. Ερωτηθείσα κατά πόσο είχε στην κατοχή της οποιοδήποτε πωλητήριο έγγραφο ισχυρίστηκε ότι μετά από 30 χρόνια δεν έχει τέτοιο έγγραφο και ότι είχε συμφωνήσει με τον Στεφάνου όπως του καταβάλει £4.000 (Λ.Κ), τις οποίες κατέβαλε κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας πώλησης και τα υπόλοιπα θα του τα κατέβαλλε με την έκδοση των τίτλων. Επέμενε στη θέση της ότι η ίδια σχετιζόταν με τον Ξενή Στεφάνου και όχι με τους Ενάγοντες, ακόμα και μετά που της διαβάστηκε μέρος του Τεκμηρίου
- Υποστήριξε ότι δεν γνώριζε γιατί ο Ενάγοντας 2 δεν είχε δικαίωμα να εγείρει την υπό κρίση αγωγή και προώθησε τη θέση ότι είχε συζητήσει το θέμα με τον δικηγόρο της. Εξήγησε ότι αυτό που γνώριζε η ίδια ήταν ότι η Ενάγουσα 1 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που είχε λάβει από την Τράπεζα. Όσον αφορά τις συνθήκες αγοράς του διαμερίσματος ισχυρίστηκε ότι όταν αγόρασε το διαμέρισμα έδωσε μια προκαταβολή και είχε συμφωνήσει όπως με την έκδοση του τίτλου, εντός ενός χρόνου, εξασφαλίσει δάνειο για την αποπληρωμή του υπολοίπου. Προώθησε τη θέση ότι είχε συμφωνήσει όπως παραμένει δωρεάν στο διαμέρισμα μέχρι την έκδοση του τίτλου. Όταν της ζητήθηκε να παρουσιάσει τη συμφωνία η ίδια ζήτησε όπως κληθεί ο Ξενής Στεφάνου. Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 6 προώθησε τη θέση ότι δεν υπήρχε οφειλόμενο ποσό, καθώς επίσης και ότι δεν μπορούσε να θυμάται μετά από 30 χρόνια, αφού διατηρούσε διάφορα δάνεια στην Τράπεζα. Όταν της υποβλήθηκε ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμού αφορούσαν το δάνειο για την αγορά του συγκεκριμένου διαμερίσματος η ίδια το αρνήθηκε, όπως αρνήθηκε το γεγονός ότι η εταιρεία του Ενάγοντα 2 την είχε εγγυηθεί για την αγορά του συγκεκριμένου διαμερίσματος με αριθμό 204, στην οδό Ρήγα Φεραίου 7-
- Ερωτηθείσα από ποιον περιμένει να εκδοθεί ο τίτλος, προώθησε τη θέση ότι θα μεσολαβούσε ο Ξενής Στεφάνου, ως ήταν η συμφωνία, για την έκδοση του τίτλου. Ήταν η θέση της ότι από την έρευνα που διενήργησε αποκαλύφθηκε ότι δεν μπορεί να εκδοθεί τίτλος για το διαμέρισμά της, γιατί το διαμέρισμα βρίσκεται στα κόκκινα δάνεια. Υποστήριξε ότι δεν είχε λάβει δανεισμό για την αγορά του συγκεκριμένου διαμερίσματος και διερωτήθηκε γιατί την είχε επισκεφθεί, πριν 3 χρόνια, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου για να προβεί στην κατάσχεση του διαμερίσματος. Κατέληξε, ότι η ίδια δεν γνώριζε κατά πόσο έχει πράγματι εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας για το συγκεκριμένο διαμέρισμα. Αυτό που θυμόταν πάρα πολύ καλά ήταν ότι πριν 30 χρόνια είχε υπογράψει με την εταιρεία Στεφάνου και Κυριαντζή ένα έγγραφο στο οποίο καταγράφετο ότι με την έκδοση του τίτλου η ίδια θα αιτείτο την παραχώρηση δανείου, πράγμα το οποίο εδώ και 30 χρόνια δεν έχει συμβεί. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις τους γραπτώς. Η ευπαίδευτη συνήγορος για τους Ενάγοντες 1 και 2 υποστήριξε ότι δεν τίθεται θέμα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος αφού η σύμβαση μεταξύ των μερών τερματίστηκε στις 31/03/2013 και η αγωγή καταχωρίστηκε στις 12/09/
- Προώθησε επιχειρήματα που αφορούν το γεγονός ότι η Εναγόμενη είναι παράνομη επεμβασίας και παρέπεμψε στο άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και σε νομολογία που αφορά το θέμα της παράνομης επέμβασης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης στην αχρείαστα μακρά γραπτή του αγόρευση, εκτείνεται σε 28 σελίδες, υποστήριξε ότι το δικαίωμα του Εναγόμενου 2 έχει παραγραφεί γιατί κατέστη μέρος της αγωγής 10 χρόνια μετά την έγερσή της, ήτοι στις 11/03/2020. Προώθησε την θέση ότι προβάλλονται από τους Ενάγοντες διαφορετικές εκδοχές. Συγκεκριμένα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη εξαργύρωσε την εγγυητική οπόταν και ξοφλήθηκε η Τράπεζα, ενώ παράλληλα προβάλλεται και ο ισχυρισμός ότι σε σχέση με την δανειοδότηση της Εναγόμενης εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγόντων. Υποστήριξε ότι δεν προβάλλεται ο ισχυρισμός για αδικαιολόγητο πλουτισμό στην Έκθεση Απαίτησης. Καταλήγει, ότι οι αντιφατικές προσεγγίσεις των Εναγόντων παρέμειναν μετέωρες. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δύο γραπτών αγορεύσεων και θα κάνει αναφορά σ' αυτό όπου κρίνει τούτο απαραίτητο. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, έκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί, σε γενικές γραμμές, στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166, C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1273). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν. Αρχίζοντας από τη μαρτυρία που κλήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων, θα πρέπει να καταγραφεί ότι ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε με απλότητα και χωρίς υπερβολές στα γεγονότα, διακρίνοντας αυτά για τα οποία είχε προσωπική γνώση και για τα οποία η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται από άλλη μαρτυρία και γενικά οι θέσεις του ήταν λογικές και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Ο Ενάγοντας 2 γενικά μου έκανε καλή εντύπωση και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή αφού στο μεγαλύτερο της μέρος υποστηρίχθηκε όχι μόνο από τα Τεκμήρια που κατέθεσε ο ίδιος αλλά από την μαρτυρία και τα Τεκμήρια που κατέθεσε ο Μ.Ε.2, ο οποίος είναι ανεξάρτητος μάρτυρας. Μέρος της μαρτυρίας του εν πάση περιπτώσει επιβεβαιώθηκε και από την Εναγόμενη, η οποία βέβαια έδωσε μια διαφορετική ερμηνεία στα γεγονότα από την ερμηνεία που έδωσε ο Ενάγοντας
- Ο Μ.Ε.2 μπορεί να χαρακτηριστεί ανεξάρτητος μάρτυρας αφού δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην υπόθεση. Εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται στην Τράπεζα και τη σημασία των Τεκμηρίων 4, 5 και 6, παρόλο που δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή στην κατάρτιση των συμφωνιών πώλησης του διαμερίσματος και έκδοσης της εγγυητικής. Η πληροφόρησή του αντλείται από το περιεχόμενο του φακέλου που αφορά τις συγκεκριμένες τραπεζικές διευκολύνσεις. Η μαρτυρία του δεν αντικρούστηκε με οποιαδήποτε στοιχεία από την Εναγόμενη. Δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τα ακόλουθα γεγονότα: Ότι η Εναγόμενη είχε λάβει δανεισμό και είχε εκχωρήσει το ποσό της εγγυητικής που παραχωρήθηκε από την Ενάγουσα 1 στην Τράπεζα, ότι το ποσό της εγγυητικής είχε κατατεθεί σε δύο λογαριασμούς της Εναγόμενης, Τεκμήριο 6 και ότι το υπόλοιπο της Εναγόμενης διαγράφηκε από την Τράπεζα. Ούτε αμφισβητήθηκε η θέση του ότι χρεώθηκε, η Ενάγουσα 1, το ποσό της εγγυητικής για το οποίο τελικά είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση στην Αγωγή αρ.2980/11, Τεκμήριο
- Η ολότητα της μαρτυρίας του υποστηρίχθηκε από τα έγγραφα που κατέθεσε. Ως εκ των συγκεκριμένων διαπιστώσεων, η μαρτυρία του καθίσταται αποδεκτή. Η μαρτυρία της Μ.Υ.1 δεν προσέφερε οτιδήποτε στην υπόθεση. Σημειώνεται ότι η δικογραφημένη θέση της στην Υπεράσπιση είναι ότι έχει εξοφλήσει, ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία προώθησε τη θέση ότι ποτέ δεν χρωστούσε οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα
- Είχε επιλεκτική μνήμη. Ισχυρίστηκε ότι είχε αγοράσει το διαμέρισμα από τρίτο πρόσωπο και αρνήθηκε πεισματικά ότι ήταν πελάτιδα της Ενάγουσας
- Η θέση της αυτή καταρρίπτεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Αρνήθηκε το γεγονός ότι είχε συνάψει δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου. Και αυτός ο ισχυρισμός ανατράπηκε από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4, 5 και
- Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση, αρχικά αρνήθηκε ότι είχε συνάψει δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου σε σχέση με το διαμέρισμα, για να ισχυριστεί στη συνέχεια ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί μετά από 30 χρόνια και για να καταλήξει ότι είχε συνάψει διάφορα δάνεια. Υποστήριξε ότι δεν έδωσε την συγκατάθεση της στην Τράπεζα Κύπρου για την είσπραξη του ποσού των €108.514,46 από την Ενάγουσα 1, όμως δεν έλεγε την αλήθεια αφού, από την σελίδα 3 του Τεκμηρίου 3, διαφαίνεται ότι είχε προηγηθεί απαίτηση πληρωμής της συγκεκριμένης εγγυητικής. Η θέση αυτή επαληθεύτηκε και από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ο οποίος ξεκαθάρισε ότι είχε απαιτηθεί η πληρωμή της εγγυητικής. Επίσης, δεν είπε την αλήθεια για την επίδοση της επιστολής τερματισμού της σύμβασης πώλησης του συγκεκριμένου διαμερίσματος αφού αρνήθηκε ότι την παρέλαβε και επικαλέστηκε την ημερομηνία έκδοσης της βεβαίωσης που αφορά την απαίτηση πληρωμής της εγγυητικής, ήτοι την σελίδα 3 του Τεκμηρίου
- Η θέση της ότι έμενε δικαιωματικά στο συγκεκριμένο διαμέρισμα, γιατί είχε δώσει προκαταβολή £4.000 το 1994 και ότι δεν της είχε ζητηθεί έκτοτε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό, είναι εκτός λογικής. Από το 1994 μέχρι το 2013 που τερματίστηκε το πωλητήριο έγγραφο, ήτοι για 19 χρόνια δεν είχε πληρώσει σεντ και συνέχισε να μην πληρώνει οτιδήποτε μέχρι και σήμερα και για 30 χρόνια συνεχίζει να διαμένει στο διαμέρισμα δωρεάν. Ως εκ των πιο πάνω διαπιστώσεων, η μαρτυρία της Εναγόμενης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, χωρίς όμως να παραγνωρίζονται οι διάφορες σχετικές παραδοχές που έκανε και συγκεκριμένα, ότι πράγματι είχε αγοράσει το συγκεκριμένο διαμέρισμα για το ποσό των £30.000, ότι δεν κατέβαλε οποιοδήποτε άλλο ποσό έναντι της αγοράς του πέραν των £4.000 το 1994, ότι δεν έχει τίτλο ιδιοκτησίας του συγκεκριμένου διαμερίσματος και ότι διαμένει στο συγκεκριμένο διαμέρισμα μέχρι και σήμερα. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα ευρήματα: Η Ενάγουσα 1 είναι εταιρεία ιδιοκτησίας του Ενάγοντα 2, στον οποίο ανήκε το ακίνητο στην οδό [ ] 7-9 που ανεγέρθηκε το συγκρότημα διαμερισμάτων [ ]. Η Εναγόμενη αγόρασε το διαμέρισμα με αριθμό 204, στο συγκεκριμένο συγκρότημα, έναντι του ποσού των £34.500 το
- Έδωσε ως προκαταβολή το ποσό των £4.000 το 1994 και έκτοτε δεν κατέβαλε οποιοδήποτε άλλο ποσό. Η συγκεκριμένη σύμβαση πώλησης δεν φαίνεται να ενεγράφηκε στο Κτηματολόγιο. Η Ενάγουσα 1 είχε εγγυηθεί, με εγγυητική επιστολή ύψους €51.258,04, ημερομηνίας 02/12/1996, την Εναγόμενη για να λάβει δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου. Η εγγυητική ανανεωνόταν κάθε χρόνο μέχρι το
- Προφανώς, λόγω του ότι η Εναγόμενη αντιμετώπιζε προβλήματα με τις υποχρεώσεις της στην Τράπεζα Κύπρου, απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής το 2010, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 3 και
- Η Τράπεζα προχώρησε και πίστωσε το ποσό της εγγυητικής σε δύο λογαριασμούς της Εναγόμενης εισπράττοντας παράλληλα το συγκεκριμένο ποσό από τους Ενάγοντες 1 και
- Ο τίτλος εγγραφής του διαμερίσματος είχε εκδοθεί το 2007 και αυτό ενεγράφη στο όνομα του Εναγόμενου 2, λόγω του ότι του ανήκε το ακίνητο στο οποίο ανεγέρθηκε το συγκρότημα. Ακολούθησε ο τερματισμός της σύμβασης πώλησης στις 31/01/2013, Τεκμήριο 3 χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αντίδραση από την Εναγόμενη και έκτοτε η Εναγόμενη διαμένει στο συγκεκριμένο διαμέρισμα δωρεάν χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Καταγράφηκαν δύο προδικαστικές ενστάσεις στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης πλην όμως προωθήθηκε μόνο η μία που αφορά το θέμα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του Εναγόμενου
- Το συγκεκριμένο θέμα, λόγω της φύσης του, θα πρέπει να εξεταστεί προκαταρκτικά. Σύμφωνα με τη νομολογία, το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού μέτρου και είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί.». Σχετικό είναι το σκεπτικό της υπόθεσης Όμηρος Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636. Στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings, έκδ.1975, στη σελ.135 διαβάζονται τα ακόλουθα: « An amendment of the writ or pleadings duly made, with or without leave, takes effect, not from the date when the amendment is made, but from the date of the original document which it amended. Thus, an amendment made to the writ dates back to the date of its original issue and the action continues as though the amendment had been inserted from the beginning». Σημειώνεται ότι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20/01/2020, να προσθέσει τον Εναγόμενο 2 ως διάδικο, δεν εφεσιβλήθηκε και ως γεγονός παραμένει ακλόνητο δεδομένο. Οπόταν, η προδικαστική ένσταση που προβλήθηκε δεν έχει νομικό έρεισμα και απορρίπτεται. Οι ισχυρισμοί οι οποίοι είτε δεν προβλήθηκαν στην Υπεράσπιση ή απλώς κατεγράφησαν χωρίς να εξειδικευθούν και ακολούθως αναπτύχθηκαν εκτενώς στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης θα αγνοηθούν. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, με τα δικόγραφα «επιδιώκεται ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ο καθορισμός της βάσης της ακρόασης της υπόθεσης και ο αποκλεισμός αιφνιδιασμού του αντιδίκου» (βλ. μεταξύ άλλων Μάγος κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κάθηκα Πολ. Έφεση 256/13 ημερ. 22/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A126, Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Τον ίδιο χειρισμό θα έχουν και οι αντιφατικοί ισχυρισμοί. ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ Προωθήθηκε ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη είναι παράνομη επεμβασίας. Είναι η θέση των Εναγόντων 1 και 2 ότι η Εναγόμενη βρίσκεται παράνομα στο συγκεκριμένο διαμέρισμα. Στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836, λέχθηκαν, σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα, τα ακόλουθα στη σελίδα 1843: « Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se. Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο Ενάγων να καταβάλει έξοδα στον Εναγόμενο. (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and another v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355, Ttanis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά., Πολιτική Έφεση 9712, ημερομηνίας 21.05.98). Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Kύπρου
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 882).». Η παράνομη επέμβαση είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου (Βλ. Γεώργιος Λάμπρου κ.ά. ν. Ελένη Κεφάλα κ.α.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1516). Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός εάν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει κάποιος άλλος (βλ. Σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, παρ.23-08 και Γλυκύς ν. Ιερά Μονή Μαχαιρά
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 654). Όσον αφορά δε το βάρος της απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης είναι προφανές ότι το φέρει ο ενάγοντας, ωστόσο μετατίθεται στον εναγόμενο το βάρος να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν είναι παράνομη ως προκύπτει από το άρθρο 43
(2)του Κεφ. 148, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στην απόφαση Β. Παπακόκκινου ν. Σμυρλή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1653. Επιπρόσθετα, έχει καθιερωθεί μέσα από τη νομολογία (βλ. Αγγελίδης ν. Φιλίππου και Κολοκασίδης Estates Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 327), ότι σε περίπτωση απόδειξης παράνομης επέμβασης, δικαιωματικά εκδίδεται διάταγμα για άρση της επέμβασης, προκειμένου να τερματιστεί η παρανομία. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22η έκδ., 2018, παράγραφος 19-13, αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της κατοχής που νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή για παράνομη επέμβαση: « Evidence of possession. Possession means generally the occupation or physical control of land. The degree of physical control necessary to constitute possession may vary from one case to another, for ''by possession is meant possession of that character of which the thing is capable''.[17]. In the case of land without buildings, possession is shown by ''acts of enjoyment of the land itself'',[18] such as by building a wall upon it,[19] or taking grass from it.[20]» Περαιτέρω, στην παράγραφο 19-74 του ίδιου Συγγράμματος, διαβάζονται τα ακόλουθα: « .. It is submitted that the law can now be expressed in the following propositions: (
- a)....................................... (
- b)If the claimant is not in possession and is suing an occupier for ejectment, he claims a right to possession based on the strength of his title, so be must show that title, for "possession is good against all the world except the person who can show a good title". (
- c)Since title to land is relative, the claimant may show a better title either: (
- i)................................... (
- ii)by his title, independently of prior possession, to own the land. In such case where the claimant produces a documentary or paper title the defendant may challenge it by pleading jus tertii, that is, that the claimant has no such title as alleged and that the title belongs to another person. » Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Winfield & Jolowicz on Tort, 16η έκδ., 2006, στην παρ. 13-2 σελ. 622, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα της κατοχής: «What will amount to possession varies according to the nature of the property, so that possession of a flat with a front door which can be locked is obviously different from possession of part of an unfenced moor or hillside.». (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Καθίσταται σαφές ότι η κατοχή ενός ακινήτου είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο πρέπει να εξετάζεται υπό το φως του πραγματικού υπόβαθρου της κάθε υπόθεσης σε συνάρτηση με τη φύση του εκάστοτε ακινήτου, χωρίς να μπορεί να γίνει εξαντλητική απαρίθμηση των παραγόντων που μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο ο εκάστοτε εναγόμενος είχε ή όχι την κατοχή του ακινήτου. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Κώστας Γλυκύς v. Ιεράς Μονής Μαχαιρά (ανωτέρω): « Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος: βλ. Hebbert v. Thomas & Another
(1835)149 E.R. 1329,
- Στην προκείμενη περίπτωση, η Μονή διεκδίκησε το χώρο και η ιδιοκτησία της αποδείχθηκε. Η έλλειψη αξιόπιστης μαρτυρίας από πλευράς εφεσείοντος για δική του νόμιμη κατοχή σήμαινε ότι κατοχή είχε η Μονή. Συνεπώς, θεμελιωνόταν αγώγιμο δικαίωμα για παράνομη επέμβαση.». Εφαρμόζοντας τις νομολογιακές αρχές στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης η Εναγόμενη έχει παραδεχθεί την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος 204 στην οδό [ ] 7-9, έχει επίσης παραδεχθεί ότι δεν έχει τίτλο ιδιοκτησίας του συγκεκριμένου διαμερίσματος, ότι έχει δώσει μόνο Λ.Κ.4.000 ως προκαταβολή για την αγορά του, ότι έκτοτε διαμένει στο διαμέρισμα δωρεάν και ότι δεν έχει το συμβόλαιο αγοράς του. Ο Ενάγοντας 2 έχει προσκομίσει μαρτυρία ότι το συγκεκριμένο διαμέρισμα είναι εγγεγραμμένο στο όνομά του, Τεκμήριο
- Δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία, από οποιανδήποτε πλευρά, ότι έχει κατατεθεί οποιοδήποτε συμβόλαιο αγοράς του συγκεκριμένου διαμερίσματος στο Κτηματολόγιο. Αντίθετα, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο, αποκαλύπτει ότι είχε συναφθεί σύμβαση μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Εναγόμενης για την αγορά ενός διαμερίσματος και ότι για το ποσό των Λ.Κ.30.000 θα παραχωρείτο εγγύηση από την Ενάγουσα
- Η Εναγόμενη, ως παραδέχθηκε η ίδια, δεν έχει καταβάλει το τίμημα, η σύμβαση έχει τερματιστεί, Τεκμήριο 3, από το 2013, οπόταν διαμένει εντός του διαμερίσματος παράνομα. Παρά τη θέση της ότι δεν χρωστά οποιοδήποτε ποσό, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση. Προφανώς γιατί προώθησε και την αντιφατική θέση ότι ανέμενε την έκδοση του τίτλου για να πληρώσει το υπόλοιπο. Ακόμη και αν γίνει αποδεκτή η θέση της ότι είχε άδεια να διαμένει στο διαμέρισμα χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε ποσού μέχρι την έκδοση του τίτλου, αυτή η άδεια έχει τερματιστεί με το Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το σύγγραμμα Winfield & Jolowicz on Tort, 17η έκδ., σελ.494, παράγρ. 13.10: « A bare license .... may be revoked at any time, and so may many contractual licenses, .... After revocation the licensee becomes a trespasser, but he must be allowed a reasonable time in which to leave and to remove his goods. ». Στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts, 22η έκδ., 2018, παρ. 19-20, αναφέρεται: « Where a person having entered upon land under an authority given by law subsequently abuses that authority he becomes trespasser ab initio, his misconduct relating back, so as to make his original entry tortious.». Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη του τα όσα έχουν τεθεί, καταλήγει ότι έχει αποδειχθεί η ιδιοκτησία του διαμερίσματος και ότι έχει επίσης καθοριστεί ότι λόγω του μόνιμου χαρακτήρα της επέμβασης οι Ενάγοντες νομιμοποιούνται στην έγερση της αγωγής, παρόλο που δεν έχουν φυσική κατοχή του ακινήτου. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι υπάρχει επέμβαση εκ μέρους της Εναγόμενης στο διαμέρισμα. Το βάρος, λόγω των πιο πάνω συμπερασμάτων, μετατίθεται πλέον στην Εναγόμενη για να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν είναι παράνομη. Το βάρος αυτό η Εναγόμενη δεν το απέσεισε μέσω της μαρτυρίας της. Ενόψει της κατάληξης ότι η Εναγόμενη δεν έχει νόμιμο δικαίωμα να βρίσκεται στο συγκεκριμένο διαμέρισμα, το οποίο κατέχει, αλλά παράνομα επεμβαίνει, το Δικαστήριο έχει καθήκον να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να αίρεται η παράνομη επέμβαση (βλ. Ελενοδώρου ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Πολ. Εφ. 174/13 ημερ. 08/05/2019, ECLI:CY:AD:2019:A171 και Street on Torts, 11η εκδ., σελ. 81-82). Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Εναγόμενη ή/και οι υπηρέτες της ή/και οποιοσδήποτε αντιπρόσωπός της όπως παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του διαμερίσματος αρ.204, στην οδό Ρήγα Φεραίου 7-9, στην Λευκωσία, στον Ενάγοντα 2, εντός 60 ημερών από την επίδοση του διατάγματος. Λόγω της επιτυχίας της αγωγής, τα έξοδα επιδικάζονται, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο