← Κύπρος

Ε. (Χ.) Ζ. κ.α. ν. Δ. Χ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1815/21, 10/12/2024

Ε. (Χ.) Ζ. κ.α. ν. Δ. Χ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1815/21, 10/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1815/21 Μεταξύ:

  1. Ε. (Χ.) Ζ.
  2. Α. Ζ.
  3. Ι. Χ. Εναγόντων και
  4. Δ. Χ.
  5. Ε. Χ. Εναγομένων --------------------------------------- Αίτηση ημερομ. 20/07/2021 για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Χατζησέργης με κ. Παπαντωνίου Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κ. Πόλεος Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες-Αιτητές με μονομερή αίτηση ζήτησαν αριθμό διαταγμάτων και συγκεκριμένα διατάγματα με τα οποία να εμποδίζεται ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η αίτηση ή και οποιοσδήποτε εκπρόσωπος του ή και εντολοδόχος του από το να πωλήσει ή και αποξενώσει ή και μεταβιβάσει ή και δωρίσει ή και με οποιοδήποτε τρόπο επιβαρύνει την ακίνητη περιουσία, ήτοι διώροφη κατοικία, με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ./Σχ.0/2-229-390, Τμήμα 10, Τεμάχιο [ ] στον Στρόβολο, στην Λευκωσία. Ζήτησε, επίσης, διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η αίτηση να παρενοχλεί, απειλεί ή και με οποιονδήποτε τρόπο επεμβαίνει στη ζωή της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η αίτηση όπως καταθέτει ποσό ύψους €7.000 κάθε μήνα στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας, διάταγμα που να απαγορεύει τη μεταφορά εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας ή και τη μείωση οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ΄ων η αίτηση, μέχρι του ποσού των €2εκατομυρρίων, τα οποία βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ζητήθηκαν, επίσης, υποβοηθητικά διατάγματα για την παροχή πληροφοριών σε σχέση με οποιουσδήποτε τραπεζικούς λογαριασμούς ή άλλα περιουσιακά στοιχεία επ' ονόματι του Εναγόμενου 1-Καθ' ου η αίτηση εντός και εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Νομική βάση για την αίτηση αποτέλεσαν τα άρθρα 21, 29 -32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η Δ.39, Δ.40, Δ.42, Δ.44, Δ.48 θ.θ.1-9, Δ.55 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα άρθρα 4, 5, 7, 9, 14, 22, 23, 25, 26, 29, 32-34, 96 και 99 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ο περί Εταιρειών Νόμος, τα άρθρα 78 - 81 του περί Συμβάσεων Νόμου, τα άρθρα 2, 3, 26, 36 και 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, τα Άρθρα 8, 15, 23, 30 και 35 του Συντάγματος, τα Άρθρα 3, 8 και 13 της ΕΣΔΑ, το Κοινοδίκαιο, οι αρχές της Επιείκειας, η νομολογία, η πρακτική, η διακριτική ευχέρεια και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα παρατέθηκαν με ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 -Αιτήτριας, η οποία εξουσιοδοτήθηκε και από τους Ενάγοντες 2 και 3 στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Δηλώνει γνώστης των γεγονότων και ισχυρίζεται ότι η ίδια είχε δώσει οδηγίες για την καταχώριση του συγκεκριμένου Κλητηρίου Εντάλματος. Ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η αίτηση είναι επιχειρηματίας και δραστηριοποιείται τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, εξού και είναι κάτοχος σημαντικής κινητής και ακίνητης περιουσίας στο εξωτερικό. Η ίδια δεν γνωρίζει το ύψος και το είδος της περιουσίας του Εναγομένου 1 γι' αυτό και επιζητεί τα διατάγματα αποκάλυψης. Έχει ταξιδέψει, η ίδια, πολλές φορές με τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ου η αίτηση στο εξωτερικό, για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, όπου τη σύστηνε, στους συνεργάτες του, ως σύζυγό του. Καταγράφει ότι ο Εναγόμενος 1-Καθ' ου η αίτηση είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης της διώροφης πολυτελούς οικίας, την οποία ενοικιάζει και λαμβάνει εισόδημα, καταπατώντας τα δικά της δικαιώματα. Η συγκεκριμένη οικία χτίστηκε από τον Εναγόμενο 1 με σκοπό να διαμένουν οι δύο τους μετά το γάμο, μαζί με τα δικά της παιδιά. Η εκτιμώμενη αξία της συγκεκριμένης οικίας ανέρχεται στα €4.000.000 και παρά το γεγονός ότι είχε γίνει συμφωνία διευθέτησης μεταξύ των δύο τους, η ίδια μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει οποιοδήποτε ποσό. Είναι η θέση της ότι η ίδια διεκδικεί σημαντικό μέρος της περιουσίας του Εναγόμενου 1- Καθ' ου η αίτηση, ως πρώην συμβία του, αφού κατά τη διευθέτηση των οικονομικών τους διαφορών υπογράφτηκαν γραμμάτια συνήθους τύπου, καθώς και έγγραφο αναγνώρισης χρέους, τα οποία αθετήθηκαν από τον Εναγόμενο 1-Καθ' ου η αίτηση. Υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η αίτηση είναι σύζυγος του Εναγόμενου 1- Καθ' ου η αίτηση και έχουν από κοινού κινητή και ακίνητη περιουσία. Σε σχέση με το κατ' επείγον της έκδοσης των διαταγμάτων μονομερώς ισχυρίζεται ότι η ίδια προέβηκε σε έρευνα στο διαδίκτυο την 01/07/2021 και εντόπισε μια από τις οικίες που διαθέτει ο Εναγόμενος 1-Καθ' ου η αίτηση στο Λονδίνο να διαφημίζεται προς πώληση με καθορισμένη τιμή πώλησης £650.
  6. Αυτό οδήγησε στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης σε μια προσπάθειά της να τον σταματήσει από το να αποξενώσει δόλια όλη του την περιουσία, έτσι που η ίδια να μην μπορεί να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό από τα συμφωνηθέντα. Λόγω του ότι είναι θύμα σωματικής, ψυχικής, οικονομικής και σεξουαλικής βίας και ανήθικων πράξεων από τον Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η αίτηση, για να επιλύσει τις οικονομικές τους διαφορές οδηγήθηκε στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Υποστηρίχθηκε ψυχολογικά από τον Σύνδεσμο για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Βίας στην Οικογένεια (ΣΠΑΒΟ), στον οποίο κατέφυγε μετά από σχετική καταγγελία για τη βία την οποία υφίστατο από τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ου η αίτηση. Όσον αφορά το ιστορικό, υποστηρίζει ότι γνωρίστηκε με τον Εναγόμενο 1-Καθ' ου η αίτηση το 2008, ο οποίος τότε βρισκόταν σε διάσταση με τη σύζυγο του, όπως και η ίδια. Είχαν διαβεβαιώσει ο ένας τον άλλο ότι μετά την έκδοση των διαζυγίων τους θα μπορούσαν να νυμφευθούν. Όμως ο Εναγόμενος 1-Καθ' ου η αίτηση την ξεγέλασε με δόλο, απάτη, ψευδείς υποσχέσεις και παραστάσεις ότι θα λάμβανε διαζύγιο από την εν διαστάσει σύζυγό του. Προώθησε τη θέση ότι ο Εναγόμενος 1- Καθ' ου η αίτηση χειραγωγεί τη δική της ζωή παγιδεύοντάς την στον δικό του παράλογο τρόπο ζωής, χωρίς να σέβεται την ίδια αλλά και την οικογένεια της. Αρχικά προέβαινε σε υπερβολικές χειρονομίες για να την παραπλανήσει για τη δήθεν αγάπη του χτίζοντας το σπίτι των €4.000.000, πληρώνοντας της όλα τα έξοδα διαβίωσης και τις δικές της ασφάλειες ζωής και υγείας, αφού γνώριζε ότι μετά την έκδοση του διαζυγίου της βρισκόταν σε ευάλωτη θέση. Από το 2009 μέχρι τις αρχές του 2012 περνούσαν πολλή χρόνο μαζί βγαίνοντας έξω τόσο μόνοι καθώς και με φίλους, ενώ η ίδια τον είχε συστήσει και στους γονείς της ως τον μελλοντικό τους γαμπρό, ενώ τον σύστησε και στα παιδιά της ως τον μελλοντικό τους πατριό. Αφιερώθηκε εξ' ολοκλήρου στη συγκεκριμένη σχέση λόγω των ψευδών υποσχέσεων, παραστάσεων και διαβεβαιώσεων του Εναγόμενου 1- Καθ' ου η αίτηση με αποτέλεσμα να αλλάξει την κατεύθυνση της ζωής της και να αφήσει τον εαυτό της και τα παιδιά της στα δικά του χέρια. Υποσχόταν ότι θα μεταβίβαζε στην ίδια, για να διασφαλιστεί το δικό της μέλλον και το μέλλον των παιδιών της, τη συγκεκριμένη κατοικία αξίας €4.000.000, γεγονός το οποίο η ίδια πίστεψε αφού της είχε κάνει και πρόταση γάμου. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά διήρκησε 2,5 χρόνια και σε αυτή την περίοδο η ίδια μεριμνούσε και αφιέρωνε χρόνο στο χτίσιμο της συγκεκριμένης οικίας. Μετά την ολοκλήρωση της ανέγερσης, συγκεκριμένα το 2011, μετακόμισε στη συγκεκριμένη κατοικία αρχικά ο Εναγόμενος 1- Καθ' ου η αίτηση και μετά από λίγο χρόνο η ίδια και τα παιδιά της. Το 2010 η ίδια είχε δεχθεί επιθετική και βίαιη συμπεριφορά από την Εναγόμενη 2 μέσα στη συγκεκριμένη κατοικία, η οποία καταγγέλθηκε και στην Αστυνομία. Μετά το συγκεκριμένο συμβάν ο Εναγόμενος 1-Καθ' ου η αίτηση ξεκίνησε να της συμπεριφέρεται άσχημα αλλά και βίαια μπροστά στα παιδιά της. Παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου 1 - Καθ' ου η αίτηση σε σχέση με την αγάπη του προς το πρόσωπό της και ότι θα προχωρούσε σε διαζύγιο με την Εναγομένη 2, η ίδια επιθυμούσε όπως προβεί σε διευθέτηση, ενώπιον δικηγόρου, των οικονομικών τους θεμάτων. Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 2012, ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η αίτηση εξαφανίστηκε και όπως η ίδια ενημερώθηκε, αργότερα, είχε μεταβεί στο Λονδίνο μαζί με τη σύζυγο του Εναγόμενη
  7. Τότε αντιλήφθηκε την πλήρη έκταση της παραπλάνησης της και των ψευδών παραστάσεων και διαβεβαιώσεων που της είχαν δοθεί. Ενώ έφτιαχναν περιουσία μαζί, ο ίδιος είχε παράλληλη ζωή κάνοντας την να νοιώθει ντροπή και εξευτελισμό. Η ίδια είχε εκδώσει το δικό της διαζύγιο, μετά τις έντονες παροτρύνσεις του Εναγόμενου 1-Καθ' ου η αίτηση χωρίς να ζητήσει οτιδήποτε από τον πρώην σύζυγο της, αφού είχε λάβει τις διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου 1- Καθ' ου η αίτηση ότι δεν θα της λείψει τίποτε. Ο ίδιος όμως, στα χρόνια που συζούσαν, είχε καταχωρίσει 5 αιτήσεις διαζυγίου τις οποίες στη συνέχεια απέσυρε επικαλούμενος οικονομικές και άλλες διαφορές με τη σύζυγο του. Πιστεύοντας ότι δεν θα αθετούσε ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η αίτηση τη μεταξύ τους συμφωνία, του επέστρεψε τις μετοχές από το [ ] Caf? τις οποίες διατηρούσε, ως εγγύηση για την τήρηση από τον ίδιο της μεταξύ τους οικονομικής συμφωνίας. Ενώ αρχικά της είχε εκδώσει ασφάλεια ζωής, μετά την έκδοση του διαζυγίου της την ακύρωσε. Σε ένα από τα μεταξύ τους επεισόδια ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η αίτηση άσκησε υπέρμετρη σωματική και λεκτική βία, με αποτέλεσμα να την χτυπήσει πολύ σοβαρά στο πρόσωπο και να φέρει μελανιές, αλλά και ψυχικά τραύματα. Φοβούμενη για τη σωματική της ακεραιότητα, άλλαξε το τηλέφωνο της και ενοικίασε κατοικία για να διαμένει η ίδια με τα παιδιά της. Είχε πληγεί σωματικά και οικονομικά, ενώ ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η αίτηση είχε επωφεληθεί, αφού αθέτησε τις μεταξύ τους συμφωνίες και παρέμεινε στο σπίτι το οποίο είχαν χτίσει και για τους δύο τους. Όμως, μετά την αποχώρηση της από το σπίτι, ο ίδιος την παρακάλεσε όπως επιστρέψει για να νυμφευθούν. Η ίδια δέχθηκε να τον συγχωρέσει και να του δώσει μια ευκαιρία. Υπογράφτηκε νέα συμφωνία και ο Εναγόμενος 1- Καθ' ου η αίτηση αντιλαμβανόμενος τα όσα της χρωστούσε, υπέγραψε νέα δέσμευση - δήλωση το
  8. Συγκεκριμένα, συμφώνησε όπως μεταβιβάσει προς όφελος της ποσοστό ύψους 3% που κατέχει στην εταιρεία K. Athienitis Holding Ltd, όπως για διάστημα 10 ετών της καταβάλλει τα έξοδα διαβίωσης, διαμονής και διατροφής των παιδιών της, ότι θα κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό δικαστικής διαδικασίας, ότι θα κατέθετε ανελλιπώς μηναίο ποσό €1.000 για περίοδο 10 ετών και ότι θα κατέβαλλε το ποσό των €1.000 για περίοδο 10 ετών για έξοδα διατροφής. Δεσμεύτηκε ότι η συμφωνία θα έπαυε να ισχύει στην περίπτωση που νυμφεύονταν μεταξύ τους. Η ίδια υποστηρίζει ότι είναι θύμα βίαιης συμπεριφοράς από τον Εναγόμενο 1 -Καθ' ου η αίτηση και έκτοτε δεν μετέβηκε ποτέ στην οικία, την οποία μέχρι και σήμερα ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η αίτηση εκμεταλλεύεται εισπράττοντας ενοίκιο ύψους €9.000 μηνιαίως. Εκδόθηκαν τρία γραμμάτια συνήθους τύπου ή έγγραφα αναγνώρισης χρέους, ημερ. 12/01/2017, ως επίλυση των οικονομικών θεμάτων που υπήρχαν μεταξύ των δύο τους. Τα συγκεκριμένα γραμμάτια ετοιμάστηκαν από δικηγόρο και ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η αίτηση τα υπέγραψε ανεπιφύλακτα. Συγκεκριμένα, υπέγραψε γραμμάτιο συνήθους τύπου ύψους €210.000 στις 12/01/2017 με τόκο 9% τον χρόνο. Την ίδια ημέρα υπέγραψε και δεύτερο γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ίδιο ποσό, καθώς και τρίτο γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €1.500.
  9. Υπογράφτηκε επίσης μνημόνιο συναντίληψης. Ο Εναγόμενος 1- Καθ' ου η αίτηση, το 2019, είχε αναλάβει όπως ξοφλήσει τα δύο γραμμάτια ύψους €210.000, τα ποσά των οποίων τοκίζονταν με 9% τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Δεν καταβλήθηκε κανένα από τα ποσά των τριών γραμματίων, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ίδιας και των δικηγόρων της προς τον Εναγόμενο 1- Καθ' ου η αίτηση. Σε συνάντηση που διενεργήθηκε στις 13/08/2019 ενώπιον των δικηγόρων της, αναγνώρισε για ακόμα μια φορά την οφειλή του προς την ίδια και υποσχέθηκε ότι μέχρι τα Χριστούγεννα του συγκεκριμένου έτους θα συμμορφωνόταν με τις υποχρεώσεις του. Τον Αύγουστο του 2020 υπέγραψε δήλωση με την οποία της επιβεβαίωσε ότι μέχρι το τέλος του συγκεκριμένου μήνα θα διευθετούσε όλες του τις οφειλές προς την ίδια. Στις 06/11/2020 εξέδωσε επιταγή ύψους €500 έτσι ώστε η ίδια να αποπληρώσει τους οφειλόμενους της λογαριασμούς, πλην όμως στη συνέχεια ο Εναγόμενος 1- Καθ' ου η αίτηση την ενημέρωσε ότι δεν υπήρχαν λεφτά στο λογαριασμό και ότι αν κατέθετε τη συγκεκριμένη επιταγή θα την χτυπούσε. Για 12 χρόνια η ίδια ήταν θύμα παραπλάνησης και ζούσε υπό το καθεστώς τρομοκρατίας. Συνέπεια της συγκεκριμένης συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1- Καθ' ου η αίτηση είναι η ίδια να υφίσταται όχι μόνο υλική, αλλά και ηθική ζημιά. Προωθεί τη θέση ότι η μόνη λύση για άρση της παρανομίας και της εκβιαστικής και απειλητικής συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1 - Καθ' ου η αίτηση είναι η έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων, αφού η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα είναι επαρκής, ενόψει του ότι η ίδια έχει υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και ψυχική διαταραχή η οποία θα είναι δύσκολο έως αδύνατο να αποκατασταθεί. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς, στις 23/07/2021, διάταγμα με το οποίο απαγόρευε στον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ου η αίτηση από το να αποξενώσει και/ή υποθηκεύσει το σπίτι στην οδό [ ] και διάταγμα με το οποίο διέτασσε τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ου η αίτηση όπως καταβάλλει στην Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια το ποσό των €5.000 μηνιαίως μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Ως προς τα υπόλοιπα διατάγματα η αίτηση ορίστηκε για επίδοση. Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση στην οποία καταγράφηκαν 6 λόγοι Ενστάσεως, οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι: Ότι δεν πληρούνται ή και δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, ότι κατά το στάδιο της έκδοσης του διατάγματος δεν υφίστατο ο όρος του κατ' επείγοντος, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την έκδοση του διατάγματος, ότι οι Αιτητές παραπλανούν το Δικαστήριο παραποιώντας και παρασιωπώντας στοιχεία και γεγονότα, ότι οι Αιτητές διατυπώνουν ανυπόστατους και αναληθείς ισχυρισμούς, ότι υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά απέκρυψαν ουσιαστικά γεγονότα και ότι οι Αιτητές φάσκουν και αντιφάσκουν επί πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου η ένορκη δήλωση είναι αντικανονική και παράτυπη. Καταχωρίστηκε Ένσταση στις 25/11/2021 και από την Εναγόμενη 2-Καθ' ης η αίτηση, στην οποία δηλωνόταν ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή ή γνώση σε σχέση με τα γεγονότα. Νομική βάση και των δύο Ενστάσεων αποτέλεσαν τα άρθρα 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 13 - 17, 19, 20, 25, 26Α και 76 του Κεφ.149, στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, η Δ.2 θ.10, Δ.39 θ.θ.5 και 6, Δ.48 θ.θ.1- 4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που πλαισιώνουν την Ένσταση του Εναγόμενου 1-Καθ' ου η αίτηση παρατίθενται από τον ίδιο, ο οποίος τα γνωρίζει πολύ καλά. Υιοθετεί τους λόγους Ενστάσεως και επιπλέον ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 2, η οποία είναι η σύζυγος του, έχει εναχθεί εκδικητικά, καταχρηστικά και για εκβιαστικούς λόγους αφού δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τους Ενάγοντες και ουδέποτε έχει έρθει σε επαφή ή σε επικοινωνία μαζί τους. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος, από το 2018, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα στην Κύπρο ή στο εξωτερικό και αυτό ήταν πολύ καλά γνωστό στην Αιτήτρια. Επίσης, παρά το γεγονός ότι είναι κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας, η συγκεκριμένη ακίνητη ιδιοκτησία βαρύνεται με υποθήκες και μέμο από την Τράπεζα Κύπρου. Η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια γνωρίζει την πραγματικότητα και γνωρίζει πολύ καλά ότι το γραφείο στο Λονδίνο έπαψε να λειτουργεί από το
  10. Είναι η θέση του ότι όλοι οι συνεργάτες του καθώς και ο επαγγελματικός του κύκλος γνωρίζει πολύ καλά ότι η σύζυγος του είναι η Εναγόμενη 2 και η ίδια η Ενάγουσα ήταν ενήμερη ότι δεν θα χώριζε ποτέ τη σύζυγο του για να την νυμφευθεί. Εξ' ου και με απειλές και με εξαναγκασμό τον ανάγκαζε να υπογράφει βεβαιώσεις αλλά και άλλα έγγραφα ότι θα την παντρευτεί. Όσον αφορά την συγκεκριμένη κατοικία, ο ίδιος προωθεί τη θέση ότι πράγματι είναι ενοικιασμένη και, σε σχέση με το ενοίκιο, έχει εκδοθεί διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου στα πλαίσια της Αίτησης Ε64/
  11. Όσον αφορά τα πραγματικά γεγονότα, καταγράφει ότι η ανέγερση της κατοικίας στην οδό [ ] είχε ξεκινήσει το 2008, πριν ο ίδιος συνάψει εξωσυζυγική σχέση με την Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια. Σκοπός της ανέγερσης της ήταν για να δοθεί ως προίκα σε μια από τις κόρες του όταν αυτή νυμφευτεί. Δεν σκόπευε ποτέ να ζήσει με την Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια στη συγκεκριμένη κατοικία. Παραδέχεται ότι από τα μέσα του 2008 διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με την Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια, η οποία κατά τον δεδομένο χρόνο ήταν νυμφευμένη και η σχέση παρέμεινε μυστική μέχρι τα τέλη του 2009 με αρχές του 2010 όταν την ανακάλυψε ο σύζυγος της, ο οποίος αποχώρησε από τη συζυγική οικία και ακολούθως αποκάλυψε τη σχέση στην Εναγόμενη
  12. Όταν εκδιώχθηκε ο ίδιος από τη συζυγική οικία, εγκαταστάθηκε στην οικία στην οδό [ ], η οποία μόλις είχε ολοκληρωθεί. Λόγω του ότι η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια είχε εκδιωχθεί από την ενοικιαζόμενη κατοικία στην οποία διέμενε με τα δύο της παιδιά, επειδή υπήρχαν οφειλόμενα ενοίκια, του ζήτησε όπως την φιλοξενήσει για λίγο χρονικό διάστημα στο σπίτι του. Από τον Μάρτιο 2012 μέχρι τον Δεκέμβριο 2012 η Ενάγουσα με τα παιδιά της φιλοξενήθηκαν στη συγκεκριμένη κατοικία εντελώς δωρεάν χωρίς να καταβάλλουν οποιοδήποτε ποσό για τα λειτουργικά έξοδα. Τον Δεκέμβριο 2012 ο ίδιος συμφιλιώθηκε με την σύζυγο του και επέστρεψε στη συζυγική οικία και ζήτησε, ευγενικά, από την Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια να αποχωρήσει από την οικία στην οδό [ ]. Η ίδια επέλεξε να ενοικιάσει μια νεόχτιστη κατοικία με πισίνα, γκαράζ και κήπο με μηνιαίο ενοίκιο €2.
  13. Αντί να καταστήσει υπεύθυνους τους δύο πρώην συζύγους της για τη διατροφή, διαμονή και τα έξοδα των παιδιών, προσέτρεξε στον ίδιο για βοήθεια, αφού εκείνοι αρνούνταν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό. Ζητούσε από τον ίδιο να της πληρώνει το ενοίκιο και να της δανείζει διάφορα ποσά, με τη διαβεβαίωση ότι θα λάμβανε από τον πρώην σύζυγο της κ. Ζ., ως συνεισφορά δική της στη συζυγική περιουσία, το ποσό των €500.
  14. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η ίδια είχε βοηθήσει στη διακόσμηση και επίπλωση της οικίας στην οδό [ ], είναι η δική του θέση ότι ο ίδιος είχε αγοράσει τα έπιπλα καθώς και τα έργα τέχνης και σε αυτά συμπεριλαμβάνονταν και πίνακες σημαντικής αξίας, οι οποίοι είχαν αγοραστεί από ιδιώτες συλλέκτες. Η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια δανείστηκε κάποια από αυτά τα έπιπλα προσωρινά, πλην όμως είναι δικά του και ζητά την επιστροφή τους. Τον Ιούνιο 2010 ο ίδιος είχε αγοράσει το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], μάρκας Range Rover, το οποίο δάνεισε στην Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια για να το χρησιμοποιεί και το οποίο ουδέποτε το επέστρεψε. Προωθεί τη θέση ότι από τη μέρα που ο ίδιος συμφιλιώθηκε με τη σύζυγο του, η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια έχει εμμονές και δημιουργεί σκηνές ζηλοτυπίας στη σύζυγο του, ενώ τη βρίζει με βαριούς χαρακτηρισμούς. Επιπρόσθετα, προβαίνει σε αχρείαστες και ανεξέλεγκτες σπατάλες και έξοδα με σκοπό να του δημιουργεί συνεχώς πίεση και να τον εξαναγκάζει να πληρώνει τα αλόγιστα χρέη της. Αρνείται τη θέση της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας ότι ήταν συμβία του και διευκρινίζει ότι ήταν η εξωσυζυγική του σχέση, την οποία φιλοξένησε στο σπίτι του για περίοδο 9 μηνών. Δεν καταπάτησε οποιοδήποτε δικαίωμα ούτε της ίδιας, αλλά ούτε της οικογένειας της, αλλά, αντίθετα, ήταν το στήριγμα της για χρόνια αφού πλήρωνε όλα τους τα έξοδα και τις υποχρεώσεις χωρίς ουσιαστικά ο ίδιος να έχει οποιαδήποτε υποχρέωση προς τούτο. Όσον αφορά την κόρη της, ο ίδιος είχε πληρώσει τα δίδακτρα της σε ιδιωτική σχολή, στο Πανεπιστήμιο και για το μεταπτυχιακό πτυχίο της, ενώ πλήρωσε επίσης και τη διαμονή και τη διατροφή της στην Αγγλία. Τα συγκεκριμένα ποσά είχαν συμφωνήσει, με τις Ενάγουσες 1 και 3 - Αιτήτριες, όπως του επιστραφούν μόλις η Ενάγουσα 3 εργοδοτηθεί. Ο ίδιος προσέφερε στη συγκεκριμένη οικογένεια πάρα πολλά χωρίς να έχει οποιαδήποτε υποχρέωση απέναντί τους. Επιπρόσθετα, κατά την περίοδο που η Ενάγουσα 3 σπούδαζε στην Αγγλία, οι Ενάγουσες 1 και 3 είχαν αποσπάσει τα στοιχεία της τραπεζικής του κάρτας και προέβαιναν σε αγορές στο διαδίκτυο χωρίς ο ίδιος να ενημερώνεται. Όταν το αντιλήφθηκε ακύρωσε τη συγκεκριμένη κάρτα. Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα 1-Αιτήτρια χρήζει ιατρικής φροντίδας και θα πρέπει να εξεταστεί από ψυχίατρο, αναφορικά με τη ψυχική της υγεία, αφού επιδεικνύει επικίνδυνες αντιδράσεις και συμπεριφορές, ενώ αρνείται να αναζητήσει εργασία και επιμένει να ζει μεγάλη ζωή ωσάν να είναι εκατομμυριούχα. Έχει μεγαλομανία σε σημείο που ενώ ο ίδιος την δάνειζε €500 την εβδομάδα, για τη διατροφή και τη διαμονή της ίδιας και των παιδιών της, εκείνη τα σπαταλούσε σε θεραπείες ομορφιάς όπως μπότοξ, υαλουρονικό οξύ και την αγορά πανάκριβων ρούχων και υπόδησης. Όσον αφορά την περιουσία του, δηλώνει ότι την δημιούργησε μαζί με τη σύζυγο του, με την οποία είναι παντρεμένοι για 31 χρόνια και εν πάση περιπτώσει, είναι στην ολότητα της υποθηκευμένη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να μεταβιβαστεί σε οποιονδήποτε. Όσον αφορά το διαμέρισμα στο Λονδίνο αρνείται ότι του ανήκει. Αρνείται επίσης ότι έχει βίαιη, απειλητική, εκβιαστική και παράνομη συμπεριφορά προς την Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια και προωθεί τη θέση ότι εκείνη τον απειλούσε ότι θα αποκάλυπτε τη σχέση τους στη σύζυγο του και στις κόρες του. Επίσης, αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια και δηλώνει ότι τα συγκεκριμένα γραμμάτια δεν υπογράφθηκαν με την ελεύθερη συναίνεσή του αλλά υπογράφτηκαν μετά από εκβιασμούς και απειλές της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας. Λόγω του ότι ο ίδιος δεν επιθυμούσε να διαζευχθεί τη σύζυγό του, γεγονός που η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια γνώριζε πολύ καλά, τον απειλούσε για να τον εξαναγκάσει να πράξει αυτό που η ίδια επιθυμούσε. Υποστηρίζει ότι τον Αύγουστο 2020 η ίδια η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια, στα πλαίσια της καταναλωτικής μανίας της, είχε αγοράσει διαμαντένιο δακτυλίδι αξίας €6.000 το οποίο με απειλές τον εξανάγκασε να το πληρώσει. Το ίδιο έκανε με τα είδη ένδυσης και υπόδησης, αγόραζε ρούχα πολυτελείας εκατοντάδων ευρώ τα οποία αναγκαζόταν να πληρώσει ο ίδιος. Σκόπιμα προβαίνει σε υπερβολικές καταναλώσεις ρεύματος, ύψους €700 τη διμηνία και απαιτεί από τον ίδιο την πληρωμή τους. Κατά τη δική του άποψη, η μόνη οικονομική διαφορά που υπάρχει μεταξύ του και της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας είναι ότι για τόσα χρόνια της έχει δανείσει εκατομμύρια χωρίς να του έχει επιστρέψει ούτε ένα ευρώ. Τα οποιαδήποτε έγγραφα υπέγραψε δεν τα υπέγραψε με ελεύθερη βούληση αλλά κατόπιν εξαναγκασμού και απειλών, αφού όποτε δεν γινόταν το δικό της θέλημα απειλούσε ότι θα αποκάλυπτε τα πάντα στην οικογένειά του. Περί τα μέσα του 2020, όταν ο ίδιος ανέφερε στην Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια ότι επιθυμούσε τον τερματισμό της συγκεκριμένης σχέσης, εκείνη επέδειξε επιθετική συμπεριφορά στο πρόσωπο του. Προωθεί τη θέση ότι η ίδια η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια επιθυμούσε όπως έρχεται σε ερωτική συνεύρεση μαζί του τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, οπόταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός της ότι την έχει βιάσει. Ο ίδιος έλαβε γνώση του συγκεκριμένου ισχυρισμού μέσω της υπό κρίση αίτησης. Ο λόγος που προβαίνει στον συγκεκριμένο ισχυρισμό η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια είναι γιατί είναι πανέξυπνη και πανούργα αλλά και λόγω του ότι από τα τέλη του 2020 ο ίδιος σταμάτησε να της καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό. Υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια χειραγωγούσε τη ζωή του και τον εκμεταλλευόταν οικονομικά για να ικανοποιεί τα ακριβά της γούστα αλλά και τον παράλογα ακριβό τρόπο ζωής που η ίδια ήθελε να ζει. Όσον αφορά τις ευχετήριες κάρτες, τις οποίες η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια έχει επισυνάψει ως Τεκμήριο 7, παραδέχεται ότι είναι κάρτες που της είχε δώσει στις αρχές της σχέσης τους, όταν βρισκόταν σε διάσταση με τη σύζυγο του και έγραφε πράγματα λόγω του ενθουσιασμού και του έρωτα που είχε για την Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια. Όμως, με την πάροδο του χρόνου, του έλειψε η σύζυγος του και η οικογένεια του και αντιλήφθηκε ότι όλα όσα ένοιωθε για την Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια ήταν πολύ λίγα μπροστά στα αισθήματα που έτρεφε για τη σύζυγο του και την οικογένεια του. Όταν της το ανέφερε δεν το αποδέχθηκε ποτέ και συνεχώς τον πολιορκούσε, ελπίζοντας ότι θα επιστρέψει πίσω και θα χωρίσει από τη σύζυγο του. Υποστηρίζει ότι ουδέποτε υποσχέθηκε να εγγράψει οποιοδήποτε ακίνητο στο όνομα της Ενάγουσα 1 - Αιτήτριας και ουδέποτε της έκανε πρόταση γάμου, αφού συνέχιζε να είναι παντρεμένος με τη σύζυγό του. Είναι η θέση του ότι αν η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια πίστευε πραγματικά ότι είχε συμφέρον στη συγκεκριμένη κατοικία, ουδέποτε θα την εγκατέλειπε όταν ο ίδιος της το ζήτησε. Η θέση της, ότι επέβλεπε την ανέγερση της συγκεκριμένης κατοικίας καταρρίπτεται από το γεγονός ότι ο ίδιος επαγγέλλεται Πολιτικός Μηχανικός και Επιμετρητής Ποσοτήτων και μπορούσε να διαλέξει, ο ίδιος, τα υλικά για τη συγκεκριμένη κατοικία, πράγμα το οποίο έπραξε από καταστήματα στην Λευκωσία και την Λεμεσό. Τα δε αρχικά D και H, πάνω από την κεντρική είσοδο της κατοικίας, είναι τα αρχικά του ονόματός του. Επιμένει στη θέση του ότι τα όποια έγγραφα υπέγραψε, ήτοι τα Τεκμήρια 20 - 23 στην αίτηση της Ενάγουσα 1 - Αιτήτριας, τα υπέγραψε χωρίς την ελεύθερη βούλησή του και χωρίς τη συμβουλή του δικηγόρου του. Ο λόγος για τον οποίο τα υπέγραψε ήταν γιατί η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια τον εκβίαζε και τον απειλούσε ότι θα αποκάλυπτε τα πάντα στη σύζυγο του. Γνωρίζοντας τον χαρακτήρα της και υπό τον φόβο ότι αν δεν υπέγραφε τα έγγραφα, η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια θα υλοποιούσε τις απειλές της και ενόψει του ότι ο ίδιος δεν επιθυμούσε τη διάσταση από τη σύζυγό του, τα υπέγραφε. Ο απειλητικός και εκδικητικός χαρακτήρας της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας διαφαίνεται από το γεγονός ότι έχει προσθέσει, ως Εναγόμενη 2, στην αγωγή τη σύζυγό του. Καταλήγει, ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ και είναι εξ υπαρχής άκυρα για το λόγο ότι η δική του υπογραφή τέθηκε κατόπιν εκβιασμού, εξαναγκασμού, αθέμιτου επηρεασμού και ψυχικής πίεσης από την Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια στο πρόσωπο του. Δόθηκε άδεια για καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και από τα δύο εμπλεκόμενα μέρη και ο Εναγόμενος 1-Καθ' ου η αίτηση καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 18/01/2022, το περιεχόμενο της οποίας είναι υπόψη του Δικαστηρίου. Τα εκδοθέντα διατάγματα ημερ. 23/07/2021 στη συνέχεια ακυρώθηκαν στις 12/08/
  15. Ακολούθησε η καταχώριση έφεσης, κατά την εκδίκαση της οποίας διατάχθηκε η εκ νέου εκδίκαση της αίτησης ημερ.20/07/
  16. Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Παράλληλα, είχαν την ευκαιρία να τονίσουν τα θέματα που τους απασχολούσαν και δια ζώσης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγόντων - Αιτητών αναφέρθηκαν εκ νέου στα γεγονότα που οδήγησαν την Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης και στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων που την συνοδεύουν. Ισχυρίστηκαν ότι η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα, τα οποία και υποστήριξε με την επισύναψη Τεκμηρίων. Υποστηρίζουν ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17, η γραπτή συμφωνία ημερ.29/05/2016, αποκαλύπτει ότι υφίσταται συμβατικό δικαίωμα των Εναγόντων - Αιτητών έναντι του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ου η αίτηση το οποίο ενδυναμώνεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 20, 21, 22 και 23, ήτοι τα γραμμάτια συνήθους τύπου και το μνημόνιο συναντίληψης. Εισηγούνται ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, της ανεπανόρθωτης βλάβης, εισηγείται ότι εκτός από τις σημαντικές οικονομικές ζημιές, η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια έχει υποστεί ψυχική διαταραχή η οποία είναι δύσκολο να αποκατασταθεί λόγω του ότι ζει καθημερινά με τις απειλές και ύβρεις του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ου η αίτηση. Προωθείται η θέση ότι τυχόν άρνηση της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων ή και ακύρωση των εκδοθέντων σημαίνει καταστρατήγηση της δικαιοσύνης και καταπάτηση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης αλλά και της αξιοπρεπούς διαβίωσης της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας και των παιδιών της. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγόμενων 1 και 2 - Καθ΄ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν συνέτρεχε το κατεπείγον έκδοσης των συγκεκριμένων διαταγμάτων μονομερώς αφού η ψυχολογική βία και ο βιασμός ανάγονται στο έτος 2011, η χειροδικία το 2012, τα Γραμμάτια καταρτίστηκαν το 2017 με ημερομηνία λήξης το 2019 και οι Συμφωνίες σε σχέση με τις οικονομικές τους διαφορές ανάγονται στο
  17. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 20/07/2021 χωρίς να δικαιολογείται η καθυστέρηση στην καταχώρισή της. Όσον αφορά το Αιτητικό Β, καταγράφει ότι βρίσκεται σε ισχύ διάταγμα του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, στην Υπόθεση Αρ. 16716/22, με το οποίο απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ου η αίτηση να πλησιάζει την Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια, οπόταν δεν υπάρχει λόγος για την έκδοση και δεύτερου διατάγματος με το ίδιο περιεχόμενο. Καταγράφονται, στην γραπτή αγόρευση, γεγονότα τα οποία δεν προβλήθηκαν στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ου η αίτηση και τα οποία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Προωθείται η θέση ότι η διαδικασία εναντίον της Εναγομένης 2 ηγέρθηκε καταχρηστικά αφού δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Υποστηρίζεται ότι, η ισχυριζόμενη ζημιά της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας είναι μόνο οικονομική και ως εκ τούτου, οι αποζημιώσεις αποτελούν επαρκή θεραπεία στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ της. Καταλήγουν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια παρουσίασε με ψευδή, συκοφαντικό και παραπλανητικό τρόπο τα γεγονότα με σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων και εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης και την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο έχει θέσει ενώπιόν του το περιεχόμενο της Αγωγής, της Αίτησης και της Ένστασης. Το ίδιο ισχύει για το ογκώδες μαρτυρικό υλικό (συμπεριλαμβανομένων των πολλών Τεκμηρίων) που έχει προσαχθεί στα πλαίσια εκδίκασης της υπό κρίση Αίτησης, για τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων και για τη νομολογία στην οποία παρέπεμψαν. Νοείται ότι θα εξεταστούν οι θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται η πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Διαφαίνεται από τα κοινώς παραδεκτά γεγονότα ότι η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια είχε εξωσυζυγικό δεσμό με τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ου η αίτηση για αρκετά χρόνια, από το 2008 μέχρι και το
  18. Το 2008 ο Εναγόμενος 1 - Καθ΄ου η αίτηση ήταν ευκατάστατος. Η ίδια χώρισε από τον σύζυγό της, μετά την αποκάλυψη του εξωσυζυγικού δεσμού, αλλά ο Εναγόμενος 1 - Καθ΄ου η αίτηση ο οποίος ήταν σε διάσταση, τον Δεκέμβριο 2012 επέστρεψε στην σύζυγο του. Προφανώς από το 2012 που επέστρεψε στην σύζυγο του μέχρι και το 2020, που έληξε ο δεσμός, ξεκίνησαν τα προβλήματα μεταξύ τους για τα οποία κατέληξαν ενώπιον του Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί, θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο αιτών ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει τον δικαιοδοτικό όρο του «κατεπείγοντος», ήτοι κατά πόσο υπάρχουν τέτοιοι λόγοι που να κατατάσσουν το θέμα τόσο σημαντικό και επείγον που να πρέπει να εξεταστεί στην απουσία και χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά, πριν καν εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου
  19. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Καθ΄ων οι αίτηση υποστηρίζουν ότι δεν συνέτρεχε ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος. Οι πρόνοιες του άρθρου 9

(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 και οι Κανονισμοί 8
(1)και 9 της Δ.48, καθιστούν δυνατή την έκδοση διαταγμάτων μονομερώς, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει την παροχή θεραπείας χωρίς να έχει προηγουμένως παρασχεθεί η ευκαιρία στον αντίδικο να ακουστεί, εφόσον ο ενάγοντας ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος στην απουσία της άλλης πλευράς για σκοπούς διατήρησης της κατάστασης πραγμάτων (status quo) που υπήρχε στον χρόνο αμέσως πριν την έκδοση του διατάγματος. Το άρθρο 9
(1)έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Στην απόφαση D. B. Technologies v. Loizos Iordanous Constructions Ltd Πολ. Εφ.Ε166/19 ημερ. 15/10/2020, συνοψίστηκαν οι αρχές που αφορούν την εξέταση του θέματος του «κατεπείγοντος» και διαβάζονται τα ακόλουθα: « Σαφώς λοιπόν δικαιοδοτικός όρος για την μονομερή έκδοση ενός διατάγματος δεν είναι μόνο το επείγον αλλά και η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων (Βλ.Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1Β ΑΑΔ 598, Αspis Liberty Life Ins. Public Co Ltd v. Σιακαρίδου Πολ.εφ.52/10 ημερ. 19.3.2014). ΄Oμως, όπως υποδείχθηκε στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λτδ Π.Ε. 312/10, ημερ. 17.7.2014, το θέμα του επείγοντος που εγείρεται μετά που ακούεται ο εναγόμενος, «δεν πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του». To ίδιο - και με περισσότερη έμφαση - τονίστηκε στη Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited, Πολ.εφ.αρ.Ε6/2014, 7.2.2015, ECLI:CY:AD:2015:A140, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς».» Πιο πρόσφατα, στην απόφαση Χρίστος Ανδρέου ν. Olympic Insurance Company Ltd Πολ. Εφ. Ε396/16 ημερ.12/10/2023, το Δικαστήριο προέβηκε σε ανασκόπηση των αρχών και κατέγραψε τα ακόλουθα: « Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα μονομερώς «όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις». Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση μονομερούς διατάγματος δυνάμει του άρθρου 9 του Κεφ. 6. Αυτό λέχθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: « Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Στην υπόθεση Αμβροσιάδου v. Coward
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 78, λέχθηκε ότι το κατεπείγον εξετάζεται πρώτο, εφόσον αφορά δικαιοδοτικό όρο, και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/
  1. Οι πιο πάνω νομικές αρχές επαναλήφθηκαν στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Βγενόπουλος κ.ά. v. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. Ε141/2014 και Ε142/2014, ημερ. 13.9.
  2. Το ζήτημα του επείγοντος ηγέρθη ως λόγος ένστασης. Από τη στιγμή που το ζήτημα είχε εγερθεί και ήταν αντικείμενο της αίτησης, τότε ανεξαρτήτως της έκδοσης μονομερώς του διατάγματος, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει εκ νέου κατά πόσο πράγματι συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος που να δικαιολογούσε τη μονομερή του έκδοση. Σε περίπτωση που διαπίστωνε ότι δεν ικανοποιείτο το επείγον, τότε έπρεπε να προχωρήσει, δίχως άλλο, σε ακύρωση του. Αυτή η εξουσία, ακόμη και αυτεπάγγελτη, του Δικαστηρίου περιγράφεται στις υποθέσεις Stavros Hotels Apartments Ltd κ.ά. (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 389 και Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 637 . Στην τελευταία μάλιστα υπόθεση το Εφετείο επέκρινε ξανά την ευκολία με την οποία πρωτόδικα εκδίδονταν διατάγματα μονομερώς χωρίς την εξέταση του κατά πόσο συνέτρεχε το στοιχείο του επείγοντος για την έκδοση τους. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Έχει επικριθεί επανειλημμένως από το Εφετείο το οποίο είχε κατακρίνει την ευκολία με την οποία εκδίδονται διατάγματα επί μονομερούς αίτησης ως θέμα συνήθους τακτικής, χωρίς εκείνο τον ιδιαίτερο προβληματισμό που η φύση του θέματος απαιτεί για να καταδειχθεί αν πράγματι το ζήτημα είναι επείγον έτσι «που να παραγνωρίζεται θεμελιακή σημασία του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου, τακτική μάλιστα που απολήγει συχνά σε εξευτελισμό της διαδικασίας αφού με δεδομένη πλέον την έκδοση του διατάγματος ex parte η τελική κρίση παρατείνεται αδικαιολογήτως,» (Αμβροσιάδου (ανωτέρω)). Το κατεπείγον ως δικαιοδοτικός όρος μπορεί να κρίνεται και στα πλαίσια της έφεσης κατά της απόφασης οριστικοποίησης του, εφόσον μάλιστα είχε εγερθεί και πρωτοδίκως και εγείρεται κατ' έφεση (Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, 1462). Ένα Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται μονομερούς αίτησης και παραχωρεί το διάταγμα δύναται να επανεξετάσει μετά από καταχώριση σχετικής ένστασης όλα τα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος του χρόνου, ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, ώστε να καταλήξει να επικυρώσει ή να ακυρώσει ένα διάταγμα υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του και από τους δύο πλέον διαδίκους.».» Από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, παράγραφοι 11 μέχρι 17 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας 1 - Αιτήριας, προκύπτει ότι για να θεμελιώσει το κατεπείγον της αίτησης, επικαλείται την πρόθεση του Εναγόμενου - Καθ΄ου η αίτηση 1 ν' αποξενώσει την περιουσία του στο εξωτερικό και στην Κύπρο το οποίο πληροφορήθηκε από το διαδίκτυο την 01/07/
  1. Επικαλείται, επίσης, το γεγονός ότι είναι θύμα σωματικής, ψυχικής και οικονομικής βίας από το
  2. Το Δικαστήριο, με άλλη σύνθεση, εξετάζοντας τα όσα επικαλέστηκε η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια στις 23/07/2021, θεώρησε ότι συνέτρεχε η προϋπόθεση του κατεπείγοντος και εξέδωσε μονομερώς τα δύο διατάγματα τα οποία καλείται το Δικαστήριο, με την παρούσα σύνθεση, να αποφασίσει κατά πόσο θα πρέπει να διατηρηθούν σε ισχύ. Όπως έχει λεχθεί από τον Έντιμο κ. Οικονόμου στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση των Rock Amour Estate Company Ltd κ.α., στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 139/2022 ημερ. 5/10/2022: « Όταν το δικαστήριο επιστρέφει σε ένα διάταγμα το οποίο, αποκλίνοντας από τη φυσική δικαιοσύνη, έδωσε μονομερώς, δεν πράττει τούτο υπό την έννοια ενός επανελέγχου εφετειακής φύσεως, αλλά για να αναθεωρήσει τα πράγματα, αφού ακούσει και την άλλη πλευρά προς αποκατάσταση της θεμελιακής αρχής της φυσικής δικαιοσύνης audi alteram partem (δικαίωμα ακρόασης και της άλλης πλευράς). Αυτή την έννοια έχει λ.χ. η διαδικασία όταν μονομερή διατάγματα ορίζονται επιστρεπτέα, ή όταν ένας διάδικος ζητά από το δικαστήριο να ασκήσει τις εξουσίες του με βάση τη Δ.48 κ.8
(4), αναφορικά με διατάγματα που εκδίδονται μονομερώς.» Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Ltd v. Κρίνου Μακρίδη κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1918, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση δεν επιτρέπεται να ενεργήσει ως Εφετείο του εαυτού του ή άλλου ομόβαθμου Δικαστηρίου, ούτε και θα πρέπει να εξετάζει αν ορθώς δόθηκε το υπό αμφισβήτηση διάταγμα μονομερώς. Εκείνο που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο, είναι αν στο πλαίσιο της αίτησης, εκείνου του προσώπου που θεωρεί ότι τα δικαιώματά του επηρεάστηκαν από το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, έχει τεθεί «ενώπιον του επαρκής μαρτυρία ή περιστάσεις που, αντικειμενικώς, δικαιολογούσαν τον παραμερισμό» του εν λόγω διατάγματος. Με όλο το σεβασμό προς τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ΄ου η αίτηση, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκήθηκε κατά το στάδιο που επιλήφθηκε της ενώπιον του μονομερούς αίτησης, με βάση τα δεδομένα που είχε ενώπιον του και συνεκτιμώντας τα στοιχεία που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας, έκρινε πως το διάταγμα έπρεπε να εκδοθεί. Ως μπορεί να διαπιστωθεί, η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια επικαλέστηκε τόσο την πληροφόρηση που έλαβε την 01/07/2021 ότι το διαμέρισμα του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ου η αίτηση στο Λονδίνο τέθηκε προς πώληση, καθώς επίσης και ιδιαίτερες περιστάσεις που αφορούν τη σωματική της ακεραιότητα και τη διαβίωσή της, τις οποίες βρήκε το κουράγιο να προωθήσει με την βοήθεια των ψυχολόγων του ΣΠΑΒΟ. Στην προκειμένη περίπτωση, το θέμα κατέστη κατεπείγον από τη στιγμή της πληροφόρησης της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας περί της πρόθεσης του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση να πωλήσει και ή άλλως πως αποξενώσει ένα εκ των ακινήτων του, το οποίο αποτελούσε μέρος της ακίνητης περιουσίας του με βάση τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας. Δέον να σημειωθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε τρία γραμμάτια συνήθους τύπου συνολικής αξίας €1.920.000,00. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε άλλο για να σχολιαστεί, αφού το στοιχείο του κατεπείγοντος αλλά και των ειδικών περιστάσεων έχει καταδειχθεί. Το Δικαστήριο καλείται, έχοντας ακούσει και τις δύο πλευρές, να αποφασίσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να μονιμοποιήσει ή να ακυρώσει τα εκδοθέντα διατάγματα ή και για να εκδώσει τα υπόλοιπα. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111 και στην Χρίστος Ανδρέου ν. Olympic Insurance Company Ltd (ανωτέρω). Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιόν του με τις ένορκες δηλώσεις με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα ή να τα καταστήσει απόλυτα. Η Αιτήτρια είναι αυτή που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής τους και της διατήρησής τους σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις και τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους των Εναγόντων - Αιτητών ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της αίτησης και το αγώγιμο τους δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 στις σελίδες 257- 258). Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ
(2014)1 Α.Α.Δ. 866: « Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.». Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802, ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: « Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση, υπενθυμίζεται ότι με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Αιτήτριας. Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», στη σελίδα 123 υπό την θεματική ενότητα «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση» αναφέρονται τα ακόλουθα: « Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου». Εξετάζοντας την Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων-Αιτητών, προκύπτει ότι αξιώνονται γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για πρόκληση ψυχικής ταλαιπωρίας και ή διαταραχής και ή αγωνίας και ή άγχους και για παραβίαση των δικαιωμάτων τους που προκύπτουν από τα Άρθρα 8, 15 και 35 του Συντάγματος. Θα πρέπει να τονιστεί ότι όσον αφορά το τί συνιστά απάνθρωπη ή και ταπεινωτική μεταχείριση, Άρθρο 8 του Συντάγματος, έχει ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατά την ερμηνεία του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, που είναι πανομοιότυπο με το Άρθρο 8 του Συντάγματος. Στο σύγγραμμα Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ' άρθρο, Νομική Βιβλιοθήκη, Διεύθυνση Έκδοσης Λίνος-Αλέξανδρος Σισιλιάνος, 2013, σελ. 104 έως 105, αναφέρεται, με παραπομπή σε ανάλογη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ότι: « Όταν η ένταση της κακοποίησης δεν είναι τέτοια ώστε να φτάνει στα όρια του βασανιστηρίου, τότε η μεταχείριση χαρακτηρίζεται ως «απάνθρωπη» ή «εξευτελιστική». ............................................................................................................................................. Προκειμένου μια τιμωρία ή η μεταχείριση η οποία τη συνοδεύει να είναι «απάνθρωπες» ή «εξευτελιστικές», η οδύνη του θύματος θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει εκείνη που αναπόφευκτα ενέχει μια δεδομένη μορφή μεταχείρισης ή νόμιμης τιμωρίας. ............................................................................................................................................. Εξάλλου, ο τρόπος με τον οποίο το Δικαστήριο ερμηνεύει το άρθρο 3 απαγορεύει με απόλυτο τρόπο ορισμένες μορφές τιμωρίας, όπως για παράδειγμα τον ραβδισμό που είναι από την φύση του εξευτελιστικός. ............................................................................................................................................ Το Δικαστήριο έχει κρίνει ως «απάνθρωπη» μια μεταχείριση για τον λόγο ιδίως ότι η διάρκειά της ήταν εσκεμμένα πολύωρη κι ότι προκάλεσε είτε σωματικές βλάβες είτε έντονη σωματική ή ψυχική οδύνη. Έχει κρίνει επίσης ότι μια μεταχείριση ήταν «εξευτελιστική» γιατί ήταν ικανή να προκαλέσει στα θύματα της αισθήματα φόβου, άγχους και κατωτερότητας ικανά να τα ταπεινώσουν και να τα εξευτελίσουν. .............................................................................................................................................Εντούτοις, μπορεί να αρκεί για την διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 3 και μόνο το γεγονός ότι το θύμα ταπεινώθηκε στα δικά του μάτια, ακόμα κι αν δεν ταπεινώθηκε στα μάτια των άλλων. Το Δικαστήριο δέχεται ακόμα ότι κι η απειλή πρόκλησης σημαντικού πόνου, εφόσον είναι επαρκώς πραγματική κι άμεση, αποτελεί παραβίαση του άρθρου 3». Στην απόφαση El-Masri v. Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, Προσφυγή αρ. 39630/09, Απόφαση Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως, ημερ. 13/12/2012, στις παραγράφους 195 έως 197, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) επεσήμανε τα ακόλουθα σε σχέση με την ερμηνεία του Άρθρου 3 της Σύμβασης: «
  2. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το Άρθρο 3 της Σύμβασης ορίζει μία από τις πλέον θεμελιώδεις αξίες για τις δημοκρατικές κοινωνίες. Σε αντίθεση με τις περισσότερες ουσιαστικές διατάξεις της Σύμβασης, το Άρθρο 3 δεν προβλέπει εξαιρέσεις και δεν επιτρέπεται καμιά παρέκκλιση από αυτό σύμφωνα με το Άρθρο 15 § 2, ακόμα και σε περίπτωση δημόσιου κινδύνου που απειλεί τη ζωή του έθνους (βλ. Selmouni κατά Γαλλίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 25803/94, § 95, ΕΔΔΑ 1999‑V, και Labita κατά Ιταλίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 26772/95, § 119, ΕΔΔΑ 2000‑IV). Το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει ότι ακόμα και στις πλέον δύσκολες περιστάσεις, όπως για παράδειγμα στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος, η Σύμβαση απαγορεύει με απόλυτο τρόπο τα βασανιστήρια και άλλης μορφής απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του εν λόγω ατόμου (βλ. Chahal κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 15 Νοεμβρίου 1996, § 79, Reports 1996-V, και Labita, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 119).
  3. Για να εμπίπτει η κακομεταχείριση εντός του πεδίου του Άρθρου 3 πρέπει να φθάνει σε κάποιον ελάχιστο βαθμό σοβαρότητας. Η εκτίμηση αυτού του ελάχιστου βαθμού εξαρτάται από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, όπως τη διάρκεια της μεταχείρισης, την επίδρασή της στη σωματική και ψυχική υγεία και, σε κάποιες περιπτώσεις, από το φύλο, την ηλικία και την κατάσταση της υγείας του θύματος (βλ. Ιρλανδία κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 18 Ιανουαρίου 1978, § 162, Σειρά A αρ. 25, και Jalloh κατά Γερμανίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 54810/00, § 67, ΕΔΔΑ 2006‑IX). Άλλοι παράγοντες περιλαμβάνουν τον σκοπό για τον οποίο προκλήθηκε η εν λόγω μεταχείριση σε συνδυασμό με την πρόθεση ή το κίνητρο για αυτήν (συγκρίνετε, μεταξύ άλλων, Aksoy κατά Τουρκίας, 18 Δεκεμβρίου 1996, § 64, Reports 1996-VI, Egmez κατά Κύπρου, αρ. 30873/96, § 78, ΕΔΔΑ 2000-XII, και Krastanov κατά Βουλγαρίας, αρ. 50222/99, § 53, 30 Σεπτεμβρίου 2004).» Τα προαναφερθέντα παρατίθενται σε σχέση με το πρώτο μέρος της αξίωσης της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας το οποίο αφορά αξίωση για αποζημιώσεις για ηθική βλάβη. Όσον αφορά την οικονομική αξίωση, αυτή βασίζεται σε τρία γραμμάτια συνήθους τύπου, ήτοι η διαζευκτική αξίωση. Προκύπτει ότι το αγώγιμο δικαίωμα της βασίζεται σε τρία γραμμάτια συνήθους τύπου, ήτοι τα Τεκμήρια 20, 21 και 22 τα οποία, σημειωτέων, ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν αρνείται ότι υπέγραψε, όμως τα υπέγραψε, ως ισχυρίζεται, λόγω άσκησης ψυχικής πίεσης και λόγω των απειλών της Αιτήτριας ότι θα απεκάλυπτε στην σύζυγό του την εξωσυζυγική τους σχέση. Διαβάζονται τα ακόλουθα στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημητρίου, Πολ. Εφ.181/12 ημερ. 21/12/2018 σε σχέση με τον τρόπο απόδειξης αξίωσης δυνάμει γραμματίου: «Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε περιπτώσεις γραμματίων συνήθους τύπου το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή και να εξετάσει την αντιπαροχή που αναγράφεται στα γραμμάτια.. Στην υπόθεση Λεωνίδου κ.ά. ν. Σπυριδάκη
(2012)1Β ΑΑΔ 1694, επαναβεβαιώθηκαν οι αρχές της νομολογίας: « Η πλούσια νομολογία επί του γραμματίου συνήθους τύπου που καλύπτεται από το Άρθρο 78 του Κεφ. 149, σαφώς επιβεβαιώνει την ιδιάζουσα νομική οντότητα του γραμματίου συνήθους τύπου στο Κυπριακό νομικό στερέωμα, η έννοια του οποίου χρήζει αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το Άρθρο 80 του Κεφ. 149, προνοεί ότι το περιεχόμενο ενός τέτοιου γραμματίου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Σχετική είναι η κλασσική υπόθεση Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1971)1 Α.Α.Δ. 11, αναφορικά με την αυστηρή ερμηνεία του Άρθρου 78. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Raif v. Dervish
(1971)1 Α.Α.Δ. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του γραμματίου. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483 και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 733.» (Βλ. επίσης Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148, Αντώνης Σαλαχώρη ν. Αργυρούλας Παναγιωτίδου, ECLI:CY:AD:2016:A129, Πολιτική Έφεση 257/2010, ημερομηνίας 1.3.2016).». Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση A.J. Georgiades v. N. Haddad Ltd Πολ. Εφ. Ε100/21 ημερ. 23/10/2023, καταγράφονται τα ακόλουθα σημαντικά αναφορικά με την έκταση της ενασχόλησης του Δικαστηρίου με τις αντικρουόμενες θέσεις που προβάλλονται από τις δύο πλευρές: « Στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Όπως τονίστηκε στην Jonitexo v. Adidas,
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, το Δικαστήριο δεν κάνει αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. επίσης, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.,
(1999)1 ΑΑΔ 225). Το τι, φυσικά, θα πρέπει να διαχωριστεί είναι ακριβώς η αναγκαιότητα εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο τα ενώπιον του στοιχεία ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω.». Συνεπακόλουθα, με βάση το δικόγραφο της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας και τα όσα έχει περιγράψει στην ένορκη δήλωσή της, χωρίς να αποφαίνεται το Δικαστήριο για την αξιοπιστία τους, έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση και η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Υπενθυμίζεται ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας. Εκείνο το οποίο προκύπτει, με βάση το σύνολο της γενικής οπισθογράφησης και τις αιτούμενες θεραπείες που περιέχονται, είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά την κατ΄ ισχυρισμό παράβαση των Συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της από μέρους του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ου η αίτηση και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνεται ότι είναι αρκετό η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Σύμφωνα με τη νομολογία, αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο κριτήριο. Η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης ή να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά εκεί όπου επιτρέπεται η διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας ως έχει προλεχθεί. Σύμφωνα και με τον Δικαστή Slade στην Re Lord Cable (Deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R. 417, στη σελ. 430, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: « Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law.». Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο με τα όσα η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, ήτοι του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ου η αίτηση, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει και το δεύτερο κριτήριο. Από νομικής πλευράς υπάρχουν ζητήματα τα οποία ενδυναμώνουν την ορατότητα πιθανότητας επιτυχίας ως προς τις αξιώσεις της αφού υπάρχει η παραδοχή του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ου η αίτηση στην υπογραφή των συγκεκριμένων γραμματίων και δεν έχει αναφέρει ότι υπήρξε δόλος στην απόσπαση της υπογραφής του στα γραμμάτια ή στην Συμφωνία Διευθέτησης Οικονομικών Εκκρεμοτήτων ή ότι η υπογραφή δεν του ανήκει. Όπως υπεδείχθη στην απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά. Πολ. Έφ. Ε143/2015 ημερ. 23/03/2017 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980 λέχθηκε ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.». Στην Πουργουρίδης κ.ά v. Μέζου κ.ά
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, στη σελίδα 207 διαβάζονται τα ακόλουθα: «Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι πολύ περισσότερο από πιθανότητα αν και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Πρέπει όμως να αποδειχθεί δυνατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην Κυτάλα v. Χρυσάνθου (ανωτέρω) στις σελίδες 257 και 258 αναφέρεται: «Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας» και σε άλλο σημείο «εκείνο που απαιτείται είναι κάτι πολύ πιο λίγο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Απαιτεί απλώς να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates
(1982)1CLR, 557). Αυτό γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, δηλαδή των ενόρκων δηλώσεων (βλ. Κυτάλα v. Χρυσάνθου
(1996)1Α.Α.Δ., 253, 257, 258) όπου ελέχθη ότι κατά τη μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα από τα οποία πρέπει να διαφαίνεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας.». Με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, αφού η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια έχει αποδείξει ότι έχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα επιτυχίας. Θα εξεταστεί στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση των διαταγμάτων, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσον απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών, δεν δικαιολογεί κατ΄ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία, αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο Καθ΄ου η αίτηση να ικανοποιήσει την οποιαδήποτε απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος τυχόν απόφαση υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών να παραμείνει ανικανοποίητη. Η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια παραδέχεται ότι το ακίνητο στην οδό [ ] είναι υποθηκευμένο πλην όμως διατείνεται ότι θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν μεταγενέστερα αν αποξενωθεί αφού οι Εναγόμενοι - Καθ΄ων η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να τους αποζημιώσουν. Δεν αμφισβητήθηκε η δεινή οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ου η αίτηση. Οπόταν η πιθανότητα να μην μπορεί να ανταποκριθεί ο Εναγόμενος 1 - Καθ'ου η αίτηση σε τυχόν απόφαση εκδοθεί εναντίον του είναι ορατή. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ου η αίτηση να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον διαδραματισθούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Είναι γεγονός ότι στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε εκτίμηση αναφορικά με την αξία του επίδικου ακινήτου όμως είναι και από τις δύο πλευρές παραδεκτό ότι η αξία της συγκεκριμένης οικίας υπερβαίνει το €1.910.000,00 που αξιώνει η Ενάγουσα 1- Αιτήτρια δυνάμει των γραμματίων. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει το τρίτο κριτήριο. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει τα διατάγματα. Σε περίπτωση που τηρούνται τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη νομολογία μας, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, balance of convenience (βλ. Halsbury's Laws of England 4th ed. (Reissue), τόμος 24, παράγραφος 856 και American Cynamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396) στην οποία τέθηκαν σχετικές αρχές οι οποίες υιοθετήθηκαν σε σειρά Κυπριακών αποφάσεων (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. 1. Muskita - Aluminium Co Limited 2. Muskita Aluminium Industries Ltd.
(2002)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2015). Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Ένα διάταγμα εκδίδεται αν το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο και προς εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης. Η ανάγκη προστασίας των Εναγόντων - Αιτητών σταθμίζεται πάντοτε με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθούν οι Εναγόμενοι - Καθ΄ων η αίτηση από ζημιά που θα ήταν δυνατόν να υποστούν στην άσκηση των δικών τους δικαιωμάτων. Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί η επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ένας σημαντικός παράγοντας είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με χρήμα. Το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να σταθμίζει αυτές τις δύο ανάγκες και να καθορίζει ποια από τις δύο πλευρές θα υφίστατο τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία, υιοθετώντας εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Limited
(2014)1 Α.Α.Δ. 212: « ... είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670). Υπό το φως όλων των πιο πάνω και καθοδηγούμενο το Δικαστήριο από τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Ενάγουσας 1- Αιτήτριας, όσον αφορά το διάταγμα που εκδόθηκε και αφορά την μη αποξένωση ή και μεταβίβαση του ακινήτου στην οδό [ ] 14. Το συγκεκριμένο διάταγμα οριστικοποιείται. Όσον αφορά το αιτούμενο διάταγμα για την μη παρενόχληση της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας από τον Εναγόμενο - Καθ΄ου η αίτηση, έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι έχει εκδοθεί ταυτόσημο διάταγμα στην Υπόθεση Αρ. 16716/22, ποινική υπόθεση, που εκκρεμεί μεταξύ της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας και του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ου η αίτηση ενώπιον του Κακουργιοδικείου, οπόταν δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για την έκδοση δεύτερου διατάγματος με το ίδιο περιεχόμενο παρόλο που αφορά σε διαφορετική διαδικασία. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει τεθεί μαρτυρία μέσω της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας ότι ο Εναγόμενος 1 - Καθ΄ου η αίτηση έχει προσπαθήσει να την παρενοχλήσει. Εξετάζοντας το εκδοθέν διάταγμα που αφορά την καταβολή του ποσού των €5.000 μηνιαίως μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σκεπτικό της απόφασης Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403. Λέχθηκαν τα πιο κάτω: « Τέθηκε επίσης το ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ΄ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα.». Κατά την κρίση του Δικαστηρίου με την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 23/07/2021, για καταβολή του ποσού των €5.000 από 01/08/2021 μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, είναι ωσάν να έχει εκδικαστεί πλήρως η αγωγή σε σχέση με τις αξιώσεις της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας που αφορούν τα γραμμάτια, κάτι που δεν επιτρέπεται, εκτός σε σπάνιες περιπτώσεις, που αυτή η περίπτωση δεν είναι τέτοια. Έχοντας το Δικαστήριο ενώπιον του πλέον και τις θέσεις του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ου η αίτηση, θεωρεί ότι δεν επιτρέπεται η συνέχιση του συγκεκριμένου διατάγματος και ως εκ τούτου το ακυρώνει. Εξετάζοντας το επόμενο αιτητικό που αφορά την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύσει τη μεταφορά εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας και ή την μεταβίβαση οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας μέχρι του ποσού των €2.000.000,00 ή και την διάθεση οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων μέχρι του συγκεκριμένου ποσού, οπουδήποτε και αν αυτά βρίσκονται, με δεδομένο ότι έχει δηλωθεί από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ου η αίτηση ότι η κατοικία στην οδό [ ] είναι βεβαρημένη και έχοντας υπόψη την έκταση της αξίωσης της Ενάγουσας 1-Αιτήτριας, το Δικαστήριο θεωρεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσής του. Όσον αφορά τα επικουρικά διατάγματα αποκάλυψης, σχετικό είναι το σκεπτικό της απόφασης Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά. (ανωτέρω). Για να εκδοθούν τέτοιου είδους διατάγματα πρέπει να εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης, ενώ εφαρμόζονται ειδικές προϋποθέσεις, οι οποίες και θα πρέπει να συντρέχουν. Είναι οι ακόλουθες:
  1. Πρέπει να έχει λάβει χώρα ή κατ' ισχυρισμό να έχει λάβει χώρα μία αδικοπραξία από έναν τελικό αδικοπραγούντα,
  2. Πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος, ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και
  3. Το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση, πρέπει α) να έχει αναμιχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος. Όπως έχει αναφερθεί και στην απόφαση RPM Services Europe Ltd v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Εφ. Ε137/21 ημερ. 31/01/2024, η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος της συγκεκριμένης μορφής τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Ως καταγράφηκε «Τελικό ζητούμενο δεν θα πρέπει να είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος.». Με αυτά ως δεδομένα και έχοντας υπόψη ότι η αγωγή έχει καταχωριστεί καθώς και η Έκθεση Απαίτησης, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας για έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Ως αποτέλεσμα, το παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει της παραγράφου (Α) της υπό κρίση Αίτησης οριστικοποιείται. Το εκδοθέν διάταγμα δυνάμει της παραγράφου (Γ) της αίτησης ακυρώνεται. Εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος (Δ) της αιτήσεως. Όσον αφορά τα αιτούμενα με τις παραγράφους (Β) και (Ε) της αίτησης διατάγματα, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν δεν εκδίδονται και η αίτηση απορρίπτεται σε σχέση με αυτά. Νοείται ότι τα διατάγματα θα ισχύουν μέχρι πλήρους εκδίκασης της Αγωγής ή μέχρις ότου εκδοθεί άλλη διαταγή από το Δικαστήριο. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια δικαιούται στα έξοδα της, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της κυρίως υπόθεσης. Όσον αφορά την εγγύηση, ισχύει η εγγύηση που υπογράφτηκε από την Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια στις 23/07/
  4. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.