← Κύπρος

ΜΑΡΙΟΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ ν. PHARMALINK LTD, Αρ. Αγωγής: 256/14, 3/12/2024

ΜΑΡΙΟΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ ν. PHARMALINK LTD, Αρ. Αγωγής: 256/14, 3/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 256/14 Μεταξύ: ΜΑΡΙΟΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ Εναγόντων και PHARMALINK LTD Εναγομένων --------------------------------------- Ημερομηνία: 03 Δεκεμβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Ε. Νικολάου για Ζένιος Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη Εταιρεία: κ. Φ. Νικολάου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας αξιώνει από την Εναγόμενη Εταιρεία αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της σύμβασης εργοδότησής του, καθώς και ποσό ύψους €3.500 που απώλεσε ως εισόδημα συνεπεία του τερματισμού της σύμβασης εργοδότησης και διαφυγόντα κέρδη. Ως καταγράφονται τα γεγονότα, εργοδοτήθηκε από την Εναγόμενη Εταιρεία δυνάμει προφορικής συμφωνίας ημερομηνίας 19/04/2013, στη θέση του Οικονομικού Διευθυντή. Η σύμβαση εργοδότησής του θα ήταν μόνιμη και αορίστου διαρκείας, ο μισθός του θα ανερχόταν στις €3.500 μηνιαίως, θα λάμβανε 13ο μισθό και Ταμείο Προνοίας και θα εκτελούσε τα καθήκοντα του οικονομικού διευθυντή. Στις 05/12/2013 η Εναγόμενη Εταιρεία τερμάτισε την απασχόληση του ισχυριζόμενη ότι αδυνατούσε να εκπληρώσει τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί. Όμως, κατά τον χρόνο της εργοδότησής του, ο Ενάγοντας είχε αναδείξει δική του πρωτοβουλία και είχε προβεί σε ενέργειες για τη βελτίωση της διεύθυνσης του Οικονομικού Τμήματος και γενικά αναβάθμισε και βελτίωσε σημαντικά όλες τις υπηρεσίες που σχετίζονταν με το αντικείμενο της απασχόλησής του. Ήταν έμπειρος και είχε επάρκεια γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται για να πετύχει ως οικονομικός διευθυντής, ενώ παράλληλα είχε και 11 χρόνια προϋπηρεσίας σε διάφορα διευθυντικά πόστα σε επιχειρήσεις με μεγάλη εμβέλεια. Ο τερματισμός της εργοδότησής του ήταν παράνομος γι' αυτό και αξιώνει αποζημιώσεις, ιδιαίτερα ενόψει του ότι, παρά τις προσπάθειές του για να εξεύρει εργασία παρέμεινε μέχρι και την καταχώριση της αγωγής άνεργος. Αξιώνει την απώλεια των μελλοντικών απολαβών του. Η Εναγόμενη Εταιρεία παραδέχθηκε την πρόσληψη του Ενάγοντα στη θέση Οικονομικού Διευθυντή στις 19/04/2013 στη βάση σχετικού σχεδίου για απασχόληση άνεργων πτυχιούχων του Υπουργείου Εργασίας. Είχε συμφωνηθεί ως μηνιαίως μισθός το ποσό των €3.000 μέχρι τις 31/07/2013 και το μεικτό ποσό των €3.500 από 01/08/

  1. Είχε παράλληλα συμφωνηθεί ότι ο Ενάγοντας θα ασκούσε τα καθήκοντά του με ικανοποιητικό τρόπο, καταβάλλοντας τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή. Όμως, κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του, προέβαινε σε λάθη ή/και παραλείψεις ή/και ενεργούσε χωρίς να υποδεικνύει την απαιτούμενη επιμέλεια ή/και προσοχή. Συγκεκριμένα, προχωρούσε σε πληρωμές ή καταβολές ποσών σε πιστωτές πέραν των οφειλόμενων, τιμολογούσε πελάτες με λανθασμένα ποσά, κατακρατούσε πληρωμές από πελάτες χωρίς προηγουμένως να λάβουν χώρα οι ορθές διαδικασίες, ενώ ερχόταν σε ρήξη με τους συναδέλφους ή/και τους υφιστάμενούς του, σε τακτά χρονικά διαστήματα, λόγω της επιθετικής και/ή απρεπούς συμπεριφοράς του. Η διαγωγή του ήταν τέτοια που καθιστούσε σαφές ότι η σχέση εργοδότη ‑ εργοδοτούμενου δεν μπορούσε να συνεχιστεί, αφού υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση των κανόνων εργασίας και απασχόλησής του ή/και υπέδειξε διαγωγή με την οποία κατέστησε τον εαυτό του υποκείμενο σε απόλυση. Επιπρόσθετα, ο Ενάγοντας ήταν συχνά δέκτης παραπόνων ή/και παρατηρήσεων από τους προϊστάμενούς του και/ή από τη διεύθυνση των Εναγομένων, αναφορικά με την ανάρμοστη συμπεριφορά του και την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του. Περαιτέρω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται ή/και δεν δικαιούται να διεκδικεί αποζημιώσεις για μελλοντικές ζημιές ή για διαφυγόν κέρδος, γιατί δεν έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για εξεύρεση νέας εργασίας. Ο Ενάγοντας παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό έγγραφο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο
  2. Στην γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι προσλήφθηκε στην Εναγόμενη Εταιρεία στις 22/04/2013 με προφορική συμφωνία αορίστου διαρκείας στη θέση του Οικονομικού Διευθυντή. Η πρόσληψη έγινε στη βάση του σχεδίου του Υπουργείου Εργασίας για απασχόληση άνεργων πτυχιούχων και η συμφωνία εργοδότησης προνοούσε ότι η εργοδότηση θα ήταν μόνιμη και αορίστου διάρκειας, ο μισθός θα ανερχόταν στις €3.500 μηνιαίως, ενώ προέβλεπε 13ο μισθό και Ταμείο Προνοίας. Στις 05/12/2013 η Εναγόμενη τερμάτισε την απασχόλησή του, αδικαιολόγητα και απροειδοποίητα, με τον ισχυρισμό ότι αδυνατούσε να εκπληρώσει τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί. Καταγράφει ότι από την ημερομηνία πρόσληψής του και μέχρι την ημερομηνία απόλυσής του είχε αφιερώσει απεριόριστο χρόνο για να προσφέρει τις καλύτερες δυνατές υπηρεσίες στον εργοδότη του, ακόμα και σε θέματα τα οποία δεν ενέπιπταν στα καθήκοντά του. Κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του στην Εναγόμενη είχε διαπιστώσει κενά, αδυναμίες και ελλείψεις στην ορθή και αποτελεσματική λειτουργία της και είχε υποβάλει αρκετές εποικοδομητικές και χρήσιμες εισηγήσεις για τη βελτίωσή τους, κάποιες από τις οποίες εισακούστηκαν και κάποιες άλλες όχι. Κανένας από τους προϊστάμενούς του δεν του είχε υποβάλει παρατήρηση ή παράπονο για την ποιότητα της εργασίας του ή είχε εκφράσει πρόθεση για τερματισμό των υπηρεσιών του. Ενίοτε μπορεί να συζητούσε και να διαφωνούσε με τους συναδέλφους του, σε θέματα που αφορούσαν τον τομέα του, αλλά πάντοτε κόσμια και εποικοδομητικά. Ως προς τις ικανότητές του ήταν έμπειρος και είχε επάρκεια, ενώ παράλληλα είχε όλες τις απαραίτητες γνώσεις και προσόντα που απαιτούνται από τη θέση. Από το 2008 εργάστηκε ευδόκιμα και με επιτυχία ως οικονομικός διευθυντής σε επιχειρήσεις όπως την Pittas Diary Ltd και Reinnaissance Capital Ltd, ενώ είχε και 11 χρόνια επιτυχούς προϋπηρεσίας σε διάφορα διευθυντικά πόστα σε επιχειρήσεις όπως η KPMG. Ο αδικαιολόγητος και αντισυμβατικός τερματισμός της απασχόλησής του, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Κύπρο, του προκάλεσε τεράστια οικονομική ζημιά και έπληξε σε μεγάλο βαθμό το όνομα και το κύρος του στην κυπριακή αγορά εργασίας. Η εξεύρεση εργασίας στην Κύπρο κατέστη δύσκολη μέχρι και αδύνατη, παρά τις πολλές προσπάθειές του για εξεύρεση εργασίας οι οποίες απέβησαν άκαρπες. Παρέμεινε άνεργος μέχρι τον Απρίλη του 2014 που βρήκε εργασία στο Med Serve Cyprus Ltd με μισθό €3.333 μηνιαίως, ενώ από τον Ιανουάριο του 2016 μετεγκαταστάθηκε στο Ντουμπάι. Όταν απολύθηκε ήταν 34 ετών, παντρεμένος, με χρέη και δάνεια τα οποία πραγματοποίησε βασιζόμενος στο εισόδημα που λάμβανε στη συγκεκριμένη εργασία. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 την αίτηση καταβολής χορηγίας επιδότησης μισθού ημερομηνίας 28/03/2013, ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο ανάλυσης αποδοχών για το έτος 2013, ως Τεκμήριο 3 την αίτηση για επίδομα ανεργίας, ως Τεκμήριο 4 αντίγραφα μηνιαίων καταστάσεων απολαβών για τους μήνες Απρίλιο του 2013 μέχρι Δεκέμβριο του 2013, ως Τεκμήριο 5 την επιστολή τερματισμού απασχόλησης του 2014 και ως Τεκμήριο 6 δέσμη εγγράφων που αφορούν ηλεκτρονικά μηνύματα που είχε αποστείλει σε διάφορες εταιρείες στην προσπάθειά του για εξεύρεση εργασίας. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι μεταξύ του και της Εναγόμενης υπήρχε προφορική συμφωνία, συγκεκριμένα με τον διευθυντή της, για να αναλάβει καθήκοντα οικονομικού διευθυντή και ο ίδιος ανάμενε από την Εταιρεία να του παρουσιάσει σχέδιο υπηρεσίας το οποίο ποτέ δεν του παρουσιάστηκε. Προώθησε τη θέση ότι αν δεν υπήρχε συμφωνία τότε δεν θα χρειαζόταν να τερματιστεί η εργοδότησή του από την Εναγόμενη Εταιρεία και ότι δεν θα επικαλείτο η Εναγόμενη ότι δεν ανταποκρινόταν στα καθήκοντά του. Ερωτηθείς ανέφερε ότι το συγκεκριμένο Σχέδιο, δυνάμει του οποίου είχε προσληφθεί, δεν προνοούσε τον τερματισμό της εργασίας του εντός 9 μηνών, ενώ προώθησε ότι ο τερματισμός είναι παράνομος με βάση το συγκεκριμένο Σχέδιο αφού η Εναγόμενη Εταιρεία επιδοτείτο από το συγκεκριμένο Σχέδιο για την εργοδότησή του. Αναγνώρισε ότι στο Τεκμήριο 1 προβλεπόταν μισθός της τάξεως των €3.500 τον μήνα, όμως παρά το γεγονός ότι θα έπρεπε να προσληφθεί κανονικά τον Μάρτιο του 2013 λόγω του κουρέματος η Ενάγουσα Εταιρεία μονομερώς αποφάσισε να προβεί σε αποκοπές στους μισθούς των υπαλλήλων. Ερωτηθείς αναφορικά με το σχέδιο πρόσληψής του εξήγησε ότι η επιδότηση, όπως προβλέπεται στο Σχέδιο, αφορά εργοδότηση 12 μηνών, όμως η δική του ήταν αορίστου χρόνου γιατί, όπως ο ίδιος αντιλαμβανόταν, από τη στιγμή που δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη συμφωνία με την Εταιρεία που να λέει το αντίθετο η πρόσληψη του ήταν αορίστου χρόνου. Επέμενε στη θέση του ότι το σχέδιο πρόσληψης του Υπουργείου Εργασίας δεν έκαμνε οποιαδήποτε αναφορά για ημερομηνία και περίοδο απασχόλησης και προνοούσε μόνο για την περίοδο επιδότησης του σχεδίου. Όταν του υποβλήθηκε ότι η συμφωνία περιοριζόταν στη βάση του σχεδίου πρόσληψης του Κράτους και ότι ουδέποτε υπήρξε διαφορετική συνεννόηση ο ίδιος το αρνήθηκε και προώθησε τη θέση ότι η συγκεκριμένη εργοδότηση είχε γίνει μέσω της KPMG και θα μπορούσε να δώσει μαρτυρία προς τούτο ο γενικός διευθυντής της KPMG. Επέμενε στη θέση του ότι το συγκεκριμένο σχέδιο δεν κάνει αναφορά για δωδεκάμηνη απασχόληση, αλλά για 12 μήνες επιδότησης και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να λέει ότι η πρόσληψη του ήταν περιορισμένου χρόνου. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι είχε συζητήσει το θέμα προφορικά με τον Διευθυντή της Ενάγουσας. Όσον αφορά τα λάθη στα οποία κατ' ισχυρισμό της Εναγόμενης Εταιρείας υπέπεσε, ήταν η δική του θέση ότι στον χώρο εργασίας πάντοτε υπάρχουν διαφωνίες αλλά υποστήριξε ότι στα πλαίσια εποικοδομητικής συζήτησης βρίσκονταν λύσεις. Όσον αφορά το γεγονός ότι δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες του εργοδότη του, ισχυρίστηκε ότι από τη στιγμή που δεν υπάρχει σχέδιο υπηρεσίας και τα καθήκοντά του δεν ήταν καταγραμμένα, δεν μπορούσε να γνωρίζει τι θα ανάμενε ο εργοδότης του από τον ίδιο για αυτό ασκούσε τα καθήκοντα στη βάση της προηγούμενης του εμπειρίας και σύμφωνα με το τι ο ίδιος γνώριζε ότι θα έπρεπε να πράξει για να ανταποκριθεί. Όμως δεν του είχαν υποδειχθεί οποιεσδήποτε παραλείψεις και δεν γνωρίζει για ποιο πράγμα παραπονείτο η Eναγόμενη. Ούτε και γνώριζε οτιδήποτε για τη λανθασμένη τιμολόγηση των πελατών η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν δική του ευθύνη. Ο ίδιος είχε ευθύνη για επίβλεψη της τιμολόγησης. Όταν του υποβλήθηκε ότι κατακρατούσε πληρωμές χωρίς να προηγηθούν οι ορθές διαδικασίες το αρνήθηκε και προώθησε τη θέση ότι οι διαδικασίες δημιουργήθηκαν από τον ίδιο. Αρνήθηκε τη θέση ότι του είχαν διαβιβαστεί ρητές οδηγίες για τη διαδικασία πληρωμής σε πελάτες και ότι ο ίδιος δεν την ακολουθούσε. Όσον για τα θέματα συμπεριφοράς, προώθησε την άποψη ότι αν υπήρχαν τέτοια θέματα θα έπρεπε να καταγράφουν στην επιστολή τερματισμού που του είχε δοθεί. Δεν αποδέχθηκε τον ισχυρισμό ότι ερχόταν σε ρήξη με τους συναδέλφους του και ότι είχε απότομη συμπεριφορά. Παραδέχθηκε ότι υπήρχαν συχνές διαφωνίες και ότι πράγματι γίνονταν παρατηρήσεις από τον ίδιο σε υφιστάμενους, στα πλαίσια του επαγγελματισμού και της προσπάθειας αποφυγής των λαθών. Απέρριψε την υποβολή ότι ο ίδιος υπεδείκνυε επιθετική συμπεριφορά προς το πρόσωπο της λογίστριας και ανάφερε ότι αν υπήρξε τέτοιο περιστατικό αυτό θα έπρεπε πρώτα να διερευνηθεί και στη συνέχεια να του σταλεί η επιστολή διακοπής της εργοδότησής του. Ο ίδιος παραπονείτο στον Διευθυντή της Εναγόμενης για το γεγονός ότι μοιραζόταν το ίδιο γραφείο με τις δύο λογίστριες, γεγονός που δεν ήταν ορθό αφού ο προηγούμενος οικονομικός διευθυντής της Εταιρείας κατείχε το δικό του γραφείο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι στις 5 Δεκεμβρίου είχε συμβεί ένα περιστατικό με μια από τις λογίστριες. Παραδέχθηκε ότι πριν την εργοδότησή του στην Εναγόμενη εταιρεία ήταν άνεργος για 4 ‑ 5 μήνες, σε μια περίοδο δύσκολη για την Κυπριακή οικονομία μετά το κούρεμα. Όσον αφορά τις ζημιές που προκλήθηκαν στον ίδιο από τον τερματισμό της εργοδότησής του στην Εναγόμενη εταιρεία, υποστήριξε ότι μετά τον τερματισμό ο ίδιος αποδέχθηκε μια θέση εργασίας με λιγότερες απολαβές, για να μπορεί να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις, συγκεκριμένα αποδέχθηκε μισθό €3.
  3. Προώθησε την άποψη ότι δεν υπήρχαν θέσεις οικονομικού διευθυντή και αναγκάστηκε να δεχθεί χαμηλότερο μισθό με αποτέλεσμα να απολέσει εισοδήματα της τάξης των €20.
  4. Το εξήγησε ως τη μείωση στον μισθό που είχε αποδεχθεί από την ημέρα εργοδότησής του στη νέα εταιρεία. Όμως προώθησε εμφαντικά ότι είχε πληγεί το όνομά του και το κύρος του, γιατί είχε απολυθεί αυθαίρετα και χωρίς κανέναν λόγο και αφορμή. Επιπρόσθετα, δεν του είχε δοθεί συστατική επιστολή, η οποία στη συνέχεια είχε ζητηθεί από τους επόμενους εργοδότες του. Προώθησε τη θέση ότι εργάστηκε για 6 χρόνια στην KPMG και ακολούθως είχε αναλάβει τον ρόλο του vice chairman στη μεγαλύτερη επενδυτική ρωσική τράπεζα. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν είχε προβεί στις δέουσες προσπάθειες για εξεύρεση άλλης εργασίας ο ίδιος το απέρριψε και προώθησε τον ισχυρισμό ότι είχε βρει εργασία μετά παρέλευση 6 μηνών που για τα δεδομένα της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκείνο το διάστημα, ήταν ένα θαύμα. Υποστήριξε ότι κατά τον δεδομένο χρόνο είχε πολλά δάνεια και αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις δόσεις των δανείων του. Για την Εναγόμενη Εταιρεία μαρτυρία δόθηκε από τον Γιώργο Λυμπουρή Μ.Υ.1, Διευθυντή και Γραμματέα της. Παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο
  5. Στην γραπτή του δήλωση επεξηγεί ότι η Εναγόμενη δραστηριοποιείται από το 2001 στο χώρο της προμήθειας φαρμακευτικών προϊόντων και υπηρεσιών χωρίς να έχει αντιμετωπίσει μέχρι και σήμερα οποιαδήποτε άλλη δικαστική διαδικασία. Το λογιστήριο της Εναγόμενης Εταιρείας αποτελείται από 3 άτομα, εκ των οποίων η τελευταία υπάλληλος προσλήφθηκε το 2016 και αυτό καταδεικνύει ότι η εταιρεία έχει σταθερό προσωπικό. Καταγράφει ότι περί τις 22/04/2013 ο Ενάγοντας είχε προσληφθεί στην Εναγόμενη, στη θέση Οικονομικού Διευθυντή, στη βάση του σχετικού σχεδίου για απασχόληση άνεργων πτυχιούχων του Υπουργείου Εργασίας. Είχε προσληφθεί με μηνιαίο μισθό ύψους €3.315 για την περίοδο 22/04/2013 - 21/04/2014 και ο Ενάγοντας ήταν ενήμερος ότι η πρόσληψη του είχε γίνει δυνάμει του συγκεκριμένου Σχεδίου, καθώς και για τους όρους που την αφορούσαν. Λόγω του γεγονότος αυτού, η Εναγόμενη Εταιρεία δεν συνήψε άλλη σύμβαση με τον Ενάγοντα και ούτε υπήρξε οποιαδήποτε άλλη προφορική ή γραπτή συμφωνία για το καθεστώς εργοδότησης του ή την περίοδο εργοδότησης του. Ο μισθός του Ενάγοντα είχε συμφωνηθεί στις €3.000 μέχρι 31/07/2013 και στις €3.500 από 01/08/
  6. Ήταν εξυπακουόμενος ουσιώδης όρος πρόσληψης του ότι θα ασκούσε τα καθήκοντα του με ευλόγως ικανοποιητικό τρόπο και θα επιδείκνυε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή. Όμως, διαπιστώθηκε ότι προέβαινε σε συνεχή λάθη και παραλείψεις κατά την εκτέλεση της εργασίας του και ότι ενεργούσε χωρίς να επιδεικνύει την απαιτούμενη προσοχή, προβαίνοντας σε πληρωμές και καταβολές ποσών σε πιστωτές πέραν των οφειλομένων, στην τιμολόγηση πελατών με λανθασμένα ποσά, στην κατακράτηση πληρωμών από πελάτες χωρίς να προηγηθούν οι ορθές διαδικασίες, ενώ σε τακτά χρονικά διαστήματα ερχόταν σε ρήξη με τους συναδέλφους και τους υφισταμένους του λόγω της επιθετικής συμπεριφοράς του. Ο ίδιος προέβη σε συστάσεις και παρατηρήσεις προς τον Ενάγοντα στον οποίο παραχωρήθηκε χρόνος για βελτίωση χωρίς όμως να καταφέρει να πετύχει το ευλόγως αναμενόμενο επίπεδο απόδοσης ή συμπεριφοράς. Στις αρχές Δεκεμβρίου 2013 ο Ενάγοντας είχε έντονο διαπληκτισμό με τη συνάδελφο του Αγγελική Ζαχαριάδου, όπου επέδειξε επιθετική και ανάρμοστη διαγωγή προκαλώντας πρόβλημα και αναστάτωση σε όλη την Εταιρεία. Το γεγονός αυτό οδήγησε στον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του αφού η σχέση μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου είχε διαρρηχθεί σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Κατέγραψε ότι ως Οικονομικός Διευθυντής, ο Ενάγοντας, είχε καθήκοντα διασφάλισης της οικονομικής πειθαρχίας της εταιρείας, της παροχής οικονομικών πληροφοριών για την καλύτερη λειτουργία της εταιρείας, την τήρηση των σχετικών νομοθεσιών, την παρακολούθηση στα κόστη, στην προώθηση εισηγήσεων για οικονομική βελτίωση, καθώς επίσης και στην επικοινωνία με όλα τα τμήματα της Εταιρείας. Κατά τον τερματισμό της εργοδότησης του είχε δοθεί, στον Ενάγοντα, σχετική επιστολή και του καταβλήθηκαν όλα τα δεδουλευμένα, αποζημιώσεις άδειας, μερίδιο 13ου μισθού, καθώς και αποζημίωση 1 εβδομάδας και υπογράφτηκε από τον Ενάγοντα και σχετικό έντυπο. Κατά τη δική του άποψη ο τερματισμός της απασχόλησης του Ενάγοντα ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 έντυπο έρευνας στον Έφορο Εταιρειών που αφορά την Εναγομένη εταιρεία, ως Τεκμήριο 8 την συμφωνία για ένταξη στο Σχέδιο Απασχόλησης Ανέργων και Νέων ημερομηνίας 17/06/2013 σύμφωνα με το οποίο είχε προσληφθεί ο Ενάγοντας, ως Τεκμήριο 9 το μισθολογικό κόστος του Ενάγοντα στην Εταιρεία, ως Τεκμήριο 10 δέσμη τιμολογίων στα οποία ο Ενάγοντας είχε προβεί σε λανθασμένες εγγραφές, ως Τεκμήριο 11 το Σχέδιο Υπηρεσίας του Ενάγοντα και ως Τεκμήριο 12 το έντυπο αποζημιώσεων που είχε υπογραφτεί από τον Ενάγοντα. Εξήγησε ότι λόγω της θέσης, Οικονομικός Διευθυντής, είναι αδήριτη ανάγκη να υπάρχει ικανότητα και καλή επικοινωνία τόσο με τα άτομα του λογιστηρίου αλλά και την υπόλοιπη ηγετική ομάδα. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη σχέση εργατικής φύσεως μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης Εταιρείας. Ο Ενάγοντας, μέσω του δικηγόρου του, ζήτησε όπως του καταβληθεί το ποσό το οποίο του είχε αποκοπεί και η Εναγόμενη Εταιρεία επέλεξε να του το καταβάλει για να «αγοράσει τον μπελά». Η συγκεκριμένη αποκοπή αφορούσε τη μείωση ύψους 10% που είχε υποστεί όλο το προσωπικό της εταιρείας, κατά τον καιρό της κρίσης, έτσι ώστε να μην απολυθεί προσωπικό. Ο μόνος που αντέδρασε στη συγκεκριμένη αποκοπή ήταν ο Ενάγοντας, ο οποίος μετά την απόλυσή του ζήτησε όπως αποζημιωθεί για το ποσό που του αποκόπηκε. Ερωτηθείς αναφορικά με το Τεκμήριο 8, προώθησε την άποψη ότι είναι η συμφωνία η οποία διέπει την εργοδότηση του Ενάγοντα και οι όροι της ήταν δεσμευτικοί τόσο για την Εταιρεία καθώς και τον Ενάγοντα. Το συγκεκριμένο Σχέδιο θα χρησιμοποιείτο και στην περίπτωση που εξεταζόταν πιθανή επέκταση της εργοδότησης του Ενάγοντα μετά τη λήξη του. Παραδέχτηκε ότι το θέμα της μόνιμης πρόσληψης του Ενάγοντα είχε συζητηθεί μεταξύ των δύο τους. Εξήγησε ότι σε όλες τις προσλήψεις γίνεται συζήτηση για τα καθήκοντα της θέσης και αυτό έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου οι όροι εργοδότησης του Ενάγοντα συζητήθηκαν ξεκάθαρα. Οι λεπτομέρειες που αφορούσαν τα καθήκοντα του, του είχαν λεχθεί προφορικά, όμως δεν διαφοροποιούνταν από οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα που απαιτεί η θέση Οικονομικού Διευθυντή σε οποιαδήποτε άλλη εταιρεία που έχει το μέγεθος της Εναγομένης. Ερωτηθείς για το Τεκμήριο 11, υποστήριξε ότι παραδόθηκε στον Ενάγοντα τον πρώτο μήνα της εργοδότησης του και ο λόγος που δεν έχει ημερομηνία και υπογραφή είναι γιατί δίδεται στους υπαλλήλους χωρίς να υπογραφτεί. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ίδιος είχε συμφωνήσει μαζί του ότι η εργοδότηση του θα ήταν αόριστης διάρκειας. Αυτό που συμφωνήθηκε ήταν ότι θα υπήρχε μονοετής σύμβαση εργασίας όπως προβλεπόταν στο σχέδιο. Εν πάση περιπτώσει, στο συγκεκριμένο σχέδιο εμπλέκονται ο εργοδότης με την κυβέρνηση, εξού και στο Τεκμήριο 8 δεν υπάρχει η υπογραφή του Ενάγοντα. Αρνήθηκε τη θέση που του υποβλήθηκε ότι το Τεκμήριο 8 συνιστούσε μόνο την συμφωνία επιδότησης. Παραδέχθηκε ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 8 οι μηνιαίες απολαβές του Ενάγοντα καθορίζονται στις €3.500, αλλά υπήρξε μια μικρή αναπροσαρμογή στους μισθούς όλων των υπαλλήλων εξού και κατέληξε στο ποσό των €3.
  7. Η συγκεκριμένη όμως διαφορά καταβλήθηκε στον Ενάγοντα μετά την απόλυσή του σε διακανονισμό που είχε γίνει μεταξύ των δικηγόρων. Όσον αφορά το Τεκμήριο 11, εξήγησε ότι καταγράφει τα καθήκοντα του οικονομικού διευθυντή όμως τα συγκεκριμένα καθήκοντα είναι πολύ πιο περίπλοκα όχι μόνο στην Εναγόμενη εταιρεία αλλά και σε όλες τις εταιρείες. Ο ίδιος προσωπικά του είχε αναφέρει επανειλημμένα τα καθήκοντά του, αλλά και τα λάθη του, κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του, αφού γίνονταν συναντήσεις σε εβδομαδιαία βάση και του γίνονταν παρατηρήσεις. Παραδέχθηκε ότι μεταξύ των καθηκόντων του ενέπιπτε και το λογιστήριο, δηλαδή, η έκδοση τιμολογίων και αποδείξεων. Σημαντικά θέματα όπως οι πληρωμές έπρεπε να γίνονται από τον ίδιο. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η θέση του οικονομικού διευθυντή είναι πολύ σημαντική σε μια εταιρεία και δεν τον αλλάζεις εύκολα αλλά δίνεις ευκαιρία, αν έχει κάνει λάθη, να τα διορθώσει. Στην περίπτωση του Ενάγοντα τα λάθη ήταν πολλά και συνεχή και δεν υπήρχε κατανόηση στον τρόπο λειτουργίας της Εναγόμενης Εταιρείας. Τα λάθη του είχαν γίνει αντιληπτά από τους υφιστάμενους του, από τον ίδιο, καθώς και από τους πελάτες που λάμβαναν υπερπληρωμές. Ερωτηθείς για το Τεκμήριο 10 ανέφερε ότι τις τιμολογήσεις για τις ασφάλειες τις κάνει ο Οικονομικός Διευθυντής και ότι χειρόγραφα κατέγραψε ο ίδιος τα ορθά ποσά. Περιέγραψε την κατάσταση στο λογιστήριο, κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του Ενάγοντα, ως τραγική και στη συνέχεια έγιναν έρευνες και έγιναν διορθωτικές εγγραφές και κινήσεις για να διορθωθούν τα λάθη που είχαν γίνει. Υποστήριξε ότι τις πλείστες φορές ο Ενάγοντας παραδεχόταν τα λάθη του και γινόταν μεγάλη συζήτηση αναφορικά με αυτά, παρά το γεγονός ότι οι σπουδές του ήταν στη λογιστική. Όσον αφορά το λόγο που δεν παραχωρήθηκε στον Ενάγοντα συστατική επιστολή ήταν γιατί, κατά τη δική του άποψη, οι συγκεκριμένες επιστολές δημιουργούν αντιπαράθεση. Υποστήριξε ότι αν όλα πήγαιναν καλά ο ίδιος θα ήταν ο πρώτος που θα επιθυμούσε τη συνέχιση της εργοδότησης. Όμως, η εργοδότηση του συγκεκριμένου είχε στοιχίσει πολλά λεφτά στην Εναγόμενη Εταιρεία, ενώ υπήρχαν και πολλά παράπονα από το λογιστήριο και η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο. Ερωτηθείς για τα προβλήματα που προέκυψαν από τη συμπεριφορά του Ενάγοντα ανέφερε ότι υπήρξαν προβλήματα με πολλά άτομα λόγω του χαρακτήρα του Ενάγοντα αφού είχε έντονο ύφος και ομιλία, ενώ προέβαινε και σε έντονες παρατηρήσεις. Οι πλείστοι υπάλληλοι που ανέχθηκαν την συμπεριφορά του συνεχίζουν, μέχρι σήμερα, να είναι υπάλληλοι της Εταιρείας. Η συμπεριφορά του ήταν πολύ άσχημη και συνέτεινε στο να απολυθεί. Ήταν τόσο άσχημη που ο ίδιος δεν μπορούσε να του επιτρέψει να συνεχίσει γιατί θεωρούσε ότι το να θέτεις τη φυσική κατάσταση οποιουδήποτε άλλου ατόμου σε κίνδυνο είναι ανεπίτρεπτο. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα και είχε ακούσει προσωπικά, την συγκεκριμένη μέρα του επεισοδίου, πολύ έντονες φωνές στο χώρο του λογιστηρίου και μεταβαίνοντας στο χώρο είχε βρει τη συγκεκριμένη εργοδοτούμενη τρομοκρατημένη και να αναπνέει πολύ δύσκολα. Όταν την ρώτησε του ανέφερε ότι ο Ενάγοντας είχε ρίξει την υπολογιστική μηχανή προς το μέρος της. Για το περιστατικό είχε ενημερωθεί από τις δύο κοπέλες που εργάζονται στο λογιστήριο. Αυτό τον οδήγησε στο να καλέσει τον Ενάγοντα στο γραφείο του και να του παραδώσει τη συγκεκριμένη επιστολή τερματισμού. Όσον αφορά το παράπονο του Ενάγοντα ότι δεν είχε δικό του γραφείο υποστήριξε ότι μέσα στο λογιστήριο υπάρχει και δεύτερο γραφείο το οποίο ο Ενάγοντας μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Μαρτυρία δόθηκε και από την Αγγελική Ζαχαριάδου, Μ.Υ.2, η οποία κατέγραψε τις θέσεις της σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο
  8. Στην γραπτή της δήλωση καταγράφει ότι εργοδοτείται ως λογίστρια στην Εναγόμενη Εταιρεία από το 2006 και γνωρίζει τα γεγονότα που οδήγησαν στον τερματισμό της απασχόλησης του Ενάγοντα πολύ καλά. Η καθημερινή τριβή που είχε η ίδια με τον Ενάγοντα της έδωσε την εντύπωση ότι αντιμετώπιζε δυσκολία στην κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της Εταιρείας σε βαθμό που υφιστάμενοι του αναγκάζονταν να του εξηγούν θέματα λογιστικής. Για παράδειγμα, αναφορικά με πληρωμές των προμηθευτών, προέβη σε λάθος υπολογισμούς με αποτέλεσμα να καταβληθούν €70.000 περισσότερα. Για συγκεκριμένη δε εταιρεία ήθελε να αποκόψει το ποσό των €40.000, θεωρώντας ότι το αρχικό ποσό ήταν λανθασμένο. Η συμπεριφορά του Ενάγοντα δεν άρμοζε σε αυτή που έπρεπε να επιδεικνύεται από ένα Οικονομικό Διευθυντή αφού πολύ συχνά εκνευριζόταν με τους υπαλλήλους του λογιστηρίου, ύψωνε τον τόνο της φωνής του και δημιουργούσε αρνητικό κλίμα. Στην ίδια συχνά φώναζε και απειλούσε ότι θα την απολύσει με αποκορύφωμα την ημέρα του τερματισμού της απασχόλησης του όπου λόγω διαφωνίας που είχαν μεταξύ τους έχασε τη ψυχραιμία του, φώναζε πολύ έντονα και έριξε προς το μέρος της διάφορα αντικείμενα, μεταξύ των οποίων και την υπολογιστική μηχανή. Η ίδια πανικοβλήθηκε και δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Λόγω του ότι ο Διευθυντής είχε ακούσει τις φωνές, μετέβηκε στο δικό της γραφείο, ενημερώθηκε για την κατάσταση και το τι είχε προηγηθεί και εντός της ημέρας ζήτησε από τον Ενάγοντα να αποχωρήσει από την Εναγόμενη εταιρεία. Αντεξεταζόμενη, διευκρίνισε ότι η ίδια απασχολείται με τους προμηθευτές και τα τιμολόγια. Παραδέχθηκε ότι οι υπάλληλοι του λογιστηρίου είναι υφιστάμενοι του Οικονομικού Διευθυντή. Παραδέχθηκε ότι είναι διαφορετικά τα καθήκοντα του οικονομικού διευθυντή από του λογιστή και προώθησε την άποψη ότι δεν ήταν η δική της θέση να κρίνει τις ικανότητες οποιουδήποτε ανωτέρου της. Όμως, λόγω του ότι ο Ενάγοντας δεν είχε κατανοήσει τον τρόπο λειτουργίας της εταιρείας, οι υπάλληλοι του λογιστηρίου του επέδειχναν απλά λογιστικά πράγματα. Εξήγησε ότι η ίδια ετοίμαζε τις καταστάσεις των προμηθευτών αλλά η τελική έγκριση δίδετο από τον Οικονομικό Διευθυντή, ο οποίος προέβαινε στους υπολογισμούς και τους παρουσίαζε στη συνέχεια στον Διευθυντή. Εξήγησε ότι η ίδια εκτύπωνε τις καταστάσεις από τον υπολογιστή, από τις οποίες πρόκυπτε το αρχικό ποσό και στη συνέχεια ελέγχονταν από τον Οικονομικό Διευθυντή και της επιστρέφονταν για να τις περάσει στο σύστημα. Ο Οικονομικός Διευθυντής υπέγραφε επίσης τα τιμολόγια και τις επιταγές. Σε ερώτηση που της τέθηκε υποστήριξε ότι είχε χρεώσει μια εταιρεία €70.000 περισσότερα και εξήγησε ότι, εκείνη η περίπτωση, αφορούσε δύο εταιρείες στις οποίες όταν έγινε δεύτερος έλεγχος αποκαλύφθηκε το συγκεκριμένο λάθος. Η ίδια θεώρησε καθήκον της να ενημερώσει τον Διευθυντή για το λάθος. Όσον αφορά τη συμπεριφορά του ισχυρίστηκε ότι φώναζε για μικροπράγματα, εκνευριζόταν πολύ εύκολα και απειλούσε τους υπαλλήλους με απόλυση. Γενικά, επικρατούσε ένα αρνητικό κλίμα. Εξήγησε ότι στο λογιστήριο στεγάζονται τρεις εργοδοτούμενοι, ήτοι η ίδια, ακόμα μία υπάλληλος και ο Ενάγοντας σε ένα γραφείο, όμως, στα υποστατικά της Εναγόμενης υπήρχαν και άλλα γραφεία τα οποία μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Σε σχέση με το συγκεκριμένο περιστατικό, η ίδια ανέφερε ότι ο Ενάγοντας είχε ρίξει διάφορα αντικείμενα από το γραφείο του προς το μέρος της και στη συνέχεια τη στόχευσε με την υπολογιστική μηχανή. Πρώτη φορά στη ζωή της και στην Εταιρεία είχε ζήσει ένα τέτοιο περιστατικό και ήταν μια πολύ άσχημη εμπειρία που δεν θέλει να ξαναζήσει. Πανικοβλήθηκε, αγχώθηκε και δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Ο κ. Λυμπουρής που άκουσε τις φωνές μετέβη στο γραφείο της όπου και ενημερώθηκε για το τι είχε συμβεί. Στη συνέχεια, απέλυσε τον Ενάγοντα. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δύο πλευρές μερίμνησαν να θέσουν τις θέσεις τους σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα προώθησε τη θέση ότι τέθηκαν από τους μάρτυρες της Εναγόμενης Εταιρείας κατά την ακρόαση ισχυρισμοί και στοιχεία που δεν είχαν τεθεί προηγουμένως στον Ενάγοντα και αυτό του στέρησε το δικαίωμα να απαντήσει και να θέσει τη δική του θέση και αυτό του στέρησε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Συγκεκριμένα, επικεντρώθηκε στο Τεκμήριο 10 το οποίο δεν υποβλήθηκε στον Ενάγοντα για να τοποθετηθεί πριν αυτό κατατεθεί ως Τεκμήριο. Ισχυρίστηκε ότι δεν καταγράφεται στο Τεκμήριο 5 ότι ο λόγος τερματισμού της υπηρεσίας του Ενάγοντα ήταν η συμπεριφορά του ως προωθήθηκε από την Εναγόμενη Εταιρεία. Με αναφορά σε νομολογία εισηγήθηκε ότι θα έπρεπε να καταγραφούν στην επιστολή τερματισμού. Υποστήριξε ότι ο τερματισμός της εργοδότησης του Ενάγοντα ήταν παράνομος τόσο για λόγους ουσίας όσο και για λόγους διαδικασίας και για αυτό δικαιούται σε αποζημιώσεις. Όσον αφορά το θέμα του κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, προώθησε τη θέση ότι ο Ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις που υπερβαίνουν τα ημερομίσθια δύο ετών. Για να καταλήξει ότι το Δικαστήριο αποκτά δικαιοδοσία από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και όχι από το τελικό αποτέλεσμα και την επιτυχία της αγωγής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης Εταιρείας προώθησε τη θέση ότι από την Έκθεση Απαίτησης και συγκεκριμένα την παράγραφο 9 διαφαίνεται ότι ο Ενάγοντας αξιώνει την απώλεια μισθού, ήτοι €3.500 μηνιαίως, μέχρι την καταχώριση της αγωγής δηλαδή 15/01/2014, οπόταν μόνο για ένα χρόνο αφού η εργοδότησή του τερματίστηκε στις 05/12/2013, όταν είχε συμπληρώσει 7 μήνες απασχόλησης. Υποστήριξε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφασίσει την συγκεκριμένη διαφορά αφού ο ίδιος ο Ενάγοντας ως διατύπωσε στην Έκθεση Απαίτησής του αξιώνει μισθούς 1 έτους. Με αναφορά σε νομολογία και στο άρθρο 12(ε) του περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών (Τροποποιητικού) Νόμου Ν.79

(1)/96, εισηγήθηκε ότι αρμόδιο Δικαστήριο για να επιλύσει την συγκεκριμένη διαφορά είναι το Εργατικό Δικαστήριο. Διαζευκτικά, εισηγείται ότι υπάρχουν λόγοι που καταγράφονται στο άρθρο 5 του Νόμου που δικαιολογούν την απόλυση ενός εργοδοτούμενου χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο εργοδοτούμενος δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στον εύλογο και αναμενόμενο βαθμό σε επίπεδο ικανοτήτων, ενώ επέδειξε συμπεριφορά και διαγωγή ανεπίτρεπτη για Οικονομικό Διευθυντή που δεν άφηνε άλλη επιλογή από τον τερματισμό της απασχόλησής του. Καταλήγει ότι ο Ενάγοντας δεν απέδειξε τον ισχυρισμό για δυσκολία στην ανεύρεση εργασίας αφού τον Απρίλιο του 2014 βρήκε δουλειά στην Κύπρο με τον ίδιο μισθό που είχε στην Εναγόμενη, ενώ το 2016 ανέλαβε ως περιφερειακός διευθυντής της ίδιας εταιρείας στην Μέση Ανατολή. Το Δικαστήριο έχει κατά νου όλα όσα καταγράφηκαν και από τους δύο ευπαίδευτους συνηγόρους και θα αναφερθεί περαιτέρω σε αυτά όπου κρίνει τούτο απαραίτητο. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, έκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166, C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1273). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν του. Αξιολόγησε τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενο από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν. Ευθύς εξ' αρχής θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του Ενάγοντα δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Ο τελευταίος, πολλές φορές με λόγο συγκεχυμένο και αντιφατικό, ενίοτε αυτοαναιρούμενος, προσπάθησε να προωθήσει την εκδοχή του για την εξέλιξη των πραγμάτων. Οι θέσεις του για την εξέλιξη των πραγμάτων, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνονται, ούτε καν παρουσιάζονται να συνάδουν με μια λογική και φυσιολογική ροή και εξέλιξη των πραγμάτων. Εύκολα διακριτή η προσπάθεια του να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, τα οποία όμως, κατά τον ίδιο, προφανώς θα εξυπηρετούσαν την εκδοχή του ως αυτή προβάλλεται στις δικογραφημένες του θέσεις. Ενώ γνώριζε ότι είχε προσληφθεί δυνάμει του συγκεκριμένου Σχεδίου Παροχής Κινήτρων για απασχόληση άνεργων, το οποίο προέβλεπε για εργοδότηση ενός έτους, επέμενε να ισχυρίζεται ότι είχε προσληφθεί δυνάμει προφορικής συμφωνίας αορίστου διαρκείας. Υποστήριξε αρχικά ότι η εργοδότησή του, μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών του από την Εναγόμενη Εταιρεία, ήταν πολύ δύσκολη, για να παραδεχθεί, αντεξεταζόμενος, ότι τον Απρίλιο του 2014 είχε εργοδοτηθεί σε άλλη εταιρεία με περίπου τον ίδιο μισθό. Δηλαδή, 4 μήνες μετά εργοδοτήθηκε σε μια δύσκολη, για τα κυπριακά δεδομένα, περίοδο αφού είχε εδραιωθεί για τα καλά η οικονομική κρίση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και ο ίδιος αναγνώρισε ότι η συγκεκριμένη περίοδος ήταν δύσκολη και ότι οι εργοδότες έκαναν δεύτερες σκέψεις όσον αφορά την εργοδότηση σε ψηλές θέσεις. Όταν ερωτήθηκε τι διαφωνίες είχε ο ίδιος με το προσωπικό ισχυρίστηκε αυτολεξεί: «Δεν μπορώ...Οι διαφωνίες σε θέματα εργασίας. Τώρα δεν μπορώ να αναφερθώ συγκεκριμένα.». Όταν του υποβλήθηκε ότι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του έκανε λάθη, υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν τιμολογούσε και ότι ο ίδιος δημιουργούσε διαδικασίες. Όμως ως προκύπτει από το Τεκμήριο 10 υπέγραφε ο ίδιος τα τιμολόγια στα οποία είχαν προκύψει λάθη. Όταν του τέθηκε το θέμα της συμπεριφοράς του και ότι συχνά ερχόταν σε ρήξη με τους συναδέλφους του δεν το αρνήθηκε αλλά ισχυρίστηκε ότι είναι γενικολογίες. Όσον αφορά δε το περιστατικό της 05/12/2013 ο ίδιος προώθησε τη θέση ότι δεν θυμόταν, για να αρνηθεί στην συνέχεια ότι είχε συμβεί. Τα πιο πάνω, ενδεικτικά μόνο στοιχεία και πτυχές της μαρτυρίας του Ενάγοντα είναι ικανά να εξηγήσουν την ως άνω θεώρηση του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του και την αδυναμία του Δικαστηρίου να βασιστεί στη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα για την εξαγωγή τελικών και ασφαλών συμπερασμάτων για τα διαδραματισθέντα. Η μαρτυρία του, τουλάχιστο με τα ουσιαστικά ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα και την εξέλιξη των γεγονότων που τα περιβάλλουν, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Παρέμεινε αναπάντητο το ερώτημα γιατί να απολυθεί από μια εταιρεία που λάμβανε επιχορήγηση για τον μισθό του αν δεν υπήρχαν σοβαροί λόγοι. Αντίθετα με τις πιο πάνω επισημάνσεις, καθόλα θετική υπήρξε η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας των δύο μαρτύρων που παρουσιάστηκαν για την πλευρά της Εναγόμενης Εταιρείας. Το Δικαστήριο δεν διατηρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι δύο μάρτυρες, στο σύνολό τους, έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου όσα οι ίδιοι γνώριζαν για τα ζητήματα τα οποία κατέθεσαν και αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση. Έχοντας ειδικότερα κατά νου τη ζωντανή παρουσία των Λυμπουρή και Ζαχαριάδου στο εδώλιο του μάρτυρα, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα και πειστικότητα του λόγου τους, σε συνδυασμό θεωρούμενα με το γεγονός ότι οι τοποθετήσεις και οι θέσεις τους για την εξέλιξη των πραγμάτων φαίνεται να επιβεβαιώνονται ή να ενισχύονται από τα έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας ότι υπήρξαν ειλικρινείς μάρτυρες. Η μαρτυρία τους, στην έκταση που άπτεται ζητημάτων που κατά τρόπο ουσιαστικό απασχολούν στην παρούσα, ήταν σταθερή, χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία τους, συνάδοντας ταυτόχρονα με μια φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων και έτσι γίνεται αποδεκτή. Ως εκ της πιο πάνω αξιολόγησης, το Δικαστήριο καταλήγει ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Η Εναγόμενη Εταιρεία στα πλαίσια συμμετοχής της στο πρόγραμμα απασχόλησης άνεργων πτυχιούχων του Υπουργείου Εργασίας προσέλαβε τον Ενάγοντα, ως Οικονομικό Διευθυντή, τον Απρίλιο 2013 για περίοδο ενός έτους, Τεκμήριο 8. Τον Δεκέμβριο 2014 όμως, συγκεκριμένα στις 05/12/2013, η εργοδότησή του τερματίστηκε, Τεκμήριο 5 για τον λόγο ότι αδυνατούσε να εκπληρώσει τα καθήκοντά του. Είχε διαφανεί ότι ο Ενάγοντας έκανε λάθη στις τιμολογήσεις και ότι ήταν δύσκολος στις προσωπικές του σχέσεις με το προσωπικό το οποίο ήταν για χρόνια στην Εναγόμενη Εταιρεία. Καθοριστικό ρόλο για τον τερματισμό της εργοδότησής του φαίνεται να έπαιξε το επεισόδιο που επισυνέβη στις 05/12/2013 με την λογίστρια, Μ.Υ.2, στην οποία ο Ενάγοντας φαίνεται να έριξε ένα αντικείμενο. Η εργοδότησή του τερματίστηκε την ίδια μέρα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης Εταιρείας στην γραπτή του αγόρευση έθεσε θέμα αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εξετάσει το θέμα που απασχολεί την παρούσα αγωγή και εισηγήθηκε ότι αρμόδιο να επιληφθεί είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Προς υποστήριξη της θέσης του παρέπεμψε σε νομολογία καθώς και στο άρθρο 12 του περί Ετησίων Αδεών μετ΄ Απολαβών (Τροποποιητικού) Νόμου, Ν.79
(1)/96. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα αντιμετώπισε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό αναφέροντας ότι η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν αμφισβητήθηκε και παρέπεμψε στο άρθρο 30
(2)των περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων 1967 έως 2001. Παρέπεμψε σε νομολογία για να εισηγηθεί ότι δεν υπάρχει παραμικρή αμφιβολία ως προς την αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπό κρίση αγωγή. Θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν προωθήθηκε θέμα δικαιοδοσίας στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης Εταιρείας. Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Μαργαρίτα Φραγκουλίδου ν. Αθανάσιου Ζηκάκη Πολ. Εφ.157/18 κ.α. ημερ. 27/05/2024 διαβάζονται τα ακόλουθα σε σχέση με το θέμα που απασχολεί: « ...Φρονούμε πως η απάντηση στη θέση της εφεσείουσας δίδεται, ξεκάθαρα, μέσα από τη νομολογία, η οποία υπαγορεύει πως, το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, έστω και αν δεν έχει εγερθεί, εξετάζεται αυτεπάγγελτα, είτε πρωτόδικα είτε κατ' έφεση, ως ζήτημα δημόσιας τάξης που επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας (βλέπε υπόθεση Λάντου κ.α. v. Συμεού, ECLI:CY:AD:2014:A171, Πολιτική Έφεση Αρ. 54/2010, ημερομηνίας 07.03.2014).». Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου ν. Σοφοκλέους
(2016)1 Α.Α.Δ. 105. Καταγράφονται τα ακόλουθα: « ...το θέμα της δικαιοδοσίας εξετάζεται σε κάθε στάδιο και ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Στην Κούρου v. Κόνου
(2014)1 Α.Α.Δ. 2192, ECLI:CY:AD:2014:A764 σημειώνονται τα ακόλουθα: «Όπως αποφασίστηκε στη Thermofast Limited
(2005)1 Α.Α.Δ. 567, το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα δημόσιας τάξης, εγείρεται και αυτεπαγγέλτως, αποτελεί δε υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακυρώσει διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς δικαιοδοσία. Το ζήτημα δεν επαφίεται ούτε στη συναίνεση των διαδίκων, ούτε στη συμπεριφορά ή στην τυχόν καθυστέρηση που επιδεικνύεται. Όπως αποφασίστηκε στη Michaelidou v. Gregoriou
(1968)1 C.L.R. 88, οι διάδικοι δεν μπορούν να συναινέσουν να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο εκεί όπου δεν υπάρχει» ». Στην υπόθεση Ηλία ν. Αλωνεύτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 938 διαβάζονται τα ακόλουθα: « Αρμόδιο για την επίλυση κάθε διαφοράς που ανάγεται στην εκπλήρωση αστικών υποχρεώσεων είναι το κατά τόπο αρμόδιο επαρχιακό δικαστήριο εκτός αν η επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς υπάγεται, βάσει των διατάξεων δικαιοδοτικού νόμου, σε άλλο πολιτικό δικαστήριο. Αυτό προκύπτει από τον προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων του επαρχιακού δικαστηρίου, που απαντούνται στο Άρθρο 21 του Ν. 14/60, σε συνάρτηση με τον ορισμό του όρου "αγωγή" στο Άρθρο 2 του ιδίου νόμου, όπως επισημαίνεται στην απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται.». Καθοδηγούμενο το Δικαστήριο από τη νομολογία θεωρεί ότι το θέμα της δικαιοδοσίας συνιστά δικαιοδοτικό όρο και θα πρέπει να αποφασιστεί πριν οποιοδήποτε άλλο θέμα που απασχολεί στην παρούσα αγωγή. Αυτό γιατί η καθ' ύλη αναρμοδιότητα ενός Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης δεν μπορεί να θεραπευτεί από την όποια στάση ήθελαν τηρήσουν οι διάδικοι, αλλά και γιατί το Δικαστήριο δεν μπορεί να ανακτήσει δικαιοδοσία που ουδέποτε είχε, εφόσον η διαδικασία θεωρείται, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, εξ' υπαρχής άκυρη. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να εκδικάζει και να αποφασίζει εργατικές διαφορές, δηλαδή διαφορές που δημιουργούνται από την εφαρμογή του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1976, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.6/73. Η πρόσβαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο είναι επιτρεπτή μόνον στις περιπτώσεις που η απαίτηση του εργοδοτουμένου υπερβαίνει τις αποζημιώσεις που μπορεί να διεκδικήσει δυνάμει των διατάξεων του προαναφερόμενου νόμου, δηλαδή το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει καθ' ύλην αρμοδιότητα να επιληφθεί εργατικής διαφοράς όπου οι διεκδικήσεις του εργοδοτουμένου υπερβαίνουν τις απολαβές δύο ετών. Αυτό προκύπτει από το άρθρο 30 του Ν.24/67 όπως τροποποιήθηκε από το Ν.6/73, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 και τον Πρώτο Πίνακα του ίδιου Νόμου, ως τροποποιήθηκαν από το άρθρο 9(β) του Ν.92/79. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Kapsou v. Airliban
(1998)1 C.L.R. 152 στην οποία αποφασίστηκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί αγωγής για τερματισμό απασχολήσεως, όπου οι αποζημιώσεις που απαιτούνταν δεν υπερέβαιναν την αμοιβή δύο ετών της ενάγουσας και στην υπόθεση Michaelidou v. Gregoriou
(1998)1 C.L.R 88 στην οποία αποφασίστηκε ότι οι διάδικοι δεν μπορούν, με τη συναίνεση τους, να προσδώσουν δικαιοδοσία σε δικαστήριο που δεν έχει τέτοια δικαιοδοσία. Σχετική είναι και η Zαβρού Tάκης ν. Aνδρέα Xαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447. Στρεφόμενο το Δικαστήριο στην Έκθεση Απαίτησης, η οποία αποτελεί την αποκλειστική πηγή αναζήτησης των γεγονότων τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του (βλ. μεταξύ άλλων Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 A.Α.Δ. (Ε) 729) και εξετάζοντας προσεκτικά τα γεγονότα και συγκεκριμένα τις θεραπείες που ο Ενάγοντας επέλεξε να προωθήσει με την παρούσα αγωγή διαπιστώνεται ότι αφορούν αποζημιώσεις λόγω τερματισμού, από την Εναγόμενη Εταιρεία, της σύμβασης εργοδότησης, ήτοι της απώλειας του ποσού των €3.500 μηνιαίως. Δεν καθορίστηκε συνολικό ποσό. Όμως, ως υποδείχθηκε και από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης Εταιρείας, στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης αξιώνει «ποσό €3.500 μηνιαίως το οποίο απώλεσε ως εισόδημα μέχρι την καταχώρηση της παρούσης αγωγής συνεπεία του παράνομου τερματισμού της σύμβασης εργοδότησης από τον Εναγόμενο». Δηλαδή, αξιώνει μισθούς για την περίοδο 05/12/2013 μέχρι 15/01/2014, ήτοι ενός μηνός. Το άρθρο 12 του Ν.8/67, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.5/73 και τον Ν.79(Ι)/96, προσδιορίζει το εύρος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « 12.—
(1)Καθιδρύεται ∆ικαστήριον Εργατικών ∆ιαφορών, (εν τω παρόντι Νόμω καλούμενον «Το ∆ικαστήριον Εργατικών ∆ιαφορών») εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθων διαφορών: (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος· (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων· (γ) πάσης εργατικής διαφοράς παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργού, είτε κοινή συναινέσει αμφοτέρων των μερών, είτε δυνάμει οιασδήποτε εν ισχύϊ συλλογικής συμβάσεως ή διευθετήσεως αφορώσης την επίλυσιν εργατικών διαφορών διά διαιτησίας· (δ) οιασδήποτε ετέρας διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και οιασδήποτε απαιτήσεως διά παροχήν ή αποφάσεως αρμοδίου λειτουργού, δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισχύοντος Νόμου, ήτις ήθελε παραπεμφθή αυτώ, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά νόμου ή διά κανονισμών εκδοθέντων κατ' εφαρμογήν του εδαφίου τούτου. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση.». Ανάγνωση του άρθρου 30 του περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67 ως τροποποιήθηκε και του Πρώτου Πίνακα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει δικαιοδοσία να επιδικάζει αποζημιώσεις που αφορούν μισθούς μέχρι δύο έτη, ενώ η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου εκτείνεται σε απεριόριστο ποσό. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Παναγιώτης Κουντουρίδης Λτδ ν. Ahmed El-Sayed Mohamed Ahmed Awadalla κ.α.
(2008)1Β Α.Α.Δ. 852 είναι πολύ διαφωτιστικό: « Εξετάσαμε τους αντίστοιχους ισχυρισμούς. Αναφορικά με το ερώτημα πότε έχει δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο και πότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (ΔΕΔ), τούτο διέπεται από το Άρθρο 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν. 24/67ως έχει τροποποιηθεί) σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 12(ε) του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 ως έχει τροποποιηθεί) όπως τα άρθρα αυτά έχουν ερμηνευθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων τις προαναφερθείσες υποθέσεις Interamerican Insurance Co. Ltd. ν. Μακρίδου και Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ.). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία όταν το ύψος της αιτούμενης αποζημίωσης υπερβαίνει το ποσό που μπορεί να επιδικασθεί από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, όπως προβλέπεται στον Πρώτο Πίνακα, δηλαδή τα ημερομίσθια δύο ετών. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι είχε δικαιοδοσία είναι ορθή. Τότε μόνο δεν θα είχε δικαιοδοσία αν η αξίωση του κάθε αιτητή (εφεσίβλητου) υπερέβαινε τα ημερομίσθια 2 ετών. Τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε γίνει ». Εφαρμογή των προαναφερθέντων δικαιϊκών αρχών στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης οδηγεί στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο να ακούσει την υπόθεση δεν είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο αλλά το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Το Δικαστήριο έχει αχθεί στο συγκεκριμένο συμπέρασμα εφόσον η αξίωση του Ενάγοντα δεν υπερβαίνει μισθούς δύο ετών και κατά τον ίδιο χρόνο, δηλαδή με τον τερματισμό των υπηρεσιών του, ο Ενάγοντας είχε ήδη εργαστεί πέραν των 26 εβδομάδων, ήτοι 32 εβδομάδες. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει την άποψη ότι η αξίωση του Ενάγοντα, παρά την διατύπωση της κατά τρόπο διαζευκτικό στην οπισθογράφηση, υπάγεται στις πρόνοιες του άρθρου 12(ε) του Ν.8/67, εφόσον διεκδικείται δικαίωμα που προκύπτει από ατομική σύμβαση και αφορά την απόλυση του Ενάγοντα, θέμα που διέπεται αποκλειστικά από τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο 24/1967 και ζητήματα που διέπονται από τον υπό αναφορά Νόμο, εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Μετά την τροποποίηση του Ν.8/67 παραμένει ως μόνη εξαίρεση η ανάληψη αρμοδιότητας από το Επαρχιακό Δικαστήριο σε περίπτωση διεκδίκησης αποζημιώσεων που υπερβαίνει τους μισθούς δυο ετών. Στην υπό εξέταση περίπτωση τέτοιος ισχυρισμός δεν υπάρχει αφού στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης καθορίζονται οι απαιτήσεις του Ενάγοντα. Για όλους λοιπόν τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής. Ως εκ της συγκεκριμένης κατάληξης του Δικαστηρίου, η αγωγή διακόπτεται και παραπέμπεται δυνάμει του άρθρου 64Α
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο που είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας προς εκδίκαση. Τα έξοδα που μέχρι σήμερα έχουν προκύψει, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης Εταιρείας και εναντίον του Ενάγοντα. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.