Μιχάλη Πέτρου κ.α. ν. RANCH HOMES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 310/16, 11/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 310/16
- Μιχάλη Πέτρου
- Μελίνας Μυριανθέως Εναγόντων -και- Ranch Homes Limited Εναγόμενων Ημερομηνία: 11η Δεκεμβρίου, 2024 Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες: κα. Θεμιστοκλέους Για την Εναγόμενη: κα. Μιχαήλ Απόφαση (Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείο κατόπιν λήψης της συγκατάθεσής τους και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Εισαγωγή Πριν από δώδεκα περίπου χρόνια, οι διάδικοι συμφώνησαν - οι Ενάγοντες ως αγοραστές και η Εναγόμενη ως πωλητής - την πώληση και ανέγερση κατοικίας στη Λακατάμεια. Ο σκοπός της συμφωνίας εν τέλει δεν ολοκληρώθηκε και τούτο οδήγησε τα μέρη ενώπιον του Δικαστηρίου, με τους Ενάγοντες ν' αξιώνουν δήλωση ότι η συμφωνία είναι άκυρη, αλλά και επιστροφή των ποσών που κατέβαλαν, και την Εναγόμενη ν' ανταπαιτεί δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία δεν έχει τερματιστεί και ότι η ίδια δεν οφείλει στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. Δικόγραφα Είναι γνωστές οι αρχές ότι τα δικόγραφα είναι το θεμέλιο της δίκης[1] και συνοψίζω αυτά ως ακολούθως: Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες είναι σύζυγοι και ο Ενάγων 1 είναι κάτοχος προσφυγικής ταυτότητας. Την 20.11.2012, οι Ενάγοντες υπέγραψαν πωλητήριο έγγραφο για την πώληση μιας κατοικίας την οποία θ' ανέγειρε η Εναγόμενη. Μεταξύ άλλων συμφωνήθηκε ότι το συνολικό τίμημα θα ήταν €315,000 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, καταβλητέο σε αριθμό δόσεων. Οι Ενάγοντες κατέβαλαν έναντι του τιμήματος συνολικά το ποσό των €15,
- Μεταξύ άλλων, στον όρο 15 του πωλητηρίου αναφέρθηκε ότι εάν δεν παραχωρείτο στους Ενάγοντες χορηγία από τον Κεντρικό Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών (ο «Φορέας»), στον οποίον αποτάθηκαν σχετικώς, θα είχαν το δικαίωμα ν' ακυρώσουν το πωλητήριο χωρίς οικονομική επιβάρυνση. Επειδή η αίτηση τους για χορηγία εν τέλει απορρίφθηκε, οι Ενάγοντες αποτάθηκαν στην Εναγόμενη για να τους επιστρέψει τα ποσά που είχαν καταβάλει στη βάση του όρου
- Παρά το ότι η Εναγόμενη ανέλαβε να επιστρέψει το ποσό, ουδέποτε το έπραξε. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή της παραδέχθηκε τη σύναψη του πωλητηρίου, αλλά όχι τον ισχυρισμό ότι εκείνο τελούσε υπό την αίρεση του όρου
- Ερμηνεύει αυτό ως να εννοεί ότι τυχόν ακύρωσή του, στη βάση του εν λόγω όρου, δεν θα ενείχε την καταβολή ποσών για την ακύρωση. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίζεται, έδωσε χρόνο στους Ενάγοντες για να εξεύρουν πόρους για την αγορά του ακινήτου. Παραδέχθηκε τα ποσά που οι Ενάγοντες κατέβαλαν έναντι του τιμήματος πώλησης, αλλά πρόβαλε ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν τους όρους πληρωμής του πωλητηρίου, ενώ ουδέποτε η Εναγόμενη πλούτισε αδικαιολόγητα από τα ποσά που έλαβε, επειδή δαπάνησε αυτά για να προετοιμαστεί η ανέγερση του ακινήτου στη βάση επιθυμιών των Εναγόντων. Η ίδια είχε ενημερωθεί προφορικά ότι κάποιες ενέργειες δανεισμού των Εναγόντων δεν θα ολοκληρώνονταν, αλλά οι διάδικοι εξακολούθησαν να συζητούν πιθανές λύσεις προκειμένου να εκτελέσουν το πωλητήριο. Οι Ενάγοντες ενημέρωσαν περί της απόρριψης του αιτήματός τους την Εναγόμενη προτού καν αυτό στην πραγματικότητα απορριφθεί και η Αγωγή είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων των Εναγόντων. Κατά την Εναγόμενη, η πρόθεση των μερών δεν ήταν η ακύρωση της συμφωνίας και η επιστροφή των ποσών και για τρία χρόνια γίνονταν προσπάθειες να εξευρεθούν λύσεις για να υλοποιηθεί το πωλητήριο. Το δε πωλητήριο ουδέποτε τερματίστηκε και οι Ενάγοντες κωλύονται ν' αξιώνουν επιστροφή του ποσού που κατέβαλαν και η Εναγόμενη. Μέχρι και την ημέρα της Υπεράσπισης, η Εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να αξιοποιήσει το ακίνητο λόγω του ότι το πωλητήριο ήταν κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο. Στηριζόμενη στα πιο πάνω γεγονότα η Εναγόμενη ανταπαίτησε δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι το πωλητήριο δεν τερματίστηκε και ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες Απάντησαν στην Υπεράσπιση και υπερασπίστηκαν την Ανταπαίτηση αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι στο πωλητήριο δεν υπήρχε όρος με τον οποίο να επιτρεπόταν στην Εναγόμενη να κατακρατήσει οποιοδήποτε ποσό, ως προς το ποσό που καταβλήθηκε μέχρι και τη ρήξη στη σχέση των διαδίκων γι' αυτό ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προηγουμένως η Εναγόμενη και ότι οι Ενάγοντες είχαν τύχει προφορικής ενημέρωσης αναφορικά με το ότι δεν θα εγκρίνετο η αίτησή τους για χορηγία και συνεπώς δεν είναι αντιφατικοί οι ισχυρισμοί τους. Ως προς την Ανταπαίτηση οι Ενάγοντες ανέφεραν ότι αυτή είναι παράτυπη, ελλιπής και η Εναγόμενη δεν δικαιούται σε θεραπείες. Μαρτυρία Κατά την Ακρόαση της Αγωγής κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες, ένας από πλευράς Εναγόντων (ο «Ενάγων 1») και μία από πλευράς Εναγόμενης, η Κυριακή Χατζηκωνσταντά (η «ΜΥ»). Η μαρτυρία τους είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν θα την επαναλάβω αυτολεξεί, αλλά την έχω όμως λάβει υπόψη μου στην πλήρη έκτασή της και τη συνοψίζω ως ακολούθως: Μαρτυρία Εναγόντων Ο Ενάγων 1 κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση. Κατέθεσε δε και το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 1 το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο έναντι απόδειξης καταβολής του νενομισμένου τέλους, Τεκμήριο 2 και παρέλαβε σχετική επιστολή - Τεκμήριο
- Έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης οι Ενάγοντες κατέβαλαν στην Εναγόμενη το ποσό των €15,000 έναντι των αποδείξεων - Τεκμήριο
- Αναφέρθηκε επίσης στις διαδικασίες που οι Ενάγοντες ακολούθησαν προκειμένου να εξασφαλίσουν χορηγία, χρησιμοποιώντας την ιδιότητα του ιδίου ως πρόσφυγα και κατέθεσε σχετικά τα Τεκμήρια 5, 6 και
- Οι προσπάθειες τους για χορηγία δεν καρποφόρησαν και η αίτησή τους απορρίφθηκε. Για την εξέλιξη ενημέρωσαν την Εναγόμενη τόσο προφορικά όσο και γραπτώς με το Τεκμήριο
- Στη βάση του όρου 15 του Τεκμηρίου 1, το ακύρωσαν, ως ανέφερε, και αξίωσαν τα ποσά που κατέβαλαν ως το Τεκμήριο 4, με την Εναγόμενη ν' αρνείται να τα επιστρέψει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι γονείς του γνώριζαν την αξιωματούχο της Εναγόμενης - την ΜΥ - από παλιά. Σε υποβολή ότι σκοπίμως δεν απέσυραν οι Ενάγοντες το πωλητήριο από το κτηματολόγιο προκειμένου να εκβιάσουν την Εναγόμενη, ο Ενάγων 1 ανέφερε ότι θα μπορούσαν να το αποσύρουν όταν θα τηρούντο οι όροι και ότι η ίδια η Εναγόμενη το είχε καταθέσει. Επεξήγησε εν τέλει ότι το αίτημα στον Φορέα είναι άλλο «κομμάτι» από εκείνο της Υπηρεσίας Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων (η «Μέριμνα») και ότι τα δύο δεν έχουν σχέση. Αρνήθηκε ότι ήταν οι Ενάγοντες που παραβίασαν τους όρους του Τεκμηρίου
- Ουδέποτε έλαβαν επιστολή περί τούτου, πράγμα που δείχνει ότι, ό,τι έκαναν, ήταν με τη σύμφωνο γνώμη της Εναγόμενης. Ξεκαθάρισε ότι δεν πλήρωσαν τις €50,000 τον Μάρτιο του 2013 ως ο όρος 3 της συμφωνίας κατόπιν συμφωνίας τους με την Εναγόμενη. Διευκρίνισε περαιτέρω ότι όταν οι Ενάγοντες εκδήλωσαν ενδιαφέρον για το ακίνητο, είχαν αναφέρει στην ΜΥ1 ότι αδυνατούσαν να «κλείσουν» λόγω του ότι ανέμεναν να εγκριθούν για το ποσό της χορηγίας. Παρά ταύτα ήταν η ΜΥ η οποία τους πρότεινε να συμπεριλάβουν τον όρο 15 και ότι θα μπορούσε να τους βοηθήσει. Αρνήθηκε ότι είχε εγκριθεί δάνειο των Εναγόντων για την αγορά του ακινήτου από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης (ο «ΟΧΣ»). Ανέφερε ότι δεν γνώριζε πόσα στοίχισαν τα αρχιτεκτονικά έργα στην Εναγόμενη, αλλά γνώριζε ότι είχε εκδοθεί άδεια οικοδομής για το Ακίνητο την οποία μάλιστα και είχε μαζί του και την κατέθεσε, κατά την αντεξέταση, ως Τεκμήριο
- Ήταν κατηγορηματικός ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε ζήτησαν να ξεκινήσουν οποιεσδήποτε εργασίες και ότι κάποια έργα γίνονταν καθότι αφορούν την κοινή ανάπτυξη του επίδικου Ακινήτου με το διπλανό, αλλά και εξήγησε ότι ούτε η ίδια η Εναγόμενη θα ήθελε, υπό τις περιστάσεις, να μείνει εκτεθειμένη για μεγαλύτερα ποσά, ενόσω εκκρεμούσε το θέμα της χορηγίας για τους Ενάγοντες. Τυχόν απόρριψη της αίτησής τους για τις €37,000, ανέφερε, επηρέαζε τη δυνατότητά τους να εγκριθούν για τη δανειοδότηση και να πληρώσουν το υπόλοιπο. Ξεκαθάρισε ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει ότι είναι άνεργος και ότι δεν είχε εισοδήματα, αλλά ότι τα εισοδηματικά κριτήρια είχαν διαφοροποιηθεί και δεν ήταν πλέον οι Ενάγοντες δικαιούχοι. Οι διάφορες δε σκέψεις για αφαίρεση υλικών που προτάθηκαν από την Εναγόμενη Ενάγοντες, δεν ήταν, κατά τον ίδιο, βιώσιμες. Μαρτυρία Εναγόμενης Για την Εναγόμενη κατέθεσε η ΜΥ, η οποία, κατέθεσε επίσης γραπτή δήλωση. Επιβεβαίωσε ότι στις 20.11.12 υπεγράφη το Τεκμήριο 1 και ότι η ίδια γνώριζε την μητέρα του Ενάγοντος 1 από προηγουμένως. Το Τεκμήριο 1 κατατέθηκε και είναι ακόμα κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο και συνεπώς η Εναγόμενη δεν μπορούσε να το πωλήσει σε άλλους αγοραστές. Το ακίνητο είναι επίσης υποθηκευμένο και εξασφαλίζει δάνειο της Εναγόμενης. Αποδέχθηκε να συμπεριληφθεί ο όρος 15 στο Τεκμήριο 1, λόγω της φιλικής σχέσης της με τους γονείς του Ενάγοντα
- Οι Ενάγοντες, γράφει, παραβίασαν το Τεκμήριο 1 αφού δεν κατέβαλαν τα συμφωνηθέντα ποσά κατά τους χρόνους που προνοούνταν. Πλήρωσαν την προκαταβολή των €5,000 και έπειτα €10,000 για να ξεκινήσουν σιγά σιγά οι εργασίες. Ενώ οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι η Εναγόμενη είχε δανειοδοτηθεί για ν' αγοράσει το ακίνητο επί του οποίου θα ανεγειρόταν η υπό πώληση κατοικία, προτού καν λάβουν αρνητική απάντηση από τον Φορέα, ζήτησαν ακύρωση του συμβολαίου και επιστροφή των €15,
- Θεωρεί ότι με την επιστολή τους υπαναχώρησαν μονομερώς από το πωλητήριο έγγραφο χωρίς βάσιμη αιτία, πράγμα που επίσης φαίνεται και από το ότι ήταν ανένδοτοι, παρά τις διάφορες λύσεις που τους πρότεινε. Πρόβαλε επίσης ότι η Εναγόμενη κατέβαλε σε αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό το ποσό των €4,500 για την ετοιμασία και υποβολή σχεδίων και αιτήσεων σύμφωνα με τις επιθυμίες των Εναγόντων και ότι μετά την καταβολή των €10,000 η Εναγόμενη προχώρησε στην επιχωμάτωση και περίφραξη του οικοπέδου και πλήρωσε τον επιβλέποντα μηχανικό. Κατέθεσε το Τεκμήριο 10, δηλαδή βεβαίωση πληρωμής από εργολάβους στην οποία καταγράφεται ότι την 10.9.13 έλαβαν από την Εναγόμενη το ποσό των €17,000 για τις εν λόγω εργασίες, και ανέφερε ότι οι εργασίες αφορούσαν το «τεμάχιο που πωλήθηκε στους Ενάγοντες». Κατέθεσε και το Τεκμήριο 11, δέσμη φωτογραφιών στις οποίες εξήγησε ότι οι πιο πάνω εργασίες έγιναν μετά που έλαβε το ποσό των €10,000 από τους Ενάγοντες ενώ θα έπρεπε να είχαν καταβάλει €50,
- Δέχθηκε όμως τις €10,000 λόγω των φιλικών τους σχέσεων. Ουδέποτε υποσχέθηκε στους Ενάγοντες ότι θα τους επέστρεφε το ποσό, αλλά τους πρότεινε λύσεις με το σκεπτικό ότι οι €37,000 δεν ήταν σημαντικό ποσό εν συγκρίσει με το συνολικό τίμημα των €315,000 και εξήγησε την πρόταση και ενέργειές της προς τη δανειοδότηση των Εναγόντων από τον ΟΧΣ. Αναφορικά με τον όρο 15 του Πωλητηρίου ανέφερε ότι η Εναγόμενη τον περιέλαβε κατόπιν αιτήματος των Εναγόντων και ότι είναι η Εναγόμενη που «κάνει» τα συμβόλαια. Δεν εννοούσε, όπως ανέφερε, ότι θα επέστρεφε χρήματα στους Ενάγοντες, αλλά διερωτήθηκε γιατί να μη συμπεριλάβει τον εν λόγω όρο, μια και οι Ενάγοντες ήταν «εγκριμένοι από το δάνειο» (διατηρείται αυτούσιο το απόσπασμα των πρακτικών) και της είχαν πει ότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις. Πρόσθεσε, χαρακτηριστικά, ότι πότε οι Ενάγοντες της έλεγαν ότι ήθελαν το ακίνητο και πότε ότι δεν το ήθελαν και τους πρότεινε να μειώσουν την τιμή κατά €37,
- Κατά τη θέση της, η Εναγόμενη ζημίωσε λόγω των τόκων δανείου που πλήρωνε περιμένοντας τους Ενάγοντες και έχοντας το ακίνητο εκτός αγοράς. Αντεξεταζόμενη δέχθηκε ότι, σε συνάντηση στα γραφεία της κατά την οποία επέδειξαν το ενδιαφέρον τους για το ακίνητο, οι Ενάγοντες της ανέφεραν ότι είχαν υποβάλει αίτηση για επίδομα, αλλά δεν αποδέχθηκε ότι της ανέφεραν εξ αρχής ότι αν δεν εγκρινόταν η αίτησή τους δεν είχαν άλλους πόρους να καλύψουν το ποσό. Σε υποβολή ότι αυτός ήταν ακριβώς ο λόγος που συμπεριλήφθηκε ο όρος 15, η ΜΥ ανέφερε ότι ήταν ο δικηγόρος των Εναγόντων που έβαλε τον όρο και πουθενά δεν λέει ότι επιστρέφονται χρήματα. Πρόσθεσε ότι οι Ενάγοντες της έλεγαν «κτίσε, σταμάτα, ξανακτίσε» και βάσει του Τεκμηρίου 11 φαίνεται ότι εκείνη προχώρησε. Τα χρήματα δεν τα πήγε στο σπίτι της, επέμεινε, αλλά τα «έβαλε» στο έργο. Σχετικά με τη μη καταβολή των ποσών που προβλέπονταν στο Τεκμήριο 1 και τη φαινομενική μη διαμαρτυρία της γι' αυτό, η ΜΥ δέχθηκε ότι ο λόγος δεν ήταν μόνο η αναμονή για την έγκριση της αίτησης των Εναγόντων για επίδομα, αλλά και γενικά οι Ενάγοντες έδειχναν αβέβαιοι αναφορικά με το κατά πόσο ήθελαν το ακίνητο. Δεν ζήτησε τερματισμό του πωλητηρίου και περίμενε, αφενός λόγω προβλημάτων υγείας που η ίδια αντιμετώπισε και αφετέρου καθότι ήταν και «η κατάσταση του 2013». Δέχθηκε επίσης ότι οι Ενάγοντες την είχαν ενημερώσει τηλεφωνικώς για την απόρριψη της αίτησής τους για χορηγία. Σε σχέση με τις εργασίες που κατ' ισχυρισμό είχαν γίνει και αφορούσαν το επίδικο υπό πώληση μέρος του ακινήτου της υποβλήθηκε ότι ο λόγος που έγιναν ήταν επειδή γινόταν ανάπτυξη και της διπλανής κατοικίας, με την ΜΥ ν' αναφέρει επ' αυτού ότι δεν ήταν υπόχρεα να προχωρήσει με τις εργασίες για το συγκεκριμένο μέρος που αφορούσε τους Ενάγοντες. Ως προς τις προτεινόμενες λύσεις προς τους Ενάγοντες ήταν η θέση της ότι πολύς κόσμος μπαίνει στο σπίτι του και λείπουν ορισμένα πράγματα. Επανέλαβε ότι ήταν η ίδια που ζημίωσε επειδή όσα λεφτά πήρε τα έβαλε στο έργο και οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται πάρουν τίποτε, αναφέροντας χαρακτηριστικά «όπως έχασα εγώ να χάσουν κι εκείνοι». Αγορεύσεις συνηγόρων Με το πέρας του σταδίου προσκόμισης μαρτυρίας, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν γραπτώς. Συνοψίζω τις κύριες θέσεις τους, όπως αναφύονται από το γραπτά κείμενά τους: Η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων αναφέρει ότι η Εναγόμενη δεν αξίωσε μέσω της Ανταπαίτησής της οποιαδήποτε έξοδα και πληρωμές. Ούτε τερμάτισε το πωλητήριο λόγω παράβασης των όρων του από τους Ενάγοντες, αλλά ούτε κι έλαβε τη συγκατάθεση των Εναγόντων για οποιεσδήποτε εργασίες. Ο δε όρος 15 του Τεκμηρίου 1 προέβλεπε ότι σε περίπτωση ενεργοποίησής του, οι Ενάγοντες θα δικαιούντο σε επιστροφή των ποσών που κατέβαλαν. Πέραν τούτου οι Ενάγοντες δικαιούνται στο ποσό που κατέβαλαν με αναφορά σε Νομολογία, ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Η νομική επίπτωση, αναφέρει, σε περίπτωση τερματισμού είναι η επιστροφή της προκαταβολής. Θέση των Εναγόντων είναι ότι, το Τεκμήριο 1 αποτελεί συμφωνία υπό αίρεση ως καθορίζεται στα Άρθρα 31 έως 36 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- Υπό τις συνθήκες τις παρούσας υπόθεσης, το Τεκμήριο 1 είναι άκυρο και στη βάση του Άρθρου 65 του Κεφ. 149, οποιοδήποτε όφελος θα πρέπει να επιστραφεί. Τέλος, κατά τη συνήγορο, η ΜΥ ήταν αναξιόπιστη, ενώ οι Ενάγοντες απέδειξαν την απαίτησή τους και δικαιούνται στις αξιώσεις τους. Με της δική της, μακροσκελή, αγόρευση, η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης αναφέρει ότι βασική της θέση είναι ότι οι Ενάγοντες δεν απέσεισαν το αποδεικτικό βάρος που τους αναλογεί και η Αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί. Η υπογραφή και κατάθεση του Τεκμηρίου 1 είναι παραδεκτή, όπως και η καταβολή των €15,000 από πλευράς Εναγόντων προς την Εναγόμενη, αλλά και ότι το Τεκμήριο 1 κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και είναι ακόμα εκεί κατατεθειμένο. Έπειτα προκρίνει ότι θέση της Εναγόμενης είναι ότι το ποσό των €15,000 δαπανήθηκε σε προκαταρκτικές εργασίες διαμόρφωσης του οικοπέδου για την ανέγερση της εν λόγω κατοικίας και ότι οι Ενάγοντες, 2 χρόνια μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 1, άλλαξαν γνώμη και δεν ήθελαν πλέον την κατοικία. Στον όρο 15 του Τεκμηρίου 1, επισημαίνει, δεν αναφέρεται μέχρι πότε το δικαίωμα θα ήταν διαθέσιμο στους Ενάγοντες, αλλ' ούτε ότι οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τα χρήματά τους. Ωσαύτως, πάντα κατά τη συνήγορο, οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στο αξιούμενο ποσό για δύο λόγους: Πρώτον επειδή η συμφωνία ουδέποτε τερματίστηκε νομότυπα, μια και εξέφρασαν πρόθεση τερματισμού δύο μήνες πριν λάβουν απορριπτική απόφαση από τη Μέριμνας και επειδή ουδέποτε απέσυραν το Τεκμήριο 1 από το Κτηματολόγιο. Κατά δεύτερον η λογική ερμηνεία του όρου 15 δεν επιτρέπει την προσέγγιση που εισηγούνται οι Ενάγοντες. Όσων αφορά το θέμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως βάση για την αξίωση των Εναγόντων, δεν υποστηρίζεται από το εδώ γεγονότα εισηγείται η συνήγορος. Όμως έστω και στη βάση της παράβασης σύμβασης, η απαίτηση δεν δύναται να πετύχει, καθότι οι Ενάγοντες δεν υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά. Μόνη ζημιωθείσα, προκρίνει, είναι η Εναγόμενη. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Αξιολόγησα την ενώπιον μου μαρτυρία έχοντας κατά νου τις αρχές που αναπτύχθηκαν μέσα από τη σχετική επί του θέματος Νομολογία[2]. Διακρίνεται χαρακτηριστικά η νομολογηθείσα αρχή ότι «[η] ανάλυση των στοιχείων, που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, κατά τη γνώμη μου, δυο επάλληλα επίπεδα. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα δηλαδή σ΄ αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας, και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια»[3]. Υπενθυμίζεται, ακόμα και το καθήκον του Δικαστηρίου να συσχετίζει, αντιπαραβάλλει και διερευνά τη μαρτυρία με την «αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων» χωρίς μικροσκοπική κρίση η απομόνωση των λεγόμενων των μαρτύρων από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας[4]. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ενάγοντα 1 Ξεκινώ από τον Ενάγοντα 1, ο οποίος, οφείλω να πω, κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με αμεσότητα και δίχως δισταγμό. Πέραν όμως της εξωτερικής εμφάνισης της μαρτυρίας του, και για τους λόγους που πρόκειται να εξηγήσω, θεωρώ ότι ο Ενάγοντας 1 δεν είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια: ξεκινώ από την παράγραφο 5 της γραπτής του δήλωσης, στην οποία αναφέρει ότι πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου υπέβαλε αίτηση «στην Υπηρεσία Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων του Υπουργείου Εσωτερικών και/ή στο Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών για τους Πρόσφυγες». Η φράση ακολουθεί την αντίστοιχη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων (βλ. παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης). Η χρήση της διάζευξης «και/ή», τόσο δικογραφικά όσο και παρεισφρύουσα στη γραπτή του δήλωση ήταν χαρακτηριστική και της θέσης που προσπάθησε ο Ενάγων 1 να προωθήσει στο Δικαστήριο: δηλαδή ότι προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τους δύο φορείς, δηλαδή τον Φορέα και τη Μέριμνα ως, ουσιαστικά, εναλλάξιμες ή και τις ίδιες οντότητες. Αντεξεταζόμενος επί του σημείου ανέπτυξε μια συγκεχυμένη - έως και νεφελώδη - θέση, αναφέροντας εξ αρχής ότι οι Ενάγοντες υπέβαλαν μόνο μια αίτηση κι έπειτα ότι το αίτημα στον Φορέα είναι «άλλο κομμάτι» και δεν αφορά τη χορηγία των €37,
- Το ζήτημα, ενόψει και της ουσίας του όλου επιχειρήματος των Εναγόντων τόσο με την επιστολή τους προς την Εναγόμενη - Τεκμήριο 8 - όσο και κατά τη δίκη, ήταν κομβικής σημασίας. Και τούτο γιατί, ως διαφάνηκε, ενώ στο Τεκμήριο 1 ο όρος 15, τον οποίο οι Ενάγοντες επικαλέστηκαν προκειμένου ν' «ακυρώσουν» τη σύμβαση αναφέρεται ξεκάθαρα στον Φορέα και μόνον και όχι στην Μέριμνα, η μοναδική απορριπτική επιστολή που ο Ενάγων 1 προσκόμισε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 7 προερχόταν από τη Μέριμνα και όχι από τον Φορέα. Μοναδικό έγγραφο που Ενάγων προσκόμισε και σχετιζόταν με τον Φορέα ήταν το Τεκμήριο 5, το οποίο φέρει τον αριθμό «ΕΣΤ/17008», που ουδεμία σχέση είχε με τον αριθμό φακέλου 27/80 που δόθηκε από τη Μέριμνα, αλλά και το οποίο δεν αποτελούσε απόρριψη της Αίτησής του στο Φορέα. Σημειώνω ότι αναφορά στο Φορέα γίνεται επίσης και στον όρο 7 του Τεκμηρίου 1, σχετικά με το χρόνο παράδοσης της κατοικίας προς τους Ενάγοντες. Εν τέλει, πουθενά στο Τεκμήριο 1 δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στη Μέριμνα, η οποία ήταν και η αρχή που απέρριψε αίτημα του Ενάγοντα 1 για οικονομική βοήθεια. Πέραν των πιο πάνω, μετέωρος παρέμεινε και ο ισχυρισμός του περί αλλαγής των κριτηρίων παραχώρησης οικονομικής βοήθειας λόγω της οικονομικής κρίσης, μια και δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε μαρτυρία προς τούτο. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι τα κριτήρια άλλαξαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, ούτε ότι ο Ενάγοντας 1 ήταν οποτεδήποτε πριν από την, κατ' ισχυρισμό, αλλαγή των κριτηρίων πράγματι δικαιούχος χορηγίας - έστω από για σκοπούς της Μέριμνας, αφού μόνο από εκεί έλαβε απορριπτική επιστολή λόγω εισοδηματικών κριτηρίων -, ούτε με ποιο τρόπο τα εισοδηματικά κριτήρια τούτα διαμορφώθηκαν μετά την κατ' ισχυρισμό αλλαγή τους και επηρέασαν την πορεία της Αίτησής του. Στη δε επιστολή της Μέριμνας - Τεκμήριο 7 - δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ούτε σε αλλαγή κριτηρίων αλλ' ούτε σε αλλαγή λόγω της οικονομικής κρίσης. Το μόνο που αναφέρεται είναι ότι τα εισοδήματα του Ενάγοντα 1 είναι εκτός κριτηρίων και ότι η Αίτηση απορρίφθηκε σε συνεδρία της 9.4.
- Σε κάθε όμως περίπτωση, η απορριπτική επιστολή Τεκμήριο 7, η οποία αποτέλεσε και την αιχμή του δόρατος των Εναγόντων για να αιτιολογήσουν τη χρήση του όρου 15 του Τεκμηρίου 1, δεν προήλθε από τον Φορέα, δηλαδή από τον φορέα που, βάσει του όρου 15 του Τεκμηρίου 1, αναμενόταν η άντληση του ποσού της επιχορήγησης. Επισημαίνεται, ενδεχομένως εκ του περισσού αλλά για σκοπούς πληρότητας της επεξήγησης για τη διαμορφωθείσα άποψη του Δικαστηρίου επί της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1, ότι ούτε αποδείχθηκε το κατά πόσο ο Φορέας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, επέβαλλε πράγματι οποιαδήποτε εισοδηματικά κριτήρια για την αποδοχή αιτήσεων και παροχή χορηγιών. Δηλαδή, έστω και η μαρτυρία του Ενάγοντος 1 να μην ήταν ανακόλουθη, ως προηγουμένως την περιέγραψα, δεν θα μπορούσε αυτή βάσιμα να υποστυλωθεί από την κατατεθειμένη πραγματική μαρτυρία, μια και σ' αυτή δεν υπάρχει οτιδήποτε που να δεικνύει ότι ο Φορέας απέρριψε σχετική αίτηση του Ενάγοντα. Επιπρόσθετα, αλγεινή εντύπωση προκάλεσε στο Δικαστήριο και η επεξήγηση που ο Ενάγων 1 έδωσε αναφορικά με την μη απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου Τεκμηρίου 1 από το Κτηματολόγιο. Ανεξάρτητα από το νομική πτυχή του θέματος, η θέση του Ενάγοντα 1 ότι το πωλητήριο «θα μπορούσε ν' αποσυρθεί εάν τηρούνταν οι όροι του συμβολαίου» κατέδειξε - ξεκάθαρα θα έλεγα - ότι μοναδικός λόγος διατήρησης του αγοραπωλητηρίου στο Κτηματολόγιο ήταν η μόχλευση της Εναγόμενης για ν' αποδεχθεί να επιστρέψει το ποσό των €15,000 που καταβλήθηκε πριν τη ρήξη στη σχέση των διαδίκων. Η δε θέση του ότι η ίδια η Εναγόμενη ήταν που κατέθεσε το Τεκμήριο 1 στο Κτηματολόγιο επειδή γνώριζε τις διαδικασίες, δεν βρίσκει λογικό έρεισμα εντός του συνόλου των ενεργειών των Εναγόντων, μια και ο ίδιος ο Ενάγοντας 1 ήταν που - θέτοντας το όσο ήπια ήταν υπό τις περιστάσεις δυνατό - ανέφερε ότι εάν η Εναγόμενη τηρούσε τους όρους του συμβολαίου, δηλαδή εάν επέστρεφε τα χρήματα, οι Ενάγοντες θα ήταν πρόθυμοι να το αποσύρουν. Εν όψει των πιο πάνω, από τη μαρτυρία του Ενάγοντος 1 μπορώ ν' αποδεχθώ μόνον ότι συνάδει με τα κατατεθειμένα Τεκμήρια και τα όσα δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Εναγόμενης. Κατά τα λοιπά, δηλαδή ως προς το σημαντικότερο μέρος της μαρτυρίας του εν όψει των επίδικων θεμάτων, δεν μπορώ να βασιστώ σ' αυτή και την απορρίπτω για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ Έρχομαι τώρα στην ΜΥ η οποία, καταθέτοντας στο Δικαστήριο, ήταν εμφανώς εκνευρισμένη, ιδίως κατά την αντεξέτασή της. Πέραν όμως της εμφάνισής της στο εδώλιο - αλλά και σημαντικότερα - στη μαρτυρία της ΜΥ παρατήρησα ορισμένες αντιφάσεις: Ενώ στην παράγραφο 5 της γραπτής της δήλωσης η ΜΥ ανέφερε ότι δέχθηκε να συμπεριληφθεί ο όρος 15 στο Τεκμήριο 1 «εφόσον προφορικά» την «διαβεβαίωσαν οι Ενάγοντες ήδη ότι υπέβαλαν αίτηση [.]», κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι οι Ενάγοντες της έδωσαν άλλη διαβεβαίωση, δηλαδή ότι είχαν ήδη εγκριθεί. Διαπιστώνω, επομένως, διάσταση μεταξύ των ισχυρισμών της ΜΥ σχετικά με τις παραστάσεις τούτες, εάν δηλαδή επρόκειτο για παράσταση που αφορούσε την υποβολή της αίτησης μόνον ή εάν έγινε παράσταση αναφορικά με τις πιθανότητες έγκρισής της. Επίσης, με τον όρο 15 - για το λεκτικό του οποίου μέχρι και πριν το σημείο που αναφέρει τη φράση «οικονομικής επιβάρυνσης» δεν φάνηκε να υπάρχει διχογνωμία μεταξύ των διαδίκων - δόθηκε δικαίωμα στους Ενάγοντες «να ακυρώσουν» την πώληση σε περίπτωση απόρριψης της αίτησής τους. Ο ισχυρισμός της ΜΥ ότι η Εναγόμενη αποδέχθηκε να δώσει δικαίωμα τους Ενάγοντες να ακυρώσουν το Τεκμήριο 1 σε περίπτωση απόρριψης της αίτησής της επειδή οι Ενάγοντες της το ζήτησαν και επειδή τη διαβεβαίωναν ότι ήταν σίγουροι για την αίτησή τους, στερείται λογικής συνάφειας. Εάν εκφραζόταν τόση σιγουριά, τότε η συμπερίληψη του όρου δεν θα ήταν αναγκαία. Ούτε η επεξήγηση της ΜΥ ότι ο όρος «μπήκε τυπικά» και επειδή τον ήθελαν οι Ενάγοντες συνάδει λογικώς με την αποδοχή συμπερίληψής του αυτή καθ' εαυτή. Προς ενίσχυση της εντύπωσης τούτης που σχημάτισα, υπενθυμίζω ότι η ΜΥ αμφισβήτησε και την ορθότητα της διαβεβαίωσης των Εναγόντων περί της υποβολής της αίτησης χωρίς την υπογραφή αγοραπωλητηρίου (βλ. παράγραφος 5 της γραπτής της δήλωσης), θέση που δεν είναι δυνατό να συγκεραστεί με την κατ' ισχυρισμό εκ μέρους της καλόπιστη αποδοχή της συμπερίληψης του όρου 15 βασιζόμενη στις ίδιες τούτες διαβεβαιώσεις. Εκτός δικογράφων ήταν και ο ισχυρισμός της κατά την αντεξέτασή της ότι οι Ενάγοντες έδιδαν οδηγίες στην Εναγόμενη να κτίσει, μετά να σταματήσει και μετά να ξανακτίσει. Δικογραφικά προωθήθηκε μόνον ότι οι Ενάγοντες είχαν δώσει οδηγίες για την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων βάσει των επιθυμιών τους και ότι η Εναγόμενη προχώρησε σε αρχικές τεχνικές εργασίες (βλ. παράγραφο 5 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη άρχισε τις τεχνικές εργασίες πράγματι συνεπικουρείται τόσο από την υποβολή για εξασφάλιση άδειας οικοδομής αλλά και τα Τεκμήρια 10 και
- Όχι όμως και το ότι οι Ενάγοντες τις έδιδαν αντιφατικές οδηγίες για κτίσιμο. Υπενθυμίζεται ότι κατά την κυρίως εξέτασή της η ΜΥ πρόβαλε μόνον ότι οι Ενάγοντες πότε ήθελαν το ακίνητο και πότε όχι. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί της ΜΥ περί του κόστους ετοιμασίας αρχιτεκτονικών σχεδίων παρέμειναν μετέωροι μια και δεν προσκομίστηκε μαρτυρία αναφορικά με το κόστος αυτό, ενώ, ως προς τις εργασίες που έγιναν και τις οποίες προσκομίστηκε το Τεκμήριο 10, η θέση της ΜΥ ότι αυτές αφορούσαν μόνον την κατοικία που πωλήθηκε στους Ενάγοντες (βλ. σελίδα 10 των πρακτικών της 2.10.23), δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Όπως προκύπτει από αυτό οι εργασίες που έγιναν αφορούσαν ολόκληρο το τεμάχιο. Παρά τα πιο πάνω, τόσο οι πληρωμές που έγιναν προς την Εναγόμενη όσο και ο χρόνος που έγιναν, αλλά και το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν κατέβαλαν τα ποσά που προέβλεπε το Τεκμήριο 1, κατά το χρόνο που αυτά ήταν πληρωτέα σύμφωνα με τους όρους του, συνάδουν με τα κατατεθειμένα Τεκμήρια. Ομοίως συνάδουσα ήταν και η θέση της ΜΥ ότι οι Ενάγοντες προέβησαν στην πληρωμή των €10,000 οκτώ μήνες μετά την πληρωμή της προκαταβολής και ότι η Εναγόμενη κατά τη 10.9.2013 κατέβαλε σε κατασκευαστική εταιρεία το ποσό των €17,000 το οποίο αφορούσε εργασίες στο οικόπεδο, σύμφωνα με το Τεκμήριο 10, πληρωμή η οποία δεν αμφισβητήθηκε αυτή καθ' εαυτή. Επίσης λογική κρίνεται και η θέση της ΜΥ ότι - στο πλαίσιο της γνωριμίας των διαδίκων σε οικογενειακό επίπεδο - αφενός λόγω της κατάστασης που επικρατούσε περί το Μάρτιο του 2013 ως αποτέλεσμα των αποφάσεων της Βουλής για την απομείωση καταθέσεων σε τράπεζες της Κύπρου και αφετέρου λόγω της επιφυλακτικότητας των Εναγόντων, δεν απαίτησε αυστηρή τήρηση των όρων πληρωμής. Συνεπώς μπορώ ν' αποδεχθώ μόνο το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας της ΜΥ. Ευρήματα Δικαστηρίου Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας αλλά και των παραδεχτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων προβαίνω στ' ακόλουθα ευρήματα: Ο Ενάγων είναι κάτοχος προσφυγικής ταυτότητας. Πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 1, ο Ενάγοντας αιτήθηκε δάνειο από το Φορέα. Παράλληλα στις 21.10.2011 υπέβαλε αίτηση και στην Μέριμνα για οικονομική βοήθεια για αγορά διαμερίσματος ή κατοικίας. Στις 20.11.2012 οι Ενάγοντες και η Εναγόμενη υπέγραψαν πωλητήριο έγγραφο, δηλαδή το Τεκμήριο 1, στη βάση του οποίου η Εναγόμενη ανέλαβε να ανεγείρει και να παραδώσει στους Ενάγοντες μία κατοικία έναντι του συνολικού ποσού των €315,000 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Στις 4.12.2012 οι Ενάγοντες κατέβαλαν στην Εναγόμενη το ποσό των €5,000 ως προκαταβολή και η Εναγόμενη εξέδωσε σχετική απόδειξη. Στις 5.12.2012 το Πωλητήριο Έγγραφο, Τεκμήριο 1, κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης σύμφωνα με τον περί Πώλησης Γαιών (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011 (Ν.81(Ι)/2011). Στις 10.04.2013, ο Δήμος Λακατάμειας, εξέδωσε Άδεια Οικοδομής επ' ονόματι της Εναγόμενης για την ανέγερση της κατοικίας που αναφέρεται στο Τεκμήριο
- Στις 13.08.2013 οι Ενάγοντες κατέβαλαν στην Εναγόμενη το ποσό των €10,000 και η Εναγόμενη εξέδωσε σχετική απόδειξη. Στις 10.09.2013 η Εναγόμενη κατέβαλε σε κατασκευαστική εταιρεία το ποσό των €17,000 αναφορικά με εργασίες περίφραξης και επιχωμάτωσης ολόκληρου του οικοπέδου και επίβλεψής τους από μηχανικό. Στις 11.03.2014, οι Ενάγοντες απέστειλαν στην Εναγόμενη επιστολή με τηλεομοιότυπο με την οποία, επικαλούμενοι τον όρο 15 του Τεκμηρίου 1, ζήτησαν να τους επιστραφεί το συνολικό ποσό των €15,000 που κατέβαλαν μέχρι εκείνη τη στιγμή εντός 60 ημερών. Στις 12.05.2014 η Μέριμνα απέστειλε στους Ενάγοντες επιστολή με την οποία τους ενημέρωνε ότι σε συνεδρία της ημερομηνίας 09.04.2014, η Επιτροπή Στεγαστικής Βοήθειας απέρριψε το αίτημά τους για οικονομική βοήθεια επειδή τα εισοδήματά τους ήταν εκτός κριτηρίων. Τα ευρήματά μου συμπληρώνονται ανάλογα πιο κάτω, κατόπιν περαιτέρω ανάλυσης και μετά την παράθεση της γενικής νομικής πτυχής. Γενική Νομική Πτυχή Σε αστικής φύσεως υποθέσεις ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος ν' αποδείξει ότι η απαίτησή του είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι[5]. Το βάρος αποσείεται αποκλειστικά με μαρτυρία που κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο[6]. Το νομικό βάρος όμως δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται, ενώ το αποδεικτικό υποδηλώνει το βάρος που διάδικος φέρει να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη επίδικου ή σχετικού θέματος, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά ν' απαντήσει. Συμπληρώνω την παράθεση νομικών αρχών που αφορούν τα εδώ επίδικα ζητήματα πιο κάτω στην παρούσα. Ερμηνεία όρου 15 του Τεκμηρίου 1 Ο όρος 15 του Τεκμηρίου 1 ήταν στο επίκεντρο της εντονότερης διαφωνίας των διαδίκων στην υπόθεση. Τον παραθέτω αυτούσιο για σκοπούς ευχερέστερης αναφοράς: «
- επειδή οι αγοραστές έχουν αποταθεί στο φορέα ισότιμης κατανομής βαρών για τους πρόσφυγες και αναμένουν την καταβολή σε αυτούς ενός ποσού της τάξεων των €37.000 συμφωνείται μεταξύ των μερών ότι σε περίπτωση που το πιο πάνω ποσό, για οποιοδήποτε λόγο, δεν παραχωρηθεί στους αγοραστές, οι τελευταίοι θα έχουν το δικαίωμα να ακυρώσουν το πωλητήριο έγγραφο χωρίς οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση». Ως προς το θέμα της ερμηνείας συμβάσεων έχει νομολογηθεί ότι «το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο»[7] και ότι «βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενό της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών»[8]. Ερμηνεύοντας τον εδώ επίμαχο όρο 15 του Τεκμηρίου 1, θεωρώ ότι τα μέρη συμφώνησαν να δώσουν - υπό προϋποθέσεις, τις οποίες πραγματεύομαι πιο κάτω - στους Ενάγοντες δικαίωμα τερματισμού της Συμφωνίας. Με τη λέξη «ακύρωση» θεωρώ ότι οι διάδικοι κατέγραψαν την πρόθεσή τους όπως επιτραπεί στους Ενάγοντες ν' αποδεσμευθούν από την αγοραπωλησία ωσάν να μην είχαν εισέλθει σ' αυτήν, ως δηλαδή εξ υπ' αρχής. Η ερμηνεία τούτη του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την συμπερίληψη της φράσης «χωρίς οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση», την οποία ερμηνεύω έχοντας κατά νου το είδος της σύμβασης, τους όρους πληρωμής αλλά και τον όρο 7, που αφορά την παράδοση. Ως είναι προφανές, οι διάδικοι δεν συμπεριέλαβαν χρονικό ορίζοντα αναφορικά με το πότε αναμενόταν οι Ενάγοντες να λάμβαναν το ποσό των €37,000 από τον Φορέα. Συνεπώς δεν ήταν εκτός πιθανοτήτων το χρονικό σημείο κατά το οποίο είτε θα λάμβαναν το ποσό είτε θα λάμβαναν ενημέρωση ότι η αίτηση τους θα απορρίπτετο, να επερχόταν μετά που οι Ενάγοντες θα πλήρωναν - ενδεχομένως και μεγάλα - ποσά στη βάση του όρου 4 του Τεκμηρίου
- Από τη στιγμή που οι διάδικοι επέλεξαν να συμφωνήσουν να παραχωρήσουν δικαίωμα «ακύρωσης» του Τεκμηρίου 1 σε περίπτωση μη λήψης του ποσού από το Φορέα, δεν θα ήταν λογικό οι Ενάγοντες να δύνανται, από τη μία, να το ασκήσουν - δηλαδή να μην δικαιούνται πλέον να τους μεταβιβαστεί η επίδικη κατοικία - και από την άλλη, παράλληλα να μην δικαιούνται να τους επιστραφούν τα ποσά που θα είχαν ήδη καταβάλει στην Εναγόμενη. Σε εκείνη την περίπτωση και από τη στιγμή που οι Ενάγοντες θ' «ακύρωναν» το Τεκμήριο 1, η Εναγόμενη θα διατηρούσε την κατοικία. Εν όψει των πιο πάνω θεωρώ ότι η φράση «χωρίς οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση» σημαίνει ότι οι Ενάγοντες, νοουμένου ότι εξασκούσαν ορθά το συμβατικό τους δικαίωμα να «ακυρώσουν» το Τεκμήριο 1, δικαιούντο και στην επιστροφή των ποσών που κατέβαλαν μέχρι τη στιγμή της ακύρωσης. Επίσης, το γεγονός ότι τα διάδικα μέρη στον όρο 15 κατονόμασαν ειδικά το Φορέα δεν επιδέχεται πολλών ερμηνειών. Άλλωστε ουδέποτε οποιοδήποτε εκ των μερών ισχυρίστηκε ότι πρόθεσή του ήταν να συμπεριλάβουν άλλο φορέα εκτός από το Φορέα ή ότι με τη χρήση της φράσης «φορέα ισότιμης κατανομής βαρών για τους πρόσφυγες» εννοούσαν οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτόν, εις τον οποίο μάλιστα οι Ενάγοντες είχαν αποταθεί όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο
- Υπαγωγή και συμπλήρωση ευρημάτων και ανάλυση Κατά πόσο οι Ενάγοντες τερμάτισαν νόμιμα το Τεκμήριο 1 Εν όψει της πιο πάνω ερμηνείας του όρου 15 και υπό το φως των σχετικών ευρημάτων μου, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι πράγματι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προκειμένου να δικαιούνταν να ενεργοποιήσουν την πρόνοια του όρου 15 του Τεκμηρίου 1, μια και δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία ότι η αίτησή τους στο Φορέα απορρίφθηκε. Αναμφίβολα, η απορριπτική επιστολή από την Μέριμνα δεν συμπεριλήφθηκε στους όρους του Τεκμηρίου 1, ούτε είχε γίνει σχετική πρόνοια με την οποία οι Ενάγοντες να δικαιούνταν να επικαλεστούν τον όρο 15 ανεξάρτητα από το ποιος φορέας ή αρχή θα απέρριπτε κάποια αίτησή τους. Συνεπώς βρίσκω ότι οι Ενάγοντες, με το Τεκμήριο 8, τερμάτισαν το Τεκμήριο 1 και υπαναχώρησαν από αυτό χωρίς βάσιμο λόγο και, τοιουτοτρόπως, ήταν εκείνοι που το παραβίασαν με τη συνεπαγόμενη άρνησή τους να το εκτελέσουν ως προνοούσε[9]. Αποτέλεσμα παράβασης της σύμβασης από πλευράς Εναγόντων Επόμενο ερώτημα που πρέπει ν' απαντηθεί είναι που οδηγεί η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ήταν οι Ενάγοντες που παραβίασαν την επίμαχη συμφωνία και όχι η Εναγόμενη η οποία ήταν, εν προκειμένω το αναίτιο μέρος. Στο Άρθρο 15 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011 (Ν.81(Ι)/2011) προνοείται ότι, «[ό]ταν οποιοσδήποτε αγοραστής ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει σύμβασης σε σχέση με την οποία τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που καθορίζονται από το άρθρο 7 ή και 8 αρνηθεί να καταβάλει το τίμημα αγοράς και αποδεκτεί την ιδιοκτησία, η θεραπεία του πωλητή δυνάμει της σύμβασης αποτελείται μόνο από αποζημιώσεις». Ενώ βάσει του Άρθρου 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, «[σ]ε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης». Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, στην παράγραφο 26 - 216Ο με αναφορά στην απόφαση Dies v British and International Mining and Finance Corp Ltd. [1939] 1 Κ.Β. 724, αναφέρονται τα εξής, ελεύθερα μεταφρασμένα: «[.] όταν ένας αγοραστής υπαναχώρησε από τη σύμβασή του ν' αγοράσει αγαθά, θεωρήθηκε ότι παρά ταύτα εδικαιούτο ν' ανακτήσει σημαντική προπληρωμή στην οποία προέβη (όχι υπό τη μορφή εγγύησης εξασφάλισης), τηρουμένης όμως και αφαίρεση αναφορικά με πραγματική ζημιά την οποία υπέστη ο πωλητή μέσω της παράβασης της σύμβασης: το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αν επέτρεπε σε όλη την προπληρωμή να κατακρατηθεί από τον πωλητή, θα επέτρεπε και την κατακράτηση προστίμου, και όχι ρευστοποιημένων αποζημιώσεων»[10]. Από την πιο πάνω αρχή προκύπτει ότι οι Ενάγοντες, αν και κρίθηκαν από το Δικαστήριο ένοχοι παράβασης της συμφωνίας τους με την Εναγόμενη, δικαιούνται ν' ανακτήσουν κάποια ποσά, τηρουμένου του δικαιώματος της Εναγόμενης ν' αποζημιωθεί για ζημιά που υπέστη ένεκα της παράβασης. Η αρχή της Dies (ανωτέρω) εφαρμόστηκε και στην Κύπρο[11]. Τα ποσά που δικαιούνται ν' ανακτήσουν οι Ενάγοντες Σχετικά με το ζήτημα των ανακτήσιμων ποσών από μέρος που θεωρείται υπαίτιο για παράβαση σύμβασης, στην υπόθεση Stirrup Investments Ltd. v.
- Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 308/2012, ημερομηνίας 11.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:A424, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής με παραπομπές σε συγγράμματα: «Στο σύγγραμμα Pullock & Mulla Indian Contracts Act and Specific Relief Acts, 9th Edition, σελ. 456 κ.ε., όπου αναλύεται το εν λόγω άρθρο, επισημαίνεται πως η προκαταβολή δεν αποτελεί όφελος που απορρέει από τη σύμβαση, αλλά εγγύηση για την εκτέλεσή της. Σχετικό, επίσης, είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts General Principles, 24η Έκδοση, σελίδα 866, παρ. 1816: «When a deposit is paid under a contract, and the contract is not completed, the right of the depositor to claim the return of the deposit depends on the construction of the particular terms of the contract. If nothing is said expressly about the conditions governing the deposit, it will be taken, according to the ordinary interpretation of businessmen, as a security for the completion of the contract by the depositor; so that it will be forfeited to the other party if the depositor fails to perform his side of the contract.» Όπως δε αναφέρεται στην παρ. 1817 του ιδίου συγγράμματος: «Different principles apply if there is a substantial prepayment of the purchase price, which is not intended to be in the nature of a deposit or earnest; in this situation the plaintiff may still have a claim for recovery, despite the fact that the non-performance of the contract was due to his own fault». Με την πιο πάνω ανάλυση κατά νου, επανέρχομαι στα της παρούσας υπόθεσης: Στον όρο 4 του Τεκμηρίου 1, οι διάδικοι καθόρισαν την πρώτη κατά σειρά πληρωμή ως «προκαταβολή», χωρίς αυτή ν' αντιστοιχεί σε οποιαδήποτε εργασία που προνοείτο να εκτελεστεί στην υπό ανέγερση κατοικία. Στο σχετικό όρο 4 διακρίνεται η «προκαταβολή», αφενός λόγω του ύψους της σε σχέση με το συνολικό τίμημα για την πώληση - €5,000 εν συγκρίσει με το συνολικό τίμημα των €315,000 - και αφετέρου από την επόμενη πληρωμή των €50,000 η οποία θα έπρεπε να καταβληθεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Αποτέλεσε δε και θέση της ΜΥ ότι με την καταβολή των επόμενων €10,000, ως μέρος του συνολικού οφειλόμενου και πληρωτέου, μέχρι τη χρονική στιγμή εκείνη, ποσού των €50,000, η Εναγόμενη προχώρησε σε πληρωμές που αφορούσαν τις εργασίες περίφραξης και επιχωμάτωσης του οικοπέδου και επίβλεψής τους από μηχανικό. Επισημαίνεται ότι το ποσό της προκαταβολής καταβλήθηκε ακόμα και πριν το πωλητήριο κατατεθεί στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Το δε γεγονός ότι οι διάδικοι καθόρισαν το ποσό των €5,000 ως προκαταβολή είναι αδιαμφισβήτητο και προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του όρου
- Καθοδηγητικά για το σκεπτικό του Δικαστηρίου είναι τα πιο κάτω που αναφέρθηκε στην Stirrup (ανωτέρω): «Στην παρούσα περίπτωση, η σύμβαση προνοούσε για εκτέλεση σε ένα μήνα και το ποσό των ΛΚ100.000 ήταν μικρό αναλογικά με το όλο ποσό του συμβολαίου. Συνεπώς, δε θα μπορούσε να κριθεί ότι το ποσό των ΛΚ100.000 αποτελούσε οφειλή που απορρέει από τη συμφωνία, έτσι ώστε οι εφεσείοντες να δικαιούνται την επιστροφή του ανταπαιτητικώς, ανεξάρτητα από το κατά πόσο υπάρχει η ανάλογη δικογραφική κάλυψη για την εν λόγω αξίωση. Αμφότεροι οι διάδικοι θεώρησαν το ποσό αυτό ως «προκαταβολή», παρόλο που η συμφωνία δεν το καθορίζει ως τέτοιο. Η επιστροφή της «προκαταβολής» όμως δικαιολογείται μόνο στις περιπτώσεις όπου είναι ο αγοραστής που ως αναίτιο μέρος δικαιούται την επιστροφή του όταν ο πωλητής έχει κριθεί ότι έχει διαρρήξει υπαιτίως τη συμφωνία (Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 34, σελ. 328-329, παρ. 557-558). Στην προκείμενη περίπτωση ήταν οι εφεσείοντες ως αγοραστές που κρίθηκαν ότι αδικαιολόγητα διέρρηξαν τη συμφωνία». Το άλλο ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ήταν η πρόθεσή των μερών να συμπεριλάβουν το ποσό της προκαταβολής εντός της εμβέλειας του όρου 15, τον οποίο ανέλυσα ανωτέρω. Στη βάση του πιο πάνω διαχωρισμού της προκαταβολής, τόσο με αναφορά στο χρόνο που αυτή ήταν πληρωτέα όσο και ως ποσό που ξεκάθαρα κατονομάζεται ως προκαταβολή, κρίνω ότι πρόθεση των μερών ήταν ακριβώς αυτή που εκφράστηκε στη συμφωνία τους, δηλαδή το εν λόγω ποσό ν' αποτελεί μόνον προκαταβολή. Θεωρώ συνεπώς ότι η προκαταβολή εν προκειμένω πληρώθηκε για ν' αποτελεί εξασφάλιση για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Εναγόντων και ότι η ρητή αναφορά σε «προκαταβολή» το ύψος της οποίας είναι ελάχιστο σε σχέση με το συνολικό τίμημα, αλλά και το γεγονός της καταβολής της προτού καν η συμφωνία να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, δεν είναι συμβατή και δεν μπορεί να εμπερικλείεται στη φράση «οικονομική επιβάρυνση», για την οποία προνόησαν στον όρο 15 του Τεκμηρίου
- Έχοντας καταλήξει ότι οι Ενάγοντες ήταν υπαίτιοι παράβασης της συμφωνίας και ότι η προκαταβολή αποτελούσε εξασφάλιση για την εκπλήρωση υποχρεώσεων, θεωρώ ότι το ποσό των €5,000 δεν είναι ανακτήσιμο. Κατ' ακολουθία του πιο πάνω σκεπτικού μου και υπό το φως της νομολογιακής μεταχείρισης του ζητήματος, θεωρώ ότι οι €10,000 δεν ήταν μέρος της προκαταβολής και συνεπώς είναι ανακτήσιμες, τηρουμένου του δικαιώματος της Εναγόμενης σε αποζημιώσεις. Παρεμβάλω ότι στην Έκθεση Απαίτησής τους οι Ενάγοντες ζητούν νόμιμο τόκο επί του ποσού των €15,000 από την ημέρα υπογραφής του Τεκμηρίου 1 μέχρι εξόφλησης. Έχοντας καταλήξει ότι ο τερματισμός από μέρους τους ήταν αναιτιολόγητος, κρίνω ότι οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικαστεί προς όφελος τους, θα πρέπει να φέρει τόκο από την ημέρα καταχώρισης της Αγωγής και όχι νωρίτερα. Κατά πόσο η Εναγόμενη δικαιούται σε αποζημιώσεις για την παράβαση των όρων της συμφωνίας από τους Ενάγοντες Με την Ανταπαίτησή της η Εναγόμενη αξίωσε μόνον δηλωτικές αποφάσεις του Δικαστηρίου, η δεύτερη εκ των οποίων αποτελεί δήλωση ότι η Εναγόμενη δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες. Αν και δεν υπάρχει ρητή ανταπαίτηση γι' αποζημιώσεις, υπενθυμίζω ότι βάσει της νομολογίας, «[.] μπορεί να παρασχεθεί οποιαδήποτε θεραπεία η οποία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως, εφόσον αποδεικνύονται κατά τη δίκη» και ότι «παράλειψη επιδίωξης ειδικής θεραπείας δεν αποτελεί κώλυμα για την απόδοση της»[12]. Στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης (τα γεγονότα της Υπεράσπισης επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται για σκοπούς Ανταπαίτησης στην παράγραφο 1 της Ανταπαίτησης), η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δαπάνησε το ποσό των €15,000 στην ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων και σε αρχικές τεχνικές εργασίες όπως το περιτείχισμα του Ακινήτου, ενώ στην παράγραφο 8(γ)(iv) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αναφέρεται ότι λόγω της κατάθεσης του πωλητηρίου στο Κτηματολόγιο, η Εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να προχωρήσει σε αξιοποίηση του ακινήτου «προς ζημιά της επιχείρησής της». Ως προς το ζήτημα ζημιάς που κατ' ισχυρισμό προκλήθηκε στην Εναγόμενη λόγω της κατάθεσης και διατήρησης του πωλητηρίου στο Κτηματολόγιο, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να την αποδεικνύει. Ούτε μαρτυρία ότι η Εναγόμενη απώλεσε ευκαιρία να πωλήσει το ακίνητο σ' οποιοδήποτε τρίτο προσκομίστηκε, αλλ' ούτε κι ότι η Εναγόμενη υπέστη ζημιά λόγω κάποιας μείωσης της αξίας του Ακινήτου. Ομοίως ούτε το κόστος των αρχιτεκτονικών σχεδίων αποδείχθηκε μια και η μαρτυρία της ΜΥ επί του θέματος δεν έγινε αποδεχτή. Σχετικά με το ζήτημα των δαπανηθέντων ποσών για την προετοιμασία του οικοπέδου παρατηρώ τα εξής: Ως διαφάνηκε και αποτέλεσε μέρος των ευρημάτων μου, η Εναγόμενη δαπάνησε το ποσό των €17,000 για εργασίες που αφορούσαν ολόκληρο το τεμάχιο το οποίο ανέπτυσσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή τόσο την επίδικη κατοικία όσο και την άλλη κατοικία που αναπτύχθηκε εντός του ίδιου τεμαχίου. Στο Τεκμήριο 10 η εκτελεσθείσα εργασία δεν διαχωρίζεται και δεν είναι εμφανές σε τι ποσοστό αυτή αφορά στη μία κατοικία και τι στην άλλη. Μόνον υποθετικά το Δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει ότι το ποσό που δαπανήθηκε αναλογεί εξ ημισείας στην κάθε κατοικία. Πλην όμως τούτο δεν είναι δυνατό ούτε ως απλή υπόθεση, μια και δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το κατά πόσο οι υπό ανάπτυξη κατοικίες για τις οποίες προετοιμάστηκε το οικόπεδο είχαν τα ίδια χαρακτηριστικά. Δεν έχει συνεπώς καν αποδειχθεί ποια έξοδα αφορούσαν την επίμαχη κατοικία. Προσθέτω στο σκεπτικό μου ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι τα δαπανηθέντα ποσά πράγματι ανάγονται σε ζημιά της Εναγόμενης ή μπορούν να θεωρηθούν ζημιά προκύπτουσα από την παράβαση της σύμβασης από τους Ενάγοντες. Και εξηγώ: Δεν αποτέλεσε θέση της Εναγόμενης ότι τα ποσά τούτα δαπανήθηκαν είτε αχρείαστα είτε ότι οι εργασίες που έγιναν και πληρώθηκαν δεν παρέμειναν στην κατοχή της Εναγόμενης και προς όφελος της ιδιοκτησίας που εν τέλει ουδέποτε μεταβιβάστηκε στους Ενάγοντες. Ναι μεν οι Ενάγοντες παραβίασαν τη σύμβαση, αλλά κατ' ακολουθία του σκεπτικού που ανέπτυξα ερμηνεύοντας τον όρο 15, η ίδια η Εναγόμενη συμφώνησε στο ενδεχόμενο, ανά πάσα στιγμή, το Τεκμήριο 1 ν' «ακυρωθεί» και αναπόδραστα και στο ενδεχόμενο οι εργασίες στις οποίες προέβη ανεξαρτήτου σταδίου να παρέμεναν στην κατοχή και ιδιοκτησία της. Με τούτο δεδομένο, δεν κρίνεται συμβατή η θεώρηση του κόστους των εργασιών που έγιναν και παρέμειναν στο έργο ως ζημιά με τη συμβατική διευθέτηση στην οποία τα μέρη προέβησαν σχετικά την τύχη αυτών σε περίπτωση «ακύρωσης». Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η Εναγόμενη δεν απέδειξε ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά λόγω της παράβασης των όρων της σύμβασης από τους Ενάγοντες. Ως προς τις δηλωτικές αποφάσεις που η Εναγόμενη ανταξίωσε, θεωρώ ότι δήλωση του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων δεν τερματίστηκε θα ήταν στο παρόν στάδιο αλυσιτελής, μια και δεν τίθεται πλέον ζήτημα εκτέλεσής της. Ως προς το δήλωση ότι η Εναγόμενη δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες αυτή συμπεριλήφθηκε, ως μέρος της συνεκδίκασης, στην απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με την Αγωγή των Εναγόντων. Εν όψει των πιο πάνω, η Ανταπαίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Το κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο Έχοντας καταλήξει στα πιο πάνω και στην απουσία οποιασδήποτε σχετικής τοποθέτησης από τους διαδίκους είτε δικογραφικά, είτε κατά τη μαρτυρία τους αναφορικά με την τύχη του κατατεθειμένου πωλητηρίου εγγράφου - ούτε ειδική εκτέλεση ζητείται, ούτε διάταγμα να διαφραφεί -, θεωρώ ότι παράλειψη ενασχόλησης του Δικαστηρίου με το θέμα θα διατηρήσει αυτό σε εκκρεμότητα και αποτελεί ορατή πιθανότητα να χρειαστούν άλλες διαδικασίες προς επίλυσή του. Άλλωστε, αφενός κατά τη θεώρηση των Εναγόντων το πωλητήριο έγγραφο είχε «ακυρωθεί» και μάλιστα αξίωσης και σχετική δήλωση του Δικαστηρίου προς τούτο και αφετέρου η Εναγόμενη, από πλευράς της, παραπονέθηκε για το εμπόδιο που η κατάθεσή του δημιουργούσε στη δυνατότητά της να το εκμεταλλευθεί. Βάσει του Άρθρου 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) το Δικαστήριο «[.] oφείλει εv εκάστη δίκη ή άλλη διαδικασία, vα παρέχη είτε απoλύτως ή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις, ως τo δικαστήριov κρίvει δίκαιov, πάσας τας θεραπείας εις ας oιoσδήπoτε τωv διαδίκωv θα εδικαιoύτo εv σχέσει πρoς oιαvδήπoτε εγερθείσαv υπ' αυτoύ αξίωσιv στηριζoμέvηv επί τoυ vόμoυ ή τωv αρχώv της επιεικίας (equity) κατά τoιoύτov τρόπov, εφ' όσov τoύτo είvαι δυvατόv, ώστε πάvτα τα αμφισβητoύμεvα θέματα μεταξύ τωv διαδίκωv vα διαγιγvώσκωvται πλήρως και τελικώς και πάσα πoλλαπλότης της διαδικασίας αφoρώσης εις oιovδήπoτε τωv θεμάτωv τoύτωv vα απoφεύγεται». Προκειμένου λοιπόν ν' αποφευχθεί οποιαδήποτε τυχόν πολλαπλότητα διαδικασιών που θα προκύψει εάν το ζήτημα παραμείνει σε εκκρεμότητα, κρίνω ορθό και σκόπιμο όπως στην παρούσα Απόφαση συμπεριλάβω και διαταγή προς τους Ενάγοντες όπως ενεργήσουν για τη διαγραφή της κατατεθειμένης σύμβασης από το μητρώο του Κτηματολογίου. Κατάληξη Συνοψίζοντας τα συμπεράσματά μου ανωτέρω, καταλήγω στο ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν τη σύμβασή τους με την Εναγόμενη, καθότι την τερμάτισαν αναιτιολόγητα. Παρά ταύτα, και κατ' εφαρμογή των σχετικών νομολογιακών αρχών, δικαιούνται να τους επιστραφεί το ποσό που κατέβαλαν στην Εναγόμενη, εκτός του ποσού που αντιστοιχούσε σε ποσό το οποίο έκρινα ότι αποτελούσε ασφάλεια για εκτέλεση της σύμβασης. Από την πλευρά της η Εναγόμενη, δεν απέδειξε ότι, ένεκα της παράβασης από μέρος των Εναγόντων, υπέστη οποιαδήποτε ζημιά και συνεπώς δεν είναι δυνατό να της επιδικαστεί αποζημίωση. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αγωγή επιτυγχάνει μερικώς. Η Ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Εκδίδεται Απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €10,000 πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρισης της Αγωγής μέχρι εξόφλησης. Οι Ενάγοντες διατάσσονται όπως, εντός 30 ημερών από σήμερα, ενεργήσουν ούτως ώστε το πωλητήριο έγγραφο, ημερομηνίας 20.11.2012 με αριθμό ΠΩΕ1410/12 που κατατέθηκε στο Μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, διαγραφεί από το εν λόγω Μητρώο. Ως προς τα έξοδα, ενόψει της συνεκδίκασης της Αγωγής και της Ανταπαίτησης θα επιδικάσω μόνο ένα κοινό σετ. Λόγω της μερικής επιτυχίας της Αγωγής από τη μία και της αποτυχίας της Ανταπαίτησης από την άλλη, επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο μειωμένα κατά το ήμισυ. Δεν εκδίδεται ξεχωριστή διαταγή για έξοδα για την Ανταπαίτηση. ............ Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] (βλ. μεταξύ άλλων Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.A.Δ. 24) [2] (βλ. C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) [3] (βλ. El Sayed v. 1. Του Πλοίου Μ/V Mary John σημαίας Κύπρου κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661) [4] (βλ. Ανδρέας Χρ. Στυλιανίδης ν. Κωνσταντίνου Χατζηπιέρα
(1999)1 Α.Α.Δ. 1056) [5] (βλ. Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295) [6] βλ. Χ" Παυλή κ.ά v. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220 και Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689) [7] (βλ. Θεολόγου κ. α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νεμεσις Λτδ.
(1998)1 Α.Α.Δ. 407) [8] (βλ. Σύλλογος "Ανόρθωσης" Αμμοχώστου ν. "Απόλλων" Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού
(2002)1 Α.Α.Δ 518) [9] (Βλ.
- Pop Life Electric Shops Ltd. κ.α. ν.
- Ονησίφορου Ονησιφόρου κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 359 και Demari Kronos Limited v. 1. Michael Leslie Gray κ.α., Πολ. Έφεση 264/2014, ημερομηνίας 22.2.23) [10] Στο πρωτότυπο: «where a buyer repudiated his contract to purchase goods, he was nevertheless held to be entitled to recover a substantial prepayment (not in the nature of a deposit) made by him, subject to a deduction in respect of the actual damage suffered by the seller through the breach of contract: the court held that if it permitted the whole prepayment to be retained by the seller, it would be permitting the retention of a penalty, not liquidated damages» [11] (βλ. Οδυσσέως ν. Χαρίτου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1061, Αγαπίου ν. Λεωνίδου
(2007)1 Α.Α.Δ. 50 και πιο πρόσφατα Saturn Building Co. Limited v. Ch. Ierodiakonou Enterprises Limited, Πολ. Έφεση 188/2018, ημερομηνίας 27.9.2024 ) [12] (βλ. Kennedy Hotels Ltd. v. Haig Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο