Ανδρέα Σοφοκλέους κ.α. ν. Γιώργου Αγγελή κ.α., Αριθμός Αγωγής: 3746/2017, 10/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 3746/2017 Μεταξύ:
- Ανδρέα Σοφοκλέους
- TRANSCAPITAL BUSINESS CONSULTING LTD Ενάγοντες και
- Γιώργου Αγγελή
- AG BUSINESS CONSULTANTS LTD Εναγόμενοι 10 Δεκεμβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Μιχαήλ για Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση 2/Μάριο Κοντεμενιώτη: κ. Καύκαρος για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών ημερομηνίας 15.7.2024 για διάταγμα αντεξέτασης του Στέλιου Κοζάκου (στο εξής ο «ΣΚ») επί του περιεχομένου ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια αίτησης παρακοής ημερομηνίας 18.10.2018 Πριν ξεκινήσω σημειώνω ότι η παρούσα είναι η δεύτερη αίτηση, ίδιας φύσης στην οποία εκδίδεται απόφαση σήμερα στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Με την έτερη αίτηση, οι Ενάγοντες προωθούσαν αντίστοιχο αίτημα εναντίον άλλου εμπλεκόμενου προσώπου. Ενόψει του ότι εγείρονται παρόμοια ζητήματα, τα οποία θα αποφασιστούν στα πλαίσια αντίστοιχων νομικών αρχών, υπάρχει βαθμός επανάληψης μεταξύ της έτερης απόφασης και της παρούσας. Για ευκολία παρακολούθησης των προς απόφαση ζητημάτων, ξεκινώ με μια συνοπτική αναδρομή όσων προηγήθηκαν την παρούσας Αίτησης, όπως προκύπτουν από το φάκελο της αγωγής. Με την αγωγή οι Ενάγοντες διεκδικούν εναντίον των Εναγόμενων αποζημιώσεις και δηλωτικές αποφάσεις που σχετίζονται με συνεργασία του Ενάγοντα 1 και Εναγόμενου 1 στον τομέα παροχής διοικητικών και άλλων συναφών υπηρεσιών προς πελάτες σε Κύπρο και Ρωσία. Πολύ συνοπτικά, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η θέση των Εναγόντων είναι ότι ο Ενάγοντας 1 και ο Εναγόμενος 1 συνεργάζονταν από το 1993 στον τομέα της παροχής διοικητικών υπηρεσιών με όχημα, αρχικά, άλλη εταιρεία και ακολούθως μέσω της Ενάγουσας 2 (στην οποία έκαστος κατείχε 50% των μετοχών), στην Κύπρο και Ρωσία. Ο Εναγόμενος 1 ήταν υπεύθυνος για τις εργασίες της εταιρείας στη Μόσχα. Στα πλαίσια της συνεργασίας ιδρύθηκε η Εναγόμενη 2 η οποία διατηρούσε λογαριασμό στην Astrobank. Η Εναγόμενη 2 τιμολογούσε πελάτες της Ενάγουσας 2 και τα ποσά που εισέπραττε κατατίθεντο στον εν λόγω λογαριασμό. Περί τις αρχές 2017, προς συμμόρφωση με ρυθμιστικές υποχρεώσεις, ο Ενάγοντας 1 κατέστη κατά 100% μέτοχος στην Ενάγουσα 2 εταιρεία όμως η συνεργασία των δύο συνέχιζε στην ίδια ουσιαστικά βάση, με ίσο δικαίωμα στα κέρδη. Παρά ταύτα ο Εναγόμενος 1 παρακράτησε ποσά που είχαν εισπραχθεί από την Εναγόμενη 2 εκ μέρους της Ενάγουσας 2, δεν ενημέρωνε τους Ενάγοντες για εισπράξεις και εργασίες, παρείχε υπηρεσίες προσωπικά προς πελάτες των Εναγόντων και εισέπραττε το αντίτιμο ο ίδιος, επιδίωκε να προσελκύσει και αποσπάσει πελάτες των Εναγόντων, ιδιοποιήθηκε χρηματικά ποσά που ανήκαν στους Ενάγοντες κ.ο.κ. Επήλθε ρήξη στις σχέσεις Ενάγοντα 1 και Εναγόμενου 1 όταν τα πιο πάνω αποκαλύφθηκαν. Ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε την αγωγή 3694/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητούσε την επιστροφή του 50% των μετοχών που κατείχε στην Ενάγουσα 2 και εξασφάλισε ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, η Ενάγουσα 2 δεν είναι σε θέση να εξασκεί τις εργασίες της και, τόσο αυτή όσο και ο Ενάγοντας 1, υφίστανται ζημιές. Αυτά σύμφωνα με την εκδοχή των Εναγόντων, με την οποία οι Εναγόμενοι διαφωνούν. Στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η μεταβίβαση προς τον Ενάγοντα 1 του συνόλου των μετοχών στην Ενάγουσα 2 έγινε παράνομα. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 αρνείται ότι ενήργησε αντισυμβατικά ή παράνομα και, γενικότερα, δεν αποδέχονται όσα του καταλογίζονται από τους Ενάγοντες. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, οι Ενάγοντες καταχώρησαν και μονομερή αίτηση στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα που, μεταξύ άλλων, απαγόρευαν στους Εναγόμενους ή αντιπροσώπους τους να προβαίνουν σε αναλήψεις από τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 2 στην Astrobank, απαγόρευε στους Εναγόμενους να επιβαρύνουν ή αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 2, να εκδίδουν τιμολόγια ή να παρέχουν υπηρεσίες σε πελάτες της Ενάγουσας 2 ή να αλλάξουν τη μετοχική της δομή. Το εν λόγω προσωρινό διάταγμα απαγόρευε επίσης στους Εναγόμενους και σε αντιπροσώπους τους να «αποκτούν ως πελάτες ή να επιχειρούν να αποκτούν ως πελάτες πρόσωπα στα οποία η Ενάγουσα 2 προσφέρει διοικητικές ή άλλες υπηρεσίες ή και να πείσουν τέτοια πρόσωπα να διακόψουν την επιχειρηματική τους σχέση με την ενάγουσα 2» (στο εξής τα «Ενδιάμεσα Διατάγματα»). Δεν θα επεκταθώ στα γεγονότα που επικαλέστηκαν οι Ενάγοντες για την έκδοση των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων. Σημειώνω όμως ότι τα Ενδιάμεσα Διατάγματα κατέστησαν απόλυτα, εκ συμφώνου, στις 4.6.2018, χωρίς αποδοχή από μέρους των Εναγόμενων των θέσεων που προβλήθηκαν από την άλλη πλευρά. Στις 18.10.2018, οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση (στο εξής η «Αίτηση Παρακοής») με την οποία επιδιώκουν την τιμωρία του Εναγόμενου 1 και του Μάριου Κοντεμενιώτη (Καθ' ου η αίτηση 2 σε εκείνη την αίτηση, στο εξής «ΜΚ») υποστηρίζοντας ότι αυτοί ενήργησαν κατά παράβαση των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων. Η Αίτηση Παρακοής συνοδευόταν από τρεις ένορκες δηλώσεις, του Ενάγοντα 1, του κ. Παναγιώτου (δικανικού γραφολόγου) και του κ. Αριστείδου (ιδιώτη επιδότη). Μεταξύ άλλων, προβάλλεται η θέση ότι ο Εναγόμενος 1 επικοινωνούσε με πελάτες της Ενάγουσας 2 και τους ενημέρωνε ότι η εν λόγω εταιρεία δεν μπορούσε να συνεχίσει να παρέχει διοικητικές υπηρεσίες. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι ο Εναγόμενος 1 έχει συστήσει εταιρεία στην Κύπρο μέσω του δικηγόρου ΜΚ με μέτοχο και αξιωματούχο συγγενικό πρόσωπο του Εναγόμενου
- Ακολούθως, πελάτες της Ενάγουσας 2 που συνεργάζονταν με το γραφείο στη Μόσχα, απέστελλαν επιστολές προς τους Ενάγοντες με τις οποίες διέκοπταν τη συνεργασία τους με την Ενάγουσα 2 και ζητούσαν τη μεταφορά των εταιρειών τους στον ΜΚ. Πελάτης που ο Ενάγοντας 1 κατονομάζει, του ανέφερε ότι περί τον Νοέμβριο 2017 ο Εναγόμενος 1 τον ενημέρωσε ότι τερμάτισε τη συνεργασία με τον Ενάγοντα 1, ότι η Ενάγουσα 2 δεν θα συνέχιζε την παροχή υπηρεσιών και του ζήτησε να αποστείλει επιστολή προς την Ενάγουσα 2 ζητώντας τη μεταφορά των εταιρειών του στο γραφείο του ΜΚ. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι οι επιστολές που παραλήφθηκαν από πελάτες της Ενάγουσας 2 είχαν συμπληρωθεί και ετοιμαστεί από προσωπικό του γραφείου στη Μόσχα που εργάζονται με τον Εναγόμενο 1 και κατ' εντολή του τελευταίου. Μέσω της Αίτησης Παρακοής προβάλλεται επίσης η θέση ότι ο Εναγόμενος 1 και ο ΜΚ παρείχαν διοικητικές υπηρεσίες σε πελάτες της Ενάγουσας 2 κατά παράβαση των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων και παρατίθενται στοιχεία αναφορικά με κάποιες εταιρείες. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω. Ο Εναγόμενος 1 όσο και ο ΜΚ καταχώρησαν ένσταση την Αίτηση Παρακοής. Ο μεν Εναγόμενος 1 αρνείται την αποδιδόμενη παρακοή και υποστηρίζει ότι η Αίτηση Παρακοής έχει καταχωρηθεί εκβιαστικά για να τον αναγκάσει να μην επιμείνει στην αγωγή 3694/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Ο ΜΚ, στη δική του ένσταση, επίσης αρνείται ότι ενήργησε κατά παράβαση διατάγματος. Υποστηρίζει ότι καμία σχέση έχει με τον Εναγόμενο 1 και ότι πρώην πελάτες της Ενάγουσας 2 είχαν απευθυνθεί σε αυτόν για μεταφορά εταιρειών τους και παροχή διοικητικών υπηρεσιών, μέσω του λογιστή Στέλιου Κοζάκου (καθ' ου η αίτηση στην υπό κρίση Αίτηση, στο εξής ο «ΣΚ»). Οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να συνεργαστούν για σκοπούς μεταφοράς των εταιρειών με αποτέλεσμα ο ΜΚ να προβεί σε καταγγελίες στην αστυνομία και στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο. Ακολούθησαν διάφορες αιτήσεις εκατέρωθεν με τις οποίες δόθηκε άδεια για την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη της Αίτησης Παρακοής και των ενστάσεων αντίστοιχα. Ειδικότερα, η πλευρά των Εναγόντων καταχώρησε τρεις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ημερομηνίας 15.5.2020 από τους Ενάγοντα 1, κ. Παναγιώτου (γραφολόγο) και κ. Θωμά (προγραμματιστή) και, περαιτέρω, δύο ακόμα συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις του Ενάγοντα 1 ημερομηνίας 3.2.2023 και 27.6.
- Στα πλαίσια της ένστασης του ΜΚ στην Αίτηση Παρακοής, πέραν της αρχικής ένορκης δήλωσης του, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου ημερομηνίας 10.1.2022 καθώς και δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις του ΣΚ ημερομηνίας 10.1.2022 και 19.5.
- Σημειώνω ότι οι αρχικές και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις συνοδεύονται από τεκμήρια που εκτείνονται σε εκατοντάδες σελίδες και καλύπτουν διάφορα θέματα και ισχυρισμούς. Φτάνουμε στην υπό κρίση Αίτηση με την οποία οι Ενάγοντες ζητούν την αντεξέταση του ΣΚ (α) επί του περιεχομένου των παραγράφων 2, 3, 4, 5, 6 και 7 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 19.5.2023 και (β) επί του περιεχομένου των παραγράφων 5, 8, 10 και 11 της συμπληρωματικής ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 10.1.
- Παρενθετικά σημειώνω ότι η δεύτερη αίτηση που αναφέρω στην αρχή της παρούσας απόφασης αφορούσε αίτημα των Εναγόντων για αντεξέταση του ΜΚ επί ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν για σκοπούς της Αίτησης Παρακοής. Επανέρχομαι στην παρούσα Αίτηση. Η δυνατότητα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα παρέχεται από την Δ.39 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στη μορφή που εφαρμόζονται για σκοπούς της παρούσας Αίτησης) που προνοεί ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination.» Προκύπτει από το λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης ότι εάν θα επιτραπεί η αντεξέταση ενόρκως δηλούντα είναι ζήτημα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου[1]. Η Δ.39 δεν καθορίζει ρητά τα κριτήρια με βάση τα οποία εξασκείται η διακριτική αυτή ευχέρεια, επομένως ανατρέχω στα συγγράμματα και τη νομολογία για καθοδήγηση. Στο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418 - 419, παρ. 878 αναφέρονται κάποιοι από τους παράγοντες που πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη: «.The Court. will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Επιπρόσθετα, η Κυπριακή νομολογία καθορίζει ότι το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει η Δ.39 Θ.1 λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης υπόθεσης και διαδικασίας[2]. Καίριο επομένως ερώτημα είναι εάν η αντεξέταση θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες της Αίτησης Παρακοής. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, κρίνω ότι τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης δεν καθιστούν αναγκαία ούτε επιθυμητή την αντεξέταση του ΣΚ. Η πλευρά των Εναγόντων ζητά την αντεξέταση σε σχέση με το περιεχόμενο ενόρκων δηλώσεων του ΣΚ που καταχωρήθηκαν το 2022 και
- Σημειώνω ότι μετά την καταχώρηση εκείνων των ενόρκων δηλώσεων και, μετά από σχετικές αιτήσεις που υποβλήθηκαν και οι οποίες εκδικάστηκαν, επιτράπηκε η καταχώρηση δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων του Ενάγοντα 1 προς απάντηση και συμπλήρωση των θέσεων των Εναγόντων. Συνεπώς οι Ενάγοντες είχαν την ευκαιρία να θέσουν τη δική τους εκδοχή ως προς τα γεγονότα για τα οποία θέλουν να αντεξετάσουν και να αντικρούσουν τις θέσεις της άλλης πλευράς. Σε σχέση με τις παραγράφους της ένορκης δήλωσης ΣΚ ημερομηνίας 12.2.2019 επί των οποίων οι Ενάγοντες επιθυμούν να αντεξετάσουν σημειώνω τα εξής: Οι παράγραφοι 2, 3, 4, 5, 6 και 7 συνιστούν ουσιαστικά το σύνολο της μαρτυρίας που περιλαμβάνεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Σε αυτές, ο ΣΚ αναφέρεται στα επαγγελματικά του προσόντα και πορεία. Ακολούθως αναφέρεται σε υπηρεσίες που παρέχει στην εταιρεία Stelmirco Ltd, μετοχική δομή αυτής, στις οικονομικές της καταστάσεις και στον πραγματικό της δικαιούχο. Οι Ενάγοντες θέλουν να αντεξετάσουν «καθότι [ο ΣΚ] εκ των όσων αναφέρει σε σχέση με τη σύσταση της προαναφερθείσας εταιρείας, παραλείπει σημαντικά στοιχεία και πληροφορίες με αποτέλεσμα τα γεγονότα που έχει ενώπιον του το Σεβαστό Δικαστήριο να είναι ελλιπή και να μην παρουσιάζουν την πλήρη εικόνα. Ως εκ των ανωτέρω, δέον να αντεξεταστεί επί ζητημάτων που αφορούν την ιδιότητα του ως ελεγκτής και τις υπηρεσίες που παρείχε στην Stelmirco Ltd υπό την ιδιότητα του αυτή καθώς και τις διάφορες ενέργειες του και την εγγραφή της τελευταίας στις διάφορες Υπηρεσίες». Επίσης, επιθυμούν την αντεξέταση επειδή «ουδεμία αναφορά γίνεται στην πηγή της πληροφόρησης του ομνύοντος αναφορικά με τα προβληθέντα στοιχεία» στις παραγράφους 4, 5 και 6 της ένορκης δήλωσης ούτε «ποιος τον εφοδίασε» με τα έγγραφα στα οποία υπάρχει αναφορά. Στην παράγραφο 7 υπάρχει αναφορά σε «προσωπικό μας λάθος» του ΣΚ κατά την καταχώρηση στοιχείων των τελικών δικαιούχων της εταιρείας στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του Εφόρου Εταιρειών. Οι Ενάγοντες θέλουν να αντεξετάσουν γιατί οι «ισχυρισμοί είναι αόριστοι και ασαφείς και δεν φανερώνουν ποιο πρόσωπο πράγματι προέβη στην καταχώρηση». Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία η αντεξέταση ως οι Ενάγοντες υποστηρίζουν. Υπενθυμίζω ότι ο Ενάγοντας 1 καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση μεταγενέστερα στην οποία είχε την ευκαιρία (όπως και σε ένορκες δηλώσεις που προηγήθηκαν) να θέσει την εκδοχή του για τον δικαιούχο της εν λόγω εταιρείας. Το ίδιο ισχύει και για τις παραγράφους 5, 8, 10 και 11 της ένορκης δήλωσης του ΣΚ ημερομηνίας 10.1.
- Σε αυτές ο ΣΚ αναφέρεται στη συνεργασία του με τον ΜΚ, στα καταστατικά εταιρειών που χρησιμοποιήθηκαν για εγγραφή εταιρειών από τον ΜΚ, τις εργασίες και δραστηριοποίηση της Ενάγουσας 2 στη Μόσχα. Οι Ενάγοντες επιθυμούν την αντεξέταση του για να διασαφηνιστεί η πηγή της πληροφόρησης του ΣΚ και γενικά για να αμφισβητηθεί η αλήθεια των θέσεων που προβάλλει. Ούτε σε σχέση με αυτά τα ζητήματα θεωρώ αναγκαία για σκοπούς της κυρίως διαδικασίας την αντεξέταση του ΣΚ. Κατά την άποψη μου, δεν προκύπτει ικανοποιητικός λόγος για να διαταχθεί η αντεξέταση επί αυτών των πιο πάνω. Επαναλαμβάνω ότι η πλευρά των Εναγόντων καταχώρησε μεταγενέστερες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Αυτές συνιστούσαν ικανοποιητική ευκαιρία να θέσουν τη δική τους εκδοχή. Επιπρόσθετα των πιο πάνω σημειώνω και το εξής. Η Αίτηση Παρακοής καταχωρήθηκε στις 18.10.
- Εάν επιτραπεί σε αυτό το στάδιο η αντεξέταση ενόρκως δηλούντων επί του εκτενούς πεδίου που επιθυμούν οι Ενάγοντες, η διαδικασία θα παρεκτραπεί και θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση. Αυτό θα είναι εις βάρος των συμφερόντων τόσο της δικαιοσύνης όσο και των εμπλεκόμενων. Όπως τέθηκε το ζήτημα από τον κ. Κληρίδη Κ. Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), στην υπόθεση Balraj Singh Samra ν Ναταλίας Πατσαλίδου, Αγωγή 7123/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 9.4.2009: «.Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της [κυρίως] διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου.» Καταληκτικά, για τους λόγους που εξήγησα, η Αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, αυτά επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 A.A.Δ. 1660 [2] Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοϊζου
(2008)1 Α.Α.Δ. 280 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο