ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΘΗΝΑ ΣΤΕΛΙΟΥ ΨΑΡΑ, Αρ. Αγωγής: 5019/15, 12/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Π. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5019/15 Ημερομηνία: 12/12/2024 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων -και- ΑΘΗΝΑ ΣΤΕΛΙΟΥ ΨΑΡΑ (ΑΤ.[ ]) από τη Λευκωσία Εναγομένης Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια Εναγόμενη: κα Α. Αντωνιάδου Για Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση: κος Μ. Χριστοφόρου Αίτηση ημερομηνίας 26/04/2023 ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρήθηκε το 2015 και εμπίπτει στις υποθέσεις που θεωρούνται καθυστερημένες υποθέσεις με βάση τον Διαδικαστικό Κανονισμό για καθυστερημένες υποθέσεις. Η αξίωση των Εναγόντων, αφορούσε αθέτηση συμφωνίας δανείου που παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη και αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού του δανείου. Η αξίωση αφορά το ποσό των €105.383 πλέον τόκο προς 8.2% από 10/06/2015 επί ποσού €101.673 με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως και τα έξοδα της αγωγής. Την 22/06/2016 η Εναγόμενη καταχώρησε Υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην αγωγή και ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω συμφωνία που αποσκοπούσε στην εξασφάλιση χρηματοδότησης για την αγορά μετοχών της Cyprus Popular Bank (πρώην Marfin Popular Βank) θα πρέπει να ακυρωθεί εξαιτίας ψευδών, παραπλανητικών και δολίων παραστάσεων της Cyprus Popular Bank. Ισχυρίστηκε ότι εξαιτίας παραστάσεων και δηλώσεων, εξωθήθηκε στη σύναψη συμφωνίας δανείου με την εν λόγω τράπεζα με σκοπό την εξάσκηση δικαιωμάτων προτίμησης. Ως διαζευκτική βάση αγωγής για τη σύναψη του εν λόγω δανείου, επικαλείται και την αμέλεια. Για λόγους που δεν εκφράζονται ολοκληρωμένα στην ανταπαίτηση και χωρίς να γίνεται αναφορά σε ουσιώδη γεγονότα που θεμελιώνουν την ανταπαίτηση, ζητεί ως αποζημιώσεις το οφειλόμενο ποσό του δανείου των €105.
- Ως προκύπτει από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης, η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση το 2017 και ζητήθηκε κατ' επανάληψη αναβολή από αμφότερες τις πλευρές για διευθέτηση της διαφοράς. Αυτό το σκηνικό συνεχίστηκε μέχρι και που αποσύρθηκε ο δικηγόρος της Εναγόμενης στις 20/06/
- Κατά το έτος 2021, όταν η αγωγή ορίστηκε για πολλοστή φορά για ακρόαση, οι δικηγόροι της Εναγόμενης ζητήσαν αναβολή προκειμένου να εξετάσουν το ενδεχόμενο να αποσυρθούν ως δικηγόροι της Ενάγουσας. Εν τέλει αποσύρθηκαν οι δεύτεροι δικηγόροι της Εναγόμενης την 23/09/
- Η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση την 27/03/2023 και ζήτησε αναβολή η Εναγόμενη προκειμένου να καταχωρήσει Αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης και ανταπαίτηση. Άδεια για καταχώρηση της Αίτησης δόθηκε από το Δικαστήριο. Καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση στις 26/04/2023 με την οποίαν η Εναγόμενη ζητεί όπως πραγματοποιηθούν οι ακόλουθες τροποποιήσεις: Α. Άδεια και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για την τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης και ανταπαίτησης της Εναγόμενης, με την προσθήκη, μετά το τέλος της παραγράφου 3 της Υπεράσπισης και ανταπαίτησης του ακόλουθου κειμένου: είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι η Marfin Popular Bank Public Co Ltd και/ή η Ενάγουσα παραχώρησαν κάποιες τραπεζικές διευκολύνσεις προς την Εναγόμενη υπό μορφή οικονομικής βοήθειας και/ή κεκαλημένης αύξησης κεφαλαίου της ίδιας της Ενάγουσας και/ή της ίδιας της Marfin Popular Bank Public Co Ltd από τις ίδιες καταθέσεις της σε υπό τύπο δανείου για σκοπούς αγοράς και/ή εγγραφής μετοχών της, κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και/ή του άρθρου 53 του περί Εταιρειών Νόμου, με αποτέλεσμα η επίδικη συμφωνία να καθίσταται παράνομη και/ή εξ' υπαρχής άκυρη. Β. Άδεια και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για την τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης και ανταπαίτησης της Εναγόμενης, με την προσθήκη της ακόλουθης νέας παραγράφου, μετά την παράγραφο 13 της Υπεράσπισης και ανταπαίτησης: διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, η Εναγόμενη επαναλαμβάνει την παράγραφο 3 ανωτέρω και αναφέρει, ότι η επίδικη συμφωνία είναι εξ' υπαρχής άκυρη, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα δυνάμει του άρθρου 65 του περί Συμβάσεων Νόμου να οφείλει να επιστρέψει στην Εναγόμενη το ποσό που η πρώτη και/ή η Marfin Popular Bank Public Co Ltd προσπορίστηκε δυνάμει της επίδικης συμφωνίας και/ή η Ενάγουσα υποχρεούται να αποκαταστήσει την Εναγόμενη και/ή να καταβάλει αποζημίωση στην Εναγόμενη ίση με το ποσό που η Ενάγουσα και/ή Marfin Popular Bank Public Co Ltd προσπορίστηκε και/ή ίση με το ποσό που η Ενάγουσα αξιοί. Γ. Άδεια και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για την τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης και ανταπαίτησης της Εναγόμενης, με την προσθήκη, μετά το τέλος της φράσης ''και/ή αντίθετα με την τραπεζική πρακτική και/ή άκυροι και/ή ανεφάρμοστοι'' της υφιστάμενης παραγράφου 15 της Υπεράσπισης και ανταπαίτησης (η οποία θα τροποποιηθεί σε παράγραφο 16) του ακόλουθου κειμένου: και/ή οι οποίοι δεν αποτέλεσαν καν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και/ή είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων, όπου ουσιαστικά δεν δόθηκε στην Εναγόμενη το δικαίωμα να επηρεάσει στον παραμικρό βαθμό το περιεχόμενο τους, ούτε καν να λάβει προηγουμένως ανεξάρτητη συμβουλή και/ή η Ενάγουσα και/ή Marfin Popular Bank Public Co Ltd διά των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων τους εκμεταλλεύτηκαν την έλλειψη γνώσεων χρηματοοικονομικού χαρακτήρα της Εναγόμενης και καταχράστηκαν αυτή ως και τη σχέση αφενός πελάτη/καταναλωτή και/ή παραβιάζουν την ευρωπαϊκή οδηγία 93/13/ΕΚ και/ή τις ευρωπαϊκές οδηγίες και/ή κανονισμούς για την προστασία των καταναλωτών και/ή τον περί της Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021 και/ή τη νομοθεσία περί Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών και/ή τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και/ή των Δικαστηρίων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή των Κυπριακών Δικαστηρίων και/ή τις αποφάσεις του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου και/ή του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών. Δ. Άδεια και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για την τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης και ανταπαίτησης της Εναγόμενης, με την προσθήκη, μεταξύ αφενός της φράσης ''παράνομοι, καταχρηστικοί'' και αφετέρου της φράσης ''και ως εκ τούτου ανεφάρμοστοι'' της υφιστάμενης παραγράφου 15 της Υπεράσπισης και ανταπαίτησης του ακόλουθου κειμένου: και/ή αντίθετοι και/ή ασυμβίβαστοι και/ή δεν συνάδουν και/ή παραβιάζουν και/ή καταρτίστηκαν κατά παράβαση και/ή δεν υφίσταται συμμόρφωση προς τις ρητές πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 και/ή του περί της Προστασίας Καταναλωτή Νόμου του 2021 και/ή είναι άκυροι. Ε. Άδεια και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για την τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης και ανταπαίτησης της Εναγόμενης, με τη διαγραφή της φράσης ''στις παραγράφους 1-25 πιο πάνω'' της υφιστάμενης παραγράφου 26 της Υπεράσπισης και ανταπαίτησης και τη προσθήκη της φράσης ''στις παραγράφους 1-26 πιο πάνω''. Στ. Άδεια και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για την τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης και ανταπαίτησης της Εναγόμενης, με την προσθήκη της φράσης ''διάταγμα ή/και δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερομηνίας 10/02/2011 είναι παράνομη και/ή εξ' υπαρχής άκυρη ή/και'' μετά το τέλος της φράσης ''ακύρωση της συμφωνίας ημερομηνίας 10/02/2011 ή/και'' της παραγράφου 26Γ της υφιστάμενης ανταπαίτησης, ώστε η εν λόγω παράγραφος Γ να διαβάζεται ως ακολούθως: ακύρωση της συμφωνίας ημερομηνίας 10/02/2011 ή/και διάταγμα ή/και δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερομηνίας 10/02/2011 είναι παράνομη και/ή εξ' υπαρχής άκυρη. Η Αίτηση στηρίζεται στη Διαταγή 25, 39,59 και 64 των παλαιών Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Οι λόγοι για τους οποίους ζητούν την αποσκοπούμενη τροποποίηση, περιέχονται σε ένορκη δήλωση που έχει συντάξει η Εναγόμενη. Ισχυρίζεται ότι η ανάγκη τροποποίησης επήλθε όταν μελέτησαν οι νέοι δικηγόροι την υπόθεση για σκοπούς ετοιμασίας της ακρόασης, στις 28/03/
- Αναφέρει ότι οι επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις δόθηκαν υπό μορφή οικονομικής βοήθειας της ίδιας της τράπεζας για σκοπούς αγοράς ή εγγραφής των μετοχών της κατά παράβαση του άρθρου 53 του περί Εταιρειών Νόμου. Οι τροποποιήσεις θεωρούνται αναγκαίες και δεν διαφοροποιούν τον πυρήνα της Υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Σκοπός της Αίτησης, είναι η ορθή παράθεση της γραμμής της Υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Αναγνωρίζει ότι υπάρχει καθυστέρηση, αλλά θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να παραθέσει τις θέσεις της και δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, εφόσον δεν έχει ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία. Οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν καταχωρήσει ένσταση και έχουν προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: Α. Η Αίτηση γίνεται με μεγάλη και/ή με υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία δεν δικαιολογείται καθόλου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης με την οποίαν ζητείται η αιτούμενη τροποποίηση, αναφορικά με γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή έπρεπε να ήταν γνωστά στην Αιτήτρια πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης της, πόσο μάλλον στην παρούσα Αίτηση της με την οποίαν αιτείται τροποποίηση. Β. Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης δεν έγινε καλόπιστα και προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας και/ή έχει εγερθεί κακόβουλα. Γ. Η αιτούμενη τροποποίηση της Αιτήτριας δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους και/ή ότι έγινε καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και/ή για να προστατέψει τα δικαιώματα της και/ή για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθή και πραγματικά γεγονότα αλλά αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης και προσπάθεια εισαγωγής νέων ισχυρισμών παρουσιάζοντας άλλη υπερασπιστική γραμμή και/ή βάση και τώρα προβάλλει κακόπιστα και/ή καταχρηστικά καταστρατηγώντας τις διαδικασίες. Δ. Η Αιτήτρια δεν παρουσιάζει εύλογη αιτία και/ή κανένα λόγο και/ή δεν έχουν αιτιολογηθεί καθόλου οι λόγοι που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν δίδει καμία δικαιολογία για ποιον λόγο ζητά την αιτούμενη τροποποίηση. Ε. Η Αιτήτρια ενώ προσπαθεί να εισαγάγει ισχυρισμούς που είναι αντίθετοι με την υπερασπιστική γραμμή της. Δεν προβάλλει κανέναν λόγο για να δικαιολογήσει την υπέρμετρη καθυστέρηση της. Στ. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, είναι έκδηλα ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή δεν μπορεί να στηρίξει τις αιτούμενες τροποποιήσεις και/ή σε αυτήν δεν προβάλλεται καμία δικαιολογία και/ή κανένας λόγος που να δικαιολογεί στο ελάχιστο είτε την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, είτε από πού προέκυψε η ανάγκη υποβολής τους, είτε για ποιον λόγο οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν συμπεριλήφθηκαν εξ' αρχής στην έκθεση Υπεράσπισης. Ζ. Τόσο η Αίτηση τροποποίησης, όσο και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι καταχρηστικές και/ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία και/ή σχετικοί νόμοι και κανονισμοί. Η. Με την παρούσα Αίτηση τροποποίησης αναπόφευκτα συνεπάγεται ο επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων. Θ. Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους Καθ' ων η Αίτηση που δεν θα είναι δυνατό να αποζημιωθούν με έξοδα. Ι. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί. Κ. Η Αίτηση είναι σε αντίθεση με το αρ. 30 του Συντάγματος. Λ. Καμία εξήγηση και/ή δικαιολογία δίδεται για την επιδειχθείσα καθυστέρηση. Μ. Ακόμα και αν το αίτημα της Αιτήτριας εισακουστεί, τα έξοδα της Αίτησης και τα απολεσθέντα έξοδα θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Ν. Η επίδικη Αίτηση και/ή οι αιτούμενες τροποποιήσεις και/ή οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη Αίτηση έρχονται σε αντίθεση και/ή είναι αντιφατικοί. Ξ. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση της Αιτήτριας είναι αντινομική και/ή αντίθετη με τον νόμο. Ο. Η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί επαρκή λόγο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης της Υπεράσπισης της Αιτήτριας. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ετοίμασε ο υπεύθυνος λειτουργός που χειρίζεται την υπόθεση και γνωρίζει όλα τα γεγονότα εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση. Με αναφορά την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της Αίτησης και ενόψει του ιστορικού της υπόθεσης, είναι θέση του ότι δεν δικαιολογείται η τροποποίηση εξαιτίας αλλαγής των δικηγόρων που επικαλείται η Εναγόμενη. Επίσης οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις, δεν συνιστούν επέκταση των υφιστάμενων θέσεων της Εναγόμενης, αλλά σκοπό έχουν τη μετατόπιση της βάσης της ανταπαίτησης και Υπεράσπισης. Επιχειρηματολογούν ότι δεν είναι δυνατόν η Εναγόμενη να προωθεί αγώγιμο δικαίωμα βάσει της ισχυριζόμενης άκυρης συμφωνίας, αφ' ης στιγμής προσπορίστηκε όφελος, δηλαδή πήρε το δάνειο, δεν το πλήρωσε και πλούτισε αδικαιολόγητα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Η Αιτήτρια με τις άνω τροποποιήσεις στην έκθεση Υπεράσπισης της, δεν προσπαθεί να εισαγάγει περιστατικά τα οποία της έγιναν γνωστά μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης ή δεν έχουν περιληφθεί στην έκθεση Υπεράσπισης τους λόγω καλόπιστου λάθους ή αβλεψίας. Επίσης, σκοπείται η προσθήκη περαιτέρω ισχυρισμών προκειμένου να προβληθούν στο δικόγραφο ουσιώδεις νομικοί ισχυρισμοί μεταξύ άλλων για την καταχρηστικότητα των ρητρών της επίδικης συμφωνίας και κατά παράβαση των κανόνων και κανονισμών για την προστασία των καταναλωτών, των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και των σχετικών νομοθεσιών, καθώς και του περί Ελευθεροποίησης του επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 σε σχέση με τους όρους για το επιτόκιο, τον τόκο υπερημερίας, τις χρεώσεις, τα έξοδα, τις επιβαρύνσεις και άλλα τραπεζικά δικαιώματα. Οι ως άνω ισχυρισμοί της Αιτήτριας ήταν στη γνώση της πριν την καταχώρηση έκθεσης Υπεράσπισης της και επιπρόσθετα τα συμπεριέλαβε στην Υπεράσπιση της προβάλλοντας διαζευκτική βάση Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα στην έκθεση Υπεράσπισης παράγραφος 15 γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων στους ισχυρισμούς περί υπερχρεώσεων, τόκο υπερημερίας και άλλα έξοδα, παράνομων και καταχρηστικών όρων. Η μη προώθηση εξ' υπαρχής κανενός των αιτητικών που προωθούνται μέσω της ανταπαίτησης, δείχνει ότι δεν είχε σκοπό να προωθηθεί κατά τη σύνταξη της δικογραφίας της Υπεράσπισης της Αιτήτριας. Τα γεγονότα και περιστάσεις που επικαλείται με την Αίτηση, ήταν γνωστά στην Αιτήτρια πριν την καταχώρηση της αγωγής. Κατά την ακροαματική διαδικασία, η πλευρά των Αιτητών υποστήριξε ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία για τη σωστή απονομή της δικαιοσύνης και πρόκειται για δικαιολογημένο αίτημα, παρά την καθυστέρηση εξαιτίας του ότι η αναγκαιότητα της τροποποίησης φάνηκε κατά τον χρόνο που οι νέοι δικηγόροι της Εναγόμενης μελετούσαν την υπόθεση για την ακρόαση. Αρνήθηκαν ότι οι προτεινόμενες Υπερασπίσεις, συνιστούν νέα βάση αγωγής αλλά συνιστούν επέκταση και οριοθέτηση των υφιστάμενων δικογραφημένων ισχυρισμών στην Υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Αντίθετα ο κύριος Χριστοφόρου εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση, με αναφορά τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης, υποστήριξε ότι πρόδηλα προκύπτει το καταχρηστικό του μέτρου της τροποποίησης σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Ανέφερε επίσης, ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν είναι νομολογιακά αναγνωρισμένος λόγος που να δικαιολογεί την τροποποίηση της δικογραφίας. Επί της ουσίας, ανέδειξε ότι δεν προβάλλονται γεγονότα στα αποσπάσματα που θα εισαχθούν στην προτεινόμενη τροποποιημένη Υπεράσπιση και ανταπαίτηση, παρά μόνο γενικοί νομικοί ισχυρισμοί που μόνο θα περιπλέξουν και θα καθυστερήσουν περαιτέρω τη διαδικασία με δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα της Ενάγουσας. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ενόψει των προνοιών της Δ.30.11 των παλαιών Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας που προβλέπουν ότι ''οι διατάξεις της Δ.30 που εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρούνται από 01/01/2015, αναστέλλονται και ότι.από 01/01/2016 οι διατάξεις της Δ.30 θα τυγχάνουν, ασχέτως κλίμακας, καθολικής εφαρμογής'' δεν μπορεί να έχει εφαρμογή η Δ.25 ως τροποποιήθηκε πρώτα με τον Διαδικαστικό Κανονισμό ημερομηνίας 26/09/2014 μέχρι την τελευταία τροποποίηση του εν λόγω Κανονισμού στις 27/04/2018 που είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να τροποποιήσει τα δικόγραφα μετά το κλείσιμο των δικογράφων και τον ορισμό της αγωγής για οδηγίες δυνάμει της Δ.
- Παρατίθεται πιο κάτω ο Διαδικαστικός Κανονισμός που έχει εφαρμογή ώστε να εξεταστεί το αίτημα της Εναγόμενης.
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιήσει τα δικόγραφα κατόπιν του συγκεκριμένου Κανονισμού, δεν περιορίζεται. Το δικονομικό μέτρο που προωθεί όμως η Εναγόμενη το 2024, δεν μπορεί αποκλειστικά να εξεταστεί υπό το πρίσμα του δικονομικού πλαισίου που επικρατούσε πριν από επτά χρόνια. Με αναφορά τη Διαταγή 60.2 των νέων Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, προβλέπεται ότι όταν ασκείται διακριτική ευχέρεια σε διαδικασία που άρχισε πριν από την ημερομηνία έναρξης των νέων Θεσμών, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του τις αρχές που καθορίζονται από τους νέους Θεσμούς και συγκριμένα μπορεί να λάβει υπόψη του τον πρωταρχικό σκοπό του Δικαστηρίου, ήτοι τη δυνατότητα χειρισμού υποθέσεων με τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος. Με βάση τη Δ.25.1, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική εξουσία να προβεί στην τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, όταν η τροποποίηση καταστεί αναγκαία για τη δίκαια επίλυση των επίδικων ζητημάτων της αγωγής. Το δίκαιο δεν μπορεί να περιλαμβάνει νέα νομικά επιχειρήματα που έχουν σκεφτεί οι νέοι δικηγόροι της Εναγόμενης 7 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και ανταπαίτησης στην αγωγή με κόστος στην υπόθεση και στην διαδικασία δυσανάλογη με το δίκαιο του αιτήματος. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου 1 ΑΑΔ
(1991)934 η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλην πλευρά με την προτεινόμενη τροποποίηση. Δίδεται η τροποποίηση φιλελεύθερα εάν αυτή είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Να σημειωθεί, ότι σε εκείνην την υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση, έγινε μετά που είχαν ήδη μαρτυρήσει επτά μάρτυρες της υπόθεσης. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου 1 ΑΑΔ
(1995)560 επεξηγήθηκε από το Εφετείο, ότι το Δικαστήριο ασκεί διακριτική εξουσία να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου. Για την άσκηση αυτής της εξουσίας, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της προτεινόμενης τροποποίησης. Σε εκείνην την υπόθεση, δεν εγκρίθηκε το αίτημα τροποποίησης της έκθεσης Υπεράσπισης, διότι ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι μόλις είχαν περιέλθει εις γνώση του κάποια γεγονότα, ενώ το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Στην υπόθεση Δημητρώφ ν. Ιωάννου 1 ΑΑΔ 1645
(2003)το Δικαστήριο δεν ενέκρινε τέταρτη αίτηση των Εναγόντων για τροποποίηση των δικογράφων, επειδή ήταν φανερό ότι η Αίτηση ενείχε το στοιχείο της κακοπιστίας. Παρ' όλο τούτο, το Εφετείο ανέτρεψε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου και επέτρεψε τη μερική τροποποίηση του δικογράφου για να συμπεριληφθεί μία τυπικού χαρακτήρα τροποποίηση για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Anna Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζας Ελλάδας 1 ΑΑΔ 11
(1999)επικυρώθηκε απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να αρνηθεί την τροποποίηση της έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη και ανταπαίτησης, εκεί όπου διαπίστωσε ότι η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής και επειδή τα γεγονότα της υπόθεσης αποκάλυπταν την πρόθεση της Εναγομένης για κωλυσιεργία η οποία έπρεπε να αντιμετωπιστεί δεόντως από το Δικαστήριο. Σημείωσε δε την ανάγκη, να αποτρέπεται κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου ειδικά όταν διαπιστώνεται εκθεμελίωση της σωστής πορείας της υπόθεσης από τα σωστά της πλαίσια με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ορθή απονομή δικαιοσύνης. Η τροποποίηση δικογράφου, είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις, που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (Βλ. Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704 και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 33. Στη Μιχάλης Παπόρης ν. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του, είναι βαθιά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα, θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του Δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στη Ηunter v. Chief Constable of West Midlands & Another [1981] 3 All E.R. 727, 729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών. Ο πρωτόδικος Δικαστής ενασκώντας τη διακριτική του εξουσία, έλαβε υπόψη την επί του θέματος φιλελεύθερη προσέγγιση των Δικαστηρίων κατά την εξέταση Αιτήσεων αυτού του είδους. Έλαβε επίσης υπόψη και τον σημαντικό παράγοντα της καθυστέρησης στην υποβολή της Αίτησης για τροποποίηση σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας και αυτό ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την μέσα σε εύλογο χρόνο διεξαγωγή και περάτωση της δίκης». Δεν εκφράζεται Υπεράσπιση στην αγωγή με την προτεινόμενη. Επεκτείνεται το κείμενο σε νέο πεδίο χωρίς να είναι γνωστό πού οδηγείται η δίκη. Η απαίτηση έγινε παραδεκτή και επιδιώκεται να γίνει εισαγωγή νέας μαρτυρίας χωρίς να είναι κατανοητό κατά πόσο αυτό θα οδηγήσει σε αντικατάσταση της υφιστάμενης Υπεράσπισης. Με την Αίτηση τους οι Εναγόμενοι αναφέρονται σε χρεώσεις επί του οφειλόμενου που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης, την 29/01/2025. Δεν είναι κατανοητό κατά πόσο αναφέρονται σε συμβατικό τόκο σε τόκο υπερημερίας ή στην εισήγηση επί της Αίτησης ότι χρεώθηκε τόκος που υπερβαίνει το επιτόκιο προσφοράς 4% για τις κύριες πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Σε κάθε περίπτωση ενόψει του γεγονότος ότι η απαίτηση των Εναγόντων έγινε αποδεκτή δημιουργείται σύγχυση και αντιφατικότητα ως προς τις θέσεις των Εναγόμενων που ενώ έχουν παραδεχθεί όλην την απαίτηση, επιχειρούν να εισαγάγουν νέα μαρτυρία που πιθανόν να ανατρέπει τα όσα έχουν παραδεχθεί χωρίς όμως να είναι αντιληπτό εάν επί αυτού πρόκειται, διότι δεν έχουν επεξηγήσει τι ακριβώς θέλουν να αποδείξουν με τη συγκεκριμένη μαρτυρία. Με την παρούσα επιζητείται επανάνοιγμα της υπόθεσης εκτροχιασμού της δίκης χωρίς η Εναγόμενη να καταδεικνύει κατά πόσο η τροποποίηση είναι αναγκαία για να προστεθούν ουσιώδη γεγονότα (ultimate facts) σε νέα βάση Υπεράσπισης. Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη 1 ΑΑΔ 1608
(2001)το Εφετείο επεξήγησε ότι: «η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της Αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του αρ.30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου πιο πάνω). .Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, συνεκτιμώνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο, καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου. . Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα, εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή, ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η Αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» .[η] καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε Αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, 730 στην οποίαν εγκρίθηκε τροποποίηση σε Αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μία γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. Βλ., επίσης, Saba & Co.(Τ.Μ.Ρ.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). «Έχει περαιτέρω νομολογηθεί, ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μία τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλην πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 στην οποίαν εγκρίθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως μετά που είχαν ακουστεί 7 μάρτυρες) Τέλος, έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών, παρ' όλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το Αρ. 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 A.A.Δ. 364 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989). Βλέπουμε, λοιπόν, πως η στάση της Εφεσείουσας, κάθε άλλο παρά συνέβαλε στην εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο. Διάδικος ο οποίος με τη στάση του υπονομεύει το δικαίωμα εκδίκασης μέσα σε εύλογο χρόνο, δεν μπορεί να επικαλείται ένα τέτοιο δικαίωμα για να αντικρούσει αίτημα του αντιδίκου του για τροποποίηση. Όπως έχει τεθεί στη Θεοδώρου ν. Θεοδώρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 66 δεν μπορεί να οικοδομηθεί υπόθεση για αντισυνταγματικό τρόπο διεξαγωγής της δίκης πάνω στις ίδιες τις παραλείψεις των ενδιαφερομένων. Ομοίως και στην παρούσα υπόθεση, η Εφεσείουσα δεν μπορεί να οικοδομήσει πάνω στην καθυστέρηση - ανεξήγητη έστω - των Εφεσίβλητων. Κατά τα άλλα η επίδικη τροποποίηση, δικαιολογείται απόλυτα με βάση τις αρχές που διέπουν την τροποποίηση της δικογραφίας και δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης μας». Ως πρώτη τροποποίηση, η Αιτήτρια επικαλείται το άκυρο της συμφωνίας με βάση το άρθρο 65 του Κεφ.149 που προβλέπει ότι ''αν η συμφωνία αποδειχτεί εξ' υπαρχής άκυρη ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης, υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό''. Η προτεινόμενη τροποποίηση δεν καταπιάνεται με συγκεκριμένα γεγονότα και στοιχεία ώστε να εκφράζεται ολοκληρωμένη Υπεράσπιση επί αυτής της βάσης. Είναι αναγκαίο για να προστεθούν ουσιώδη γεγονότα (ultimate facts) ώστε να εκφράζεται ολοκληρωμένα γιατί θεωρείται άκυρη η συμφωνία. Κατά δεύτερο λόγο, δεν διατυπώνεται κανένα γεγονός που να εξηγεί ποιο ήταν το όφελος που προσπορίστηκε η Καθ' ης η Αίτηση, εφόσον το δάνειο που έλαβε η Εναγόμενη ουδέποτε έχει αποπληρωθεί. Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη Υπεράσπιση δεν προσδιορίζει τη διαφορά, την επεκτείνει με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς στους οποίους δεν θα είναι εύκολο για την Καθ' ης η Αίτηση να απαντήσει εφόσον δεν διατυπώνονται οι νομικές της θέσεις με συγκεκριμένα γεγονότα. Το ίδιο ισχύει για τον νομικό ισχυρισμό σε σχέση με το άρθρο 53 του περί Εταιρειών Νόμου. Έτσι κι αλλιώς, ο ισχυρισμός ότι το δάνειο έγινε για να επωφεληθεί η ίδια τράπεζα με αύξηση του κεφαλαίου της, διατυπώνεται στην αρχική Υπεράσπιση. Σε κάθε δικόγραφο διατυπώνονται μόνο ουσιώδη γεγονότα και όχι οι νόμοι στους οποίους στηρίζεται η βάση αγωγής και/ή Υπεράσπισης. Κατά δεύτερο λόγο, το άρθρο 53 περιέχει εξαιρέσεις και δεν συνιστά άρθρο που προβλέπει για την απόλυτη απαγόρευση οικονομικής βοήθειας σε τρίτο προκειμένου να πετύχει την απόκτηση μετοχών της εταιρείας που του παρέχει την οικονομική βοήθεια. Επομένως, όφειλε η Αιτήτρια να καταπιαστεί με τη συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων που βασίζεται για να προτείνει την αναγκαιότητα της τροποποίησης και το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία με γνώμονα την απονομή της δικαιοσύνης που ένα στοιχείο αυτής, είναι το ανάλογο κόστος της τροποποίησης 7 και πλέον χρόνια από την αρχική τοποθέτηση της Εναγόμενης. Το αδιευκρίνιστο της εκδοχής της Εναγόμενης, της επιτρέπει να μην δεσμεύεται σε συγκεκριμένη εκδοχή γεγονότων που της δίνει την ευχέρεια να ελίσσεται και να μετακινείται από τις θέσεις της κατά το δοκούν εις βάρος του αντιδίκου της. Το ίδιο αόριστο, είναι οι προτεινόμενες θέσεις που προβάλλονται που αφορούν την ιδιότητα της Εναγόμενης ως καταναλωτής πιστωτικών διευκολύνσεων, καθώς και με τη θέση το ότι δεν υπήρχε συμμόρφωση στις πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999. Δεν υπάρχει επεξήγηση των θέσεων της Εναγόμενης που θα έπρεπε να διατυπώνονται με γεγονότα. Το ότι υπήρχε παραβίαση νομοθεσίας που θα πρέπει να διέπει τις εν λόγω συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, είναι το συμπέρασμα της εναγόμενης. Το νομικό συμπέρασμα της Εναγόμενης, δεν είναι διατυπωμένο και αντιληπτό σε κανέναν ώστε να ενταχθεί σε θέση που δικογραφείται ως νέα βάση αγωγής ή θέση που συνδυάζεται με την υφιστάμενη Υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Εγείρεται ζήτημα γενικά και αόριστα, ότι οι εν λόγω συμφωνίες περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες και ότι η τράπεζα εκμεταλλεύτηκε τη δεσπόζουσα θέση για να εξασφαλίσει την υπογραφή της Εναγόμενης επί των επίδικων συμφωνιών. Δεν καταγράφονται γεγονότα στην Υπεράσπιση και ανταπαίτηση που να καθορίζουν ποιες ήταν οι καταχρηστικές ρήτρες των συμφωνιών, πώς αυτές οι ρήτρες είχαν αντίκτυπο στις συμφωνίες και πώς αυτές οι ρήτρες επηρεάζουν το ύψος του οφειλόμενου ποσού που εκκρεμεί. Είχαν συναφθεί συμφωνίες δανείου και δεν έχει προβληθεί κάποιο γεγονός που να καταδεικνύει ότι οι συμφωνίες ήταν ειδικού χαρακτήρα του είδους που αυτά θα καθιστούσαν την τράπεζα σε δεσπόζουσα σχέση, έναντι του άλλου συμβαλλόμενου μέρους ή περίπτωση που εναποθέτει ειδικό-θετικό καθήκον στην τράπεζα πληροφόρησης σε σχέση με κινδύνους της συναλλαγής. Σε κάθε περίπτωση, δεν προβάλλονται τα αναγκαία γεγονότα ώστε να εκφράζεται με σαφήνεια θέση που στηρίζεται σε τέτοια Υπεράσπιση. Ως προς το επιχείρημα ότι το οφειλόμενο ποσό ενσωματώνει παράνομο τοκισμό και υπερχρεώσεις, θεωρώ ότι η Εναγόμενη δεν έχει διαμορφώσει με την απαιτούμενη σαφήνεια αγώγιμο δικαίωμα, ότι το υπόλοιπο που καλείται να εξοφλήσει, είναι το προϊόν παράνομου ανατοκισμού. Δεν βοηθά στην ομαλή και απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης στο στάδιο αυτό να επιτραπεί στην Εναγόμενη η προσθήκη στην ανταπαίτηση δηλωτικού χαρακτήρα θεραπεία περί της ακυρότητας της συμφωνίας χωρίς να επεξηγείται στην ανταπαίτηση ο λόγος που ζητείται τέτοια θεραπεία και χωρίς να γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα στα οποία να θεμελιώνεται η δηλωτικού χαρακτήρα θεραπεία. Όλες οι σκοπούμενες τροποποιήσεις είναι γενικές και ανούσιες, διότι δεν καταπιάνονται με συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων. Εξαιτίας της γενικότητας των νομικών θέσεων που προτείνονται για αλλαγή, η Καθ' ης η Αίτηση θα είναι σε αμηχανία να τα απαντήσει. Εάν επιτραπεί τέτοια τροποποίηση επτά χρόνια μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης σε μίαν από τις παλαιότερες υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προωθείται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης με το ανάλογο κόστος. Το αίτημα της Εναγόμενης είναι καταχρηστικό, ανοίγει την προοπτική προώθησης νέων αγώγιμων δικαιωμάτων υπό συνθήκες που η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση θα τεθεί εξαπίνης. Θα είναι άγνωστο μέχρι την ακροαματική διαδικασία τι εκδοχή των γεγονότων η Εναγόμενη θα επιλέξει να προωθήσει, εφόσον οι δικογραφημένες θέσεις της είναι γενικές και απροσδιόριστες. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη, ο παράγοντας της καθυστέρησης, καθώς και η συμπεριφορά των μερών στα πλαίσια της αγωγής, παρ' όλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το αρ.30.2 του Συντάγματος βαρύνει (Βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 A.A.Δ. 364 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Στην παρούσα υπόθεση, η Εφεσείουσα καταχώρισε πολύ καθυστερημένα την έκθεση Υπεράσπισης της-14 μήνες μετά την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως και αφού είχε προηγηθεί Αίτηση των Εφεσίβλητων για απόφαση λόγω παράλειψης της Αποζημιούσης Αρχής να καταχωρίσει έκθεση Υπεράσπισης. Πρόσθετα με την πλήρη συγκατάθεση της Εφεσείουσας, η Αίτηση της για να προδικαστεί η προδικαστική ένσταση της αναβλήθηκε 12 φορές για μνεία και οι αναβολές κράτησαν από τις 11/11/97 μέχρι τις 18/05/99. Βλέπουμε λοιπόν, πως η στάση της Εφεσείουσας, κάθε άλλο παρά συνέβαλε στην εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο. Διάδικος ο οποίος με τη στάση του υπονομεύει το δικαίωμα εκδίκασης μέσα σε εύλογο χρόνο, δεν μπορεί να επικαλείται ένα τέτοιο δικαίωμα για να αντικρούσει αίτημα του αντιδίκου του για τροποποίηση. Όπως έχει τεθεί στη Θεοδώρου ν. Θεοδώρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 66 δεν μπορεί να οικοδομηθεί υπόθεση για αντισυνταγματικό τρόπο διεξαγωγής της δίκης πάνω στις ίδιες τις παραλείψεις των ενδιαφερομένων. Ομοίως και στην παρούσα υπόθεση, η Εφεσείουσα δεν μπορεί να οικοδομήσει πάνω στην καθυστέρηση-ανεξήγητη έστω-των Εφεσίβλητων. Κατά τα άλλα, η επίδικη τροποποίηση δικαιολογείται απόλυτα με βάση τις αρχές που διέπουν την τροποποίηση της δικογραφίας και δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης μας. Κρίνω ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς, επειδή δεν προωθείται με σαφήνεια η εκδοχή των γεγονότων που μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη της αγωγής και στην ικανοποίηση της ανταπαίτησης. Διακλαδώνονται νέες προοπτικές προώθησης της Υπεράσπισης και ανταπαίτησης, χωρίς να δίδεται ευχέρεια στην άλλην πλευρά να απαντήσει αποτελεσματικά. Η παρανομία των συμφωνηθέντων κατά την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων, δεν είναι έκδηλη. Οφείλει ο διάδικος που επικαλείται την παρανομία, να παραθέσει τέτοια γεγονότα στο δικόγραφο του που συνιστούν την παρανομία. Κάτι τέτοιο, δεν προκύπτει από το λεκτικό της προτεινόμενης τροποποίησης ως προκύπτει από την αίτηση. Η προτεινόμενη τροποποίηση θα προκαλέσει σύγχυση και εκτροχιασμό της διαδικασίας. Ο τελευταίος λόγος που θεωρώ ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν θα προάγει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, είναι η καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της Αίτησης. Όλα αυτά που επικαλείται η Εναγόμενη με την Αίτηση, δεν αφορά νέες ανακαλύψεις ή γεγονότα, αλλά ανασχηματισμός των θέσεων που προβλήθηκαν πριν από επτά χρόνια. Μπορεί οι νέοι δικηγόροι της να διαφωνούν με τον τρόπο που οι προηγούμενοι δικηγόροι προτίμησαν να διατυπώσουν την Υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε φορά που διάδικος αλλάζει δικηγόρο, δικαιούται να επαναδιατυπώσει τις θέσεις του. Δεν έδωσε εξήγηση για το γεγονός ότι παρέλειψε για επτά και πλέον χρόνια να θυμηθεί όλα τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλονται με την Αίτηση. Στην υπόθεση Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της εταιρείας Always Travel Holidays 1 ΑΑΔ 607
(1995)η καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση, δικαιολογήθηκε με την αλλαγή του δικηγόρου των Εναγομένων. Τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης, όπως και της δικής μας που θεμελίωναν την προτεινόμενη τροποποίηση ήταν γνωστά ή εύλογα, θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά και να εντοπιστούν από τους Εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η Αιτήτρια δεν ερεύνησε αυτήν την πτυχή της υπόθεσης. Περαιτέρω, κατά το παρελθόν είχε ζητήσει αναβολή της ακρόασης της αγωγής για σκοπούς διευθέτησης της αγωγής, χωρίς να υπάρχει προβληματισμός της σε σχέση με τη νομιμότητα της συμφωνίας που επικαλείται τώρα. Υπό το πλέγμα των γεγονότων που στηρίζουν την Αίτηση, δεν έχω πεισθεί ότι το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης γίνεται καλόπιστα και όχι για λόγους κωλυσιεργίας, εφόσον αυτό γίνεται υπερβολικά καθυστερημένα 7 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής. Η υπόθεση αυτή είναι εξαιρετικά παλαιά και οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν δικαίωμα επιτέλους να ακουστούν. Με την προτεινόμενη τροποποίηση, δεν προσδιορίζεται η ουσία της διαφοράς των μερών. Αντιθέτως τα επίδικα θέματα της αγωγής, περιπλέκονται και οι νέοι ισχυρισμοί που προτίθενται οι Αιτητές να προβάλουν, θα δημιουργήσουν τέτοια σύγχυση που δεν είναι δυνατόν να μην επηρεαστεί δυσμενώς ο χειρισμός της υπόθεσης από τους Καθ' ων η Αίτηση. Αυτοί οι παράγοντες σε συνδυασμό με τον σημαντικό παράγοντα της καθυστέρησης στην υποβολή της Αίτησης για τροποποίηση σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την μέσα σε εύλογο χρόνο διεξαγωγή και περάτωση της δίκης, υπαγορεύει την απόρριψη της Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση εναντίον της Αιτήτριας-Ενάγουσας, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Π. Ε. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο