← Κύπρος

Μάριου Τρυφωνίδη ν. Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας, Αρ. Απαίτησης: 387/24, 3/12/2024

Μάριου Τρυφωνίδη ν. Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας, Αρ. Απαίτησης: 387/24, 3/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Απαίτησης: 387/24 (ijustice) Μεταξύ: Μάριου Τρυφωνίδη Ενάγοντος -και- Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας Εναγόμενων Ημερομηνία: 3η Δεκεμβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κος. Βιολάρης Για Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κα. Ευγενίου Αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων ημερομηνίας 19.4.24 Ενδιάμεση Απόφαση (Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων κατόπιν λήψης της συγκατάθεσής τους και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Ο Ενάγοντας - Αιτητής (ο «Αιτητής») καταχώρισε Απαίτηση εναντίον των Εναγόμενων - Καθ' ων η Αίτηση (οι «Καθ' ων η Αίτηση») με την οποία, συνοπτικά, ζητά: Δηλωτική απόφαση ότι οι Εναγόμενοι παράνομα ανέστειλαν τη Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Φροντίδας Υγείας Ειδικού Ιατρού Συγκεκριμένων Ειδικοτήτων ή Συγκεκριμένων Ειδικοτήτων και Εξειδικεύσεων στο Γενικό Σύστημα Υγείας» (η «Σύμβαση»), διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ν' ακυρώνεται η απόφαση των Εναγόμενων ν' αναστείλουν την Σύμβαση και να διεξάγουν έρευνα αναφορικά με τον Ενάγοντα, λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και ως ληφθείσα με κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης των Εναγόμενων έναντι του Ενάγοντα και κατά παράβαση καλής πίστης και Συνταγματικών δικαιωμάτων του Ενάγοντα και καθ' υπέρβαση εξουσίας και από αναρμόδιο πρόσωπο, αποζημιώσεις για παραβίαση νομικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων, για πρόκληση κακόβουλης διαδικασίας και για απώλειας καριέρας, φήμης προσωπικότητας του Ενάγοντα καθώς και τιμωρητικές και επαυξημένες αποζημιώσεις. Την επομένη της καταχώρισης της Απαίτησης, ο Αιτητής καταχώρισε και την εδώ κρίσιμη Αίτηση, με την οποία ζήτησε και στις 24.4.24 εξασφάλισε μονομερώς Ενδιάμεσο Διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι διατάχθηκαν όπως, εντός 5 ημερών από την επίδοση του, άρουν την αναστολή της «Σύμβασης», μέχρι τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της Αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση περιείχε άλλα δύο Αιτητικά, τα οποία όμως, με οδηγίες του Δικαστηρίου, ορίστηκαν για επίδοση στην άλλη πλευρά. Η κρίσιμη Αίτηση βασίστηκε στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60), στα Άρθρα 1,2 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (Μέρη 7, 16, 23, 25 και 32), στον περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμο του 2001 (Ν.89(Ι)/2001), στους περί Γενικού Συστήματος Υγείας (Ειδικοί Ιατροί) Κανονισμούς του 2019 (ΚΔΠ133/2019), στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις αρχές έκδοσης διαταγμάτων Norwich Pharmacal, στο κοινοδίκαιο, στις Αρχές τις Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στηρίχθηκε δε με ένορκη δήλωση του Αιτητή (η «ΕΔΑ») την οποία συνοψίζω ως ακολούθως: Ο Αιτητής είναι ορθοπεδικός και εργάζεται από το 2010 στην Κύπρο, αλλά έχει συνολική πείρα 20 ετών. Στις 2.10.19 υπέγραψε τη Σύμβαση - Τεκμήριο 1 της ΕΔΑ με τους Καθ' ων η Αίτηση. Παρά την ένταξή του στο Γενικό Σύστημα Υγείας («ΓΕΣΥ») παραμένει και ελεύθερος επαγγελματίας. Δεν είναι η πρώτη φορά που έχει διαφορές «επιστημονικής αλλά και πρακτικής φύσεως» (βλ. παράγραφο 11 της ΕΔΑ) με τους Καθ' ων η Αίτηση. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον Αιτητή, τον Οκτώβριο του 2022 είχε διεξαχθεί έρευνα εναντίον του για δραστηριότητες που δεν δικαιουλογούνταν «όσον αφορά τη διαχείριση ασθενών με κατάγματα, χρήση δραστηριοτήτων οι οποίες δεν υποστηρίζονταν με επιβεβαίωση μέσω απεικονιστικής εξέτασης και προβληματική χρήση του κωδικού δραστηριότητας 97597». Παρά τη θέση του, όπως την εξέφρασε με επιστολή του ημερομηνίας 27.10.22 - Τεκμήριο 2 της ΕΔΑ, πλήρωσε το πρόστιμο που του επιβλήθηκε για να συνεχίσει να εργάζεται. Δεν είχε τεθεί τότε ζήτημα αναστολής της των εργασιών του. Στις 3.4.24 και ενόσω εργαζόταν, ο λογαριασμός του στο σύστημα του ΓΕΣΥ πάγωσε και δεν λειτουργούσε. Έπειτα ειδοποιήθηκε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση του στέρησαν την πρόσβαση και έχασε «τον κόσμο από τα πόδια του». Την ίδια μέρα ενημερώθηκε από το Νομικό Τμήμα των Καθ' ων η Αίτηση ότι θα λάμβανε - και έλαβε - επιστολή - Τεκμήριο 3 της ΕΔΑ. Ο Αιτητής αντέδρασε αποστέλλοντας την αμέσως επόμενη μέρα κι εκείνος επιστολή - Τεκμήριο 4 της ΕΔΑ - με την οποία ζήτησε από τους Καθ' ων η Αίτηση, κατ' ουσία, ότι ζητά και με την κρίσιμη Αίτηση. Επειδή δεν έλαβε απάντηση, απέστειλε νέα επιστολή, το Τεκμήριο 5 της ΕΔΑ. Θεωρεί ότι η αναστολή της Συμφωνίας από μέρους των Καθ' ων η Αίτηση ήταν παράνομη καθότι αυτή εφαρμόζεται σε ποινικά κολάσιμες πράξεις και όχι στις υπό διερεύνηση δραστηριότητες, για τις οποίες στο παρελθόν επέβαλλε μόνον πρόστιμο. Με την αναστολή του στερήθηκε το δικαίωμα να εργαστεί, αλλά και λόγω μη πρόσβασης στο ιστορικό των ασθενών του, η ενασχόληση μαζί τους καθίσταται επικίνδυνη. Επίσης οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν κοινοποιήσει την απόφασή τους στα νοσοκομεία με τα οποία ο Αιτητής, και καθ' αυτό τον τρόπο έχουν προϊδεάσει άλλους επαγγελματίες υγείας εναντίον του και του έχει απαγορευθεί ακόμα και να παρευρίσκεται σε ραντεβού ασθενών του, ως παρατηρητής. Διέρρευσαν επίσης το θέμα στις εφημερίδες ως φαίνεται από το Τεκμήριο 6 της ΕΔΑ. Η αποστέρηση των πληροφοριών και σημειώσεων που διατηρούσε στο σύστημα του ΓΕΣΥ του απαγορεύει στο να ασκεί συνετά και υπεύθυνα το επάγγελμα του και η μη ανταπόκριση από μέρους των Καθ' ων η Αίτηση του προκαλεί φόβο και άγχος. Τέλος, ο Αιτητής θεωρεί ότι η παρούσα περίπτωση συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις που τίθενται από το Νόμο και τη νομολογία για την έκδοση των διαταγμάτων που ζήτησε, αφενός επειδή οι Καθ' ων η Αίτηση παράνομα ανέστειλαν τη Συμφωνία και αφετέρου επειδή προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά μέσω της διαρροής του θέματος στον τύπο και της επικείμενης διαγραφής του αρχείου δεδομένων που ο ίδιος συγκέντρωσε κατά την εργασία του. Οι Καθ' ων η Αίτηση τον αφαίρεσαν από τον κατάλογο ιατρών που συνεργάζονται με το ΓΕΣΥ, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 7 της ΕΔΑ. Oι Καθ' ων η Αίτηση αντέδρασαν στην Αίτηση και στο μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα καταχωρώντας Ένσταση που περιέχει 21 λόγους για τους οποίους η Αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί, τους οποίους συνοψίζω ως ακολούθως: Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, δεν είναι κατεπειγούσα και η μαρτυρία που τη στηρίζει είναι ανεπαρκής για να ικανοποιήσει τις Νομοθετικές και Νομολογιακές προϋποθέσεις για έκδοση και διατήρηση ενδιάμεσων διαταγμάτων σε ισχύ. Οι ενέργειες των Καθ' ων η Αίτηση είναι νόμιμες, ενώ η Αίτηση καταχωρίστηκε με καθυστέρηση και για αλλότριους σκοπούς, και τα Διατάγματα αποστερούν από τους Καθ' ων η Αίτηση το δικαίωμά τους να εφαρμόσουν το περί του Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμο του 2001 (ο «Νόμος ΓΕΣΥ»). Σε περίπτωση που διατηρηθεί το Διάταγμα σε ισχύ ή εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ο Αιτητής θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί το ΓΕΣΥ, παρά την κατάχρηση και εξαπάτηση στην οποία ο ίδιος προέβη. Τέλος, ο Αιτητής δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη στοιχεία. Η Ένσταση συνοδεύτηκε από ένορκη δήλωση νομικού λειτουργού των Καθ' ων η Αίτηση η οποία καταλαμβάνει έκταση 40 περίπου σελίδων και 138 παραγράφων (η «ΕΔΚ»). Τη συνοψίζω ως ακολούθως: Κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας, οι Καθ' ων η Αίτηση στις 3.4.24 ανέστειλαν τη Σύμβαση στη βάση του όρου 9.6 που περιλαμβάνεται σ' αυτή. Έχοντας ειδοποιηθεί για το Διάταγμα του παρόντος Δικαστηρίου, οι Καθ' ων η Αίτηση συμμορφώθηκαν μ' αυτό και απέστειλαν σχετικές επιστολές - Τεκμήρια 1 και

  1. Εκτός από τη Σύμβαση ο Αιτητής υπέγραψε κατά την 2.10.2019 και «Συμφωνία Τελικού Χρήστη του Συστήματος Πληροφορικής και της Πύλης Παροχέων του Γενικού Συστήματος Υγείας» (η «Συμφωνία Χρήστη») - Τεκμήριο
  2. Ο ομνύοντας περιγράφει τη διαδικασία υποβολής απαιτήσεως από ιατρούς, επισυνάπτοντας το Τεκμήριο 4, εξηγεί ότι έχουν εκδοθεί και σχετικές κατευθυντήριες γραμμές από τους Καθ' ων η Αίτηση ως το Τεκμήριο 5 και εξιστορεί ότι, αναφορικά με απαιτήσεις του Αιτητή για την περίοδο 1.1.21 με 30.9.22, οι Καθ' ων η Αίτηση προέβησαν σε Διοικητική Έρευνα και διαπίστωσαν, με τη βοήθεια εμπειρογνώμονα στον οποίο απεύθυναν επιστολή και ο οποίος τους απάντησε - Τεκμήρια 6 και 7 - ότι εκείνες δεν δικαιολογούνταν ως προς τη διαδικασία «κλειστής ανάταξης» και των χειρουργικών καθαρισμών. Μέρος της έρευνας αποτέλεσε και επικοινωνία με ασθενείς, αναφορά για την οποία έγινε με το Τεκμήριο
  3. Οι Καθ' ων η Αίτηση κάλεσαν, με το Τεκμήριο 9, τον Αιτητή να προβεί σε παραστάσεις σχετικά με την έρευνα. Παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής απάντησε, ουσιαστικά δεν πρόσφερε οποιαδήποτε αιτιολόγηση για τις απαιτήσεις. Φάνηκε ότι, λόγω ερμηνείας του αγγλικού όρου κλειστή ανάταξη κατά τρόπο που ο ίδιος ο Αιτητής επέλεξε, προέβη σε απαιτήσεις για δραστηριότητες τις οποίες δεν διενήργησε αλλά και οι οποίες δεν δικαιολογούνταν ιατρικά. Την απάντηση του Αιτητή, οι Καθ' ων η Αίτηση την αξιολόγησαν σε εσωτερική συνεδρία και σχολίασαν αυτή στα πρακτικά που τηρήθηκαν, Τεκμήριο
  4. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν η απόρριψη μέρους των απαιτήσεων του Αιτητή αλλά και η επιβολή προστίμου ύψους €3000 σ' εκείνον κατόπιν σχετικής εισήγησης, Τεκμήριο 11, ζήτημα που κοινοποιήθηκε στον Αιτητή με το Τεκμήριο
  5. Στις 20.4.23, οι Καθ' ων η Αίτηση, με το Τεκμήριο 13, ειδοποίησαν τον Αιτητή ότι απέρριψαν μέρος των απαιτήσεών του για τις δραστηριότητες CY089 ≤30min και CY125 >30min, ειδοποίηση στην οποία ο Αιτητής απάντησε με το Τεκμήριο
  6. Κλήθηκε κατόπιν από τους Καθ' ων η Αίτηση - με το Τεκμήριο 15 - να παρουσιάσει επιπρόσθετα στοιχεία αναφορικά με τα όσα ανέφερε αλλά δεν το έπραξε και στο μεταξύ οι Καθ' ων η Αίτηση επιβεβαίωσαν, με το Τεκμήριο 16, ότι το ιατρικό κέντρο στο οποίο ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι προέβη στη διενέργεια των εν λόγω δραστηριοτήτων δεν διέθετε άδεια λειτουργίας νοσηλευτηρίου και συνεπώς οι απαιτήσεις του Αιτητή ήταν κατά παράβαση της Ανακοίνωσης, Τεκμήριο 17, ημερομηνίας 26.6.
  7. Στις 19.6.23 η ένσταση του Αιτητή απορρίφθηκε με το Τεκμήριο 18 και ο Αιτητής ενημερώθηκε σχετικά με το Τεκμήριο 19 στις 23.10.
  8. Έπειτα και κατόπιν λήψης ανώνυμων πληροφοριών οι Καθ' ων η Αίτηση προέβησαν σε νέα έρευνα για απαιτήσεις του Αιτητή για την περίοδο 1.6.23 και 30.11.23 και σχετικά επικοινώνησαν με ασθενείς. Το σημείωμα επικοινωνίας, οι απαιτήσεις του Αιτητή και οι απαντήσεις των δικαιούχων επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο 20, 21 και 22 αντίστοιχα και ως αποτέλεσμα αποφασίστηκε η λήψη νομικών μέτρων εναντίον του Αιτητή, ως φαίνεται στο Τεκμήριο
  9. Περί τον Ιανουάριο του 2024, ο ομνύοντας συναντήθηκε με εμπειρογνώμονες της Ορθοπεδικής Εταιρείας, οι οποίοι κατόπιν μελέτης των απαιτήσεων του Αιτητή, ετοίμασαν το Τεκμήριο 24, στο οποίο καταγράφουν ότι εκείνες δεν συνεπικουρούνται από τους αντίστοιχους ακτινολογικούς ελέγχους. Έπειτα έγινε εισήγηση, με το Τεκμήριο 25, γι' αναστολή της Σύμβασης, προκειμένου να διεξαχθεί έρευνα αναφορικά με κατ' εξακολούθηση παραβίαση των προνοιών της Σύμβασης και του περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμου (89(Ι)/2001), και εν τέλει η αναστολή υλοποιήθηκε και προς τούτο ενημερώθηκε και ο Αιητής και, με το Τεκμήριο 26, 5 νοσηλευτήρια. Στη βάση των Τεκμήριων 27 και 28, ο ομνύοντας διορίστηκε ερευνών λειτουργός και συναντήθηκε με ειδικούς γιατρούς στους οποίους παρουσίασε το Τεκμήριο 29 από το οποίο φαινόταν ότι απαιτήσεις του Αιτητή δεν αιτιολογούνταν με αναφορά σε άλλα στοιχεία. Κατά την έρευνά του ο ομνύοντας ζήτησε με το Τεκμήριο 30, απεικονιστικές εξετάσεις των υπό διερεύνηση περιστατικών, αίτημα που προωθήθηκε με το Τεκμήριο
  10. Κατόπιν ελέγχου των απεικονιστικών εξετάσεων ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 32, το οποίο αποτελεί ακτινολογικές εκθέσεις και στο οποίο φάνηκε, όπως επιμαρτυρείται από το σημείωμα ακτινολόγου Τεκμήριο 33, ότι, παρά τις απαιτήσεις του Αιτητή για θεραπείες που αφορούσαν κατάγματα, τέτοια κατάγματα δεν εντοπίστηκαν. Στο δε Τεκμήριο 34 αναφέρεται επίσης ότι θεραπείες για τις οποίες υποβλήθηκαν απαιτήσεις, δεν ήταν ούτε ιατρικά αναγκαίες και οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε αχρείαστες διαδικασίες. Στη συνέχεια ο ομνύοντας προέβη και σε τηλεφωνικές επικοινωνίες με 11 δικαιούχους και συνέταξε τα Τεκμήρια 35 και 36, αλλά και προχώρησε σε καταγγελία των περιστατικών στον Αρχηγό Αστυνομίας με το Τεκμήριο
  11. Ο ομνύοντας, καταληκτικά, επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους οι Καθ' ων η Αίτηση θεωρούν ότι δεν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για να εκδοθούν και να διατηρηθούν Δικαστικά Διατάγματα, με αναφορά στις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/
  12. Συγκεκριμένα, και συνοπτικά, αναφέρεται στο οι Καθ' ων η Αίτηση ενήργησαν σύννομα, στη βάση των προνοιών της Σύμβασης, ενώ ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει ότι πρόκειται να υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά, μια και αφενός οι Καθ' ων η Αίτηση ως φαίνεται από τα Τεκμήρια 38 και 39 είναι φερέγγυοι και αφετέρου ο ίδιος μπορεί να λειτουργεί και να περιθάλπει ασθενείς και εκτός του ΓΕΣΥ και να διατηρεί και τα στοιχεία τους. Επιπρόσθετα, κατά τον ομνύοντα, ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο τα Τεκμήρια 9 και 12 της ΕΔΚ ενώ αποκάλυψε μόνον τη δική του επιστολή ημερομηνίας 27.10.
  13. Με άλλες 18 σελίδες και 33 παραγράφους, ο Αιτητής συμπλήρωσε τη μαρτυρία του (η «ΣΕΔΑ») και ουσιαστικά εξέφρασε, έντονα, τη διαφωνία του με το περιεχόμενο της ΕΔΚ αλλά και αντέταξε σωρεία κατηγοριών για τους Καθ' ων η Αίτηση, μεταξύ άλλων ότι εκείνοι εκμεταλλεύτηκαν τη δεσπόζουσα θέση τους και ότι εφάρμοσαν λανθασμένα κριτήρια κατά τη έρευνά τους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ασθενής του, του ανέφερε προ μηνός ότι άλλος ιατρός ο οποίος τυγχάνει και αντίδικός του σε άλλη διαδικασία είχε αποκαλύψει ότι υπήρχε σχέδιο να τον πετάξουν έξω από το ΓΕΣΥ. Μέμφθηκε επίσης και της χρήσης του, κατά τον ίδιο απαρχαιωμένου, καταλόγου ICD 10 από τους Καθ' ων η Αίτηση, αντί για τον ICD 11, καθώς και την μετάφραση των κωδικών διαγνώσεων, αλλά και την έλλειψη κωδικών για θεραπείες - πράγμα που, ισχυρίστηκε, - αναγκάζει τους ιατρούς να χρησιμοποιούν τους πλησιέστερους. Καταλόγισε στους Καθ' ων η Αίτηση αμέλεια και υπεραμύνθηκε της δικής του πρακτικής, αναφέροντας συγκεκριμένα ότι ο όρος «κλειστή ανάταξη» αποτελεί λανθασμένη μετάφραση από τους Καθ' ων η Αίτηση του όρου «closed treatment», ο οποίος αφορά πλειάδα θεραπειών και προσεγγίσεων αναλόγως ασθενούς και κατάγματος. Η διαπίστωση απουσίας κατάγματος από ακτινολόγο δεν σημαίνει οτιδήποτε για τον ορθοπεδικό, ανέφερε. Πρόταξε επίσης ότι οι κωδικοί του συστήματος των Καθ' ων η Αίτηση είναι ελλιπείς και δεν προνοούν για επαναληπτικές εξετάσεις, οπότε εξ ανάγκης χρησιμοποιούνται υφιστάμενοι κωδικοί, αλλά και ότι ομνύοντας στην ΕΔΚ παραπλάνησε το Δικαστήριο σχετικά με συγκεκριμένη δραστηριότητα, ο ορισμός της οποίας μεταφέρθηκε αποσπασματικά και γενικά ότι η έρευνα που έγινε και τον αφορούσε έγινε με πλημμελή τρόπο. Επεξήγησε επίσης ότι το θέμα χρήσης εξοπλισμένων εγκαταστάσεων δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει από πλευράς Καθ' ων η Αίτηση, αλλ' ούτε και πως τούτο επενεργεί στους ασθενείς και στις απαιτήσεις των ιατρών. Έπειτα ο Αιτητής καταλογίζει στους Καθ' ων η Αίτηση αδιαφάνεια ως προς τη διαδικασία που ακολούθησαν ερήμην του, ότι παραβίασαν ιατρικά δεδομένα ασθενών του χωρίς τη συγκατάθεσή τους, ότι ζήτησαν από ακτινολόγο να «παρανομήσει» ανακτώντας στοιχεία ασθενών χωρίς τη συγκατάθεσή τους και ότι κατάγγειλαν την υπόθεση στην Αστυνομία για σκοπούς δημιουργίας εντυπώσεων. Τέλος, o Αιτητής επαναλαμβάνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη διατήρηση του Διατάγματος σε ισχύ. Με ακόμα 16 σελίδες, 55 παραγράφους και 8 Τεκμήρια συμπλήρωσε και τη μαρτυρία της και η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση (η «ΣΕΔΚ»). Ο ομνύοντας επεξηγεί, εν πρώτοις, ότι είναι ο Αιτητής που παραπλανά το Δικαστήριο καθότι σε υπό διερεύνηση περιστατικά στα οποία δηλώθηκε ότι έγινε κλειστή θεραπεία ή ανάταξη, αυτή αφορά σε κατάγματα, τα οποία, σε ορισμένες περιπτώσεις δεν διαπιστώθηκαν καν, όπως επιβεβαιώθηκε από άλλους δύο εμπειρογνώμονες πέραν εκείνου που διενήργησε τους απεικονιστικούς ελέγχους, ενώ εάν διαπιστώνονταν κατάγματα τότε οι Καθ' ων η Αίτηση θα λάμβαναν αυτά υπόψη είτε αυτά βρίσκονταν στον κατάλογο υπηρεσιών είτε όχι. Διευκρινίζει επίσης ότι οι Καθ' ων η Αίτηση φρόντισαν να ενημερώσουν τον Αιτητή αναφορικά με την αναστολή της Σύμβασης αυθημερόν με το Τεκμήριο 1 ΣΕΔΚ και όταν αντιλήφθηκαν ότι υπήρξε καθυστέρηση στην παράδοσή του του απέστειλαν το Τεκμήριο 2 ΣΕΔΚ. Ως προς το θέμα των πληρωμών προς τον Αιτητή, το ζήτημα ρυθμίστηκε προς συμμόρφωση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως διαφαίνεται στο Τεκμήριο 3 ΣΕΔΚ, παρά ταύτα σημειώνει ότι οι πληρωμή δεν αποτέλεσε μέρος του Διατάγματος. Απαντά δε σχετικά ότι ο ICD 10 σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται απαρχαιωμένος, ενώ ο ICD 11 στον οποίο κάνει αναφορά ο Αιτητής δεν έχει ακόμα εδραιωθεί από πολλές χώρες. Σε κάθε περίπτωση όμως, προχωρεί ο ομνύοντας, εάν παροχέας δεν καλύπτεται από τις περιγραφές που υπάρχουν έχει την ευχέρεια να χρησιμοποιήσει πεδίο για σχόλιο. Ως προς το ζήτημα των ορισμών επισυνάπτει το τιμολόγιο Τεκμήριο 4 ΣΕΔΚ με το οποίο φαίνεται ότι αυτοί μεταφράστηκαν επ' αμοιβή από το American Medical Association (το «ΑΜΑ»). Με το Τεκμήριο 5 ΣΕΔΚ ο ομνύοντας επεξηγεί με ποιο τρόπο ρυθμίζονται οι υπηρεσίες για επαναληπτικές εξετάσεις και ότι οι απαιτήσεις του Αιτητή αντίβαιναν κατ' ουσία τη ρύθμιση τούτη. Αναφορικά με τις προηγούμενες διαδικασίες που έγιναν σχετικά με τον Αιτητή εκείνος είχε ενημερωθεί δεόντως, όπως φαίνεται με τα Τεκμήρια 6 και 7 ΣΕΔΚ, κλήθηκε να σε παρουσιάσει τις θέσεις του, αλλά δεν το έπραξε. Έπειτα ο ομνύοντας αποδίδει στον Αιτητή εκ νέου πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου και αρνείται τα υπονοούμενα στη ΣΕΔΑ περί εμπλοκής συγκεκριμένου ακτινολόγου στην παρούσα υπόθεση, καθώς και τους ισχυρισμούς περί παραβίασης ιατρικών δεδομένων ασθενών όπως και οικονομικών στοιχείων του ίδιου του Αιτητή. Ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής θα κληθεί να εκφράσει απόψεις μετά την ολοκλήρωση της έρευνας και όχι προηγουμένως. Ως προς τις καταγγελίες των Καθ' ων η Αίτηση στην Αστυνομία, το γεγονός ότι αυτές έγιναν επιμαρτυρείται από το Τεκμήριο 8 ΣΕΔΚ. Ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε και μετά την κατάθεση των ενόρκων δηλώσεων οι συνήγοροί τους παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Τις έλαβα υπόψη μου στην πλήρη έκτασή τους και τις συνοψίζω ως ακολούθως: Οι δικηγόροι του Αιτητή εισηγούνται ότι υπάρχει «κοινό», όπως το αποκαλούν, πλαίσιο γεγονότων. Σ' αυτά, μεταξύ άλλων, αναφέρουν ότι στην επιστολή των Καθ' ων η Αίτηση προς τον Αιτητή 3.4.2024 γίνεται αναφορά στις πρόνοιες του Άρθρου 40 του περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμου του 2001, ούτε γίνεται στις ΕΔΚ και ΣΕΔΚ άρνηση του ισχυρισμού περί διαρροής από τους Καθ' ων η Αίτηση στον Τύπο της αναστολής της Σύμβασης του Αιτητή και ότι οι Καθ' η Αίτηση κατέβαλαν στον Αιτητή τα δεδουλευμένα του μόνο μετά την καταχώριση Αίτησης Παρακοής στις 20.5.
  14. Κατά τους συνηγόρους του, ο Αιτητής έχει συζητήσιμη υπόθεση όπως προκύπτει από το Έντυπο Απαίτησης που καταχώρισε. Εν προκειμένω οι Καθ' ων η Αίτηση παραβίασαν το δικαίωμα του Αιτητή σε δίκαιη δίκη αφού ο ερευνώντας λειτουργός και ομνύοντας στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση είναι και υπάλληλός τους, είναι μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση στην οποία έχει ήδη αποφασίσει για την ενοχή του Αιτητή, έχει προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία, αποτελώντας, κατά τους συνηγόρους, κατήγορο και κριτή ταυτόχρονα. Πέραν τούτων, οι συνήγοροι προβάλλουν ότι η συνύπαρξη Πειθαρχικής και Ποινικής διαδικασίας αντενδείκνυται, καθότι ο διωκόμενος τίθεται σε μειονεκτική θέση υποβαλλόμενος σε δύο παράλληλες διαδικασίες. Εν όψει της στοιχειοθέτησης παράβασης των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης από τους Καθ' ων η Αίτηση, εισηγούνται ότι πληρούνται και οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ενώ ως προς την τρίτη προϋπόθεση, και εκείνη πληρείται καθότι, με τη διαρροή στον Τύπο, οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν ήδη προκαλέσει ζημιά στο κύρος και στην καριέρα του Αιτητή, τέτοιας φύσεως που δεν θα είναι αναστρέψιμη στο μέλλον. Επίσης η διαγραφή του Αιτητή από το ΓΕΣΥ θα έχει ως συνέπεια τη διαγραφή και του αρχείου δεδομένων που ο Αιτητής διατηρούσε στην πλατφόρμα, η οποία δεν είναι δυνατό ν' αποτιμηθεί σε χρήμα. Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, εν όψει του ότι ουδεμία ζημιά δεν υφίστανται οι Καθ' ων η Αίτηση και εν όψει του ότι δεν επηρεάζεται οι πορεία των ερευνών τους, εκείνο κλίνει υπέρ της διατήρησης του Διατάγματος σε ισχύ. Παρά τις ρητές οδηγίες του Δικαστηρίου στις 30.4.24 για συμμόρφωση με τον Κανονισμό 23.11

(4), οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν αγόρευση η οποία υπερβαίνει σε έκταση τις προβλεπόμενες σελίδες, χρησιμοποιώντας μάλιστα γραμματοσειρά μικρότερη της προβλεπόμενης σε ορισμένα σημεία, χωρίς να τηρούν διπλό διάστημα, αλλά και υπερβαίνοντας τα συνήθη κάθετα περιθώρια του κειμένου - για τα οποία όμως, δυστυχώς, δεν υπάρχει ρύθμιση στον επίμαχο Κανονισμό -. Με αυτό τον τρόπο οι δικηγόροι κατέθεσαν 32 σελίδες αγόρευση, η πραγματική έκταση όμως της οποίας - εάν δηλαδή τηρούντο τα υπό των Κανονισμών προβλεπόμενα - δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί. Και τούτο, παρεμβάλλω, μετά την καταχώριση Αίτησης από μέρους τους για επίσπευση της διαδικασίας εκδίκασης της ενδιάμεσης Αίτησης. Κατά τους δικηγόρους, ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της Γραπτής Αγόρευσης δεν έχει καταχωρίσει έκθεση απαίτησης. Αντίθετα οι Καθ' ων η Αίτηση δικαιολογημένα άσκησαν δικαίωμα που τους παρέχεται από τη Σύμβαση για παράβαση των υποχρεώσεων του Αιτητή μέσω τις επαναλαμβανόμενης παραβατικής συμπεριφοράς του παρά τις υποδείξεις και προειδοποιήσεις τους. Οι δε αναφορές του Αιτητή σε δυσφήμισή από τους Καθ' ων η Αίτηση είναι γενικές και ατεκμηρίωτες, ενώ οι ισχυρισμοί του περί δεσπόζουσας θέσης των Καθ' ων η Αίτηση ανεδαφικοί. Στη βάση του ότι ενδέχεται ο Αιτητής να εμπλέκεται στη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, εξουδετερώνεται και η πιθανότητα να πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 και ενισχύεται η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, είναι η θέση των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετήσει ότι σε περίπτωση που δικαιούται σε θεραπεία, δεν θα μπορεί ν' αποζημιωθεί σε χρήμα. Εν όψει και της φερεγγυότητας των Καθ' ων η Αίτηση αλλά και σε συνδυασμό με το γενικό και αόριστο τρόπο που ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, η τρίτη προϋπόθεση δεν πληρείται. Πέραν τούτων και έχοντας κατά νου την επίδραση που τυχόν απόφαση οριστικοποίησης θα έχει στους Καθ' ων η Αίτηση και κατ' επέκταση στους φορολογούμενους πολίτες αντισταθμισμένη στην περιορισμένη επίδραση που θα έχει τυχόν ακύρωση του Διατάγματος στον Αιτητή, εισηγούνται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της ακύρωσης. Άλλος λόγος ακύρωσης του Διατάγματος, προτείνουν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, είναι και η μη αποκάλυψη από τον Αιτητή των Τεκμηρίων 9 και 12 της ΕΔΚ, τα οποία ήταν σε γνώση του και τα οποία αν αποκάλυπτε θα διαφαινόταν στο Δικαστήριο το πλήρες φάσμα της συμπεριφοράς του. Έτι δε περαιτέρω ο Αιτητής δεν αποκάλυψε ούτε την μερική έγκριση των απαιτήσεών του που είχε προηγηθεί. Μελέτησα προσεκτικά τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Ως προς τη νομική πτυχή του κρίσιμου ζητήματος επιβεβαιώνω ότι οι τρεις, καλά γνωστές, προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60) (το «Άρθρο 32») είναι: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) η αδυναμία πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο. Μια τέταρτη προϋπόθεση έχει προκύψει νομολογιακά και έχει χαρακτηριστεί ως η προϋπόθεση του ισοζυγίου της ευχέρειας ή της δικαιοσύνης, εάν δηλαδή είναι πρόσφορο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η σωρευτική ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, λαμβανομένων υπόψη των όσων τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου κρινόμενων χωρίς αξιολόγηση μαρτυρίας και χωρίς καταλήξεις σε τελικά συμπεράσματα, επιτρέπει στο Δικαστήριο να χορηγήσει ενδιάμεσα διατάγματα[1]. Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, αυτό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο είναι να καταδειχθεί καλή συζητήσιμη υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ συνυφασμένη είναι και η δεύτερη προϋπόθεση με την οποία ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας της καλής συζητήσιμης υπόθεσης του. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν χορηγηθούν στον Αιτητή οι αιτούμενες θεραπείες[2]. Στην υπόθεση Κοζάκου κ.α. ν. Νικολάου Πολιτική Έφεση Ε127/13, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2019, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στη σύνοψη που το ίδιο προέβη στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ., κ.α. ν. Λοϊζιδου, Πολιτική Έφεση Ε7/2018, ημερομηνίας 21.3.2019 ανέφερε τα ακόλουθα: «[...] Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά [...] Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ' επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία [...] Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον».» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω ως αποτελούντα το βασικό κορμό της νομικής πτυχής των υπό συζήτηση θεμάτων, επανέρχομαι στα της κρίσιμης Αίτησης. Ως είναι γνωστό και επαναλήφθηκε ανωτέρω, στο παρόν στάδιο, το Δικαστηριο δεν αξιολογεί μαρτυρία όπως πράττει στο στάδιο της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης. Μια κάποια εκτίμηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας βεβαίως θα πρέπει να γίνει, όμως χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία. Σκοπός είναι η εξέταση του κατά πόσο, βάσει της προαναφερθείσας εξέτασης, πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις για την έκδοση ή απόρριψη των αιτούμενων ενδιάμεσων θεραπειών στο βαθμό που έχει νομολογιακά καθιερωθεί. Προέχει η εξέταση του ισχυρισμού των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής δεν αποκάλυψε πλήρως και ειλικρινώς όλα τα ουσιώδη γεγονότα προσερχόμενος στο Δικαστήριο για να αναζητήσει μονομερώς θεραπεία. Το ζήτημα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.α.ν. Adeona Holdings Ltd κ.α.
(2015)1 Α.Α.Δ. 386, όπου οι σχετικές αρχές συγκεφαλαιώθηκαν ως ακολούθως: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη [.] Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd [2010] EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.ά. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.ά. v. Tράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2014)1 Α.Α.Δ. 866, ECLI:CY:AD:2014:A269). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος [.]» Ο ισχυρισμός των Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι ο Αιτητής δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο τα Τεκμήρια 9 και 12 της ΕΔΚ, τα οποία παρέλαβε, ως αποδεικνύεται από τα Τεκμήρια 6 και 7 της ΣΕΔΚ. Στην παράγραφο 17(ii) της ΣΕΔΑ, ο Αιτητής παραδέχεται ότι παρέλαβε το Τεκμήριο 9, με τη διαμαρτυρία του να περιορίζεται στο ότι δεν του αποκαλύφθηκε η έρευνα που προηγήθηκε. Ως προς το Τεκμήριο 12, είναι η θέση του Αιτητή ότι ο ίδιος ουδέποτε το παρέλαβε και αντιλήφθηκε την επιβολή προστίμου μέσα της παρακράτησης του αντίστοιχου ποσού. Εκ των πιο πάνω προκύπτει - και διαπιστώνω - ότι πράγματι ο Αιτητής, παρά το γεγονός ότι είχε στην κατοχή του, τουλάχιστον κατά παραδοχή, το Τεκμήριο 9 της ΕΔΚ, δεν το αποκάλυψε στο Δικαστήριο. Ως προς το Τεκμήριο 12 της ΕΔΚ και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς αναφορικά με το κατά πόσο αυτό παραλήφθηκε, διαπιστώνω ότι η θέση του Αιτητή ήταν, κατ' ελάχιστο ελλιπής και ανακόλουθη. Κατά πρώτο τα Τεκμήρια 6 και 7 της ΣΕΔΚ, ουδέποτε αμφισβητήθηκαν ή σχολιάστηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο από τον Αιτητή ή έστω από τους δικηγόρους του. Κατά δεύτερον, πράγματι ο Αιτητής δεν επεξήγησε με ποιο τρόπο αντιλήφθηκε ότι η «παρακράτηση» που του έγινε αφορούσε σε πρόστιμο που του επιβλήθηκε λόγω της διαδικασίας που είχε προηγηθεί και με την οποία είχε ειδοποιηθεί με το Τεκμήριο 8 της ΕΔΚ, αλλά και στην οποία απάντησε με το Τεκμήριο 2 της ΕΔΑ. Στο Τεκμήριο 9 της ΕΔΚ καταγράφονται λεπτομερώς και σε έκταση τα στοιχεία τα οποία προέκυψαν από το σχετικό έλεγχο που είχε διενεργηθεί, γίνονται συγκεκριμένες αναφορές σε αριθμό περιστατικών και παρατίθενται πίνακες ως παραρτήματα στους οποίους καταγράφονται εν έκαστο εκ των υπό διερεύνηση περιστατικών. Ως προανέφερα ο Αιτητής, ενώ κατείχε το Τεκμήριο 9 ΕΔΚ, προσερχόμενος στο Δικαστήριο για ν' αναζητήσει μονομερώς θεραπεία, επέλεξε ν' αποκαλύψει μόνον τη δική του απάντηση σ' αυτό, με την οποία, ως εκ των υστέρων διαφάνηκε, ούτε απαντά συγκεκριμένα, ούτε σχολιάζει επί της ουσίας τα όσα του ζητείται να τοποθετηθεί. Πιο συγκεκριμένα, ενώ στο Τεκμήριο 9 της ΕΔΚ, οι Καθ' ων η Αίτηση ζητούν από τον Αιτητή να επεξηγήσει συγκεκριμένες απαιτήσεις τις οποίες υπέβαλε, εκείνος, με το Τεκμήριο 2 της ΕΔΑ, απαντά γενικά απαξιώνοντας συλλήβδην τα αποτελέσματα της έρευνας. Στο δε Τεκμήριο 12 της ΕΔΚ, το οποίο επίσης ο Αιτητής δεν αποκάλυψε, αναγράφονται και πάλι αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους οι Καθ' ων η Αίτηση επέβαλαν στον Αιτητή το διοικητικό πρόστιμο, αλλά και απέρριψαν απαιτήσεις του ύψους €14,473.33. Εκτός από το Τεκμήριο 2 της ΕΔΑ, το οποίο ως προανέφερα ήταν και το μόνο που ο Αιτητής αποκάλυψε, αφιέρωσε στο ζήτημα της προηγούμενης έρευνας εναντίον του μόνον την παράγραφο 11.i. της ΕΔΑ στην οποία χαρακτηρίζει το ζήτημα που ανέκυψε ως «διάφορες διαφωνίες επιστημονικής αλλά και πρακτική φύσεως». Όσον αφορά την απόφασή του να μην αμφισβητήσει και να καταβάλει το πρόστιμο που του επιβλήθηκε, ο Αιτητής παρουσίασε το ζήτημα ωσάν η μη αμφισβήτηση ήταν και ο λόγος που του επιτράπηκε να συνεχίσει να εργάζεται ενώ παράλληλα αποδέχεται ότι δεν είχε τότε ανασταλεί η Σύμβαση (βλ. «Στην διαδικασία αυτή παρά τη γραμμή που προώθησα - ως η επιστολή μου ημερ. 27 Οκτωβρίου 2022 - εντούτοις και μη έχοντας άλλη εκλογή (αφού έπρεπε να συνεχίσω την εργασία μου) κατέβαλα/ δεν αμφισβήτησα το χρηματικό πρόστιμο που μου είχε επιβληθεί))». Το ιστορικό όμως που δεν αποκαλύφθηκε δεν τελειώνει εκεί: Ως διαφάνηκε είχε προηγηθεί και το ζήτημα που εγείρεται στις παραγράφους 49 -59 της ΕΔΚ και αφορά την εν τέλει απόρριψη απαιτήσεων του Αιτητή για διενέργεια ιατρικών πράξεων σε νοσηλευτήριο που δεν διατηρούσε την απαραίτητη άδεια λειτουργίας. Τα Τεκμήρια 13 - 15 και 19 της ΕΔΚ, ήταν ως φαίνεται στην κατοχή του Αιτητή, παρά ταύτα ο ίδιος δεν τα αποκάλυψε στο Δικαστήριο με την ΕΔΑ. Το επόμενο ερώτημα που προκύπτει είναι το κατά πόσο η, προφανής, μη αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή αφορούσε σε ουσιώδη γεγονότα ως προς την Αίτησή του. Η απάντηση θα πρέπει να είναι καταφατική, και εξηγώ γιατί: με τα Τεκμήρια 9, 12 - 15 και 19 της ΕΔΚ, διαφαίνεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση λειτούργησαν κατά τρόπο που, κατ' ελάχιστο, υποδηλοί ότι προέβησαν σε έρευνα κατά την οποία έλαβαν και διασταύρωσαν στοιχεία, έλαβαν γνωμοδοτήσεις, απέστειλαν λεπτομερή και συγκεκριμένη ενημέρωση στον Αιτητή και τελικά του κοινοποιήσαν τις αντίστοιχες αποφάσεις τους προσφέροντας και σχετική αιτιολόγηση. Ο Αιτητής στην ΕΔΑ, παρουσίασε στο Δικαστήριο το ζήτημα της προηγούμενης έρευνας και της επιβολής προστίμου ως να ήταν ήσσονος σημασίας αναγόμενο σε «διάφορες διαφωνίες επιστημονικής αλλά και πρακτικής φύσεως». Έστω και θεωρηθεί ότι αυτή ήταν η ερμηνεία που ο ίδιος έδινε στην κατάσταση τούτο δεν τον απάλλασσε από την υποχρέωση ν' αποκαλύψει, αφού την κατείχε, και τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτή εξεφράστηκε στα Τεκμήρια 9 και 12, ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αξιολογήσει το ιστορικό τούτο ενόψει της μεταγενέστερης και εδώ επίδικης απόφασης αναστολής της Σύμβασης. Ο Αιτητής, αποστερώντας από το Δικαστήριο το πλήρες φάσμα των όσων διαμείφθηκαν μεταξύ των διαδίκων στο παρελθόν, παρουσίασε την απόφαση αναστολής της Σύμβασης ως κεραυνό εν αιθρία και ως μέτρο, το οποίο εν συγκρίσει με την προηγούμενη διαδικασία - την πραγματική έκταση της οποίας δεν αποκάλυψε - ήταν δυσανάλογο, έως και παράλογο (βλ. παράγραφο 18 της ΕΔΑ). Με τον τρόπο που ο Αιτητής ενήργησε κατεύθυνε τη δικαστική κρίση στα όσα ο ίδιος και μόνο αντέταξε στο Τεκμήριο 9 της ΕΔΚ με το Τεκμήριο 2 της ΕΔΑ, παρουσιάζοντας τα όσα προηγήθηκαν και επιμαρτυρούνται από τα μη αποκαλυφθέντα Τεκμήρια ως μη σοβαρές υποθέσεις - μια και η θέση του στην παράγραφο 18 της ΕΔΑ είναι ότι τα μέτρο της αναστολής της Σύμβασης δικαιολογείται, σε αντιδιαστολή με τη δική του περίπτωση, «μονάχα στις απόλυτα σοβαρές υποθέσεις. Σε περιπτώσεις οι οποίες αφορούν ποινικά κολάσιμες πράξεις». Τοιουτοτρόπως, ο Αιτητής δεν επέτρεψε στο Δικαστήριο να σχηματίσει κρίση επί της σοβαρότητας της κατάστασης που ανέκυψε και αφορούσε την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 3.4.2024 με το πλήρες ιστορικό κατά νου. Καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, αθετώντας έτσι και το καθήκον του να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και να ζητήσει, κατ' εξαίρεση, μονομερώς θεραπεία. Η πιο πάνω κατάληξή μου θα ήταν - και είναι - αρκετή, προκειμένου ν' ακυρώσω το μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα αφού αυτό εξασφαλίστηκε μόνο με αποσπασματική και επιλεκτική παρουσίαση των διαθέσιμων σχετικών γεγονότων. Παρά ταύτα, αυτός δεν ήταν ο μόνος λόγος που θα ακύρωνα το Διάταγμα, αλλά και που θα απέρριπτα την Αίτηση στο σύνολό της: Ως προς την πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, δηλαδή το κατά πόσο υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, επίκεντρο της κρίσιμης διαφοράς είναι η κατ' ισχυρισμό αντισυμβατική και παράνομη αναστολή της Σύμβασης από τους Καθ' ων η Αίτηση. Επ' αυτής ο Αιτητής, πέραν της δήλωσης ότι παράνομα αναστάλθηκε η Σύμβαση και ότι η απόφαση πρέπει ν' ακυρωθεί, αξιώνει και αποζημιώσεις για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για «πρόκληση κακόβουλης διαδικασίας» και για «απώλεια καριέρας και/ή φήμης και/ή προσωπικότητας». Έχοντας κατά νου τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου μέσω των ενόρκων δηλώσεων, την προβαλλόμενη ως αιτία αγωγής, δηλαδή κατ' ουσία εκείνη της παράβασης της Σύμβασης, η ερμηνεία της οποίας, καθώς και τα γεγονότα που συναποτελούν την κατ' ισχυρισμό παραβίασή της, θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, θεωρώ ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 και ότι ο Αιτητής κατέδειξε ότι υπάρχει εν προκειμένω κάποιο δικάσιμο θέμα. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 όμως - και χωρίς να υπεισέρχομαι καθ' οιονδήποτε τρόπο στην ουσία του πράγματος ή ν' αξιολογώ τις εκατέρωθεν θέσεις - εξετάζοντας τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς στην όψη τους και μόνο, δεν μπορώ να πω ότι ο Αιτητής έχει προσκομίσει, μέχρι στιγμής, τέτοια στοιχεία που να ικανοποιεί το νομολογιακώς καθορισμένο επίπεδο για πλήρωση της. Και τούτο γιατί, η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση βασίστηκε στο Άρθρο 9.6 της Σύμβασης, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «Άνευ επηρεασμού των δικαιωμάτων του Οργανισμού που απορρέουν από τα πιο πάνω, ο Οργανισμός να αναστείλει άμεσα την εκτέλεση της Σύμβασης ή οποιοδήποτε μέρος αυτής: i. για τους λόγους που αναφέρονται στο Άρθρο 40
(1)του Νόμου και/ή για να διαπιστώσει κατά πόσο τα μέτρα επανόρθωσης που αναφέρονται στο Άρθρο 9.2 πιο πάνω έχουν ληφθεί εντός της απαιτούμενης περιόδου ii. σε περίπτωση αναστολής της άδειας εξασκήσεως επαγγέλματος του Παροχέα για οποιοδήποτε λόγο iii. σε περίπτωση που ο Οργανισμός έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι ο Παροχέας πιθανό να έχει παραβιάσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις πρόνοιες της Σύμβασης και/ή τις διατάξεις του Νόμου, των Κανονισμών, των Εσωτερικών Κανονισμών, των Αποφάσεων και των Εγκυκλίων. Νοείται ότι σε τέτοια περίπτωση ο Οργανισμός οφείλει να προβεί σε δέουσα διερεύνηση του οποιουδήποτε συμβάντος και να προβεί σε άρση της αναστολής ή τερματισμό της Σύμβασης ανάλογα με το πόρισμα της διεξαχθείσας έρευνας.» Επιχειρήματα του Αιτητή φαίνεται να είναι ότι οι Καθ' ων η Αίτηση επέλεξαν «παράνομα και εκδικητικά» να ακολουθήσουν το πλέον αυστηρό και δυσανάλογο μέτρο το οποίο, ως αναφέρει, δικαιολογείται μόνο στις απόλυτα σοβαρές περιπτώσεις (παράγραφοι 18 και 27 της ΕΔΑ). Έπειτα ο Αιτητής αρκείται στο να χαρακτηρίσει την επιλογή των Καθ' ων η Αίτηση ως παράβαση των όρων της Συμφωνίας αλλά και των προνοιών του περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμου, λόγω, ουσιαστικά παραβίασης των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης (παράγραφοι 19 και πάλι 27 της ΕΔΑ) χωρίς όμως να επεξηγεί που βασίζεται ο ισχυρισμός του ότι οι Καθ' ων η Αίτηση, εν τη ασκήσει του δικαιώματος που τους παρέχεται από τη Σύμβαση και αφορά την αναστολή της, ειδικά στη βάση της υποπαραγράφου iii του Άρθρου 9.6, όφειλαν να πράξουν οτιδήποτε άλλο ούτως ώστε να συμμορφωθούν με την επίμαχη πρόνοια που επικαλέστηκαν. Επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν προτείνει οποιαδήποτε ερμηνεία του όρου 9.6, για οτιδήποτε κι αν αυτή άξιζε, με την οποία να είναι δυνατό, έστω συμπερασματικά, το Δικαστήριο ν' αντιληφθεί το επιχείρημά του ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας της Αγωγής. Ως φαίνεται, στη βάση του όρου 9.6, παρέχεται στους Καθ' ων η Αίτηση δυνατότητα αναστολής της Σύμβασης και κατόπιν διερεύνησης - η οποία πρέπει να είναι και δέουσα - παρέχεται η δυνατότητα να άρει την αναστολή ή να τερματίσει τη Σύμβαση αναλόγως του πορίσματος. Δεν έχει επεξηγηθεί από τον Αιτητή πως παραβιάστηκαν οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης από τη στιγμή που η έρευνα φαίνεται να βρίσκεται ακόμα εν εξελίξει. Τούτο, σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα απουσία συγκεκριμένου ισχυρισμού ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο θεωρεί ότι η Σύμβαση παραβιάστηκε, ο Αιτητής, ο οποίος έφερε και το ανάλογο βάρος να αιτιολογήσει την Αίτησή του, δεν ικανοποίησε ως προς την πλήρωση της δεύτερης προϋπόθεσης του Άρθρου
  1. Έρχομαι τώρα στην τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, όπου και εντοπίζω ότι η Αίτηση παρουσιάζει και τις πλέον, φρονώ, ανυπέρβλητες δυσκολίες: Βασικές θέσεις του Αιτητή επί του θέματος ήταν ότι του αποστερείται το δικαίωμα να εργαστεί, ότι κινδυνεύει να απωλεσθεί το αρχείο του με τις σχετικές σημειώσεις που διατηρεί στην πλατφόρμα και ότι υπήρξε διαρροή του θέματος από τους Καθ' ων η Αίτηση στον Τύπο με αποτέλεσμα, κατ' ουσία, τη δυσφήμισή του. Ξεκινώντας από την τελευταία, θεωρώ ότι αφενός δεν τέθηκε, προς το παρόν, οτιδήποτε ενώπιον μου με το οποίο να φαίνεται η σύνδεση των Καθ' ων η Αίτηση με την δημοσίευση - Τεκμήριο 6 της ΕΔΑ - την οποία οι ίδιοι αρνούνται κατηγορηματικά και αφετέρου και έστω και να φανεί ότι πράγματι το θέμα διέρρευσε από εκείνους, θεωρώ ότι με τυχόν επιτυχία του Αιτητή στην Αγωγή, η όποια ζημιά του θα μπορεί να αποκατασταθεί με αντίστοιχη επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης. Ως προς την ενδεχόμενη απώλεια του αρχείου του Αιτητή, καταρχάς δεν έχει καταδειχθεί από τον Αιτητή που εδράζεται ο φόβος του για μια τέτοια πιθανότητα ένεκα της αναστολής της Σύμβασης, αλλά και κατά δεύτερο δεν έχει καταδειχθεί ότι οι φάκελοι των ασθενών του Αιτητή δεν είναι ανακτήσιμοι από τους ίδιους, όντες δικαιούχοι του ΓΕΣΥ. Ενόψει δε και της δυνατότητας του Αιτητή να εργάζεται και ως ελεύθερος επαγγελματίας, αλλά και των δικαιούχων να λάβουν τις υπηρεσίες είτε του ιδίου του Αιτητή εκτός ΓΕΣΥ είτε άλλων ιατρών εντός ΓΕΣΥ, έστω για όσο χρονικό διάστημα ισχύει η αναστολή, δεν έχει καταδειχθεί ότι τυχόν ακύρωση του Διατάγματος θα προκαλέσει στον Αιτητή ανεπανόρθωτη ζημιά. Εκ του περισσού, αλλά για σκοπούς πληρότητας, επισημαίνεται ότι οι δικαιούχοι - ασθενείς του Αιτητή δεν είναι μέρη στην παρούσα διαδικασία. Επομένως έστω και το επιχείρημα του Αιτητή ότι του αποστερείται το δικαίωμα να εργαστεί να στεφθεί μ' επιτυχία κατά την εκδίκαση της ουσίας της Αγωγής, δεν έχει καταδειχθεί ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής. Εν όψει των πιο πάνω κρίνω ότι ούτε η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 εν προκειμένω πληρείται. Μη σωρευτική ικανοποίηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32, καθιστά την ενασχόληση του Δικαστηρίου με το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας αχρείαστη. Παρά ταύτα, για σκοπούς πληρότητας και μόνον, σταθμίζοντας της διαπιστώσεις μου που με οδήγησαν να καταλήξω ότι δεν πληρούνται οι δύο τελευταίες προϋποθέσεις και δη της υπαρκτής δυνατότητας του Αιτητή ν' αποζημιωθεί χρηματικά σε περίπτωση που επιτύχει στην Απαίτηση, απέναντι στο ενδεχόμενο οι λόγοι που προβάλλονται από τους Καθ' ων η Αίτηση για την έναρξη της σχετικής έρευνας εναντίον που άπτονται ζητημάτων εξαπάτησης του ΓΕΣΥ και κατ' επέκταση των φορολογούμενων, θεωρώ ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της ακύρωσης του μονομερώς εκδοθέντος Διατάγματος. Ως προς τα Αιτητικά Β και Γ της κρίσιμης Αίτησης, αν και δεν προωθήθηκαν καθ' οιονδήποτε, θεωρώ ότι δεν παρέχεται περιθώριο χορήγησής τους. Ως προς το Αιτητικό Β, με αυτό ο Αιτητής ζητά ν' απαγορευθεί στους Καθ' ων η Αίτηση να ξεκινήσουν οποιαδήποτε έρευνα εναντίον του. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να δύναται να υποστυλώσει βάσιμα το εν λόγω Αιτητικό με αναφορικά στις προϋποθέσεις του Άρθρου
  2. Το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν σε έρευνα φαίνεται να κατοχυρώνεται τόσο στο Νόμο ΓΕΣΥ όσο και στη Σύμβαση. Ο Αιτητής δεν έχει προβάλει οποιοδήποτε λόγο ή γεγονός με το οποίο να καθίσταται αντιληπτή η βάση του αιτήματός του. Ως προς το Αιτητικό Γ, που αφορά κατ' ουσία σε διάταγμα αποκάλυψης, πέραν του ότι δεν αναλύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο ο λόγος που επιζητούνται οι σχετικές πληροφορίες, παρατηρώ ότι, μεγάλος αριθμός εγγράφων που φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς διερεύνησης των εδώ επίμαχων γεγονότων έχουν ήδη αποτελέσει μέρος των Τεκμηρίων της παρούσας διαδικασίας. Πέραν τούτου αλλά και του ότι ο Αίτητης δεν ανέπτυξε οποιοδήποτε σχετικό επιχείρημα, ως διαφαίνεται η έρευνα των Καθ' ων η Αίτηση βρίσκεται σε εξέλιξη και ο Αιτητής δεν έχει ακόμα κληθεί να καταθέσει τις απόψεις του στο πλαίσιο εκείνο. Συνεπώς δεν έχει καταδειχθεί η αναγκαιότητα χορήγησης του συγκεκριμένου Αιτητικού από τον Αιτητή. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η κρίσιμη Αίτηση απορρίπτεται και το μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.4.24, ακυρώνεται. Τα έξοδα, στην απουσία οποιουδήποτε λόγου για διαφορετική μεταχείριση του ζητήματος, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Επειδή στην προκείμενη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής ο Κανονισμός 39.7 και θα πρέπει να γίνει συνοπτικός υπολογισμός των εξόδων, οι δικηγόροι, κατ' εφαρμογή του Κανονισμού 39.9 να υποβάλουν καταλόγους εξόδων μέχρι τις 10.12.24 και ώρα 14.00 μ.μ. Η Αίτηση ορίζεται για συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων στις 12.12.24 και ώρα 9.00 π.μ. με απαραίτητη τη φυσική παρουσία των δικηγόρων των διαδίκων στο Δικαστήριο. .......... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. Γρηγορίου κ.α. ν Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκος Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Milton Investment Co Ltd κ.α. v Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731 [2] βλ. ΚΟΤ ν Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255, Karydas Taxi Co. Ltd v Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, Pariko Aluminium Designs v Muskita Aluminium Co. Ltd. κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.