← Κύπρος

Συνδέσμου Καταναλωτών ν. Ελληνική Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αγωγής: 114/2021, 20/11/2024

Συνδέσμου Καταναλωτών ν. Ελληνική Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αγωγής: 114/2021, 20/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ-Α ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 114/2021 Αναφορικά με τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 Ν. 93 Μεταξύ: Κυπρια

(1)1996, ως Τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα και Αναφορικά με τον Περί της Έκδοσης Δικαστικών Διαταγμάτων για την Προστασία των Συλλογικών Συμφερόντων των Καταναλωτών Νόμος, του 2007, Ν. 101 (Ι) 2007, ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα κού Συνδέσμου Καταναλωτών Αιτητή και Ελληνική Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Καθ' ης η αίτηση Ενδιάμεση Αίτηση ημ. 12/03/2024 από Ελληνική Τράπεζα Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου 2024 Για τον Αιτητή στη Γενική Αίτηση: κα Χατζηχριστοδούλου με κα Γέρου Για Καθ' ής η Αίτηση στη Γενική Αίτηση: κα Αθανασιάδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό την ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση (« στο εξής ως η κυρίως Αίτηση») , ο Αιτητής αιτείται την έκδοση διάφορων διαταγμάτων σε σχέση με την χρήση συγκεκριμένων ρητρών στα συμβόλαια της Καθ' ης ή αίτηση. Η κυρίως Αίτηση εδράζεται μεταξύ άλλων επί του περί καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις Νόμο του 1996 Ν. 93(ι) /1996 και στον Περί της Έκδοσης Δικαστικών Διαταγμάτων για την Προστασία των Συλλογικών Συμφερόντων Νόμου του 2007 Ν. 101(Ι)/
  1. Η κυρίως Αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 13/03/2024 και είχαν δοθεί οδηγίες μετά από συμφωνία και των συνηγόρων των διαδίκων όπως αυτή η διεξαχθεί με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων χωρίς δηλαδή την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Το Δικαστήριο στις 14/11/2023 ανάφερε τα εξής: «H Γενική Αίτηση ορίζεται στις 13/03/2024 η ώρα 09:30 με Γ/Α». Εντούτοις περί την 12/03/2024 καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση (στο εξής ως «η Αίτηση»). Με την εν λόγω Αίτηση η Καθ' ής η Αίτηση αιτείται οδηγίες του Δικαστηρίου ως προς την ακολουθητέα διαδικασία κατά την ακρόαση της κυρίως Αίτησης. Ζητείται μεταξύ άλλων απόφαση και οδηγίες του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία η ακρόαση της κυρίως Αίτησης να διεξαχθεί με προφορική μαρτυρία και διαζευκτικά διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία του κκ Μάριου Δρουσιώτη ενόρκως δηλούντα στην κυρίως Αίτηση όπως αντεξεταστεί με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 15/04/
  2. Την Αίτηση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση της κας Ντιζέ (στο εξής ως «η ένορκη δήλωση Ντιζέ»). Η Kαθ΄ ής η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η κυρίως Αίτηση συνιστά αγωγή με βάση τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας αφού η διαδικασία ξεκινά με Γενική ή Πρωτογενή Αίτηση και δεν αποτελεί ενδιάμεση αίτηση. Συνεπώς η απόδειξη της υπόθεσης του Αιτητή στην κυρίως Αίτηση θα πρέπει να γίνει σύμφωνα πάντοτε με την Καθ' ής η Αίτηση ως προβλέπεται στη διαταγή 36 θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επιπροσθέτως ως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, η Καθ' ής η Αίτηση μέσω της ένστασης που καταχώρησε στην κυρίως Αίτηση αμφισβητεί τα διάφορα θέματα τα οποία εφόσον αμφισβητούνται θα πρέπει ο Aιτητής δηλαδή ο Σύνδεσμος Καταναλωτών να τα αποδείξει. Θεωρεί ότι έχει παράλληλα το δικαίωμα να αντεξετάσει το μάρτυρα του οποίου η μαρτυρία αμφισβητείται. Συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα λέγοντας ότι η αμφισβήτηση ουσιωδών γεγονότων ως αυτά προκύπτουν από την ένσταση στη κυρίως Αίτηση καθιστά αναγκαία για τη δική της υπεράσπιση τη διεξαγωγή της δίκης με προφορική μαρτυρία ώστε αυτή να τύχει αντεξέτασης και αξιολόγησης από το Δικαστήριο για να μπορεί να καταλήξει σε σχετικά ευρήματα αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Πιο συγκεκριμένα η Καθ ης η Αίτηση αμφισβητεί ότι οι παραπονούμενοι σε σχέση με τις επίδικες συμβάσεις ήταν καταναλωτές εν τη εννοία του νόμου, ότι οι επίδικες συμβάσεις περιέχουν προδιατυπωμένους όρους, ότι οι επίδικες συμβάσεις συντάχθηκαν εκ των προτέρων, ότι προορίζονται για γενικευμένη χρήση και ότι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεις. Εισηγείται επίσης η ενόρκως δηλούσα ότι ο Σύνδεσμος Καταναλωτών θα πρέπει να αποδείξει με προφορική μαρτυρία κατά πόσο χρησιμοποιούσε στις συμβάσεις η Καθ' ής η Αίτηση καταχρηστικές ρήτρες, ότι αυτές περιορίζονται για γενική χρήση ότι οι όροι που περιλαμβάνονται στις διάφορες συμφωνίες της Καθ΄ ής η Αίτηση με καταναλωτές συνάφθηκαν με κακή πίστη ή χωρίς πρωτοβουλία του καταναλωτή αλλά και ότι δεν μπορούσαν να διαπραγματευτούν οι καταναλωτές τους όρους των συμβάσεων και να επηρεάσουν το περιεχόμενο τους. Εισηγείται λοιπόν ότι θα πρέπει να αποδείξει ο Αιτητής ότι οι επίδικοι όροι δεν έτυχαν ατομικής διαπραγμάτευσης, την έλλειψη της καλής πίστης και ότι δε συνάφθηκαν με πρωτοβουλία και κατόπιν αιτήματος του καταναλωτή. Ο Αιτητής περί την 15/05/2024 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένσταση στην Αίτηση (στο εξής ως «η Ένσταση»). Την ένσταση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του κου Μάριου Δρουσιώτη (στο εξής ως « η ένορκη δήλωση Δρουσιώτη»). Εγείρει δε 29 λόγους ένστασης. Πολύ συνοπτικά εγείρονται οι ακόλουθες ομάδες λόγων ένστασης. Α) ότι η ένορκη είναι παράτυπη και αντικανονική και δη ότι η ενόρκως δηλούσα κα Ντιζέ δεν είναι διάδικος αλλά δικηγόρος που υπηρετεί στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ής η Αίτηση και δη ότι θα έπρεπε να ορκιστεί διάδικος. Σύμφωνα με τον Αιτητή η κα Ντιζέ είναι μια εκ των δικηγόρων που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση και ότι στις 14/11/2023 χειρίστηκε η ίδια το ζήτημα για τον τρόπο ακρόασης της διαδικασίας, Β) ότι ενόψει της δήλωσης της δικηγόρου κα Ντιζέ ότι προτιμούν η ακροαματική διαδικασία να διεξαχθεί με γραπτή αγόρευση έχει δημιουργηθεί κώλυμα από πλευρά της Αιτήτριας στην προώθηση της Αίτησης, Γ) Η Αίτηση στηρίζεται σε εσφαλμένη νομική βάση και ερμηνεία των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ) Η Αίτηση στηρίζεται σε εσφαλμένη νομική ερμηνεία της εφαρμοστέας νομοθεσίας. Ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση ουσιαστικά όσα αναφέρει τα αναφέρει μετά από συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους του. Υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Μεταξύ άλλων εισηγείται στον αντίποδα ότι η διαδικασία πρέπει να διεξαχθεί με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Περαιτέρω ανάπυτυξη των θέσεων και επιχειρηματολογίας των διαδίκων θα γίνει όταν και εφόσον κριθεί αναγκαίο. Καταρχάς κρίνω ορθό να τονίσω ότι ρόλος ενός δικαστή είναι να καθορίσει τη διαδικασία εκδίκασης σύμφωνα με το τι προνοείται στη σχετική νομοθεσία (απόφαση ημερ. 9.5.2014 στην Πολιτική Αίτηση αρ. 32/2014, Αναφορικά με την Αίτηση της Gratio Holdings Ltd από τη Λεμεσό για την παραχώριση άδειας υποβολής αίτησης για Certiorari και Prohibition.) Σαφώς οι οδηγίες που δίδει το Δικαστήριο ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης αποτελούν άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στον περί Έκδοσης Δικαστικών Διαταγμάτων για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των Καταναλωτών Νόμου του 2007 Ν. 101(Ι) 2007 και στον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 Νόμος 93 (Ι)/
  3. Εν προκειμένω το Δικαστήριο ως προκύπτει από το πρακτικό ημερομηνίας 14/11/2023 έδωσε οδηγίες ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας χωρίς να αμφισβητηθούν αυτές από την Καθ' ής η Αίτηση. Παρόλο που δόθηκαν οδηγίες θεωρώ ορθό να ξεκαθαρίσει το ζήτημα εκδίκασης μέσω της παρούσας. Επισημαίνω ότι δε θεωρώ ότι με τη δήλωση της συνηγόρου Ντιζέ δημιουργήθηκε κώλυμα λόγω συμπεριφοράς ώστε να δεσμεύεται από τη δήλωση της ημερομηνίας 13/11/2024 ως προς τον τρόπο εκδίκασης με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η Καθ' ής η Αίτηση να προωθεί την Αίτηση. Είναι σαφές ότι δεν ενέργησε προς βλάβη του ο Αιτητής μετά από αυτή τη δήλωση ούτε η δήλωση είναι τέτοιας φύσεως ώστε να δημιουργεί κώλυμα λόγω συμπεριφοράς. Επίσης θα εξέταζα θέμα δεδικασμένου στην περίπτωση που προηγείτο ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου μετά από εξέταση του ζητήματος εάν δηλαδή τίθετο ζήτημα και στη βάση αυτού διδόταν αιτιολογημένη απόφαση. Κατά συνέπεια θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο θα πρέπει να αλλάξουν οι οδηγίες του Δικαστηρίου ως προς τον τρόπο εκδίκασης και δη εάν η ακρόαση θα πρέπει να διεξαχθεί με προφορική μαρτυρία. Ως προς το λόγο ένστασης που τέθηκε ότι η ένορκη δήλωση είναι αντικανονική διότι ορκίζεται δικηγόρος και όχι διάδικος ή ότι η δικηγόρος που ορκίζεται χειρίστηκε το επίδικο θέμα της παρούσης ή ότι χειρίζεται την υπόθεση παρατηρώ τα ακόλουθα. Πράγματι με βάση τη νομολογία είναι ανεπιθύμητο να αναλαμβάνει το χειρισμό μιας υπόθεσης δικηγόρος ο οποίος ταυτόχρονα είναι και ομνύων. Στην προκείμενη περίπτωση παρατηρώ ότι η κα Ντιζέ δε χειρίζεται την παρούσα υπόθεση. Δεν υπόγραψε κάποια αίτηση ή ένσταση απλώς εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κάποιες φορές μεταξύ άλλων και την 14/11/2023 όταν δήλωσε προφανώς από οδηγίες που έλαβε ότι «προτιμούν» να εκδικαστεί η υπόθεση με γραπτές αγορεύσεις. Οι απλές εμφανίσεις στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετές ώστε να θεωρηθεί ότι η συνήγορος χειρίζεται την ουσία της εν λόγω υπόθεσης. Επισημαίνω ότι την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης χειρίστηκε η κα Αθανασιάδου. Η απλή παρουσία στο Δικαστήριο δεν είναι μεμπτή ούτε αποτελεί επαρκή στοιχείο ώστε να θεωρηθεί ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι αντικανονική. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο.(Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Επίσης ο ομνύων δικηγόρος οφείλει να επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του. Εδώ εξήγησε η ενόρκως δηλούσα ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση η ίδια επειδή τα όσα αναφέρει σχετίζονται με νομικά θέματα τα οποία είναι η ίδια σε θέση καλύτερα να τα γνωρίζει. Θεωρώ και πάλι ως ικανοποιητική την εξήγηση. Δε διαπιστώνω εν κατακλείδι αντικανικότητα στη διαδικασία. Προχωρώ να εξετάσω πως εκδικάζονται αιτήσεις ως η κυρίως Αίτηση οι οποίες καταχωρούνται στα πλαίσια του περί της Έκδοσης Δικαστικών Διαταγμάτων για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των Καταναλωτών Νόμου του 2007 Ν. 101(Ι) 2007 στο εξής ως «ο νόμος 101(Ι) 2007»). Επισημαίνω ότι η κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε το 2021 όταν ήταν σε ισχύ ο συγκεκριμένος νόμος. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης παραπέμπω στα άρθρα 3 και 5 του νόμου 101(Ι) 2007 τα οποία ίσχυαν κατά το χρόνο καταχώρησης της κυρίως Αίτησης. Για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω θεωρώ ότι με βάση τα όσα προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα είναι καθοριστικός ο τρόπος διεξαγωγής της ακρόασης της κυρίως Αίτησης. Δικαίωμα καταχώρησης αίτησης 3.-
(1)Οποιοσδήποτε νομιμοποιούμενος φορέας δύναται, με αίτησή του προς το Δικαστήριο, να ζητήσει την έκδοση απαγορευτικού ή προστακτικού διατάγματος, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο, κατά την κρίση του, ενέχεται ή/και ευθύνεται για οποιαδήποτε παράβαση, θίγοντας τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών τα οποία ο νομιμοποιούμενος φορέας προστατεύει.
(2)Ο νομιμοποιούμενος φορέας, πριν αποταθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), πρέπει να διαβουλευθεί με το πρόσωπο που διενεργεί την παράβαση, ζητώντας από το εν λόγω πρόσωπο: (α) Την άμεση παύση της γενόμενης παράβασης, και/ή (β) τη μη επανάληψη της γενόμενης παράβασης: Νοείται ότι η πιο πάνω υποχρέωση προηγούμενης διαβούλευσης δύναται να παρακαμφθεί στις περιπτώσεις όπου ο νομιμοποιούμενος φορέας, κατά την κρίση του, θεωρεί ότι οι περιστάσεις είναι τέτοιες όπου η δικαστική διαδικασία πρέπει να προχωρήσει χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση.
(3)Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί η παύση της παράβασης εντός δέκα τεσσάρων
(14)ημερών από την υποβολή του αιτήματος προς διαβούλευση, ο νομιμοποιούμενος φορέας δύναται άνευ ετέρου να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. Έκδοση διαταγμάτων 5.-
(1)Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβάλλεται οποιαδήποτε αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 3, έχει εξουσία, τηρουμένων των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμου, των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, καθώς και οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή κανονισμών που τροποποιούν ή αντικαθιστούν αυτούς, να εκδώσει απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, με το οποίο να διατάσσει - (α) την άμεση παύση και/ή τη μη επανάληψη της γενόμενης παράβασης, και/ή (β) την εντός ορισμένης προθεσμίας λήψη τέτοιων διορθωτικών κατά την κρίση του Δικαστηρίου μέτρων προς άρση της παράνομης κατάστασης που δημιουργούσε η σχετική παράβαση, και/ή (γ) τη δημοσίευση του συνόλου ή μέρους της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου ή τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης με σκοπό την απάλειψη των τυχόν συνεχιζόμενων επιπτώσεων της παράβασης, και/ή (δ) οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή μέτρο ήθελε κριθεί αναγκαίο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.
(2)Το διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου
(1)δύναται - (α) να αφορά όχι μόνο τη διενεργηθείσα παράβαση έναντι συγκεκριμένων καταναλωτών, αλλά και παρόμοιες μελλοντικές παραβάσεις έναντι των καταναλωτών γενικά, και/ή (β) να αφορά ή απευθύνεται σε οποιοδήποτε συνεργό ή συμμετέχοντα στη συγκεκριμένη παράβαση και, σε περίπτωση παραβάτη που είναι νομικό πρόσωπο, δύναται να αφορά ή απευθύνεται και σε οποιοδήποτε διευθυντή ή/και διευθύνοντα σύμβουλο ή/και συνεργάτη ή/και σύμβουλο, ή/και γραμματέα, ο οποίος αποδεικνύεται ότι έλαβε μέρος, συμμετείχε, συνέδραμε, ή είχε με οποιοδήποτε τρόπο σχέση με τη γενόμενη παράβαση.
(3)Οι διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου, του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που εφαρμόζονται σχετικά με αιτήσεις έκδοσης διαταγμάτων σε πολιτικές υποθέσεις, εφαρμόζονται κατ΄ αναλογίαν αναφορικά με τον τύπο, τη σύνταξη, την καταχώριση και την εκδίκαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 3 αίτησης. (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου). Καταρχάς επισημαίνω ότι οι πρόνοιες του νόμου 101(Ι) 2007 είναι σαφείς και ξεκάθαροι. Για το θέμα ερμηνείας νόμων και κατά επέκταση κανονισμών αντλώ καθοδήγηση από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ και Γιώργου Παντέλα[1] όπου με αναφορά σε παλαιότερη νομολογία συγκεντρώθηκαν οι αρχές που λαμβάνονται υπόψη: «Μια από τις προεξάρχουσες υποθέσεις επί του ζητήματος της ερμηνείας Νόμων είναι η Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας [1995] 3 Α.Α.Δ. 59, 64 (απόφαση ολομέλειας) στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου.» Στην υπόθεση Τ. Γεωργιάδης & Υιός Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ. 1142 λέχθηκε ότι οι Νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το απλό γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων εκτός όπου αυτό είναι σε αντίθεση με οποιαδήποτε ρητή πρόθεση ή δηλωμένο σκοπό του Νόμου ή αν αυτό το νόημα θα οδηγούσε σε παράλογο αποτέλεσμα (βλ.επίσης Marabou Floating Restaurant Ltd v. Council of Ministers
(1973)3 C.L.R.397, Argolis Estate Ltd v. Minister of Finance & Another
(1977)3 C.L.R. 441, 450, Georghiou Real EstateCoLtd3. v. R.
(1978)3 C.L.R.45,46, Haris TheodorIdes v. The Central Bank of Cyprus
(1985)3 C.L.R. 721, 722 και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κ.α. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348). Παρομοίως στην υπόθεση Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1358 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες. Όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd v Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, στη σελ. 533, «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη». (βλ. επίσης, Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Μακεδόνας v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348).» Τέλος, στην υπόθεση Marios Nikolaou Developers Ltd κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 101/2018, ημερομηνίας 14.08.2018, ECLI:CY:AD:2018:D378, ECLI:CY:AD:2018:D378 επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της [αντικειμενικής] πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903).» Ο πιο πάνω Νόμος (101(Ι) 2007) λοιπόν καθορίζει με σαφήνεια το δικαίωμα σε κάποιο νομιμοποιούμενο φορέα που έχει δεόντως συσταθεί σύμφωνα με την κυπριακή νομοθεσία, και έχει έννομο συμφέρον να προστατεύει τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών που περιλαμβάνονται στους Νόμους οι οποίοι αναφέρονται στο Παράρτημα του Νόμου(101(Ι) 2007). Ένας εκ των νόμων που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα του Νόμου (101(Ι) 2007) είναι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος. Ως αναφέρει μέσω της κυρίως Αίτησης ο Κυπριακός Σύνδεσμος Καταναλωτών είναι ένας εκ των νομιμοποιούμενων φορέων. Αυτό φυσικά δεν είναι επίδικο ζήτημα απλώς υποδεικνύεται ότι μέσω του πιο πάνω Νόμου (101(Ι) 2007) επιτρέπεται σε κάποιο νομιμοποιούμενο φορέα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να αποζητήσει θεραπεία. Στο άρθρο 3 του Νόμου (101(Ι) 2007) ως περιγράφεται ανωτέρω κάποιος νομιμοποιούμενος φορέας δύναται, με αίτησή του προς το Δικαστήριο, να ζητήσει την έκδοση απαγορευτικού ή προστακτικού διατάγματος, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο, κατά την κρίση του, ενέχεται ή/και ευθύνεται για οποιαδήποτε παράβαση, θίγοντας τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών. Ως αναφέρεται στο άρθρο 5
(3)του Νόμου (101(Ι) 2007) οι διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου, του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που εφαρμόζονται σχετικά με αιτήσεις έκδοσης διαταγμάτων σε πολιτικές υποθέσεις, (υπογραμμίσεις του Δικαστηρίου) εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία αναφορικά με τον τύπο, τη σύνταξη, την καταχώριση και την εκδίκαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 3 αίτησης. Είναι ξεκάθαρο ότι η νομοθεσία που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο και επέτρεπε την καταχώρηση αίτησης για έκδοση διαταγμάτων ως προβλέπεται στο άρθρο 5
(1)του νόμου (101(Ι) 2007) καθορίζει ότι ο τύπος της αίτησης ακόμη και η εκδίκαση της θα είναι ως διεξάγεται η ακρόαση αιτήσεων που καταχωρούνται σε πολιτικές υποθέσεις κατ' εφαρμογή μεταξύ άλλων των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Είναι σαφές το νόημα του νόμου. Στις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προβλέπεται ότι σε πολιτική διαδικασία μπορεί κάποιος να αιτηθεί έκδοση δικαστικών διαταγμάτων με αίτηση δυνάμει της Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Προβλέπεται επίσης με βάση τη Δ.55 η καταχώρηση πρωτογενούς αίτησης. Εν προκειμένω η Αίτηση καταχωρήθηκε με βάση το τύπο που προβλέπεται στη Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Και αυτό διότι ο διαδικαστικός κανονισμός που εφαρμόζεται για αιτήσεις έκδοσης διαταγμάτων σε πολιτικές υποθέσεις είναι η Δ.48. Ως εξηγείται κατωτέρω η εμβέλεια και εφαρμογή της Δ.55 είναι διαφορετική. Συνεπώς η ορθή πορεία που ακολουθήθηκε εν προκειμένω είναι η καταχώρηση της Αίτησης με βάση τη Δ.48 περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Είναι γεγονός ότι η υπό κρίση Αίτηση έχει πρωτογενή χαρακτήρα ενόψει του ότι καταχωρείται αυτοτελώς. Δεν είναι άγνωστο να καταχωρείται εν πάση περίπτωση μια πρωτογενής αίτηση ως προς τον τύπο με βάση του τι προβλέπεται στη Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών βλ. Τράπεζα Κύπρου v. Dynacon
(1998)1 AAΔ.
  1. Η νομολογία ξεκάθαρα υποστηρίζει ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε εναρκτήριο δικονομικό μέσο. Στην πράξη έχει επικρατήσει η χρήση του όρου γενική ή πρωτογενής αίτηση. Η παρούσα κυρίως Αίτηση λοιπόν καταχωρήθηκε με βάση τον τύπο της αίτησης που προβλέπεται στη Δ.48 και υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση. Πέραν του ότι με βάση τη νομολογία ως αναπτύχθηκε μέχρι σήμερα, δύναται να χρησιμοποιείται η Δ.48 ως προς το τύπο σε εναρκτήριες αιτήσεις εντούτοις στο νόμο101(Ι) 2007 προβλέφθηκε ρητά ότι ο τύπος της Αίτησης που θα καταχωρείτο με βάση το συγκεκριμένο Νόμο (101(Ι) 2007) θα έπρεπε να είναι με βάση το τύπο που προβλέπεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμού των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Πρόβλεψη στο Νόμο 101(Ι) 2007 υπάρχει και ως προς την εκδίκαση τέτοιας αίτησης αναφέροντας ρητά ότι η εκδίκαση της διεξάγεται ως εκδικάζονται οι αιτήσεις έκδοσης διαταγμάτων σε πολιτικές υποθέσεις, οι διατάξεις των οποίων εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία. Ως επισημαίνω οι αιτήσεις με βάση τους διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας με βάση τη Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών εκδικάζονται με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Λαμβάνω υπόψη μου ότι γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση έχει πάρει τη μορφή γενικής αίτησης λόγω του πρωτογενούς χαρακτήρα της διαδικασίας. Το γεγονός όμως ότι η διαδικασία είναι πρωτογενής φύσεως δεν μεταβάλει το τρόπο εκδίκασης ως έχει καθοριστεί από την ίδια τη νομοθεσία. Κατά συνέπεια λοιπόν εφόσον προκαθορίζεται ο τρόπος εκδίκασης κρίνω ότι δεν τίθεται ζήτημα περαιτέρω εξέτασης του θέματος. Η κυρίως Αίτηση θα εκδικαστεί με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν τη κυρίως Αίτηση και Ένσταση. Νοείται ότι σε τέτοια περίπτωση παρέχεται το δικαίωμα στους διαδίκους για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων με βάση τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επανέρχομαι όμως για σκοπούς πληρότητας στο γεγονός ότι στους διαδικαστικούς Κανονισμούς υπάρχει πρόνοια εκτός από τις αιτήσεις δυνάμει της Δ.48 για πρωτογενείς αιτήσεις δυνάμει της Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, οι οποίες καταχωρούνται με βάση τον τύπο 50 και
  2. Αν ανατρέξει κανείς στη Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, δε γίνεται αναφορά σε ένορκη δήλωση η οποία να συνοδεύει την αίτηση. Όμως έχει επικρατήσει η καταχώρηση ένορκης δήλωσης σε ορισμένες περιπτώσεις αιτήσεων. βλ. Lord Atkin΄s, The Encyclopaedia of Court Forms and Precedents, 1η έκδοση, 1949, Volume XIII, Τόμος 6, σελ.
  3. Είναι ορθό να αναφερθεί ότι η ακρόαση τέτοιων αιτήσεων γίνεται συνήθως με ένορκη δήλωση, βλ. Lord Atkin's, πιο πάνω τόμος 12, σελ. 161, Odger's on Pleadings and Practice, 21η έκδοση
(1975), σελ. 315. Στο μεταξύ η ίδια η Δ.55, θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προνοεί ρητά για το πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί η διαδικασία της πρωτογενούς Αιτήσεως. Θα πρέπει να προνοείται ρητά από νομοθετική πρόνοια και/ή σχετικούς κανονισμούς. Εν προκειμένω στο άρθρο 5
(3)του νόμου 101 (Ι) 2007 αναφέρεται μόνο σε αίτηση δεν γίνεται ρητή αναφορά σε αίτηση δυνάμει της Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και αυτό ακριβώς γιατί η εμβέλεια αιτήσεων με βάση τη Δ.55 είναι περιορισμένη. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Junport International Ltd, Πολιτική Αίτηση 115/2017 ημερομηνίας 15.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:D295, όπου μεταξύ άλλων έχει επεξηγηθεί η φύση και ο μηχανισμός της Δ.55, αναφέρθηκε ότι «η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες.» Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι η κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται με βάση τον τύπο της Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και όχι με βάση τη Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Με την υπό κρίση Αίτηση ζητείται διαζευκτικά διάταγμα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα κου Μάριου Δρουσιώτη, η ένορκη δήλωση του οποίου υποστηρίζει την κυρίως Αίτηση. Παρατηρώ όμως ότι το αίτημα για αντεξέταση τέθηκε πολύ γενικά χωρίς εξειδίκευση επί ποιων παραγράφων και σημείων ζητείται η αντεξέταση του. Μέσω της νομολογίας έχουν καθοριστεί οι αρχές και οι παράμετροι άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει την παρουσία του ενόρκως δηλούντα για να αντεξεταστεί. Από το λεκτικό της σχετικής Διαταγής διαπιστώνει κανείς ότι ο θ. 1 της Δ.39 αναφέρεται γενικά στην μαρτυρία η οποία δίδεται με ένορκη δήλωση. Ως αναφέρεται στο Annual Practice 1956, όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με την δική μας, το O.38, είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους ζητείται. Στην Αίτηση Αρ. 18/2008, Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκκου Χατζηλοϊζου, ημερ. 14/3/2008 εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση την Δ.39, Θ.
  1. Λέχθηκε, στην εν λόγω απόφαση, ότι: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ού στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στην Δ.39,Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της». H έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και τη φύση της υπόθεσης. Οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προκειμένου να εγκρίνει αίτημα παρουσίας μάρτυρα για αντεξέταση είναι η στοιχειοθέτηση κάποιου είδους εξαιρετικής περίπτωσης ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης ώστε να εξεταστεί κατά πόσο είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί διάταγμα υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να αποφασισθούν στην εν λόγω διαδικασία. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αντεξέταση πρέπει να ασκείται με φειδώ. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί ένας διάδικος να αντεξετάσει είναι περιορισμένα και πρέπει να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της διαδικασίας και όχι να επεκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος υφίσταται διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ή προς το σκοπό της εξασθένησης της αξιοπιστίας ενός διαδίκου. Είναι αναγκαίο λοιπόν να γίνεται προσδιορισμός των παραγράφων και εξειδίκευση των λόγων για τους οποίους ζητείται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα διαφορετικά ενυπάρχει κίνδυνος εκτροπής από το σκοπό τον οποίο αποβλέπει να εξυπηρετήσει η Δ.39, θ.1.των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επισημαίνω στην παρούσα ζητήθηκε γενικώς η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα κου Δρουσιώτη χωρίς επεξήγηση επί ποιων θεμάτων. Το βάρος βρίσκεται δε στους ώμους των Αιτητών να παραθέσουν τέτοιους λόγους, οι οποίοι να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για τα πιο πάνω ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. Με την υπό κρίση Αίτηση ως τέθηκε το αίτημα για αντεξέταση το Δικαστήριο δεν μπορεί χωρίς επεξήγηση με επάρκεια και χωρίς παράθεση επί ποιων σημείων ζητείται η αντεξέταση να εκδώσει στο παρόν στάδιο οιονδήποτε διάταγμα. Δεν είναι αρκετό το ότι αμφισβητούνται τα γεγονότα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών και εναντίον της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)....................................... Μ-Α Στυλιανού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Π.Ε. 159/2021 ημερ. 01/12/
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.