ΛΟΥΚΑΣ ΛΟΥΚΑ κ.α. ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ κ.α., Αγωγή αρ: 2560/2016, 22/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYKΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ-Α ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ: 2560/2016 ΜΕΤΑΞΥ:
- ΛΟΥΚΑΣ ΛΟΥΚΑ
- ΕΙΡΗΝΗ ΛΟΥΚΑ Ενάγουσας και
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
- CNP ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ
- ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ Εναγόμενων Ημερομηνία: 22 Nοεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Χρυσάνθου Για Εναγόμενο 1: κος Ξιαρής Για Εναγόμενους 2 και 3: κα Α. Κοζάκου ΑΠΟΦΑΣΗ Κατ'εφαρμογή του Κανονισμού 6(β) του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021, η απόφαση δίδεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά, με τη συγκατάθεσή τους. Με την υπό εξέταση αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνο, ταλαιπωρία, αλλά και ειδικές αποζημιώσεις για απώλειες που ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη περί την 06/09/2014 στην οδό Μακεδονιτίσσης στη Λευκωσία. Ο Εναγόμενος 1 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής [ ] (στο εξής «ως το όχημα»). Η Εναγόμενη 2 είναι η ασφαλιστική εταιρεία η οποία παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα και ο Εναγόμενος 3 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ο ιδιοκτήτης του οχήματος. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Εναγόμενη 2 υπέχει υποχρέωση αποζημίωσης των Εναγόντων δυνάμει του Ν. 96 (Ι)/
- Αποτελεί επίσης ισχυρισμό των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα κατ' εντολή και/ή με εξουσιοδότηση του Εναγόμενου
- Ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε Υπεράσπιση μέσω της οποίας ισχυρίζεται ότι οδηγούσε το όχημα κατ' εντολή και εξουσιοδότηση του Εναγόμενου 3 όταν συνέβη το ατύχημα επί της οδού Μακεδονιτίσσης. Είναι επίσης ισχυρισμός του ότι ο Εναγόμενος 3 είναι υπεύθυνος για τις πράξεις και/ή παραλείψεις του. Η Εναγόμενη 2 μέσω της Υπεράσπισης της αρνείται τις θέσεις και ισχυρισμούς ως εγείρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα για σκοπούς συντήρησης διότι είναι μηχανικός και ότι ουδεμία ασφαλιστική κάλυψη παρέχεται σ' αυτόν. Αρνείται ότι οφείλει να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Ο Εναγόμενος 3 καταχώρησε εμφάνιση και Υπεράσπιση σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Μέσω της Υπεράσπισης του ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο το όχημα του για σκοπούς συντήρησης του, διότι είναι μηχανικός και ουδεμία ασφαλιστική κάλυψη παρέχεται σ' αυτόν από την Εναγόμενη
- Είναι επίσης ισχυρισμός του ότι ο Εναγόμενος 3 δεν υπέχει οποιαδήποτε εκ προστήσεως ευθύνη για τη ζημιά που προκάλεσε ο Εναγόμενος 1 στους Ενάγοντες κατά το ατύχημα. Ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε ειδοποίηση συνεναγομένων εναντίον των Εναγόμενων 2 και
- Περί την 19/02/2024 εκδόθηκε διάταγμα για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ των συνεναγομένων 1, 2 και
- Ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε την Έκθεση Απαίτησης του εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 περί την 29/02/2024 και οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν την Υπεράσπιση τους περί την 05/03/
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι η Εναγόμενη 2 ενήργησε κατά παράβαση των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με τον Εναγόμενο 3 αφού παράλειψε να εκτελέσει τις υποχρεώσεις της με βάση αυτό και δεν κάλυψε τις οφειλές ως προέκυψαν από το ατύχημα ημερομηνίας 06/09/
- Ισχυρίζεται επίσης ότι ο Εναγόμενος 3 ως ιδιοκτήτης του οχήματος ευθύνεται εκ προστήσεως για το επίδικο ατύχημα καθότι επέτρεψε σ' αυτόν να οδηγήσει το όχημα χωρίς να καλύπτεται από ασφαλιστήριο αν ήθελε κριθεί ότι δεν καλύπτεται. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 μέσω της Υπεράσπισης τους συμφωνούν με τη δήλωση του Εναγόμενου 1 ότι φέρει αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος αλλά αρνούνται τις λοιπές θέσεις και ισχυρισμούς του και ισχυρίζονται ότι καμία υποχρέωση έχουν έναντι του για συνεισφορά ή κάλυψη για το λόγο ότι οδηγούσε το όχημα του Εναγόμενου 1 για επαγγελματικούς λόγους και δη για σκοπούς επιδιόρθωσης του οχήματος του για εργασίες έναντι αμοιβής. Αρνούνται επίσης ότι ο Εναγόμενος 3 εξουσιοδότησε τον Εναγόμενο 1 να οδηγεί το όχημα παρά μόνο ότι το παρέλαβε για επιδιόρθωση έναντι αμοιβής. Σημειώνω επίσης ότι η Εναγόμενη 2 περί την 02/11/2023 καταχώρησε ειδοποίηση συνεναγόμενου εναντίον των Εναγόμενων 1 και 3 όπου αρνείται ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος και ισχυρίζεται ότι εάν θεωρηθεί υπεύθυνη ότι δικαιούται συνεισφορά ή κάλυψη για οποιοδήποτε ποσό κληθεί να καταβάλει. Δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε αίτηση για οδηγίες ούτε ανταλλάχθηκαν δικόγραφα μεταξύ των συνεναγομένων. Τι συνέπειες ενδέχεται να έχει αυτό θα κριθεί κατωτέρω. Η διαδικασία διευκολύνθηκε με την από κοινού δήλωση παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος υπ1 αριθμό εγγραφής [ ] το οποίο οδηγείτο από την Ενάγουσα 2 με την συγκατάθεση του Ενάγοντα
- Ο Εναγόμενος 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ο οδηγός του οχήματος [ ]. Η Εναγόμενη 2 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είναι ασφαλιστική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο η οποία παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα με αριθμό εγγραφής [ ] ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 3 με αρ. συμβολαίου [ ]. Ο Εναγόμενος 3 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος υπ' αριθμόν εγγραφής [ ]. Κατά ή περί την 6/9/14 ενώ ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα υπ' αριθμόν εγγραφής [ ] ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 3 στην οδό Μακεδονιτίσσης στο Στρόβολο με κατεύθυνση από το Στρόβολο προς το CINEPLEX Λευκωσίας προσέκρουσε στο πίσω μέρος του προπορευόμενου του οχήματος υπ' αριθμόν εγγραφής ΕΜΤ549 το οποίο οδηγείτο από την Ενάγουσα 2 το οποίο ήταν ιδιοκτησία του Ενάγοντα 1 και προκάλεσε ζημιά στο προπορευόμενο όχημα και σωματικές βλάβες στην οδηγό του. Για το άνω δυστύχημα αποκλειστική ευθύνη έχει ο Εναγόμενος
- Οι ζημιές συμφωνήθηκαν και έγιναν αποδεχτές από όλους τους Εναγόμενους. Έχουν συμφωνηθεί τα κάτωθι. (α) Ο Ενάγοντας 1 υπέστη ειδικές ζημιές ύψους €934 (β) Η Ενάγουσα 2 υπέστη ειδικές ζημιές ύψους €1.591,50 (γ) Η Ενάγουσα 2 υπέστη σωματικές βλάβες ύψους €4.500 Κανένα ποσό δεν έχει καταβληθεί και όλα τα ποσά είναι οφειλόμενα. Είναι επίσης παραδεκτό το περιεχόμενο του πιστοποιητικού ασφάλισης του οχήματος ΗΑΝ679 ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 3 από την Λαϊκή CNP Ασφαλιστική Εναγόμενη 2, ως το Τεκμήριο
- Τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Ενόψει των πιο πάνω δηλώσεων οι Ενάγοντες έκριναν ότι δεν ήταν αναγκαίο να παρουσιάσουν μαρτυρία. Με την αποδοχή ευθύνης από τον Εναγόμενο 1 και τη συμφωνία για τα ποσά αποζημιώσεων ουσιαστικά παρέμεινε σαν επίδικο κατά πόσο ο Εναγόμενος 3 ευθύνεται εκ προστήσεως για την αμέλεια του Εναγόμενου 1, κατά πόσο υπάρχει υποχρέωση της Εναγόμενης 2 να καλύψει τις ζημιές, εάν οδηγούσε το όχημα ο Εναγόμενος 1 σαν επαγγελματίας μηχανικός και εάν αυτό απαλλάσσει την Εναγόμενη 2 να καλύψει τις ζημιές. Εκ μέρους του Εναγόμενου 1 μαρτυρία παρουσίασε μόνο ο ίδιος ΜΥ
- Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο. Μαρτυρία έδωσε ο Εναγόμενος 3 (ΜΥ2) και η κα Ντορίνα Βασιλείου (ΜΥ3). Ακολούθως παρατίθεται συνοπτικά μέρος της μαρτυρίας τους. [1] Μαρτυρία ΜΥ1 Ο ΜΥ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε το Έγγραφο Α. Την 06/09/2014 του ζήτησε ο φίλος του Χρίστος Ερωτοκρίτου να πάρει το όχημα του Εναγόμενου 3 για τεχνικό έλεγχο Μ.Ο.Τ. Ο λόγος που του ζήτησε αυτού να πάει να το πάρει είναι επειδή ο Εναγόμενος 3 εργαζόταν σε περίπτερο και δεν μπορούσε να το πάρει ο ίδιος αλλά ο ίδιος είχε και προηγούμενη γνώση σαν μηχανικός. Όταν πήρε το όχημα για έλεγχο ΜΟΤ, του ζητήθηκε να αλλαχθούν τα ελαστικά του οχήματος, πράγμα που έκανε και το πήρε ξανά για έλεγχο στο Μ.Ο.Τ. Φεύγοντας από εκεί και πηγαίνοντας να επιστρέψει το όχημα στο περίπτερο από όπου το παρέλαβε έγινε το επίδικο συμβάν. Το όχημα μετακινήθηκε μπροστά και κτύπησε το προπορευόμενο σταματημένο όχημα. Ο ίδιος δεν πήρε το όχημα για Μ.Ο.Τ. στα πλαίσια εργασίας αλλά το έκανε σαν διευκόλυνση στο φίλο του Χρίστο Ερωτοκρίτου. Μετά το ατύχημα πήγε στην εταιρεία Κολοκοτρώνη αγόρασε εξαρτήματα και επισκεύασε το όχημα του Εναγόμενου 3 με δικό του κόστος αφού κατέβαλε το ποσό των ευρώ
- Άλλες εργασίες εκτός από την επιδιόρθωση μετά το ατύχημα δεν έκανε. Για το Μ.Ο.Τ. και αλλαγή ελαστικών που δεν έκανε αυτός έλαβε προηγουμένως ένα ποσό από το Χρίστο Ερωτοκρίτου. Το ποσό που έλαβε των 500 ευρώ δεν ήταν η αμοιβή του αλλά μ' αυτά πλήρωσε τα ελαστικά και το ΜΟΤ. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 βεβαίωση γραφείου κοινωνικών υπηρεσιών. Αναφέρει ότι την περίοδο 2011-2018 δεν εργαζόταν και ότι ήταν λήπτης δημόσιου βοηθήματος. Εργάζεται από το έτος 2023 σε μια εταιρεία που αλλάζει μπαταρίες. Ως Τεκμήριο 3 επισύναψε υπεύθυνη δήλωση του με ημερομηνία 28/01/2016 αναφορικά με το επίδικο συμβάν. Ο ΜΥ1 αντεξετάστηκε από τη συνήγορο των Εναγόμενων 2 και
- Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι τον Εναγόμενο 3 τον γνώρισε τη μέρα που παρέλαβε το όχημα του από το περίπτερο. Αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος 3 ήταν στρατιώτης τον επίδικο χρόνο. Υποδείχθηκε στο μάρτυρα ότι τα όσα αναγράφει στο Έγγραφο Α έρχονται σε αντίθεση και αντίφαση με τη δήλωση του το έτος 2016 ως το Τεκμήριο
- Tελικά αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι μετά το επίδικο συμβάν μίλησε και με τη μητέρα του Εναγόμενου 3 η οποία του τηλεφώνησε. Υπενθυμίζω κατά την κυρίως εξέταση του είχε αναφέρει ότι είχε μιλήσει με κάποιο Χρίστο Ερωτοκρίτου. Σε υποβολή ότι στην αυλή του σπιτιού του εγκατέστησε ένα μικρό συνεργείο και κάνει συντηρήσεις αυτοκινήτων απάντησε ότι αλλάζει μπαταρίες μόνο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η μεταφορά του οχήματος στο ΜΟΤ και συντήρηση έγινε για επαγγελματικούς λόγους. Εναγόμενος 3/ΜΥ2 Ο Εναγόμενος 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε το Έγγραφο Β. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος το οποίο χρειαζόταν «σέρβις» και έπρεπε να περάσει και ΜΟΤ. Η μητέρα του ρώτησε τον τότε σύντροφο της εάν γνώριζε κάποιο μηχανικό και τους σύστησε τον Εναγόμενο
- Ο Εναγόμενος 3 τότε βρισκόταν στη διαδικασία απόλυσης από τη στρατιωτική του θητεία και τότε δεν εργαζόταν σε περίπτερο. Μετά από 1-2 μέρες ειδοποιήθηκε η μητέρα του για το ατύχημα. Γνωρίζει ότι ο Εναγόμενος 1 ανάλαβε την επιδιόρθωση των ζημιών που προκλήθηκαν στο όχημα κατά το ατύχημα. Για το «σερβις», τα ελαστικά το ΜΟΤ γνωρίζει ότι του έδωσε η μητέρα του ευρώ 500 ως της ζήτησε. Ο Εναγόμενος 3 ανάφερε ότι δε γνωρίζει τον Εναγόμενο 1 ούτε υπήρξε ποτέ φίλος του. Ως Τεκμήριο 4 κατάθεσε δήλωση του ημερομηνίας 17/02/2016 αναφορικά με το επίδικο συμβάν. Ο Εναγόμενος 3 αντεξετάστηκε και από το συνήγορο των Εναγόντων αλλά και από το συνήγορο του Εναγόμενου
- Κατά την αντεξέταση του υποδείχθηκε σ' αυτόν το Τεκμήριο
- Επιβεβαίωσε ότι το ασφαλιστήριο έγγραφο Τεκμήριο 1 εκδόθηκε για το όχημα HAN 679 μάρκας Mazda. Ανάφερε ότι είχε πει στη μητέρα του ότι ο Εναγόμενος 1 μπορούσε να οδηγήσει το όχημα του με την ιδιότητα του μηχανικού. Μόνο για αυτό το σκοπό του το έδωσε. Δεν αρνήθηκε ότι τον εξουσιοδότησε να οδηγήσει το όχημα. Αναφορικά με το Τεκμήριο 4 εξήγησε αντεξεταζόμενος ότι το υπόγραψε και ότι οι απαντήσεις ως μεταφέρθηκαν είναι δικές του. Ερωτήθηκε αρκετές φορές για την ερώτηση αρ. 1 το κατά πόσο γνώριζε ή είχε ελέγξει εάν ο Εναγόμενος 1 είχε συνεργείο με γκαράζ με το μάρτυρα να λέει ότι είχε την εντύπωση ότι ο Εναγόμενος 1 είχε συνεργείο. Μετά από επίμονη αντεξέταση ανάφερε ότι το όχημα έδωσε το στον Εναγόμενο 1 με την ιδιότητα του μηχανικού και ότι για το αν είχε γκαράζ δεν το ήξερε σίγουρα ούτε είχε κάνει έρευνα. Εμπιστεύθηκε τη σύσταση που έλαβε σχετικά με το ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν μηχανικός. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε εάν είχε το έτος 2014 περίπτερο και απάντησε ότι ποτέ δεν είχε περίπτερο απλώς τον Δεκέμβριο 2014 εργάστηκε σε περίπτερο. Αντεξεταζόμενος ανάφερε επίσης ότι ουδέποτε ενοικίασε το όχημα του ούτε έναντι αμοιβής ούτε για συμμετοχή σε αγώνες ούτε για δοκιμή και καταλληλότητα ή για εμπορία του οχήματος. Ο Εναγόμενος 3 αντεξεταζόμενος από το συνήγορο του Εναγόμενου 1 επέμενε ότι έδωσε το όχημα του για σκοπούς συντήρησης και ΜΟΤ. Διερωτήθηκε επίσης ως προς το λόγο να δώσει το όχημα του σε ένα ξένο άνθρωπο μόνο για να μεταφέρει το όχημα του για ΜΟΤ. Μπορούσε να το πάρει και μόνος του για ΜΟΤ αν δε χρειαζόταν συντήρηση. Υποδείχθηκε στο μάρτυρα ότι ο Εναγόμενος 1 για να πάρει το όχημα για ΜΟΤ και αλλαγή ελαστικών δεν έλαβε κάποια αμοιβή με το μάρτυρα να λέει ότι ξέρει ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε ως αμοιβή το ποσό ευρώ 500 τα οποία κατέβαλε σ' αυτόν η μητέρα του. ΜΥ2 Η ΜΥ2 είναι η μητέρα του Εναγόμενου 3 η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της κατάθεσε το Έγγραφο Γ. Ως αναφέρει το όχημα του γιου της περί το Σεπτέμβριο 2014 είχε κάποια μηχανικά προβλήματα και έπρεπε επίσης να περάσει από ΜΟΤ. Επειδή τότε ο γιος της ήταν στρατιώτης και δε γνώριζε κάποιο μηχανικό ανάλαβε η ίδια να του βρει μαζί με το τότε σύντροφο της. Ο τότε σύντροφος της, της σύστησε τον Εναγόμενο
- Ο Εναγόμενος 1 μαζί με κάποιο φίλο του παρέλαβαν το όχημα από το σπίτι τους με σκοπό να το επιδιορθώσει και να το πάρει για τεχνικό έλεγχο ΜΟΤ. Τους είπε ότι όλα αυτά θα στοίχιζαν ευρώ
- Την επόμενη μέρα την ειδοποίησε τηλεφωνικώς ότι είχε εμπλακεί με το όχημα σε ατύχημα. Της είπε ότι η ζημιά δεν ήταν πολλή και ότι θα το τακτοποιούσε ο ίδιος. Όταν επέστρεψε το όχημα του, κατέβαλε το συμφωνηθέν ποσό των ευρώ
- Επειδή ήταν μηχανικός τον κάλεσαν να δει στο μεταξύ και άλλο όχημα τους. Επεσήμανε η ΜΥ2 ότι αυτό που χρειαζόταν το όχημα δεν ήταν διευκόλυνση για να μεταφερθεί για ΜΟΤ αλλά μηχανικό. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε τόσο από το συνήγορο των Εναγόντων όσο και από το συνήγορο του Εναγόμενου
- Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι το όχημα αντιμετώπιζε το Σεπτέμβριο 2014 προβλήματα και θα έληγε και το ΜΟΤ. Η ίδια επέμενε ότι το όχημα είχε πρόβλημα ακουγόταν θόρυβος στη μηχανή. Σε υποβολή ότι ο Εναγόμενος 1 δεν έκανε κάποια ενέργεια στο όχημα ως μηχανικός επεσήμανε ότι δεν ήταν παρούσα ώστε να γνωρίζει τι έκανε. Εξήγησε όμως ότι τον κάλεσαν για να επιδιορθώσει το όχημα και να περάσει και έλεγχο ΜΟΤ. Αναφορικά με την πληρωμή του ποσού των ευρώ 500 η αντεξέταση περιορίστηκε μόνο στο τι αφορούσε η πληρωμή αυτού του ποσού και όχι από ποιον τελικά καταβλήθηκε. Αναφορικά με τις σχέσεις του Εναγόμενου 1 και του συντρόφου της κου Ερωτοκρίτου η μάρτυρας επεσήμανε ότι δεν ήταν φίλοι αλλά γνωστοί. Αξιολόγηση Σημειώνω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε αφού παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ έδιδαν τη μαρτυρία τους και έλαβα υπόψη την ποιότητα της μαρτυρίας, τη σαφήνεια στον τρόπο απάντησης, τη φυσικότητα και αμεσότητα των απαντήσεων, την ύπαρξη τυχόν συμφέροντος, τυχόν ουσιαστικές αντιφάσεις, τη μνήμη των μαρτύρων, τους λόγους που είχαν να τα θυμούνται αυτά κοσκινίζοντας τη μαρτυρία τους, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τούτη με τα όσα ανάφερε ο κάθε μάρτυρας ξεχωριστά.[2] Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση γενικά της μαρτυρίας είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι μαρτυρία που δε δικογραφείται και θα έπρεπε να αποτελέσει μέρος της δικογράφησης δε θα ληφθεί υπόψη αλλά ούτε επίσης θα ληφθεί υπόψη μαρτυρία για την οποία έγινε προσπάθεια να εισαχθεί μέσω γραπτής αγόρευσης.[3] Επιπροσθέτως δε θα ληφθεί υπόψη μαρτυρία γνώμης από μάρτυρα γεγονότων. ΜΥ1 Ο ΜΥ1 σαν μάρτυρας δε μου έκανε καλή εντύπωση. Μολονότι παραδέχθηκε ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος ήρθε στο Δικαστήριο αποκρύπτοντας προφανώς γεγονότα για να παρουσιάσει μια εκδοχή όπως βόλευε τη διαδικασία. Πρόβηκε σε πολλές αντιφάσεις οι οποίες επιδρούν σαφώς στην εν γένει αξιοπιστία του. Ο ίδιος παρουσίασε ότι οτιδήποτε έκανε το έκανε αποκλειστικά για να διευκολύνει το φίλο του Ερωτοκρίτου αλλά ως φάνηκε δεν ήταν φίλοι ως παρουσίαζε αρχικά με σθένος, απλώς γνωστοί. Σε κάποιο σημείο κατά την αντεξέταση του εν τέλει ανάφερε ότι ήταν γνωστοί. Ανάφερε ότι γνωρίστηκαν έξω από ένα καφενείο και έκτοτε όποτε του ζητούσε τη γνώμη του σαν πρώην μηχανικός την έδιδε. Εάν είχαν τόσο στενές σχέσεις και του παρείχε διευκολύνσεις σε φιλική βάση η λογική επιτάσσει ότι θα παρουσίαζε γεγονότα που να καταδείκνυαν αυτή τη φιλία. Αντιθέτως ο μάρτυρας παρουσίασε ότι η «φιλία» που είχαν περιοριζόταν στο να τον καλεί όποτε ήθελε βοήθεια ή συμβουλή με κάποιο όχημα. Με το έγγραφο Α ο Εναγόμενος 1 με το οποίο προφανώς κάνει αναφορά στα γεγονότα του 2014 παρουσιάζει το Χρίστο Ερωτοκρίτου ως το άτομο που μεσολάβησε για να πάρει αυτός το όχημα για ΜΟΤ, αναφέρει ότι τον πλήρωσε ο Ερωτοκρίτου από πριν και ότι τον ίδιο τον Ερωτοκρίτου είναι που ενημέρωσε πρώτα όταν του είπαν στο ΜΟΤ, ότι ήθελαν αλλαγή τα ελαστικά. Σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του αναφέρει ότι πληρώθηκε μετά που τέλειωσε το ΜΟΤ. Στο Τεκμήριο 3, δήλωση του με ημερομηνία 28/01/2016 δηλώνει ότι το όχημα βρέθηκε στην κατοχή του επειδή ο φίλος του ο Ανδρέας Σωτηρίου του ζήτησε να πάρει το όχημα για έλεγχο ΜΟΤ και ότι μ' αυτόν συνεννοήθηκε και προχώρησε σε αλλαγή των ελαστικών. Παρόλο που έγινε προσπάθεια κατά τη διάρκεια ακροαματικής διαδικασίας να βοηθηθεί με τις απαντήσεις του (ότι δηλαδή το έτος 2016 έγινε φίλος με τον Εναγόμενο 3) η προσπάθεια αυτή ουδόλως το βοήθησε. Αντιθέτως αναδείχθηκε η αντίφαση και οι αντίθετες θέσεις. Υπενθυμίζω η δήλωση του Τεκμηρίου 3 έγινε μεν το έτος 2016 αλλά αναφέρεται σε γεγονότα του έτους 2014 όπως και η δήλωση του Έγγραφο Α. Τελικά δεν ξεκαθάρισε ποιος του ζήτησε να πάρει το όχημα για ΜΟΤ. Επιπροσθέτως στην κυρίως εξέταση του αναφέρει ότι για το θέμα μεταφοράς του οχήματος είχε μιλήσει με το Χρίστο Ερωτοκρίτου ενώ στο Τεκμήριο 3 αναφέρει ότι μίλησε με τον Εναγόμενο
- Ακόμη ανάφερε αντεξεταζόμενος ότι μετά το επίδικο συμβάν μίλησε και με τη μητέρα του Εναγόμενου 3 ενώ κατά την κυρίως εξέταση του είχε αναφέρει ότι μίλησε μόνο με το Χρίστο Ερωτοκρίτου. Ήταν έντονη η προσπάθεια να αναδείξει ότι ό,τι έκανε το έκανε στα πλαίσια της φιλίας του με τον Ερωτοκρίτου και ότι διατηρούσε φιλικές σχέσεις και με τον Εναγόμενο
- Προβληματισμό δημιουργεί ο λόγος που ανάλαβε αυτή την εξυπηρέτηση χωρίς ο ίδιος ως ισχυρίστηκε να λάβει αντίτιμο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι έλαβε το ποσό των ευρώ
- Επέμενε επίσης ότι του έδωσαν το όχημα για να το μεταφέρει μόνο για ΜΟΤ λόγω της γνώσης του σαν μηχανικός αλλά δεν εξήγησε ποιος ο λόγος να μεταφερθεί για ΜΟΤ ένα όχημα από κάποιον που έχει γνώσεις μηχανικής εάν δε χρειαζόταν το όχημα κάποια επιδιόρθωση ή συντήρηση. Η μαρτυρία του άφησε κενά. Επισημαίνω επίσης ως αντίφαση το γεγονός ότι επέμενε ότι ο Εναγόμενος 3 εργαζόταν σε περίπτερο και ότι γι' αυτό το λόγο πήγε αυτός να πάρει το όχημα για ΜΟΤ και ότι θα το επέστρεφε εκεί αλλά στο Τεκμήριο 3 αναφέρει ότι όταν τελείωσε από το ΜΟΤ θα έπαιρνε το όχημα στο σπίτι του ιδιοκτήτη και όχι σε κάποιο περίπτερο. Ερωτηματικά δημιουργεί και η δήλωση του στο Τεκμήριο 3 ότι δεν έκανε καμία επιδιόρθωση του οχήματος εφόσον ο ίδιος ανάφερε ότι μετά το κτύπημα το επιδιόρθωσε. Ο ΜΥ1 δεν είπε την αλήθεια, προσπάθησε να παρουσιάσει ανεπιτυχώς ότι πρόβηκε σε διευκόλυνση στον Εναγόμενο 3 λόγω φιλίας. Παρότι παρουσίασε μια φιλία που θα νόμιζε κάποιος ότι ήταν φίλοι που αντάλλαζαν επισκέψεις τελικά η φιλία έγινε «γνωστοί» και τον καλούσαν όποτε ήθελαν κάτι με τα οχήματα τους. Η μαρτυρία του δε γίνεται αποδεκτή εκτός της μαρτυρίας που είναι παραδεκτή ή έρχεται σε συνάφεια με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Επισημαίνω ότι δεν αμφισβητείται το Τεκμήριο
- Εναγόμενος 3/ ΜΥ2 Ο ΜΥ2 σε γενικές γραμμές έκανε θετική εντύπωση. Δεν ήρθε στο Δικαστήριο να αποκρύψει γεγονότα ούτε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Παρόλο που η αντεξέταση του ήταν επίμονη και τολμώ να πω σε ορισμένα σημεία λίγο παραπλανητική δεν υπέπεσε σε ουσιώδης αντιφάσεις. Αντιθέτως οι μικροαντιφάσεις που παρουσιάστηκαν ενίσχυσαν την αξιοπιστία του. Αναφορικά με το Τεκμήριο 4 ανάφερε με ειλικρίνεια ότι του έδωσαν έτοιμο το κείμενο με τις ερωτήσεις και απάντησε όπως ο ίδιος νόμιζε. Οι απαντήσεις του στο Τεκμήριο 4 στις ερωτήσεις 2 και 3 έρχονται σε συνάφεια με τη μαρτυρία του γενικά. Αναφορικά με την ερώτηση αρ. 1 υπήρξε κάποια ασάφεια όταν ερωτείτο αλλά αυτό δεν είναι ικανό να επιδράσει στην εν γένει αξιοπιστία του. Ο ΜΥ2 με ειλικρίνεια εξήγησε το λόγο που έδωσε την έγκριση του να οδηγήσει το όχημα του ο Εναγόμενος 1 επισημαίνοντας ότι εξουσιοδότησε αυτόν να οδηγήσει το όχημα για να το σκοπό συντήρησης του και για να περάσει από τεχνικό έλεγχο ΜΟΤ. Αν δεν ήθελε συντήρηση αλλά μόνο ΜΟΤ θα το έπαιρνε ο ίδιος. Παρατηρώ επιπροσθέτως ότι στη γραπτή δήλωση του Έγγραφο Β πρόβηκε σε αναφορές επί νομικών θεμάτων που εκ φεύγουν προφανώς της γνώσης του και δε θα ληφθούν υπόψη. Δε θα ληφθεί υπόψη ούτε η αναφορά του σχετικά με μια έκθεση κάποιου ασφαλιστή. Πέραν του ότι δε κατατέθηκε οποιοδήποτε σχετικό τεκμήριο οι αναφορές σχετικά με αυτό παρέμειναν ατεκμηρίωτες και αόριστες. ΜΥ3 Η ΜΥ3 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, ήταν σαφής και σταθερή η μαρτυρία της και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο. Δε διαπίστωσα να υπέπεσε σε κάποια αντίφαση ή έστω σε κάποια ουσιώδη αντίφαση αναφορικά με τα γεγονότα. Εξήγησε με επάρκεια το λόγο που κάλεσε τον Εναγόμενο 1 και ότι συμφώνησαν να τον πληρώσει το ποσό των ευρώ 500 εκτός εάν διαπίστωνε κάποια άλλη ζημιά στο όχημα όταν θα το συντηρούσε. Δεν είχε λόγο να πει ψέματα στο Δικαστήριο ούτε ήρθε για να πει ψέματα. Κρίνω ότι είναι μάρτυρας της αλήθειας. Ευρήματα Οι δηλώσεις παραδεκτών γεγονότων ως ανωτέρω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Για σκοπούς οικονομίας της δίκης κρίνω όπως μη επαναληφθούν. Μετά από την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως ανωτέρω σημειώνω ότι επιπροσθέτως αποτελούν ευρήματα μου τα ακόλουθα: O Eναγόμενος 3 ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής HAN679 έψαχνε κάποιο μηχανικό για να συντηρήσει το όχημα του και να μεταφέρει αυτό για τεχνικό έλεγχο ΜΟΤ. Η μητέρα του μέσω του τότε συντρόφου της, επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 1 ο οποίος παρουσιάστηκε ως μηχανικός. Παρέλαβε το όχημα από το σπίτι τους με τη γνώση και συγκατάθεση του Εναγόμενου
- Της είχε πει ότι η επιδιόρθωση και το ΜΟΤ θα στοίχιζαν περίπου ευρώ
- Την επόμενη μέρα που πήρε το όχημα, της τηλεφώνησε ενημερώνοντας την ότι ενώ επέστρεφε από το ΜΟΤ είχε ένα ατύχημα. Την καθησύχασε ότι το όχημα δεν υπέστη μεγάλη ζημιά και θα αναλάμβανε με δικά του έξοδα να επιδιορθώσει τις ζημιές από το ατύχημα πράγμα που έκανε. Δευτέρα επέστρεψε το όχημα. Δε γνωρίζει εάν το συντήρησε αλλά πλήρωσε το ποσό των ευρώ 500 στον Εναγόμενο 1 για το σέρβις, συντήρηση που θα έκανε αλλά και για ΜΟΤ. Αλλάχθηκαν επίσης και τα ελαστικά του οχήματος. Ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν φίλος του Εναγόμενου 3 όμως εξουσιοδότησε αυτόν να οδηγήσει το όχημα του με σκοπό να συντηρήσει αυτό ώστε να μπορεί να περάσει μετά τεχνικό έλεγχο ΜΟΤ. Είχε επίσης εξουσιοδοτήσει τον Εναγόμενο 1 να μεταφέρει το όχημα για ΜΟΤ. Ο Εναγόμενος 1 κατά τον επίδικο χρόνο λάμβανε δημόσιο βοήθημα από το κράτος ως το Τεκμήριο
- Επίσης ο Εναγόμενος 1 περί την 28/01/2016, ECLI:CY:AD:2016:D147 πρόβηκε σε υπεύθυνη δήλωση αναφορικά με το επίδικο ατύχημα. Ο Εναγόμενος 3 υπόγραψε επίσης τη δήλωση ημερομηνίας 17/02/2016 στην οποία πρόβηκε με αφορμή το επίδικο ατύχημα. Πέραν του ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 έντυπο ασφάλισης είναι παραδεκτό, αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι το έντυπο ασφάλισης καλύπτει ευθύνη έναντι τρίτου. Νομική Πτυχή-Συμπεράσματα Είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι, οι Ενάγοντες έχουν γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) της υπόθεσης τους στη βάση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.[4] Το ερώτημα επομένως στην παρούσα υπόθεση, το οποίο συνιστά και τη βάση για την υπόθεση των Εναγόντων είναι αν προσκομίστηκε τέτοια αποδεκτή μαρτυρία, που στη βάση της απλής πιθανολόγησης, αρκεί για να αποσειστεί το γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) με την απάντηση να είναι καταφατική. Υπενθυμίζω ότι εν προκειμένω η ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος είναι παραδεκτή όπως και τα ποσά των αποζημιώσεων. Είναι σαφέστατο ότι ο Εναγόμενος παραδέχθηκε την ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος και των σωματικών βλαβών και ζημιών που προκλήθηκαν απ' αυτό. Ο Εναγόμενος ο οποίος ενάγεται σαν το πρόσωπο που με τις πράξεις και παραλείψεις του προκάλεσε το δυστύχημα με την παραδοχή του ουσιαστικά παραδέχθηκε ότι υπήρξε αμελής κατ' εφαρμογή του άρθρου 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο και δη αποδέχθηκε πλήρη ευθύνη . Πολύ συνοπτικά ο Εναγόμενος παραβίασε με τις πράξεις και παραλείψεις του το καθήκον επιμέλειας προς τους Ενάγοντες προκαλώντας ζημιά σ' αυτούς. Κατά συνέπεια ο Εναγόμενος 1 ευθύνεται πλήρως για την πρόκληση του ατυχήματος και την πρόκληση ζημιών στους Ενάγοντες. Προχωρώ να εξετάσω εάν ο Εναγόμενος 3 ευθύνεται εκ προστήσεως για την αμέλεια του Εναγόμενου 1 στην πρόκληση του ατυχήματος. Καταρχάς υπενθυμίζω ότι η ιδιοκτησία του οχήματος και η συγκατάθεση του Εναγόμενου 3 όπως οδηγήσει αυτό ο Εναγόμενος 1 δεν τον καθιστούν, αφ' εαυτών, εκ προστήσεως υπεύθυνο για τις αμελείς πράξεις του οδηγού. Στην Ποταμίτης κ.α. ν. Ιωάννου[5] σελ. 481 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η εκ προστήσεως ευθύνη προσώπου για τις συνέπειες αστικού αδικήματος που διαπράττεται από άλλο πρόσωπο ρυθμίζεται από το άρθρο 13 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Εκ προστήσεως ευθύνη φέρει ο εναγόμενος για τις πράξεις άλλου προσώπου όταν (α) αυτές εξουσιοδοτούνται ή επικυρώνονται, ή (β) συνιστούν πράξεις εργοδοτουμένου (υπηρέτη) στο πλαίσιο της εργασίας του.» Οι ίδιες αρχές υιοθετούνται και αντανακλούνται στη μεταγενέστερη απόφαση στην Καθητζιώτης ν. Manocas Transport Ltd.[6] Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 1 «εργοδοτείτο» από τον Εναγόμενο
- Αυτό που φάνηκε είναι ότι ο Εναγόμενος 1 παρείχε επαγγελματικές υπηρεσίες στον Εναγόμενο 1 έναντι αμοιβής. Δεν υπήρχε δηλαδή σχέση εργοδότησης αλλά παροχή υπηρεσιών επ' αμοιβή. Η εργασία που εκτελούσε και/ή η υπηρεσία που παρείχε μετά από εξουσιοδότηση από τον ιδιοκτήτη του οχήματος, οι οποίες φαίνεται να έγιναν στο πλαίσιο αυτής ώστε να εκτελέσει εργασίες επιδιόρθωσης συντήρησης στο όχημα του Εναγόμενου 3 αλλά και να πάρει αυτό για τεχνικό έλεγχο ΜΟΤ εντάσσονται στο πλαίσιο του άρθρου 13 του περί αστικών αδικημάτων Νόμου. Ο Εναγόμενος 3 προφανώς εξουσιοδότησε και ενέκρινε αυτές τις ενέργειες. Μάλιστα το ατύχημα έγινε κατά τη διάρκεια παροχής αυτών των υπηρεσιών εφόσον ως πρόκυψε το συμβάν έγινε στην επιστροφή από το ΜΟΤ γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. Εν προκειμένω δεν πρόκειται για περίπτωση απλής εξουσιοδότησης χρήσης του οχήματος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η απόδοση εκ προστήσεως ευθύνης στον Εναγόμενο 3 είναι αναπόφευκτη. Υπό το φως των πιο πάνω είναι ξεκάθαρο ότι ο Εναγόμενος 3 κρίνεται ως εκ προστήσεως υπεύθυνος με τον Εναγόμενο
- Όσον αφορά την Εναγόμενη 3 κρίνω ορθό να αναφερθώ πρωτίστως στον περί Μηχανοκίνητων οχημάτων (Ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου) Νόμου 96 (Ι)/ 2000, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο στο εξής «ως ο Νόμος 96 (Ι)/2000». Στο άρθρο 4 του Νόμου 96 (Ι)/2000, αναφέρεται ότι εάν υπάρχει ασφαλιστήριο έγγραφο συμφώνως του νόμου που παρέχει ασφαλιστική κάλυψη σε όχημα και εφόσον ασφαλίζει πρόσωπο ή πρόσωπα ή κατηγορίες προσώπων που καθορίζονται ρητά σ' αυτό έναντι οποιασδήποτε ευθύνης αυτού ή αυτών που τυχόν να προκύψει σε σχέση με θάνατο ή σωματική βλάβη οποιουδήποτε προσώπου ή ζημιά σε περιουσία, σε περίπτωση που τέτοια ευθύνη προκλήθηκε ή προέκυψε από τη χρήση του μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό στη Δημοκρατία τότε οφείλει να καλύψει τη ζημιά που προκλήθηκε. Είναι παραδεκτό ότι το Τεκμήριο 1 αποτελεί πιστοποιητικό ασφάλισης το οποίο εκδόθηκε βάσει του νόμου 96(Ι)/2000 για να καλύψει ζημιές τρίτων. Το εν λόγω πιστοποιητικό ασφάλισης περιέχει όρους οι οποίοι φαίνεται να έγιναν αποδεκτοί από τα συμβαλλόμενα μέρη και προφανώς αποτελούν όρους λειτουργίας του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Είναι επίσης παραδεκτό ότι το Τεκμήριο 1 εκδόθηκε υπέρ του Εναγόμενου 3 από την Εναγόμενη 2 ασφαλιστική εταιρεία για το όχημα με αρ. εγγραφής [ ]. Στο εν λόγω Τεκμήριο αναγράφεται ρητά ποια πρόσωπα ασφαλίζει. Επειδή όμως έχουν προκύψει επίσης θέματα ερμηνείας των όρων που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 1 θα προχωρήσω στην ερμηνεία αυτών εφόσον η ερμηνεία όρων ασφαλιστηρίων συμβολαίων είναι νομικό θέμα το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.[7] Οδηγό για τον τρόπο ερμηνείας ενός ασφαλιστήριου συμβολαίου αποτελεί η απόφαση χχχ χχχ Λιπερή, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ελευθερίου Γεώργιου Πουντζιουρή τέως εξ Αραδίππου v. Ecclesiastical Insurance Office PLC κ.ά.[8] όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι νομολογημένο ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια ερμηνεύονται όπως κάθε άλλο έγγραφο σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας σε σχέση βέβαια με συμβάσεις εμπορικού ή καταναλωτικού τύπου. Ο σκοπός είναι να αποδοθεί στο κείμενο και στις λέξεις που χρησιμοποιούνται η πρόθεση των μερών ώστε να ανευρεθεί εκείνη η σημασία που το κείμενο θα μετέδιδε στο συνετό και λογικό άνθρωπο που κατέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν λογικά διαθέσιμες στα μέρη στην κατάσταση που αυτά ήταν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση (Investors Compensation Scheme Ltd v. West Bromwich Building Soc.
(1998)1 W.L.R. 896). » «Σε περίπτωση όρων στους οποίους εντοπίζονται αντιφάσεις ή αμφιβολίες, ο εφαρμοστέος κανόνας είναι ο κανόνας ερμηνείας του κοινοδικαίου «verba chartarum fortius accipiuntur contra proferentem», ήτοι, τυχόν αμφιβολίες ή ασάφειες επιλύονται εναντίον του μέρους που ετοίμασε το κείμενο. Ο κανόνας είναι συνδεδεμένος με τον άλλο γνωστό κανόνα ότι εκείνος ο διάδικος που βασίζεται σε εξαιρέσεις ή όρους που περιέχουν εξαιρέσεις, μπορεί να επιτύχει μόνο εάν η έννοια που αναδύεται είναι καθαρή ως αποτέλεσμα μιας λογικής ερμηνείας του όρου, (MacGillivray on Insurance Law 11η Έκδ. σελ. 309-311, παρ. 11-033 μέχρι 11-036). Αυτό διότι οι όροι ενός συμβολαίου ετοιμάζονται από τους ίδιους τους ασφαλιστές και έτσι ο κανόνας είναι ότι πρέπει να ερμηνεύονται με αρνητική διάθεση και εναντίον τους, (Raul Colinvaux: The Law of Insurance 5η Έκδ. σελ. 37, παρ. 2-10). » Σύμφωνα με τον όρο 6 του Τεκμηρίου 1 με τον τίτλο Πρόσωπα ή κατηγορίες προσώπων που δικαιούνται να οδηγούν αναγράφονται τα ακόλουθα: (α) Το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το ασφαλιστήριο (policy Holder). Το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το ασφαλιστήριο (Policy Holder) μπορεί να οδηγεί ιδιωτικό μηχανοκίνητο όχημα εξαιρουμένου του λεωφορείου, φορτηγών, μοτοσικλετών και οχημάτων ειδικού τύπου που δεν ανήκει σ' αυτό ή στον εργοδότη ή στο συνέταιρο του ή δεν ενοικιάστηκε (δυνάμει σύμβασης ενοικιαγοράς ή με άλλο τρόπο) από αυτό ή από τον εργοδότη ή από το συνέταιρο του. (β) Οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που οδηγεί με την εντολή ή εξουσιοδότηση του προσώπου προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το ασφαλιστήριο (policyholder). Στο πιστοποιητικό ασφάλισης (Τεκμήριο 1) με σαφήνεια προκύπτει ότι σ' αυτό υπάρχει πρόνοια ως προς τα πρόσωπα που ασφαλίζονται και δικαιούνται να οδηγούν το όχημα ως προβλέπεται στο άρθρο 4 του Νόμου 96(Ι)/
- Συνάγεται λοιπόν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται εκ του Νόμου που ενεργοποιούν την υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας να καλύψει ζημιές έναντι τρίτου. Αποτέλεσε επιπροσθέτως θέση της Εναγόμενης 2 ότι δεν υποχρεούται στην κάλυψη των ζημιών επειδή ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα για επαγγελματικούς σκοπούς και δη σαν μηχανικός και ότι εμπίπτει στην εξαίρεση (motor trade) εμπορία οχημάτων. Στο Τεκμήριο 1 όρο 7 αναγράφονται τα ακόλουθα:
- Περιορισμοί ως προς τη χρήση* Χρήση για σκοπούς κοινωνικούς, ιδιωτικούς (domestic) και αναψυχής και σε σχέση με την εργασία ή σε επάγγελμα του προσώπου προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το ασφαλιστήριο. (policyholder). Xρήση ενώ σύρει ρυμουλκούμενο ή ενώ σύρει (χωρίς αμοιβή) οποιοδήποτε μηχανοκίνητο όχημα που έχει υποστεί βλάβη. Το ασφαλιστήριο δεν καλύπτει χρήση για σκοπούς ενοικίασης ή έναντι αμοιβής, για συμμετοχή σε αγώνες ταχύτητας, ρύθμισης ταχύτητας, δοκιμής για καταλληλόλητα ή για ταχύτητα ή για οποιοδήποτε σκοπό που σχετίζεται με την εμπορία οχημάτων (motor trade). Με αναφορά στα ευρήματα του Δικαστηρίου ως ανωτέρω ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα του Εναγόμενου 3 κατόπιν εξουσιοδότησής του με σκοπό να το επιδιορθώσει αυτό και να το μεταφέρει για ΜΟΤ. Στον όρο 6 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αναγράφεται ξεκάθαρα ότι μπορεί να οδηγεί το όχημα οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο με την εντολή ή εξουσιοδότηση του προσώπου προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το ασφαλιστήριο νοουμένου ότι το πρόσωπο που το οδηγεί κατέχει άδεια οδήγησης που να του επιτρέπει να οδηγεί το μηχανοκίνητο όχημα ή κατείχε άδεια οδήγησης και του στερήθηκε το δικαίωμα να κατέχει ή να αποκτά τέτοια άδεια. Ο όρος αυτός δηλαδή είναι ξεκάθαρος και δη προκύπτει ότι πρόθεση των συμβαλλομένων είναι να επιτρέπεται η χρήση του οχήματος όχι μόνο από το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε αυτό αλλά και από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που οδηγεί με εξουσιοδότηση του προσώπου προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το ασφαλιστήριο. Ο όρος οποιοδήποτε πρόσωπο εννοεί προφανώς οποιοδήποτε πρόσωπο ανεξαρτήτως επαγγέλματος ή ιδιότητας. Εν προκειμένω δεν τέθηκε ουδένας ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 1 δεν κατείχε άδεια οδήγησης ή ότι είχε στερηθεί αυτού του δικαιώματος. Με βάση τον όρο 6 είναι σαφέστατο λοιπόν ότι εφόσον το όχημα οδηγήθηκε από τον Εναγόμενο 1 με εξουσιοδότηση του ιδιοκτήτη ότι καλύπτεται από το πιστοποιητικό ασφάλισης. Δεν υπάρχει δηλαδή η περίπτωση του μη εξουσιοδοτημένου οδηγού. Προχωρώ να εξετάσω με βάση τους όρους εξαίρεσης εάν το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα ως μηχανικός και με σκοπό να επιδιορθώσει αυτό αλλά και να το μεταφέρει για ΜΟΤ εάν καλύπτεται από τις εξαιρέσεις που θέτει ο όρος 7 ως προς τη χρήση του οχήματος. Με τον όρο 7 έγινε προσπάθεια για να εξαιρείται η κάλυψη ως εάν η χρήση αυτού εμπίπτει στις εξαιρέσεις. Είναι καταρχάς σαφέστατο ότι το όχημα δεν είχε χρησιμοποιηθεί από τον Εναγόμενο 1 με σκοπό την ενοικίαση του ή να λάβει αμοιβή ενοικιάζοντας το ή για συμμετοχή σε αγώνες ταχύτητας ή για τη ρύθμιση της ταχύτητας ούτε αυτό δοκιμάστηκε για την καταλληλότητας ή για την ταχύτητα του. Αυτό που αποτέλεσε έντονα αντικείμενο συζήτησης στη διαδικασία αλλά και από τους συνηγόρους των Εναγόμενων 1, 2 και 3 είναι κατά πόσο η χρήση του οχήματος από τον Εναγόμενο 1 εμπίπτει στον ορισμό εμπορία οχημάτων που εξαιρείται ασφαλιστικής κάλυψης. Έχει γίνει αποδεκτό ότι ο Εναγόμενος 1 παρουσιάστηκε ως μηχανικός και αποδέχθηκε να παρέχει υπηρεσίες στον Εναγόμενο 3 επιδιόρθωσης οχήματος αλλά και να μεταφέρει το όχημα του για ΜΟΤ. Καταβλήθηκε σ' αυτόν το ποσό των ευρώ
- Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι επιδιόρθωσε το όχημα πριν να το μεταφέρει για ΜΟΤ όμως με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή προέκυψε ότι ο λόγος που του δόθηκε άδεια να οδηγήσει το όχημα ήταν για να το επιδιορθώσει. Όμως οδηγούσε το όχημα για εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ιδιοκτήτη. Όσον αφορά τον ορισμό «εμπορία οχημάτων» στο πιστοποιητικό ασφάλισης δεν υπάρχει ερμηνεία του όρου. Ο όρος τέθηκε γενικά και αόριστα. Έτυχε όμως ερμηνείας από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Π.E. 34/2013, Αλεξάνδρου v. Κόσμος Ασφαλιστική, ημερ.04/02/19 το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε στην ερμηνεία του όρου εμπορία οχημάτων. Αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας εξετάσαμε τις εισηγήσεις των δύο πλευρών με προσοχή ανατρέχοντας στα διάφορα τεκμήρια και σε Λεξικά ως προς τον ορισμό του όρου «εμπορία οχημάτων», για να διαφανεί κατά πόσο ο σκοπός για τον οποίον ο S. οδηγούσε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο κατά το χρόνο του δυστυχήματος, εμπίπτει στον όρο αυτό. Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας «ΠΡΩΙΑΣ», ΄Εκδοσις Νεωτάτη, Τόμος Δεύτερος στη σελ. 907 η λέξη «εμπορία» σημαίνει «το επάγγελμα και η τέχνη του εμπόρου∙ η πράξη του εμπορεύομαι, εμπόριον» ενώ το ρήμα «εμπορεύομαι» σημαίνει «επαγγέλλομαι τον έμπορον ...... αγοράζω και πωλώ τι, όπως κερδίσω εκ της πωλήσεως». Στο ίδιο Λεξικό στη σελ. 908 η λέξη «εμπόριον» σημαίνει «αγορά και πώλησις εμπορευμάτων προς επίτευξιν κέρδους: «εμπόριον σίτου, - φαρμάκων, - εισαγωγικό , - εξαγωγικό, κ.λ.π.».» Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη στη σελ. 604 το ρήμα «εμπορεύομαι» σημαίνει «
- ασκώ το επάγγελμα του εμπόρου......
- Ασχολούμαι με αγοραπωλησίες (εμπορευμάτων) επαγγελματικά και για την εξασφάλιση προσωπικού κέρδους» ενώ η «εμπορία» ερμηνεύεται ως «
- η κάθε είδους εμπορική συναλλαγή, το εμπόριον .....
- Το επάγγελμα του εμπόρου και η άσκηση του». Η λέξη «εμπόριο» ερμηνεύεται στο ίδιο Λεξικό ως «η πράξη ή διαδικασία αγοράς, πώλησης ή ανταλλαγής προϊόντων είτε χονδρικώς είτε λειανικώς, με σκοπό το κέρδος» ενώ «έμπορος» σημαίνει «κάθε φυσικό πρόσωπο που ασχολείται με το εμπόριο για βιοπορισμό, που μεταπωλεί εμπορεύματα για άντληση προσωπικού κέρδους δερμάτων/υφασμάτων/αυτοκινήτων.....» Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η λέξη «εμπορία» παραπέμπει σε άσκηση του επαγγέλματος του εμπόρου και εδώ αυτοκινήτων. Από τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί και ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η εταιρεία Georgiades Travel Agency Ltd ασχολείτο με τουριστικά θέματα και όχι με αγοραπωλησίες οχημάτων. Το να εξουσιοδοτήσει τον S. να οδηγήσει το αυτοκίνητο για το συγκεκριμένο σκοπό αποτελούσε μια μεμονωμένη ενέργεια της ιδιοκτήτριας και δεν εντάσσετο στα πλαίσια του επαγγέλματος της. Δεν υπάρχει επίσης καμιά μαρτυρία ότι η εξουσιοδότηση που δόθηκε στον S. να το οδηγήσει και αν του αρέσει να το αγοράσει, αποσκοπούσε στην αποκόμιση κέρδους, απαραίτητο στοιχείο για να θεωρηθεί εμπορία. Το ότι η εμπορία οχημάτων αναφέρεται σε επάγγελμα και όχι σε μια μεμονωμένη σύμβαση αγοραπωλησίας αυτοκινήτου, επιβεβαιώνεται και από αυτήν ακόμη την Πρόταση Ασφάλισης (Τεκμήριο 13) στην οποία, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνεται στην παράγραφο (δ) του όρου και που αναφέραμε ανωτέρω, παραπέμπει σαφώς σε επαγγελματίες.» Η μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή αλλά και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το όχημα οδηγείτο από τον Εναγόμενο 1 τον ουσιώδη χρόνο οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος 1 δεν οδηγούσε το όχημα σαν επαγγελματίας του κλάδου της εμπορίας οχημάτων. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 3 τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με αγοραπωλησίες οχημάτων. Το γεγονός ότι εξουσιοδότησε ο Εναγόμενος 3 τον Εναγόμενο 1 να οδηγήσει το όχημα για το συγκεκριμένο σκοπό προφανώς αποτελούσε μια μεμονωμένη ενέργεια του ιδιοκτήτη και έγινε για εξυπηρέτηση συμφερόντων του ίδιου του ιδιοκτήτη. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 πληρώθηκε για τις υπηρεσίες που παρείχε στον Εναγόμενο 3 για συντήρηση του οχήματος και για να το μεταφέρει για ΜΟΤ δεν μπορεί να κατατάξει την περίπτωση με βάση την πιο πάνω ερμηνεία σε εμπορία οχήματος. Στη βάση των πιο πάνω λοιπόν προβαίνω σε πρόσθετο εύρημα ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ένα από τα πρόσωπα την ευθύνη του οποίου κάλυπτε το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο σε περίπτωση πρόκλησης σωματικών βλαβών ή ζημιάς κατά τη χρήση του μηχανοκίνητου οχήματος του Εναγόμενου
- Κατ΄ εφαρμογή λοιπόν του άρθρου 4
(4)του Ν.96
(1)/2000 ως αναλύεται ανωτέρω η Εναγόμενη 2 η οποία δεν αμφισβητείται ότι εξέδωσε ασφαλιστήριο συμβόλαιο με βάση το νόμο υποχρεούται με βάση αυτό να καλύψει την ευθύνη έναντι των Εναγόντων και να αποζημιώσει αυτούς για τη ζημιά που προκλήθηκε. Υπό το φως των πιο πάνω στα πλαίσια της απαίτησης των Εναγόντων κρίνω ότι θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση εναντίον όλων των Εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με βάση τα ποσά που έχουν συμφωνηθεί για έκαστο των Εναγόντων ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπενθυμίζω ότι πέραν της δήλωσης παραδεκτών γεγονότων περί την 01/11/2023 δηλώθηκε ότι τα ποσά που δηλώθηκαν θα φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής δηλαδή από τις 16/05/2016 Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τις ειδοποιήσεις συνεναγομένων που καταχωρήθηκαν. Η Εναγόμενη 2 καταχώρησε ειδοποίηση προς τους συνεναγόμενους 1 και 2 περί την 02/11/
- Πέραν της ειδοποίησης όμως δεν προχώρησε να αιτηθεί οδηγίες του Δικαστηρίου ως προς τη διαδικασία ούτε αιτήθηκε ανταλλαγή δικογράφων. Επισημαίνω σχετικά με το εν λόγω ζήτημα ανταλλαγής δικογράφων μεταξύ συνεναγομένων το πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Efim Malitikov v M Michael Metals Ltd Π.Ε. 212/2019 ημερομηνίας 25/06/2024: «Είναι σαφές από τον πιο πάνω Κανονισμό ότι βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ένας εναγόμενος να προωθήσει την διαδικασία συνεισφοράς ή κάλυψης από συνεναγόμενο του δυνάμει της Δ.
- Θ.12, θα πρέπει να εγείρει ζήτημα που να συνδέεται και να είναι ουσιαστικά το ίδιο (substantially the same) με το αρχικό ζήτημα που τίθεται στην αγωγή. Η έννοια της φράσης «substantially the same», επεξηγείται στην σελίδα 399 του συγγράμματος The Annual Practice 1958 ως ακολούθως: «The right or remedy is "substantially the same" within the meaning of the rule, if the claim by one defendant against the other is connected with the plaintiff's claim against both defendants, and is one which in the event of plaintiff being successful, would determine which defendant should bear the lost.» Στο ίδιο σύγγραμμα The Annual Practice 1958, τονίζεται η ανάγκη εξασφάλισης οδηγιών από τον εναγόμενο που εκδίδει την ειδοποίηση. Σε αντίθετη περίπτωση δεν θα δικαιούται καμίας θεραπείας εναντίον του συνεναγομένου του. Παραθέτουμε το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σελίδα 399 του πιο πάνω συγγράμματος, υπό τον τίτλο "Directions": «Subject to what is stated above in "Application of the rule", directions must be obtained by the defendant issuing the notice (Citty F. p.304 26), or he will not be entitle to any relief against his co-defendant (see Triton v. Bankart, 56 L.J. Ch 629) and he should also consider what directions he should ask for under r.8 as to the "mode and extend" to which the co- defendant as third party is to be bound.» Σχετική είναι και η υπόθεση Ιωαννίδης ν. Χαραλάμπους κα
(1992)1 Α.Α.Δ 558, στην οποία λέχθηκε ότι οι οδηγίες για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ συνεναγομένων, είναι αναγκαίες ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει κατά ποσόν δικαιολογείται συνεισφορά από τον ένα εναγόμενο στον άλλο. Λέχθηκε επίσης ότι πρέπει να ακολουθείται παρόμοια διαδικασία με αυτή της έκδοσης οδηγιών στην περίπτωση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου (βλ. επίσης Α.Η.Κ ν. Rawnsello κα
(2003)1 Α.Α.Δ 1570 & Σπύρου ν. Λανίτου κα
(2001)1 Α.Α.Δ 1538).» Επίσης παραπέμπω στην απόφαση Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ.Α. Φραντζίδης Λτδ v Γιώργος Παύλου κ.α. Π.Ε. 105/2018, 19/07/2024 στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Σύμφωνα με το σύγγραμμα The Annual Practice 1985 Vol. 1 σελίδα 398, κάτω από τον τίτλο «Application of the rule», αναφέρονται τα εξής: «Except where the two defendants are sued as joint tortfeasors liable in respect of the same damage, it is necessary for a defendant who claims against his co‑defendant relief of any of the kinds mentioned in the rule to issue and serve upon him o third party notice under this rule and a summons for third party directions under r.7.» Στην υπόθεση Clayson v. Rolls Royce Ltd and another
(1950)2 All E.R. 884, τόσο ο Λόρδος Somervell όσο και ο Λόρδος Denning, ουσιαστικά ανάφεραν ότι όπου τα επίδικα θέματα μεταξύ των συνεναγομένων είναι απλά και εξαντλούνται στη σχέση τούτων με τον ενάγοντα, όπως για παράδειγμα αμέλεια όπου η μόνη απαίτηση είναι η συνεισφορά ή ολοκληρωτική κάλυψη της απαίτησης, δεν επιβάλλεται ανταλλαγή δικογράφων. Ανταλλαγή δικογράφων επιβάλλεται εκεί όπου η σχέση των συνεναγομένων διέπεται από ιδιαίτερο νομικό και/ή πραγματικό ζήτημα. Σχετική αναφορά υπάρχει επίσης και στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Τόμος 2, στη σελίδα 86, όπου σχολιάζεται η υπόθεση Ιωαννίδης v. Χαραλάμπους (ανωτέρω) και αναφέρονται τα εξής: «Συμπέρασμα ‑ Έχοντας υπόψη τη νομολογία η οποία έχει αναφερθεί πιο πάνω καθώς και τα σχόλια και τη νομολογία που περιέχονται στο Halsbury's Laws of England (3rd Edition, Vol. 37, Παρ. 248 και υποσημειώσεις) εισηγούμαστε ως θέμα ορθής πρακτικής, ανάλογα με την περίπτωση, τα πιο κάτω: (α) Όπου το θέμα είναι απλό και αφορά συνυπεύθυνους συνεναγόμενους, να ακολουθείται η διαδικασία ειδοποίησης, με την οποία δυνατό να μην απαιτείται ανταλλαγή δικογράφων. (β) Όπου το θέμα είναι περίπλοκο και χρειάζεται η ανταλλαγή δικογράφων ή όπου δεν είναι όλα τα μέρη συνεναγόμενοι, να ακολουθείται διαδικασία τριτοδιαδίκου. (γ) Όπου δεν έχει ακολουθηθεί διαδικασία ειδοποίησης και ούτε διαδικασία τριτοδιαδίκου να καταχωρείται ανεξάρτητη αγωγή για συνεισφορά.» Στην προκείμενη περίπτωση η Εναγόμενη 2 δεν ενάγεται ως συναδικοπραγούντας με τους Εναγόμενους 1 και 3 αλλά ενάγεται ως η ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (Τεκμήριο 1) ενώ ο Εναγόμενος 1 ενάγεται σαν το πρόσωπο που με τις πράξεις και παραλείψεις του προκάλεσε το ατύχημα. Δηλαδή σαν το πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία. Σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα δεν ήταν απλά αλλά η σχέση μεταξύ των Εναγόμενων ήταν τέτοια ώστε από μόνη της περιέπλεξε τα γεγονότα και απαιτείτο η ανταλλαγή δικογράφων. Κατά συνέπεια η ειδοποίηση συνεναγόμενων που καταχώρησε η Εναγόμενη 3 ελλείψει καταχώρησης αίτησης για οδηγίες αλλά και ελλείψει ανταλλαγής δικογράφων μεταξύ των διαδίκων συνεπάγεται ότι δεν προωθήθηκε. Ως εκ τούτου απορρίπτεται. Προχωρώ να εξετάσω την ειδοποίηση συναγομένων ημερομηνίας 01/02/2024 την οποία καταχώρησε ο Εναγόμενος 1 και με την οποία αναφέρει ότι αναγνωρίζει πλήρη ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος αλλά θεωρεί ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι υπεύθυνοι για συνεισφορά και/ή κάλυψη έναντι του αναφορικά με την αξίωση των Εναγόντων. Συγκεκριμένα μέσω της Έκθεσης Απαίτησης που καταχώρησε εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 αξιώνει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Α. Δήλωση και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 2 παραβίασε τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι του Εναγόμενου 3 και/ή ενήργησε αμελώς προκαλώντας ζημιά στον Εναγόμενο 1, Β. Απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 2 και/ή 3 για το ποσό των €934 ως ειδικές αποζημιώσεις υπέρ του Ενάγοντα 1, €4,500 ως γενικές αποζημιώσεις και €1.591,50 ως ειδικές αποζημιώσεις υπέρ της Ενάγουσας 2, πλέον τόκο και τα έξοδα τα οποία ενδέχεται να επιδικάσει το Σεβαστό Δικαστήριο υπέρ των Εναγόντων. Γ. Απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 δικαιούται να λάβει αποζημίωση ή συνεισφορά και/ή κάλυψη και/ή θεραπεία από τους Εναγόμενους 2 και/ή 3 αναφορικά με την απαίτηση των Εναγόντων, τον τόκο τον οποίο ενδέχεται να κληθεί να πληρώσει ο Εναγόμενος 1, ως και με έξοδα τα οποία ενδέχεται να κληθεί ο Ενάγοντας να καταβάλει προς τους Ενάγοντες. Δ. Αποζημίωση και/ή συνεισφορά και/ή κάλυψη και/ή θεραπεία στο μέτρο που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι η Εναγόμενη 2 και/ή ο Εναγόμενος 3 θα πρέπει να συνεισφέρει, αναφορικά με την αξίωση των Εναγόντων καθώς και με τα έξοδα στα πλαίσια της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται μέσω των δικογράφων που καταχώρησε εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 ότι δικαιούται σε πλήρη συνεισφορά και/ή κάλυψη και/ή αποζημιώσεις σε οποιονδήποτε ποσό επιδικαστεί προς όφελος των Εναγόντων από τους Εναγόμενους 2 και
- Υπενθυμίζω ότι ο Εναγόμενος 1 κρίθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος για την πρόκληση του δυστυχήματος. Ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 2 παραβίασε τους όρους του ασφαλιστήριου συμβολαίου με τον Εναγόμενο 3 και θέτει λεπτομέρειες παραβίασης αυτών. Επίσης ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 2 είναι υπόχρεη να καλύψει τη ζημιά με βάση το ασφαλιστήριο συμβόλαιο αλλά παραλείπει να το πράξει. Διαζευκτικά ζητεί συνεισφορά ή κάλυψη από τον Εναγόμενο 3 ο οποίος είναι εκ προστήσεως υπεύθυνος για το επίδικο ατύχημα. Ζητά συνεισφορά από αυτόν σε περίπτωση που κριθεί ότι το όχημα δεν καλυπτόταν από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 μέσω κοινής Υπεράσπισης τους αρνούνται τους ισχυρισμούς και αξιώσεις του Εναγόμενου 1 εκτός της δήλωσης του ότι είναι πλήρως υπεύθυνος για την πρόκληση του ατυχήματος. Περαιτέρω αρνούνται ότι ο Εναγόμενος 3 εξουσιοδότησε οποιοδήποτε πρόσωπο να οδηγεί το όχημα κατ' εντολή του. Ισχυρίζονται επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα για δικούς του επαγγελματικούς σκοπούς και ότι δεν υπάρχει υποχρέωση κάλυψης. Ο Εναγόμενος 1 έχει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Οφείλει να αποδείξει την αξίωση του για συνεισφορά ή κάλυψη από τους Εναγόμενους 1 και
- Ως αναφέρθηκε ανωτέρω ο Εναγόμενος 1 ευθύνεται πλήρως για την πρόκληση του ατυχήματος. Η ειδοποίηση συνεναγομένων στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό παραβίαση του ασφαλιστήριου συμβολαίου από την Εναγόμενη 2 έναντι του Εναγόμενου
- Είναι ξεκάθαρο ότι στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (Τεκμήριο 1) συμβαλλόμενοι είναι οι Εναγόμενοι 2 και
- Στο δίκαιο των συμβάσεων ισχύει η αρχή ότι δικαιώματα από μια σύμβαση αντλούν μόνο τα συμβαλλόμενα μέρη («privity of Contract»). Η αρχή της δημιουργίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων («privity of contract»),υπόκειται σε εξαιρέσεις όπως για παράδειγμα όταν η συνομολόγηση συμφωνίας γίνεται μέσω αντιπροσώπου («agency»), σε περίπτωση εκχώρησης δικαιωμάτων από μια σύμβαση, εάν υφίσταται εξ' υπαγωγής εμπίστευμα στις σχέσεις των μερών ή σε περίπτωση κατάρτισης παράλληλης συμφωνίας. Εν προκειμένω είναι εμφανές ότι δεν ισχύει κάποια εκ των εξαιρέσεων. Δεν μπορεί λοιπόν να αιτείται ο Εναγόμενος 1 θεραπείες σχετικές με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος ούτε έλκει οποιοδήποτε δικαίωμα από αυτό. Ο περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου) νόμος του 2000 (96 (Ι)/2000 είναι επίσης ξεκάθαρο ότι καλύπτει την υποχρέωση μιας ασφαλιστικής εταιρείας ώστε να καλύψει την ευθύνη προσώπων που καλύπτονται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο έναντι των ζημιωθέντων, εν προκειμένω τους Ενάγοντες. Δικαίωμα κάλυψης της ευθύνης και αποζημίωσης με βάση το νόμο δικαιούται να αντλήσει ο ζημιωθέντας. Γι΄ αυτό εξάλλου παρέχεται το δικαίωμα στο ζημιωθέντα να καταχωρήσει αγωγή απευθείας και εναντίον του ασφαλιστή δυνάμει του άρθρου 16Α του νόμου (96 (Ι)/
- Δεν μπορεί ο Εναγόμενος 1 να ζητά να αντλήσει ο ίδιος δικαιώματα που απορρέουν από το νόμο ούτε έχει αποδείξει ότι δικαιούται σε συνεισφορά και κάλυψη. Η ευθύνη πρόκλησης του δυστυχήματος βαραίνει μόνο τον ίδιο. Δεν μπορεί εν προκειμένω να καταμεριστεί η ευθύνη καθότι το αστικό αδίκημα της αμέλειας το τέλεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος
- Ουσιαστικά προσπαθεί μέσω συνεισφοράς ή κάλυψης να μετακυλίσει στους Εναγόμενους 2 και 3 την ευθύνη του από την πρόκληση του ατυχήματος. Η ευθύνη της Εναγόμενης 2 όμως εξαντλείται στην κάλυψη των ζημιών των ζημιωθέντων με βάση το νόμο όχι στην κάλυψη της αποζημίωσης που καλείται να καταβάλει ο Εναγόμενος 1 εναντίον του οποίου κρίθηκε ότι θα πρέπει εκδοθεί απόφαση για αποζημιώσεις αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους λοιπούς Εναγόμενους βλ σελ 22 ανωτέρω. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 3 ο οποίος κρίθηκε εκ προστήσεως υπεύθυνος με τον Εναγόμενο 1 περιορίζομαι να αναφέρω ότι το γεγονός ότι κρίθηκε εκ προστήσεως υπεύθυνος δε συνεπάγεται μετακύλση της υποχρέωσης πληρωμής του Εναγόμενου 1 στον Εναγόμενο
- Η μεταξύ τους σχέση ουσιαστικά θεωρείται σχέση αντιπροσώπου-αντιπροσωπευόμενου και η ευθύνη πληρωμής είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Είναι επίσης ορθό να αναφερθεί ότι υπό ορισμένες περιπτώσεις αυτός που θα μπορούσε να ζητήσει συνεισφορά ή κάλυψη είναι το πρόσωπο που κρίνεται εκ προστήσεως υπεύθυνος και όχι το πρόσωπο που πρόβηκε στην αδικοπραξία. Αυτό φυσικά γίνεται στις περιπτώσεις που ενάγεται ο εκ προστήσεως υπεύθυνος χωριστά.[9] Εν κατακλείδι δεν έχει αποδειχθεί η απαίτηση του Εναγόμενου 1 εναντίον των Εναγόμενων 2 και
- Ως εκ τούτου η διαδικασία συνεναγομένου απορρίπτεται. Ενόψει του ότι όμως η ειδοποίηση συνεναγομένου καταχωρήθηκε και προωθήθηκε στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας κρίνω ότι είναι ορθότερο όπως κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της. Εν κατακλείδι εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων 1 και 2 και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα α) υπέρ του Ενάγοντα για το ποσό των €934 και β) υπέρ της Ενάγουσας 2 για το ποσό των €6,091.
- Τα πιο πάνω ποσά θα φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. Επιδικάζονται επιπλέον έξοδα υπέρ των Εναγόντων 1 και 2 και εναντίον των Εναγόμενων 1,2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)............. Μ-Α Στυλιανού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). [2] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [3] Γεώργιος Παπαγεωργίου v Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 [4] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 665). [5]
(1992)1 Α.Α.Δ. 479. [6]
(1993)1 Α.Α.Δ. 954. [7] Βλ. Epco (Cyprus) Ltd. v. Lartico & Others
(1978)1 C.L.R. 201, Saab & Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Georghiades v. Georghiades
(1988)1 C.L.R. 428 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Χ''Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204). [8] Πολ. Έφ 42/2013, ημερ. 19/7/2019, ECLI:CY:AD:2019:A329. [9] Βλ.Lister v Romford Ice Cold Storage Co Ltd
(1957)A.C. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο