PRIME INSURANCE CO LTD ν. Σ. & Δ. ΓΥΡΟΤΕΧΝΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3731/16, 23/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3731/16 Μεταξύ: PRIME INSURANCE CO LTD Ενάγουσας -και- 1. Σ. & Δ. ΓΥΡΟΤΕΧΝΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ 2. ΙΑΣΩΝ ΧΟΥΡΣΟΥΛΙΔΗΣ Εναγόμενων Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Γ. Τρίγκας για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: κ. Γ. Αδαμίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1. Η Ενάγουσα εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγόμενων, υπό την ιδιότητα της ως ασφαλιστική εταιρεία η οποία παρείχε ασφαλιστική κάλυψη σε σχέση με μία μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1. Ο Εναγόμενος 2, υπάλληλος της Εναγόμενης 1, οδήγησε την εν λόγω μοτοσυκλέτα και ενεπλάκη σε ατύχημα, εν σχέσει με το οποίο η Ενάγουσα κάλυψε τις ζημιές του άλλου εμπλεκόμενου στο ατύχημα προσώπου, καταβάλλοντας στο εν λόγω πρόσωπο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, το ποσό των €13,675 για τις δικές του ζημιές. Είναι αυτό το ποσό που επιχειρεί να ανακτήσει δια της παρούσας αγωγής, αξιώνοντας αποζημιώσεις έναντι των Εναγόμενων στο ύψους του εν λόγω ποσού, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. II. ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ 2. Η Ενάγουσα προβάλλει μέσω της Έκθεσης Απαίτησης της ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με την παρούσα αγωγή, ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με το νόμο στη Λευκωσία και ασχολείτο με ασφαλιστικές εργασίες και ότι σε προηγούμενο στάδιο η Ενάγουσα ονομαζόταν «Interlife Ασφαλιστική Εταιρεία.» Η Εναγόμενη 1 κατά/ή περί την 9.8.2010 πρότεινε στην Ενάγουσα να ασφαλίσει συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 («το Όχημα») για κάλυψη ευθύνης έναντι τρίτου. Προς τούτο, η Εναγόμενη 1 συμπλήρωσε το σχετικό έντυπο που αφορούσε την πρόταση για ασφάλιση της μοτοσυκλέτας και παραχώρησε τα στοιχεία που απαιτούντο. Η Ενάγουσα εξέδωσε το υπ' αριθμό 69907 καλυπτικό σημείωμα στις 9.8.2010 επ΄ ονόματι Εναγόμενης 1, αναφορικά με το Όχημα. Στη συνέχεια εκδόθηκε το υπ' αριθμό 11921 ασφαλιστήριο, αναφορικά με την περίοδο από 9.8.2010 μέχρι 5.2.2011 (το «Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο»). Προβάλλει επίσης ότι σύμφωνα με τους όρους του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, η Ενάγουσα εάν υποχρεωθεί βάση της νομοθεσίας ή βάσει οιασδήποτε συμφωνίας που συνάπτεται μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων, να καταβάλει οιοδήποτε ποσό για το οποίο σε διαφορετική περίπτωση δεν θα ήτο υπόλογη δυνάμει των όρων του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου να το καταβάλει, τότε, η Εναγόμενη 1 όφειλε να επιστρέψει το ποσό αυτό στην Ενάγουσα. Σύμφωνα επίσης με τους όρους του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου και σύμφωνα με τις γενικές εξαιρέσεις αυτού, η Ενάγουσα δεν θα ήταν υπόχρεη να καταβάλει οιαδήποτε ζημιά, εάν κατά τον χρόνο που προκλήθηκε η ζημιά, το Όχημα δεν χρησιμοποιείτο σύμφωνα με τους περιορισμούς ως προς τη χρήση του. 3. Ισχυρίζεται πρόσθετα η Ενάγουσα μέσω της Έκθεσης Απαίτησης της ότι, στις 17.11.2020, ο Εναγόμενος 2 «με τη συγκατάθεση και/ή δια τους σκοπούς και/ή δια λογαριασμό και/ή προς όφελος και/η ως υπάλληλος της Εναγόμενης 1»[1] οδηγούσε το Όχημα αμελώς με αποτέλεσμα να παρασύρει πεζό πρόσωπο, τον κ. Παναγιώτου («ο Παναγιώτου»). Συνεχίζει ότι την ευθύνη για το εν λόγω ατύχημα είχε ο Εναγόμενος 2 με την Εναγόμενη 1 να είναι «εκ προστήσεως συνυπεύθυνη».[2] Ο Εναγόμενος 2 κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης, ούτε και εδικαιούτο να οδηγεί το Όχημα. Ισχυρίζεται ότι στη συνέχεια εγέρθηκε απαίτηση εναντίον του Εναγόμενου 2 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού («η Αγωγή 2011»), την οποία η Ενάγουσα κλήθηκε να εξοφλήσει ως ενδιαφερόμενος ασφαλιστής, όπως και έπραξε, κατόπιν έκδοσης σχετικής δικαστικής απόφασης για το ποσό των €10.700 πλέον €2.975 ως δικηγορικά έξοδα, ήτοι, σύνολο €13.675 («η Απόφαση»). 4. Σημειώνει πρόσθετα ότι σύμφωνα με το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, η Ενάγουσα δικαιούται να επαναεισπράξει από την Εναγόμενη 1 οιεσδήποτε ζημιές υπέστη συνεπεία του ατυχήματος καθώς ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν εξουσιοδοτημένος οδηγός δυνάμει του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου και επειδή δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης. Για τον ίδιο λόγο, αξιώνει το πιο πάνω ποσό και από τον Εναγόμενο 2 προσωπικά. Προσθέτει ότι ευθύς η ίδια μόλις έλαβε γνώση του ατυχήματος και της Αγωγής 2011, ειδοποίησε τους Εναγόμενους τόσο ως προς την παραβίαση του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου ως και ως προς την πρόθεση της να επαναεισπράξει οιαδήποτε ποσά τυχόν κληθεί να καταβάλει στα πλαίσια της Αγωγής 2011. Οι Εναγόμενοι ήταν πάντοτε ενήμεροι για την πληρωμή του πιο πάνω ποσού, κλήθηκαν κατ' επανάληψη να το καταβάλουν, πλην όμως μέχρι σήμερα αρνήθηκαν να το καταβάλουν. 5. Οι Εναγόμενοι εκπροσωπήθηκαν από κοινού πλην όμως καταχώρησαν χωριστές Υπερασπίσεις. 6. Δια της Έκθεσης Υπεράσπισης της η Εναγόμενη 1, αποδέχεται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ως αυτοί καταγράφονται στην παρ. 2 πιο πάνω. Αρνείται όμως τη θέση της Ενάγουσας ότι η ίδια είναι εκ προστήσεως υπεύθυνη καθώς, ως αναφέρει, ουδέποτε παραχώρησε τη συγκατάθεση της στον Εναγόμενο 2 να οδηγήσει το Όχημα. Αρνείται επίσης τα όσα η Ενάγουσα ισχυρίζεται αναφορικά με την έκδοση Απόφασης και την εξόφληση των εκεί ποσών από την Ενάγουσα. Προβάλλει επίσης ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκε από την Ενάγουσα είτε για την παραβίαση του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου είτε για την πρόθεση της να επιχειρήσει να επαναεισπράξει τα ποσά της Απόφασης από την ίδια. 7. Δια της Έκθεσης Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος 2 αγνοεί τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας οι οποίοι καταγράφονται στην παρ. 2 πιο πάνω. Προβάλλει επίσης ότι ο ίδιος οδηγούσε το Όχημα χωρίς την συγκατάθεση της Εναγόμενης 1, πλην όμως ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ουδέποτε παρέσυρε και τραυμάτισε τον κ. Παναγιώτου, ουδέποτε του επιδόθηκε η Αγωγή 2011 και ουδέποτε ενημερώθηκε από την Ενάγουσα για εξόφληση της Απόφασης. III. ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ 8. Προς υποστήριξη της απαίτησης κατέθεσε η κα Μαριλένα Ανδρονίκου (ΜΕ1), Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, η οποία κατέθεσε αναφορικά με το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου της Αγωγής 2011 και τη Δέσμη Τεκμηρίων 1. Κατέθεσε επίσης και η κα Κατερίνα Στυλιανίδου (ΜΕ2), προϊστάμενη στο τμήμα απαιτήσεων της Ενάγουσας, η οποία κατέθεσε τα Τεκμήρια 1 μέχρι 11. Προς υποστήριξη της Υπεράσπισης κατέθεσε ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ1) ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Κατέθεσε και ο κ. Σταύρος Ηλιάδης, διευθυντής της Ενάγουσας (ΜΥ2). Οι ΜΕ2, ΜΥ1 και ΜΥ2 κατέθεσαν γραπτές δηλώσεις ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους, οι οποίες σημειώθηκαν ως Έγγραφα Α, Β και Γ, αντίστοιχα. 9. Η ΜΕ1 στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της κατέθεσε ως Δέσμη Τεκμηρίων 1, πιστό αντίγραφο διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης προς την Ενάγουσα ημερ. 10.4.2012 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής 2011 («το Διάταγμα Υποκατάστατης Επίδοσης») και αντίγραφο της Απόφασης. Αντεξεταζόμενη αναφορικά με το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου ανέφερε ότι «από το έντυπο διορισμού», αναφερόμενη στο έντυπου διορισμού Εναγόμενου, «φαίνεται να δόθηκε εξουσιοδότηση από τον Ιάσων Χουρσουλίδη φροντίδη Prime Insurance στον κύριο Ιωαννίδη» με το εν λόγω διοριστήριο να υπογράφεται από την Ενάγουσα και όχι από τον Εναγόμενο 2. 10. Η ΜΕ2, στα πλαίσια της γραπτής της δήλωσης επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας καταθέτοντας τα εξής έγγραφα ως τεκμήρια, προς επίρρωση των εν λόγω ισχυρισμών: (α) ως Τεκμήρια 2 και 3 τα έγγραφα που, ως ανέφερε, αποτελούν το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, (β) ως Τεκμήριο 4 έντυπο απαίτησης που «προέκυψε», ως ανέφερε, αναφορικά με το ατύχημα, (γ) ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο της άδειας οδήγησης του Εναγόμενου 2, (δ) ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο επιστολής ημερ. 30.11.2010 η οποία, ως ανέφερε, απεστάλη από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη 1, (ε) ως Δέσμη Τεκμηρίων 7 αντίγραφο επιστολής ημερ. 20.12.2012 η οποία, ως ανέφερε απεστάλη από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη 1, μαζί με απόδειξη ταχυδρομικής παραλαβής, (στ) Δέσμη Τεκμηρίων 8, αντίγραφο της ίδιας επιστολής, η οποία, ως ανέφερε απεστάλη και στον Εναγόμενο 2 η οποία όμως επιστράφηκε, (ζ) ως Δέσμη Τεκμηρίων 9, αντίγραφα επιταγών που, όπως ανέφερε, κατέβαλε η Ενάγουσα προς πλήρη εξόφληση της Απόφασης και (η) ως Τεκμήρια 10 και 11 αντίγραφα επιστολών ημερ. 10.12.2015 οι οποίες, ως ανέφερε, απεστάλησαν από τους δικηγόρους της Ενάγουσας προς τους Εναγόμενους. 11. Αντεξεταζόμενη ως προς το ζήτημα της εκ προστήσεως ευθύνης της Εναγόμενης 2, παρέπεμψε στο Τεκμήριο 4, το οποίο, ως ανέφερε, συμπλήρωσε ο διευθυντής της Εναγόμενης 1. Ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιος υπάλληλος της Ενάγουσας εξουσιοδότησε τον δικηγόρο κ. Ιωαννίδη να εκπροσωπήσει τον Εναγόμενο 2 στα πλαίσια της Αγωγής 2011. Ανέφερε ότι η εξόφληση του ποσού της Απόφασης έγινε από τους αντιπροσώπους της Ενάγουσας. Ακολούθησε συζήτηση ως προς την αποστολή και λήψη της επιστολής που περιλαμβάνεται επί του Τεκμηρίου 6. Ερωτηθείσα κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 ενημερώθηκε για την καταχώρηση της Αγωγής 2011 απάντησε ότι η ίδια δεν το έχει κάνει προσωπικά πλην όμως θεωρεί ότι αυτό έχει γίνει από τους δικηγόρους της Ενάγουσας. 12. Ο ΜΥ1 στα πλαίσια της γραπτής του δήλωσης ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος ο ίδιος οδηγούσε το Όχημα χωρίς τη συγκατάθεση της Εναγόμενης 1, πλην όμως ουδεμία ευθύνη έχει για το ατύχημα καθώς, ανέφερε, ουδέποτε παρέσυρε ή τραυμάτισε τον κ. Παναγιώτου. Περιπλέον, ότι ουδέποτε του επιδόθηκε η Αγωγή 2011, ουδέποτε διόρισε οιονδήποτε δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει στα πλαίσια της Αγωγής 2011, ούτε και εξουσιοδότησε τον κ. Ανδρέου, δικηγόρο, να δεχθεί απόφαση εκ μέρους του, ως καταγράφεται επί του περιεχομένου της Απόφασης, Τεκμήριο 1. Πρόσθετα, ανέφερε, ουδέποτε ενημερώθηκε από την Ενάγουσα για την εξόφληση του ποσού της Απόφασης. Αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε ότι δεν είχε άδεια οδήγησης μοτοσυκλέτας κατά το χρόνο του εν λόγω ατυχήματος. Ερωτηθείς σχετικά με τις περιστάσεις του ατυχήματος, ανέφερε ότι δεν ισχύει ότι τραυμάτισε πεζό, ότι την επόμενη ημέρα του ατυχήματος παρουσιάστηκε στην Αστυνομία όταν τον κάλεσαν και ότι κανένα ατύχημα έγινε. Στο στάδιο αυτό κατατέθηκε ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α σχετική αστυνομική έκθεση. Ακολούθως, επανέλαβε τις θέσεις του ως προς το ότι ο ίδιος δεν έλαβε οιαδήποτε πρότερη ενημέρωση για τις προθέσεις της Ενάγουσας αλλά ούτε και για την καταχώρηση της Αγωγής 2011. 13. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι ουδόλως η Εναγόμενη 1 παραχώρησε τη συγκατάθεση της στον Εναγόμενο 2 να οδηγήσει το Όχημα, και ουδέποτε τον εργοδότησε για να οδηγήσει το Όχημα. Συνεπώς, η ίδια ουδεμία ευθύνη είχε για το ατύχημα. Συνέχισε ότι ουδέποτε ο ίδιος συμπλήρωσε το Τεκμήριο 4 και ουδέποτε εξουσιοδότησε οποιοδήποτε πρόσωπο να το υπογράψει το έντυπο αυτό, το οποίο είδε πρώτη φορά στις 9.10.24, οπότε και αυτό κατατέθηκε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας από την ΜΕ1. Κατά τα λοιπά, η Εναγόμενη 1 δεν γνωρίζει για τα όσα αναφέρει η Ενάγουσα περί έκδοσης της Απόφασης και εξόφλησης της, ενώ ουδέποτε παρέλαβε το Τεκμήριο 6. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν εργοδοτούμενος της Εναγόμενης 1, με συγκεκριμένα καθήκοντα, αλλά όχι για διανομή αγαθών. Ανέφερε εκ νέου ότι δεν παρέλαβε την επιστολή επί των Τεκμηρίου 7 και 11. IV. ΚΟΙΝΩΣ ΑΠΟΔΕΚΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ 14. Από τις έγγραφες προτάσεις και από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα εξής: (α) Ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη σύμφωνα με το νόμο, στη Λευκωσία, και ασχολείτο με ασφαλιστικές εργασίες. Σε προηγούμενο στάδιο η Ενάγουσα ονομαζόταν «Interlife Ασφαλιστική Εταιρεία.» (β) Ότι η Εναγόμενη 1 κατά/ή περί την 9.8.2010 πρότεινε στην Ενάγουσα να ασφαλίσει συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 για κάλυψη ευθύνης έναντι τρίτου (το Όχημα). Προς τούτο, η Εναγόμενη 1 συμπλήρωσε το σχετικό έντυπο που αφορούσε την πρόταση για ασφάλιση του Οχήματος και παραχώρησε τα στοιχεία που απαιτούντο. Η Ενάγουσα εξέδωσε το υπ' αριθμό 69907 καλυπτικό σημείωμα (cover note) στις 9.8.2010 επ΄ονόματι Εναγόμενης 1, αναφορικά με το Όχημα. Στη συνέχεια εκδόθηκε το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο αναφορικά με την περίοδο από 9.8.2010 μέχρι 5.2.2011. (γ) Ότι στις 17.11.2010 έλαβε χώρα ένα ατύχημα μεταξύ του Εναγόμενου 2, ο οποίος οδηγούσε το Όχημα, και του κ. Παναγιώτου, ο οποίος ήταν πεζός κατά τον ουσιώδη χρόνο («το Ατύχημα»)· (δ) Ότι ο Εναγόμενος 2 κατά τον χρόνο του Ατυχήματος δεν είχε άδεια οδήγησης μοτοσυκλέτας όπως ήταν και το Όχημα[3]· (ε) Ότι ο ΜΥ2 είναι ο διευθυντής της Εναγόμενης 1 και ήταν διευθυντής της και κατά το χρόνο του Ατυχήματος. Ο Εναγόμενος 2 ήταν υπάλληλος της Εναγόμενης 1 κατά το χρόνο του Ατυχήματος[4] και τα καθήκοντα του ήταν να κόβει γύρο, το σέρβις και να εξυπηρετεί πελάτες πίσω από το bar.[5] 15. Συνεπώς, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. V. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ 16. Στα πλαίσια του πρωταρχικού καθήκοντος του παρόντος Δικαστηρίου για αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεταν και διεξήλθα με προσοχή την ενώπιον μου μαρτυρία στην πλήρη της έκταση χωρίς να περιορίζομαι στα όσα παρέθεσα συνοπτικώς πιο πάνω. Η ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης επέτρεψε στο Δικαστήριο να παρακολουθήσει την αμεσότητα με την οποία οι μάρτυρες απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους, τον τρόπο αφήγησης της εκδοχής τους και γενικά την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν και την όλη στάση τους από το εδώλιο του μάρτυρα.[6] Έλαβα υπόψιν μου τα πιο πάνω χωρίς να αποδίδω υπέρμετρη βαρύτητα στα ως άνω εξωτερικά γνωρίσματα των μαρτύρων, έχοντας κατά νουν ότι ένας αναξιόπιστος μάρτυρας συμβαίνει να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα.[7] Συναφώς, έλαβα υπόψιν μου επιπλέον την λογικοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών η ουσιωδών αντιφάσεων[8] ή οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος τους. Το Δικαστήριο έχει επίσης υπόψιν του ότι αντιφάσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία για να καθιστούν αναξιόπιστο ένα μάρτυρα, πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή, να πλήττουν ουσιωδώς την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεση του να ψευσθεί και να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το δικαστήριο.[9] Λαμβάνω επίσης υπόψιν μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά,[10] αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές[11] και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων.[12] Στα πλαίσια αυτά το Δικαστήριο έχει υπόψιν του ότι το πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου στην αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας είναι διακριτό από την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στη βάση του βάρους και επιπέδου απόδειξης. (
- i)Γενικές παρατηρήσεις αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων 17. Από την ιδιότητα της ΜΕ1, ως Πρωτοκολλητή, δεν αναδύεται οιοδήποτε εξ αντικειμένου κίνητρο για να προωθήσει τη θέση είτε της μίας είτε της άλλης πλευράς. Η μαρτυρία της ήταν σύντομη και περιορίστηκε στο να καταθέσει έγγραφα που περιέχονται σε συγκεκριμένο δικαστικό φάκελο, με την ουσία της να απομένει αναντίλεκτη. 18. Η ΜΕ2 σε γενικές γραμμές κατέθεσε με σταθερότητα χωρίς να παρουσιάζεται οιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή υπερβολής. Η μάρτυρας περιορίστηκε στο να καταθέσει για τα όσα η ίδια γνώριζε από την θέση της στην Ενάγουσα, παρέχοντας πλήρεις επεξηγήσεις ως προς τις θέσεις της, με κατ' εξακολούθηση παραπομπή στην έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. 19. Οι ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν άφησαν θετική εντύπωση. Η μαρτυρία τους διαπνεόταν από αοριστολογίες, υπεκφυγές και, ενίοτε, έκδηλες αναλήθειες, με την ουσία του παραπόνου τους να μην ερείδεται είτε επί της ενώπιον μου έγγραφης μαρτυρίας είτε να παρουσιάζει συνοχή στη βάση αυτής. 20. Για παράδειγμα, ενώ η ουσία του παραπόνου του ΜΥ1 ήταν ότι ουδέποτε του επιδόθηκε η Αγωγή 2011, ουδέποτε διόρισε τους συνήγορος της Ενάγουσας να τον εκπροσωπήσουν στα πλαίσια της Αγωγής 2011 και ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε οιονδήποτε συνήγορο να αποδεχθεί εκ μέρους του την έκδοση της Απόφασης με τον ίδιο να εμμένει ότι δεν χτύπησε οιονδήποτε πεζό, εντούτοις, παρέλειψε να λάβει οιοδήποτε διάβημα για παραμερισμό της Απόφασης και/ή του Διατάγματος για Υποκατάσταση Επίδοση. 21. Παρά το ότι ο ίδιος δεν θεώρησε σκόπιμο να αναφέρει οτιδήποτε ως προς την παράλειψη του αυτή κατά την κυρίως εξέταση του, του δόθηκε η ευχέρεια να παράσχει επεξηγήσεις κατά την αντεξέταση του. Όμως, οι επεξηγήσεις που παρείχε πάσχουν από έλλειψη συνοχής, λογικής και πειστικότητας. Ενδεικτική είναι η εξής στιχομυθία κατά την αντεξέταση του: «Ε. Αυτή η αγωγή σου επιδόθηκε κανονικά; Η υφιστάμενη που δικάζουμε σήμερα; Α. Ναι από τον δικηγόρο μου. Ε. Άρα, διάβασες την αγωγή τι ζητά. Α. Διάβασα αλλά δεν συμφωνώ. Ε. Στην παράγραφο 13 αναφέρει για την αγωγή την άλλη του 2011 που ήσουν Εναγόμενος. Να σου το δείξω. Γιατί δεν ζήτησε από τον δικηγόρο σου να κάνει έρευνα στο Δικαστήριο της Λεμεσού να δεις τι έγινε και γιατί εκδόθηκε εναντίον σου; Α. Την εποχή εκείνη, το 2011, είχε ακούσει μια ιστορία στη Λεμεσό που έπιασαν δικηγόρους και ασφαλιστές, περί αυτά τα θέματα και νόμιζα ότι μια από αυτές ήταν και η δική μου, γιατί ήμουν σίγουρος ότι δεν κτύπησα κανέναν.»[13] 22. Οι ως άνω θέσεις του στερούνται αληθοφάνειας, ενόψει της ασάφειας και γενικότητας με την οποία έχουν τεθεί αλλά και της έλλειψης επαρκούς διασύνδεσης που παρουσιάζουν με την Αγωγή 2011. Εάν ο Εναγόμενος 2 γνησίως θεωρούσε ή υποψιαζόταν ότι η έκδοση της Απόφασης αποτελούσε μέρος ή προϊόν διάπραξης ποινικών αδικημάτων σε βάρος του, εύλογα αναμενόταν από τον ίδιο, όχι μόνο να αιτηθεί τον παραμερισμό της, αλλά, και, να προβεί σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Ακόμα και μόνο όμως να επιθυμούσε γνησίως να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τη θέση του ότι καμία ζημιά προκλήθηκε στον κ. Παναγιώτου από το ατύχημα, εύλογα και πάλιν αναμενόταν να προβεί στα απαραίτητα δικονομικά διαβήματα, στα πλαίσια της Αγωγής 2011. Ο ίδιος μάλιστα, όπως προκύπτει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, εκπροσωπείτο από δικηγόρο τουλάχιστον από το έτος 2016. Παρά τούτο, ούτε και όταν του επιδόθηκε η παρούσα αγωγή, θεώρησε σκόπιμο να λάβει οιοδήποτε διάβημα στα πλαίσια της Αγωγής 2011. Περιορίστηκε στην καταχώρηση της Υπεράσπισης, επικαλούμενος μάλιστα, μεταξύ άλλων, τη θέση ότι ουδεμία ευθύνη είχε για το Ατύχημα, ζήτημα το οποίο βεβαίως δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αγωγής αλλά της Αγωγής 2011. Παρά τα μέσα που είχε στη διάθεση του και το εξαιρετικά μακρύ χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, επέλεξε να παραμείνει άπραγος άνευ οιασδήποτε εύλογης επεξήγησης. Των πιο πάνω δοθέντων, τα όσα πρόβαλε μέσω της μαρτυρίας του δεν δύνανται να αποδοθούν σε τίποτε άλλο παρά σε μια προσπάθεια του να αποφύγει τις όποιες ευθύνες του έναντι της Ενάγουσας. 23. Αντίστοιχη διάθεση υπεκφυγών αναδύεται και από τη μαρτυρία του ΜΥ2. Ο ίδιος ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι μόλις στην ακροαματική διαδικασία έλαβε γνώση της Απόφασης, ενώ τούτο καταρρίπτεται από την ίδια τη δικογραφία. Περιπλέον, ο ίδιος αρνήθηκε κατηγορηματικά την οιαδήποτε πρότερη ενημέρωση της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1, ως προς την πρόσθεση της να προβεί σε διακανονισμό της απαίτησης του ενάγοντα στην Αγωγή 2011 και να ανακτήσει το ποσό από την ίδια, παρά το ότι αποδεδειγμένα η Εναγόμενη 1 παρέλαβε το Τεκμήριο 7. Σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στις παρ. 44 - 50 πιο κάτω. 24. Υπό το φως των πιο πάνω αλλά και στη βάση των όσων καταγράφονται αμέσως πιο κάτω σε σχέση με τις επί μέρους θέσεις των μαρτύρων, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 ως αξιόπιστη, πλην συγκεκριμένων θέσεων της ΜΕ2 για τους λόγους που καταγράφονται πιο κάτω. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2, πλην των θέσεων τους που συνέθεσαν το κοινώς αποδεκτό πραγματικό υπόβαθρο, ως αυτό παρατίθεται στην παρ. 14 πιο πάνω. 25. Στρέφομαι στις επί μέρους θέσεις των μαρτύρων. (
- ii)Όροι Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου 26. Η ΜΕ2 στα πλαίσια της γραπτής της δήλωσης ανέφερε ότι «σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου εγγράφου και σύμφωνα με τις γενικές εξαιρέσεις αυτού, η Ενάγουσα δεν θα διεκδικούσε ποσά από τους Εναγόμενους, εάν κατά το χρόνο που προκλήθηκε η ζημιά ο οδηγός της μοτοσυκλέτας ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης μοτοσυκλέτας.» Ένας τέτοιος όρος δεν δικογραφείται ούτε και προκύπτει από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 ή 3. Ως εκ τούτου, η εν λόγω θέση της δεν δύναται να γίνει αποδεχτή. 27. Η θέση της ότι τα Τεκμήρια 2 και 3 αποτελούν το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση της. Πλην όμως από το περιεχόμενο τους προκύπτει ότι δεν αποτελούν ολόκληρο το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο αλλά μόνο μέρους αυτού. Τούτο προκύπτει εξόφθαλμα από το γεγονός ότι, για παράδειγμα, επί του Τεκμηρίου 3 γίνεται παραπομπή σε όρους οι οποίοι δεν κατατέθηκαν ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς, προβαίνω σε ανάλογο εύρημα. (iii) Η Αγωγή 2011 28. Η θέση της ΜΕ2 ότι εν σχέσει με Ατύχημα καταχωρήθηκε η Αγωγή και εκδόθηκαν η Απόφαση και το Διάταγμα Υποκατάστασης Επίδοσης, ερείδεται επί της Δέσμης Τεκμηρίων 1 τα οποία κατατέθηκαν από την ΜΕ1. Εκεί περιλαμβάνονται αμφότερα τα εν λόγω δικαστικά έγγραφα τα οποία, ως η ΜΕ1 ανέφερε, αποτελούν πιστά αντίγραφα των πρωτοτύπων που βρίσκονται στον δικαστικό φάκελο. Το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης όπως ούτε και η θέση της ΜΕ1 ότι πρόκειται για πιστά αντίγραφα των δικαστικών εγγράφων που βρίσκονται κατατεθειμένα στον δικαστικό φάκελο της Αγωγής 2011, θέση η οποία απέμεινε επίσης αναντίλεκτη και την αποδέχομαι. 29. Από τα έγγραφα επί της Δέσμης Τεκμηρίων 1 προκύπτει ότι ο κ. Παναγιώτου ήγειρε αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 2 στα πλαίσια της οποίας, στις 10.4.2012, εκδόθηκε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση της Αγωγής προς την Ενάγουσα. Ακολούθως, ο κ. Ανδρέου εκ μέρους του δικηγορικού οίκου κ.κ. Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 17.12.2015 και τα μέρη από κοινού αποδέχθηκαν την έκδοση της Απόφασης. Η πλευρά της Υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε τη θέση της ΜΕ2 ότι η Δέσμη Τεκμηρίων 1 αφορά σε δικαστικές διαδικασίες που εγέρθηκαν εν σχέσει με το Ατύχημα, με τον συνήγορο της Υπεράσπισης να εκλαμβάνει ως δεδομένη την τοποθέτηση αυτή στα πλαίσια του ερωτήματος που έθεσε στην ΜΕ1, ως προς το κατά πόσο είχε υπογραφεί διοριστήριο έγγραφο από πλευράς του Εναγόμενου 2. 30. Των πιο πάνω δοθέντων αποδέχομαι τη θέση της ΜΕ2, ως αυτές καταγράφηκαν στις παρ. 8, 9 και 10 της γραπτής της δήλωσης. 31. Σε σχέση με την Αγωγή 2011, η ΜΕ1 ανέφερε ότι κανένα διοριστήριο έγγραφο υπεγράφη από τον Εναγόμενο 2 προς το δικηγορικό γραφείο που σήμερα εκπροσωπεί την Ενάγουσα, για να τον εκπροσωπήσει. Ανέφερε, κατ' ουσίαν, ότι το διοριστήριο έγγραφο υπογράφεται από την ίδια την Ενάγουσα. Η πιο πάνω θέση της δεν έτυχε αντικείμενο αμφισβήτησης, με την ίδια την ΜΕ2 να αναφέρει ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε επί του σημείου. Συνεπώς, αποδέχομαι τη θέση αυτή της ΜΕ1. (
- iv)Εξόφληση του εξ αποφάσεως ποσού δυνάμει της Εκ Συμφώνου Απόφασης 32. Σε σχέση με τη θέση της ΜΕ2 ότι η Ενάγουσα εξόφλησε το εξ αποφάσεως ποσό, κατέθεσε ως Δέσμη Τεκμηρίων 9 αντίγραφα δύο επιταγών. Αμφότερες οι επιταγές εκδόθηκαν από την εταιρεία «E.MI.A. INSURANCE AGENCY LTD». Επί του σημείου, ανέφερε η ΜΕ2 ότι η εν λόγω εταιρεία αποτελεί αντιπρόσωπο της, θέση η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση της. Συνεπώς, την αποδέχομαι. 33. Οι εν λόγω επιταγές συνταχθείσες από τρίτο νομικό πρόσωπο, αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία και συνεπώς αξιολογείται ως τέτοια, δυνάμει του άρθρου 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Κατ' εφαρμογή των εκεί κριτηρίων, διαπιστώνω ότι πρόκειται για πρώτου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία η οποία μεταφέρθηκε αυτούσια εφ' όσον αποτελείται από συγκεκριμένα έγγραφα επιταγών. Παρά το ότι δεν δόθηκε εύλογη επεξήγηση για τον λόγο που ο συντάχτης τους δεν κλήθηκε να καταθέσει, η στάση αυτή κρίνεται εύλογη στη βάση του ότι ουδόλως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9 αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση της ΜΕ2. Στο έγγραφο επίσης αναφέρεται η ημερομηνία έκδοσης των επιταγών και συνεπώς η δήλωση η οποία περιλαμβάνεται σε αυτό είναι της ίδιας ημερομηνίας. Συναφώς, αποδίδεται σημαντική αξία της εν λόγω δέσμης τεκμηρίων προς απόδειξη της θέσης της ΜΕ2, ήτοι, ως προς το ζήτημα της εξόφλησης του εξ αποφάσεως ποσού. 34. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο των εν λόγω επιταγών και αντιπαραβάλλοντας τούτο με το περιεχόμενο της Δέσμης Τεκμηρίων 1, προκύπτει ότι δικαιούχο πρόσωπο της πρώτης επιταγής είναι ο κ. Παναγιώτου (ενάγων στην Αγωγή 2011), για το ποσό για το οποίο είχε εκδοθεί η Απόφαση. Δικαιούχο πρόσωπο της δεύτερης επιταγής είναι το δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσώπησε τον κ. Παναγιώτου και εκδόθηκε για ποσό σχεδόν ισάξιο με το ποσό το οποίο επιδικάστηκε στα πλαίσια της Απόφασης, ως δικηγορικά έξοδα. Η ημερομηνία έκδοσης της δεύτερης επιταγής, είναι η 11.1.2016, τρεις δηλαδή εβδομάδες κατόπιν της έκδοσης της Απόφασης. Τα όσα ο συνήγορος των Εναγόμενων ανέφερε στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης ως προς τον εκδότη της επιταγής[14] καθώς και την παράλειψη προσκόμισης σχετικών αποδείξεων, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αντεξέτασης της ΜΕ2 ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθεί αναλόγως και συνεπώς, δεν αποδέχομαι τις σχετικές του εισηγήσεις. 35. Επίσης, στο κάτω μέρος του Τεκμηρίου 9, παρουσιάζεται η εξής ενυπόγραφη δήλωση: «Αρ. Αγωγής 5939/11, Παρέλαβα τις πιο πάνω πρωτότυπες επιταγές 21/1/2016» ενώ τοποθετείται το όνομα του κ. «Γ. Χαραλαμπίδη» και η υπογραφή του. Η εν λόγω δήλωση πρόκειται και πάλιν για εξ ακοής μαρτυρία. Εφαρμόζονται όσα ανέφερα στην παρ. 33 πιο πάνω, κατ' αναλογίαν. Πρόσθετα, ο πιο πάνω αριθμός αγωγής είναι ο ίδιος με τον αριθμό αγωγής που καταγράφεται επί της Δέσμης Τεκμηρίων 1, ήτοι, της Αγωγής 2011. Εύλογα συνάγεται ότι οι συνήγοροι που εμφανίστηκαν για τον ενάγοντα στα πλαίσια της Αγωγής 2011, έλαβαν τις εν λόγω επιταγές προς εξόφληση του εξ αποφάσεως ποσού. 36. Συνεπώς, αποδέχομαι τη θέση της ΜΕ2 ως προς το ότι η Ενάγουσα εξόφλησε το δυνάμει της Απόφασης, εξ αποφάσεως ποσό. (
- v)Οι εκατέρωθεν θέσεις ως προς τις συνθήκες του Ατυχήματος 37. Αποτέλεσε τη θέση της ΜΕ2 ότι ευθύνη για το Ατύχημα είχε ο Εναγόμενος 2. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 2 οδηγούσε το Όχημα στην οδό Αποστόλου Βαρνάβα στη Λεμεσό με βόρεια κατεύθυνση και, λόγω της δικής του αμέλειας, παρέσυρε και τραυμάτισε πεζό πρόσωπο που διασταύρωνε την πιο πάνω οδό. Προς επίρρωση των πιο πάνω θέσεων της κατέθεσε το Τεκμήριο 4, έγγραφο το οποίο περιέγραψε ως «Έντυπο Απαίτησης που προέκυψε από το ως άνω ατύχημα.»[15] Κατά την αντεξέταση της, ανέφερε ότι το εν λόγω τεκμήριο αποτελεί γραπτή δήλωση του διευθυντή της Εναγόμενης 1 η οποία συμπληρώθηκε «με βοήθεια ατόμου των κεντρικών γραφείων.»[16] Ο Εναγόμενος 2 αρνήθηκε ότι είχε ευθύνη για το Ατύχημα, ότι απλώς ακούμπησε τον κ. Παναγιώτου μόνο με το καθρεφτάκι του και δεν προκλήθηκαν ζημιές. 38. Η πιο πάνω συζήτηση δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα, ούτε και δύναται το ζήτημα της ευθύνης του Ατυχήματος να τύχει ανάλυσης και να αποφασισθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Το ζήτημα της ευθύνης του Ατυχήματος αποτελούσε αντικείμενο της Αγωγής 2011 και το ζήτημα έχει εξαντληθεί με την έκδοση της Απόφασης. Εάν και εφ' όσον ο Εναγόμενος 2 επιθυμούσε να θέσει ζήτημα προς υπεράσπιση του ως προς την ευθύνη του Ατυχήματος, όφειλε, ακόμα και κατόπιν της έκδοσης της Απόφασης, να αποταθεί σε εκείνη τη διαδικασία με κατάλληλο διάβημα. Παραπέμπω στα όσα ήδη κατέγραψα επί του σημείου στην παρ. 20 - 22 πιο πάνω. Συνεπώς, τα όσα οι μάρτυρες ανέφεραν ως προς τις συνθήκες του Ατυχήματος, δεν σχετίζονται με την παρούσα αγωγή και συνεπώς οι σχετικές αναφορές τους δεν δύνανται να ληφθούν και δεν λαμβάνονται υπόψιν. 39. Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω και για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνονται τα εξής σε σχέση με το Τεκμήριο 4. Η θέση της ΜΕ2 ότι το έγγραφο συμπληρώθηκε από τον διευθυντή της Εναγόμενης 1 δεν στηρίζεται στο περιεχόμενο του. Εκεί καταγράφεται περιγραφή του Ατυχήματος στο πρώτο πρόσωπο. Ειδικότερα αναφέρεται ότι «καθώς οδηγούσα τη μοτοσυκλέτα (.) για να παραδώσω γύρο επί της οδού Αποστόλου Βαρνάβα σε κάποιο σημείο του δρόμου γέροντας 70 ετών περίπου διασταύρωνε το δρόμο, τον απέφυγα αλλά του κτύπησα (.)» Πλην όμως, ο διευθυντής του Εναγόμενου 1 δεν ήταν ο οδηγός του Οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο του Ατυχήματος. Το εν λόγω έγγραφο δεν υπογράφεται από τον ίδιο τον διευθυντή του Εναγόμενου 1, ούτε και κλήθηκε οιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τη θέση της ΜΕ2, βοήθησε τον εν λόγω διευθυντή της Εναγόμενης 1, να το συμπληρώσει, ώστε να καταθέσει επί του σημείου. Τούτων δοθέντων, δεν δύναμαι να αποδεχθώ τη θέση της ΜΕ2 ότι το εν λόγω έγγραφο συμπληρώθηκε από την Εναγόμενη 1 δια μέσου του διευθυντή της. Σημειώνω εδώ ότι δεν αποτέλεσε τη θέση της ΜΕ2, ότι το Τεκμήριο 4 συμπληρώθηκε από τον Εναγόμενο 2. Επομένως, η σχετική υποβολή του συνηγόρου των Εναγόμενων προς τον ΜΥ2, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή.[17] Επιπρόσθετα, στη βάση των πιο πάνω, προκύπτει ότι απομένει παντελώς άγνωστο από ποιο πρόσωπο συμπληρώθηκε το εν λόγω έγγραφο. Υπό το φως της ως άνω διαπίστωσης μου συνάγεται ότι το Τεκμήριο 4 αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία η οποία υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες κατατέθηκε δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της (βλ. άρθρο 27
(2)(η)) και τούτου δοθέντος, δεν δύναμαι να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της. (vi) Κατά πόσο η Εναγόμενη 1 επέτρεψε την χρήση του Οχήματος από τον Εναγόμενο 2
- Αποτέλεσε τη θέση της ΜΕ2 ότι ο Εναγόμενος 2 οδήγησε το Όχημα «με τη συγκατάθεση και δια τους σκοπούς και δια λογαριασμό και προς όφελος και ως υπάλληλος της Εναγόμενης 1.»[18] Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση της που βασίζει τη θέση της αυτή απάντησε ότι «ο Εναγόμενος 1 είχε προβεί σε γραπτή δήλωση ατυχήματος και ανέφερε ότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα ο Εναγόμενος
- Δεν ανέφερε ότι είναι χωρίς τη συγκατάθεση του και ότι την πήρε ο Εναγόμενος
- Άρα ήταν με τη συγκατάθεση του Εναγόμενου 1.»[19] Η ΜΕ2 επί του σημείου αναφερόταν στο Τεκμήριο
- Πλην όμως, ως προανέφερα, το Τεκμήριο 4 δεν υπογράφεται από την Εναγόμενη
- Σχετικά είναι και τα όσα έχω ήδη καταγράψει στην παρ. 39 πιο πάνω. Ακόμα και στη βάση της δικής της θέσης, ότι η Εναγόμενη 1 προέβη σε μια τέτοια δήλωση, δεν δύναται ευλόγως να εξαχθεί και το πρόσθετο συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη 1 εξουσιοδότησε ή άλλως πως συγκατατέθηκε στη χρήση του Οχήματος από τον Εναγόμενο
- Πουθενά δεν προκύπτει το γεγονός αυτό από το Τεκμήριο 4 αλλά ούτε και στη βάση του περιεχομένου του προκύπτει ότι θα έπρεπε να είχε αναφερθεί οτιδήποτε επί του του σημείου από οποιοδήποτε πρόσωπο συμπλήρωσε το εν λόγω έγγραφο. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι η πιο πάνω πρωταρχική της θέσης αποτελεί προϊόν υποκειμενικής της εικασίας ή αντίληψης και δεν δύναμαι να την αποδεχθώ. (vii) Πρότερη ενημέρωση των Εναγόμενων από την Ενάγουσα και/ή τους συνηγόρους της
- Σε σχέση με την πρότερη ενημέρωση της Ενάγουσας αναφορικά με την πρόθεση της να αποζημιώσει τον ενάγοντα στα πλαίσια της Αγωγής 2011, η ΜΕ2 κατέθεσε τα Τεκμήρια 6, 7, 8, 10 και 11 τα οποία αποτελούνται από επιστολές, μέρος των οποίων, σύμφωνα με τη θέση της ιδίας, η Ενάγουσα απέστειλε στους Εναγόμενους. Αμφότεροι οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν ότι παρέλαβαν οιαδήποτε από τις εν λόγω επιστολές.
- Ειδικότερα, η πρώτη επιστολή (Τεκμήριο 6), φέρει ημερομηνία 30.11.2010 και απευθύνεται προς την Εναγόμενη
- Γίνεται αναφορά επί του περιεχομένου της, ότι απεστάλη «συστημένη». Αντεξεταζόμενη η ΜΕ2 επί της εν λόγω επιστολής ανέφερε ότι η εν λόγω επιστολή υπογράφεται από τον κ. Αχιλλέα Θεοδότου και ότι, εξ όσων γνωρίζει από τις διαδικασίες της Ενάγουσας, όλες οι επιστολές αποστέλλονται. Ερωτηθείσα για το πού βρίσκεται το αποδεικτικό της εν λόγω συστημένης επιστολής, απάντησε ότι δεν γνωρίζει όπως επίσης δεν γνωρίζει κατά πόσο η εν λόγω επιστολή πράγματι παραλήφθηκε από την Εναγόμενη
- Σημειώνω εδώ ότι η θέση της ΜΕ2 ότι σύμφωνα με τη διαδικασία της Ενάγουσας όλες οι επιστολές, όπως είναι το Τεκμήριο 6, αποστέλλονται στους παραλήπτες τους, δεν αμφισβητήθηκε ούτε και διερευνήθηκε περαιτέρω κατά την αντεξέταση της. Πρόσθετα, επί του Τεκμηρίου 6, αναγράφεται η διεύθυνση της Εναγόμενης 1 η οποία αντιστοιχεί με τη διεύθυνση που αναγράφεται επί του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, το περιεχόμενο του οποίου δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης. Συνεπώς, αποδέχομαι τη θέση της ΜΕ2 ότι η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη 1, το Τεκμήριο
- Η δεύτερη επιστολή (Τεκμήριο 7), φέρει ημερομηνία 20.12.2012 και απευθύνεται και πάλιν προς την Εναγόμενη
- Συνοδεύεται, ως η ΜΕ2 ανέφερε, «μαζί με την απόδειξη ταχυδρομικής παραλαβής» αναφέροντας ότι η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από την Εναγόμενη
- Πράγματι, επί του Τεκμηρίου 7, επισυνάπτεται και απόδειξη (ροζ καρτέλα) παραλαβής από την Εναγόμενη 1, η οποία φαίνεται να υπογράφεται από την ίδια (βλ. Emporiki Bank - Cyprus Ltd v. Everocean Shipping Limited κ.ά. Αρ. Αγωγής 5893/2012, 18.2.19 υπό Χ. Μαλαχτό, Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε).
- Παρά τούτο, ο ίδιος ο ΜΥ2 χωρίς οιαδήποτε εύλογη επεξήγηση προέβαλε την έκδηλη αναλήθεια ότι ουδέποτε δεν παρέλαβε η Εναγόμενη 1 την εν λόγω επιστολή. Η θέση του αυτή καταρρίπτεται από το Τεκμήριο
- Η τοποθέτηση του αυτή αναδεικνύει και την ανειλικρινή του διάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο που να επηρεάζει το αξιόπιστο της όλης του εκδοχής.
- Χαρακτηριστικό είναι ακόμα το γεγονός ότι ο ίδιος σε σχέση με την διεύθυνση που αναγράφεται επί του Τεκμηρίου 7, κατέφυγε στην επεξήγηση ότι, το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 1 βρίσκεται στην οδό Λευκωσίας 4, στον Στρόβολο και όχι στην συγκεκριμένη διεύθυνση στη Λεμεσό. Η αντεξέταση του επί του σημείου αφορούσε σε μεταγενέστερη χρονικά επιστολή, το Τεκμήριο 11, πλην όμως οι αναφορές του ΜΥ2 συσχετίζονται και με τις θέσεις του ως προς το Τεκμήριο 7, καθώς και στις δύο επιστολές καταγράφεται η ίδια διεύθυνση. Για την εν λόγω διεύθυνση μάλιστα, πρόσθεσε ότι αποτελεί ένα κατάστημα της Εναγόμενης 1 και ότι εκεί «είναι ένα μεγάλο μπλοκ (.) δεν υπάρχει γραμματοκιβώτιο. Χάνουμε τις επιστολές συνεχώς, δεν τις βρίσκουμε που να αφορά το συγκεκριμένο κατάστημα.»[20] Παρατηρούνται τα εξής:
- Πρώτον, σε ό,τι αφορά τη θέση του ΜΥ2 ότι οι επιστολές στη συγκεκριμένη διεύθυνση «χάνονται» εκφράστηκε με τέτοια γενικότητα, που ουδόλως το Δικαστήριο δύναται να αποδώσει οιαδήποτε αξία σε αυτή. Αντιθέτως, η σχετική του θέση καταρρίπτεται από το γεγονός ότι, ως επιμαρτυρείται από το Τεκμήριο 7, επιστολές που αποστέλλονται στην εν λόγω διεύθυνση παραλαμβάνονται δεόντως.
- Δεύτερον, πουθενά επί των όρων του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να αποστείλει οιαδήποτε ειδοποίηση ή επιστολή στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 1, ακόμα και εάν μπορούσε να εκληφθεί ότι η εν λόγω διεύθυνση δεν είναι το εγγεγραμμένο της γραφείο. Ούτε και προέβαλε μια τέτοια θέση η Εναγόμενη 1 είτε στο δικόγραφο της είτε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Συναφώς, η θέση που εξέφρασε ο ΜΥ2 ως προς το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 1 κρίνεται ως μη σχετική με τα επίδικα θέματα και ως τέτοια δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν.
- Σε ό,τι αφορά τη θέση του συνηγόρου των Εναγόμενων, ότι στο Τεκμήριο 7 δεν καταγράφεται ότι στάλθηκε συστημένη ή διπλοσυστημένη αλλά ούτε και το όνομα του γραφείου που την απέστειλε πέραν από την υπογραφή στο κάτω μέρος, σημειώνεται ότι οι θέσεις αυτές δεν υποβλήθηκαν στην ΜΕ2 κατά την αντεξέταση της ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθεί σχετικά και συνεπώς δεν δύνανται να ληφθούν και δεν λαμβάνονται υπόψιν (Frederickou Schools Co Ltd a.o. v. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527, Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R.383, 384 και Philippou General Bonded Warehouse Ltd ν. Κώστα Νικολαΐδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1057).
- Υπό το φως των πιο πάνω, αποδέχομαι τη θέση της ΜΕ2 ότι η Ενάγουσα απέστειλε την επιστολή, Τεκμήριο 7, προς την Εναγόμενη 1 και ότι η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από την τελευταία.
- Ανέφερε η ΜΕ2 ότι αντίστοιχη επιστολή της ίδιας ημερομηνίας, επιχειρήθηκε να αποσταλεί και προς τον Εναγόμενο 2, η οποία όμως επιστράφηκε. Προς επίρρωση της εν λόγω θέσης της κατέθεσε το Τεκμήριο 8, από το οποίο προκύπτει ότι πράγματι η εν λόγω επιστολή είχε επιστραφεί. Η θέση της αυτή δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της και την αποδέχομαι.
- Επιστολή με ημερομηνία 10.12.2015, επιχειρήθηκε να αποσταλεί, σύμφωνα με την ΜΕ2 στην Εναγόμενη 1 η οποία όμως επιστράφηκε ως αζήτητη. Η θέση αυτή δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης, ερείδεται επί των Τεκμηρίων 10 και 11 και την αποδέχομαι. Αντίστοιχη επιστολή, σύμφωνα με τη θέση της ΜΕ2, απεστάλη και προς τον Εναγόμενο
- Η θέση του συνηγόρου των Εναγόμενων ότι και αυτή η επιστολή επιστράφη ως αζήτητη, δεν έχει έρεισμα στη βάση του περιεχομένου των Τεκμηρίων 10 και 11 και συνεπώς δεν την αποδέχομαι. Η εν λόγω επιστολή, σύμφωνα με το πιστοποιητικό του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών (βλ. Τεκμήριο 10) απεστάλη στη διεύθυνση Γωνία Αγαπήνωρος & Καρατζιά, Διαμέρισμα 301, στη Λεμεσό η οποία συσχετίστηκε από τον ίδιο τον Εναγόμενο 2 κατά την αντεξέταση του ως η δική του διεύθυνση. Συνεπώς, αποδέχομαι τη θέση της ΜΕ2 ότι το Τεκμήριο 10 απεστάλη και προς τον Εναγόμενο
- VI. EΥΡΗΜΑΤΑ
- Στη βάση της ενώπιον μου αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας, πέραν των ευρημάτων που καταγράφηκαν στην παρ. 14 πιο πάνω, βρίσκω πρόσθετα ότι τα Τεκμήρια 2 και 3 αποτελούν μέρος του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου. Βρίσκω επίσης ότι κατόπιν του Ατυχήματος, στις 30.11.2010 η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη 1 επιστολή ως το Τεκμήριο
- Αναφορικά με το Ατύχημα, ο κ. Παναγιώτου ήγειρε την Αγωγή 2011 εναντίον του Εναγόμενου
- Στα πλαίσια της Αγωγής 2011 εκδόθηκε το Διάταγμα Υποκατάστατης Επίδοσης στις 10.4.
- Πιστό αντίγραφο του Διατάγματος Υποκατάστατης Επίδοσης περιλαμβάνεται επί του Τεκμηρίου
- Ακολούθως, η Αγωγή 2011 επιδόθηκε στην Ενάγουσα η οποία, ως ενδιαφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία, κλήθηκε να εξοφλήσει την απαίτηση του κ. Παναγιώτου δυνάμει της Αγωγής
- Ακολούθως, στις 20.12.12, οι συνήγοροι της Ενάγουσας απέστειλαν επιστολή ημερ. 20.12.12 προς τη Εναγόμενη 1, ως το Τεκμήριο 7, η οποία και παραλήφθηκε από αυτήν. Με την εν λόγω επιστολή την ενημέρωναν, μεταξύ άλλων, για την καταχώρηση της Αγωγής 2011, για την επίδοση της στην Ενάγουσα καθώς και την πρόθεση της να αξιώσει από την Εναγόμενη 1 τυχόν ποσά που κληθεί να καταβάλει στον κ. Παναγιώτου. Αντίστοιχη επιστολή με πανομοιότυπο περιεχόμενο, επιχειρήθηκε να αποσταλεί και προς τον Εναγόμενο 2, η οποία όμως επιστράφηκε ως αζήτητη.
- Ακολούθως, οι συνήγοροι της Ενάγουσας επιχείρησαν να αποστείλουν εκ μέρους της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη διπλοσυστημένη επιστολή με ημερ. 10.12.2015, ως το Τεκμήριο 10 η οποία επίσης επιστράφηκε ως αζήτητη. Πανομοιότυπη επιστολή απέστειλε η Ενάγουσα και στην διεύθυνση Γωνία Αγαπήνωρος & Καρατζιά, Διαμέρισμα 301, στη Λεμεσό, απευθυνόμενη στον Εναγόμενο
- Βρίσκω ακόμη ότι, στις 17.12.2015 εμφανίστηκε εκ μέρους του Εναγόμενου 2 το δικηγορικό γραφείο που σήμερα εκπροσωπεί της Ενάγουσας και αποδέχθηκε την έκδοση της Απόφασης, στα πλαίσια της Αγωγής 2011, όπως και έγινε αυθημερόν. Πιστό αντίγραφο της Απόφασης περιλαμβάνεται επί του Τεκμηρίου
- Το διοριστήριο έγγραφο δικηγόρου για τον εναγόμενο στα πλαίσια της Αγωγής 2011, δεν υπογράφεται από τον ίδιο αλλά από την Ενάγουσα.
- Ακολούθως, η Ενάγουσα εξόφλησε το εξ αποφάσεως ποσό μέσω των τραπεζικών επιταγών που εκδόθηκαν και καταβλήθηκαν προς τον συνήγορο του ενάγοντα στην Αγωγή 2011, μέσω του αντιπροσώπου της Ενάγουσας για τον σκοπό αυτόν, την εταιρεία «E.MI.A. INSURANCE AGENCY LTD». Αντίγραφα των εν λόγω επιταγών περιλαμβάνονται επί του Τεκμηρίου
- Στη βάση του ευρήματος του Δικαστηρίου ότι τα Τεκμήρια 6 και 10 απεστάλησαν στους Εναγόμενους 1 και 2, αντίστοιχα, δημιουργείται τεκμήριο λήψης των εν λόγω επιστολών (βλ. Alpha Bank Ltd, Εμπορευόμενοι ως Lombard Natwest Bank Ltd & Alpha Bank Ltd v. Arena Motor Show Ltd, δια του προσωρινού εκκαθαριστή του Επίσημου Παραλήπτη κ.ά. Πολ. Έφ. 84/2009, 2.10.2015, Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R., Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895 και Θεμιστοκλέους κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Υπουργικού Συμβουλίου κ.ά.
(2007)3 ΑΑΔ 415,). Ως εκ τούτου, το βάρος ανατροπής του τεκμηρίου μεταφέρθηκε στους ώμους των Εναγόμενων οι οποίοι δεν το απέσεισαν. Συναφώς, συνάγεται ότι το Τεκμήριο 6 παραλήφθηκε από την Εναγόμενη 1 και το Τεκμήριο 10 παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο 2 και κατ' επέκταση, ότι ενημερώθηκαν για τα όσα εκεί καταγράφονται. VII. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΕΠΡΑΣΜΑΤΑ 60. Στη βάση του περιεχομένου της δικογραφίας, πρωταρχικής σημασίας καθίσταται η εξέταση της εφαρμογής του άρθρου 14 του Νόμου 96
(1)/2000 (Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Βλάχου κ.ά. Πολ. Έφ. 194/13, 25.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:A446 («Βλάχου»)), δια του οποίου θεσπίζεται η υποχρέωση ασφαλιστών να ικανοποιούν δικαστικές αποφάσεις (βλ. άρθρο 14
(4)του Νόμου 96
(1)/2000 («ο Νόμος»). 61. Απαραίτητη προϋπόθεση ενεργοποίησης της υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης από την ασφαλιστική εταιρεία σε ζημιωθέντα, είναι η έκδοση δικαστικής απόφασης είτε εναντίον προσώπου που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο έγγραφο (άρθρο 14
(1)(α) του Νόμου), είτε εναντίον προσώπου που δεν καλύπτεται από το ασφαλιστήριο έγγραφο (άρθρο 14
(1)(β) του Νόμου), αναφορικά με ευθύνη που απαιτείται να καλύπτεται από ασφαλιστήριο σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου (Βλάχου, Σταυρούλλα Φωτοπούλου και Κώστας Φωτοπούλου ως Διαχειριστές της Περιουσίας του Αποβιώσαντα Αναστάσιου Φωτοπούλου ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία (Δημόσια) Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1246 («Φωτοπούλου»), Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ v. Πιτσιλλίδη, Πολ. Έφεση Αρ. 32/2015, 31.05.2024 και Γεώργιος Αιντινίδης ν. Άλφα Ασφαλιστική Λτδ, Πολ. Εφεση 238/18, 28.6.2014). Απαιτείται, δυνάμει του άρθρου 4
(1)(β)(i), ένα ασφαλιστήριο έγγραφο «να ασφαλίζει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα ή τις κατηγορίες προσώπων που καθορίζονται ρητά σε αυτό για οποιαδήποτε ευθύνη αυτού ή αυτών που τυχόν να προκύψει έναντι ζημιωθέντων.» Επομένως, η ευθύνη για ζημιές τρίτων που τυχόν προκύψουν από τη χρήση του Οχήματος, απαιτείτο δια νόμου να καλύπτεται από το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο. 62. Πέραν της έκδοσης μιας τέτοιας δικαστικής απόφασης πρέπει πρόσθετα να πληρούνται, ως αναφέρθηκε στην Φωτοπούλου και οι εξής προϋποθέσεις: (α) πρέπει να έχει εκδοθεί πιστοποιητικό ασφάλισης και (β) το επιδικασθέν ποσό πρέπει να είναι «σε σχέση με ευθύνη για θάνατο ή για σωματική βλάβη ή για ζημιά σε περιουσία» (βλ. άρθρο 14
(4)του Νόμου). Εν προκειμένω, δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης ή συζήτησης το κατά πόσο εκδόθηκε πιστοποιητικό ασφάλισης. Το ίδιο το Τεκμήριο 2, το οποίο αποτελεί μέρος του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου παραπέμπει στην ύπαρξη ενός τέτοιου πιστοποιητικού ασφάλισης. Πρόσθετα, από το γεγονός έκδοσης της Απόφασης, η οποία, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου αφορά το Ατύχημα, συνάγεται αβίαστα ότι το εκεί επιδικασθέν ποσό αφορά ζημιά του τρίτου πρόσωπου, του κ. Παναγιώτου. Παρεμβάλλω εδώ, ότι το άρθρο 15
(1)(α) του Νόμου δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης. Πλην όμως προκύπτει εξίσου αβίαστα ότι η Ενάγουσα, ως ασφαλιστική εταιρεία, ειδοποιήθηκε δεόντως για την καταχώρηση της Αγωγής 2011, από το γεγονός ότι η ίδια εμφανίστηκε στα πλαίσια της διαδικασίας και αποδέχθηκε την έκδοση της Απόφασης, ως προκύπτει από τις σχετικές αναφορές της ΜΕ2, τη μαρτυρία της οποίας το Δικαστήριο απεδέχθη ως αξιόπιστη, καθώς και το ίδιο το περιεχόμενο της Απόφασης (Τεκμήριο 1). 63. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου παρέχουν έρεισμα στη θέση της Ενάγουσας δια το ότι ενεργοποιήθηκε η υποχρέωση της για εξόφληση της Απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 14 του Νόμου (βλ. Σταυρούλλα Φωτοπούλου και Κώστας Φωτοπούλου ως Διαχειριστές της Περιουσίας του Αποβιώσαντα Αναστάσιου Φωτοπούλου ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία (Δημόσια) Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1246), θέση την οποία για όλους τους πιο πάνω λόγους, έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Τούτο και έπραξε, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, μέσω του αντιπροσώπου της δια της παραχώρησης των επιταγών επί του Τεκμηρίου 9 προς τον συνήγορο του κ. Παναγιώτου.
- Το ερώτημα συνεπώς που απομένει είναι κατά πόσο υπό τις πιο πάνω συνθήκες δικαιούνται σε ανάκτηση από τους Εναγόμενους των ποσών που κατέλαβαν προς εξόφληση της Απόφασης.
- Το άρθρο 14 του Νόμου παραχωρεί το δικαίωμα προς ασφαλιστή σε μια τέτοια ανάκτηση, μόνο εκεί όπου η ευθύνη για την οποία καταβλήθηκε αποζημίωση από τον ασφαλιστή εμπίπτει εντός της εμβέλειας του άρθρου 14(β) του Νόμου, ήτοι, όπου η ευθύνη «θα καλυπτόταν εάν το ασφαλιστήριο παρείχε κάλυψη σε οποιοδήποτε πρόσωπο» και «η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου άλλου από αυτό που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο». Σε μια τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 14
(2), ο ασφαλιστής «δικαιούται να ανακτήσει το ποσό αυτό από τέτοιο πρόσωπο ή τον κάτοχο του ασφαλιστηρίου ή τον ασφαλισμένο.» 66. Με δεδομένο δηλαδή το σαφές λεκτικό της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 14
(2)του Νόμου, συνάγεται ότι εάν η περίπτωση δεν εμπίπτει στο άρθρο 14
(1)(β) του Νόμου αλλά εμπίπτει στο άρθρο 14
(1)(α) του Νόμου, τότε, ακόμα και εάν η ασφαλιστική εταιρεία υποχρεωθεί (δυνάμει του άρθρου 14
(1)του Νόμου) να καταβάλει αποζημίωση, δεν δικαιούται, με βάση τον Νόμο, σε ανάκτηση της εν λόγω αποζημίωσης.
- Εν προκειμένω, η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον του Εναγόμενου 2, ο οποίος αποτελεί πρόσωπο «άλλο» από το εδώ ασφαλιζόμενο πρόσωπο, την Εναγόμενη
- Συνεπώς, η προϋπόθεση αυτού του σκέλους του άρθρου 14
(1)(β) του Νόμου ικανοποιείται. 68. Το επόμενο ερώτημα είναι το κατά πόσο η καταβολή αποζημίωσης από την εδώ Ενάγουσα προς τον ενάγοντα στην Αγωγή 2011, δυνάμει της Απόφασης, αφορά σε ευθύνη που δεν καλυπτόταν από το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, ως η περαιτέρω προϋπόθεση του άρθρου 14
(1)(β) του Νόμου.
- Αποτέλεσε την δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι, «ο Εναγόμενος 2 δεν ήτο εξουσιοδοτημένος οδηγός σύμφωνα με το ασφαλιστήριο έγγραφο για να οδηγήσει (.) [το Όχημα] αφού δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης.»[21] Σε όλο το δικόγραφο της Ενάγουσας, η κατ' ισχυρισμό παραβίαση του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου στηρίζεται επί του γεγονότος ότι ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν αδειούχος οδηγός. Υπενθυμίζω ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν «αδειούχος οδηγός» περιορίστηκε στο ότι δεν ήταν αδειούχος οδηγός του Οχήματος, ήτοι της μοτοσυκλέτας, γεγονός που είναι κοινώς αποδεκτό.
- Ανατρέχοντας στο Τεκμήριο 2, το οποίο αποτελεί μέρος του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, γίνεται αναφορά στο ότι οι «εξουσιοδοτημένοι οδηγοί» και οι «περιορισμοί ως προς τη χρήση» του Οχήματος, «περιγράφ(ονται) στο πιστοποιητικό ασφάλισης» (βλ. Τεκμήριο 2). Πλην όμως το εν λόγω πιστοποιητικό ασφάλισης δεν προσκομίστηκε στη διαδικασία ώστε να δύναται το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τους σχετικούς όρους ως προς τους «εξουσιοδοτημένους οδηγούς» και τους «περιορισμούς ως προς τη χρήση του Οχήματος» και να κρίνει κατά πόσο οι περιστάσεις της χρήσης του Οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο του Ατυχήματος, εμπίπταν ή εκπίπταν της εμβέλειας της ασφαλιστικής κάλυψης δυνάμει του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου και, κατ' επέκταση, να συμπεράνει κατά πόσο η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει εντός της εμβέλειας του άρθρου 14
(1)(β) του Νόμου. 71. Το πιο πάνω κενό, ως ζήτημα απόδειξης της υπόθεσης της Ενάγουσας, δεν δύναται να διασωθεί στη βάση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 3, επί του οποίου περιλαμβάνονται ορισμένες εξαιρέσεις ευθύνης του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου. Εκεί τίποτε δεν αναφέρεται ως προς συγκεκριμένους περιορισμούς στη χρήση του Οχήματος ή οτιδήποτε που έχει να κάνει με άδεια οδήγησης εξουσιοδοτημένου ή μη εξουσιοδοτημένου οδηγού, ώστε να δύναται να διαπιστωθεί η οιαδήποτε παραβίαση του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου «από τους Εναγόμενους», ως η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας (βλ. παρ. 13 της Έκθεσης Απαίτησης). Γίνεται αναφορά μάλιστα σε κάποιο Μέρος Ι, και άλλες παραγράφους του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, χωρίς αυτοί οι όροι να έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Η πλευρά της Ενάγουσας επανέλαβε, κατ' ουσίαν τη θέση της ότι ο Εναγόμενος 2 δεν είχε άδεια οδήγησης, χωρίς να παραπέμπει σε συγκεκριμένο όρο του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, ούτε όμως και να παρουσιάζει έναν τέτοιον όρο, ώστε το Δικαστήριο να δύναται να εξαγάγει το νομικό συμπέρασμα περί παραβίασης του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, κατ' εφαρμογή και των ερμηνευτικών κανόνων ασφαλιστηρίων συμβολαίων (βλ. Αλεξάνδρου ν. Eurolife
(2016)1 ΑΑΔ 242 και Λιπερή, ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Ελευθερίου Γεωργίου Πουντζιουρή ν. Ecclesiastical Insurance Office Plc κ.ά. Πολ. Έφ. 42/13, 19.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:A329.) Ενδεικτική δε του εύρους του καθήκοντος του Δικαστηρίου στην ερμηνεία των επίμαχων όρων του ασφαλιστηρίου, αποτελεί η ίδια η Βλάχου, όπου τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Ανώτατο Δικαστήριο είχαν ενώπιον τους το σύνολο των σχετικών όρων και η Αλεξάνδρου ν. Κόσμος Ασφαλιστική Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφ. 34/13, 4.2.2019, ECLI:CY:AD:2019:A
- Παρεμβάλλω εδώ ότι διαφορετική ήταν επί του σημείου η περίπτωση στη Βλάχου, υπό την έννοια ότι εκεί δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο οδηγός του εκεί μηχανοκινήτου οχήματος δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να το οδηγεί, δυνάμει του εκεί ασφαλιστηρίου συμβολαίου για τους λόγους που επίσης εκεί αναφέρονται. Εν προκειμένω, η παραδοχή των Εναγόμενων περιορίζεται στο ότι ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης μοτοσυκλέτας, όπως είναι το Όχημα. Τούτο από μόνο του, στην απουσία των σχετικών όρων του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, δεν δύναται να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί παραβίασης του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου. Μια τέτοια κατάληξη θα ήταν το προϊόν πολλαπλών εικασιών, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, υπό το φως και του ίδιου του άρθρου 14
(2)του Νόμου, όπου αναφέρεται ότι (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): «Για την εξακρίβωση, για τους σκοπούς του εδαφίου
(1)πιο πάνω, κατά πόσο ευθύνη καλύπτεται ή θα καλυπτόταν από το ασφαλιστήριο, το μέρος του ασφαλιστηρίου που επιχειρεί να περιορίσει την κάλυψη των προσώπων που ασφαλίζονται με βάση το ασφαλιστήριο με αναφορά στην ύπαρξη άδειας οδήγησης που να εξουσιοδοτεί τον οδηγό του οχήματος, θα θεωρείται ως ανίσχυρο» 73. Το πιο πάνω άρθρο ξεκαθαρίζει ότι εάν ο όρος εξαίρεσης αφορά στην άδεια οδήγησης του οδηγού, τότε, η περίπτωση δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι εμπίπτει εντός του άρθρου 14
(1)(β) του Νόμου αλλά εντός του άρθρου 14
(1)(α) του Νόμου και κατ' επέκταση η ασφαλιστική εταιρεία δεν θα δικαιούται σε ανάκτηση στον βαθμό που βασίζεται σε έναν τέτοιον όρο. 74. Όπως επεξηγείται από τους συγγραφείς του Apil Guide to RTA Liability, 3η έκδοση
(2018), στο κεφάλαιο 25 'The Insurer's Liability - Liability under the Road Traffic Act 1988' (Lexis Nexis citation) στην παρ. 25.23, αναφορικά με το άρθρο 151
(3)του αντίστοιχου αγγλικού Road Traffic Act 1988 το οποίο είναι πανομοιότυπο με την πιο πάνω πρόνοια του Νόμου (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): "It does not matter that the RTA policy excludes cover to persons without a driving licence, s. 151 still applies by virtue of s 151
(3). This section states that in deciding whether a liability is or would be covered by the terms of a policy: '. so much of the policy . as purports to restrict . the insurance of the persons insured by the policy . by reference to the holding by the driver of the vehicle of a licence authorising him to drive it shall be treated as of no effect.' Accordingly, thieves with no driving licences are covered and the insurer which issued a certificate covering the car is bound to satisfy the judgment against the thief under s 151." 75. Συναφώς, στον βαθμό που ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρχε στο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο όρος που να εξαιρούσε την ευθύνη της Ενάγουσας, στη βάση του ότι ο οδηγός του Οχήματος, ως η δικογραφημένη θέση της, δεν είχε άδεια οδήγησης του Οχήματος, ο όρος αυτός ήταν ανίσχυρος για σκοπούς κρίσης ως προς το κατά πόσο πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 14
(1)(β), η οποία, υπενθυμίζω και τονίζω εμφαντικά, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση ενεργοποίησης του δικαιώματος της Ενάγουσας σε ανάκτηση του ποσού που έχει καταβάλει, σε αντιδιαστολή με το άρθρο 14
(1)(α) του Νόμου. 76. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου επισφραγίζουν την αποτυχία της Αγωγής. Τούτο διότι, αφ' ενός, το δικαίωμα ανάκτησης της Ενάγουσας που θεσμοθετείται δυνάμει του άρθρου 14
(2)του Νόμου, έχει ως προϋπόθεση, επαναλαμβάνω, η περίπτωση να έχει κριθεί ότι εμπίπτει εντός της εμβέλειας του άρθρου 14
(1)(β) του Νόμου και όχι εντός του άρθρου 14
(1)(α) του Νόμου. Η Ενάγουσα δεν απέδειξε ότι η ευθύνη για την οποία κάλυψε τον κ. Παναγιώτου, ενέπιπτε εντός του άρθρου 14
(1)(β) του Νόμου. 77. Αφ' ετέρου, κατ' ίδιο πλέγμα, το δικαίωμα ανάκτησης της Ενάγουσας δυνάμει του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου (ακόμη και εάν, για χάριν συζήτησης, ένας τέτοιος συμβατικός όρος δύναται να αλλοιώσει προς όφελος των ασφαλιστών την αυστηρότητα του κριτηρίου του άρθρου 14
(1)(β) του Νόμου) τίθεται και πάλιν υπό την προϋπόθεση ότι η Ενάγουσα δεν θα ήταν υπόλογη να το καταβάλει δυνάμει των όρων του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, στοιχείο το οποίο η Ενάγουσα δεν απέδειξε για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί. Παραθέτω αυτούσιο τον σχετικό όρο ο οποίος βρίσκεται στο Τεκμήριο 3 και έχει ως εξής (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): «Σε περίπτωση που η Εταιρεία καταβάλει οποιοδήποτε ποσό βάσει των διατάξεων του Νόμου το οποίο δεν θα ήταν υπόλογη να καταβάλει δυνάμει των Όρων του Ασφαλιστηρίου αυτού, τότε ο Ασφαλισμένος και/ή ο οδηγός οφείλει να επιστρέψει το ποσό αυτό στην Εταιρεία και η Εταιρεία δικαιούται να επιζητήσει την ανάκτηση του ποσού αυτό από τον Ασφαλισμένο και/ή τον οδηγό.» VIII. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Υπό το φως των πιο πάνω η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον της Ενάγουσας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. παρ. 7 της Έκθεσης Απαίτησης. [2] Βλ. παρ. 8 της Έκθεσης Απαίτησης. [3] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.10.24, σελ. 13, γρ. 29 μέχρι σελ. 14, γρ.
- [4] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.10.24, σελ. 3, γρ. 24 -
- [5] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.10.24, σελ. 3, γρ. 26 -
- [6] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. [7] Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401 και βλ. ΧΧΧ Κουσουλίδης ν. Αστυνομία Ποιν. Έφ. 10/18, 9.11.2018, Ζερβού κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 2192. [8] Ζερβού ν. Ζερβού
(2011)1 ΑΑΔ 2192. [9] Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, R.K.B. LEATHERGOODS LIMITED v. Αγγελίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1071 και Οράτη ν. Παστού
(2000)1 Α.Α.Δ. 1787. [10] Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489. [11] Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ
- [12] Βασιλείου ν Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 159/09, 4.5.
- [13] Βλ. πρακτικά 19.10.24, σελ. 15 -
- [14] Βλ. παρ. (Ζ) σελ. 5 της γραπτή αγόρευσης του κ. Αδαμίδη. [15] Βλ. παρ. 6(α) της Έγγραφου Α. [16] Βλ. πρακτικά 9.10.24, σελ.
- [17] Βλ. πρακτικά 15.10.24, σελ.
- [18] Βλ. παρ. 6 του Έγγραφου Α. [19] Βλ. πρακτικά 9.10.24, σελ.
- [20] Βλ. πρακτικά 15.10.24, σελ.
- [21] Βλ. παρ. 12 της Έκθεσης Απαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο