← Κύπρος

ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6080/16, 25/10/2024

ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6080/16, 25/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6080/16 Μεταξύ: ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ Ενάγοντα -και-

  1. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
  2. ALEXIS FARMERS LIFE LTD
  3. ΝΙΚΟΥ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ
  4. ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Εναγόμενου Ημερομηνία: 25 Οκτωβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα / εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο: κα Ε. Μιχαήλ για Ε. Μιχαήλ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 1 / εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα 1: Αυτοπροσώπως Για Εναγόμενο 3 / εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα 3: Αυτοπροσώπως Για Εναγόμενους 2 και 4 / εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες 2 και 4: Καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
  5. Με την παρούσα αγωγή του ο Ενάγων / εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος («ο Ενάγων») αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων / εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων («οι Εναγόμενοι»), αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των €13.500 ως οφειλόμενο υπόλοιπο, πλέον τόκο προς 7% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 9.11.16 μέχρι εξόφλησης.
  6. Ισχυρίζεται μέσω της Έκθεσης Απαίτησης του ότι κατά ή περί τις 23.9.16, οι Εναγόμενοι 1 και 2 βρέθηκαν ένοχοι του ποινικού αδικήματος έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα, οι οποίες είχαν εκδοθεί προς όφελος του Ενάγοντα, για ποσό ύψους €16.000 («η Ποινική Υπόθεση»). Οι Εναγόμενοι 1 και 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής τους, προσφέρθηκαν να εξοφλήσουν τον Ενάγοντα πλην όμως αδυνατούσαν να τον εξοφλήσουν πλήρως. Ως εκ τούτου συνομολογήθηκε μεταξύ τους συμφωνία δια της οποίας οι Εναγόμενοι 1 και 2 αναγνώρισαν, κατ' ουσίαν, ότι όφειλαν στον Ενάγοντα το ποσό των €14.500 («η Συμφωνία»). Επιπλέον, ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε γραμμάτιο συνήθους τύπου το οποίο διαλάμβανε ότι όφειλε να εξοφλήσει το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό των €14.500 προς τον Ενάγοντα, με 14 μηνιαίες δόσεις των €1.000 έκαστης, με έναρξη πληρωμής της πρώτης δόσης στις 1.5.2016 και κάθε επόμενης δόσης την 1η ημέρα κάθε επόμενου μήνα, με την τελευταία δόση των €500 να είναι πληρωτέα στις 1.7.2017 («το Γραμμάτιο»). Το Γραμμάτιο επίσης προνοούσε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οιαδήποτε δόσης, τότε ολόκληρο το υπόλοιπο οφειλόμενο καθίσταται απαιτητό και πληρωτέο και θα φέρει τόκο προς 7% ετησίως. Την ευθύνη του Εναγόμενου 1 η οποία πηγάζει από το Γραμμάτιο, εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 δια της δια της υπογραφής τους επί χωριστού εγγράφου εγγύησης, η οποία επίσης υπεγράφη την ίδια ημερομηνία («η Συμφωνία Εγγύησης»).
  7. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της ευθύνης του Εναγόμενου 1 έναντι του Ενάγοντα, η Εναγόμενη 2 μεταβίβασε όχημα ιδιοκτησίας της επ' ονόματι του Ενάγοντα («το Όχημα») ενώ, δυνάμει της Συμφωνίας, συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, όπως με την αποπληρωμή του οφειλόμενου από τον Εναγόμενο 1 ποσού, το Όχημα μεταβιβαστεί πίσω στην Εναγόμενη
  8. Σε περίπτωση δε παράλειψης καταβολής δύο δόσεων, συμφωνήθηκε ότι ο Ενάγων θα έχει δικαίωμα εκποιήσεως του Οχήματος χωρίς περιορισμό ως προς την τιμή πώλησης του. Το δε Όχημα ήταν αξίας περίπου €2.
  9. Κατόπιν των πιο πάνω, η μοναδική πληρωμή την οποία έχει κάνει ο Εναγόμενος 1 ανέρχεται στο ποσό των €1.000 ενώ παρέμεινε ως υπόλοιπο οφειλόμενο το ποσό των €13.500 πλέον τόκοι και έξοδα.
  10. Οι Εναγόμενοι, μέσω του τότε δικηγόρου τους, ήγειραν υπεράσπιση και ανταπαίτηση δια της οποίας αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Ισχυρίστηκαν ότι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν την Συμφωνία κατόπιν άδικης πίεσης από τον Ενάγοντα, η οποία και είναι προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού. Το ίδιο ισχύει, κατά τη θέση τους, κατ' αναλογίαν και για τη Συμφωνία Εγγύησης αλλά και την ενέργεια της Εναγόμενης 2 για τη μεταβίβαση του Οχήματος επ' ονόματι του Ενάγοντα. Περιπλέον ισχυρίζονται ότι η αξία του Οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο ανερχόταν σε €8.000 και όχι σε €2.000, ως ο Ενάγων ισχυρίζεται. Ως εκ τούτου, αξίωσαν ακύρωση του Γραμματίου, της Συμφωνίας και του Εγγράφου Εγγυήσεως.
  11. Δια της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του Ενάγοντα, ο ίδιος επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του στην Έκθεση Απαίτησης του και αρνείται τη θέση των Εναγόμενων περί οικονομικού εξαναγκασμού τους ή άλλως πως πιέσεως που, κατά τη θέση τους, ασκήθηκε σε βάρος τους από τον Ενάγοντα, για τους λόγους που εκεί καταγράφονται.
  12. Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας μεταξύ των μερών, οι Εναγόμενοι άλλαξαν περί τους τέσσερις δικηγόρους ενώ, εν τέλει, οι Εναγόμενοι 1 και 3 εκπροσωπήθηκαν αυτοπροσώπως και οι Εναγόμενοι 2 και 4 δεν εκπροσωπήθηκαν ούτε και εμφανίσθηκαν στην ακροαματική διαδικασία. ΙΙΙ. ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
  13. Προς υποστήριξη της απαίτησης, κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγων ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. εκεί κατ' ουσίαν επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του προσθέτοντας ότι κατά το χρόνο που αποφάσισε να πωλήσει το Όχημα κατόπιν της παράβασης σύμβασης από πλευράς Εναγόμενων 1 και 2, διεφάνη ότι είχε μηχανικά και μηχανολογικά προβλήματα, ότι έπρεπε να αλλαχθεί η ταπετσαρία του ενώ θα έπρεπε να καταβληθούν τέλη κυκλοφορίας αρκετών ετών. Το σύνολο του κόστους των εν λόγω επιδιορθώσεων και καταβολής καθυστερημένων τελών κυκλοφορίας, ανήλθε στο συνολικό ποσό των €3.
  14. Προς υποστήριξη του συνόλου των θέσεων του κατέθεσε τα Τεκμήρια 1 μέχρι 15, επί των οποίων περιλαμβάνονται και η Συμφωνία, το Γραμμάτιο, η Συμφωνία Εγγύησης και έγγραφα που αφορούν στην καταβολή του πιο πάνω ποσού των €3.
  15. Ειδική μνεία σε αυτά θα προβώ στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του Ενάγοντα.
  16. Αντεξεταζόμενος από τον Εναγόμενο 1, αναφέρθηκε εκ νέου στα προβλήματα που παρουσίαζε το Όχημα πριν από την πώληση του. Αντεξεταζόμενος από τον Εναγόμενο 3 ερωτήθηκε κατά πόσο εκείνος ως εγγυητής θα έπρεπε να γνωρίζει ότι το Όχημα δεν ήταν εγγεγραμμένο ή κατά πόσο έχει μηχανικά ή άλλα προβλήματα. Απάντησε ότι δόθηκε το Όχημα σαν πρόσθετη εγγύηση αλλά ο ίδιος δεν ήταν υποχρεωμένος να το κρατήσει, επεξηγώντας τους λόγους που το κράτησε.
  17. Για τον Εναγόμενο 1 κατέθεσε ο ίδιος ο οποίος κατέθεσε επίσης γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Εκεί αναφέρθηκε στις περιστάσεις παράδοσης των επιταγών που οδήγησαν στην Ποινική Υπόθεση και εξόφληση μέρους αυτών από τον ίδιο, ενώ ανέφερε ότι τέθηκε σε μειονεκτική θέση λόγω της απειλής για φυλάκιση του και υπεγράφη υπό τον εκβιασμό του Ενάγοντα και του περιβάλλοντος του. Το δε Όχημα είχε εκτιμηθεί πάνω από €12,000 και παραδόθηκε επίσης υπό καθεστώς εκβιασμού. Ισχυρίστηκε δε ότι το Όχημα πωλήθηκε σε εξευτελιστική τιμή. Αντεξεταζόμενος, μεταξύ άλλων, συμφώνησε ότι υπέγραψε τη Συμφωνία.
  18. Για τον Εναγόμενο 3 επίσης κατέθεσε ο ίδιος και υιοθέτησε τα όσα ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε στη γραπτή του δήλωση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος δέχθηκε τηλεφώνημα από το δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων του Ενάγοντα, όπου του αναφέρθηκε ότι πρέπει να υπογράψει ένα γραμμάτιο για να μην καταδικαστεί ο Εναγόμενος 1 σε φυλάκιση και έφυγε από το γραφείο του και μετέβη αμέσως στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο. Ανέφερε επίσης ότι δεν διάβασε το Γραμμάτιο προτού το υπογράψει ενώ δεν θυμόταν κατά πόσο υπέγραψε και ένα άλλο έγγραφο. IV. ΚΟΙΝΩΣ ΑΠΟΔΕΚΤΑ ΚΑΙ/Η ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
  19. Από τη δικογραφία και την προσαχθείσα μαρτυρία προκύπτουν τα πιο πάνω ως κοινώς αποδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα: (α) Στις 4.3.2016 εκδόθηκε η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, σε ποινική υπόθεση δια της οποίας οι Εναγόμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι για το αδίκημα έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση των άρθρων 305Α

(2)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως Τεκμήριο 1∙ (β) Στις 29.3.2016 υπεγράφη από τον Εναγόμενο 1 προς όφελος του Ενάγοντα, το Γραμμάτιο, ως το Τεκμήριο
  1. Αυθημερόν, υπεγράφη η Σύμβαση Εγγύησης από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4, ως το Τεκμήριο
  2. Υπεγράφη επίσης, την ίδια ημερομηνία, η Συμφωνία, μεταξύ του Ενάγοντα, αφ' ενός, και των Εναγόμενων 1 και 2, αφ' ετέρου, ως το Τεκμήριο 4∙ (γ) Ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2 έναντι του Ενάγοντα, η Εναγόμενη 2 μεταβίβασε επ' ονόματι του Ενάγοντα το Όχημα σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας∙ (δ) Στις 25.7.2016 ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε στον Ενάγοντα έναντι του χρέους του το ποσό των €1000 έναντι του χρέους του προς τον Ενάγοντα∙ (σ) Ο Ενάγων πώλησε το Όχημα για το ποσό των €1800 στον πεθερό του, αφού οι Εναγόμενοι 1 και 2 καθυστερούσαν την αποπληρωμή του οφειλόμενου προς τον Ενάγοντα ποσού, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας και του Γραμματίου∙ και (ε) Οι συνήγοροι του Ενάγοντα απέστειλαν στους Εναγόμενους επιστολές, ως τα Τεκμήρια 11 μέχρι
  3. Συνεπώς, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. V. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
  4. Στα πλαίσια του πρωταρχικού καθήκοντος του παρόντος Δικαστηρίου για αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεταν και διεξήλθα με προσοχή την ενώπιον μου μαρτυρία στην πλήρη της έκταση χωρίς να περιορίζομαι στα όσα παρέθεσα συνοπτικώς πιο πάνω. Η ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης επέτρεψε στο Δικαστήριο να παρακολουθήσει την αμεσότητα με την οποία οι μάρτυρες απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους, τον τρόπο αφήγησης της εκδοχής τους και γενικά την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν και την όλη στάση τους από το εδώλιο του μάρτυρα.[1] Έλαβα υπόψιν μου τα πιο πάνω χωρίς να αποδίδω υπέρμετρη βαρύτητα στα ως άνω εξωτερικά γνωρίσματα των μαρτύρων, έχοντας κατά νουν ότι ένας αναξιόπιστος μάρτυρας συμβαίνει να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα.[2] Συναφώς, έλαβα υπόψιν μου επιπλέον την λογικοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών η ουσιωδών αντιφάσεων[3] ή οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος τους. Το Δικαστήριο έχει επίσης υπόψιν του ότι αντιφάσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία για να καθιστούν αναξιόπιστο ένα μάρτυρα, πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή, να πλήττουν ουσιωδώς την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεση του να ψευσθεί και να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το δικαστήριο.[4] Λαμβάνω επίσης υπόψιν μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά,[5] αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές[6] και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων.[7] Στα πλαίσια αυτά το Δικαστήριο έχει υπόψιν του ότι το πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου στην αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας είναι διακριτό από την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στη βάση του βάρους και επιπέδου απόδειξης. (α) Αξιολόγηση μαρτυρίας Ενάγοντα
  5. Ο Ενάγων άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από ειρμό και συνοχή με το σύνολο των θέσεων του να ερείδονται επί της ενώπιον μου έγγραφης μαρτυρίας. Ο ίδιος παρέμεινε απολύτως σταθερός και συνεπής κατά την αντεξέταση του τόσο σε σχέση με τις δικογραφημένες θέσεις του όσο και σε σχέση με τις θέσεις του κατά την κυρίως εξέταση του. Ουδόλως κλονίστηκε η μαρτυρία του σε οιονδήποτε βαθμό ενώ τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ερείδονται επί της ενώπιον μου έγγραφης μαρτυρίας.
  6. Προβάλλει ο Εναγόμενος 1 μέσω της γραπτής του αγόρευσης ότι τα Τεκμήρια 5 μέχρι 7 παρουσιάζουν ανακρίβειες και ελλιπή στοιχεία, πλην όμως οι εν λόγω θέσεις του δεν τέθηκαν στον Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ώστε να έχει τη δυνατότητα να τοποθετηθεί αναλόγως (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc
(2002)1 A.A.Δ.1527.) Το ίδιο ισχύει και για τη θέση του ότι το Τεκμήριο 6 φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας που ο Ενάγων ανέφερε ότι πώλησε το Όχημα, σε σχέση με την οποία, ενδεχόμενα, να υπήρχε κάποια επεξήγηση εάν του ετίθετο το ζήτημα κατά την αντεξέταση του. Συναφώς, δεν δύναμαι να υιοθετήσω τις σχετικές εισηγήσεις των Εναγόμενων 1 και
  1. Τα τεκμήρια 5 μέχρι 7 αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία και ως τέτοια αξιολογείται δυνάμει του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  2. Κατ' εφαρμογή των εκεί κριτηρίων, λαμβάνω υπόψιν ότι αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία πρώτου βαθμού και ότι φέρουν ημερομηνία έκδοσης σε χρόνο κοντινό μεταξύ τους, στοιχείο το οποίο σε συνάρτηση με το περιεχόμενο τους, είναι ενισχυτικό της θέσης του Ενάγοντα ότι αφορούν σε επιδιορθώσεις επί του Οχήματος. Λαμβάνω επίσης υπόψιν ότι δεν κλήθηκαν οι συντάχτες τους να καταθέσουν πλην όμως η ενέργεια αυτή κρίνεται εύλογη με δεδομένο το γεγονός ότι ουδόλως αμφισβητήθηκε είτε η γνησιότητα, είτε το περιεχόμενο ή, έστω, η σχετικότητα των εν λόγω τεκμηρίων κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα. Λαμβάνω πρόσθετα υπόψιν ότι οι δηλώσεις των εκεί συντακτών μεταφέρθηκαν αυτούσιες ενώ πρόκειται για πρωτότυπα έγγραφα και συναφώς την καλύτερη δυνατή, υπό τις περιστάσεις, μαρτυρία, προς υποστήριξη του ισχυρισμού του Ενάγοντα ως προς το ύψος των εν λόγω επιδιορθώσεων. Των πιο πάνω δοθέντων αποδίδεται σημαντική αξία στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5 μέχρι 7 για τον σκοπό για τον οποία αυτά έχουν κατατεθεί. Τα ίδια ισχύουν κατ' αναλογίαν και σε σχέση με τα τεκμήρια 8 και
  3. Οι Εναγόμενοι 1 και 3 δεν αμφισβήτησαν ούτε και τη θέση του Ενάγοντα ότι ο ίδιος κατέβαλε το ποσό των 1.266,54 για τέλη κυκλοφορίας και ότι πώλησε το Όχημα για το ποσό των €1800 σε τρίτο πρόσωπο. Σημειώνω εδώ ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 κατά την αντεξέταση του απεδέχθη ότι κυκλοφορούσε το Όχημα χωρίς άδεια κυκλοφορίας, στοιχείο ενισχυτικό της πιο πάνω θέσης του Ενάγοντα.
  4. Σε σχέση με τις θέσεις του Ενάγοντα αναφορικά με τις προσπάθειες του για ανεύρεση αγοραστή, αυτές παρέμειναν αναντίλεκτες και τις αποδέχομαι.
  5. Υπό το φως των πιο πάνω αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας του Ενάγοντα. (β) Αξιολόγηση μαρτυρίας Εναγόμενου 1
  6. Ο ΜΥ1 δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Από το εδώλιο του μάρτυρα, ήταν ανασφαλής και νευρικός, καταφεύγοντας σε αοριστολογία, συνεχείς μεταβολές και τοποθετήσεις που δεν είχαν έρεισμα στην κοινή λογική. Ειδικότερα, παρά τη σοβαρότητα των ενεργειών που απέδωσε στον Ενάγοντα, ουδέν στοιχείο παρουσίασε προς υποστήριξη των θέσεων του περί οικονομικού του εξαναγκασμού ή εκβιασμού του, ούτε και προέβαλε οιοδήποτε ουσιαστικό ισχυρισμό επί γεγονότων, με τις εν λόγω τοποθετήσεις του να εκφράζονται κατά τρόπο συμπερασματικό και να παραμένουν στη σφαίρα της γενικότητας. Σε εγχείρημα της συνηγόρου του Ενάγοντα να διερευνήσει το αξιόπιστο των εν λόγω ισχυρισμών του, ξεκινώντας από την έκδοση καταδικαστικής απόφασης στην Ποινική Υπόθεση, ο ίδιος απάντησε ότι δεν θυμόταν την εκεί απόφαση. Τούτο παρά την πρωταρχική του θέση ότι ήταν λόγω του ενδεχόμενου να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης που ο ίδιος υπέγραψε το Γραμμάτιο και τη Συμφωνία.
  7. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, η θέση που εξέφρασε περί οικονομικού του εξαναγκασμού ή εκβιασμού ή πιέσεως από τον Ενάγοντα αντικρούεται της δικής του θέσης που εξέφρασε στην παρ. 3 της γραπτής του δήλωσης ήτοι, ότι, είναι ο ίδιος που είχε ζητήσει από τον Ενάγοντα ώστε «να αποφεχθεί η φυλάκιση (τ)ου» λόγω «ανησυχίας (του) για την οικογένεια του» που τον οδήγησε σε αυτή την «παράκληση» προς την πλευρά του Ενάγοντα. Επιπλέον, οι πιο πάνω αναφορές του αντικρούονται και με τις θέσεις που εξέφρασε στην παρ. 4 της γραπτής του δήλωσης, ήτοι, ότι, ο ίδιος δεν είχε τη δυνατότητα να συμμετέχει στη διαμόρφωση των όρων του Γραμματίου. Κοντολογίς, δεν είναι ευλόγως αντιληπτό πώς ο ίδιος δεν είχε τη δυνατότητα συμμετοχής σε συμφωνία που ο ίδιος ζήτησε να συνομολογηθεί, με απώτερο σκοπό να αποφύγει την επιβολή ποινής φυλάκισης στην ποινική διαδικασία στην οποία καταδικάστηκε. Ερωτηθείς για την πιο πάνω αντιφατικότητα, ο ίδιος περιορίστηκε στο να εκφράσει τη διαφωνία του, χωρίς να παράσχει οιαδήποτε ουσιαστική απάντηση.
  8. Ερωτηθείς μάλιστα κατά πόσο υπό τις πιο πάνω συνθήκες θα έπρεπε ο Ενάγων να είχε χάσει τα χρήματα που του όφειλε ο Εναγόμενος 1, ανέφερε ότι «έχουν δηλωθεί κάποια αυτοκίνητα σαν αξία του γραμματίου». Η πιο πάνω θέση του κανένα ειρμό παρουσιάζει είτε σε συνάφεια με τις θέσεις που εξέφρασε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, είτε αυτούσια. Ούτε και σε κάθε περίπτωση βρίσκει έρεισμα στη βάση της ενώπιον μου έγγραφης μαρτυρίας και δη του περιεχομένου, είτε του Γραμματίου, είτε της Συμφωνίας, είτε της Συμφωνίας Εγγυήσεως.
  9. Αντιμέτωπος με τη θέση της κας Μιχαήλ ότι μόνο μία δόση κατέβαλε έναντι του χρέους του, κατέφυγε και πάλιν σε τοποθέτηση η οποία ουδέν ειρμό ή λογική παρουσιάζει. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ενώ πρόθεση του ήταν «πάντα η εξόφληση των γραμματίων» κατόπιν «μπήκε στη διαδικασία της πώλησης του αυτοκινήτου τζιαι σταμάτησε». Με κάθε σεβασμό, το ελάχιστον που θα μπορούσε να λεχθεί για την πιο πάνω τοποθέτηση του είναι ότι έρχεται σε αντίφαση με την θέση του ότι ουδέποτε παραχώρησε την ελεύθερη του συναίνεση για την υπογραφή του Γραμματίου και της Συμφωνίας, τις οποίες αξιώνει την ακύρωση τους λόγω τούτου. Το γεγονός δε ότι ο ίδιος διατηρεί πλήρη αντίληψη ως προς τον σκοπό της μεταβίβασης του Οχήματος επιμαρτυρείται από την δική του αναφορά στην παρ. 5 της γραπτής του δήλωσης, ότι, μεταβιβάστηκε «προκειμένου να εξασφαλιστεί η οφειλή μου (.).» Περιπλέον, ερωτηθείς για ποιον λόγο κατέβαλε τη δόση των €1.000 απάντησε ότι «δεν διαφωνώ με το γραμμάτιο κυρία Έλλη δεν διαφώνησα με το γραμμάτιο . διαφώνησα για πώληση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου (.).»
  10. Τα πιο πάνω καταρρίπτουν τις θέσεις που εξέφρασε στην παρ. 4 της γραπτής του δήλωσης και συνεπώς δεν τις αποδέχομαι.
  11. Αντίστοιχη γενικότητα παρατηρείται και ως προς τις θέσεις του περί «εκβιασμού» του στα πλαίσια παραχώρησης του Οχήματος της Εναγόμενης 2 προς τον Ενάγοντα, προς εξασφάλιση της οφειλής του. Καμία αναφορά γίνεται από ποιον λέχθηκε το οτιδήποτε, ώστε το Δικαστήριο να δύναται να αξιολογήσει τη θέση του περί εκβιασμού του. Συναφώς, δεν αποδέχομαι ούτε και τη θέση του αυτή.
  12. Τα όσα καταγράφονται στις παρ. 1 και 2 της δήλωσης του ως προς το υπόβαθρο που οδήγησε στην σύναψη της Συμφωνίας και του Γραμματίου, κρίνονται ως άσχετα και ως εξωγενής μαρτυρία (βλ. Πίγκος Εστέιτς Λτδ ν. Καλογήρου κ.ά. Πολ. Έφ. 304/09, 28.9.15, Πολυφημος Χοτέλς Λτδ ν. Γεώργιος Ν. Μουτσή
(2000)1 ΑΑΔ 1809 και Glory Worldwide Holdings Ltd v. Αθλητικού Συλλόγου Ομόνοια Λευκωσίας
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1633). Συνεπώς δεν δύνανται να ληφθούν και δεν λαμβάνονται υπόψιν.
  1. Στρέφομαι στη θέση του ότι το Όχημα πωλήθηκε σε «εξευτελιστική τιμή». Εν πρώτοις, η αναφορά του ότι το Όχημα ήταν αξία ύψους €12,000 αντικρούεται της δικογραφίας, όπου εκεί αναφέρει ότι το Όχημα είχε αξία ύψους €
  2. Συναφώς, δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24). Σε κάθε περίπτωση και άνευ επηρεασμού της πιο πάνω διαπίστωσης μου, αναφέρω πρόσθετα ότι δεν δύνανται να εξαχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα από το Τεκμήριο
  1. Το εν λόγω έγγραφο, ως εξ ακοής μαρτυρία, αξιολογείται ως τέτοιο, δυνάμει του άρθρου 27 του περί Κεφ.
  2. Από το περιεχόμενο του προκύπτει ότι το εν λόγω έγγραφο συντάχθηκε στις 22.2.24, ημερομηνία πολύ μεταγενέστερη από το χρονικό σημείο πώλησης του Οχήματος. Πρόσθετα, ως ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 ανέφερε κατά την αντεξέταση του, ουδέποτε ο εκτιμητής που συνέταξε το Τεκμήριο 16, επιθεώρησε το Όχημα. Τούτο από μόνο του καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για εκτίμηση ως προς την αξία ενός αντικειμένου κατόπιν επιθεώρησης του, εν προκειμένω, του Οχήματος, αλλά, μια παράθεση τιμών στη βάση της ευρύτερης αγοράς, η οποία μάλιστα ερείδεται επί της εξής προϋπόθεσης: "to be in a good road worthy condition". Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, ουδόλως το Όχημα ήταν σε καλή κατάσταση, δεν είχε ούτε έστω άδεια κυκλοφορίας, και συνεπώς, η προϋπόθεση που είχε τεθεί από τον ίδιο τον εκτιμητή δεν φαίνεται να τυγχάνει εφαρμογής. Ως εκ των πιο πάνω, το τεκμήριο 16 δεν έχει συσχετιστεί επαρκώς με το Όχημα και συναφώς δεν δύναμαι ευλόγως να αποδώσω οιαδήποτε αξία επί του εν λόγω τεκμηρίου.
  3. Υπό το φως όλων δεν δύναμαι να αποδεχθώ τη μαρτυρία του Εναγόμενου
  4. (γ) Αξιολόγηση μαρτυρίας Εναγόμενου 3
  5. Ούτε και ο Εναγόμενος 3 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο ίδιος ενώ πρόσαψε στην κα Μιχαήλ ότι κλήθηκε από το δικηγορικό της γραφείο για να μεταβεί κατεπειγόντως να υπογράψει το Γραμμάτιο, εντούτοις, ουδόλως ήταν σε θέση να τοποθετηθεί όταν ερωτήθηκε κατ' επανάληψη από ποιον ακριβώς κλήθηκε ή ποιον είδε εκεί όταν κατέφθασε. Συναφώς, δεν αποδέχομαι την πιο πάνω θέση του ως παντελώς ατεκμηρίωτη. Τίποτε άλλο ανέφερε ως προς τις συνθήκες εκβιασμού ή οικονομικού εξαναγκασμού του για σκοπούς υπογραφής της Συμφωνίας Εγγύησης, σύμφωνα και με τα όσα δικογράφησε. Των πιο πάνω δοθέντων, η μαρτυρία του Εναγόμενου 3 δεν αποτελεί σταθερό βάθρο επί του οποίου το Δικαστήριο δύναται ευλόγως να βασισθεί ώστε να εξαγάγει οιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. VI. ΕΥΡΗΜΑΤΑ
  6. Στη βάση των πιο πάνω βρίσκω ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξέφρασαν την επιθυμία να εξοφλήσουν τον Ενάγοντα, για σκοπούς μετριασμού της ποινής τους στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης. Είναι στα πλαίσια αυτά που συνομολογήθηκαν τα Τεκμήρια 2, 3 και
  7. Κατόπιν της παράλειψης καταβολής των συμφωνηθεισών δόσεων, ο Ενάγων επιχείρησε να πωλήσει το Όχημα πλην όμως τούτο δεν κατέστη εφικτό λόγω σωρείας προβλημάτων και μηχανικών βλαβών που είχε. Ως εκ τούτου προχώρησε ο ίδιος στις σχετικές επιδιορθώσεις και καταβολή τελών κυκλοφορίας καταβάλλοντας το συνολικό κόστος των €3.662, ως τα Τεκμήρια 5 μέχρι
  8. Ο μόνος αγοραστής που ανευρέθηκε ήταν ο πεθερός του Ενάγοντα, ο οποίος αγόρασε το Όχημα για το ποσό των €1.800 ενώ κατέβαλε στον Ενάγοντα και το σύνολο του κόστους των επιδιορθώσεων. VII. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
  9. Κατ' αρχάς υπενθυμίζω ότι ουδείς εκ των Εναγόμενων αμφισβήτησε καθ' οιονδήποτε στάδιο την γνησιότητα των υπογραφών τους επί των Τεκμήριων 2 μέχρι
  10. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 ως προς την πίεση την οποία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, εδέχθη για υπογραφή της Συμφωνίας και του Γραμματίου δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Συναφώς, ουδόλως διαφάνηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν τη Συμφωνία και ο Εναγόμενος 1 το Γραμμάτιο χωρίς την ελεύθερη τους συναίνεση, εν τη εννοία του άρθρου 14 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  11. Στη βάση δε της Συμφωνίας, οι Εναγόμενοι 1 και 2, κατ' αρχάς, αποδέχθηκαν ότι οφείλουν στον Ενάγοντα το ποσό των €14.
  12. Σχετική είναι η αναφορά επί της Συμφωνίας, αφού γίνεται αναφορά στο προοίμιο της στα της Ποινικής Υπόθεσης και της ενοχής του Εναγόμενου 1, «(ε)πειδή παραμένει ως οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €14,500 συμφωνούνται τα ακόλουθα.» Οι όροι της Συμφωνίας αφορούσαν τον χρόνο αποπληρωμής του πιο πάνω ποσού και, πρόσθετα, την παροχή εξασφάλισης της υποχρέωσης αποπληρωμής του από τους Εναγόμενους 1 και 2 προς τον Ενάγοντα. Ειδικότερα, ως προς τον τρόπο και χρόνο αποπληρωμής συμφωνήθηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 οφείλουν να καταβάλουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ολόκληρο το πιο πάνω ποσό προς τον Ενάγοντα, σε 14 μηνιαίες δόσεις των €1000 η κάθε μία και με μία τελευταία 15η δόση των €
  13. Ως προς την εξασφάλιση της ως άνω υποχρέωσης των Εναγόμενων 1 και 2, δυνάμει της Συμφωνίας, συμφωνήθηκαν επιπρόσθετα και τα εξής: (α) Ότι ο Εναγόμενος 1 θα υπογράψει προς όφελος του Ενάγοντα γραμμάτιο συνήθους τύπου δυνάμει του οποίου θα αναγνωρίζεται η πιο πάνω οφειλή του προς τον Ενάγοντα, το οποίο θα εγγυηθούν τουλάχιστον δύο αξιόχρεοι εγγυητές∙ (β) Ότι η Εναγόμενη 2 θα μεταβιβάσει και θα παραδώσει την κατοχή του Οχήματος στον Ενάγοντα το οποίο συμφωνήθηκε να μεταβιβαστεί πίσω στην Εναγόμενη 2, με την αποπληρωμή του εν λόγω οφειλόμενου ποσού. Συμφωνήθηκε πρόσθετα ότι εάν οι Εναγόμενοι 1 και 2 καθυστερούσαν την αποπληρωμή δύο ή περισσότερων δόσεων, τότε ο Ενάγων «θα έχει το δικαίωμα να εκποιήσει» το Όχημα «χωρίς περιορισμό ως προς την τιμή πώλησης.» Σε μια τέτοια περίπτωση, το ποσό που ο Ενάγων θα λάβει από την τιμή πώλησης θα το κρατήσει έναντι του χρέους των €14,500 λογίζοντας το έναντι των καθυστερημένων δόσεων. Εάν το ποσό που θα λάβει από την πώληση του Οχήματος υπερβαίνει το ποσό του εναπομείναντος χρέους, τότε το ποσό που υπερβαίνει το χρέος θα επιστραφεί στην Εναγόμενη
  14. Πράγματι, την ίδια ημερομηνία, υπεγράφη από τον Εναγόμενο 1 το Τεκμήριο 2, το οποίο ο Ενάγων χαρακτηρίζει ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενό του, προκύπτει ότι το Τεκμήριο 2 ικανοποιεί όλες τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  15. Ειδικότερα, πρόκειται για γραπτή υπόσχεση πληρωμής δια αντιπαροχής, δια της οποίας ο Εναγόμενος 1 αναλαμβάνει να εξοφλήσει το ποσό των €14.500 προς τον Ενάγοντα, σε χρόνο ο οποίος αντανακλά το περιεχόμενο της Συμφωνίας. Περιπλέον, από το περιεχόμενο του προκύπτει ότι υπεγράφη στην παρουσία δύο μαρτύρων, ενώ ορίζεται και τόκος σε περίπτωση μη πληρωμής. Γίνεται και αναφορά στην περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού και της ευθύνης για καταβολή εξόδων σε μια τέτοια περίπτωση.
  16. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου εν τη εννοία του άρθρου 78 του Κεφ.
  17. Συνεπώς, εφαρμογής τυγχάνει και το άρθρο 80 του Κεφ. 149 όπου αναφέρεται ότι «(σ)ε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό» (βλ. Ανδρέα Αντωνίου κ.ά. ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ, Πολ. Έφ. 154/18, 20.3.24 και εκεί αναφερόμενες αυθεντίες).
  18. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, καταβλήθηκε μόνο μία δόση των €1.000 και καμία άλλη δόση. Η παράλειψη καταβολής των ως άνω συμφωνηθεισών δόσεων, συνιστά, αφ' ενός, παράβαση των όρων της Συμφωνίας από αμφότερους τους Εναγόμενους 1 και 2 και, παράλληλα, των όρων του Γραμματίου από τον Εναγόμενο
  19. Οι παραβάσεις αυτές ενεργοποιούσαν το δικαίωμα του Ενάγοντα για πώληση του Οχήματος, σύμφωνα με τον όρο 6 της Συμφωνίας και περιπλέον, καθιστούσαν το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και αμέσως απαιτητό, με τόκο προς 7% ετησίως, σύμφωνα με την τελευταία παράγραφο του Γραμματίου. Η υπεράσπιση που παρέχεται δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ. 149, για λόγους εξαναγκασμού ή απάτης κατά την υπογραφή του Γραμματίου, δεν δύναται να επιτύχει με δεδομένη την παράλειψη οιασδήποτε αξιόπιστης επί τούτου μαρτυρίας (βλ. παρ. 30 πιο πάνω).
  20. Στρέφομαι στη θέση δικογραφημένη θέση των Εναγόμενων ότι το Όχημα που πωλήθηκε είχε αξία €
  21. Η θέση που προωθήθηκε από τον Εναγόμενο 1, ότι η αξία του Οχήματος ανερχόταν σε €12,000, πέραν του ότι βρίσκεται εκτός του πεδίου της δικογραφίας, δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που καταγράφηκαν πιο πάνω. Αντιθέτως, στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, το Όχημα πωλήθηκε για το ποσό των €1.800 ποσό το οποίο, συνεπώς, θα πρέπει να αφαιρεθεί από την συνολική αξίωση του Ενάγοντα. Συνεπώς, η πραγματική ζημιά του Ενάγοντα συνεπεία της παράβασης σύμβασης από μέρους των Εναγόμενων 1 και 2, ανέρχεται στο ποσό των €11.700 πλέον τόκο προς 7% ετησίως, ως αναφέρεται επί του Γραμματίου.
  22. Στρέφομαι στην ευθύνη των Εναγόμενων 2, 3 και 4 δυνάμει της Συμφωνίας Εγγύησης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν την πληρωμή και τελική εξόφληση ολόκληρου του ποσού των €14,500 καθώς επίσης των τόκων και των εξόδων του Γραμματίου. Αναφέρεται επίσης ότι: «
  23. Θα είμαστε και θα παραμείνουμε υπόλογοι έναντι του Πιστωτή σαν εγγυητές για την εκ μέρους του Οφειλέτη πλήρη και πιστή συμμόρφωση με όλες τις υποχρεώσεις του όπως αυτές απορρέουν από το πιο πάνω Γραμμάτιο καθώς και για την πληρωμή στον Πιστωτή οποιουδήποτε ποσού που είναι δυνατόν σε οποιοδήποτε χρόνο καταστεί οφειλόμενο και πληρωτέο από τον Οφειλέτη προς τον Πιστωτή όπως προνοείται στο Γραμμάτιο.
  24. Η υποχρέωση μας που δημιουργείται με το έγγραφο αυτό για εγγύηση και αποζημίωση θα είναι συνεχής υποχρέωση εγγύησης και αποζημίωσης προς τον Πιστωτή καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος του Γραμματίου μέχρι που οι υποχρεώσεις και ευθύνες του Οφειλέτη προς τον Πιστωτή με βάση το Γραμμάτιο τηρηθούν και εκπληρωθούν πλήρως.
  25. Δεν θα απαλλαγούμε από την παρούσα υποχρέωση μας για εγγύηση και αποζημίωση λόγω οποιασδήποτε άλλης εγγύησης ή εξασφάλισης που τυχόν θα έχει ο Πιστωτής, ή λόγω οποιασδήποτε διευθέτησης που τυχόν θα γίνει μεταξύ του Πιστωτή και του Οφειλέτη με ή χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεση μας ή λόγω διαφοροποίησης των υποχρεώσεων που ανέλαβε ο Οφειλέτης έναντι του Πιστωτή με βάση το πιο πάνω Γραμμάτιο ή από οποιαδήποτε ανοχή ή παράταση χρόνου ή οποιαδήποτε διευκόλυνση που τυχόν θα δώσει ο Πιστωτής στον Οφειλέτη σε οποιοδήποτε χρόνο ή με οποιονδήποτε τρόπο και ο Πιστωτής θα δικαιούται να μας θεωρεί και να μας χειρίζεται σαν να είμαστε αλληλεγγύως συνυπεύθυνοι με τον Οφειλέτη έναντι του, αντί μόνο σαν εγγυητές του Οφειλέτη.»
  26. Από τα πιο πάνω αποσπάσματα προκύπτει αβίαστα ότι οι Εναγόμενοι 2 μέχρι 4 εγγυήθηκαν την ευθύνη του Εναγόμενου 1 έναντι του Ενάγοντα, δυνάμει του Γραμματίου.
  27. Τα πιο πάνω επισφραγίζουν την επιτυχία της αγωγής και την αποτυχία της ανταπαίτησης. VΙΙI. KATAΛΗΞΗ
  28. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €11700 πλέον τόκο προς 7% ετησίως από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, μέχρι πλήρους εξόφλησης και η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα δικηγορικά έξοδα της απαίτησης και της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. [2] Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401 και βλ. ΧΧΧ Κουσουλίδης ν. Αστυνομία Ποιν. Έφ. 10/18, 9.11.2018, Ζερβού κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 2192. [3] Ζερβού ν. Ζερβού
(2011)1 ΑΑΔ 2192. [4] Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, R.K.B. LEATHERGOODS LIMITED v. Αγγελίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1071 και Οράτη ν. Παστού
(2000)1 Α.Α.Δ. 1787. [5] Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489. [6] Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ
  1. [7] Βασιλείου ν Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 159/09, 4.5.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.