ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ, Αγωγή αρ: 3427/2017, 10/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYKΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ-Α ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ: 3427/2017 ΜΕΤΑΞΥ: ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ Ενάγοντα και ΜΑΡΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ Εναγόμενου Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Άνιφτου Για Εναγόμενο: κος Χειμώνας ΑΠΟΦΑΣΗ Κατ'εφαρμογή του Κανονισμού 6(β) του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021, η απόφαση δίδεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά, με τη συγκατάθεσή τους. Με την υπό εξέταση αγωγή ζητείται το ποσό των € 4,500 με νόμιμο τόκο ετησίως από 22/09/2015 μέχρι εξόφλησης το οποίο ο Ενάγοντας ως ισχυρίζεται κατέβαλε ως εγγυητής του Εναγόμενου. Το χρέος αυτό προέκυψε μετά από μια δικαστική απόφαση που εκδόθηκε περί την 22/10/2004 στα πλαίσια της αγωγής αρ. 7372/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ο Εναγόμενος μέσω της Υπεράσπισης του ουσιαστικά αρνείται τις θέσεις που προβάλλει ο Ενάγοντας με τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας προβαίνει σε γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν πολλά χρόνια και δεν είναι σε θέση να τα ενθυμείται ούτε έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε στοιχεία. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι περί το έτος 2008 εναντίον του Εναγόμενου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση το έτος 2014 στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης αρ. 198/
- Ο Εναγόμενος περί το έτος 2015 είχε αυτοδικαίως αποκατασταθεί από πτωχεύσας. Ισχυρίζεται ότι απαλλάχθηκε από τα επαληθεύσιμα χρέη του. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας με βάση τη νομοθεσία εμποδιζόταν και εμποδίζεται να διεκδικήσει την προς αυτόν πληρωμή του χρέους του το οποίο έχει διαγραφεί. Αρνείται τις αξιώσεις του Ενάγοντα στο σύνολο. Μαρτυρία εκ μέρους του Ενάγοντα κατατέθηκε από τον ίδιο ΜΕ1 και από τον κο Μιχάλη Στυλιανού (ΜΕ2), ενώ εκ μέρους του Εναγόμενου κατάθεσε ο ίδιος (ΜΥ1) και η κα Λουκία Θεμιστοκλέους (ΜΥ2). Μαρτυρία ΜΕ1 Ο ΜΕ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε το Έγγραφο Α. Μαζί κατάθεσε και 9 Τεκμήρια. Ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος είναι συνάδελφοι. Περί το έτος 1999 ο Εναγόμενος συνήψε συμβόλαιο ενοικιαγοράς με τον οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. Ο Ενάγοντας υπόγραψε ως εγγυητής του. Κατάθεσε σχετικά το Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 2 κατάθεσε δέσμη επιστολών που έλαβε από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ και τη Τράπεζα Κύπρου μέσω των οποίων ενημερωνόταν για χρεωστικό υπόλοιπο. Για το πιο πάνω χρεωστικό υπόλοιπό και κατά παράβαση του συμβολαίου ενοικιαγοράς καταχωρήθηκε εναντίον του η αγωγή με αρ. 7372/
- Κατάθεσε ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της αγωγής. Την 22/10/2004 το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής και ο Ενάγοντας μεταξύ άλλων διατάχθηκε να πληρώσει αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των ΛΚ 7.705,30σ. πλέον τόκο 12,5% από 04/06/2004 επί των ληγμένων ενοικίων ήτοι του ποσού των ΛΚ 1.314,19 σ. πλέον τόκο 8% το χρόνο από 07/04/2004 επί των ληγμένων ενοικίων ήτοι ποσού ΛΚ 5.701,86σ μέχρι εξοφλήσεως πλέον ΛΚ 380,50 σ έξοδα αγωγής περιλαμβανομένων εξόδων απόφασης πλέον τόκο προς 8% από 27.07.2004 μέχρι εξοφλήσεως πλέον ΛΚ 6, έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α. Σχετικά κατάθεσε το Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 5 επισύναψε επιστολή ημερομηνίας 10/10/2014 από τους δικηγόρους της Τράπεζας Κύπρου με την οποία ενημερωνόταν ότι επίκειτο εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του. Εκδόθηκε επίσης ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας του. Κατάθεσε το Τεκμήριο
- Κατάθεσε ως Τεκμήριο 7 ειδοποίηση που έλαβε από το Κτηματολόγιο με την οποία ενημερωνόταν για το ότι κατατέθηκε αίτηση για καταναγκαστική πώληση της ιδιοκτησίας του. Εν τέλει περί το έτος 2015 ο Ενάγοντας κατέβαλε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ το ποσό των €4,500,
- Επισύναψε σχετικά τα Τεκμήρια 8,9, και
- Ως αναφέρει ζήτησε επανειλημμένως από τον Εναγόμενο να πληρώσει το ποσό. Επισύναψε ως Τεκμήριο 11 επιστολή που ως ανάφερε του απόστειλε. Mεγάλο μέρος της αντεξέτασης του κινήθηκε εκτός δικογράφων εφόσον ο μάρτυρας ερωτείτο για θέματα που ουδέποτε κατέστησαν επίδικα. Παρόλο που εν τέλει δεν αμφισβητήθηκε ότι μεταξύ Εναγόμενου και Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγη συνάφθηκε η συμφωνία του Τεκμηρίου 1 για την οποία εκ των υστέρων καταχωρήθηκε αγωγή και προέκυψε δικαστική απόφαση, ο μάρτυρας ερωτείτο επανειλημμένως ερωτήσεις αναφορικά με το αντικείμενο της συμφωνίας ενοικιαγοράς, τον τόκο που χρεώθηκε και εάν ο τόκος που χρεώθηκε ήταν παράνομος ή, εάν η συμφωνία ενοικιαγοράς ήταν εικονική. Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία.[1] Το ότι κατατέθηκε κάποιο έγγραφο στη διαδικασία για ένα συγκεκριμένο σκοπό δεν επιτρέπει την παρεκτροπή της διαδικασίας ώστε να παρεισφρήσουν θέματα άσχετα. Ο Εναγόμενος ουδέποτε ανάφερε τέτοιους ισχυρισμούς στο δικόγραφο ούτε έθεσε ποτέ ότι δεν υπόγραψε το έγγραφο ή θέματα ως προς το περιεχόμενο αυτού, παρά μόνο στους ισχυρισμούς αυτούς πρόβαλε γενική άρνηση και ότι δε θυμόταν τα γεγονότα. Κατά συνέπεια οι θέσεις και υποβολές αναφορικά με μη δικογραφημένες θέσεις δε θα ληφθούν υπόψη. Επίσης νομικές θέσεις που υποδείχθηκαν ή έγινε προσπάθεια να υποδειχθούν και απαντήσεις επ΄ αυτών δε θα ληφθούν υπόψη. Το εάν το χρέος είναι επαληθεύσιμο ή όχι ή εάν δε νομιμοποιείται ο Ενάγοντας να προωθεί την αγωγή αφορούν θέματα που θα εξεταστούν από το Δικαστήριο και μόνο. Μέσω της αντεξέτασης του μάρτυρα ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε ότι στις 22/10/2004 εκδόθηκε η δικαστική απόφαση ως το Τεκμήριο 4 για χρέος που προέκυψε από το Τεκμήριο 1 όπου ο ίδιος υπέγραψε ως εγγυητής. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και η απόφαση εκδόθηκε το έτος 2004 ερήμην αλλά γνώση αυτής έλαβε το έτος 2014 όταν έλαβε την επιστολή του Τεκμηρίου
- Υποδείχθηκε στο μάρτυρα ότι γνώριζε ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Εναγόμενου από το έτος 2010 με το μάρτυρα να το αρνείται και να ισχυρίζεται ότι δε διαβάζει επίσημη εφημερίδα αλλά και ότι ποτέ δεν του το είπε ο Εναγόμενος. ΜΕ2 Ο ΜΕ2 ως ανάφερε είναι ο Διευθυντής της υπηρεσίας δικαστηριακών λειτουργών της Τράπεζας Κύπρου. Υποδείχθηκε στο μάρτυρα το Τεκμήριο
- Ο ΜΕ2 εξήγησε ότι στις 22/09/2015 ο Ενάγοντας κατάθεσε το ποσό των ευρώ 4.500 στο λογαριασμό του κου Μιχαήλ Μάριου. Μετά την πληρωμή του ποσού απαλλάχθηκε από τις υποχρεώσεις του ως εγγυητής. Ως επίσης ανάφερε ο μάρτυρας η πληρωμή του ποσού σχετίζεται με την αγωγή αρ. 7372/
- Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι η αγωγή αρ. 7372/2004 καταχωρήθηκε από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου. Γνωρίζει ότι ο Εναγόμενος κηρύχθηκε σε πτώχευση και έχει εγγραφεί ως πιστωτής του. Έγινε επαλήθευση χρέους. Επίσης έγινε προσπάθεια να ερωτηθεί ο μάρτυρας για νομικά θέματα και τις συνέπειες που έχει η αποκατάσταση ενός πτωχεύσαντα, θέσεις που εκ φεύγουν των γνώσεων του μάρτυρα και εν πάση περίπτωση δεν αποτελούν μαρτυρία γεγονότων. Τα νομικά θέματα θα εξεταστούν από το Δικαστήριο συνεπώς οι απαντήσεις του μάρτυρα σε νομικά θέματα δε λαμβάνονται υπόψη. ΜΥ1 Ο ΜΥ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε το Έγγραφο Β. Μέσω της γραπτής του δήλωσης αναφέρει ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα ήταν εμποτισμένη με «όξος» και «χολή» ότι τον μείωσε και έλεγε ψέματα. Αναφέρθηκε στο πότε μετατέθηκε στο Λιοπέτρι, το λόγο μετάθεσης και τι εκπαιδεύσεις έλαβε. Ο ΜΥ1 επίσης μέσω του Εγγράφου Β αναφέρει ότι το Τεκμήριο 1 μετά που κατατέθηκε στο Δικαστήριο τότε αντιλήφθηκε ψάχνοντας τα έγγραφα του ότι όταν υπογράφηκε απουσίαζε στο εξωτερικό για εκπαίδευση. Επίσης ανάφερε ότι αφορούν γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν πολλά χρόνια και δεν είναι σε θέση να τα θυμάται. Βλέποντας το Τεκμήριο 1 παράθεσε και τη γνώμη του επί των πληρωμών που θεωρεί ότι έγιναν και τους τόκους που χρεώθηκαν με βάση το Τεκμήριο
- Όσον αφορά την αγωγή του Τεκμηρίου 3 ως ανάφερε δεν του επιδόθηκε ποτέ. Ουδέποτε έλαβε γνώση για την ύπαρξη της αγωγής. Το ίδιο ανάφερε και για την απόφαση του Τεκμηρίου
- Πρώτη φορά την είδε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Αρνείται ότι ενημερώθηκε από τον Ενάγοντα για την ύπαρξη της ή τα εντάλματα εκποίησης της περιουσίας του. Αναφέρθηκε σε συνάντηση που έγινε τον Οκτώβριο του 2010 ενώπιον του Αρχηγού της Εθνικής Φρουράς στην παρουσία και του Ενάγοντα ο οποίος τον κατάγγειλε γιατί δε συμμορφώθηκε με τις οικονομικές υποχρεώσεις του με τον ίδιο ως εγγυητή. Σε εκείνη τη συνάντηση ως αναφέρει τον ενημέρωσε για το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Γενικά δε γνώριζε ως ανάφερε ούτε για την επιστολή που έλαβε ο Ενάγοντας το έτος 2014 από την Τράπεζα αλλά ούτε τον ενημέρωσε ο Ενάγοντας καθότι εκείνο το χρονικό διάστημα δε μιλιόντουσαν. Μετά τις 22/09/2015 ανέμιζε ο Ενάγοντας στη μονάδα που υπηρετούσε ένα έγγραφο λέγοντας ότι πλήρωσε το ποσό. Όμως ουδέποτε τον ενημέρωσε για τις πληρωμές στις οποίες ισχυρίζεται ότι πρόβηκε ούτε συνεννοήθηκε εκ των προτέρων μαζί του. Ως Τεκμήριο 12 κατάθεσε δέσμη εγγράφων όπου φαίνεται το διάταγμα πτώχευσης, και πότε εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Ως επίσης αναφέρει τις 22/09/2015 ημερομηνία που κατ' ισχυρισμό πλήρωσε ο Ενάγοντας αυτός βρισκόταν σε πτώχευση. Αποκαταστάθηκε την 07/11/
- Αρνείται ότι παρέλαβε την επιστολή του Τεκμηρίου 11 λέγοντας ότι δε διέμενε στη διεύθυνση που αναγράφεται σ' αυτήν. Επιμένει ότι ο Ενάγοντας γνώριζε ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση. Θεωρεί ότι ουδέν ποσό οφείλει στον Ενάγοντα. Όταν έγινε η πληρωμή του ποσού ως ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας ο ΜΥ1 αναφέρει ότι ήταν σε πτώχευση. Ως συμβουλεύεται ο Ενάγοντας όφειλε να εγγραφεί ως πιστωτής εφόσον πίστευε ότι του όφειλε ποσό. Ισχυρίζεται επίσης ότι η οφειλή του έχει διαγραφεί και ο ίδιος απαλλαγεί. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 υποδείχθηκε σ' αυτόν ότι την 22/09/2015 όταν ο Ενάγοντας πλήρωσε στην τράπεζα το ποσό των €4500 ήταν ήδη σε πτώχευση ο Εναγόμενος. Υποδείχθηκε επίσης στο ΜΥ1 ότι το χρέος του προς τον Ενάγοντα πρόκυψε το έτος 2015 όταν έγινε η πληρωμή του ποσού. ΜΥ2 Η ΜΥ2 εργάζεται στο Τμήμα Αφερεγγυότητας και ασχολείται με τις πτωχεύσεις φυσικών προσώπων. Είναι η υπεύθυνη για το φάκελο πτώχευσης του Εναγόμενου. Ανάφερε ότι ο αριθμός φακέλου πτώχευσης είναι 198/2008, ότι η διεύθυνση του Εναγόμενου είναι στην οδό Ονησίλου 15 Ακρόπολη. Εξήγησε ότι στις 11/06/2008 εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, ότι 13/05/2014 κηρύχθηκε σε πτώχευση και στις 07/11/2015 επήλθε αυτοδίκαιη αποκατάσταση του. Μέχρι σήμερα δεν υποβλήθηκε επαλήθευση χρέους από τον Ενάγοντα. Ανάφερε ότι ο κος Μιχαήλ είχε κάποιες υποχρεώσεις στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου και η Τράπεζα Κύπρου δεν υπέβαλε επαλήθευση αλλά ενημέρωσε μέσω επιστολών το Τμήμα Αφερεγγυότητας για τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου. Στο φάκελο φαίνεται ότι ο Ενάγοντας είναι εγγυητής του Εναγόμενου. Αναγνώρισε η ΜΥ1 ότι στο φάκελο της υπήρχε το Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 13 κατατέθηκε δέσμη εγγράφων/επιστολών της Τράπεζας Κύπρου. Ο συνήγορος του Εναγόμενου ανάφερε στη ΜΥ2 ότι θα πρέπει να θεωρήσει ως δεδομένο το γεγονός ότι ο Ενάγοντας στις 22/09/2015 πλήρωσε το ποσό των ευρώ 4.500 για ικανοποίηση της οφειλής του Εναγόμενου με βάση το συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Η γνώμη της μάρτυρας ως προς το τι συνιστά επαληθεύσιμο χρέος ή εάν η πληρωμή του πιο πάνω ποσού συνιστά επαληθεύσιμο χρέος, αφορά θέματα που θα αποφασίσει το Δικαστήριο και έτσι δε λαμβάνεται υπόψη. Παρόλο που επιστήθηκε η προσοχή του συνηγόρου του Εναγόμενου ώστε να μην υποβάλει τέτοιου είδους ερωτήσεις δυστυχώς συνέχισε να το πράττει. Εξ' αρχής δηλώνω ότι δε θα ληφθούν υπόψη. Δυστυχώς και η αντεξέταση κινήθηκε σ' αυτά τα πλαίσια. Αξιολόγηση Σημειώνω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε αφού παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ έδιδαν τη μαρτυρία τους και έλαβα υπόψη την ποιότητα της μαρτυρίας, τη σαφήνεια στον τρόπο απάντησης, τη φυσικότητα και αμεσότητα των απαντήσεων, την ύπαρξη τυχόν συμφέροντος, τυχόν ουσιαστικές αντιφάσεις, τη μνήμη των μαρτύρων, τους λόγους που είχαν να τα θυμούνται αυτά κοσκινίζοντας τη μαρτυρία τους, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τούτη με τα όσα ανάφερε ο κάθε μάρτυρας ξεχωριστά.[2] Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση γενικά της μαρτυρίας είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι μαρτυρία που δε δικογραφείται και θα έπρεπε να αποτελέσει μέρος της δικογράφησης δε θα ληφθεί υπόψη αλλά ούτε επίσης θα ληφθεί υπόψη μαρτυρία για την οποία έγινε προσπάθεια να εισαχθεί μέσω γραπτής αγόρευσης.[3] Επιπροσθέτως δε θα ληφθεί υπόψη μαρτυρία γνώμης από μάρτυρα γεγονότων. ΜΕ1 Η μαρτυρία του ΜΕ1 σε γενικές γραμμές δεν έκανε και την καλύτερη εντύπωση. Παρατήρησα ότι αντεξεταζόμενος έδωσε έμφαση σε ορισμένα σημεία προφανώς για δημιουργία εντυπώσεων όπως με το ότι για το θέμα της εγγύησης που παραχώρησε υπέρ του Εναγόμενου είχαν οι διάδικοι συνάντηση στο γραφείο του Αρχηγού της Εθνικής Φρουράς ή για το ότι ο Εναγόμενος πήρε μετάθεση, θέματα που εν πάση περίπτωση ουδεμία σχέση έχουν με τα επίδικα θέματα. Επίσης φάνηκε έντονα στο Δικαστήριο η αντιπάθεια του προς το πρόσωπο του Εναγόμενου, με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να διακατείχετο από κάποιο στοιχείο υπερβολής και εμπάθειας. Επιπλέον παρόλο που δεν είναι νομικός εξέφρασε και τη γνώμη του επί νομικών θεμάτων. Παρατήρησα επίσης ότι ορισμένες φορές οι απαντήσεις του δεν ήταν καθαρά δικές του αφού κάποιες φορές παρέμβαινε και η δικηγόρος του, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Όμως τα όσα κατάθεσε μέσω έγγραφης μαρτυρίας και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν ή δεν αμφισβητήθηκαν επιτυχώς γίνονται αποδεκτά. Και εξηγώ. Κατάθεσε το Τεκμήριο 1 το συμβόλαιο ενοικιαγοράς το οποίο υπόγραψε ως εγγυητής του Εναγόμενου. Παρόλο που έγινε προσπάθεια να αμφισβητηθεί η ουσία του περιεχομένου του εγγράφου δεν αμφισβητήθηκε ότι αυτό υπογράφηκε από τον Ενάγοντα ως εγγυητής του Εναγόμενου. Ανεπιτυχώς έγινε προσπάθεια να τεθεί ότι όταν υπογράφηκε έλειπε ο Εναγόμενος ή ότι χρεώθηκαν παράνομα τόκους. Ως εξηγείται ανωτέρω αυτές οι θέσεις πρώτη φορά προβλήθηκαν και δε λαμβάνονται υπόψη. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι ενώ έγινε προσπάθεια να αμφισβητηθεί το περιεχόμενο της συμφωνίας του Τεκμηρίου 1, προωθήθηκε παράλληλα ισχυρισμός εκ μέρους του Εναγόμενου ότι το χρέος που ανέλαβε ως εγγυητής ο Ενάγοντας βάσει του εν λόγω τεκμηρίου αφορά επαληθεύσιμο χρέος. Προωθήθηκαν δηλαδή αντιφατικοί ισχυρισμοί. Το Τεκμήριο 2 δέσμη επιστολών που φαίνεται να αποστάλθηκαν από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου προς τον Ενάγοντα είναι αποδεκτό ότι αποστάλθηκαν στον Ενάγοντα. Το ίδιο το Τεκμήριο 2 (επιστολές) παραπέμπουν στον συμβόλαιο ενοικιαγοράς του Τεκμηρίου 1). Μάλιστα αυτό ανάφερε και ο ΜΕ
- Δεν αμφισβητείται ότι για το συμβόλαιο ενοικιαγοράς και για το υπόλοιπο αυτού καταχωρήθηκε η αγωγή του Τεκμηρίου 3 αλλά και ότι εκδόθηκε δυνάμει αυτής η απόφαση ως το Τεκμήριο
- Δεν αμφισβητήθηκε ούτε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5-8 το περιεχόμενο των οποίων γίνεται αποδεκτό. Γίνεται αποδεκτή επίσης η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι μετά από συνεννόηση με την Τράπεζα προχώρησε στην καταβολή του ποσού των €4,500 και ότι με την εν λόγω πληρωμή απαλλάχθηκε από την εγγύηση του σχετικά με την αγωγή αρ. 7372/2004 και δη με το λογαριασμό αρ.
- Η μαρτυρία του συνάδει με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 8,9 και 10 όσο και με τη μαρτυρία του ΜΕ2 ο οποίος το επιβεβαίωσε. Όσον αφορά το Τεκμήριο 11 για τους λόγους που θα εξηγηθούν πιο κάτω δε φαίνεται να παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο. Με τις διευκρινίσεις ως ανωτέρω η μαρτυρία του ΜΕ1 γίνεται μερικώς αποδεκτή και δη γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του, η οποία συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή αλλά και γενικά με τη μαρτυρία που κρίνεται αξιόπιστη μέσω της παρούσας. ΜΕ2 Η μαρτυρία του ΜΕ2 υπήρξε θετική και σαφής στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας είναι ξεκάθαρο ότι είναι αντικειμενικός κριτής και δεν προσήλθε με σκοπό να αποκρύψει την αλήθεια. Είναι σαφές ότι δεν έχει κάποιο συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή εκτός της μαρτυρίας η οποία αφορά νομικά θέματα και δη τις συνέπειες επαλήθευσης ενός χρέους ή γενικά η μαρτυρία του σχετικά με τον περί πτωχεύσεως νόμο. Επισημαίνω ότι ο μάρτυρας αναγκάστηκε να δώσει κάποιες απαντήσεις στα θέματα αυτά μετά από ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν παρόλες τις υποδείξεις του Δικαστηρίου προς τους συνηγόρους των διαδίκων ώστε να μην προβαίνουν σε ερωτήσεις αναφορικά με θέματα που θα αποφασίσει το Δικαστήριο. ΜΥ1 Η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Πέραν του ότι φάνηκε η εμπάθεια του προς τον Ενάγοντα η μαρτυρία του σε αρκετά σημεία υπήρξε ασαφής και αντιφατική. Ενώ ουσιαστικά δεν αμφισβητεί ότι ο Ενάγοντας υπόγραψε ως εγγυητής του, προσπάθησε για πρώτη φορά να αμφισβητήσει το συμβόλαιο ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 1) το οποίο ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας ότι υπόγραψε ως εγγυητής του αφήνοντας υπονοούμενα ότι πρέπει να απουσίαζε εκτός Κύπρου για σκοπούς εκπαίδευσης τη μέρα που φαίνεται να υπογράφηκε αυτό το έγγραφο ενοικιαγοράς. Από την άλλη αναφέρθηκε σε συνάντηση που είχε με τον Ενάγοντα μετά από καταγγελία που υπέβαλε εναντίον του στον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς όπου συζητήθηκε αυτό το θέμα παραχώρησης εγγύησης από τον Ενάγοντα με σκοπό την εξασφάλιση των υποχρεώσεων του. Παρουσίαζε τα γεγονότα όπως βόλευε. Το ότι δε διατηρούν καλές σχέσεις με τον Ενάγοντα κατέστη σαφές στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια δεν παρουσιάστηκαν τα γεγονότα από έκαστο μάρτυρα με αντικειμενικότητα. Όμως τα θέματα που εξετάζονται είναι νομικής φύσεως και δε θα επεκταθώ περαιτέρω. Επίσης ανάφερε ότι πρώτη φορά έβλεπε το Τεκμήριο 1, συμβόλαιο ενοικιαγοράς και πρόβαλε τη γνώμη του ως προς το περιεχόμενο του θέσεις που ουδέποτε δικογραφήθηκαν. Επίσης ο ίδιος παρουσίαζε και έλεγε ότι δεν ενθυμόταν κάτι, ή αρνείτο ότι ενημερώθηκε για την πληρωμή του ποσού της εγγύησης. Αντεξεταζόμενος όμως όταν ερωτήθηκε εάν μετά που πλήρωσε ο Ενάγοντας τα ποσά στην Τράπεζα κρατώντας στη μονάδα έγγραφο το οποίο ανέμιζε ως ο ίδιος ανάφερε λέγοντας του ότι πλήρωσε το ποσό της εγγύησης, απάντησε καταφατικά. Γενικά όμως άλλαζε απαντήσεις, ή απόφευγε να απαντήσει ή περιτριγύριζε τις απαντήσεις του γύρω από άλλα θέματα. Ενώ έλεγε ότι δε γνώριζε κάτι για το χρέος ή για το χρέος που προέκυψε από το Τεκμήριο 1 ή για την εγγύηση του Ενάγοντα σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του απάντησε δεν τον έπιασε από το χέρι και τον ανάγκασε να υπογράψει (ως εγγυητής). Επίσης παραθέτω ένα απόσπασμα των πρακτικών ημερομηνίας 08/04/2024 από την αντεξέταση του όπου φαίνεται μια εκ των προσπαθειών του για αποφυγή απαντήσεων. «Έπιασα αγωγή εγώ? Ναι τούτη που σας έκανε ο Ενάγοντας Εγώ δεν έπιασα αγωγή Γιατί είμαστε σήμερα? Δεν ξέρω γιατί είμαστε εδώ σήμερα» Ο ΜΥ1 πρόβαλλε γενικά άρνηση σε ό,τι τον ρωτούσαν ακόμη και στην ερώτηση για την αγωγή του Ενάγοντα προς τον ίδιο. Η προβολή επίσης ισχυρισμών για πρώτη φορά δεικνύουν ότι δεν είχε σκοπό να προβάλει τα γεγονότα ως έγιναν στο Δικαστήριο. Επίσης πρόβαλε ανεπίτρεπτα τη θέση του επίσης ως προς τη νομική πτυχή επί του περί πτωχεύσεως νόμου. Εν κατακλείδι η μαρτυρία του η οποία δεν αμφισβητήθηκε και η οποία συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία σαφώς και γίνεται αποδεκτή, όπως το γεγονός ότι το έτος 2008 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, ότι το έτος 2014 κηρύχθηκε σε πτώχευση και ότι 07/11/2015 αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως. Ως προς τα λοιπά απορρίπτεται. ΜΥ2 Η μαρτυρία της ΜΥ2 υπήρξε θετική και σαφής στο Δικαστήριο. Η μάρτυρας δεν έχει κάποιο συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης και προφανώς προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ό,τι γνωρίζει αναφορικά με τον Εναγόμενο πότε δηλαδή εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής και πτώχευσης. Η μαρτυρία της ως προς αυτά τα θέματα γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία της όμως ως έγινε προσπάθεια να κατευθυνθεί από τους συνηγόρους των διαδίκων αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος δε γίνεται αποδεκτή. Δεν είναι επιτρεπτό να προσπαθούν οι συνήγοροι μέσω μαρτυρίας να προαναγγείλουν την απόφαση του Δικαστηρίου. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι η ΜΥ2 ανάφερε στο Δικαστήριο ότι η διεύθυνση διαμονής του Εναγόμενου ως αυτή δηλώθηκε από τον ίδιο και βρισκόταν στα στοιχεία του φακέλου πτώχευσης αρ. 198/2008 δεν είναι η διεύθυνση αποστολής του Τεκμηρίου
- Συνεπώς εύλογα συνάγεται το συμπέρασμα ότι αυτή η επιστολή δεν παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο. Το Τεκμήριο 13 είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα. Δεν αποδίδεται καμία αξία. Ευρήματα Ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενοι είναι συνάδελφοι και υπηρετούν στην Εθνική Φρουρά. Περί την 20/04/1999 ο Εναγόμενος σύναψε με τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ συμφωνία ενοικιαγοράς με αρ. 810-
- Ο Ενάγοντας υπόγραψε ως ένας εκ των εγγυητών με σκοπό ουσιαστικά την εγγύηση τήρησης των όρων του συμβολαίου ενοικιαγοράς ως το Τεκμήριο
- Περί την 27/07/2004 ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ καταχώρησε αγωγή εναντίον του Πρωτοφειλέτη και των εγγυητών μεταξύ και του Ενάγοντα αξιώνοντας την πληρωμή υπολοίπου ποσού ενοικιαγοράς λόγω παράβασης της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Σχετικό είναι το Τεκμήριο
- Η εν λόγω αγωγή αφορά τη συμφωνία ενοικιαγοράς του Τεκμηρίου
- Εναντίον των Εναγόμενων 2,3 4 και 5 εκδόθηκε στην απουσία τους απόφαση περί την 22/10/2004 για το υπόλοιπο ενοικιαγοράς. Το δικηγορικό γραφείο των κκ Χρυσαφίνης και Πολυβίου περί την 10/10/2014 απόστειλε επιστολή στον Ενάγοντα ενημερώνοντας τον για την ύπαρξη απόφασης αξιώνοντας την πληρωμή του ποσού ( Τεκμήριο 5). Εναντίον του Ενάγοντα λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης ως το Τεκμήριο 6 και
- Ο Ενάγοντας περί την 22/09/2015 πλήρωσε στο λογαριασμό αρ. 081005403561 για τον πρωτοφειλέτη Εναγόμενο το ποσό των €4.500 και απαλλάχθηκε από τις υποχρεώσεις του ως εγγυητής αναφορικά με τον πιο πάνω λογαριασμό του συμβολαίου ενοικιαγοράς. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 8,9 και
- Εναντίον του Εναγόμενου περί την 12/06/2008 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Σχετική δημοσίευση έγινε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας περί την 25/08/2008 ως το Τεκμήριο
- Στα πλαίσια αίτησης αρ. 198/2008 και δη περί την 13/05/2014 εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης του Εναγόμενου ο οποίος περί την 07/11/2015 αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως. Νομική Πτυχή-Συμπεράσματα Εν προκειμένω αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας υπέγραψε σαν εγγυητής του Εναγόμενου, αν πλήρωσε ποσό έναντι του χρέους του, εάν το ποσό που πλήρωσε θεωρείται επαληθεύσιμο αλλά και κατά πόσο όταν κάποιος πτωχεύσαντας αποκαθίσταται αυτοδίκαια το χρέος διαγράφεται. Σύμφωνα με το άρθρο 98 του περί Συμβάσεων Νόμου: «Αν το χρέος, για το οποίο δόθηκε η εγγύηση, καταστεί απαιτητό ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να εκπληρώσει υποχρέωση που καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής, με την καταβολή ή την εκπλήρωση όλων για τα οποία ευθύνεται, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη». Επίσης Στο άρθρο 103 του περί Συμβάσεων Νόμου προνείται ότι: «Σε κάθε σύμβαση εγγύησης περιέχεται σιωπηρή υπόσχεση του πρωτοφειλέτη για κάλυψη του εγγυητή, και ο εγγυητής δικαιούται να αναζητήσει από τον πρωτοφειλέτη κάθε ποσό καλώς καταβληθέν από αυτόν δυνάμει της εγγύησης, αλλά δεν δύναται να αναζητήσει ποσό κακώς καταβληθέν». Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση στις σελίδες 461 και 462 κάτω από τον τίτλο «δικαίωμα αγωγής από εγγυητή» σε ελεύθερη μετάφραση αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι εγγυητής ο οποίος πρόβηκε σε πληρωμές κάτω από σύμβαση εγγύησης έχει κατά κανόνα δικαίωμα να εισπράξει από τον πρωτοφειλέτη το ποσό που έχει πληρώσει. Ουσιαστικά μια πληρωμή που κάνει ο εγγυητής προς εξόφληση εγγύησης δε θεωρείται ότι έγινε οικειοθελώς. Βλ. σχετικά Halsburys Laws of England, 3η έκδοση. O Eνάγοντας εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις που ανέλαβε ο Εναγόμενος με την υπογραφή του συμβολαίου ενοικιαγοράς ως το Τεκμήριο 1 και έχει πληρώσει το ποσό των €4,500 στο λογαριασμό που τηρήθηκε για τον Εναγόμενο και απαλλάχθηκε από την εγγύηση που παρείχε προς αυτόν. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 8,9 και
- Η πληρωμή του ποσού συνδέεται με την απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής αρ. 7975/
- Με αυτό το δεδομένο άρχεται και το δικαίωμα του Ενάγοντα να κινηθεί δικαστικά εναντίον του πρωτοφειλέτη για το ποσό που κατέβαλε ως εγγυητής του. Κάποιος δηλαδή με αυτά τα δεδομένα υπό κανονικές συνθήκες δύναται να προχωρήσει και να ζητήσει από τον πρωτοφειλέτη όπως του καταβάλει τα ποσά που πλήρωσε συνεπεία εγγύησης του για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη. Εν προκειμένω όμως το ερώτημα είναι εάν το χρέος του Εναγόμενου πρωτοφειλέτη, το οποίο εγγυήθηκε ο Ενάγοντας και για το οποίο κατέβαλε στις 22/09/2015 το ποσό των €4,500 ενόψει του ότι ο Εναγόμενος κατά το χρόνο πληρωμής του ήταν πτωχεύσας εάν είναι επαληθεύσιμο και εάν με αυτά τα δεδομένα μπορούσε ο Ενάγοντας να το διεκδικήσει από τον Εναγόμενο. Ξεκαθαρίζω εξ' αρχής ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος ξεκίνησε το έτος 2015 όταν κατέβαλε το ποσό δυνάμει της εγγύησης το θέμα είναι κατά πόσο το χρέος όμως εμπίπτει στη πτωχευτική περιουσία. Περί την 20/04/1999 υπογράφηκε η συμφωνία ενοικιαγοράς ως το Τεκμήριο 1 και περί την 22/10/2004 εκδόθηκε η δικαστική απόφαση αναφορικά με το υπόλοιπο ποσό που προέκυψε λόγω μη πληρωμής των δόσεων που συμφωνήθηκαν. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 3 και
- Περί την 12/06/2008 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Εναγόμενου. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 12 μάλιστα έγινε σχετική δημοσίευση. Την 13/05/2014 κηρύχθηκε σε πτώχευση και την 07/11/2015 αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 στο εξής « ως ο Νόμος» "χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση" ή "επαληθεύσιμο χρέος" περιλαμβάνει κάθε χρέος ή υποχρέωση που καθίσταται επαληθεύσιμη σε πτώχευση βάσει του Νόμου αυτού· Το άρθρο 34 του Νόμου καθορίζει ποιο είναι το επαληθεύσιμο χρέος. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο. «Περιγραφή χρεών που δύνανται να επαληθευτούν σε πτώχευση 34.-
(1)Απαιτήσεις σε μορφή ανεκκαθάριστων αποζημιώσεων, οι οποίες προκύπτουν διαφορετικά παρά από σύμβαση, υπόσχεση ή κατάχρηση εμπιστοσύνης, δεν δύνανται να επαληθευτούν σε πτώχευση.
(2)Πρόσωπο που έχει γνώση οποιασδήποτε πράξης πτώχευσης που υφίσταται εναντίον πτωχέυσαντα, δεν δύναται να προβεί σε επαλήθευση με βάση το διάταγμα για χρέος ή υποχρέωση που δημιουργήθηκε από τον πτωχέυσαντα μετά την ημερομηνία που έλαβε γνώση της πράξης πτώχευσης.
(3)Εκτός, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, όλα τα χρέη και όλες οι υποχρεώσεις, παρούσες ή μελλοντικές, βέβαιες ή υπό αίρεση, στις οποίες υπόκειται ο πτωχεύσας κατά την ημερομηνία του διατάγματος πτώχευσης, ή στις οποίες θα υπόκειται πριν από την αποκατάσταση του λόγω ευθύνης που προέκυψε πριν από την ημερομηνία του διατάγματος πτώχευσης, θα θεωρούνται ως χρέη που δύνανται να επαληθευτούν.
(4)Ο διαχειριστής καταρτίζει εκτίμηση της αξίας κάθε χρέους ή ευθύνης που δύναται να επαληθευτεί όπως αναφέρεται πιο πάνω, η οποία λόγω του ότι τελεί υπό αίρεση ή για άλλο λόγο δεν έχει βέβαιη αξία.
(5)Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο είναι δυσαρεστημένο με την καταρτιζόμενη από το διαχειριστή, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, εκτίμηση, δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο.
(6)Αν, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, η αξία του χρέους ή της ευθύνης δεν δύναται να εκτιμηθεί δίκαια, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει προς το σκοπό αυτό διάταγμα και στη συνέχεια το χρέος ή ευθύνη θα θεωρούνται, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, ως χρέος μη δυνάμενο να επαληθευτεί σε πτώχευση.
(7)Αν, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, η αξία του χρέους ή της ευθύνης δύναται να εκτιμηθεί δίκαια, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως ο υπολογισμός της αξίας γίνει ενώπιον του ίδιου του Δικαστηρίου και δύναται να δώσει για το σκοπό αυτό όλες τις απαραίτητες οδηγίες, το δε ποσό της αξίας, όταν υπολογιστεί, θα θεωρείται χρέος το οποίο δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση.
(8)"Ευθύνη" για τους σκοπούς του Νόμου αυτού περιλαμβάνει- (α) οποιαδήποτε αποζημίωση για έργο ή εργασία που εκτελέστηκε· (β) οποιαδήποτε υποχρέωση ή πιθανή υποχρέωση για πληρωμή χρημάτων ή χρηματικής αξίας, που προκύπτει από αθέτηση ρητού ή σιωπηρού συμβολαίου, σύμβασης, συμφωνίας, ή ανάληψης υποχρέωσης ανεξάρτητα αν η αθέτηση συνέβηκε ή όχι, ή είναι ή όχι ενδεχόμενο να προκύψει ή δύναται να προκύψει, πριν από την αποκατάσταση του πτωχέυσαντα· (γ) γενικά, οποιαδήποτε ρητή ή σιωπηρή δέσμευση, συμφωνία ή ανάληψη υποχρέωσης, για πληρωμή, ή η οποία έχει σαν αποτέλεσμα την πληρωμή χρημάτων ή χρηματικής αξίας ανεξάρτητα αν η πληρωμή, όσον αφορά το ποσό, είναι εκκαθαρισμένη ή ανεκκαθάριστη όσον αφορά το χρόνο, παρούσα ή μελλοντική, βέβαιη ή εξαρτημένη από μία αίρεση ή από δύο ή περισσότερες αιρέσεις, και όσον αφορά στον τρόπο της εκτίμησης, ικανή να εξακριβωθεί με βάση ορισμένους κανόνες ή ως θέμα γνώμης.» Η απαίτηση του Ενάγοντα προκύπτει από υπόλοιπο σύμβασης ενοικιαγοράς. Ουσιαστικά το χρέος στο οποίο υπόκειται ο Εναγόμενος αφορά υποχρέωση του από ευθύνη που ανέλαβε μέσω έγγραφης συμφωνίας το έτος
- Δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του για πληρωμή των δόσεων ως καθορίστηκαν στη σύμβαση ενοικιαγοράς. Ο Εναγόμενος δε δημιούργησε ο ίδιος το χρέος το έτος
- Εν προκειμένω θεωρώ εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 34 του Νόμου εφόσον ως φαίνεται το χρέος την πληρωμή του οποίου εγγυήθηκε ο Ενάγοντας αφορά ευθύνη του η οποία προέκυψε πριν από την ημερομηνία του διατάγματος πτώχευσης. Απλώς η απαίτηση του Ενάγοντα προέκυψε το έτος
- Ο Νόμος και δη το άρθρο 34 του Νόμου ερμηνεύει επίσης τον όρο ευθύνη. Ευθύνη αφορά οποιαδήποτε υποχρέωση ή πιθανή υποχρέωση για πληρωμή χρημάτων ή χρηματικής αξίας, που προκύπτει από αθέτηση ρητού ή σιωπηρού συμβολαίου, σύμβασης, συμφωνίας. Εν προκειμένω η ευθύνη του προκύπτει από παράβαση των όρων της σύμβασης ενοικιαγοράς. Συνεπώς η ευθύνη του πτωχεύσαντα προέκυψε το έτος
- Υπενθυμίζω ότι η πληρωμή του ποσού των ευρώ 4,500 έγινε για το χρέος που δημιούργησε ο Ενάγοντας με τη μη πληρωμή των δόσεων ως καθορίστηκαν στη σύμβαση ενοικιαγοράς. Το γεγονός μεταγενέστερης πληρωμής ποσού από εγγυητή του χρέους και σε χρονικό σημείο μετά που κηρύχθηκε σε πτώχευση ο Εναγόμενος δεν αλλάζει την προέλευση της ευθύνης. Ως αναγράφεται στο σύγγραμμα του Δρ. Ανδρέα Ποιητή «το Δίκαιο της Πτώχευσης» σελ. 264 «4.1 όπου αναλύει το άρθρο 34
(3)του Νόμου «Κάτι το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει εκ πρώτης όψεως εντύπωση είναι το γεγονός ότι στα επαληθεύσιμα χρέη, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, περιλαμβάνονται και απαιτήσεις πιστωτών για τις οποίες είναι δυνατόν να έχει υποχρέωση ο πτωχεύσας πριν από την αποκατάσταση του. Η ρύθμιση δεν είναι παράξενη. Αναφέρεται όπως προνοεί ο νόμος σε εκείνες τις απαιτήσεις που δημιουργήθηκαν εναντίον του πτωχεύσαντος λόγω ευθύνης που ανελήφθη από τον πτωχεύσαντα πριν από την ημερομηνία διατάγματος πτώχευσης. Με άλλα λόγια η ευθύνη υπήρχε αλλά απλώς η απαίτηση του πιστωτή ήταν μελλοντική ή υπό αίρεση όπως η ίδια η διάταξη αναφέρει». Κατά συνέπεια για τους λόγους που εξηγούνται η απαίτηση του Ενάγοντα αφορά επαληθεύσιμο χρέος και δη χρέος που θα μπορούσε να επαληθευτεί στην πτωχευτική περιουσία. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο με τη δίκαιη αποκατάσταση του πτωχεύσαντα την 07/11/2015 επήλθε διαγραφή του χρέους. Σχετικό είναι το άρθρο 27 Α του Νόμου: «27Α.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), ο πτωχεύσας αποκαθίσταται αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία συμπλήρωσης τριών
(3)ετών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος πτώχευσης, εκτός εάν αυτός έχει ήδη αποκατασταθεί προηγουμένως ή εάν το εν λόγω διάταγμα έχει ήδη ακυρωθεί: Νοείται ότι, απαραίτητη προϋπόθεση για την αυτοδίκαιη αποκατάσταση του πτωχεύσαντα, αποτελεί η υποβολή από τον πτωχεύσαντα της Έκθεσης Καταστάσεως της περιουσίας του και της προκαταρκτικής του κατάθεσης κατά τον καθορισμένο τύπο στον Επίσημο Παραλήπτη ή τον διαχειριστή τουλάχιστο ένα έτος πριν την αυτοδίκαιη αποκατάσταση.
(2)Πτωχεύσας, για τον οποίο το σχετικό διάταγμα πτώχευσης είχε εκδοθεί τρία
(3)έτη πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015 και το διάταγμα αυτό συνεχίζει να ισχύει κατά την εν λόγω ημερομηνία, αποκαθίσταται αυτοδικαίως μετά την πάροδο έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία αυτή, εκτός εάν αυτός έχει ήδη αποκατασταθεί προηγουμένως ή εάν το εν λόγω διάταγμα έχει ήδη ακυρωθεί: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το σχετικό διάταγμα πτώχευσης είχε εκδοθεί σε διάστημα μικρότερο από τρία
(3)έτη πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015 και το διάταγμα αυτό συνεχίζει να ισχύει κατά την εν λόγω ημερομηνία, τότε ο πτωχεύσας αποκαθίσταται αυτοδικαίως μετά την πάροδο τριών
(3)ετών και έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία του διατάγματος παραλαβής, εκτός εάν αυτός έχει ήδη αποκατασταθεί προηγουμένως ή εάν το διάταγμα πτώχευσης ή διάταγμα παραλαβής έχει ήδη ακυρωθεί.
(3)Σε περίπτωση νέας κήρυξης του αποκατασταθέντος σε πτώχευση και συνακόλουθης νέας αυτοδίκαιης αποκατάστασής του, ο ίδιος δεν απαλλάσσεται πλέον από τα επαληθεύσιμα χρέη του, εάν δεν έχουν παρέλθει έξι
(6)έτη από την τελευταία φορά που αυτός έχει απαλλαγεί.
(4)Σε περίπτωση αποκατάστασης πτωχεύσαντος δυνάμει του παρόντος άρθρου, το μη διανεμηθέν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας παραμένει, ανάλογα με την περίπτωση, στον Επίσημο Παραλήπτη ή στον διαχειριστή, προς όφελος των πιστωτών ή των εγγυητών που καθίστανται μη εξασφαλισμένοι πιστωτές δυνάμει του εδαφίου
(12)του άρθρου 37Β: Νοείται ότι, μη διανεμηθέν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας που παραμένει στη διαχείριση του Επίσημου Παραλήπτη ή του διαχειριστή, μετά την αποπληρωμή όλων των πιστωτών και εγγυητών που καθίστανται μη εξασφαλισμένοι πιστωτές δυνάμει του εδαφίου
(12)του άρθρου 37Β, επιστρέφεται στον πτωχεύσαντα, νοουμένου ότι το κόστος της επιστροφής δεν είναι μεγαλύτερο από το πόσο που θα επιστραφεί.
(5)Το πρόσωπο που αποκαθίσταται δυνάμει του παρόντος άρθρου υποχρεούται να συνεργάζεται με τον διαχειριστή σχετικά με την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας που παραμένει, ανάλογα με την περίπτωση, στον Επίσημο Παραλήπτη ή στον διαχειριστή.
(6)Το πρόσωπο που αποκαθίσταται δυνάμει του παρόντος άρθρου δύναται να αποταθεί στον Επίσημο Παραλήπτη, για την έκδοση στον ίδιο πιστοποιητικού αποκατάστασης πτωχεύσαντος και τη δημοσίευσή του, από τον τελευταίο, στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και στην ιστοσελίδα του Επίσημου Παραλήπτη κατά τον καθορισμένο τρόπο: Νοείται ότι, σε περίπτωση που διαχειριστής της πτωχευτικής περιουσίας είναι άλλο πρόσωπο από τον Επίσημο Παραλήπτη, το πρόσωπο που αποκαθίσταται προσκομίζει στον Επίσημο Παραλήπτη βεβαίωση του διαχειριστή ότι δύναται να αποκατασταθεί, αφού έχουν ικανοποιηθεί οι σχετικές προϋποθέσεις γι' αυτό.
(7)Στο παρόν άρθρο, καθώς και στο άρθρο 27Β, ο όρος «πτωχεύσας» περιλαμβάνει προσωπικούς αντιπροσώπους και εκδοχείς.
(8)Τηρουμένων, κατ' αναλογίαν, των διατάξεων των εδαφίων
(1),
(2),
(3)και
(5)του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου, η αυτοδίκαιη αποκατάσταση πτωχεύσαντα, που επέρχεται δυνάμει του παρόντος άρθρου ή που επήλθε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, επιφέρει πλήρη απαλλαγή του εν λόγω προσώπου από όλα τα επαληθεύσιμα χρέη, νοουμένου ότι το πρόσωπο αυτό ενεργεί με καλή πίστη και συνεργάζεται πλήρως, είτε με τον Επίσημο Παραλήπτη είτε με τον διαχειριστή, ανάλογα με την περίπτωση, για την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας: Νοείται ότι, η αυτοδίκαιη αποκατάσταση πτωχεύσαντα δεν απαλλάσσει οποιοδήποτε πρόσωπο, από τα χρέη τα οποία προκύπτουν από: (α) Φόρο, τέλος ή άλλη χρέωση παρόμοιας φύσης ή υποχρεώσεις οφειλόμενες ή καταβλητέες στη Δημοκρατία· (β) οποιοδήποτε ποσό καταβλητέο από τον πτωχεύσαντα δυνάμει του περί Δήμων Νόμου και οποιωνδήποτε δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται· (γ) οποιοδήποτε ποσό καταβλητέο από τον πτωχεύσαντα δυνάμει του περί Κοινοτήτων Νόμου και οποιωνδήποτε δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται· (δ) οποιαδήποτε χρηματοοικονομική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από διάταγμα διατροφής· (ε) οποιαδήποτε χρηματοοικονομική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από δικαστική απόφαση για αποζημίωση οποιουδήποτε προσώπου για θάνατο ή σωματική βλάβη συνεπεία αστικού αδικήματος του χρεώστη· (στ) χρέος ή χρηματοοικονομική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από δάνειο ή επίδειξη ανοχής στην ανάκτηση οφειλών που προκύπτουν από δάνειο, το οποίο εξασφαλίστηκε μέσω απάτης, κατάχρησης, υπεξαίρεσης ή δόλιας παραβίασης της εμπιστοσύνης· (ζ) χρέος ή χρηματοοικονομική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από δικαστικό διάταγμα ή απόφαση δυνάμει του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου ή από απόφαση Δικαστηρίου με την οποία επιβάλλεται οποιαδήποτε χρηματική ποινή λόγω καταδίκης για ποινικό αδίκημα· (η) χρέος ή χρηματοοικονομική υποχρέωση που πηγάζει από οφειλόμενους μισθούς σε μισθωτούς του πτωχεύσαντα.
(9)Οποιαδήποτε περιουσία η οποία προέκυψε κατά τη διάρκεια της πτώχευσης ασχέτως αν περιήλθε στον πτωχεύσαντα ακόμα και μετά την αποκατάστασή του, η περιουσία αυτή εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία και ως εκ τούτου θα πρέπει να περιέλθει στον Επίσημο Παραλήπτη ή στον διαχειριστή προς όφελος των πιστωτών του πτωχεύσαντα ή του αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα.
(10)Μετά την αποκατάσταση πτωχεύσαντα, δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου, οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία εγείρεται πλέον ή καταχωρείται, αντίστοιχα, από τον ίδιο ή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση.
(11)Με την αυτοδίκαιη αποκατάσταση πτωχεύσαντος, η οποία επέρχεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, οποιοιδήποτε περιορισμοί στην ανάληψη ή άσκηση εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας από τον αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου σχετικού νόμου, αποκλειστικά και μόνο επειδή υπήρξε πτωχεύσας, παύουν αυτόματα να έχουν ισχύ.» Ως προβλέπεται στο άρθρο 27Α
(8)η αυτοδίκαιη αποκατάσταση προσώπου το οποίο τελούσε υπό πτώχευση επιφέρει την πλήρη απαλλαγή του από όλα τα επαληθεύσιμα χρέη του. Σημειώνεται ότι προνοείται απαλλαγή του ίδιου του πτωχεύσαντα και όχι διαγραφή του χρέους του. Απλώς απαλλάσσεται και δεν μπορεί για το χρέος αυτό να καταχωρηθεί εναντίον του αγωγή προσωπικά. Απαλλαγή λοιπόν του πτωχεύσαντα επέρχεται εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να αφορά πρόσωπο το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση, (β)να υπήρξε αυτοδίκαιη αποκατάσταση του εν λόγω προσώπου από την πτώχευση, (γ) η αποκατάστασή του να επήλθε πριν ή μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, (δ) το χρέος του να αποτελεί επαληθεύσιμο χρέος και (ε) ο πτωχεύσας να ενεργεί με καλή πίστη και να συνεργάζεται πλήρως, είτε με τον Επίσημο Παραλήπτη είτε με τον διαχειριστή για την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση ως φαίνεται ο Εναγόμενος υπήρξε πτωχεύσας αφού κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 13.5.2014 και αποκαταστάθηκε από αυτή στις 7.11.2015 αυτοδικαίως. Το ποσό το οποίο αξιώνει ο Ενάγοντας αποτελεί επαληθεύσιμο χρέος. Δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ό, τιδήποτε που να συνηγορεί ότι ο Εναγόμενος δεν ενήργησε με καλή πίστη και ότι δε συνεργάστηκε με τον Επίσημο Παραλήπτη για την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής του περιουσίας. Αντιθέτως δεν αμφισβητήθηκε κάτι τέτοιο. Εν κατακλείδι δε νομιμοποιείται ο Ενάγοντας να προωθεί και να συνεχίζει την αγωγή εναντίον του Εναγόμενου εφόσον πρόκειται για επαληθεύσιμο χρέος από το οποίο έχει απαλλαχθεί ο Εναγόμενος μετά τη δίκαιη αποκατάσταση του. Εκ των πραγμάτων η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)............. Μ-Α Στυλιανού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παναγεωργίου v Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. [2] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [3] Γεώργιος Παπαγεωργίου v Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο